ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 14° ΕΝΟΧΙΚΟ
ΑΡΙΘΜΟΣ 99/2025
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελευθερία Κώνστα, Εφέτη, που όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από την Γραμματέα Ερασμία Κανατά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 23 Μαΐου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος - ασκούντος τους προσθέτους λόγους-εναγόμενου: του …, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Μαρία Μυρσίνη Μίχα (…..), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του εφεσίβλητου - οι πρόσθετοι λόγοι-ενάγοντος: …., κατά την εκφώνηση του ονόματος του οποίου, εμφανίστηκε η πληρεξούσια δικηγόρος, Ζηνοβία Γκάτση (AM …..), που δήλωσε ότι ο ανωτέρω απεβίωσε και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, 1) …. και 2) …., ως εκκαλούντες και οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο διά της ανωτέρω πληρεξούσιας δικηγόρου τους και κατέθεσαν προτάσεις.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 23.9.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../2014 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Το παραπάνω Δικαστήριο, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 4807/2020 οριστική απόφασή του, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Ο εκκαλών - εναγόμενος προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 4-9-2020 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με Γ.Α.Κ./.../Ε.Α.Κ..../9-9-2020, προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για τη δικάσιμο της 17- 11-2022 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. Περαιτέρω, ο εκκαλών με τους από 19-4-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../19-4-2024 ενώπιον της Γραμματείας του Εφετείου Αθηνών πρόσθετους λόγους έφεσης, που γράφτηκαν στο πινάκιο, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά τα άρθρα 286, 287 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατ’ άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι η εκκρεμής δίκη διακόπτεται και όταν αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του αποβιώσαντος του λόγου της διακοπής (θανάτου) από τους κληρονόμους του, που έχουν δικαίωμα να επαναλάβουν τη δίκη (άρθρο 287 ΚΠολΔ, ΑΠ118/2022, ΑΠ1283/2022, ΑΠ 265 / 2022). Εξάλλου, η γνωστοποίηση του λόγου διακοπής γίνεται με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος και έχει ως συνέπεια ότι είναι άκυρη κάθε διαδικαστική πράξη, εκτός από την έκδοση της απόφασης, αν γίνει μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ12/2023, ΑΠ 266/2021 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, τον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 1187/2012, ΑΠ 992/2012, ΑΠ 27/2011, ΑΠ 1137/2011 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου), ενώ εάν, αντιθέτως, ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως και κατ' ελεύθερη εκτίμηση του υφισταμένου αποδεικτικού υλικού (АП 187/2018, ΑΠ 234/2018, ΑΠ 548/2012 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου και ΕφΠειρ 845/2014 ΝΟΜΟΣ). Η απεύθυνση, τέλος, κλήσης για συζήτηση ή των προτάσεων αλλά και των προσθέτων λόγων του αντιδίκου κατά του συνεχίζοντας τη δίκη, κληρονόμου του αρχικού διαδίκου, ενέχει ομολογία της διαδοχής αυτής ( ΟλΑΠ 17/1989 ΕλλΔνη 1990, 1232, ΕφΠατρών 151/2019 ΝΟΜΟΣ), ο δε κληρονόμος του αποβιώσαντος απλώς συνεχίζει τη δίκη για το ίδιο αντικείμενο, υπεισερχόμενος στα δικαιώματα του τελευταίου. Για τη συνέχιση της δίκης με δήλωση του κληρονόμου δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη υποβολή δηλώσεως φόρου κληρονομιάς, ή η παρέλευση της προθεσμίας για αποποίηση της κληρονομιάς, αφού η δήλωση επανάληψης της δίκης ενέχει σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς του θανόντος διαδίκου (ΑΠ 12/1996, ΕλλΔνη 1996.1321). Η εκούσια επανάληψη της δίκης που έχει βιαίως διακοπεί λόγω θανάτου ενός διαδίκου αυτής, γίνεται από τους κληρονόμους του τελευταίου, ανεξαρτήτως αν αυτοί καλούνται στην κληρονομιά εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, σε περίπτωση δε που ο αποβιώσας κληρονομήθηκε από περισσοτέρους, οι οποίοι και συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας, καθένας από αυτούς μπορεί να επαναλάβει τη δίκη σε σχέση με το μερίδιό του, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξη όλων των κληρονόμων για την επανάληψη της δίκης, η δε δήλωση του ενός δεν ενεργεί έναντι των υπολοίπων, αλλά η δίκη συνεχίζεται ως προς τη μερίδα του κληρονόμου που προέβη στη δήλωση επανάληψης, χωρίς από αυτό να δημιουργείται απαράδεκτο της επανάληψης από τη μη σύμπραξη όλων των ομοδίκων (ΕφΠατρ 331/2017 ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλη, «ΕρμΚΠολΔ», υπό ερμηνεία άρθρου 290 παρ. 5, σελ. 302 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσιβλήτων Ζηνοβία Γκάτση κατά την παρούσα δικάσιμο, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, δήλωσε ότι λόγω θανάτου του αρχικού διαδίκου, ... ... του ..., την δίκη συνεχίζουν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι κόρες του ... ... του ... και της …. και … ... του ... και της …. Ο θάνατος του αρχικού διαδίκου στις 29-8-2021 (μετά την άσκηση της έφεσης) και η συγγενική σχέση προκύπτει από την με ημερομηνία 16-11-2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Αθηνών, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι η κληρονομική διαδοχή δεν αμφισβητείται από τον εκκαλούντα, ο οποίος άσκησε τους προσθέτους λόγους στρεφόμενος κατά των ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμων σε ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου έκαστη εξ αυτών, η δε συζήτηση της έφεσης χωρεί νόμιμα με τις ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εφεσίβλητου, οι οποίες συνεχίζουν την δίκη αντ' αυτού, υπεισερχόμενες στην θέση του, ως καθολικές του διάδοχοι κατά την κληρονομική τους μερίδα.
2.Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση α) η από 4-9-2020 (Г.А.К./ Е.А.К..../ .../9-9-2020) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 17ης. 11.2022, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και β) οι από 6.02.2023 (αρ.εκθ.καταθ. ….-2023) πρόσθετοι λόγοι έφεσης, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, ενόψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι, παρά την αυτοτέλειά τους, τελούν σε εξάρτηση από την έφεση και φέρουν σε σχέση με αυτήν παρακολουθηματικό χαρακτήρα, δικάζονται υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (βλ. Μαργαρίτη, σε Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα, ΚΠολΔ I υπό άρθρο 520 αρ. 36 σελ. 930), η ανωτέρω έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 παρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ).Με την από 4-9-2020 (Г.А.К./ Е.А.К..../ .../9-9-2020) έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά του ενάγοντος ήδη αποβιώσαντος κατά της υπ'αρ.4807/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης καθώς ουδείς επικαλείται, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι αυτή έχει επιδοθεί, ενώ το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 9-9-2020 (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε την 1-4-2020, δηλαδή εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 518 § 2 του ΚΠολΔ, για την άσκηση της έφεσης προθεσμίας των δύο (2) ετών. Επομένως αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 498 και 19 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι για το παραδεκτό αυτής (εφέσεως) έχει κατατεθεί α) από τον εκκαλούντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 του ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατό (100) ευρώ, που ρητά μνημονεύεται στη συνταχθείσα από τη Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό Г.А.К./ Е.А.К..../ .../9-9- 2020 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου και β) προσκομίζονται τα κατ’ άρθρ. 61 ν. 4194/2013 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων). Αφού, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή (άρθρο 532 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από το Δικαστήριο αυτό, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522,524 και 533 § 1 του ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, επίσης, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης, που άσκησε ο εκκαλών-εναγόμενος, με το από 19-4-2024 (Γ.Α.Κ..../Ε.Α.Κ…..2024) ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 19-4-2024 και επιδόθηκε στους καθών - εφεσίβλητους, στις 19-4- 2024 (βλ. τις με αριθμούς .... και ….-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά ….), οι οποίοι αφορούν κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση του άνω εκκαλούντος ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά (άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως και οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσία, κατά την ίδια πιο πάνω τακτική διαδικασία (άρθρα 520 παρ. 2, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
3α.Ο Κανονισμός της ЕЕ 44/2001 του Συμβουλίου «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», ευρέως γνωστός ως Βρυξέλλες I, που αντικατέστησε την Σύμβαση των Βρυξελλών του 1968, καθορίζει τους κανόνες που διέπουν τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όταν εμπλέκονται περισσότερα του ενός κράτη- μέλη και εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του (άρθρ. 66 παρ. 1). Επομένως, επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων που εμφανίζουν στοιχείο αλλοδαπότητας, ήτοι συνδέονται και με άλλες έννομες τάξεις πέραν αυτής του δικάζοντος δικαστηρίου, καλείται, καταρχήν, σε εφαρμογή ο εκτοπίζων τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας εθνικές δικονομικές ρυθμίσεις Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001, ενώ σε σχέση με τις ασκούμενες από τις 10.1.2015 αγωγές, εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ЕЕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 (Κανονισμός «Βρυξέλλες Ια, Αναδιατύπωση»), Πρωταρχικός στόχος του ΚανΒρΙ, όπως πανηγυρικά διακηρύσσεται στις με αριθμούς 2 και 6 αιτιολογικές του σκέψεις, είναι η επίτευξη της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, μελών της τότε Κοινότητας και ήδη Ένωσης, ως τμήμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των αγαθών, δια της απλουστεύσεως των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση τους στο έδαφος άλλου κράτους από εκείνο τα Δικαστήρια του οποίου τις εξέδωσαν (ΑΠ 1028/2009 ΕΠολΔ 2010,51). Προϋπόθεση αυτής είναι η κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας στη βάση ομοιόμορφων κανόνων με υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας, των οποίων η ορθή εφαρμογή θα εξασφαλιστεί με την επίδειξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης (αιτιολογική σκέψη 16) στα δικαιϊκά συστήματα των κρατών μελών και στα δικαστικά τους όργανα. Το σύστημα κοινών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίζονται στο κεφάλαιο II του κανονισμού στηρίζεται στον γενικό κανόνα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, κατά τον οποίο τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους εντός κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξαρτήτως αν ο εναγόμενος ή ο ενάγων έχουν την ιθαγένεια του forum είτε άλλου κράτους μέλους είτε τρίτης χώρας και χωρίς να ασκεί επιρροή η κατοικία του ενάγοντος ή το εφαρμοστέο επί της υποθέσεως ουσιαστικό δίκαιο. Μόνον κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της κατοικίας του εναγομένου προβλέπεται, στο κεφάλαιο II, τμήμα 2, του κανονισμού, σειρά ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας. Κρίσιμος χρόνος για τη θεμελίωση της γενικής δικαιοδοτικής βάσης του ΚανΒρΙ είναι αυτός της έναρξης της εκκρεμοδικίας, δηλαδή της ασκήσεως της αγωγής, υπό την έννοια της αποκρυσταλλώσεως τότε της διεθνούς δικαιοδοσίας του forum (perpetuatio fori), η οποία διατηρείται έκτοτε ακόμα και αν ο εναγόμενος μεταβάλει μεταγενεστέρως τον τόπο της κατοικίας ή της έδρας του. Ο τόπος κατοικίας καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, για να διαπιστωθεί ο τόπος της κατοικίας του εναγομένου, το μεν άρθρο 59 σημείο 1 του ΚανΒρΙ, που εφαρμόζεται όταν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, παραπέμπει στο δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου, δικονομικό και ουσιαστικό, δηλαδή στην περίπτωση ελληνικού forum στις διατάξεις των άρθρων 51 - 56 ΑΚ, κατά τις οποίες ως κατοικία νοείται η γεωγραφική περιοχή στην οποία το πρόσωπο έχει επιλέξει να καταστήσει κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό το επίκεντρο της διαβίωσης, των δραστηριοτήτων και των σχέσεών του, ατομικών και επαγγελματικών, ενώ, αν ενάγεται νομικό πρόσωπο, αναζητείται η έδρα του, η οποία καθορίζεται από το άρθρο 60 σημείο 1 του ΚανΒρΙ. Εκτός από τη βασική αρχή για τη διεθνή δικαιοδοσία, σε ορισμένες περιπτώσεις ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του ΚανΒρΙ (άρθρο 3 σημ.1). Ο κανονισμός απαριθμεί τους τομείς δικαιοδοσίας όπου συμβαίνει αυτό όπως στον τομέα των ειδικών δικαιοδοσιών ή της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας καθώς και της δικαιοδοσίας σε υποθέσεις ασφαλίσεων, στις συμβάσεις καταναλωτών και στις ατομικές συμβάσεις εργασίας. Η ειδική δικαιοδοσία των δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 5 σημείο 1-3 του Κανονισμού περιλαμβάνει : α) τις διαφορές εκ συμβάσεων, γενικά επιλαμβάνεται το δικαστήριο του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή, β) τις υποχρεώσεις διατροφής ήτοι αυτές υποβάλλονται στο δικαστήριο του τόπου όπου ο δικαιούχος της διατροφής έχει την κατοικία του και γ) τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, δηλαδή για αυτές αποφαίνεται το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Ειδικότερα, το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α', και το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού θεσπίζουν κανόνες ειδικής δωσιδικίας για τις διαφορές εκ συμβάσεως και για τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας αντιστοίχως, οι οποίοι επιτρέπουν στον ενάγοντα να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον των δικαστηρίων άλλων κρατών μελών. Οι εν λόγω κανόνες ειδικής δωσιδικίας πρέπει να ερμηνεύονται στενά, και δεν επιδέχονται ερμηνεία βαίνουσα πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός (ΔΕΕ 4.10.2018, Feniks Sp. zo.o. ν Azteca Products & Services SL, C-337/17, EU:C:2018:805, σκέψη 37). Επίσης, κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΕ πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, λαμβανομένων υπόψη του συστήματος και των σκοπών του κανονισμού 44/2001, προς διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του σε όλα τα κράτη μέλη (Ζητήματα από την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων, 2011, σ 103-107). Η ως άνω απαίτηση, η οποία ισχύει, ειδικότερα, ως προς την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής καθενός από τους δύο αυτούς κανόνες, σημαίνει ότι οι όροι «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» και «διαφορές εκ συμβάσεως» δεν πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι παραπέμπουν στον χαρακτηρισμό που το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο προσδίδει στην επίδικη έννομη σχέση (βλ., ΔΕΕ 24.11.2020, Wikingerhof, C-59/19 EU:C:2020:950, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου II του κανονισμού, «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:[...] 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός». Ορθώς παρατηρείται ότι η δικαιοδοτική βάση της αδικοπραξίας αντλεί, στην προσέγγισή της, ερμηνευτικά επιχειρήματα και από τον Κανονισμό Ρώμη II (864/2007), περί του εφαρμοστέου δικαίου στις εξωσυμβατικές ενοχές, ώστε ο τρόπος προσδιορισμού της δικαιοδοσίας στις εν λόγω ενοχές να συμπίπτει με τον τρόπο προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου (Ε. Ασημακοπούλου, Η διεθνής δικαιοδοσία διασυνοριακών διαφορών εταιριών κατά τον κανονισμό 1215/2012, σελ. 69). Πρωτίστως, η ειδική δωσιδικία του τόπου του ζημιογόνου γεγονότος προϋποθέτει ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, περιλαμβάνει δε κάθε απαίτηση με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά διαφορές από τη σύμβαση (ΑΠ 1738/2009, ΝοΒ 2019,728 Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμ. 1, 2020, σ. 261-269). Η ευθύνη αυτή του εναγομένου μπορεί να είναι αντικειμενική, ανεξάρτητη της υπαιτιότητας του (ΔΕΚ, 17.09.2002, Tacconi SpA/Wagner C-334/00 ΕλλΔνη 2003 , σ. 583 επ., 584-585, ΕφΑΘ 9382/2000 με κριτικές παρατηρήσεις Α. Τσαβδαρίδη, Δικονομικό Διεθνές Δίκαιο 2008, 62 επ.). Αλλά και ο τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ερμηνεύεται με κοινοτικά κριτήρια. Ειδικότερα, όσον αφορά στην έννοια του "τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός", κατά το άρθρο 5 σημείο 3 του Κανονισμού 44/2001, κατά πάγια νομολογία του ως άνω Δικαστηρίου, ο όρος αυτός αφορά τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, όσο και τον τόπο επελεύσεως της ζημίας, οπότε ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, κατ' επιλογή του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου εκ των δύο αυτών τόπων (ΔΕΕ 9.7.2020, erein für Konsumenteninformation κατά Volkswagen AG, C-343/19 σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα να ασκήσει αγωγή είτε ενώπιον του δικαστηρίου όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, είτε του τόπου επέλευσης της ζημίας, καθιερώνοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή της πολλαπλότητας των δικαιοδοτικών βάσεων, κατά την οποία απόκειται στην επιλογή του ενάγοντος να ασκήσει την αγωγή του στο δικαστήριο είτε του loci delicti είτε του loci damni (ΔΕΕ 12.9.2018, C - 304/17, Helga Löber v Barclays Bank PLC, ψηφιακή συλλογή, σκέψη 22, ΔΕΕ 28.1.2015, C - 375/13 Harald Kolossa y Barclays Bank ріс, ψηφιακή συλλογή, σκέψη 45, ΑΠ 1269/2019, ως προς την παλαιότερη νομολογία του ΔΕΚ περί αυστηρής, συσταλτικής ερμηνείας, της δικαιοδοτικής βάσης για διαφορές από αδικοπραξία βλέπε I. Δεληκωστόπουλος, Ζητήματα από την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων, 2011, σ. 107-116 με παραπομπές στην νομολογία του ΔΕΕ). Βασικό στοιχείο της θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας και του γενεσιουργού αυτής γεγονότος (βλ. ΔΕΕ 30.11.1976, Bier, 21/76, EU:C:1976:166, σκέψη 16, και ΔΕΕ 5.2.2004, DFDS Toriine, C-18/02, EU:C:2004:74, σκέψη 32). Ως τόπος της αδικοπρακτικής ενέργειας θα πρέπει να θεωρηθεί κάθε τόπος όπου εκδηλώθηκε ή απειλείται να εκδηλωθεί η συμπεριφορά, που εκπληρώνει τη νομοτυπική μορφή της αδικοπραξίας. Ως τόπος που επήλθε το ζημιογόνο αποτέλεσμα θα πρέπει εξάλλου να χαρακτηρισθεί ο τόπος όπου επήλθε η παράνομη επέμβαση στο προστατευτέο έννομο αγαθό. Ο τόπος αυτός δεν πρέπει να συγχέεται με τον τόπο επαγωγής της ζημίας, τον τόπο δηλαδή όπου επέδρασε αρνητικά στην περιουσία του παθόντος η παράνομη προσβολή του έννομου αγαθού. Ο τόπος επαγωγής της ζημίας δεν αρκεί πάντοτε για τη θεμελίωση αρμοδιότητας και διεθνούς δικαιοδοσίας. Κρίσιμος έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ο τόπος όπου εμφανίσθηκε η πρώτη σοβαρή υλική εκδήλωση της ζημίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, η έννοια «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν αφορά τον τόπο στον οποίο ο ζημιωθείς ισχυρίζεται, «ότι υπέστη περιουσιακή ζημία που αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας που υπέστη» , ούτε βέβαια επεκτείνεται στον τόπο της κατοικίας του ενάγοντος, όπου βρίσκεται το επίκεντρο της περιουσίας του, επειδή και μόνον ο εναγών υπέστη στον τόπο αυτό οικονομική ζημία (ΔΕΚ, 19.09.1995, Marinari/Lloyds Bank, C-364/93, σκέψη 15, ΔΕΚ, 10.06.2004, Kronhofer, C-168/02, σκέψη 21, ΔΕΕ, 12.5.2021, BP, C-709/19, σκέψη 28, I. Δεληκωστόπουλο, Ζητήματα από τον 1215/2012, σ. 108, Π. Αρβανιτάκη, Η έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» επί σύνθετης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς κατά το άρθρο 5 σημείο 3 ΣυμβΛουγκ/ΚανΒρ I, γνωμοδότηση, ΕΠολΔ 4/2009, σ. 472 επ.). Σύμφωνα πάντα με το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου, ο τόπος πραγματοποιήσεως της ζημίας «είναι εκείνος όπου το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός παράγει τα ζημιογόνα αποτελέσματα του» (I. Δεληκωστόπουλος, Κανονισμός (ЕЕ) 1215/2012 - Κανονισμός Βρυξέλλες Ια, 2020, σ. 137 επ. και ΔΕΚ, 16.7.2009, Zuid-Chemie, ΟΙ 89/08, σκέψη 27, ΕΠολΔ 2009. 547 επ., σημείωμα Αρβανιτάκη ). Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά και από την ημεδαπή νομολογία, κατά την οποία δε λογίζεται ως τόπος επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος εκείνος στον οποίο επήλθε ζημία μη πρωτογενής, αλλά ως συνέχεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας (ΑΠ 18/2006 ΧρΙΔ 2006,442, ΑΠ 1551/2003 ΕλΔνη 2004,421, ΤριμΕφΛαρ 348/2015 ΧρΙΔ 2016/283, ΕφΘεσ 121/2010 ΕλΔνη 2011,191, με παρατηρήσεις Ν. Νίκα, ΕφΠειρ 347/2000 ΧρΙΔ 2001,61, με παρατηρήσεις Σ. Σταματόπουλου). Οι ίδιοι περιορισμοί ισχύουν και για την ηθική βλάβη (ΕφΑΘ 5861/2006 ΔΕΕ 2007/62), που συνιστά καταρχήν μορφή αποκαταστατέας ζημίας, με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου του τόπου όπου ο ενάγων πληροφορήθηκε το ζημιογόνο περιστατικό και αισθάνθηκε θλίψη και στεναχώρια, αφού τα αρνητικά αυτά συναισθήματα εξομοιώνονται με περαιτέρω ζημία και στερούνται αυτοτελούς σημασίας (ΑΠ 1738/2009, ο.π.), εφόσον ο ενάγων έχει υποστεί και περιουσιακή (υλική) ζημία, επελθούσα σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό του τόπου της κατοικίας του (ΕφΠειρ. 548/2020 ΝΟΜΟΣ, I. Δεληκωστόπουλος, Δωσιδικία της αδικοπραξίας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη: η προβληματική κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 1215/2012 - Μνήμη Στέφανου Δεληκωστόπουλου, σε ΕΠολΔ 2014/442 επομ.). 3β.- Βασική πηγή ενοχών, μετά τις συμβάσεις και τις αδικοπραξίες, είναι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Οι ενοχές από αδικαιολόγητο πλουτισμό παράγονται, όπως και οι αδικοπρακτικές, απευθείας από τον νόμο, δεν στηρίζονται δηλαδή στην ιδιωτική βούληση. Λόγος της γένεσής τους είναι το γεγονός, ότι ένα πρόσωπο πλούτισε σε βάρος άλλου και ο πλουτισμός του δεν θεωρείται από τον νόμο δικαιολογημένος. Η συνέπεια είναι ότι ο νόμος επιβάλλει στον λήπτη (και κάτοχο) του πλουτισμού (οφειλέτη από αδικαιολόγητο πλουτισμό) την υποχρέωση να τον επιστρέφει στον ζημιωθέντα (δανειστή από αδικαιολόγητο πλουτισμό). Ο θεσμός του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που ρυθμίζεται στα άρθρα 904-913 ΑΚ, προϋποθέτει περιουσιακή μετακίνηση (ακόμη γενικότερα, επαύξηση της περιουσίας ενός προσώπου σε βάρος κάποιου άλλου), την οποία η έννομη τάξη θεωρεί αδικαιολόγητη, αποβλέπει δε στην αποκατάσταση της αδικαιολόγητης αυτής περιουσιακής μεταβολής και στον παραμερισμό της αδικίας που αυτή εγκλείει, σύμφωνα με επιταγή της ηθικής και της επανορθωτικής δικαιοσύνης (iustitia commutativa) [Μ. Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2018, § 16, σ. 1040, αρ. 1]. Από την νομολογία γίνεται παγίως δεκτό ότι η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 1773/2007, ΑΠ 16/2008 https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_J· Στην περίπτωση, όμως, πλουτισμού ενός προσώπου σε βάρος της περιουσίας άλλου χωρίς νόμιμη αιτία, στην οποία συντρέχουν και οι όροι της αδικοπραξίας, υπάρχουν παράλληλα τόσο η αξίωση από την αδικοπραξία, όσο και η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, οπότε μπορεί να υφίσταται παράλληλη ευθύνη τόσο κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η πρώτη διάταξη δεν είναι επικουρική απέναντι στη δεύτερη, δεδομένου ότι θα υπάρχει συρροή νομικών βάσεων μιας και της αυτής αξίωσης, στο βαθμό που το αίτημα και με τις δύο βάσεις θα συμπίπτει( ΑΠ 1315/2022 https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του Κανονισμού 864/2007 η υποχρέωση επιστροφής που πηγάζει από αδικαιολόγητο πλουτισμό θεωρείται ως «εξωσυμβατική ενοχή», εμπίπτει στον εν λόγω κανονισμό και αποτελεί, κατά το άρθρο 10 αυτού, αντικείμενο ειδικών κανόνων συγκρούσεως νόμων (ΔΕΕ 21.1.2016, C-359/14 και C-475/14, EU:C:2016:40, σκέψεις 45 και 46). Ωστόσο, μια αξίωση επιστροφής λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ενδέχεται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να συνδέεται στενά με υφιστάμενη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων και, για τον λόγο αυτό, να θεωρηθεί ότι πρόκειται για «διαφορά εκ συμβάσεως», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α', του κανονισμού αυτού. Αυτό συμβαίνει, ιδίως όταν ο ενάγων προβάλλει αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό που συνδέεται στενά με συμβατική υποχρέωση την οποία θεωρεί άκυρη ή η οποία δεν εκπληρώθηκε από τον εναγόμενο ή την οποία θεωρεί ότι «εκπλήρωσε πέραν του δέοντος», προκειμένου να δικαιολογήσει το δικαίωμά του για επιστροφή παροχής. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου έχει αποφανθεί ότι αξίωση επιστροφής παροχών οι οποίες εκπληρώθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εμπίπτει στην κατηγορία αυτή (ΔΕΕ 20.4.2016, Profit Investment SIM SpA v Stefano Ossi and Others, C-366/13, EU:C:2016:282, σκέψεις 55 και 58). Και τούτο διότι, ένας τέτοιος σύνδεσμος συνάδει με τους σκοπούς της εγγύτητας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, τους οποίους επιδιώκει το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α', του κανονισμού 44/2001, που επιβάλλουν να έχει το forum της συμβάσεως τη δυνατότητα να αποφανθεί για τις συνέπειες της ακυρότητας, της μη εκτελέσεως ή της πέραν του δέοντος εκτελέσεως της συμβάσεως και, επομένως, για τυχόν επιστροφές που απορρέουν εξ αυτών, όταν υφίσταται ιδιαίτερα στενός σύνδεσμος μεταξύ της αξιώσεως και του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι αγωγή η οποία στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν εμπίπτει στις διαφορές εκ συμβάσεως, εκτός εάν η αγωγή αυτή, όπως προαναφέρθηκε, συνδέεται στενά με προϋπάρχουσα συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων (Δεληκωστόπουλος, Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία, 2024, αριθ. 3/5, 4/6 υποσημείωση 48). Επισημαίνεται ότι η αξίωση επιστροφής ορισμένης παροχής λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ενδέχεται να μην εμπίπτει ούτε στις διαφορές εκ συμβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α', του κανονισμού 44/2001, ούτε στις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού αυτού. Τούτο συμβαίνει, πράγματι, όταν η αξίωση δεν συνδέεται στενά με προϋπάρχουσα συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων της συγκεκριμένης διαφοράς. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αξίωση επιστροφής ορισμένης παροχής λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού υπάγεται στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους της κατοικίας του εναγομένου, σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 (ΔΕΕ, 9.12.2021, Hrvatske Šume, C-242/20, σκέψη 51).
3γ.Κατ’ άρθρο 5 παρ. 1, στοιχείο α’ του κανονισμού 1215/2012, «πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή». Η παρούσα εξαίρεση από το βασικό κανόνα της κατοικίας του εναγομένου (actor sequitur forum rei) αποτελεί στην πράξη τη σπουδαιότερη ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας λόγω της ιδιαίτερης σημασίας της για τις ευρωπαϊκές συναλλαγές. Η ειδική συντρέχουσα δωσιδικία για διαφορές από σύμβαση λειτουργεί μάλιστα, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου , ακόμη και αν δεν έχει συναφθεί σύμβαση. Αρκεί να μπορεί να προσδιοριστεί μια παροχή και να υφίσταται νομική υποχρέωση, προϊόν ελεύθερης δέσμευσης μεταξύ των μερών, όπως προειπώθηκε. Η συγκεκριμένη ειδική δωσιδικία αποσκοπεί, αφενός στο μετριασμό της προνομιακής μεταχείρισης του εναγομένου και αφετέρου στην υιοθέτηση ενός τόπου κοινής αποδοχής, όπου ισορροπούν τα συμφέροντα του ενάγοντα και του εναγομένου. Η ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5 σημείο Ια αφορά, κατ’ αρχήν, μόνο διαφορές από σύμβαση και όχι από μονομερείς δικαιοπραξίες σε αντίθεση με το εθνικό δίκιο όπου προβλέπεται ως σύνδεσμο για την κατά τόπον αρμοδιότητα για τις διαφορές από δικαιοπραξία τόσο ο τόπος καταρτίσεως όσο και ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής και αφορά και μονομερείς δικαιοπραξίες (Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 3η έκδ., σ. 97-100). Σημειώνεται ότι για υποθέσεις, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ΣυμΒρ (και των δυο Κανονισμών), το άρθρο 33 ΚΠολΔ, που αναφέρει ως σύνδεσμο και τον τόπο καταρτίσεως της συμβάσεως, ως προς το σημείο αυτό παραμερίζεται. Μόνος σύνδεσμος είναι ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής. Στην ειδική βάση του άρθρου 5 σημείο 1 εντάσσεται και η αγωγή που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού εφόσον «η αγωγή αυτή συνδέεται στενά με προϋπάρχουσα συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων». Συνεπώς, πριν από τον προσδιορισμό του δικαιοδοτικού συνδέσμου που μπορεί να εφαρμοστεί, προηγείται το ζήτημα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης, ήτοι το ζήτημα του χαρακτηρισμού της σύμβασης ή και της ευθύνης (συμβατική ή εξ αδικοπραξίας). Και αυτό γιατί, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1, στοιχείο β’ του ΚανΒρΙ, ως προς τις συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων και παροχής υπηρεσιών, ο τόπος εκπλήρωσης της παροχής είναι ο τόπος όπου έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων ή η παροχή των υπηρεσιών και ως τέτοιος θεωρείται ο τόπος εκπληρώσεως της χαρακτηριστικής (κύριας) παροχής, δηλαδή της παροχής που προσδιορίζει τη σύμβαση και τη διαφοροποιεί από τις άλλες (και όχι ο τόπος καταβολής του τιμήματος). Συνήθως η χαρακτηριστική αυτή παροχή είναι η μη χρηματική παροχή. Κατά την ερμηνεία του άρθρ. 5 σημείο 1 προκύπτουν τρία σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα, ήτοι ο καθορισμός της έννοιας της συμβατικής αξιώσεως, ο εντοπισμός της κρίσιμης παροχής και ο καθορισμός του τόπου εκπληρώσεως της παροχής. Ως προς το πρώτο ζήτημα, ισχύουν όσα ήδη προαναφέρθηκαν ανωτέρω ενώ ως προς τα λοιπά θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις ρυθμίσεις του ΚανΒρΙ, οι οποίες διατηρήθηκαν ακέραιες και υπό την ισχύ του σημερινού σε ισχύ ΚανΒρΙα, προβλέπεται μέσω σαφούς νομοθετικής διατύπωσης η ειδική δωσιδικία της σύμβασης με την καθιέρωση ενός ενιαίου forum εκδίκασης των υποθέσεων με γνώμονα τον δικαιοδοτικό σύνδεσμο του τόπου της παροχής. Το Δικαστήριο το Λουξεμβούργου δεν αποδέχθηκε τη λύση ότι κρίσιμη παροχή είναι η βασική, χαρακτηριστική παροχή της συμβάσεως. Θεωρήθηκε ότι η κατάληξη αυτή μπορεί να περιορίζει υπερβολικά τη θέση ενός των διαδίκων, συγκεντρώνοντας όλες τις δίκες ενώπιον ενός μόνον δικαστηρίου. Προκρίθηκε το κριτήριο της βάσεως της συγκεκριμένης κάθε φορά αγωγής, δηλαδή της επίδικης παροχής. Κρίσιμη παροχή είναι η υποχρέωση που απορρέει από τη σύμβαση και της οποίας η μη εκπλήρωση προβάλλεται ως βάση της αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, μόνον η βασική, η κύρια για το σύνολο της συμβατικής έννομης σχέσεως από τις επίδικες υποχρεώσεις θα καθορίσει και το αρμόδιο δικαστήριο. Επί σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσότερων αξιώσεων από την ίδια σύμβαση, της υποθέσεως θα επιληφθεί το δικαστήριο στον τόπο του οποίου πρέπει να εκπληρωθεί η κύρια από τις επίδικες υποχρεώσεις του εναγομένου, όχι όμως υποχρεωτικά και η κύρια -κατά τη σύμβαση- παροχή του εναγομένου (Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, ο.π., σ. 98-99). Εφόσον πρόκειται για σύμβαση που εμπίπτει στο πεδίο ισχύος του ΚανΒρΙ και έχει προσδιορισθεί η συμβατική παροχή, που αποτελεί τη βάση της αγωγής, μένει να διευκρινισθεί ποιος είναι ακριβώς ο τόπος εκπληρώσεως της κρίσιμης αυτής παροχής. Ο σύνδεσμος του τόπου εκπληρώσεως της παροχής μπορεί πάντως να υποδεικνύει και δικαστήριο, το οποίο δεν εμφανίζει το στενότερο συνδετικό στοιχείο με την υπόθεση. Αν τη βάση της αγωγής αποτελούν δυο ισοδύναμες παροχές, που απορρέουν από την ίδια σύμβαση, το δικαστήριο κράτους μέλους, που επιλαμβάνεται, δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία για το σύνολο της αγωγής, αν οι παροχές πρέπει να εκπληρωθούν κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιό του, η μια στο εν λόγω κράτος, η δε άλλη σε άλλο κράτος μέλος. Εφόσον διαπιστωθεί η επίδικη υποχρέωση, αναζητείται στη συνέχεια ο τόπος εκπληρώσεώς της. Όταν τα μέρη δεν όρισαν τον τόπο εκπληρώσεως, η διερεύνησή του χωρεί, κατ' αρχήν, με γνώμονα τη lex causae (ονομαζόμενος «κανόνας Tessili»), που ανευρίσκεται κατόπιν εφαρμογής των κανόνων συγκρούσεως του forum (ΔΕΚ 06.10.1976 (Tessili) 12/76, Συλλ 1976, 1473, ΔΕΚ 06.10.1976 (de Bloos) 14/76, Συλλ 1976, 553). Ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής μπορεί να καθορισθεί και με σχετική συμφωνία των μερών. Ο έγκυρος, κατά το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο, συμβατικός καθορισμός του τόπου εκπληρώσεως της παροχής θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου αυτού, αδιαφόρως αν τηρήθηκαν ή όχι οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρο 24 ΚανΒρ I. Αυτό εξηγείται επειδή οι δικαιοδοτικές βάσεις των άρθρ. 5 σημείο 1 και 24 ΚανΒρ I στηρίζονται σε διαφορετικές αφετηρίες. Για το έγκυρο της συμφωνίας του τόπου εκπληρώσεως της παροχής αρκεί, επομένως, ότι τα μέρη τήρησαν γι'αυτή τους όρους του εφαρμοστέου στη σύμβαση ουσιαστικού δικαίου, που συνήθως καθιερώνει το άτυπο των συμφωνιών αυτών. Αυτό όμως συμβαίνει μόνον όταν τα μέρη απέβλεψαν στη δημιουργία ενός πραγματικού τόπου εκπληρώσεως της παροχής, που θα ανταποκρίνεται και θα εξυπηρετεί άμεσα τους στόχους της συμβάσεως. Υπό την επιφύλαξη ισχύος των ειδικότερων βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας, τη διεθνή δικαιοδοσία και κατά τόπον αρμοδιότητα έχουν τα δικαστήρια του τόπου εκπλήρωσης της αξίωσης πλουτισμού, όπως ο τόπος αυτός προσδιορίζεται από το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο (lex causae- βλ. άρθρ. 7 §1 στοιχ. α') και επομένως, από το δίκαιο που κρίνεται εφαρμοστέο στη συμβατική αξίωση εκπλήρωσης της παροχής (Α. Βαλτούδης, Αδικαιολόγητος πλουτισμός στις τριμερείς σχέσεις, ιδίως του τραπεζικού δικαίου, 2018, σ. 100-102). Έτσι οι αξιώσεις πλουτισμού, που γεννιούνται από εκπλήρωση σύμβασης, υπάγονται στην ειδική συντρέχουσα δικαιοδοσία των διαφορών από σύμβαση (άρθρ. 5 στοιχ. 1 περίπτ. α’- γ’)· Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η έννοια του τόπου εκπλήρωσης των παροχών που απορρέουν από τις λοιπές και μη ανήκουσες στην κατηγορία των συμβάσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παροχής υπηρεσιών σχετίζεται με το εφαρμοστέο στην εκάστοτε συμβατική σχέση δίκαιο (lex causae), όταν δεν ρυθμίζεται συμβατικά ή δεν προκύπτει ερμηνευτικά ο τόπος της παροχής. Έτσι, ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου είτε ως ρητή ή συναγόμενη συμφωνία ή προκύπτον από τα δεδομένα της υπόθεσης κατά περίσταση, ακολουθεί βάσει κανόνων ο καθορισμός του διέποντος την σύμβαση δικαίου (Ν. Καράμπελα, Ο τόπος παροχής, 2023, σ. 402-405).
Περαιτέρω, με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα, με την υποχρέωση να το φυλάει και να το αποδώσει όταν του ζητηθεί (άρθρο 822 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ), δηλαδή αυτούσιο (ΑΠ 853/1995 ΕλλΔνη 38,1132). Η παρακαταθήκη είναι ετεροβαρής σύμβαση και αν συμφωνηθεί αμοιβή του θεματοφύλακα αμφοτεροβαρής (αρθρ. 822 β' ΑΚ). Η σύμβαση αυτή καταρτίζεται με την παράδοση του πράγματος (re) και είναι κατά κανόνα άτυπη, μπορεί δε να καταρτιστεί και με μόνη τη συμφωνία πριν από την παράδοση του πράγματος, εάν αυτό προβλέπουν τα μέρη σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΠ 1446/1992 ΕλλΔνη 36. 193, ΕφΑΘ 3262/1988, ΕλλΔνη 32.1668),ρητώς, αλλά και σιωπηρώς, όταν η συμφωνία για φύλαξη του πράγματος συνάγεται από τις συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 886/1990 ΕλλΔνη 32.342). Και αυτό αρκεί για την υποχρέωση απόδοσης του πράγματος (ΑΠ 638/1997 ΕλλΔνη 39.124), χωρίς να απαιτείται κυριότητα του παρακαταθέτη για το κύρος της σύμβασης (ΑΠ 874/1996 ΕλλΔνη 38.838). Ο δανειστής παρακαταθέτης μπορεί να απαιτήσει την απόδοση του πράγματος, αλλιώς αποζημίωση είτε με ευθεία αγωγή από τη σύμβαση παρακαταθήκης, αν υπάρχει διαρκής υπαίτια αδυναμία παροχής ή υπερημερία εκπλήρωσης της παροχής, είτε με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας αν υπάρχει δόλος, όπως υπεξαίρεση (ΑΠ 1964/2013,ΑΠ 1024/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1361/1991 ΕλλΔνη 33 1196,ΕφΑΘ 3874/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘες 2018/2008 Αρμ 2009.224, ΕφΑΘ 9600/1990 ΕλλΔνη 32.1669), διότι επέρχεται αλλοίωση του αντικειμένου της ενοχής και η αρχική του υποχρέωση προς εκπλήρωση της παροχής μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημίωσης (ΑΠ 1211/2000ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 685/1974 ΝοΒ23.289,ΕφΠειρ 658/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 7586/1989 ΑρχΝ 41.31), η οποία, εκτός άλλων, περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή παρακαταθέτη (ΑΠ 232/1982 ΝοΒ 30.1270) και συγκεκριμένα την αξία του πράγματος (ΕφΛαρ 70/2001 Δικογ.2001.90,ΕφΑΘ 3266/1996 ΕλλΔνη 37.1666),καθώς και κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως υπέστη (ΕφΑΘ 7982/2006 ΕλλΔνη 48.1131). Από τις διατάξεις των άρθρων 822 και 830, σύμφωνα με την πρώτη των οποίων, ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί και με τη δεύτερη, που ρυθμίζει την ανώμαλη παρακαταθήκη, «Η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί. Σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν σε περίπτωση αμφιβολίας οι διατάξεις για την παρακαταθήκη", προκύπτουν ότι τα χρήματα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ομαλής και ανώμαλης παρακαταθήκης. Ομαλής μεν στην περίπτωση που συμφωνείται η αυτούσια απόδοσή τους χωρίς ο θεματοφύλακας να έχει δικαίωμα να τα χρησιμοποιεί, όταν δηλαδή παραδίδονται προς φύλαξη εξατομικευμένα, με κάποιον ασφαλή τρόπο, ανώμαλης δε όταν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία χρησιμοποίησής τους και υποχρεούται να τα αποδώσει όχι αυτούσια, αλλά άλλα ομοειδή της αυτής ποσότητας και ποιότητας. Σκοπός δηλαδή και της ανώμαλης παρακαταθήκης, που είναι ιδιαίτερη επώνυμη σύμβαση και όχι είδος δανείου, είναι ουσιαστικά η φύλαξη των πραγμάτων που παρακατατέθηκαν μόνο όμως ως προς την ποσότητα και αξίας αυτών και όχι η διάσωσή τους αυτούσιων, ενώ ο παρακαταθέτης, προς το συμφέρον του οποίου αποβλέπει, αδιαφορεί για την τυχόν χρήση ή διάθεσή τους από τον θεματοφύλακα και ενδιαφέρεται να διαφυλάξει την ποσότητα και την αξία τους κατά τον χρόνο της απόδοσης (ΑΠ 201/2019). Ο λήπτης, επομένως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, γίνεται κύριος των δοθέντων, υπέχοντας μόνο ενοχική υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, η δε άρνηση επιστροφής τους δεν συνιστά υπεξαίρεση (ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1218/2014).
3δ.-Ακολούθως, αν από τον παρόντα στη δίκη εναγόμενο προβληθεί ένσταση και αμφισβητηθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου (διαφορετικά επέρχεται κατά κανόνα σιωπηρά παρέκταση), το δικαστήριο υποχρεούται, πριν από την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, να ελέγξει και αυτεπαγγέλτως αν έχει δικαιοδοσία με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή ή αίτηση πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων ο ενάγων θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι στα δικαστήρια κάθε κράτους μέλους ενάγονται καταρχήν τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία ή την έδρα τους στο έδαφος του κράτους αυτού. Ο γενικός αυτός κανόνας, τελεί, όμως, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του κανονισμού 41/2001, που καθιερώνει παράλληλες με την κατοικία του εναγομένου ειδικές, αποκλειστικές ή συντρέχουσες, βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας (άρθρα 5-21) αλλά και ανεξάρτητες από την κατοικία του αποκλειστικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας (άρθρο 22), ενώ προβλέπει και δυνατότητα παρεκτάσεως της δικαιοδοσίας αυτής (άρθρα 23 - 24).Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η σχετική έρευνα προηγείται κατά νόμο της έρευνας της πληρότητας της αγωγής ως εισαγωγικού δικογράφου, αλλά και της έρευνας ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής. Οι σχετικές δε με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις, τόσο του ΚΠολΔ όσο και της Σύμβασης των Βρυξελλών, καθώς και των Κανονισμών (ΕΚ) 44/2001 και 1215/2012, έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 462/2021, ΑΠ 8/2015).
4.Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων, κάτοικος Ελλάδας, ιστορεί ότι το έτος 2010 συμφώνησε προφορικά με τον εναγόμενο, υιό της συζύγου του από προηγούμενο γάμο, κάτοικο Γερμανίας, τη σύναψη σύμβασης παρακαταθήκης, με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση της φύλαξης των χρημάτων του στην Γερμανίας, ποσού 49.000 ευρώ, δίχως να αποκτά κυριότητα επ’ αυτών και δίχως τη δυνατότητα διάθεσης και διαχείρισης του παρακατατεθέντος ποσού. Ότι στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παρακαταθήκης στις 5.4.2011, οπότε ο εναγών απέστειλε με έμβασμα σε λογαριασμό που τηρούσε ο εναγόμενος σε γερμανική τράπεζα, το ποσό των 49.000,00 ευρώ, με τη συμφωνία ο τελευταίος να το επιστρέφει άμεσα κατόπιν σχετικού αιτήματος του πρώτου. Ότι ενώ ο ενάγων ζήτησε την επιστροφή του ανωτέρω ποσού σε λογαριασμό του στην Ελλάδα μέχρι το τέλος του μηνός Απριλίου 2014, πλην όμως ουδέν ποσό εμβάσθηκε στον λογαριασμό αυτό, ο δε εναγόμενος αρνείται μέχρι σήμερα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος, να του επιστρέφει το ανωτέρω ποσό, και το παρακρατεί ιδιοποιούμενος αυτό παράνομα. Ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, ο ενάγων υπέστη θετική ζημία, που ανέρχεται στην αξία του παρακρατηθέντος ποσού των 49.000,00 ευρώ και ηθική βλάβη, καθόσον το περιστατικό του έχει προκαλέσει σύγχυση και άγχος και τον έχει βαρύνει ψυχολογικά. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, όπως το αγωγικό αίτημά του παραδεκτώς περιορίστηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρα 223 σε συνδ. με 295 ΚΠολΔ), στο σύνολό του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει (α) το ποσό των 49.000 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική του ζημία από τη σε βάρος του αδικοπραξία λόγω υπεξαίρεσης, άλλως επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, και (β) το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη, να επιβληθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, με την οποία, αφού έκρινε ότι υφίσταται ειδική συντρέχουσα δικαιοδοσία των ελληνικών Δικαστηρίων κατ’ άρθρο 5παρ.3 του Κανονισμού 44/2001 ένεκα διαπραχθείσας αδικοπραξίας, καθόσον ο τόπος επέλευσης της ζημίας, που είναι εν προκειμένω ο τόπος στον οποίο τηρείται ο λογαριασμός του ενάγοντος, και στον οποίο ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέφει με έμβασμα το επίδικο ποσό, βρίσκεται στην Ελλάδα, στην συνέχεια δε έκρινε νόμιμη την αγωγή στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914, 932, 340, 346 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 375 ПК, 176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ, πλην των παρεπόμενων αιτημάτων περί κηρύξεως της απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής και περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης, που απερρίφθησαν ως μη νόμιμα μετά τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό. Κατόπιν δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη ως προς την κύρια βάση της περί αδικοπραξίας, κρίνοντας ότι ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 49.000 ευρώ που περιήλθε στην κατοχή του δυνάμει της προεκτεθείσας συμφωνίας, ενώ του επιδίκασε και ποσό 1.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ένεκα τέλεσης του ως άνω αδικήματος. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, προεχόντως για έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου αλλά και με τους αναφερόμενους στην έφεσή του λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ζητώντας, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η αγωγή και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική του δαπάνη.
5.Εν προκειμένω, ο εναγόμενος τόσο πρωτοδίκως με τις προτάσεις του όσο και με τον πρώτο λόγο της έφεσής του αμφισβήτησε ευθέως την δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς κατ’ άρθρ. 2 και 5 παρ.3 του Κανονισμού 44/2001, ισχυριζόμενος ότι αρμόδια προς εκδίκαση της επίδικης διαφορά είναι τα δικαστήρια της Γερμανίας αφενός λόγω γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, καθώς η μόνιμη κατοικία του βρίσκεται στη Γερμανία, αφετέρου διότι ως τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, είναι και πάλι η Γερμανία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, για την κατάφαση της διεθνούς δικαιοδοσίας του , δέχθηκε αφενός ότι στην επίδικη διαφορά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ.3, 59 του Καν.44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς πρόκειται για αγωγή ασκηθείσα πριν την 10η Ιανουάριου 2015, αφετέρου ότι η θετική ζημία και η ηθική βλάβη του ενάγοντα επήλθε στην Ελλάδα ήτοι ως ο τόπος επέλευσης της ζημίας, καθόσον στην ημεδαπή τηρείται ο λογαριασμός του ενάγοντος, και στον οποίο ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέφει με έμβασμα το επίδικο ποσό. Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο, εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο, το οποίο επικαλούνταν ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του και το οποίο έκρινε ως εφαρμοστέο, ως εκ του τόπου επελεύσεως της επικαλούμενης περιουσιακής βλάβης που είναι η Ελλάδα [(άρθρα 26 ΑΚ και άρθρο 4 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 επί ενοχών από ζημιογόνα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα από την 11η Ιανουάριου 2009 και εντεύθεν (άρθρα 31 και 32 του Κανονισμού)], απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του. Από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων και των εγγράφων που το παρόν Δικαστήριο είχε στη διάθεση του προκύπτουν τα ακόλουθα: εφόσον η ειδική δωσιδικία του τόπου του ζημιογόνου γεγονότος προϋποθέτει ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, στην προκειμένη περίπτωση, η κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ενέργεια του εναγομένου να ενθυλακώσει το ποσό των 49.000,00 ευρώ, που είχε αναλάβει ως υποχρέωση να φυλάσσει χωρίς δικαίωμα χρήσης των χρημάτων, δηλαδή το ως άνω ποσό δεν περιερχόταν κατά κυριότητα σ' αυτόν (σύμβαση ομαλής παρακαταθήκης), θέτει ζήτημα ευθύνης του εναγομένου υπό την έννοια του άρθρου 5 σημείο 3 του κανονισμού 44/2001 καθώς του προσάπτεται πράξη που απαγορεύεται από τον νόμο (άρθρο 375 ПК το οποίο είναι εφαρμοστέο λόγω της υπαγωγής σ’ αυτό των διαδίκων, που επικαλούνται τις διατάξεις του βλ ΕφΠειρ 61/2020 στη ΝΟΜΟΣ) προκαλώντας αντίστοιχα ζημία στον ενάγοντα και δεν αφορά αδικοπρακτική ευθύνη από διαφορά εκ συμβάσεως. Χρήζει διευκρινήσεως το γεγονός ότι καίτοι οι διάδικοι της δίκης έχουν αναλάβει υποχρεώσεις βάσει συμβάσεως παρακαταθήκης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, κρίσιμο είναι κατ’ αρχήν, κατά πόσον η ερμηνεία της σύμβασης που έχουν συνάψει ο εναγόμενος με τον ενάγοντα παρίσταται απολύτως αναγκαία προκειμένου να διαπιστωθεί αν η συμπεριφορά την οποία προσάπτει ο δεύτερος στον πρώτο είναι θεμιτή ή, αντιθέτως, αθέμιτη. Εν προκειμένω η εξέταση της σύμβασης δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς γι'αυτό και η σχετική αγωγή θεωρείται ότι δεν αφορά «διαφορά εκ συμβάσεως» αλλά στηρίζεται σε ενοχή εξ αδικοπραξίας (ΔΕΕ, 13.3.2014, Brogsitter, C-548/12). Συνεπώς, η ιδιοποίηση από τον εναγόμενο του ποσού που του εμπιστεύθηκε ο ενάγων συνιστά ζημιογόνο γεγονός, κατά την έννοια του ΚανΒρυξΙ. Είναι δε δυνατή και η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας από την απώλεια του ως άνω ποσού στην περιουσία του ενάγοντος και του γενεσιουργού αυτής γεγονότος της υπεξαίρεσης. Ακολούθως, απαραίτητο είναι να προσδιοριστεί, όπως αναλυτικός τέθηκε στην υπό στοιχείο (3“) μείζονα σκέψη, ο τόπος όπου έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός ή ο τόπος επέλευσης της ζημίας. Ο τόπος στον οποίο εκδηλώθηκε η επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, ήταν η Γερμανία, αφότου, ο ενάγων επικαλείται ότι στις 6.4.2011, κατόπιν σχετικής εντολής προς την Τράπεζα ........., μετέφερε με έμβασμα από τον υπ’ αριθ. …. λογαριασμό που τηρούσε στην ως άνω τράπεζα, το ποσό των 49.000,00 ευρώ στον υπ’ αριθ…… λογαριασμό του εναγόμενου στην εδρεύουσα στο ... Γερμανίας τράπεζα ... …., γεγονός που συνομολογεί και ο εναγόμενος ενώ όταν τον Μάρτιο του έτους 2014 ζήτησε με ηλεκτρονική επιστολή στο e-mail του εναγομένου, να του επιστραφεί το ως άνω ποσό, ο τελευταίος το αρνήθηκε προβαίνοντας στην παράνομη ιδιοποίηση και ενσωμάτωση στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Συνεπώς, υπό καμία εκδοχή δε μπορεί να θεωρηθεί η Ελλάδα ως locus delicti κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 3 του Κανονισμού 41/2001. Και τούτο διότι η Γερμανία δεν είναι μόνο ο τόπος που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός της ιδιοποίησης και ενσωμάτωσης των χρημάτων του ενάγοντος που είχε στην κατοχή ως θεματοφύλακας ο εναγόμενος αλλά και ο τόπος πραγματοποιήσεως της ζημίας καθώς το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός εκεί παράγει τα ζημιογόνα αποτελέσματα του, υπό την έννοια αφενός της μη αποστολής με έμβασμα σε λογαριασμό που τηρούσε ο ενάγων στην Ελλάδα του χρηματικού ποσού των 49.000 ευρώ όσο και της επικαλούμενης υπεξαίρεσής του. Ο κίνδυνος επέλευσης της ζημιάς υπό την έννοια της άμεσης αρχικής ζημίας επήλθε με την ιδιοποίηση του ποσού διότι δεν εστάλη έμβασμα ανάλογου ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντα στην Ελλάδα, οπότε κατά εκείνο το χρονικό σημείο ολοκληρώθηκε η ζημία του τελευταίου και όχι όταν τα χρήματα δεν εισήλθαν στον τραπεζικό του λογαριασμό. Αλλιώς θα επιβεβαιωνόταν η πρακτική του forum actoris, σε αντίθεση με την νομολογία του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου. Ο ενάγων υπέστη μεν περιουσιακή ζημία που όμως αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας που υπέστη, και ως εκ τούτου αρμόδια δεν είναι τα δικαστήρια της κατοικίας του, όπου βρίσκεται το επίκεντρο της περιουσίας του και μόνο. Υπενθυμίζεται εδώ ότι η αμεσότητα της πράξης προσβολής του δικαιώματος που εθίγη και του οποίου ζητείται η αποκατάσταση αφενός και της ζημίας που η πράξη αυτή προκάλεσε αφετέρου είναι κατά τη νομολογία του ΔΕΕ εκείνο ακριβώς το στοιχείο που δικαιολογεί την απόκλιση από τη γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου. Τέλος, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, διεθνή δικαιοδοσία για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος από την πράξη της υπεξαίρεσης που αποδίδεται στον εναγόμενο έχουν τα Δικαστήρια της γενικής δωσιδικίας του, δηλαδή τα γερμανικά, στα οποία θα έπρεπε να είχε ασκηθεί η ένδικη αγωγή. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, δεν υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία του ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής ως προς την βάση της αδικοπραξίας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 σημ. 3 του ΚανΒρΙ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και εάν θεωρηθεί ότι η αδικοπραξία πηγάζει από την επικαλούμενη σύμβαση παρακαταθήκης και πάλι κατ'εφαρμογή πλέον του άρθρου 5 σημ. Ia του κανονισμού, τόπος εκπλήρωση της παροχής όπως θα αναλυθεί ακολούθως είναι εξίσου η Γερμανία καθώς εκεί γεννήθηκε η υποχρέωση επιστροφής. Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά παραδοχή ως βάσιμου και του πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης. Για το λόγο αυτό πρέπει η εκκαλούμενη απόφασή του να εξαφανιστεί και, αφού αναδικαστεί η υπόθεση, να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη κατά την κύρια βάση της λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας. Ακολούθως, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στη περίπτωση αυτή το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή. Ως εκ τούτου πρέπει να εξεταστεί η αγωγή και ως προς τη μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την οποία, μετά την, κατά τα ως άνω, αποδοχή της έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, τη διακράτηση και εκδίκαση της υπόθεσης και την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, υποχρεούται το παρόν Δικαστήριο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, και τούτο διότι υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ δεν απαιτείται, για την ενέργεια αυτή, έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1731/2022, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 225/2015, ΑΠ 560/2011, ΑΠ ΕφΠατρ 116/2018, ΕφΘεσ 502/2018 ΝΟΜΟΣ, Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 2003, παρ. 946 επ», Νίκα, Ένδικα μέσα, έκδ. 2007, σελ. 205, παρ. 24). Ειδικότερα, ο ενάγων προς θεμελίωση της επικουρικής βάσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικαλείται ότι εφόσον κριθεί ότι για οποιαδήποτε λόγο είναι άκυρη η σύμβαση παρακαταθήκης που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων στις 5.4.2011, ο εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει το ως άνω ποσό καθώς κατέστη πλουσιότερος άνευ νομίμου αιτίας. Η υποχρέωση επιστροφής κινητών πραγμάτων λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού την οποία επικαλείται ο ενάγων όταν απορρέει από εκούσια δέσμευση του εναγομένου έναντι αυτού, εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στις διαφορές εκ συμβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α', του ΚανΒρΙ. Διότι, μεταξύ των περιστάσεων αυτών συγκαταλέγεται και η περίπτωση κατά την οποία η αξίωση επιστροφής λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού συνδέεται με προϋπάρχουσα συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων. Αυτό συμβαίνει, όταν ο ενάγων προβάλλει αδικαιολόγητο πλουτισμό που συνδέεται στενά με συμβατική υποχρέωση την οποία θεωρεί άκυρη ή η οποία δεν εκπληρώθηκε από τον εναγόμενο ή την οποία θεωρεί ότι «εκπλήρωσε πέραν του δέοντος», προκειμένου να δικαιολογήσει το δικαίωμά του για επιστροφή παροχής. Πράγματι στην επίδικη διαφορά, ο ενάγων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι υφίσταται προϋπάρχουσα ενοχή που συνίσταται στην σύναψη σύμβασης ομαλής παρακαταθήκης με την οποία συμφωνήθηκε η αυτούσια απόδοση του προαναφερόμενου ποσού χωρίς ο εναγόμενος θεματοφύλακας να έχει δικαίωμα να τα χρησιμοποιεί. Διερευνώντας το ζήτημα του χαρακτηρισμού της σύμβασης, σύμφωνα και με τα όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, οι διάδικοι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, φέρεται να συνήψαν σύμβαση ομαλής παρακαταθήκης. Πρόκειται περί ετεροβαρούς σύμβασης, γιατί με αυτήν ο εναγόμενος θεματοφύλακας ανέλαβε την υποχρέωση όχι μόνο της φύλαξης αλλά και της ταυτόχρονης λήψης κάθε αναγκαίου μέτρου για τη διασφάλιση του πράγματος από κάθε κίνδυνο απώλειας ή βλάβης, χωρίς αντίστοιχα να έχει συμφωνηθεί οποιαδήποτε αμοιβή. Συνεπώς, η επίδικη διαφορά εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 5 παρ. Ια και όχι του άρθρου 5 παρ. 1β του ΚανΒρΙα, και ως εκ τούτου καθίσταται αναγκαίο να προσδιοριστεί η διεθνής δωσιδικία βάσει του τόπου της παροχής. Αναφορικά, όμως, με την συμβατική σχέση, προεξέχουσα θέση στην σύμβαση παρακαταθήκης αποτελεί ο τόπος φύλαξης του πράγματος που αποτελεί και την κύρια παροχή αυτής της σύμβασης. Δυνάμει της επίδικης συμβατικής σχέσης, από την οποία απορρέει η διαφορά που άγεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κρίνεται ότι ο τόπος όπου η παροχή όφειλε να εκπληρωθεί εντοπίζεται εκτός της κατά τόπο αρμοδιότητας του. Συγκεκριμένα ως τόπος εκτέλεσης της επίδικης συμβατικής παροχής από την από την οποία η απορρέει αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι η Γερμανία καθώς εκεί συμφωνήθηκε να φυλαχθούν τα χρήματα που απέστειλε ο ενάγων μέχρι την αναζήτηση τους. Η επίδικη, λοιπόν, συμβατική υποχρέωση που απορρέει από την σύμβαση παρακαταθήκης καθορίζει και τον τόπο εκπλήρωσης της παροχής καθιστώντας την το καθοριστικό κριτήριο για να προσδιορισθεί το έχον διεθνή δικαιοδοσία δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση ακόμα και εάν υποτεθεί ότι η επίδικη αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού αφορά την έτερη προκύπτουσα εκ συμβάσεως αναληφθείσα από τον εναγόμενο υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων και πάλι τόπος εκπλήρωση είναι η Γερμανία καθώς αφενός πρόκειται για την χώρα με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση παρακαταθήκης αφετέρου η υποχρέωση επιστροφής γεννήθηκε στην Γερμανία, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 829 ΑΚ «το πράγμα, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, αποδίδεται στον τόπο όπου φυλάγεται. Ο θεματοφύλακας δεν έχει υποχρέωση να προσκομίσει το πράγμα στον παρακαταθέτη» (Ν. Νίκας/Ε. Σαχπεκίδου, Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία, 2016, σ. 140-144). Άλλωστε, ο ενάγων δεν επικαλείται ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί του τόπου επιστροφής των χρημάτων αλλά αορίστως αναφέρει ότι ο εναγόμενος δεσμεύθηκε για την επιστροφή τους.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού χωρίς η απόρριψή της να καθιστά την παρούσα απόφαση επιβλαβέστερη της εκκαλούμενης για τον ενάγοντα, καθώς δεν παραβιάζεται η σχετική από την § 1 του άρθρου 536 ΚΠολΔ αρχή, αφού μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μπορεί να επιδεινώσει τη θέση του εκκαλούντος, σύμφωνα με την § 2 του ιδίου άρθρου (ΑΠ 312/2021, ΑΠ 470/2018, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 298/2010, ΝοΒ 2011/979, ΑΠ 132/2004, ΝοΒ 2004/1547, ΕφΑΘ. 658/2011, Δ/νη 2011/1443). Περαιτέρω, το παράβολο που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα πρέπει να του αποδοθεί κατ'άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί εκατέρωθεν αίτημα, πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω μεταξύ τους γι’ αμφοτέρους τους δικαιοδοτικούς βαθμούς, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που κρίθηκαν εφαρμοστέοι (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 4-9-2020 και με Γ.Α.Κ./.../Ε.Α.Κ..../9-9- 2020 έφεση και τους από 19-4-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../19-4-2024 πρόσθετους λόγους έφεσης, αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατά ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 4807/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει αυτήν ως απαράδεκτη.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στον εκκαλούντα.
Συμψηφίζει ολικώς μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9-1-2025 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ