Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αρίστη-Ελένη Χαμπεροπούλου , Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα Χριστίνα Παραστατίδου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη στις 2 Δεκεμβρίου 2022 για να δικάσει την έφεση κατά της με αριθμό 263/ΤΜ/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας μεταξύ των :
Εκκαλούντος: Β. Μ. του Φ., κατοίκου Βέροιας επί της οδού ….., με ΑΦΜ …., που παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα (AM ΔΣΘ …) που κατέθεσε προτάσεις.
Εφεσίβλητης : Σ. Ε. του Π., κατοίκου Βέροιας, επί της οδού ….., με ΑΦΜ …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Στεργίου Λιάπη (AM ΔΣΒ …) που κατέθεσε προτάσεις.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας την από 4-7-2018 και με αριθμό κατάθεσης ενώπιον της γραμματείας του αντίστοιχου Πρωτοδικείου …./ΤΜ/2018 αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος. Επ’ αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία η με αριθμό 263/ΤΜ/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας που την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών άσκησε την από 15-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Βέροιας …/ΕΦ/2021 έφεσή του , δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 21-1-2022 και μετά από αναβολή η ανωτέρω αναφερόμενη.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ασκηθείσα, από τον ηττηθέντα διάδικο, υπό κρίση έφεση κατά της υπ’αριθμ. 263/ΤΜ/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 4-7-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Βέροιας …/ΤΜ/2018 αγωγής που άσκησε η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη κατά του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος ασκήθηκε νομότυπα (άρθρο 495 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δοθέντος ότι εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, αλλά ούτε από τα έγγραφα προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ (η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 23-12-2020 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 23-4-2021). Επομένως, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης αυτής έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Με την ανωτέρω αγωγή η ενάγουσα εξέθετε ότι ο εναγόμενος επέδειξε εις βάρος της την αναλυτικώς περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, που συνίσταται στη διάδοση ενώπιον τρίτων εν γνώσει της αναλήθειας τους, πραγματικών γεγονότων ικανών να προσβάλλουν την προσωπικότητά της , όπως και την προσέβαλαν. Ειδικότερα ότι ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ότι η ίδια υφαίρεσε από τη θυρίδα θησαυροφυλακίου του το ποσό των 200.000 ευρώ, εκ του οποίου 100.000 ευρώ του ανήκαν, και από τον κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των 12.000 ευρώ, περιστατικά που συμπεριέλαβε και στην εις βάρος της κατατεθείσα μήνυση, το περιεχόμενο της οποίας και βεβαίωσε, εν γνώσει της αναλήθειας του, ως αληθινό. Ότι στα πλαίσια της ανοιγείσας εις βάρος της ποινικής διαδικασίας κατόπιν της υποβολής της ως άνω μήνυσης, ο εναγόμενος επανέλαβε τους ανωτέρω, εν γνώσει του, ψευδούς ισχυρισμούς τόσο κατά την προανακριτική του κατάθεση όσο και κατά την εξέτασή του ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου. Ότι η ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου, που συνιστά και ποινικά αδικήματα, προσέβαλε την τιμή της ως ενέχουσα σαφή αμφισβήτηση της τιμιότητας, της ηθικής και της κοινωνικής της αξίας, κι ως εκ τούτου δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη . Με βάση αυτά αιτήθηκε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, να της καταβάλλει το ποσό των 40.000€ ως χρηματική ικανοποίηση με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, να απαγγελθεί εις βάρος του προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης και να καταδικαστεί στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 263/ΤΜ/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας , δυνάμει της οποίας η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικώς βάσιμη, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτής με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την οριστική εξόφληση, καταδικάστηκε δε ο τελευταίος στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας ύψους 400 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων αιτούμενος την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη της εφεσίβλητης στα δικαστικά του έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. “όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”, κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα “Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του…”. Προϋποθέσεις για την κατ’ άρθρο 914 ΑΚ δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, είναι α) η παράνομη συμπεριφορά, β) η υπαιτιότητα, γ) η επέλευση της ζημίας και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης συμπεριφοράς και ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Έτσι, αδικοπραξία κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως συνιστά και ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως η εξύβριση και η απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361,362 και 363 του Π.Κ. καθώς και η ψευδορκία που προβλέπεται και τιμωρείται στο άρθρο 224 ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 361, 362 και 363 ΠΚ, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Περαιτέρω, στην έννοια του τρίτου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε (πλην του δράστη και του παθόντος) φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κλπ, που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διαδόσεως (ΠΟΙΝ ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 611/2015). Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου ενώπιον του δικαστή και του γραμματέα του δικαστηρίου και γενικά ενώπιον προσώπων, τα οποία είναι θεσμικά αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμησης, καθόσον τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του τρίτου, δεν δικαιολογείται ούτε από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362-362 ΠΚ, αφού, κατά το νόημα της λέξεως, “τρίτος” είναι οποιοσδήποτε που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων και, συνεπώς, αυτή καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του έννομου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης του ανωτέρω έννομου αγαθού που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός. Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της εννόμου σχέσεως που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου “τρίτος”, αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παραστάσεως για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών είτε για λόγους τυπικούς (όπως π.χ. σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου έννομου αγαθού. Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη (ΑΠ 789/2019, (ποιν) ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 611/2015 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου εκθέτοντας ότι τα δικαστικά πρόσωπα (δικαστές, εισαγγελείς κλπ) δεν δύναται να ενταχθούν στην έννοια του τρίτου κι επομένως η δια της υποβολής εγκλήσεως στον αρμόδιο εισαγγελέα δεν είναι δυνατή η πραγμάτωση του πραγματικού του κανόνα δικαίου περί συκοφαντικής δυσφημίσεως εφόσον δεν υφίσταται, δια των όσων διαλαμβάνονται στην έγκληση, ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότων ενώπιον τρίτου αλλά μόνο έκθεση γεγονότων θεμελιωτικών ποινικών αδικημάτων ενώπιον της αρμόδιας εισαγγελικής αρχής. Ο λόγος αυτός είναι νόμω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθόσον σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη ανωτέρω στην έννοια του τρίτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε (πλην του δράστη και του παθόντος) φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κλπ, που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διαδόσεως. Η γνώση δε του εγκαλούντος ότι τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει σε μια έγκληση είναι ψευδή, καταφάσκουν υπέρ του γεγονότος ότι στην πραγματικότητα με την υποβολή της έγκλησης αποβλέπει στο διασυρμό του συγκεκριμένου εγκαλουμένου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη.
Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις και δη την με αριθμό …./8-11-2018 ένορκη βεβαίωση των Π. Ε. και Α. – Μ. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βέροιας που λήφθηκε με πρωτοβουλία της ενάγουσας κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του εναγόμενου (βλ. την με αριθμό …./2-11-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Χ. Α.), την υπ’αριθμ…./12-11-2018 ένορκη βεβαίωση των Α. Μ. και Α. Ζ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βέροιας που λήφθηκε με πρωτοβουλία του εναγόμενου κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας (βλ. την με αριθμό …../7-11-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Α. Κ.) και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι , κάποια εκ των οποίων παραδεκτά κατ’άρθρο 529 παρ.1 εδ α’ ΚΠολΔ προσάγονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία στο σύνολό τους λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο το έτος 2000 κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο , ήδη ενήλικα τέκνα, και δη την Α. – Μ. και τη Ζ.. Η έγγαμη συμβίωση αυτών διακόπηκε το Σεπτέμβριο του 2015 , δίχως να αποδειχθεί ότι η απαγγέλουσα τη λύση του γάμου αυτών με αριθμό 28/ΓΔ.ΔΖ/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας κατέστη αμετάκλητη. Η ενάγουσα είναι ιατρός, ξεκίνησε δε την επαγγελματική της σταδιοδρομία ως ελεύθερος επαγγελματίας ανοίγοντας μικροβιολογικό εργαστήριο στη Βέροια το έτος 2005, σε μισθωμένο χώρο, ενώ ο εναγόμενος σύζυγός της απασχολείτο ως ιατρικός επισκέπτης. Το εν λόγω ιατρικό εργαστήριο λειτουργεί έκτοτε ως ατομική επιχείρηση στο όνομα της ενάγουσας, παρείχε δε μεταξύ άλλων τις υπηρεσίες του σε ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ καθώς και σε νοσηλευόμενους της ψυχιατρικής κλινικής ….. που εδρεύει στο …. Ημαθίας. Εν συνεχεία η ενάγουσα επέκτεινε τις επαγγελματικές της δραστηριότητες ανοίγοντας τρία ακόμα εργαστήρια μικροβιολογίας και δη ένα στη ….. Ημαθίας το έτος 2013, ένα στο …. Ημαθίας το έτος 2014 κι ένα στο …. το 2015, επίσης σε μισθωμένους χώρους. Τα ως άνω εργαστήρια, πλην του …., αρχικώς λειτουργούσαν ως ατομικές επιχειρήσεις εν συνεχεία όμως οι διάδικοι αποφάσισαν τη λειτουργία τους ως ομόρρυθμες εταιρίες υπό τις επωνυμίες «….. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.» και «….. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.» αντίστοιχα. Το δε εργαστήριο στο …. άνοιξε ως υποκατάστημα της πρώτης εκ των ανωτέρω εταιριών. Ο εναγόμενος είχε άμεση συμμετοχή στη λειτουργία των μικροβιολογικών εργαστηρίων στο …. και στη …. από την αρχή της λειτουργίας τους, επιτελώντας διαχειριστικά καθήκοντα που αφορούσαν τις συναλλαγές με τις δημόσιες υπηρεσίες και τη διεύρυνση του πελατολογίου, ενώ με τα ιδιωτικά συμφωνητικά σύστασης των ανωτέρω ομόρρυθμων εταιριών είχε ορισθεί ως διαχειριστής , νόμιμος εκπρόσωπος και ταμίας αυτών. Τα εισοδήματα των διαδίκων τύγχαναν αυξανόμενα, κυρίως λόγω της αύξησης των εισοδημάτων των μικροβιολογικών εργαστηρίων, τις δε αποταμιεύσεις τους οι διάδικοι της κατέθεταν στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. με αριθμό ….., ενώ την 12-11-2010 ο εναγόμενος μίσθωσε τραπεζική θυρίδα στην ίδια τράπεζα παρέχοντας αυθημερόν στην ενάγουσα την έγγραφη πληρεξουσιότητα να κάνει χρήση αυτής. Ειδικότερα στο ανωτέρω πληρεξούσιο αναφέρεται ότι «…ο πληρεξούσιός μου έχει το δικαίωμα και η τράπεζα οφείλει να του επιτρέπει χωρίς καμία απολύτως ευθύνη της, να ανοίγει και να χρησιμοποιεί αντί εμού και για λογαριασμό μου την παραπάνω θυρίδα, να τοποθετεί σ’αυτήν ή να αποσύρει απ’αυτήν κατά την κρίση οποιοδήποτε αντικείμενο ή και όλο το περιεχόμενό της …». Στη θυρίδα αυτή σταδιακά οι διάδικοι με συναπόφασή τους τοποθέτησαν μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεων τους, φοβούμενοι την τότε οικονομική και τραπεζική κρίση. Πέρα αυτών οι διάδικοι είχαν τοποθετήσει ένα χρηματοκιβώτιο στο δωμάτιο της κόρης τους Α. – Μ. καθώς κι ένα μικρότερο στην κρεβατοκάμαρά τους, στο οποίο συνήθως τοποθετούσαν τις καθημερινές εισπράξεις από τα μικροβιολογικά εργαστήρια. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 14-11-2014 και 16-2-2015, με κοινή απόφαση των διαδίκων ένεκα της κλιμακούμενης οικονομικής ύφεσης, ο εναγόμενος απέσυρε από την τραπεζική θυρίδα το σύνολο των χρημάτων που βρισκόταν εκεί, ύψους 430.000 ευρώ, τα οποία και τοποθέτησαν στο χρηματοκιβώτιο στο δωμάτιο της τότε ανήλικης θυγατέρας τους, ως με σαφήνεια καταθέτουν οι μάρτυρες της ενάγουσας Π. Ε. και Α. – Μ. Μ., η τελευταία έχουσα και ιδία γνώση, καταλείποντας εντός της θυρίδας μερικές χρυσές λίρες και κάποια κοσμήματα. Η κρίση αυτή δεν ανατρέπεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγόμενου, οι οποίες καταθέτουν όσα διηγηματικά τους έχεις αφηγηθεί ο τελευταίος αναφορικά με τα επίδικα περιστατικά δίχως οι ίδιες να έχουν ιδία γνώση για τα οικονομικά ζητήματα των διαδίκων. Το θέρος του 2015 οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν λόγω των συνεχόμενων μεταξύ αυτών διενέξεων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να ασκήσει κατά του εναγόμενου έγκληση για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής κατ’εξακολούθηση για το χρονικό διάστημα από 12-8-2015 έως 13-92015, πράξη για την οποία ο τελευταίος καταδικάστηκε τελεσιδίκως, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του κατά της πρωτόδικης απόφασης, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας σε ποινή φυλάκισης 7 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Αρχές Σεπτεμβρίου του 2015 ο εναγόμενος αφαίρεσε από το χρηματοκιβώτιο της οικίας τους τις αποταμιεύσεις των διαδίκων ύψους 430.000€, αρνούμενος να αποδώσει μέρος αυτών στην ενάγουσα, γεγονός που γνωστοποίησε η τελευταία στην αδελφή του εναγομένου αλλά και στους οικείους της μόλις υπέπεσε στην αντίληψή της. Εξαιτίας τούτου η ενάγουσα επισκέφθηκε την τράπεζα την 7-9-2014 με την ελπίδα ότι ο εναγόμενος τοποθέτησε τα χρήματα εκεί για ασφάλεια, πλην όμως στη θυρίδα υπήρχαν μόνο οι λίρες και τα κοσμήματα. Λόγω αυτών, η τελευταία άσκησε εις βάρος του την από 19-11-2015 έγκλησή της στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας, κατόπιν δε της ολοκλήρωσης της ανάκρισης εκδόθηκε το με αριθμό 116/2017 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως κατηγορούμενος για την πράξη της υφαίρεσης και της απόπειρας εκβίασης. Εκδόθηκε δε η με αριθμό 1675/2022 απόφαση αυτού δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος κρίθηκε αθώος για την πράξη της απόπειρας εκβίασης και ένοχος για την πράξη της υπεξαίρεσης (υφαίρεσης) ποσού ανωτέρω των 120.000 ευρώ, του επιβλήθηκε δε ποινή κάθειρξης 6 ετών. Επί της προαναφερθείσας απόφασης έχει ασκηθεί έφεση που εκκρεμεί. Μετά δε την καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας των δύο ως άνω ομόρρυθμων εταιριών που έλαβε χώρα την 1-10-2015, ο εναγόμενος υπέβαλε εις βάρος της ενάγουσας την από 2-10-2015 μήνυσή του στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας η οποία έλαβε Α.Β.Μ. …… Δυνάμει αυτής καταμήνυσε την ενάγουσα για το ότι α) την 7-9-2015 υπεξαίρεσε το χρηματικό ποσό ύψους 200.000 ευρώ , το οποίο φύλαγε σε θυρίδα θησαυροφυλακίου στο Κατάστημα (2242) της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ στη Βέροια, το ήμισυ του οποίου του ανήκε και β) ότι 30-9-2015 μετέφερε, από τον υπ’αριθμ. ….. κοινό λογαριασμό αποδοχών της τράπεζας Πειραιώς, παράνομα και υπαίτια στον τραπεζικό λογαριασμό του πατρός της το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ, με τη φαιδρή αιτιολογία της επιστροφής των εξόδων σπουδών της, ιδιοποιούμενη με αυτόν τον τρόπο παράνομα το ποσό που κατέβαλε ο ΕΟΠΥΥ ως πληρωμή της παροχής υπηρεσιών εκ μέρους των ομόρρυθμων εταιριών-μικροβιολογικών εργαστηρίων, στις οποίες ο ίδιος κατέχει το 50% προκαλώντας με τον τρόπο αυτό ισόποση ζημία στα οικονομικά του συμφέροντα. Κατά την υποβολή της ως άνω μηνύσεως ο εναγόμενος, εξετασθείς ενόρκως, δήλωσε, ως αυτολεξεί αναφέρεται στην από 2-10-2015 ένορκη εξέταση αυτού : «Διάβασα το περιεχόμενο της μηνύσεώς μου και βεβαιώνω ότι είναι ολόκληρο αληθινό». Επίσης στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης ο εναγόμενος, κληθείς ως μηνυτής προς εξέταση, ενώπιον της Πταισματοδίκη Βέροιας Βασιλικής Μπακρατσά-Καμπουρίδου και της γραμματέως Παναγιώτας Ανάστου την 30-10-2015 κατέθεσε ενόρκως «Αναφέρομαι στην από 2-10-2015 έγκλησή μου της οποίας το περιεχόμενο επιβεβαιώνω και σήμερα σας προσκομίζω φωτογραφία από τη θυρίδα που είχα μισθώσει ο ίδιος στην τράπεζα Πειραιώς στο υποκατάστημα …. και ήταν πληρεξούσιος η σύζυγός μου. Η φωτογραφία έχει ληφθεί στις 2-10-2015 την ημέρα που κατέθεσα την μήνυση και εκεί φαίνεται ότι η εγκαλούμενη αφήρεσε όλο το χρηματικό ποσό και έμειναν κάποια τιμαλφή ασήμαντης αξίας». Ένεκα της μηνύσεως αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος της ενάγουσας για την πράξη της υφαίρεσης (υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθηση. Ειδικότερα η ενάγουσα παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας για να δικασθεί για το ότι στη Βέροια με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα από τον εγκαλούντα Β. Μ. (εναγόμενο) που περιήλθαν στην κατοχή της με οποιοδήποτε τρόπο και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο α) στις 7-9-2015 μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς, που βρίσκεται επί της οδού …., και από την με αριθμό …. θυρίδα θησαυροφυλακίου του καταστήματος αφαίρεσε το ποσό των 200.000 ευρώ που βρίσκονταν προς φύλαξη εντός αυτής, εκ του οποίου ξένο προς αυτήν ήταν τουλάχιστον το ποσό των 100.000 ευρώ, καθώς αυτά ανήκαν στον εγκαλούντα σύζυγό της, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και β) στις 30-9-2015 μετέφερε παράνομα ποσό 12.000 ευρώ από τον υπ’αριθμ. ….. κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον εγκαλούντα σύγυζό της στην Τράπεζα Πειραιώς στον υπ’αριθμ. ….. ατομικό λογαριασμό του πατέρα της, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου ο εναγόμενος καταθέτει μεταξύ άλλων «.. .τα 12.000 ευρώ είναι ποσό , ως διαχειριστής γνώριζα τι αναμένει από τις δαπάνες του ΕΟΠΥΥ … ήταν και της ατομικής επιχείρησης, αλλά και των υποκαταστημάτων στο … …Ήταν χρήματα κοινά τα μισά ήταν δικά μου, το 50% τα 6.000 ευρώ… Το 2015 υπήρχαν 200.000 ευρώ όταν επισκέφθηκα τη θυρίδα. Τρεις μέρες μετά άνοιξε δική της θυρίδα η κατηγορουμένη….Στις 2/10 διαπίστωσα ότι δεν υπήρχαν τα χρήματα…». Τελικώς η ενάγουσα κρίθηκε αθώα των αποδιδόμενων σε αυτήν πράξεων δυνάμει της με αριθμό 352/2018 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας . Κατόπιν δε της από 20-11-2015 εγκλήσεως της ενάγουσας εις βάρος του εναγόμενου με την οποία τον καταμήνυσε για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως εις βάρος της, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης , ο τελευταίος αθωώθηκε για την δεύτερη ανωτέρω πράξη δυνάμει της με αριθμό 1114/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, και εν τέλει καταδικάστηκε τελεσιδίκως με την υπ’αριθμ. 744/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης για τις πράξεις της ψευδής καταμήνυσης και δη ότι ψευδώς εν γνώσει του καταμήνυσε την ενάγουσα με την ανωτέρω από 2-10-2015 μήνυσή του στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας η οποία έλαβε Α.Β.Μ. …. και της συκοφαντικής δυσφήμησης και δη ότι την 2-10-2015 ισχυρίσθηκε εγγράφως ενώπιον τρίτων τα, εν γνώσει του, ψευδή γεγονότα που αναφέρει στην ως άνω έγκλησή του εις βάρος της ενάγουσας τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση εκ μέρους του εναγόμενου που εκκρεμεί. Τέλος αποδείχθηκε ότι το ποσό των 13.821,39 ευρώ που κατατέθηκε από το ΕΟΠΥΥ στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων , από το οποίο ποσό 12.000 ευρώ μετέφερε η ενάγουσα την επομένη στον τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα της, αφορούσε εξόφληση του με αριθμού …/8-5-2015 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η ενάγουσα για την ατομική της επιχείρηση (μικροβιολογικό εργαστήριο στη Βέροια) κι όχι εξόφληση παροχής υπηρεσιών των ομόρρυθμων εταιριών, γεγονός το οποίο ο εναγόμενος ως διαχειριστής και ταμίας αυτών σαφώς και γνώριζε. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος όταν κατέθετε την από 2-10-2015 μήνυση εις βάρος της ενάγουσας γνώριζε ότι η τελευταία ουδέποτε αφαίρεσε από την τραπεζική τους θυρίδα το ποσό των 200.000 ευρώ, που αποτελούσαν κοινές τους αποταμιεύσεις, αφού ο ίδιος είχε επιμεληθεί τη μεταφορά όλων των χρημάτων από την τραπεζική θυρίδα στο χρηματοκιβώτιο της οικίας των διαδίκων την 14-11-2014 και 16-2-2015 καταλείποντας εντός αυτής μόνο κάποιες λίρες και κοσμήματα, καθώς και ότι το ποσό των 13.821,39 ευρώ που κατατέθηκε από το ΕΟΠΥΥ στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων αφορούσε εξόφληση του με αριθμού …/8-5-2015 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η ενάγουσα για την ατομική της επιχείρηση (μικροβιολογικό εργαστήριο στη Βέροια) κι όχι εξόφληση παροχής υπηρεσιών των ομόρρυθμων εταιριών ως ψευδώς αναφέρει στην μήνυσή του. Παρόλα αυτά όμως περιέλαβε τα ανωτέρω εν γνώσει του ψευδή γεγονότα στην επίδικη μήνυση εις βάρος της ενάγουσας, παρόλο που γνώριζε ότι ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της τελευταίας, όπως και την έβλαψαν, τα οποία ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων και δη όχι μόνο ενώπιον των δικαστικών αρχών που επιμελήθηκαν της μηνύσεως και της ποινικής διαδικασίας που ακολούθησε, αλλά και ενώπιον φίλων και γνωστών στη Βέροια, (βλ. κατάθεση Π. Ε.) με σαφή πρόθεση αυτού να συκοφαντήσει την ενάγουσα, καθόσον την παρουσίαζε ως άτομο στερούμενο ηθικών αρχών και αναστολών ικανό να διαπράξει ποινικό αδίκημα εις βάρος του εν διαστάσει συζύγου της (υφαίρεση ποσού 100.000 ευρώ που του ανήκε) και να μετέλθει μεθόδων ικανών να βλάψουν οικονομικά τον ίδιο και ως συνέταιρό της αφαιρώντας από τον τραπεζικό κοινό λογαριασμό τους το ποσό των 12.000 ευρώ που αποτελούσε εξόφληση , κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, υπηρεσιών των ομόρρυθμων εταιριών, το ήμισυ του οποίου του ανήκε ως συνεταίρου. Η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της ενάγουσας και της προκάλεσε ηθική βλάβη, συνδεόμενη αιτιωδώς με αυτήν, καθώς η τελευταία βίωσε ιδιαίτερη θλίψη, στεναχώρια και ταλαιπωρία και συνεπώς δικαιούται χρηματική ικανοποίηση προς ηθική παρηγορία και ψυχική ανακούφιση με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Το ύψος της χρηματικής αυτής ικανοποίησης μετά τη στάθμιση του μεγέθους, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος εναγόμενου (δόλος), αλλά και της κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και των εν γένει συνθηκών της ένδικης περίπτωσης (η ενάγουσα είναι ιατρός, ελεύθερη επαγγελματίας με εισοδήματα περί των 5.000 ευρώ μηνιαίως, μετά τη λύση των ομόρρυθμων εταιριών, συγκύρια ενός διαμερίσματος στη Βέροια, μιας εξοχικής κατοικίας, ενός αγροτεμαχίου στη Χαλκιδική κι ενός φουσκωτού σκάφους μήκος 6,30 μέτρων, ο εναγόμενος είναι ελεύθερος επαγγελματίας έχοντας επιχείρηση εμπορίας ιατρικών και παραϊατρικών ειδών στη Βέροια, και ναι μεν δηλώνει εισοδήματα πολύ χαμηλά πλην όμως διαβιεί άνετη ζωή, είναι συγκύριος μιας κατοικίας στη Βέροια , μιας εξοχικής κατοικίας, ενός αγροτεμαχίου στη Χαλκιδική κι του ως άνω σκάφους, ενώ έχει στην κατοχή του και το υπεξαιρεθέν από αυτόν ποσό των 430.000€ ), πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 10.000,00 ευρώ, το οποίο κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ως δίκαιο και εύλογο, καθώς και ανταποκρινόμενο στην ένταση και την απαξία της προσβολής. Επομένως εφόσον ομοίως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έστω και με εν μέρει διαφορετική και συντομότερη αιτιολογία που παραδεκτώς αντικαθίσταται και συμπληρώνεται από την ανωτέρω και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν έσφαλλε και οι λοιποί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Κατ’ακολουθία όλων των ανωτέρω η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της , να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου αυτής στο Δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο εκκαλών λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατόπιν νομίμου αιτήματος αυτής , κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ουσία την έφεση κατά της με αριθμό 263/ΤΜ/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού στη Θεσσαλονίκη την 21η Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]