ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ελένη Ρόκκου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα Νικολέττα Νέδα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2023 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ : Σ. του Λ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου του δικηγόρου Μαρίας Αμανατίδου Μωυσίδου του ΔΣ (AM ….) και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : Β. του Λ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια δηλώσεως, του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεοδώρου Ζέρβα, του ΔΣ Θεσσαλονίκης (AM …..) και προκατέθεσε προτάσεις, τις οποίες συνυπογράφουν οι ασκούμενες δικηγόροι Ελένη Μπιτζίκα και Θεοκτίστη Ορφανού.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε την από 31-5-2019 και με αριθ. κατ. ΓΑΚ …ΕΑΚ …/31-5-2019 αγωγή, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.Το Μονομελές Πρωτοδικείο
Θεσσαλονίκης με την 3025/2020 απόφαση ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Με την από 18-1-2021 και με αριθ. κατ. ΓΑΚ …ΕΑΚ …/18-1-2021 κλήση του ενάγοντας η υπόθεση εισήχθη εκ νέου προς συζήτηση και εκδόθηκε η 2626/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε μερικά δεκτή την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε προς το Δικαστήριο τούτο ο εναγόμενος, με την από 4-6-2021 έφεσή του (αριθμ. εκθ. καταθ. ΓΑΚ ……ΕΑΚ ……/4-6-21), ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και κατέθεσαν προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 4-6-2021, έφεση, του ηττηθέντος εναγομένου, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ΓΑΚ ……ΕΑΚ ……/4-6-21 και προσδιορίστηκε με την έκθεση με ΓΑΚ …… ΕΑΚ ……/4-6-21, κατά της υπ’ αριθμ. 2621/15-4-21 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομίμως, με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στην Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εμπροθέσμως (άρθρα 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), αρμοδίως, δε, φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό αυτής κατατέθηκε, από τον εκκαλούντα το υπ’ αριθμ. ……/21 e – παράβολο, ποσού 100 ευρώ. Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια τακτική διαδικασία, που εφάρμοσε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 533 παρ, 1 ΚΠολΔ).
Με την από 31-5-2019 (αρ. κατ. ……/31-5-2019) αγωγή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι είναι ομόρρυθμος εταίρος της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία «…. Ο.Ε. Αφοί ….», της οποίας διαχειριστής τυγχάνει ο εναγόμενος αδερφός του. Ότι υπέβαλε κοινή, με τον αδερφό και συνεταίρο του Γ. , αίτηση (με αριθμό κατάθεσης ……/30.06.2017), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, για τη δικαστική λύση της εταιρίας, ενώ ο εναγόμενος υπέβαλε κοινή, με τον έτερο αδερφό και συνεταίρο τους Α. , αίτηση (με αριθμό κατάθεσης ……/30.06.2017), ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, για τον αποκλεισμό του ενάγοντος και του Γ. από την εταιρία. Ότι, επ’ αυτών των συνεκδικασθεισών αιτήσεων, εξεδόθη η με αριθμό 43/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δικάζοντας με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δυνάμει της οποίας απαγγέλθηκε η λύση της εταιρίας, ενώ απορρίφθηκε η αίτηση αποκλεισμού των εταίρων. Ότι ο εναγόμενος περιέλαβε στα ακόλουθα δικόγραφα, και συγκεκριμένα: α) στην από 15.01.2018 κατατεθείσα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, προσθήκη των προτάσεών του, στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης, με τη με αριθμό κατάθεσης ……/30.06.2017 αίτηση, με αντικείμενο τη δικαστική λύση της εταιρίας,
β) στη με αριθμό κατάθεσης …. /28.12.2018 ασκηθείσα, κατά του Γ. , αγωγή του (εναγομένου), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και στις από 08.04.2019 κατατεθείσες προτάσεις του, και γ) στις από 25.01.2019 κατατεθείσες, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, προτάσεις του (εναγόμενου), στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης, με τη με αριθμό κατάθεσης ……/18.10.2018 ασκηθείσα, κατά αμφοτέρων (ενάγοντος και εναγομένου) αγωγή του Α., με αίτημα την παροχή λογοδοσίας, τους αναφερόμενους λεπτομερώς στην αγωγή δυσφημιστικούς, για το πρόσωπο του ενάγοντος, ισχυρισμούς. Ότι ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, συγκεκριμένα, ότι αυτός (ενάγων) αφενός προέβη σε μεταφορές χρηματικών ποσών (186.484 € + 1 93.250 €) από το ταμείο της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία «Αφοί ……. Ο.Ε.» συμφερόντων του ιδίου (ενάγοντος) και του Γ. προς το ταμείο της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία «…. Ο.Ε. Αφοί ….», προς μείωση του χρεωστικού υπολοίπου της πρώτης προς τη δεύτερη, αλλά και επαναμεταφορά των αυτών ποσών στο ταμείο της πρώτης, χωρίς εύλογη αιτία, και αφετέρου ανέλαβε από το ταμείο της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία «…. Ο.Ε. Αφοί ….», το συνολικό ποσό των διακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων (275.000) ευρώ, με πλαστά, μάλιστα, παραστατικά, τα οποία δε φέρουν την υπογραφή του εναγόμενου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, ο τελευταίος, ως διαχειριστής της εταιρίας «…. Ο.Ε. Αφοί ….» ουδέποτε ενημερώθηκε, για τις ως άνω κινήσεις. Ότι ο εναγόμενος υποκίνησε τον Α. Σ. να επικαλεστεί στις από 26.01.2019 κατατεθείσες προτάσεις του και να προσκομίσει, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, στο πλαίσιο της ως άνω ανοιγείσας, με αίτημα την παροχή λογοδοσίας, δίκης, τα αναφερόμενα στην αγωγή και «κατάλληλα διαμορφωμένα από τον εναγόμενο» έγγραφα (τραπεζικά παραστατικά), που απεικονίζουν τις από 20.01.2009 και 30.06.2011 οικονομικές συναλλαγές της εταιρίας, με την επωνυμία «…. Ο.Ε. Αφοί ….», με τη μνεία ότι πρέπει να διερευνηθούν οι οικείες διαχειριστικές πράξεις και με σκοπό να δημιουργήσει ο Α. Σ. στο αρμόδιο Δικαστήριο την εντύπωση ότι αυτές οι διαχειριστικές πράξεις διενεργήθηκαν παράτυπα από τον ενάγοντα. Ότι ο εναγόμενος με την, εν γνώσει του, διάδοση των ως άνω ψευδών ισχυρισμών, συνοδευόμενων και από την επίκληση και προσκομιδή, ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων, των παραστατικών διενέργειας των επίμαχων συναλλαγών, επεδίωκε αφενός την ποινική του καταδίωξη για τις κακουργηματικού χαρακτήρα πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας, καθόσον το αρμόδιο επιληφθέν πολιτικό Δικαστήριο, θα ηδύνατο να συντάξει, κατ’ άρθρο 38 ΚΠΔ, σχετική έκθεση για τα τελεσθέντα ποινικά αδικήματα και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο Εισαγγελέα, και αφετέρου την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, με σκοπό την ευδοκίμηση της αίτησής του περί αποκλεισμού του ενάγοντος από την εταιρία «….Ο.Ε.», αλλά και της ασκηθείσας, κατά του ενάγοντος, αγωγής του Α. Σ. περί παροχής λογοδοσίας. Ότι, κατόπιν διεξαχθείσας, με εντολή του ιδίου (ενάγοντος), γραφολογικής μελέτης των παραστατικών των επίμαχων συναλλαγών, διαπιστώθηκε ότι, κατά υψηλή πιθανολόγηση, οι τεθείσες υπογραφές εντάσσονται στην υπογραφική συνήθεια είτε της Ε. Σ. κόρης του εναγόμενου, ενεργούσας κατ’ εντολή αυτού, είτε του ίδιου του εναγόμενου. Ότι, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, συνιστάμενης στην ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική του δυσφήμηση, έχει προσβληθεί η προσωπικότητά του, υφιστάμενος, ως εκ τούτου, ηθική βλάβη. Με βάση τα παραπάνω, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος του, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ αφαιρεθέντος του ποσού των σαράντα (40) ευρώ, για το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει την ένδικη αξίωσή του, ενώπιον των αρμόδιων ποινικών Δικαστηρίων ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’αριθ. 3025/20 μη οριστική απόφασή του, διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, μετά την ολοκλήρωση της οποίας, από τη διορισθείσα από το δικαστήριο πραγματογνώμονα Ν., η υπόθεση εισήχθη εκ νέου προς συζήτηση με την από 18-1-21 και με αριθ. κατ. ΓΑΚ …ΕΑΚ …/18-1-21 κλήση του ενάγοντος. Μετά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης εκδόθηκε η εκκαλουμένη, που έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη ο εναγόμενος, με την υπό κρίση έφεσή του, και, ζητεί, για τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο αυτής λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η αγωγή.
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσής του ο εκκαλών παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εφήρμοσε ορθά τον νόμο, κρίνοντας ως ορισμένη την αγωγή του αντιδίκου του, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προέβαλε ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, οι οποίες κρίθηκαν αβάσιμες. Ειδικότερα ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η αγωγή ήταν αόριστη διότι ελλείπουν παντελώς οι κατάλληλες αναφορές εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο δικαίωμα, ιδίως δε διότι στο δικόγραφο αυτής υπάρχουν αδιακρίτως αναφορές σε δικόγραφα του εκκαλούντος αλλά και του Α., που καθιστούν ασαφή τον προσδιορισμό του ζημιογόνου γεγονότος. Ο παραπάνω ισχυρισμός όμως δεν είναι βάσιμος, καθώς το δικόγραφο της αγωγής περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την πληρότητά του, όπως συνοπτικά εκτέθηκαν ανωτέρω, η δε αναφορά σε δικόγραφα του μη διαδίκου Α. Σ., αποτελεί στοιχείο του ιστορικού πλαισίου της αγωγής, που γίνεται χωρίς να δημιουργεί σύγχυση ή ασάφεια για το ζημιογόνο γεγονός που αποδίδεται στον εναγόμενο. Επομένως απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο παραπάνω λόγος της έφεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ συνάγεται ότι εκείνος του οποίου προσβάλλεται η προσωπικότητα α) με τη διατύπωση γΓ αυτόν, γραπτώς ή προφορικώς, λέξεων ή φράσεων που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του, είτε περιφρόνηση για το πρόσωπό του από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου και β) με ισχυρισμό ή διάδοση δυσφημιστικού γεγονότος, δηλαδή συμβάντος ή περιστατικού του παρόντος ή του παρελθόντος που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, το οποίο (δυσφημιστικό γεγονός) δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δικαιούται, εκτός άλλων, και την καταδίκη του υπαιτίου της δυσφημιστικής διαδόσεως ή του εξυβριστικού ισχυρισμού στην καταβολή χρηματικού ποσού προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή (ΟλΑΠ 812/1980, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1735/2009, ΑΠ 1599/2000). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της απλής δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια, που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ, από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ’ αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 756/2011). Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’ δ’ ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π. και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012), περιστατικά που προτείνονται κατ’ αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 1533/22, 605/2021 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …./31-12-2020 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε η διορισθείσα ως πραγματογνώμων, ειδική δικαστική γραφολόγος, Ν. Ν., της από 8-4-2019 ιδιωτικής γνωμοδοτήσεως, που συνέταξε κατ’ εντολήν του ενάγοντος ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης ειδικός δικαστικός γραφολόγος, Π. Τ., των από 21-10-2019 και 26-1-2021 ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων, που συνέταξε, κατ’ εντολήν του εναγομένου, ο ….., δικηγόρος Θεσσαλονίκης, δικαστικός γραφολόγος, της υπ’ αριθμόν …./26-1-2021 ένορκης βεβαιώσεως του μάρτυρος του εναγομένου Γ. Π., του Κ. και της Ξ., Λογιστού Φοροτεχνικού κατοίκου Θεσσαλονίκης, που εδόθη ενώπιον της αρμόδιας Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης και λαμβάνεται υπ’ όψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως νομοτύπως προσκομίζουν, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς στην συνέχεια, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κάποιο εξ αυτών κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα :
Με το από 10-4-1975 ιδιωτικό συμφωνητικό, περί συστάσεως ομορρύθμου εταιρίας, που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Πολυγύρου Χαλκιδικής, με αριθμό …./11-4-1975, συστάθηκε από τους αδελφούς, Β. , του Λ., Σ. του Λ., νυν διαδίκους, Γ. , του Λ. και Α., του Λ., η ομόρρυθμη εμπορική εταιρία, με επωνυμία «….Ο.Ε. ΑΦΟΙ …..», με έδρα τα … Χαλκιδικής και εταιρικό σκοπό την άσκηση και εκμετάλλευση βιομηχανικής επιχειρήσεως κατασκευής και εμπορίας αυτοκόλλητων ταινιών, διάρκειας δέκα (10) ετών και με μοναδικούς ομορρύθμους εταίρους τους ανωτέρω με ποσοστό συμμετοχής 25% έκαστος. Διαχειριστής της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας, καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της, ορίσθηκε ο εναγόμενος, Σ. του Λ. και αναπληρωτής αυτού, σε περίπτωση απουσίας του στο εξωτερικό ή επί ασθενείας του, ορίσθηκε ο αδελφός του ο νυν ενάγων, Β. , του Λ.. Περί το έτος 2008 οι καλές σχέσεις μεταξύ των εταίρων διερράγησαν, λόγω διαφωνιών σχετικά με την εσωτερική λειτουργία, τη διοίκηση και κυρίως, την οικονομική διαχείριση της εταιρίας. Έκτοτε ξεκίνησε μακροχρόνια αντιδικία μεταξύ των τεσσάρων αδελφών, οι οποίοι διαιρέθηκαν σε δύο ομάδες, η πρώτη εκ των οποίων αποτελείται από τους Β. (ενάγων) και Γ. και η δεύτερη από τους Σ. (εναγόμενος) και Α. .. Στο πλαίσιο των αντιδικιών αυτών ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, Α) η υπ’ αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …./30ής Ιουνίου 2017 αίτηση περί λύσεως της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας, αιτούντες της οποίας ήταν οι Β. (ενάγων) και Γ. του Λ., στρεφόμενοι κατά των λοιπών εταίρων και αδελφών τους και δη, κατά του Σ. (ήδη εναγόμενου) και του Α. του Λ., Β) η υπ’ αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……/30-6-2017 αίτηση περί αποκλεισμού εταίρων από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία αιτούντες της οποίας ήταν οι Σ. (εναγόμενος) και Α. του Λ., στρεφόμενοι κατά των λοιπών εταίρων και αδελφών τους και δη, κατά του Β. (ενάγοντος) και Γ. του Λ.. Το δικαστήριο εκείνο (Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής), με την υπ’ αριθμόν 43/2018 οριστική απόφασή του, συνεκδίκασε τις ως άνω αιτήσεις στη δικάσιμο της 10-1-2018, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ερήμην του τότε δευτέρου των καθ’ ων στην πρώτη αίτηση και αντιστοίχως, δευτέρου αιτούντος στην δεύτερη αίτηση (Α. Σ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων: I) αφ’ ενός μεν, απέρριψε τη δεύτερη αίτηση, περί αποκλεισμού των καθ’ ων εταίρων από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία, αφ’ ετέρου δε, δέχθηκε την πρώτη αίτηση, διέταξε τη λύση της ομορρύθμου εταιρίας και διόρισε αντιστοίχως εκκαθαριστή αυτής. Κατά τη συνεκδίκαση των ως άνω αιτήσεων ο εναγόμενος, Σ. στο δικόγραφο της από 15-1-2018 προσθήκης επί των προτάσεών του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στις σελίδες 17 και 18, ανέφερε και τα εξής : « … Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει αναφορά σε στοιχεία, τα οποία μόλις πρόσφατα περιήλθαν στην κατοχή μου και αυτά κατά τρόπο όχι πλήρη … . Μετά από αίτηση μου από 08.01.2018 προς την τράπεζα «ALPHA BANK» περιήλθαν στην κατοχή μου η κίνηση του λογαριασμού όψεως της εταιρίας μας « …… Ο.Ε.» στην εν λόγω τράπεζα για το χρονικό διάστημα από 03.01.2008 μέχρι 26.03.2008. Στο χρονικό διάστημα αυτό εντοπίζω 2 σφοδρά ύποπτες κινήσεις, όπου στην πρώτη περίπτωση την 05.02.2008 γίνεται κατάθεση ποσού 186.484,00 Ευρώ εις τον λογαριασμό της «…..Ο.Ε.» και αμέσως μετά γίνεται ανάληψη του ως άνω ποσού, ενώ στην δεύτερη περίπτωση στις 28.02.2008 γίνεται κατάθεση 193.250,00 Ευρώ στον λογαριασμό όψεως της εταιρίας μας «….Ο.Ε.» και αμέσως μετά γίνεται ανάληψη του ίδιου ποσού!!! Μετά από έρευνα στα παραστατικά της εταιρίας βρήκα, ότι η κατάθεση υπέρ της «….Ο.Ε.» αφορούσε και στις 2 περιπτώσεις μεταφορά χρημάτων από τον λογαριασμό της «ΑΦΟΙ …..Ο.Ε.», με έδρα την… Θεσσαλονίκης προς μείωσιν του ανωτέρω μνημονευθέντος χρεωστικού υπολοίπου αυτής, που εκινείτο στο 1.000.000 Ευρώ, με κατάπληξη, όμως διεπίστωσα ότι και οι αναλήψεις-χρεώσεις του λογαριασμού όψεως της εταιρίας μας «….Ο.Ε.» αφορούσαν και στις 2 περιπτώσεις σχεδόν ταυτόχρονη μεταφορά του ισόποσου προς λογαριασμό της «ΑΦΟΙ …..Ο.Ε.», με έδρα την Σίνδο Θεσσαλονίκης, οι οποίες με καμία λογική δεν δικαιολογούνται, αφού η «….Ο.Ε.» δεν αγόραζε τίποτε από την «ΑΦΟΙ …..Ο.Ε.»!!! Από την μελέτη των παραστατικών μπορώ με βεβαιότητα να πω, ότι αυτά δεν φέρουν την δική μου υπογραφή και είμαι σίγουρος ότι ποτέ δεν ενημερώθηκα για τις κινήσεις αυτές και αναμένω, να λάβω από τις τράπεζες πλήρη ενημέρωση για το πρόσωπο, που υπέγραψε τα εν λόγω παραστατικά και οδήγησε εκτός ταμείου «….Ο.Ε.» 186.484 + 193.250 Ευρώ (πρβλ. κομιζόμενα μετ’ επικλήσεως παραστατικά και κίνηση λογαριασμού όψεως)!!! Σε κάθε περίπτωση είναι προφανές ότι με τον τρόπο αυτό, ενώ η εν λόγω εταιρία εφέρετο, να καταβάλει αυτά τα ποσά και να μειώνει το χρεωστικό της υπόλοιπο προς την «….Ο.Ε.» από την άλλη, όμως, έπαιρνε πίσω την ίδια στιγμή τα χρήματα χωρίς καμία εύλογη αιτία. …». Επί πλέον δε, ο ίδιος ως άνω Σ. Σ., (ήδη εναγόμενος), τόσο στην υπ’ αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …../28-12-2018 αγωγή του προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης του, εκ της προσβολής της προσωπικότητας του (υπ1 αριθμούς 6 και 7 σελίδες), που κατέθεσε ως ενάγων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τακτική διαδικασία) κατά του σε αυτήν εναγομένου αδελφού του, Γ. όσο και στο δικόγραφο των από 8-4-2019 προτάσεων του επί της ως άνω αγωγής του (σελίδες 6 και 7), ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «… Στο πλαίσιο αυτής της δίκης και ανατρέχοντας στο λογιστήριο της εταιρίας, για να βρω τα στοιχεία, να αντικρούσω τις ανυπόστατες αιτιάσεις των εκεί αντιδίκων ανεκάλυψα και την αιτία, που οι ανωτέρω δεν επεδίωκαν ποτέ, να αναμιχθούν στην διαχείριση της εταιρίας υπό τρόπο φανερό και σε συνεργασία με εμένα, ενώ κατά τα λοιπά ο Β. ήταν κάθε Σάββατο στην έδρα της εταιρίας και είχε τακτική ενημέρωση από την λογίστρια της και ήλεγχε τα βιβλία της εταιρίας, αλλά και τους χώρους παραγωγής και η αιτία αυτή ήσαν κινήσεις από τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας, οι οποίες έγιναν χωρίς την δική μου γνώση και την δική μου συναίνεση και μάλιστα η μεταφορά των 44.000 Ευρώ στις 11.04.2016, αλλά και αδικαιολόγητες μεταφορές ποσών από το ταμείο της εταιρίας «….Ο.Ε.» 186.486 και 193.250 και 275.000 Ευρώ στις 05.02.2008, 28.02.2008 και 11.05.2011 αντίστοιχα, τις οποίες ποτέ δεν υπέγραψα εγώ και ποτέ δεν έλαβα γνώση ούτε της διενέργειας, αλλά ούτε και της σκοπιμότητας αυτών και οι οποίες προδήλως έγιναν από τον Β. με γνώση και συναίνεση του εναγομένου, αφού όπως διεπίστωσα αυτές όλες αφορούσαν συναλλαγές με την εταιρία «Αφοί ……. Ο.Ε.» συμφερόντων του εναγομένου και του Β. . Στο πλαίσιο αυτό έγραψα στην από 15.01.2018 προσθήκη μου προς το Δικαστήριο, της οποίας γνώση έσχεν αμέσως ο εναγόμενος (αφού εξεπροσωπήθη από τον ίδιο δικηγόρο με τον Β. και …)…». Εν συνεχεία ο Α. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, την υπ’ αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……/18-10-2018 αγωγή περί λογοδοσίας, κατά των τότε εναγομένων εταίρων και αδελφών του Σ. και Β., με την ιδιότητά τους του διαχειριστή και αναπληρωτή διαχειριστή, αντίστοιχα, της παραπάνω εταιρίας. Ο Γ. άσκησε την υπ’ αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …../2018 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του δευτέρου εναγομένου και κατά των λοιπών διαδίκων.
Το παραπάνω δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής), με την υπ’ αριθμόν 62/2019 οριστική απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως προς τον τότε δεύτερο εναγόμενο (Β. Σ.), δέχθηκε αφ’ ενός μεν, την πρόσθετη παρέμβαση, αφ’ ετέρου δε, την αγωγή ως προς τον τότε πρώτο εναγόμενο (Σ. εναγόμενο), υποχρέωσε αυτόν σε λογοδοσία για την διαχείριση της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας και όρισε σ’ αυτόν προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής στον τελευταίο να καταθέσει στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου συντασσομένης περί αυτού σχετικής εκθέσεως αντίστοιχο λογαριασμό περιέχοντα πλήρη αντιπαράθεση των εσόδων, των εξόδων και του τυχόν καταλοίπου εκ της διαχειρίσεως και να επισυνάψει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής και προς αντίκρουση αυτής, -ο τότε εναγόμενος, Σ. Σ., επί του δικογράφου των από 25-1-2019 προτάσεων του (σελίδες 9 και 10), ανέφερε-μεταξύ άλλων και τα όσα είχε αναγράψει στο δικόγραφο της από 15-1-2018 προσθήκης του, που προπαρατίθενται. Περαιτέρω, από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνεται η υπ’ αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως …/31-12-2020 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και οι παραπάνω αναφερόμενες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, που προσκομίζουν οι διάδικοι, προκύπτει ότι επί των τραπεζικών παραστατικών, δια των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές, για τις οποίες κάνει αναφορά ο Σ., στα παραπάνω αποσπάσματα των δικογράφων του, έχει ο ίδιος και η θυγατέρα του Ε. ) θέσει την υπογραφή του, και όχι ο εναγών, Β. , στον οποίο αποδίδει τη μομφή αυτή. Συγκεκριμένα, επί : 1) του υπ’ αριθμόν …../5-2-2008 εντάλματος πληρωμής της Εμπορικής Τραπέζης, ποσού 186.486 €, με επωνυμία πελάτη «….Ο.Ε. ΑΦΟΙ …..», την υπογραφή έθεσε η θυγατέρα του εναγομένου, 2) του υπ’ αριθμόν ……/5-2-2008 γραμματίου εισπράξεως της Εμπορικής Τραπέζης, ποσού 186.484 €, με την επωνυμία πελάτη «….Ο.Ε. ΑΦΟΙ …..», την υπογραφή έθεσε η θυγατέρα του, 3) του υπ’ αριθμόν ……/28-2-2008 εντάλματος πληρωμής της Εμπορικής Τραπέζης, ποσού 193.250 €, με την επωνυμία πελάτη «….Ο.Ε. ΑΦΟΙ …..» και αιτιολογία «Χορήγηση δανείου με βάση την υπ’ αριθμόν ……/1ης Ιανουαρίου 2001 σύμβαση δανείου, την υπογραφή έθεσε ο εναγόμενος, 4) του υπ’ αριθμόν …../28-2-2008 γραμματίου εισπράξεως της Εμπορικής Τραπέζης, ποσού 193.250 €, με την επωνυμία πελάτη «….Ο.Ε. ΑΦΟΙ …..», την υπογραφή έθεσε ο εναγόμενος και 5) του υπ’ αριθμόν ……/30-6-2011 εντάλματος πληρωμής της Εμπορικής Τραπέζης, ποσού 275.000, με την επωνυμία πελάτη «….Ο.Ε. ΑΦΟΙ …..» και αιτιολογία «έναντι λογαριασμού με βάση την υπ’ αριθμόν ……/21-6-1995 σύμβαση πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού, την υπογραφή έθεσε ο εναγόμενος. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η ορισθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο γραφολόγος Ν. , για την αμφισβήτηση της επιστημονικής αρτιότητας της έκθεσής της οποίας, δεν υπάρχει κανένας βάσιμος Λόγος. Τα όσα δε ο εκκαλών προβάλει και δη ότι, στο κείμενο της έκθεσής της υπάρχει, προφανώς εκ παραδρομής, χωρίο προερχόμενο από έτερη έκθεση που διενήργησε, δεν επιδρούν στην ορθότητα του πορίσματος της και δεν θέτουν εν αμφιβόλω την επιμέλεια με την οποία εργάσθηκε. Η παραπάνω γραφολόγος επισημαίνει στην έκθεσή της ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές εξετάσθηκαν σε φωτοτυπημένα αντίγραφα καθώς οι διάδικοι δε διέθεταν τα πρωτότυπα. Τα αντίγραφα δε της τράπεζας αποτελούν προϊόν διπλοτυπίας και όχι πρωτότυπο έγγραφο. Παρ’ όλα αυτά, η εξέταση των υπογραφών έγινε με καλής ποιότητας φωτοτυπημένα αντίγραφα με έντονη αντίθεση, ώστε να είναι εμφανής ο σχεδιασμός των υπογραφών. Την ορθότητα του ανωτέρω πορίσματος, της διορισθείσας από το δικαστήριο, αμερόληπτης πραγματογνώμονος, δε δύναται να θέσει εν αμφιβόλω, ούτε η προσκομισθείσα από τον εναγόμενο ιδιωτική γνωμοδότηση του γραφολόγου ….., με την οποία υποστηρίζεται ότι, η παραπάνω γραφολόγος δεν ακολούθησε τις ορθές επιστημονικές μεθόδους για τη σύνταξη του πορίσματος της, αφού η έκθεσή της είναι πλήρης και επιστημονικά τεκμηριωμένη. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι, τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος στα πιο πάνω αποσπάσματα των δικογράφων του, δια των οποίων μέμφεται τον ενάγοντα για παράνομη συμπεριφορά, που συνίσταται στην, χωρίς δικαίωμα, ανάληψη των προαναφερθέντων μεγάλων χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς της εταιρίας, «….Ο.Ε. ΑΦΟΙ …..», είναι ψευδή, αφού οι τεθείσες υπογραφές είναι του ιδίου και της θυγατέρας του. Πέραν αυτού όμως ο εναγόμενος ως διαχειριστής της ….ΟΕ, δε θα μπορούσε να μην έχει παρατηρήσει ότι έχουν μεταφερθεί και λείπουν από το ενεργητικό της εταιρίας τα παραπάνω μεγάλα χρηματικά ποσά (186.486 €,193.250 €,275.000€) και να αντιλήφθηκε το έλλειμμα αυτό, όπως ισχυρίζεται, τυχαίως, δέκα χρόνια μετά. Ούτε άλλωστε η ένορκη βεβαίωση του Γ. Π., λογιστού φοροτεχνικού, που ελήφθη στο πλαίσιο άλλης δίκης, άγει το Δικαστήριο σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, πρωτίστως διότι ο παραπάνω καταθέτει τα όσα ο εναγόμενος τον πληροφόρησε και δε δύναται να γνωρίζει προσωπικώς τις ακριβείς διαχειριστικές πράξεις που έγιναν το έτος 2008, αφού τότε δεν είχε ασχοληθεί με τα λογιστικά της εταιρίας των διαδίκων. Επομένως τα όσα παραπάνω αναφέρονται ήταν εν γνώσει του εναγομένου ψευδή. Τα παραπάνω ψευδή γεγονότα ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντας, αφού τον παρουσίαζαν ως άτομο, που διέπραξε ποινικά αδικήματα και δη απάτη και πλαστογραφία κατ’εξακολούθηση. Επίσης, με την εν γνώσει του ψεύδους των παραπάνω ισχυρισμών, ο εναγόμενος παραβίασε το καθήκον τη ρήσεως της αλήθειας (άρθρα 116 και 205 αρ. 2ΚΠολΔ), που βαρύνει έκαστον διάδικο επί αστικής δίκης. Εξάλλου τα παραπάνω ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή του ενάγοντας περιστατικά, περιήλθαν σε γνώση τρίτων (ιδίως δε, των Δικαστών, των δικαστικών υπαλλήλων και των λοιπών διαδίκων στις ως άνω δίκες). Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι πίστευε ότι τα παραπάνω αναφερόμενα ήταν αληθή και δεν είχε σκοπό να κατηγορήσει αδίκως τον ενάγοντα, ούτε να του προκαλέσει βλάβη, τυγχάνουν, επομένως, αβάσιμοι κατ’ουσίαν. Η συμπεριφορά του εναγόμενου προκάλεσε την προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντας, με αμφισβήτηση της ηθικής και της κοινωνικής αξίας του προσώπου του και με ονειδισμό αυτού, όχι απλώς διά της διαπράξεως των ποινικών (και αστικών) αδικημάτων της απλής δυσφημήσεως ή και της εξυβρίσεως (άρθρα 361 και 362ΠΚ), αλλά διά της συκοφαντικής δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) αυτού (του ενάγοντος) και αποδεχόταν το αποτέλεσμα τούτο της πράξεως του (άμεσος δόλος πρώτου (α’) βαθμού (άρθρα 26§1 εδ. α’, 27§§ 1, 2 εδ. α’ ΠΚ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που όμοια έκρινε ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτέοι δε τυγχάνουν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη η συμπεριφορά του εναγομένου, η οποία έχει, όπως προελέχθη, τον χαρακτήρα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, δε δύναται να χάσει τον άδικο χαρακτήρα της, κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 ΑΚ. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που όμοια έκρινε και απέρριψε την προβληθείσα ένσταση του εναγομένου, κατά παραδοχή της στηριζόμενης στην παρ. 2° του άρθρου 367 ΠΚ αντενστάσεως του ενάγοντος, δεν έσφαλε και απορριπτέος, ως αβάσιμος, κρίνεται ο σχετικός λόγος της έφεσης. Εξάλλου ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος είναι καταχρηστική καθότι, λόγω προηγούμενης ανάμειξης του ενάγοντος σε πράξεις διαχείρισης και μεταφοράς χρηματικού ποσού 44.000 ευρώ σε εταιρία συμφερόντων του, είχε την δικαιολογημένη πρόθεση να ερευνηθούν και οι αναφερόμενες τραπεζικές μεταφορές χωρίς σκοπό ενοχοποίησης ή συκοφάντησης του ενάγοντος, και αληθής υποτιθέμενος δεν μπορεί να αποτελέσει τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη συμπροσβαλομένη με την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 3025/2020 απόφασή του, απορριπτέος δε ως αβάσιμος κρίνεται ο σχετικός λόγος της έφεσης. Περαιτέρω, το αίτημα του εκκαλούντος για αναβολή εκδόσεως οριστικής απόφασης, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της με αριθ. καταθέσεως ΓΑΚ …./2020 αιτήσεως του (περί επίδειξης εγγράφων), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε υποβάλει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά δεν έγινε δεκτό, τυγχάνει άνευ αντικειμένου, καθότι έχει ήδη εκδοθεί η υπ’αριθ. 12956/2021 απόφαση επί της αιτήσεως αυτής, η οποία απέρριψε την αίτηση του εναγομένου. Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας του, καθ’ όσον, τα ανωτέρω συκοφαντικώς δυσφημιστικά εκτιθέμενα υπό του εναγομένου, γεγονότα, προσέβαλαν παράνομα και αιτιωδώς (κατά πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο) την προσωπικότητα, την τιμή και την υπόληψη του καθώς, με την κατάθεση των προεκτιθεμένων δικογράφων ενώπιον των προαναφερομένων έλαβαν γνώση των επ’ αυτού αναφερομένων ισχυρισμών του εναγομένου σημαντικός αριθμός ατόμων-ιδίως δε, Δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων και των λοιπών διαδίκων στις ως άνω δίκες. Ειδικότερα ο ενάγων λόγω της ηθικής βλάβης του, εκ της προσβολής της προσωπικότητας του, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, την οποία το Δικαστήριο χωρίς να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως του εναγόμενου, ούτε όμως να καταλήγει σε εξουθένωση του τελευταίο και σε αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του ενάγοντας, με βάση και την αρχή της αναλογικότητος (άρθρο 25§1 του Συντάγματος)λαμβάνοντας υπ’ όψιν το είδος και την βαρύτητα της προσβολής, την έκταση της εξ αυτής βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του εναγομένου, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση και τις λοιπές προσωπικές σχέσεις των διαδίκων μερών, αλλά και την συμπεριφορά του εναγομένου μετά την τέλεση της αδικοπραξίας, καθορίζει, για τον ενάγοντα, στο εύλογο κατά την κρίση του συνολικό χρηματικό ποσόν των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000€). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, σε ποσό μεγαλύτερο από το παραπάνω, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα προβάλλει ο εκκαλών με τον σχετικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Σημειώνεται ότι η διατύπωση του λόγου αυτού δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται περισσότερο, αρκεί να ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό εξαιτίας του σφάλματος αυτού, αφού το Εφετείο λόγω του, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδόμενων ειδικότερων σφαλμάτων εκτιμήσεως (ΑΠ 1072/2021 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του εναγομένου, ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, και η εκκαλούμενη απόφαση να εξαφανιστεί, ως προς το παραπάνω κεφάλαιό της, και σε σχέση με την διάταξη των δικαστικών εξόδων. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί και να εξεταστεί η, από 31-5-2019 και με αριθ. κατ. ΓΑΚ …ΕΑΚ …/31-5-2019, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκηθείσα, αγωγή και να γίνει αυτή δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ο εναγόμενος πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, ανάλογα με την έκταση ήττας του, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως ορίζεται στο διατακτικό (αρθρ. 176, 183, 184 και 191 παρ 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου θα πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου της έφεσης στον εκκαλούντα (βλ……./2021 e – παράβολο, ποσού 1 00 ευρώ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 4-6-2021 έφεση (αριθμ. εκθ. καταθ. ΓΑΚ ……ΕΑΚ ……/4-6-2021), κατά της 2626/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλομένης αυτής 3025/2020 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο αυτής, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 31-5-2019 και με αριθ. κατ. ΓΑΚ …ΕΑΚ …/31-5-2019, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκηθείσα, αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντας, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων καθορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον εκκαλούντα του παράβολου της έφεσης (βλ. ……/2021 e-παράβολο, ποσού 100 ευρώ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 27 Οκτωβρίου 2023, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]