ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 14°
ΑΡΙΘΜΟΣ 961/2025
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελευθερία Αθανασίου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ερασμία Κανατά.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου του έτους 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ: 1) Του Αθλητικού Σωματείου με την επωνυμία «….», που εδρεύει στον …. Αττικής, οδός …., αριθμός 80 και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …. και 2) …., κατοίκου … Αττικής, οδός …, με ΑΦΜ …. της Δ.Ο.Υ. …. Αττικής, του οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αριστόδημος Λυχναράς του Χρήστου, Δικηγόρος … (AM …), δυνάμει των από 14.09.2023 δικαστικών πληρεξουσίων του …., υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου του σωματείου δυνάμει του από 28.01.2022 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού και του δεύτερου εκκαλούντος ατομικά, τα οποία φέρουν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους, που παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό …..2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) …. και 2) …., του οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Κωνσταντίνος Παπαστεργίου του Γεωργίου, Δικηγόρος … (AM ….) , που παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό ΠΒ …..2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου ….
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 25.06.218 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2018 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2018 αγωγή και ζήτησαν να γίνει αυτή δεκτή. Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε την 15η Μαΐου του έτους 2019, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 3574/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), που κήρυξε εαυτό καθύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση στο καθύλην αρμόδιο Δικαστήριο, ήτοι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Με την από 30.06.2020 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2020 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/2020 κλήση των εναγόντων, η αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής, που συζητήθηκε την 4η Φεβρουάριου του έτους 2021, εκδόθηκε η με αριθμό 5090/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), που δέχθηκε αυτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες άσκησαν την 27η Ιουλίου του έτους 2021 στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 26.07.2021 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2021 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2021 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 19η Ιανουάριου του έτους 2022, έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης 508/2022 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2022 προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 21ης Σεπτεμβρίου του έτους 2023 και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της έφεσης ματαιώθηκε λόγω απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων. Με την από 29.02.2024 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2024 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2024 κλήση των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η έφεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά τη δικάσιμο αυτή η έφεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 29.02.2024 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2024 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2024 κλήση των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, η από 26.07.2021 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2021 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2021 έφεση και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Η κρινόμενη από 26.07.2021 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2021 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2021 έφεση των εκκαλούντων - εναγόμενων, στρεφόμενη κατά της με αριθμό 5090/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 27η Ιουλίου του έτους 2021, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, που έλαβε χώρα την 30η Ιουνίου του έτους 2022, στον πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά νόμο αντίκλητο (άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) των εκκαλούντων - εναγομένων (άρθρο 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. - βλ. σχετ. την με αριθμό 4201Β730.06.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ...). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 239 παρ. 4 του νόμου 4364/2016), για δε το παραδεκτό της άσκησής της κατατέθηκε από τους εκκαλούντες το παράβολο, ποσού εκατό ευρώ (100 ευρώ), που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 περ. Α-β’ του Κ.Πολ.Δ., δυνάμει του με κωδικό αριθμό …. ηλεκτρονικού παράβολου και της από 26.07.2021 απόδειξης πληρωμής αυτού της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…. Α.Ε. καθώς και το με αριθμό …./27.07.2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (άρθρο 61 παρ. 4 του νόμου 4194/2013), ως βεβαιώνεται στην έκθεση κατάθεσης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την κρινόμενη αγωγή εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει επαγγελματίας αθλήτρια καλαθοσφαίρισης και ότι δεύτερος εξ αυτών τυγχάνει αθλητικός διαμεσολαβητής με αριθμό FIBA .... Ότι δυνάμει της από 31.08.2017 έγγραφης σύμβασης με το πρώτο εναγόμενο αθλητικό σωματείο, η οποία συνήφθη με τη διαμεσολάβηση του δεύτερου ενάγοντος, ενεργούντος ως εκπροσώπου της πρώτης εξ αυτών, συμφωνήθηκε η ένταξη της τελευταίας στο δυναμικό γυναικείας καλαθοσφαίρισης αυτού για την αγωνιστική περίοδο 2017-2018, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στη σύμβαση. Ότι η διάρκεια παροχής των αθλητικών υπηρεσιών της πρώτης ενάγουσας ορίσθηκε για χρονικό διάστημα επτά (07) μηνών και ότι η αμοιβή της συμφωνήθηκε στο ποσό των δεκατριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι ευρώ (13.620 ευρώ), καταβλητέο σε μηνιαίες δόσεις, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι το ποσό της αμοιβής συμφωνήθηκε εγγυημένο, δηλαδή το εναγόμενο αθλητικό σωματείο ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής και στην περίπτωση που η πρώτη εξ αυτών δεν θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της λόγω ατυχήματος ή ασθένειας και ότι για την περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των δόσεων της αμοιβής πέραν των 15 ημερών συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα ύψους σαράντα ευρώ (40 ευρώ) για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ότι η αμοιβή του δεύτερου ενάγοντος για τη διαμεσολάβησή του συμφωνήθηκε στο ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ), καταβλητέα σε δύο ισόποσες δόσεις. Ότι στη σύμβαση συμβλήθηκε και ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος εγγυήθηκε την τήρηση των υποχρεώσεων του σωματείου έναντι τους (εναγόντων) καθώς και την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της συμφωνηθείσης αμοιβής έκαστου εξ αυτών. Ότι σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης η πρώτη ενάγουσα αφίχθη στην Ελλάδα την 31.08.2017 και κατόπιν της υποβολής της σε πλήρη ιατρικό έλεγχο εντάχθηκε στο γυναικείο τμήμα καλαθοσφαίρισης του πρώτου εναγόμενου. Ότι την 29.10.2017, στη διάρκεια αγώνα καλαθοσφαίρισης, η πρώτη ενάγουσα τραυματίσθηκε και υποχρεώθηκε με εντολή του θεράποντος ιατρού της σε αποχή από τις αθλητικές υπηρεσίες της για χρονικό διάστημα 6-9 μηνών. Ότι κατόπιν τούτου αμφότεροι αξίωσαν την καταβολή της αμοιβής τους, που είχε συμφωνηθεί εγγυημένη και ότι στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς συμφωνήθηκε εγγράφως την 06.11.2017 η λύση της μεταξύ τους σύμβασης, η καταβολή στην πρώτη ενάγουσα του ποσού των 6.100 ευρώ σε τέσσερις δόσεις τις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 680 ευρώ σε μία δόση καθώς και να καλυφθεί από το πρώτο εναγόμενο το κόστος του εισιτηρίου για την επιστροφή της πρώτης εξ αυτών στην Ολλανδία. Ότι στην ανωτέρω τροποιητική συμφωνία ετέθη όρος ότι αυτή τελεί υπό την αίρεση της πλήρους και εμπρόθεσμης τήρησης των όρων της, ήτοι της πλήρους και εμπρόθεσμης εξόφλησης κάθε δόσης των ανωτέρω ποσών και ότι σε αντίθετη περίπτωση οι ενάγοντες δικαιούνταν να αξιώσουν την αμοιβή τους εκ της αρχικής σύμβασης καθώς και την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα. Ότι παρά τις διαρκείς και επανειλημμένες οχλήσεις τους το πρώτο εναγόμενο δεν τήρησε τους όρους της τροποποιητικής συμφωνίας και ότι μετά την άρνηση της πρώτης ενάγουσας να αποδεχθεί την από 12.01.2018 πρόταση των εναγομένων περί σύναψης νέας συμφωνίας, με την οποία προτάθηκε μείωση του ποσού της αμοιβής της και νέο χρονοδιάγραμμα καταβολής αυτής, το σωματείο κατέβαλε στους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους έναντι της οφειλής του στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 4.300 ευρώ, ενώ δεν προέβη σε καμία καταβολή έναντι της οφειλής του στον δεύτερο από αυτούς. Ότι λόγω μη τήρησης των όρων της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας ενεργοποιήθηκαν οι όροι της αρχικής σύμβασης και ότι οι εναγόμενοι, υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους, του αντισυμβαλλόμενου και του εγγυητή αντίστοιχα, οφείλουν λόγω της υπερημερίας τους στην πρώτη εξ αυτών, αφαιρουμένων των γενόμενων καταβολών, το ποσό των 9.320 ευρώ και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 1.362 ευρώ καθώς και το ποσό της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, που ανέρχεται σε 11.560 ευρώ, ως αυτό αναλυτικά υπολογίζεται στην αγωγή. Με βάση αυτό το ιστορικό αιτήθηκαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, ως ενεχόμενοι έναντι τους (εναγόντων) από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, ως αυτοφειλέτης και ως εγγυητής αντίστοιχα, άλλως, και σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι επωφελήθηκαν (εναγόμενοι) των υπηρεσιών τους εναγόντων) χωρίς να καταβάλουν σε αυτούς αμοιβή και εξοικονόμησαν με τον τρόπο αυτό την δαπάνη που θα κατέβαλαν σε οιαδήποτε άλλη αθλήτρια του επιπέδου της πρώτης εξ αυτών και σε οιοδήποτε διαμεσολαβητή, καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό (εναγόμενοι) πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας τους (εναγόντων), ο δε πλουτισμός τους σώζεται, το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ευρώ (9.320 ευρώ) στην πρώτη εξ αυτών νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής (αίτημα επιδίκασης τόκων υπάρχει στην επικουρική αγωγική βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού) και το ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ) στον δεύτερο εξ αυτών, νομιμοτόκως κατά το ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 01.12.2017 και κατά το λοιπό ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 31.01.2018, άλλως για το σύνολο του ποσού από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα ευρώ (11.560 ευρώ) ως ποινική ρήτρα και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.
Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. αρνήθηκαν αιτιολογημένα την αγωγή, προέβαλαν ισχυρισμούς περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του δεύτερου ενάγοντος και παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου εναγόμενου καθώς και ενστάσεις περί ακυρότητας της σύμβασης, ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής, εξοφλήσεως, άλλως και επικουρικά συμψηφισμού για το καταβληθέν ποσό των 8.200 ευρώ, καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ένσταση περί απώλειας του πλουτισμού όσον αφορά στην επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε (ορθώς) ότι η διαφορά που πηγάζει από την ιστορούμενη στην αγωγή σύμβαση μεταξύ του εναγόμενου αθλητικού σωματείου, που δεν διατηρεί τμήμα αμειβόμενων αθλητών (Τ.Α.Α.) και των εναγόντων, δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΑΠ 199/2023 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 216/2020 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), αλλά στην τακτική διαδικασία και ακολούθως έκρινε ότι η αγωγή, για το καταψηφιστικό αίτημα της οποίας καταβλήθηκε το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, παραδεκτά στρέφεται κατά του δευτέρου των εναγομένων, ότι αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, απέρριψε τις ενστάσεις των εναγομένων που αφορούσαν στην κύρια βάση αυτής και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ήδη κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες - εναγόμενοι παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση τους για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή και την καταδίκη των εφεσιβλήτων στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι’ αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΟλΑΠ 4/2021 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με το νόμο 2725/1999 «Ερασιτεχνικός και Επαγγελματικός Αθλητισμός και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 121 Α717.06.1999), ο αθλητισμός διακρίνεται σε ερασιτεχνικό (Τμήμα Α’ άρθρο 1 έως 58) και επαγγελματικό (Τμήμα Β’ άρθρα 59 έως 118). Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι : «Αθλητικό Σωματείο είναι η κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 επ. του Α.Κ. ένωση φυσικών προσώπων που έχει ως κύριο σκοπό την συστηματική καλλιέργεια και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων των αθλητών της για την συμμετοχή τους σε αθλητικούς αγώνες». Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού : «Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε αθλητές που δεν αγωνίζονται σε τμήμα αμειβομένων αθλητών Αθλητικού Σωματείου ή σε Αθλητική Ανώνυμη Εταιρία» (παρ. 1). «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 85 του παρόντος Νόμου, ή αγωνιστική δραστηριότητα των αθλητών δεν αποτελεί άσκηση επαγγελματικής αθλητικής Οικονομικές, ή άλλες παροχές που δίνονται, από αθλητικά σωματεία, ενώσεις ή ομοσπονδίες σε αθλητές, ως ενίσχυση για την υποστήριξη της αθλητικής τους δραστηριότητας, δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 86 του παρόντος Νόμου. Οι σχέσεις αθλητών και Αθλητικών Σωματείων καθορίζονται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας» (παρ. 2). Σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 59. του ιδίου Νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του νόμου 3057/2002 : «Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από εισήγησή της οικείας Αθλητικής Ομοσπονδίας, μπορεί, να καθορίζεται, ο κλάδος άθλησης και οι κατηγορίες των αγώνων πρωταθλημάτων του στη διεξαγωγή των οποίων επιτρέπεται η συμμετοχή αθλητών με αμοιβή. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και οι τυχόν ειδικότεροι, όροι ίδρυσης και λειτουργίας TAA και ΑΑΕ στο συγκεκριμένο κλάδο» (παρ. 1) «Για την έκδοση της πιο πάνω απόφασης λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα οικονομικά στοιχεία βιωσιμότητας του κλάδου άθλησης, ο βαθμός και οι δυνατότητες ανάπτυξής του» (παρ. 2) και του άρθρου 64 «Σύσταση αθλητικής ανώνυμης εταιρίας επιτρέπεται μόνο με τη μετατροπή του TAA. Σε περίπτωση μη υπάρξεως TAA λόγω λειτουργίας στο οικείο άθλημα ανωνύμων αθλητικών εταιριών, επιτρέπεται η σύσταση ΑΑΕ με τη μετατροπή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών του αθλητικού σωματείου» (παρ. 1) «Η εταιρία που συνιστάται υποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αθλητικού Σωματείου που προκύπτουν κατά περίπτωση από τη δραστηριότητα του TAA ή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών. Κατά τα Λοιπά δεν επηρεάζονται η μορφή και η λειτουργία του αθλητικού σωματείου, το οποίο διατηρεί τα υπόλοιπα αθλητικά του τμήματα, συμπεριλαμβανομένου και του αντίστοιχου ερασιτεχνικού τμήματος» (παρ. 2). Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 1 έως 4του ιδίου ως άνω νόμου : «Αθλητής με αμοιβή είναι εκείνος που συνδέεται με Αθλητικό Σωματείο που διατηρεί TAA με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών" (παρ. 1) Επαγγελματίας αθλητής είναι εκείνος που συνδέεται με την Α.Α.Ε. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών» (παρ. 2). «Κατ’ εξαίρεση αθλητής με αμοιβή ή επαγγελματίας αθλητής ανάλογα, είναι και εκείνος ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 94 του παρόντος Νόμου» (παρ. 3) «Η πιο πάνω σύμβαση εργασίας αθλητή με αμοιβή ή επαγγελματία αθλητή διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του νόμου αυτού» (παρ. 4). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης διακρίνει μεταξύ αφενός αθλητών με αμοιβή ή επαγγελματιών αθλητών, οι οποίοι είναι αντίστοιχα εκείνοι που παρέχουν αντί αμοιβής τις αθλητικές τους υπηρεσίες στα αθλητικά σωματεία που διατηρούν Τμήμα Αμειβομένων Αθλητών ή στις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρίες δυνάμει συμβάσεων ρητώς χαρακτηριζομένων ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και διεπομένων από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας και αφετέρου ερασιτεχνών αθλητών, οι οποίοι εντάσσονται στη δύναμη ενός αθλητικού σωματείου, είτε ως μέλη του είτε με τη σύναψη συμβάσεως με αυτό, που στόχο έχει τη δια της παροχής των αθλητικών τους υπηρεσιών ανάπτυξη του οικείου αθλήματος και η οποία διέπεται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας. Ο χαρακτηρισμός δηλαδή ενός αθλητή ως επαγγελματία ή ερασιτέχνη εξαρτάται από τον κλάδο άθλησης στον οποίο ανήκει, καθόσον δεν είναι όλοι οι κλάδοι οργανωμένοι σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού και περαιτέρω από το ποιος είναι αντισυμβαλλόμενός του στη συναπτόμενη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών. Έτσι, έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή αθλητικών υπηρεσιών διεπομένη από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας μπορεί να συναφθεί μόνον μεταξύ αθλητή και TAA αθλητικού σωματείου ή ΑΑΕ σε κλάδο άθλησης πού με υπουργική απόφαση έχει οργανωθεί σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού (άρθρα 59 του ανωτέρω νόμου), καθόσον μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις επιτρέπεται από το νόμο η κατάρτιση τέτοιας σύμβασης. Η σύμβαση αντίθετα μεταξύ αθλητή του Αθλητικού Σωματείου που δεν διατηρεί Τ.Α.Α., συνάπτεται στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση στην οποία, κατά τις επιταγές του ανωτέρω νόμου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του καταστατικού του σωματείου ή τού σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας. Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως μπορεί να συμφωνηθούν (άρθρο 361 του Α.Κ.) οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή, οι οποίες όμως δεν μεταβάλλουν το χαρακτήρα της και δεν την καθιστούν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα προς αυτόν, όπως αντίθετα ισχύει με την αμοιβή στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δίνεται ως οικονομικό αντάλλαγμα για την παροχή από τον αθλητή των αθλητικών του υπηρεσιών, αλλά συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενίσχυση του σωματείου προς τον αθλητή για την. υποστήριξη της αθλητικής του δραστηριότητας και την επίτευξη της κατά το δυνατό καλύτερης απόδοσής του και περαιτέρω την δι’ αυτής καλλιέργεια της ανάπτυξης του οικείου αθλήματος, στην οποία αποβλέπουν αντιστοίχως και οι εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του αθλητή (τήρηση προγράμματος προπόνησης συμμόρφωση με τις οδηγίες του προπονητή κλπ.). Η ανωτέρω δηλαδή συνδέουσα τον ερασιτέχνη αθλητή με το αθλητικό σωματείο έννομη σχέση δεν αποβλέπει σε υλικό όφελος, αλλά στην αθλητική ενασχόληση από ελευθεριότητα του πρώτου και την καλλιέργεια του οικείου αθλήματος από το δεύτερο, η δε τυχόν συμφωνηθείσα οικονομική παροχή προς τον αθλητή αποκλειστικό σκοπό, έχει να διευκολύνει την επίτευξη αυτού του στόχου και σε καμία περίπτωση ο ερασιτέχνης αθλητής δεν μπορεί να είναι εργαζόμενος μισθωτός του σωματείου στο οποίο παρέχει τις αθλητικές υπηρεσίες, ανεξαρτήτως του ύψους των οικονομικών ανταλλαγμάτων του λαμβάνει. Συνεπώς, η συναπτόμενη μεταξύ αθλητή καλαθοσφαίρισης και αθλητικού σωματείου, που δεν διατηρεί τέτοιο τμήμα, σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 του ανωτέρω νόμου, αλλά πρόκειται για την προαναφερόμενη ιδιόμορφου χαρακτήρα σύμβαση που διέπεται από το Καταστατικό του Σωματείου, ο δε αθλητής δεν είναι μισθωτός απασχολούμενος από το σωματείο, αλλά παρέχει τις αθλητικές του υπηρεσίες σε αυτό στα πλαίσια της από ελευθεριότητα ενασχόλησής του με το οικείο άθλημα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οικονομικών παροχών προς αυτόν που ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται και για την κάλυψη των αναγκών βιοπορισμού του. Επομένως, στη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου για διαφορές νομίμων αποδοχών, επιδόματα εορτών, άδειας, αποδοχές άδειας (ΑΠ 199/2023 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 216/2020 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 690/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη ελλείψει μνείας σε αυτή των απαραίτητων στοιχείων που την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της. Επί του ανωτέρω λόγου έφεσης λεκτέα τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, στο δικόγραφο της αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, αναφέρουν τη σύναψη σύμβασης με το πρώτο εναγόμενο αθλητικό σωματείο, τους ειδικότερους όρους αυτής, τη συμφωνία για την αμοιβή τους και τον τρόπο καταβολής αυτής, την αδυναμία της πρώτης ενάγουσας να συνεχίσει να παρέχει τις αθλητικές υπηρεσίες της στο γυναικείο τμήμα καλαθοσφαίρισης του σωματείου λόγω τραυματισμού της, τη μεταγενέστερη συμφωνία για αποδέσμευση της πρώτης ενάγουσας από τη σύμβαση και τη λύση αυτής υπό τον όρο καταβολής της συμφωνηθείσης αμοιβής αυτής και του δεύτερου ενάγοντος για τη διαμεσολάβηση του στους ορισθέντες χρόνους, την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης που είχε συμπεριληφθεί στην νεώτερη συμφωνία, την υπερημερία των εναγομένων στην εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων, τα θεμελιωτικά της νομιμοποίησης, ενεργητικής και παθητικής, στοιχεία, των διαδίκων προς την επίδικη έννομη σχέση (η νομιμοποίηση ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ερευνάται αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρα 68, 73 του Κ.Πολ.Δ, η δε συνέπεια της παράλειψης αναφοράς των στοιχείων νομιμοποίησης στο δικόγραφο της αγωγής είναι το απαράδεκτο αυτής - βλ. σχετ. ΑΠ 339/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 602/2002 ΕλλΔνη 2002.1680, ΑΠ 954/1997 ΕλλΔνη 40.339), το αιτούμενο από έκαστο ενάγοντα χρηματικό ποσό ως αμοιβή λόγω της υπερημερίας των εναγομένων καθώς και το αιτούμενο από την πρώτη ενάγουσα ποσό ποινικής ρήτρας λόγω κατάπτωσης αυτής. Επομένως, η αγωγή διαλαμβάνει τα απαιτούμενα, κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ,. στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και αξιολόγηση της. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η αγωγή πάσχει αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται σε αυτή εάν το πρώτο εναγόμενο σωματείο διατηρούσε το ένδικο χρονικό διάστημα Τμήμα Αμειβομένων Αθλητών, ώστε να διακριβωθεί εάν η σύμβαση αθλητικών υπηρεσιών που συνήφθη με την πρώτη ενάγουσα διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ή αν πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση, στην οποία δεν εφαρμόζεται οι ανωτέρω νομοθετικές ρυθμίσεις, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στο δικόγραφο αυτής γίνεται ρητή μνεία ότι η σύμβαση συνήφθη μεταξύ της πρώτης των εναγόντων, αθλήτριας καλαθοσφαίρισης και του αθλητικού σωματείου, το οποίο δεν διατηρεί τέτοιο τμήμα, ώστε είναι ερασιτεχνικό (βλ. σχετ. 15η σελίδα της αγωγής). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό, αν και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ.), ορθά κατ’ αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη της παρούσας, απορριπτόμενου του σχετικού πρώτου λόγου της έφεσης ως αβάσιμου.
II. Αίρεση είναι ο όρος που προστίθεται σε δικαιοπραξία, σύμφωνα με τον οποίο η ενέργεια της εξαρτάται από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (ΑΠ 1252/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 133/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 178/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τα απαραίτητα στοιχεία της αίρεσης, όπως προκύπτουν από τον παραπάνω ορισμό, είναι : α) ο όρος να έχει τεθεί από τον δικαιοπρακτούντα ή τους δικαιοπρακτούντες (δεν πρόκειται, επομένως, για αίρεση, αν ο όρος τάσσεται από το νόμο ή με δικαστική απόφαση), β) το γεγονός από το οποίο εξαρτάται η δικαιοπραξία να είναι μελλοντικό, γ) το γεγονός από το οποίο εξαρτάται η δικαιοπραξία να είναι αντικειμενικώς αβέβαιο, δηλαδή να μην είναι ανθρωπίνως δυνατό να προβλεφθεί αν θα επέλθει ή όχι (ΑΠ 604/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αναβλητική κατ’ άρθρο 201 του Α.Κ. είναι η αίρεση, με βάση την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας εξαρτώνται από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, οπότε τα έννομα αποτελέσματα της επέρχονται, μόλις ολοκληρωθεί η αίρεση, η επέλευση δηλαδή, των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας αναβάλλεται, έως το χρονικό σημείο που θα συμβεί και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτήθηκε η επέλευση των αποτελεσμάτων της αίρεσης (ΑΠ 1425/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1503/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1503/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Διαλυτική κατ’ άρθρο 202 του Α.Κ. είναι η αίρεση, με βάση την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας παράγονται αμέσως, ανατρέπονται, όμως, και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, όταν και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε. Αν η αίρεση είναι διατυπωμένη σε θετική μορφή, η πλήρωσή της επέρχεται με την επέλευση του γεγονότος αυτού. Αν είναι διατυπωμένη σε αρνητική μορφή, πληρούται, όταν είναι βέβαιο ότι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται δεν θα επέλθει. Η πλήρωση της αίρεσης επέρχεται αυτοδικαίως (ipso jure) και ανεξάρτητα από τη θέληση, τη σύμπραξη ή τη γνώση των μερών (ΑΠ 50/2024 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η διαπίστωση του χαρακτήρα μιας αίρεσης ως αναβλητικής ή διαλυτικής αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας κατά τους κανόνες περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών (ΕφΑΘ 2534/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που τυχόν δόθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη (ΕφΑΘ 3076/2024 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα, αντικειμενική καλή πίστη, είναι η ευθύτητα, η εμπιστοσύνη και η εντιμότητα, που υπαγορεύεται σε κάθε άνθρωπο, από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής, που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων, το περί ηθικής συναίσθημα του κατά τη γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος και υγιώς σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου. Ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος συναρτάται προς την επιτελουμένη δια του δικαιώματος λειτουργία, πέραν της εξυπηρετήσεως των ατομικών συμφερόντων του φορέως του, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως, είναι δηλαδή το όριο, που ενυπάρχει στο δικαίωμα, από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη αντίθεση προς αυτά (ΑΠ 615/1994 ΕλλΔνη 36.340, ΕφΑΘ 4019/1999 ΕλλΔνη 40.1586). Τα κριτήρια ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος τίθενται διαζευκτικώς, υπό την έννοια ότι αρκεί η πλήρωση του ενός, προκειμένου να διαγνωσθεί η κατάχρηση. Η υπέρβαση των ορίων ασκήσεως του δικαιώματος είναι προφανής όταν είναι έκδηλος, καταφανής. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ανωτέρω ορίων να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε σε συνάρτηση με αυτή του υπόχρεου (εφόσον όμως του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτή) ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, που καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οι οποίες κρίνονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 42.383, ΟλΑΠ 1/1997 ΕλλΔνη 38.534, ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 38.410, ΑΠ 66/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 291/2003 ΕλλΔνη 45.424, АП 321/2002 ΕλλΔνη 44.143, АП 1129/2002 ΕλλΔνη 45.424, АП 681/2000 ΕλλΔνη 42.109). Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, που μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο. Επίσης, καταχρηστική είναι η άσκηση του δικαιώματος στην περίπτωση που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον προσβολέα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν και όχι κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του (ΑΠ 2099/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1878/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 263/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 16/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 17/1995 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1871/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1504/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1623/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 91/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1130/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1521/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 279/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 298/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τοιαύτη υπέρβαση υπάρχει, όταν ο ασκών το δικαίωμα, ουδέν συμφέρον προσδοκά ή, κατ’ άλλη έκφραση, όταν η υπέρβαση προκαλεί έντονα εντύπωση αδικίας. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι για τη θεμελίωση της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν αρκεί η απλή αδράνεια του δικαιούχου επί μεγάλο χρονικό διάστημα, έλασσον του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου (ΟλΑΠ 7/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 151/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, η οποία (αδράνεια), ωστόσο, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος (ΟλΑΠ 7/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. : «Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν : 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 88/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ως νέοι ισχυρισμοί κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, 1544/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1306/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. : «Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη». Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα αν αυτή απορρέει από σύμβαση, ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή, ή από άλλη δικαιοπραξία, ή αν πηγάζει απευθείας από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ. Η αρχή που θεσμοθετείται με την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. εφαρμόζεται στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη, όσο και του δανειστή, οι οποίες απορρέουν από οποιαδήποτε ενοχή, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ., λειτουργεί δε, τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών σε όσες περιπτώσεις, ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών, όπως είναι οι νομισματικές υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών, παρέχοντας στο δικαστή τη δυνατότητα όπως, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, προσδιορίσει την παροχή, κατ’ απόκλιση των συμφωνηθέντων, περιστέλλοντας ή επεκτείνοντας το συμφωνηθέν μέγεθος της, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. Αναγκαία συνέπεια του χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 288 του Α.Κ. ως αναγκαστικού δικαίου και δημοσίας τάξεως είναι ότι πρέπει να εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο χωρίς την ανάγκη υποβολής ιδιαιτέρου αιτήματος. Ωστόσο, προκειμένου το Δικαστήριο να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρονται στην σχετική ένσταση, σύμφωνα με το σύστημα συζήτησης που καθιερώνει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ανάγκη μείωσης ή αναπροσαρμογής του οφειλόμενου ποσού με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και μάλιστα σε όση έκταση και σε όποιο μέρος επιβάλλεται από αυτές. Σύμφωνα με τα παραπάνω οι διάδικοι μπορούν να επικαλεστούν την ως άνω διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. και μετά τη συζήτηση σε πρώτο βαθμό, αλλά υπό τον περιορισμό της διάταξης του άρθρου 527 περ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 247/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1301/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1229/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
V. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 522 και 534 του Κ.Πολ.Δ. εάν το διατακτικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται ορθό, δεν παρέχεται στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με έφεση απόφασης, η δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της έφεσης όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης. Έτσι, εάν ο εναγόμενος παραπονείται με την έφεσή του, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη κάποια ένστασή του, το Εφετείο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει την νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης και εάν την κρίνει νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη να απορρίψει την έφεση και να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να την εξαφανίσει, αλλά οφείλει να περιορισθεί μόνο στην έρευνα του διατυπούμενού με το σχετικό λόγο της έφεσης παραπόνου και εάν κρίνει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ως αόριστη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη, είναι υποχρεωμένο να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, μόνο δε μετά την εξαφάνισή της και διακράτηση της υπόθεσης, προς εξέταση της ουσίας της (άρθρο 535 παρ.ί του Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να ερευνήσει τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης. Εάν, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο περιοριστεί να αντικαταστήσει, στην περίπτωση αυτή, την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης. Σε αντίθετη λύση δεν οδηγεί μόνο το γεγονός ότι εάν η σχετική ένσταση είναι καταχρηστική δεν δημιουργείται δυσμενέστερο δεδικασμένο για τον εφεσίβλητο-εναγόμενο, διότι κατά το άρθρο 330 του Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο εκτείνεται όχι μόνο στις καταχρηστικές ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν, αλλά και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, ως ένσταση δε που δεν προτάθηκε θεωρείται και εκείνη που απορρίφθηκε ως αόριστη. Η διάταξη του άρθρου 536 παρ.ί του Κ.Πολ.Δ., που, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 534 του ίδιου κώδικα, απαγορεύει, κατά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, πριν από την εξαφάνισή της, την έκδοση απόφασης επιβλαβέστερης για τον εκκαλούντα και, συνεπώς, απόφασης με δυσμενέστερο γι’ αυτόν δεδικασμένο, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, δεν επιτρέπει υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί μέσα στα όρια αυτά, οπότε δεν απαγορεύεται η έκδοση απόφασης (πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης), με ισοδύναμο προς την πρωτόδικη δεδικασμένο, η οποία δεν είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα (ΑΠ 385/2021 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 314/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 829/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1043/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας, «Ερμηνεία ΚΠολΔ», έκδοση 2020, άρθρο 534, αριθμός 3, σελ. 186).
Από τη με αριθμό …..2018 ένορκη βεβαίωση της …., που εξετάσθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια των εναγόντων, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων (βλ. σχετ. τις με αριθμούς …. και …. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….), από τη με αριθμό ….2018 ένορκη βεβαίωση της …., που εξετάσθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με επιμέλεια των εναγόντων, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων (βλ. σχετ. την από 25.06.2018 κλήση - γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων και τις με αριθμούς …. και …. εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ….), από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ.), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 386/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1804/2012 ΧρΙΔ 2013.372), μεταξύ των οποίων : α) τα ξενόγλωσσα έγγραφα, που προσκομίζονται από τους διαδίκους, τα οποία συνοδεύονται από επίσημη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα, επικυρωμένη κατά νόμο (ΑΠ 1344/2007 ΝοΒ 56.905, ΜονΕφΠειρ 809/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και β) τα έγγραφα που προσκομίζονται από τους εναγόμενους συντεταγμένα στην αγγλική γλώσσα (σχετ. 23α’-23γ’) χωρίς επίσημη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 454 του Κ.Πολ.Δ.) και εκτιμώνται ελεύθερα μαζί με τα άλλα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (340 παρ. 1 εδ. εδ β’ του Κ.Πολ.Δ. - βλ. σχετ. ΑΠ 124/2023 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Το πρώτο των εκκαλούντων είναι αθλητικό σωματείο, το οποίο έχει έδρα στον ...Αττικής και σύμφωνα με το ισχύον καταστατικό του, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό .../2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ως σκοπό την διάδοση, προαγωγή και ανάπτυξη όλων των αθλημάτων μέσα στο γενικότερο πνεύμα της Ολυμπιακής Ιδέας, τη συστηματική καλλιέργεια και ανάπτυξη των δυνατοτήτων των αθλητών του για την συμμετοχή τους σε αθλητικούς αγώνες στην ημεδαπή και αλλοδαπή και για την διάκρισή τους, την ανάπτυξη σχέσεων με άλλους συλλόγους εντός και εκτός Ελλάδος, την ανάπτυξη , καλλιέργεια και ενδυνάμωση των δεσμών, των σχέσεων και του πνεύματος συναδέλφωσης και αλληλεγγύης μεταξύ των μελών του, την παροχή κάθε δυνατής υλικής, τεχνικής και ηθικής βοήθειας στα μέλη και στους αθλητές του και τη συνεργασία με επιστημονικούς και πνευματικούς οργανισμούς ή οργανώσεις, με άλλους συλλόγους, με ενώσεις, συνδέσμους, ομοσπονδίες ή συνομοσπονδίες και γενικά με κάθε προοδευτικό φορέα Ελληνικό ή διεθνή. Το σωματείο για την επίτευξη του καταστατικού σκοπού του καλλιεργεί και λειτουργεί αγωνιστικά τμήματα των αθλημάτων του ποδοσφαίρου, της καλαθοσφαίρισης και της πετοσφαίρισης. Από την προσκομιζόμενη με ημερομηνία 23.10.2018 και με αριθμό πρωτοκόλλου .../2023 βεβαίωση αποδεικνύεται ότι το ανωτέρω αθλητικό σωματείο ανήκει στο χώρο του μη επαγγελματικού αθλητισμού και δεν έχει συστήσει Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία (Κ.Α.Ε.) ή Τμήματα Αμειβομένων Καλαθοσφαιριστών είτε στο ανδρικό είτε στο γυναικείο τμήμα. Η πρώτη ενάγουσα τυγχάνει αθλήτρια καλαθοσφαίρισης και ο δεύτερος ενάγων αθλητικός διαμεσολαβητής με αριθμό αδείας πράκτορα της FIBA .... Την 31η Αυγούστου του έτους 2017 υπογράφηκε στην Αθήνα σύμβαση μεταξύ της πρώτης ενάγουσας, εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο εξ αυτών και του πρώτου εναγόμενου αθλητικού σωματείου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον δεύτερο εναγόμενο, με την οποία συμφωνήθηκε η ένταξη της πρώτης ενάγουσας στο δυναμικό του κλάδου γυναικείας καλαθοσφαίρισης του σωματείου για την αγωνιστική περίοδο 2017-2018. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων η πρώτη ενάγουσα να παρέχει τις υπηρεσίες της ως παίκτρια καλαθοσφαίρισης (μπάσκετ) στο πρώτο εναγόμενο για την περίοδο 2017-2018, συμμετέχοντας σε αγώνες, προπονήσεις και λειτουργίες της ομάδας, σύμφωνα με τις οδηγίες που καθορίζονται από το σωματείο και προσερχόμενη σε αυτό σε πολύ καλή φυσική κατάσταση και χωρίς τραυματισμό. Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε επτά (07) μηνών, με δοκιμαστική περίοδο δύο εβδομάδων, και συμφωνήθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα υποχρεούνταν να βρίσκεται στην Ελλάδα το αργότερο μέχρι την 05.09.2017. Η αμοιβή της πρώτης ενάγουσας για την παροχή των αθλητικών υπηρεσιών της στο σωματείο την προαναφερόμενη αγωνιστική περίοδο, ήτοι από την 5η Σεπτεμβρίου του έτους 2017 έως την 22α Απριλίου του έτους 2018 ή μέχρι τον τελευταίο επίσημο αγώνα της σεζόν, συμφωνήθηκε στο συνολικό καθαρό ποσό των 13.620 ευρώ, καταβλητέο σε εννέα (09) δόσεις, ως ακολούθως : α) το ποσό των 900 ευρώ, αφού περάσει το ιατρικό τεστ εντός πέντε (05) ημερών από την άφιξή της στην Ελλάδα, β) το ποσό των 900 ευρώ από την 1η έως την 5η Οκτωβρίου του έτους 2017, γ) το ποσό των 1.800 ευρώ από την 1η έως την 5η Νοεμβρίου του έτους 2017, δ) το ποσό των 1.800 ευρώ από την από την 1η έως την 5η Δεκεμβρίου του έτους 2017, ε) το ποσό των 1.800 ευρώ από την από την 1η έως την 5η Ιανουάριου του έτους 2018, στ) το ποσό των 1.800 ευρώ, από την από την 1η έως την 5η Φεβρουάριου του έτους 2018, ζ) το ποσό των 1.800 ευρώ, από την από την 1η έως την 5η Μαρτίου του έτους 2018, η) το ποσό των 1.800 ευρώ, από την από την 1η έως την 5η Απριλίου του έτους 2018 και θ) το ποσό των 1.020 ευρώ από την 22“ έως την 25η Απριλίου του έτους 2018 (βλ. σχετ. πρώτο όρο της σύμβασης). Το παραπάνω συνολικό ποσό των 13.620 ευρώ συμφωνήθηκε εγγυημένο, ήτοι ότι θα οφείλεται στην πρώτη ενάγουσα ακόμα και στην περίπτωση που αυτή δεν θα μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες της λόγω ατυχήματος ή ασθένειας στη διάρκεια της ανωτέρω αγωνιστικής περιόδου 2017-2018 (βλ. σχετ. όγδοο όρο της σύμβασης), ενώ ορίσθηκε ότι σε περίπτωση ακύρωσης της συμφωνίας μετά την πάροδο της δοκιμαστικής περιόδου το σωματείο υποχρεούνταν να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 900 ευρώ και το αεροπορικό εισιτήριο για την επιστροφή στην πατρίδα της (βλ. σχετ. τρίτο όρο της σύμβασης). Επίσης, συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων τα κάτωθι : α) σε περίπτωση που ζητηθεί από την παίκτρια να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες της πέραν της 22ας Απριλίου του έτους 2018 το σωματείο θα καταβάλει σε αυτή εβδομαδιαία αποζημίωση ποσού 60 ευρώ καθαρά για κάθε επιπλέον ημέρα των υπηρεσιών της, β) σε περίπτωση καθυστέρησης περισσότερο από δέκα (10) ημέρες σε οποιαδήποτε από τις προγραμματισμένες πληρωμές της παίκτριας ή την αμοιβή του εκπροσώπου, η παίκτρια διατηρεί το δικαίωμα να απέχει από προπονήσεις και αγώνες μέχρι να πληρώσει το σωματείο την οφειλή του και ότι εάν η παίκτρια επιλέξει να προβεί σε αυτήν την ενέργεια, δεν θα επιβληθούν κυρώσεις σε βάρος της και το σωματείο δεν μπορεί να θεωρήσει την ενέργεια αυτή ως παραβίαση της συμφωνίας, γ) ότι μετά από αθέτηση πληρωμών άνω των 15 ημερών, το σωματείο υποχρεούται να καταβάλει πρόσθετους τόκους με επιτόκιο σαράντα ευρώ (40 ευρώ) ανά ημέρα, δ) ότι σε περίπτωση καθυστέρησης οιασδήποτε των προγραμματισμένων πληρωμών της παίκτριας άνω των δεκαέξι (16) ημερών, η τελευταία διατηρεί το δικαίωμα να διακόψει τις υπηρεσίες της και να διαρρήξει τη συμβατική συμφωνία, ενώ το σωματείο είναι υποχρεωμένο να διακανονίσει όλες τις πληρωμές που περιλαμβάνονται στη συμφωνία (βλ. σχετ. τρίτο όρο της σύμβασης). Η αμοιβή - προμήθεια του δεύτερου ενάγοντος, ο οποίος ρητά συμφωνήθηκε να παρέχει συνεχή υποστήριξη, συμβουλές και συμμετοχή καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης και να διαπραγματεύεται τυχόν μελλοντικές συμφωνίες μεταξύ του σωματείου και της παίκτριας, ορίσθηκε στο καθαρό ποσό των 1.362 ευρώ, καταβλητέο σε δύο ίσα μέρη το αργότερο στις 30 Νοεμβρίου 2017 και όχι αργότερα από τις 30 Ιανουάριου 2018, ενώ για την περίπτωση παράτασης της σύμβασης μετά την 22α Απριλίου του έτους 2017 συμφωνήθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ανάλογα με πόσες ημέρες θα παραμείνει η παίκτρια, δικαιούται να λάβει το 10% του συνολικού ποσού που θα καταβληθεί σε αυτή (βλ. σχετ. όρο ένατο της σύμβασης). Στην ανωτέρω σύμβαση συμβλήθηκε ο δεύτερος εναγόμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, του νομίμου εκπροσώπου του σωματείου, έχοντος λάβει προς τούτο ρητή εξουσιοδότηση από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, αλλά και ατομικά και δήλωσε ότι εγγυάται την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση και συγκεκριμένα τις πληρωμές των συμφωνηθέντων παροχών σε χρήμα (βλ. σχετ. όρο δωδέκατο της σύμβασης). Σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης η πρώτη ενάγουσα αφίχθη αεροπορικώς στην Αθήνα την 31η Αυγούστου του έτους 2017, υποβλήθηκε σε πλήρη φυσική εξέταση σύμφωνα με τον με αριθμό έξι όρο της σύμβασης και, αφού διαπιστώθηκε η καλή κατάσταση της υγείας της, εντάχθηκε στο γυναικείο τμήμα καλαθοσφαίρισης του πρώτου εναγόμενου σωματείου, συμμετέχοντας στις προπονήσεις και σε αγώνες. Την 29η Οκτωβρίου του έτους 2017, στη διάρκεια αγώνα με το αθλητικό σωματείο «...», η πρώτη ενάγουσα τραυματίστηκε και συγκεκριμένα υπέστη ρήξη πρόσθιου χιαστού στο αριστερό γόνατο της. Συνεπεία τούτου, υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία, η οποία επιβεβαίωσε την κλινική διάγνωση της ρήξης πρόσθιου χιαστού συνδέσμου γονάτου και ένεκα τούτου συνεστήθη αποχή από τις αθλητικές υπηρεσίες για χρονικό διάστημα 6-9 μηνών (βλ. σχετ. βεβαίωση του ..., ορθοπεδικού χειρουργού - αθλίατρου). Η πρώτη ενάγουσα μέχρι το χρόνο που διέκοψε την παροχή των υπηρεσιών της ένεκα του τραυματισμού της είχε λάβει, ως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως αποδείξεις πληρωμής, τα κάτωθι χρηματικά ποσά : α) το ποσό των 900 ευρώ, που καταβλήθηκε την 10.09.2017 (βλ. σχετ. τη με αριθμό.../10.09.2017 απόδειξη πληρωμής), β) το ποσό των 900 ευρώ, που καταβλήθηκε την 30.09.2017 (βλ. σχετ. τη με αριθμό .../30.09.2017 απόδειξη πληρωμής) και γ) το ποσό των 1.800 ευρώ (βλ. σχετ. τη με αριθμό .../05.11.2017 απόδειξη πληρωμής) και συνολικά το ποσό των 3.600 ευρώ, που αναλογεί στις τρεις δόσεις από τις εννέα της συμφωνίας (βλ. σχετ. τρίτο όρο της από … σύμβασης). Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η καταβολή της 5ης Νοεμβρίου του 2017, ποσού 1.800 ευρώ, αφορούσε σε οδοιπορικά και δεν πρέπει να συνυπολογισθεί στην οφειλή του σωματείου κρίνεται απορριπτέος, διότι από την επισκόπηση της σχετικής απόδειξης δεν αναγράφεται ως αιτιολογία «οδοιπορικά», ως αβάσιμα διατείνονται οι εφεσίβλητοι. Πέραν τούτου, από το περιεχόμενο της από 31.08.2017 έγγραφης συμφωνίας, που εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, καμία άλλη χρηματική παροχή δεν είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί στην πρώτη ενάγουσα (η συμφωνία για τα οδοιπορικά αφορούσε σε παροχή εισιτηρίων, καταβολή τέλους για μια επιπλέον αποσκευή, κάλυψη κόστους αλλαγής δρομολογίου επιστροφής), πέραν του ποσού των 13.620 ευρώ, ενώ από την ημερομηνία πληρωμής και το ύψος του καταβαλλόμενου ποσού εναργώς συνάγεται ότι αυτό ταυτίζεται με την τρίτη από τις καταβλητέες με βάση την εν λόγω σύμβαση δόσεις. Για το λόγο αυτό απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός των εκκαλούντων στην προσθήκη των προτάσεων τους ότι η πρώτη καταβολή, ποσού 900 ευρώ, αφορούσε σε οδοιπορικά, διότι, παρά την αναγραφόμενη στην απόδειξη αιτιολογία, σχετική χρηματική υποχρέωση του σωματείου στην πρώτη ενάγουσα δεν είχε συμφωνηθεί. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα συνεπεία του τραυματισμού της δεν ήταν δυνατό να παρέχει έκτοτε τις υπηρεσίες της στο πρώτο εναγόμενο. Παρά ταύτα, διατηρούσε βάσει της σύμβασης, αφού το συμφωνηθέν ποσό της αμοιβής της είχε συμφωνηθεί εγγυημένο, ως προαναφέρθηκε, αξίωση λήψης του υπολοίπου αυτής. Κατόπιν τούτου, στο πλαίσιο εξεύρεσης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, καταρτίστηκε στην Αθήνα, την 6η Νοεμβρίου του έτους 2017, μεταξύ των εναγόντων και του πρώτου εναγομένου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον δεύτερο εξ αυτών, έγγραφη συμφωνία υπό τον τίτλο «ΑΘΕΤΗΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ», με την οποία συμφωνήθηκε η αμοιβαία αθέτηση των όρων της από 31.08.2017 έγγραφης συμφωνίας από την 06.11.2017 και εφεξής, εφόσον πληρωθούν οι αναφερόμενες σε αυτή προϋποθέσεις. Ειδικότερα, όσον αφορά στην αμοιβή των εναγόντων συμφωνήθηκαν τα κάτωθι : α) το σωματείο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα - παίκτρια το ποσό των 6.100 ευρώ σε τέσσερις δόσεις και συγκεκριμένα : і) ποσό των 1.800 ευρώ για το μισθό του Οκτωβρίου του έτους 2017 να πληρωθεί το αργότερο τη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου του έτους 2017, πριν από την αναχώρησης της (παίκτριας), ii) ποσό 700 ευρώ για αποκατάσταση να καταβληθεί το αργότερο μέχρι την 20η Νοεμβρίου του έτους 2017 μέσω τραπεζικής μεταφοράς, iii) ποσό των 1.800 ευρώ για το μισθό του Νοεμβρίου του έτους 2017 να πληρωθεί το αργότερο την 5η Δεκεμβρίου του έτους 2017 μέσω τραπεζικής μεταφοράς, iv) ποσό των 1.800 ευρώ για το μισθό του Δεκεμβρίου του έτους 2017 να πληρωθεί το αργότερο την 5η Ιανουάριου του έτους 2018 μέσω τραπεζικής μεταφοράς καθώς επίσης και να καλύψει το κόστος του αεροπορικού της εισιτηρίου για Άμστερνταμ και μιας αποσκευής και β) να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 680 ευρώ το αργότερο μέχρι την 1η Φεβρουάριου του έτους 2018 (βλ. σχετ. όρους 1-3 της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας). Επίσης, ρητά συμφωνήθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα θα μεριμνήσει με την ασφάλιση της τη χειρουργική επέμβαση στην Ολλανδία καθώς και μέρος της αποκατάστασής της, ότι μόλις το σωματείο ικανοποιήσει πλήρως τις παραπάνω υποχρεώσεις, η πρώτη ενάγουσα δεν διατηρεί περαιτέρω αξιώσεις και ότι σε περίπτωση που το σωματείο δεν εκπληρώσει πλήρως τις παραπάνω υποχρεώσεις, η πρώτη ενάγουσα και ο δεύτερος εναγόμενος - εκπρόσωπός της έχουν το δικαίωμα να μεταβούν στην FIBA ή στα ελληνικά δικαστήρια για να διεκδικήσουν τα πλήρη ποσά της σύμβασης συν όλες τις χρεώσεις καθυστερημένης πληρωμής που είναι γραμμένες στο αρχική σύμβαση της 31ης Αυγούστου 2017 (βλ. σχετ. όρο 5 της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας). Το πρώτο εναγόμενο αθέτησε τα συμφωνηθέντα όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα καταβολής των ανωτέρω χρηματικών ποσών και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από τον δεύτερο ενάγοντα σχετικά με την πληρωμή της αμοιβής της πρώτης ενάγουσας σε ουδεμία καταβολή προέβη μέχρι την 5η Ιανουαρίου του έτους 2018, ως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο τάσσεται προθεσμία στο σωματείο να ενημερώσει γραπτά σχετικά με το χρόνο καταβολής των οφειλομένων μέχρι την 08.01.2018, άλλως αναφέρεται ότι θα ενημερωθούν η Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης και η FIBA. Κατόπιν τούτου, υπήρξε επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και προτάθηκε από το αθλητικό σωματείο τροποποίηση της ανωτέρω από 06.11.2017 συμφωνίας, ώστε να αποπληρωθεί η οφειλή έναντι της πρώτης ενάγουσας - παίκτριας με τμηματικές καταβολές μέχρι την 20η Απριλίου του έτους 2018, αρχής γενομένης από την 19η Ιανουαρίου του έτους 2018, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τους ενάγοντες, ως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με ημερομηνίες 12.01.20158 και 15.01.2018 μηνύματα. Συνεπεία των ανωτέρω, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι όροι της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας περί πληρωμής της αμοιβής των εναγόντων στις αναφερόμενες σε αυτή ημεροχρονολογίες, πληρώθηκε η τεθείσα σε αυτή διαλυτική αίρεση από την οποία εξαρτάτο η επέλευση των αποτελεσμάτων της, ώστε επανήλθε σε ισχύ η από 31.08.2017 έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι με την από 06.11.2017 έγγραφη συμφωνία λύθηκε η από 31.08.2017, ώστε καταργήθηκαν και κατέστησαν εφεξής ανενεργοί οι διαλαμβανόμενοι σε αυτή όροι και ότι ο μοναδικός όρος που διατηρήθηκε σε ισχύ ήταν η ρήτρα περί καταβολής του ποσού των 40 ευρώ ημερησίως για την περίπτωση καθυστερημένης πληρωμής πέραν των 15 ημερών. Ωστόσο, από το περιεχόμενο της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας και ιδίως από το προοίμιο αυτής, όπου ρητά αναφέρεται : «Για την επίσημη αμοιβαία αθέτηση της σύμβασης μεταξύ της κα ...και του Ομίλου Καλαθοσφαίρισης Α.Ο. ...η σύμβαση της 31ης Αυγούστου 2017 δεν ισχύει μετά τη Δευτέρα 06 Νοεμβρίου 2017, δεδομένου ότι θα πληρούνται πλήρως οι ακόλουθες προϋποθέσεις από τον Όμιλο ....» καθώς και από τον με αριθμό 5 παρ. 2 όρο της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο : «Μόλις ο Όμιλος ικανοποιήσει πλήρως τις παραπάνω υποχρεώσεις, η Παίκτρια γίνεται ελεύθερος χωρίς περαιτέρω αξιώσεις από τον Όμιλο. Σε περίπτωση που ο Όμιλος δεν εκπληρώσει πλήρως τις παραπάνω υποχρεώσεις, τότε η Παίκτρια και ο εκπρόσωπός της έχουν το δικαίωμα να μεταβούν στην FIBA ή στα ελληνικά δικαστήρια για να διεκδικήσουν τα πλήρη ποσά της σύμβασης συν όλες τις χρεώσεις καθυστερημένης πληρωμής που είναι γραμμένες στο αρχική σύμβαση της 31ης Αυγούστου 2017» είναι σαφές ότι τα συμβαλλόμενα μέρη εξάρτησαν την ανατροπή των αποτελεσμάτων της συμφωνίας από το μελλοντικό γεγονός της τήρησης των όρων αυτής, που αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω, διαφορετικά ρητά όρισαν ότι η συμφωνία καθίσταται ανίσχυρη και επανέρχεται σε ισχύ η αρχική μεταξύ αυτών συμφωνία στο σύνολο της. Η βούληση των συμβαλλομένων να τεθεί διαλυτική αίρεση στην από 06.11.2017 έγγραφη συμφωνία με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι σαφής, προκύπτει εναργώς από το περιεχόμενο της σύμβασης, ώστε δεν απαιτείται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την παρούσα, ορθά ερμήνευσε το νόμο. Συνακόλουθα, ο τρίτος και υπό στοιχείο Α’ λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι εκκαλούντες με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, κατά το οικείο σκέλος του, ισχυρίζονται ότι οι από 31.08.2017 και από 06.11.2017 έγγραφες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων πάσχουν ακυρότητα λόγω αντίθεσής τους στη διάταξη του άρθρου 174 του Α.Κ., ήτοι αντίθεσής τους σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η 31.08.2017 σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ του αθλητικού σωματείου, το οποίο δεν διατηρεί Τμήμα Αμειβόμενων Αθλητών και της πρώτης ενάγουσας - αθλήτριας καλαθοσφαίρισης, συνήφθη στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας, το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση. Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως δύναται να συμφωνηθούν, κατ’ άρθρο 361 του Α.Κ., οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή, που, ωστόσο, δεν μεταβάλλουν το χαρακτήρα της, διότι η ανωτέρω συνδέουσα τον ερασιτέχνη αθλητή με το αθλητικό σωματείο έννομη σχέση δεν αποβλέπει σε υλικό όφελος, αλλά στην αθλητική ενασχόληση από ελευθεριότητα του πρώτου και την καλλιέργεια του οικείου αθλήματος από το δεύτερο. Οι συμφωνηθείσες οικονομικές παροχές δεν καθιστούν τον αθλητή μισθωτό-εργαζόμενο του αθλητικού σωματείου, αλλά αποσκοπούν στην κάλυψη των βιοποριστικών αναγκών του καθώς και στη διευκόλυνση της επίτευξης του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή της καλλιέργεια του αθλήματος. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η από 06.11.2017 σύμβαση υπογράφηκε στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς μετά τον τραυματισμό της πρώτης ενάγουσας και οι όροι που εμπεριέχονται σε αυτή αφορούν στην διευθέτηση των οικονομικών εκκρεμοτήτων του αθλητικού σωματείου έναντι των εναγόντων, η δε προσθήκη της διαλυτικής αίρεσης, η οποία είναι επιτρεπτή από τη φύση της εν λόγω δικαιοπραξίας, δεν αντίκειται στο νόμο. Επομένως, το περιεχόμενο της και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθησαν οι ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις δεν είναι απαγορευμένα κατά νόμο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε ότι η σύμβαση δεν πάσχει ακυρότητα, ορθά εφάρμοσε το νόμο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης, κατά το οικείο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρίζονται ότι οι από 31.08.2017 και από 06.11.2017 έγγραφες συμφωνίες είναι άκυρες λόγω αντίθεσή τους στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και λόγω υπέρμετρης δέσμευσης της συμβατικής ελευθερίας και της ελευθερίας του προσώπου. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες αιτιώνται ότι η αρχική συμφωνία επετεύχθη υπό ιδιαίτερα πιεστικές συνθήκες ήτοι της έναρξης της αγωνιστικής περιόδου 2017-2018 για το Πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής Κατηγορίας Γυναικών Καλαθοσφαίρισης, της αναγκαιότητας να έλθει άμεσα η πρώτη ενάγουσα στην Αθήνα, το αργότερο έως την 05.09.2017, ώστε να προλάβει να ενταχθεί στο δυναμικό της ομάδας του σωματείου και να συμμετέχει στους αγώνες του ελληνικού πρωταθλήματος και της μη έλλειψης χρόνου για την εύρεση άλλης αθλήτριας για να αγωνιστεί στη θέση που αγωνιζόταν η πρώτη ενάγουσα, ότι ένεκα των ανωτέρω συνθηκών, τις οποίες εκμεταλλεύθηκαν οι ενάγοντες, αναγκάσθηκαν να συνομολογήσουν περιουσιακά ωφελήματα που βρίσκονται σε δυσαναλογία με την προσφερόμενη παροχή, μεταξύ των οποίων, το εγγυημένο της αμοιβής της πρώτης ενάγουσας, η συμφωνία για την καταβολή του ποσού των 40 ευρώ ημερησίως για κάθε ημέρα καθυστέρησης καταβολής της αμοιβής, σε περίπτωση καθυστέρησης άνω των 15 ημερών, οι παροχές στην αθλήτρια (επιπλωμένο διαμέρισμα και κάλυψη των λογαριασμών σε παρόχους κοινής ωφέλειας, αεροπορικά εισιτήρια, ένα γεύμα ημερησίως, μηνιαία κάρτα για τα μέσα μαζικής μεταφοράς), η πληρωμή προμήθειας στον δεύτερο ενάγοντα, η προσωπική εγγύηση του δεύτερου εναγόμενου, ότι μετά τον τραυματισμό της πρώτης ενάγουσας υπέγραψαν το από 06.11.2017 συμφωνητικό για τη λύση της σύμβασης υπό την άσκηση πίεσης ενόψει όσων είχαν ήδη συμφωνηθεί και ότι για τους λόγους αυτούς οι συμφωνίες με τους ενάγοντες αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος συνιστά καταχρηστική ένσταση (ΑΠ 31/1993 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), δεν προτείνεται παραδεκτά για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, του απαραδέκτου τούτου λαμβανομένου υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 527εδ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δ.), διότι δεν είχε προταθεί από τους εναγόμενους με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 527 περ. 6 του Κ.Πολ.Δ. ως αποδεικνυόμενος εγγράφως, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούντες, δοθέντος ότι προσκομίζουν για την απόδειξη του άλλα έγγραφα, πλην της αρχικής σύμβασης και της μεταγενέστερης συμφωνίας περί συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, το περιεχόμενο των οποίων εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω και εκ των οποίων δεν αποδεικνύεται η συνδρομή των όρων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ. ήτοι η επίτευξη αθέμιτης ωφέλειας από τους ενάγοντες με εκμετάλλευση της ανάγκης του σωματίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης κατά το οικείο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η πρώτη ενάγουσα μετά τον τραυματισμό της, που έλαβε χώρα μετά την πάροδο ενός μηνός από την ένταξη της στην ομάδα καλαθοσφαίρισης γυναικών του σωματείου, υπήρξε απόλυτη στην εκπλήρωση των συμφωνηθέντων και ότι η στάση της αυτή είναι αντίθετη στην ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτείται στις συναλλαγές κατ’ άρθρο 288 του Α.Κ., διότι η αξιούμενη αντιπαροχή είναι υπέρμετρα επαχθής σε σχέση με την παροχή της πρώτης ενάγουσας, ώστε η αγωγή θα έδει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα κάτωθι : Από τις προτάσεις που κατέθεσαν οι εναγόμενοι, κατ’ άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δ., στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις οποίες προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως, δεν περιέχεται ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. Ωστόσο, ως ισχυρισμός που αφορά στη δημόσια τάξη, καθώς αποσκοπεί στην αναπροσαρμογή των επαχθών συμβατικών όρων και την άμβλυνση της συναλλακτικής ανισότητας των μερών, παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το δικόγραφο της εφέσεως, κατ’ άρθρο 527 περ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (Κεραμεύς-Κονδύλης- Νίκας, «Ερμηνεία ΚΠολΔ», έκδοση 2020, άρθρο 527, αριθμός 22, σελ. 171 με εκεί παραπομπές σε νομολογία). Η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι τα επικαλούμενα από τους εκκαλούντες πραγματικά περιστατικά, δηλαδή η αξίωση των εναγόντων να εκπληρώσουν οι εναγόμενοι τις συμβατικές τους υποχρεώσεις σχετικά με την καταβολή της συμφωνηθείσης αμοιβής έκαστου και το ποσό της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας για την περίπτωση μη τήρησης του χρονοδιαγράμματος τμηματικής καταβολής της αμοιβής της πρώτης εξ αυτών, δεν συνιστούν, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του σκοπού της δικαιοπραξίας, τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των μερών, της μεταγενέστερης της κατάρτισης της σύμβασης συμπεριφοράς των εναγόντων (ΑΠ 374/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), οι οποίοι υπήρξαν διαλλακτικοί και συνήνεσαν στην τροποποίηση της οικονομικής συμφωνίας και τους χρόνους αποπληρωμής, που ομοίως δεν τηρήθηκε από τους εναγόμενους, δεν συνιστούν συνθήκες αντίθετες στα συναλλακτικά ήθη. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τους ενάγοντες ένορκη κατάθεση της …., η οποία ανέφερε ότι στις περιπτώσεις αθλητών από το εξωτερικό η συμφωνηθείσα αμοιβή είθισται να συμφωνείται εγγυημένη, δηλαδή καταβλητέα ακόμα και στην περίπτωση αδυναμίας παροχής των αθλητικών υπηρεσιών της, ότι η συμφωνία για την καταβολή ποινικής ρήτρας είναι συνηθισμένη σε συμβάσεις με αθλητές του εξωτερικού και ότι το ποσό αυτής είναι εύλογο, καθώς λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικοί όροι που συνήθως συμφωνούνται στην κατηγορία του στο εξωτερικό, οι οποίοι όσον αφορά την Ολλανδία ήταν κατά το χρόνο εκείνο διπλάσιοι, το γεγονός ότι οι αθλητές δεν γνωρίζουν τους παράγοντες της οικείας αγοράς και η ζημία που θα υποστούν σε περίπτωση που δεν πληρωθούν, αφού θα βρεθούν εγκλωβισμένοι σε ξένη χώρα στη μέση της αγωνιστικής περιόδου, το οποίο καθιστά δύσκολο την ένταξη τους σε άλλη ομάδα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης κατά το οικείο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο αθλητικό σωματείο προέβη μετά τον τραυματισμό της αθλήτριας στις κάτωθι καταβολές : α) την 17η Ιανουάριου του έτους 2018 καταβλήθηκε με μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των 1.300 ευρώ (βλ. σχετ. τα από 17.01.2018 αποδεικτικά τραπεζικών συναλλαγών ποσού 1.000 ευρώ και 300 ευρώ), β) την 16.02.2018 καταβλήθηκε με μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των 300 ευρώ (βλ. σχετ. το από 16.02.2018 αποδεικτικό μεταφοράς σε λογαριασμό τρίτου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «… Α.Ε.»), γ) την 20.02.2018 καταβλήθηκε με μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των 1.000 ευρώ (βλ. σχετ. το από 20.02.2018 αποδεικτικό μεταφοράς της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…»), δ) την 27.03.2018 καταβλήθηκε με μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των 1.000 ευρώ και όχι των 1.300 ευρώ, ως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες στην έφεση και τις προτάσεις τους (βλ. σχετ. το από 27.03.2018 αποδεικτικό μεταφοράς της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «….») και ε) την 23.04.2018 καταβλήθηκε με μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των 700 ευρώ (βλ. σχετ. το από 23.04.2018 αποδεικτικό μεταφοράς) και συνολικά το ποσό των 4.300 ευρώ. Επομένως, το εναγόμενο κατέβαλε στην πρώτη ενάγουσα συνολικά το ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων ευρώ (3.600 ευρώ + 4.300 ευρώ = 7.900 ευρώ), ενώ δεν προέβη σε καμία καταβολή στον δεύτερο εναγόμενο. Συνακόλουθα, οι εναγόμενοι οφείλουν στην πρώτη ενάγουσα το υπόλοιπο της αμοιβής της, που ανέρχεται στο ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι ευρώ (13.620 ευρώ - 7.900 ευρώ = 5.720 ευρώ) και στον δεύτερο εναγόμενο το ποσό των χιλίων τριακοσίων είκοσι ευρώ (1.320 ευρώ). Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής ένεκα του τραυματισμού της πρώτης ενάγουσας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι επί χρηματικής ενοχής δεν είναι νοητή, κατά τα άρθρα 335 και 336 του Α.Κ., επιγενόμενη αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή του, γιατί η στέρηση χρημάτων, σε οποιονδήποτε λόγο και αν οφείλεται, δεν συνιστά αδυναμία αλλά απλή οικονομική δυσχέρεια, η οποία δεν τον απαλλάσσει από την παροχή. Επίσης, η οικονομική αδυναμία δεν αποτελεί εύλογη αιτία καθυστέρησης καταβολής χρηματικής παροχής (ΑΠ 850/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη της από τις συνέπειες της υπερημερίας (ΑΠ 1080/2001 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στην περίπτωση που ο οφειλέτης στερείται επαρκών εισοδημάτων για να πληρώσει τις συμφωνημένες δόσεις, τούτο δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωσή του αυτή ούτε, σε περίπτωση που καθυστερεί την εκπλήρωσή της, αίρει την υπερημερία του ούτε αντίστοιχα ο δανειστής χάνει τα εκ της συμβάσεως δικαιώματα του. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η πρώτη ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τη συμφωνηθείσα παροχή δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού η αμοιβή της είχε, ως προελέχθη, συμφωνηθεί εγγυημένη και η σχετική συμφωνία είναι κατά νόμο επιτρεπτή. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο δεύτερος ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει την καταβολή του ανωτέρω ποσού των 1.320 ευρώ, διότι στην από 31.08.2017 έγγραφη συμφωνία δεν συμβλήθηκε ατομικά, αλλά ως εκπρόσωπος της εταιρείας … κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τον με αριθμό εννέα (09) όρο της συμφωνίας είναι σαφές ότι το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον δεύτερο των εναγόντων, πράκτορα της FIBA, ενεργούντα στη συμφωνία υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου της αθλήτριας, ως προμήθεια για τη διαμεσολάβησή του. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι στον δεύτερο εναγόμενο οφείλεται βάσει της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας το ποσό των 680 ευρώ. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι πληρωθείσης της διαλυτικής αιρέσεως που εμπεριέχετο σε αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, επανήλθε σε ισχύ η αρχική από 31.08.2017 συμφωνία περί της αμοιβής του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου του τρίτου και υπό στοιχεία Γ’ και Δ’ λόγου της έφεσης ως αβάσιμου. Επίσης, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι οι καταβολές στην πρώτη ενάγουσα μετά τον τραυματισμό της εσφαλμένα καταλογίσθηκαν στο ποσό της αμοιβής της που είχε συμφωνηθεί την 31.08.2017, ενώ έπρεπε να αφαιρεθούν από την αμοιβή των 6.100 ευρώ, που συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε αυτή με το από 06.11.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος, αφού ως προαναφέρθηκε με την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, επανήλθε σε ισχύ η από 31.08.2017 σύμβαση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και καταλόγισε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά στην αμοιβή των 13.620 ευρώ, δεχόμενο εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα ένσταση από τους εκκαλούντες ένσταση εξόφλησης (ως προς την παραδοχή αυτή της εκκαλουμένης δεν υπάρχει λόγος έφεσης), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου του τρίτου και υπό στοιχείο Ε’ λόγου της έφεσης ως αβάσιμου. Για την καταβολή του χρηματικού ποσού που οφείλεται σε έκαστο των εναγόντων ενέχεται, εκτός από το αθλητικό σωματείο - πρώτο εναγόμενο, και ο δεύτερος εναγόμενος, εις ολόκληρον, κατ’ άρθρα 481 και 847 του Α.Κ. και 29 του ΕισΝΑΚ, ο οποίος ως σαφώς αποδεικνύεται από τον με αριθμό 12 εδάφιο δεύτερο του από 31.08.2017 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με τον οποίο δήλωσε, ενεργώντας μόνος του, δηλαδή ατομικά, ότι εγγυάται την εκπλήρωση των συμφωνηθέντων. Οι αιτιάσεις των εκκαλούντων περί του ότι δεν διαλαμβάνεται σχετικός όρος στην από 06.11.2017 έγγραφη συμφωνία προβάλλονται αλυσιτελώς, αφού τα αποτελέσματα αυτής ανετράπησαν με την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, ώστε οι αξιώσεις των εναγόντων στηρίζονται στα διαλαμβανόμενα στην αρχική μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που αντικαθίστανται από την παρούσα, ορθά ερμήνευσε το νόμο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος και υπό στοιχείο Β’ λόγος της έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, κατά το οικείο σκέλος του, οι εκκαλούντες προβάλουν τον ισχυρισμό ότι η ένσταση περί μείωσης της υπέρμετρης ποινικής ρήτρας αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ. και για το λόγο αυτό αιτήθηκαν τη μείωση της ημερήσιας ποινικής ρήτρας σε ποσοστό 1/10 αυτής. Επί του ανωτέρω λόγου της έφεσης λεκτέα τα ακόλουθα : Κατά το άρθρο 409 του Α.Κ., αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Για τη μείωση της ποινικής ρήτρας, απαιτείται σχετικό αίτημα του οφειλέτη, που μπορεί να υποβληθεί και με ένσταση κατά της αγωγής του δανειστή με αντικείμενο την καταβολή της, πρέπει δε, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα, να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η δυσαναλογία της ποινής σε σχέση με την όλη ενοχική σχέση και τα ποιοτικά στοιχεία της (ΑΠ 1090/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η εν λόγω ένσταση για μείωση της υπερμέτρου ποινής στο μέτρο που αρμόζει, αποτελεί ειδική εκδήλωση της απαγορεύσεως από το άρθρο 281 του Α.Κ. και δεν είναι προνομιακή, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να ορίζει ειδικά ότι ο σχετικός ισχυρισμός για τη θεμελίωσή της μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Ο χαρακτηρισμός διατάξεως ως δημοσίας τάξεως, μόνη συνέπεια έχει, ότι η εφαρμογή της δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση (άρθρο 3 του Α.Κ.) και όχι ότι ο ισχυρισμός που στηρίζεται σε αυτή μπορεί χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, το αίτημα των εκκαλούντων για μείωση της ποινικής ρήτρας, που για πρώτη φορά υποβάλλεται με τον τέταρτο λόγω έφεσης, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ως απαράδεκτο, διότι, η ένσταση για μείωση της υπερμέτρου ποινής στο μέτρο που αρμόζει υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., εν προκειμένω δε, ουδόλως συνέτρεξε περίπτωση μη έγκαιρης προβολής της από δικαιολογημένη αιτία και ούτε αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή από έγγραφα. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, κατά το οικείο σκέλος του, οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 του Α.Κ. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται προς θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 του Α.Κ. ότι : α) η χρονική καθυστέρηση των γενόμενων καταβολών οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία του σωματείου, αφενός διότι την 10η Νοεμβρίου του έτους 2016 έληξε η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου, οπότε την 16.06.2017 διορίσθηκε προσωρινή διοίκηση του σωματείου με προσωρινή διαταγή, ακολούθως δυνάμει της με αριθμό .../2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορίσθηκε προσωρινή διοίκηση, στην οποία χορηγήθηκε η εξουσιοδότηση, αφού συγκροτηθεί σε σώμα, να επιμεληθεί για όλες τις επείγουσες υποθέσεις του σωματείου καθώς και της διενέργειας αρχαιρεσιών και τελικά την 22.12.2017 εξελέγη το δεκαπενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο του σωματείου, ώστε το ένδικο χρονικό διάστημα το τελευταίο στερούνταν διοίκησης και αδυνατούσε να λειτουργήσει και να εκπροσωπηθεί έναντι τρίτων και αφετέρου διότι το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω της κρατούσας οικονομικής κρίσης και των κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls) που εφαρμόσθηκαν παρίστατο ιδιαίτερα δυσχερής η μεταφορά χρημάτων, ιδίως στο εξωτερικό, β) ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις το σωματείο κατέβαλε στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 7.900 ευρώ για χρονικό διάστημα μόλις δύο μηνών που παρέμεινε στην ομάδα καλαθοσφαίρισης του σωματείου και η πρώτη ενάγουσα ουδέποτε εναντιώθηκε στις καταβολές, ούτε αντιτάχθηκε στο ύψος, τον τρόπο και το χρόνο καταβολής τους και ουδέποτε εξέφρασε παράπονα για την αντιμετώπιση του ζητήματος της από το σωματείο, γ) το ποσό της ποινικής ρήτρας είναι δυσανάλογο λαμβανομένων υπόψη της παραμονής της πρώτης ενάγουσας στην ομάδα, του ποσού που έχει καταβληθεί και των προαναφερόμενών λόγων καθυστέρησης των γενόμενων καταβολών και ότι ενόψει όλων των ανωτέρω η άσκηση της ένδικης αγωγής παρίσταται καταχρηστική, αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα κάτωθι : Όσον αφορά τα υπό στοιχείο γ’ επικαλούμενα περαστικά, αυτά είναι θεμελιωτικά της ιστορικής βάσης ένστασης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και δεν δύναται να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 του Α.Κ. (ΕφΑΘ 5298/2022 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2064/2022 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ με εκεί παραπομπές σε ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995.1531, ΕφΘεσ 10/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1017/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 41/2021 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, τα επικαλούμενα προβλήματα στις συναλλαγές λόγω της έλλειψης νόμιμης διοίκησης του αθλητικού σωματείου δεν αποδείχθηκε ότι επέδρασαν στην συναλλακτική του ικανότητα, διότι είχε ήδη από την 16.06.2017 προσωρινή διαταγή ορισθεί προσωρινή διοίκηση, προκειμένου να προβεί σε όλες τις αναγκαίες και επείγουσες ενέργειες για τη διαχείριση των υποθέσεων του, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι μεταγραφές αθλητών κατά τη μεταγραφική περίοδο των μηνών Ιουνίου έως και Αυγούστου του έτους 2017 για τον εμπλουτισμό και ανανέωση του έμψυχου δυναμικού των τμημάτων του, μεταξύ των οποίων αυτό της καλαθοσφαίρισης γυναικών (βλ. σχετ. 3η σελίδα αίτησης ορισμού προσωρινής διοίκησης). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύεται από το γεγονός ότι το πρώτο εναγόμενο την 31.08.2017, έχοντας νόμιμη εκπροσώπηση, υπέγραψε σύμβαση με την πρώτη ενάγουσα, με τη διαμεσολάβηση του δεύτερου εναγόμενου, προέβη σε καταβολές βάσει της συμφωνίας αυτής, ως αποδείχθηκε από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής της περιόδου από 30.09.2017 έως 05.11.2017 και μετά τον τραυματισμό της αθλήτριας ήλθε σε διαπραγματεύσεις και συμβλήθηκε στην υπογραφή της από 06.11.2017 συμφωνίας, ήδη δε από την 02.11.2017 είχε δημοσιευθεί η με αριθμό 2498/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), περί ορισμού προσωρινής διοίκησης, με εξουσία την διαχείριση όλων των επειγουσών υποθέσεων του σωματείου και την εντός διμήνου σύγκληση Γενικής συνέλευσης για τη διενέργεια αρχαιρεσιών. Επίσης, ως βεβαιώνεται στο προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από 01.11.2018 έγγραφο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…. Α.Ε.» από την 13.07.2017, οπότε προσκομίσθηκε η προσωρινή διαταγή στο κατάστημα ...Αττικής, έως την 25.09.2017, ημερομηνία συζήτησης της αίτησης περί ορισμού προσωρινής διοίκησης και από την 25.11.2017 και εφεξής, ο λογαριασμός που τηρούσε το αθλητικό σωματείο στο κατάστημα ...Αττικής ήταν ενεργός και υπήρχε νομιμοποίηση του δικαιούχου για την πραγματοποίηση συναλλαγών. Οι επιβληθέντες περιορισμοί στις διασυνοριακές πληρωμές και την κίνηση κεφαλαίων (capital controls), που επιβλήθηκαν στο τέλος Ιουνίου του έτους 2015 προκειμένου να διαφυλαχθεί η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, είχαν, ως είναι γνωστό στο Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) ήδη από την 01.01.2016 μετριαστεί, ώστε το εναγόμενο αθλητικό σωματείο είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει στο εξωτερικό για κάθε συναλλασσόμενο χρήματα μέχρι του ποσού των 1.000 ευρώ, το οποίο, άλλωστε, έπραττε, ως προκύπτει από τις ανωτέρω προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής του χρονικού διαστήματος από του μηνός Ιανουάριου έως του μηνός Απριλίου του έτους 2018. Ο ισχυρισμός ότι το ποσό που καταβλήθηκε στην πρώτη ενάγουσα είναι υψηλό σε σχέση με το χρονικό διάστημα παραμονής της στην ομάδα και ότι το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβή της έχει ήδη εξοφληθεί δεν καθιστά την αξίωση της καταχρηστική, αφού το ποσό της αμοιβή της είχε εγκύρως συμφωνηθεί εξαρχής εγγυημένη, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός ότι η πρώτη ενάγουσα δεν αντέδρασε στην στάση της διοίκησης του σωματείου όσον αφορά το ζήτημα της καταβολής των αποδοχών της. Αντιθέτως, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδίως την ηλεκτρονική αλληλογραφία αποδείχθηκε ότι όσον αφορά στις καταβολές που έλαβαν χώρα μέχρι τον τραυματισμό της τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα, ώστε δεν είχε λόγο να εναντιωθεί, ότι μετά τον τραυματισμό της υπήρξε διαλλακτική και αποδέχθηκε τη νέα πρόταση των εναγόμενων με σκοπό την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς με την εμπεριεχόμενη σε αυτή διαλυτική αίρεση, κατά τα προεκτεθέντα και ότι διαμαρτυρήθηκε για την μη τήρηση των όρων της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας και αρνήθηκε την από 12.01.2018 έγγραφη πρόταση για περαιτέρω μείωση της αμοιβής της και παράταση του χρόνου αποπληρωμής της. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι τα επικαλούμενα από τους εναγόμενους προβλήματα συνιστούν απρόβλεπτες καταστάσεις και εξαιρετικά δυσμενείς για αυτούς περιστάσεις, αφού η επιβολή των capital controls είχε λάβει χώρα πριν το ως άνω επίδικο διάστημα, οπότε όφειλαν, ως μέσοι ως μέσοι συνετοί συναλλασσόμενοι, γνωρίζοντες την επικείμενη έλλειψη διοίκησης του σωματείου και την αναγκαιότητα σύναψης την περίοδο αυτή συμβολαίων μεταγραφής για τις ομάδες του, λαμβανομένης υπόψη και της μακρόχρονης λειτουργίας του σωματείου και της συμμετοχής του δεύτερου εναγόμενου στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, να μεριμνήσουν έγκαιρα για την αντιμετώπιση και κάλυψη των βασικών λειτουργικών του υποχρεώσεων. Επίσης, δεν αποδείχθηκε αδράνεια των εναγόντων επί μεγάλο χρονικό διάστημα, μικρότερο όμως της παραγραφής του δικαιώματος, η οποία δημιούργησε στους εναγόμενους την πεποίθηση ότι το δικαίωμα τους δεν υπάρχει ή δεν πρόκειται να ασκηθεί. Συνακόλουθα, η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που είναι νόμιμη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση των εναγομένων ως προς τα υπό στοιχεία α’ και β’ σκέλη της σκέλη της, που είχαν προταθεί πρωτοδίκως, ως μη νόμιμη έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επομένως, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο V νομική σκέψη της παρούσας, κατά παραδοχή ως βάσιμου του παραπάνω τέταρτου λόγου της έφεσης, κατά το οικείο σκέλος του, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Κατόπιν, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, πρέπει, απορριπτόμενης της ανωτέρω, νόμιμης ως προς τα υπό στοιχεία α’ και β’ σκέλη της ένστασης των εκκαλούντων, που ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. ως ουσιαστικά αβάσιμης, η αγωγή ως προς την κύρια περί ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων βάση της, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας (νόμος 2725/1999) καθώς και σε αυτές των άρθρων 341, 345,346, 361, 404-406, 480 επ., 847 επ. του Α.Κ. και 29 του ΕισΝΑΚ, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό δεκατριών χιλιάδων διακοσίων ευρώ (13.200 ευρώ) και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για το ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 01.12.2017 και για το ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 31.01.2018 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Σημειώνεται ότι όσον αφορά στην πρώτη ενάγουσα το δικόγραφο της αγωγής δεν διαλαμβάνει αίτημα περί επιδίκασης τόκων στην κύρια αγωγική βάση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους εκκαλούντες του παράβολου (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), ποσού εκατό ευρώ (100 ευρώ), που κατατέθηκε κατά την άσκηση της έφεσης, όπως ρητά μνημονεύεται στην συντασσόμενη από τον γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου. Τέλος, εφόσον η εκκαλουμένη εξαφανίστηκε, εξαφανίζεται και το κεφάλαιο περί της δικαστικής δαπάνης, ως συνεχόμενο με την ουσία της υπόθεσης, οπότε αποφαίνεται ενιαία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (ΑΠ 521/2002 Δ 2003.506, ΑΠ 192/1998 ΕλλΔνη 1998.825, Οικονόμου Κ., «Η έφεση», έκδοση 2017, άρθρο 535, αριθμός 33). Κατόπιν τούτου, η δικαστική δαπάνη των διαδίκων και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ τους, κατά το λόγο της νίκης και της ήττας τους, και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες - εναγόμενοι στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων - εφεσιβλήτων, γενομένου δεκτού του σχετικού νομίμου αιτήματος τους (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 5090/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία).
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.
ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 25.06.2018 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2018 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1673/2018 αγωγής.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον έκαστος : α) στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό δεκατριών χιλιάδων διακοσίων ευρώ (13.200 ευρώ) και β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για το ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 01.12.2017 και για το ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 31.01.2018 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου, ποσού εκατό ευρώ (100 ευρώ), που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της έφεσης, στους εκκαλούντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων πενήντα ευρώ (950 ευρώ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 24η Φεβρουάριου του έτους 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ