ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΣΙΤΕΙΑΣ ΣΕ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ – ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ – ΑΜΟΙΒΗ – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΜΕΣΙΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΩΛΗΣΗΣ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ – ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΕΡΙ ΜΗ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΩΛΗΣΗΣ – ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΓΩΓΗΣ ΩΣ ΑΒΑΣΙΜΗΣ. ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΦΕΣΗΣ. Η ενάγουσα, εξέθετε ότι σύναψε εγγράφως με την εναγομένη σύμβαση μεσιτείας, στο πλαίσιο της οποίας ανέλαβε κατόπιν εντολής της εναγομένης να μεσολαβεί ώστε μεταξύ της τελευταίας και ιταλικής Α.Ε., να καταρτίζονται συμβάσεις πώλησης, βάσει των οποίων θα κατασκεύαζε η εναγομένη ενδύματα για την αλλοδαπή εταιρία βάσει συγκεκριμένων παραγγελιών αυτής, έναντι προμήθειας μετά το πέρας εκτέλεσης εκάστης παραγγελίας – Ότι η ενάγουσα, σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, μεσολάβησε για την κατάρτιση 22 διαδοχικών συμβάσεων πώλησης ενδυμάτων, ωστόσο η εναγομένη αρνείται να της καταβάλλει τη αμοιβή της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά της εκκαλουμένης παραπονείται η ηττηθείσα ενάγουσα. Κατ’ αρχάς ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας ήτοι ότι βάσει της έγγραφης σύμβασης μεσιτείας η ενάγουσα δικαιούτο από την εναγομένη ως συμφωνηθείσα προμήθεια για συμβάσεις πώλησης που είχε συνάψει η τελευταία με την αλλοδαπή εταιρία με την μεσολάβηση της ενάγουσας, ποσοστού 3% επί της συνολικής αξίας των τιμολογίων πώλησης, δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η συνεργασία της ενάγουσας με τον αποκλειστικά υπεύθυνο της αλλοδαπής εταιρίας για την ανεύρεση προμηθευτών ικανών να παρέχουν στην τελευταία τις καλύτερες υπηρεσίες κατασκευής των ενδυμάτων των συλλογών της, αποτελούσε τον απαιτούμενο «συνδετικό κρίκο» για την επαγγελματική συνεργασία ανάμεσα στην ενάγουσα και στην αλλοδαπή εταιρία, η οποία όμως, διακόπηκε οριστικά τον Αύγουστο του 2017 και έκτοτε η συνεργασία της εναγομένης με την άνω εταιρία συνεχίστηκε χωρίς τη μεσολάβηση της ενάγουσας. Τέλος, η ενάγουσα απαραδέκτως ζητεί την εν μέρει επιδίκαση του ποσού της ένδικης αγωγής το πρώτον με λόγο έφεσής της, μεταβάλλοντας την ιστορική βάση της αγωγής της, ήτοι, βάσει πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το αίτημά της όχι ως πρωτοδίκως στα αρ.703 επ. ΑΚ, αλλά στις διατάξεις των άρθρων της ποινικής ρήτρας (αρ. 404 επ ΑΚ) και τις διατάξεις περί αναγνώρισης χρέους σχέσης (αρ. 873 επ. ΑΚ). Ορθώς λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε όμοια, έστω και με ελλιπή και εν μέρει αντίθετη αιτιολογία που παραδεκτά συμπληρώνεται. Απορρίπτει την έφεση κατά της υπ’ αρ. 16029/24 απόφασης του ΜονΠρωτΘεσ. [ Αρ 61, 65, 67, 70, 340,346, 361, 703,713 ΑΚ, αρ. 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1-2, 410,415-420, 529 παρ.1, 907, 908 ΚΠολΔ ]
info@nomotelia.gr