ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 4°
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 979/2026
Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαργίτσα Μιτζέλου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, και από την Γραμματέα Γεωργία Ασημάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουάριου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος - ενάγοντος: …, κατοίκου Αθηνών, οδός … αριθ. …, ΑΦΜ …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μελίνα Μουζουράκη.
Της εφεσίβλητης - εναγόμενης: Εταιρείας με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «...» με έδρα στην … Αττικής, οδός … αριθ. …, ΑΦΜ …, όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Γωνιανάκη.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών ζήτησε να γίνει δεκτή η από 11-12-2024 με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΑΚ …/ΕΑΚ …/2024 αγωγή του που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθ.861/2025 οριστική απόφασή του, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - τμήμα εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ένεκα παραγραφής των ένδικων αξιώσεών του. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε την από 5-11-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ …/ΕΑΚ …/6-11-2025 έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ΓΑΚ …/ΕΑΚ …/2025 πράξη της γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε γράφτηκε στο πινάκιο και συζητήθηκε.
Κατά την συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν του ισχυρισμούς τους, κατέθεσαν έκαστος αντίστοιχα προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η φερομένη προς συζήτηση από 5-11-2025 και με αριθμό καταθέσεως ενδίκου μέσου ΓΑΚ …/ΕΑΚ …/6-11-2025 έφεση, στρεφομένη κατά της υπ’ αριθ. 861/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - τμήμα εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως, καθ’ όσον αποδεικνύεται ότι ακριβές κεκυρωμένο αντίγραφο της ως άνω οριστικής αποφάσεως επιδόθηκε νομοτύπως την 17-10-2025 στον εκκαλούντα — ενάγοντα (σχετ. η επισημείωση επί του αντιγράφου της εκκαλούμενης που προσκομίζει ο εκκαλών, με την ημεροχρονολογία 17-10-2025 του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …, δοθέντος ότι δεν προσκομίζεται από την εφεσίβλητη - εναγόμενη η σχετική έκθεση επιδόσεως της εκκαλούμενης) και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 6-11- 2025 (σχετ. η προαναφερομένη έκθεση καταθέσεως δικογράφου εφέσεως του Τμήματος Πολιτικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών), σύμφωνα με τα άρθρα 19, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516, 517, 518 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 παρ. 1, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 591 παρ.7 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015). Σημειωτέον ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου, διότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθρο 495 & 4 εδ. τελευταίο ως αυτό ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 και νυν παρ.3 περ. Γ’ εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου).
Με την υπό κρίσιν αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κατά το μέρος που εκκαλείται, ο ενάγων εκθέτει ότι είναι διπλωματούχος ξεναγός με έδρα στην Αθήνα και προσφέρει τις υπηρεσίες του εντός της Ελλάδος, σε τουριστικές επιχειρήσεις με έδρα την Αθήνα ή την ευρύτερη περιφέρεια του λεκανοπεδίου Αττικής αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να ξεναγεί πολυπληθείς ομάδες κυρίως αλλοδαπών και δη Γερμανών τουριστών ως «γκρουπ». Ότι, από το έτος 2009 έως το έτος 2014, η εναγόμενη ανέθετε στον ενάγοντα ατομικά, με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για παροχή εργασίας κατά ορισμένες ημέρες, με την παροχή υπηρεσιών ξεναγού σε αρχαιολογικούς χώρους και με πολυπληθείς ομάδες Γερμανών ή Αυστριακών τουριστών (γκρουπ) στα αξιοθέατα και μνημεία των περιηγήσεων και εκδρομών, που είχαν προγραμματιστεί από την εναγόμενη σε διάφορα σημεία της Ελλάδος, όπως ειδικότερα αναπτύσσει. Ότι η αμοιβή του έπρεπε να καθορίζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συβάσεις εργασίας που ίσχυαν ή την τελευταία που ίσχυσε και μέχρις εκδόσεως νεότερης, αλλά ότι οι καταβαλλόμενες αμοιβές του ήταν πολύ μικρότερες από τις οριζόμενες στις αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις και τις συνηθισμένες καταβαλλόμενες σε άλλους συναδέλφους του σε ανταγωνιστικές με την εναγόμενη εταιρίες, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Ότι η κρινόμενη αγωγή ασκείται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 μέχρι το έτος 2014, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη, για τις αναλυτικώς αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες, άλλως και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 26.689,01 ευρώ για το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 έως και το έτος 2014, νομιμοτόκως από την επόμενη της ολοκλήρωσης εκάστης σύμβασης ορισμένου χρόνου, ήτοι εκάστης ξενάγησης, άλλως από την επίδοση της πρώτης από 29-12-2016 (ΓΑΚ …/ΕΑΚ …./2016) αγωγής του, ήτοι από την 31-12-2016, άλλως δε επικουρικώς νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίσιν αγωγής του, μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ένεκα παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, ενώ συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, οι οποίοι ανάγονται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με ελλιπή αιτιολογία, ζητεί δε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να γίνει δεκτή η αγωγή του και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 250 αρ.6 και 17, 251 και 253 ΑΚ, η αξίωση για μισθούς και άλλες περιοδικώς επαναλαμβανόμενες παροχές από σύμβαση εργασίας παραγράφεται σε πέντε έτη. Η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η γέννηση εκάστης αξίωσης και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 831/2023). Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 515/1970 κάθε αξίωση των μισθωτών για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης και αν ακόμη αυτή φέρει τα στοιχεία του αδικαιολόγητου πλουτισμού υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την λήξη του έτους, εντός του οποίου αυτή γεννήθηκε (ΑΠ 1150/2007, ΑΠ 954/2003). Επιπροσθέτως, κατά με το άρθρο 261 παρ.1 εδ. α' ΑΚ «Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης.». Επισημαίνεται ότι ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ διακοπή της παραγραφής, νοείται κατά τα άρθρα 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ η ολοκλήρωση της άσκησης αυτής με την επίδοση αντιγράφου αυτής στον εναγόμενο οφειλέτη (ΑΠ 737/2024, ΑΠ 1536/2022). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στην νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της. Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγόμενου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στην νέα δίκη (ΑΠ 261/2022, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 252/2016). Επίσης, από τα άρθρα 591 παρ. 1β, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 223/2024, 241/2022, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017). Ωσαύτως, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 47 του ν. 5221/28-7-2025, που ισχύει από την 1-1-2026 και ισχύει εν προκειμένω ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης πριν την 1-1-2026 (άσκηση της κρινόμενης έφεσης την 6- 11-2025): «Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή, στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238, με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία- αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.». Κατά, δε, την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στην θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 241/2022, ΑΠ 364/2018). Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός (αντένσταση) είναι και ο ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής της αξίωσης, που συντελείται με τον προαναφερόμενο τρόπο, τον οποίο πρέπει να προτείνει, παραδεκτά και νόμιμα, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 223/2024, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 15/2020). Η τελευταία (αντένσταση διακοπής της παραγραφής), για να είναι παραδεκτή, πρέπει κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 943/2025, ΑΠ 737/2024, ΑΠ 649/2023, ΑΠ 990/2022, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 1463/2021, ΑΠ 212/2019 και ΕφΠειρ 527/2025).
Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές και με βάση τα εκτιθέμενα στην κρινόμενη ως άνω αγωγή οι προαναφερόμενες αξιώσεις που εγείρει ο ενάγων με την υπό κρίσιν αγωγή του έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ, διότι οι επικαλούμενες αξιώσεις του, που αφορούν στο σύνολο των αιτουμένων από τον ενάγοντα αποδοχών για τα ταξίδια που αυτός πραγματοποίησε, ως ξεναγός, κατά το έτος 2011, παραγράφηκαν, αφού η έναρξη της παραγραφής τους εκκίνησε την 31-12-2011 και συμπληρώθηκε την 31-12-2016, καθώς επίσης οι αντίστοιχες αξιώσεις του, που αφορούν στο σύνολο των αιτουμένων από τον ενάγοντα αποδοχών του για τα ταξίδια που αυτός πραγματοποίησε, ως ξεναγός, κατά το έτος 2012, παραγράφηκαν, γιατί η έναρξη της παραγραφής τους εκκίνησε την 31-12-2012 και συμπληρώθηκε την 31-12-2017, ενώ οι αξιώσεις που αφορούν στο σύνολο των αιτουμένων από τον ενάγοντα αποδοχών για τα ταξίδια που αυτός πραγματοποίησε, ως ξεναγός, κατά το έτος 2013, παραγράφηκαν, δοθέντος ότι η έναρξη της παραγραφής τους εκκίνησε την 31-12-2013 και συμπληρώθηκε την 31-12-2018, αλλά και οι αξιώσεις που αφορούν στο σύνολο των αιτουμένων από τον ενάγοντα αποδοχών για τα ταξίδια που αυτός πραγματοποίησε, ως ξεναγός, κατά το έτος 2014, παραγράφηκαν, επειδή η έναρξη της παραγραφής τους εκκίνησε την 31-12-2014 και συμπληρώθηκε την 31-12-2019. Μάλιστα, επισημαίνεται ότι η εν λόγω παραγραφή των προαναφερόμενων αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος δεν διακόπηκε ένεκα της άσκησης της προγενέστερης χρονολογικός με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ …/ΕΑΚ …/2016 αγωγής του, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 31-12-2016 και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1111/4-10-2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας της, διότι η ιστορική και νομική βάση της ανωτέρω από 31-12-2016 αγωγής είναι διαφορετική σε σχέση με την ιστορική και νομική βάση της υπό κρίσιν αγωγής, δοθέντος ότι στην πρώτη ως άνω χρονολογικώς αγωγή του οι συνολικές αποδοχές που δικαιούται ο ενάγων, προ και μετά τον υπολογισμό των καταβολών που έγιναν σε αυτόν από την εναγόμενη, υπολογίσθηκαν σε διαφορετικό ύψος σε σχέση με την δεύτερη χρονολογικώς ανωτέρω αγωγή και επομένως το αγωγικό αίτημα της πρώτης αγωγής τυγχάνει διάφορο του αγωγικού αιτήματος της δεύτερης αγωγής, έστω και εάν επιχειρήθηκε περιορισμός του αιτήματος της δεύτερης αγωγής, προκειμένου να εναρμονισθεί με το αίτημα της ως άνω πρώτης αγωγής. Προσέτι, ο περιορισμός αυτός δεν μεταβάλει το γεγονός ότι η ιστορική βάση της πρώτης αγωγής συντέθηκε από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά καθορισμού της αμοιβής του ενάγοντος σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία βασίσθηκε ο καθορισμός της αμοιβής και των συναφών αγωγικών αιτημάτων στην δεύτερη αγωγή. Άλλωστε, στην άνω πρώτη αγωγή μνημονεύονται σαράντα μία επιμέρους συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, έναντι τριάντα οκτώ στην ανωτέρω δεύτερη αγωγή, ήτοι στην δεύτερη αγωγή παραλείφθηκαν τρία ταξίδια, για τα οποία διεκδικήθηκε αμοιβή του ενάγοντος με την πρώτη αγωγή, καθώς επίσης στην δεύτερη αγωγή παρατίθεται ο ισχυρισμός για συμφωνία μεταξύ της εναγόμενης και του ενάγοντος αναφορικά με την καταβολή σε αυτόν πρόσθετης σταθερής αμοιβής για πραγματοποίηση καθημερινής τετράωρης υπερωριακής εργασίας, η οποία (συμφωνία) δεν περιλαμβάνεται στην πρώτη ως άνω αγωγή, δεδομένου ότι στην πρώτη αγωγή του αναφέρεται διαφορετικός υπολογισμός των επιδομάτων εορτών και αδείας συγκριτικά με τον υπολογισμό που εκθέτει στην δεύτερη αγωγή και διαφορετικά ποσά και δη μικρότερα αξιώθηκαν για τις εν λόγω αιτίες στην πρώτη αγωγή, από τα ποσά που αξιώθηκαν με την δεύτερη αγωγή. Ακόμη, στην ανωτέρω πρώτη αγωγή αναφέρεται διαφοροποιημένη παρουσίαση των αξιώσεων του ενάγοντος για πρόσθετη αμοιβή λόγω πεζοπορίας, δηλαδή δύο ημέρες το λιγότερο σε κάθε εκδρομή, σε σχέση με τις ίδιες αξιώσεις, όπως εκτέθηκαν στην δεύτερη αγωγή για την διεκδίκηση αμοιβών λόγω πεζοπορίας αναλόγως του προγράμματος εκάστης εκδρομής. Δηλονότι, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος με την ως άνω δεύτερη χρονολογικώς αγωγή του θεμελιώνονται μεν κατά την κύρια βάση τους στις διατάξεις του νόμου εν γένει εκ της εγκύρου συμβάσεως εργασίας του με την εναγόμενη, αλλά πηγάζουν κατά τις επί μέρους διακρίσεις τους από διαφορετικές νομικές και ιστορικές αιτίες από το σύνολο του εργατικού δικαίου, που έχουν ασκηθεί το πρώτον με τούτην την δεύτερη αγωγή και δεν αποτελούν περιεχόμενο, κατά την ιστορική και νομική τους θεμελίωση, της ως άνω πρώτης χρονολογικώς αγωγής του, με αποτέλεσμα να έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή τους, όπως προεκτέθηκε, δεκτού γενομένου ως ουσία βάσιμου και του σχετικού ισχυρισμού - ένστασης της εναγόμενης περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων, που αυτή πρότεινε παραδεκτά και νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρει με τις προτάσεις της και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Δεχόμενη, επομένως, τα ίδια και η εκκαλουμένη δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, με πλήρη αιτιολογία, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης, κατά τις επιμέρους διακρίσεις του, με τον οποίον προσβάλλεται η εκκαλούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, με τις αιτιάσεις ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένος δέχθηκε ότι οι προαναφερόμενες αγωγές του έχουν διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, ότι είναι διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά τους και ο υπολογισμός των αξιώσεων του, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 263 ΑΚ, όπως παρατίθενται, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, σύμφωνα και με τα προδιαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη.
Επιπροσθέτως, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εκκαλών εκθέτει ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δεν εξέτασε και δεν αποφάνθηκε ως προς την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που ο ίδιος πρότεινε νομοτύπως και παραδεκτώς με την προσθήκη - αντίκρουση επί των προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις σελίδες 94-99 της προσθήκης αντίκρουσής του, στην οποία αναπτύσσει, κατά περιεχόμενο, τους λόγους που οι δύο αγωγές του δεν διαφοροποιούνται και ότι η δεύτερη αγωγή συμπληρώνει τις αοριστίες της πρώτης, κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα. Πλην όμως, ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι προτείνεται για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη από τον εκκαλούντα και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσει της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, διότι δεν γεννήθηκε μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως, δεν επικαλείται ο εκκαλών ότι δεν προβλήθηκε στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από δικαιολογημένη αιτία, δεν έχει προκύψει μεταγενέστερα, ούτε αποδεικνύεται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης, δεδομένου ότι και ο ίδιος ο εκκαλών ρητώς μνημονεύει ότι περιέλαβε την προεκτεθείσα αντένστασή του στην ανωτέρω προσθήκη - αντίκρουσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς τούτη η αντένσταση να έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά της εκκαλουμένης και να αποτελεί περιεχόμενο των προτάσεών του, σύμφωνα με προπαρατεθέντα στην νομική σκέψη. Επιπλέον, ο προαναφερθείς ισχυρισμός - αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής κρίνεται απορριπτέος και ως απαράδεκτος ένεκα αοριστίας, γιατί δεν περιέχει σαφώς κατά τα ως άνω περιεχόμενό του το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και δεν καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για την απόρριψη της ένστασης παραγραφής και ειδικότερα διότι δεν μνημονεύονται ο χρόνος και ο τρόπος διακοπής της παραγραφής και δη ο χρόνος ασκήσεως της πρώτης χρονολογικώς αγωγής, η έκδοση και πότε αποφάσεως επ’ αυτής, ο χρόνος ασκήσεως της δεύτερης χρονολογικώς αγωγής του και εντός ποιου χρονικού διαστήματος σε σχέση με την έκδοση της αποφάσεως επί της πρώτης ως άνω αγωγής του, ήτοι αναλυτικά με στοιχεία και επίκληση των ανάλογων εγγράφων, δικογράφων και δικονομικών σταδίων, κατά αντίστοιχο χρόνο και πράξεις του, όπως εκθέσεις επιδόσεως των σχετικών δικογράφων ή αποφάσεων, παρά μόνον παρατίθενται ισχυρισμοί που αφορούν στην άρνηση των διαφοροποιήσεων των ως άνω δύο αγωγών κατά το περιεχόμενό τους. Επομένως, και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίον προσβάλλεται η εκκαλούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αναφορικά με την προαναφερόμενη αντένσταση παραγραφής, κατά τις επί μέρους διακρίσεις του, όπως εκτιμάται προσηκόντως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, σύμφωνα και με προεκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη. Κατόπιν των προμνημονευομένων, η εκκαλουμένη που δέχτηκε τα ίδια και δη απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως ουσία αβάσιμη ένεκα παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος, δεν έσφαλε αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, με πλήρη αιτιολογία, οι δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι κατά τις άνω επί μέρους διακρίσεις λόγοι της έφεσης, με τους οποίους προσβάλλει τις διατάξεις της εκκαλούμενης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ελλιπή αιτιολογία, όπως εκτιμώνται προσηκόντως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 183, 179, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα και για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις ….. 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]