ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 935/2025

 

Αποτελούμενο από τους δικαστές, Μαρία Γαϊτάνη, Πρόεδρο Εφετών, Δημήτρη Κουλαξίζη, Εφέτη, Στεφανία Χανιώτη, Εφέτη- Εισηγήτρια και τη Γραμματέα, Ευστρατία Μουσδή.

Συνεδρίασε, δημόσια, στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 07.03.2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ 1) … και 4) …..

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “ΤΡΑΠΕΖΑ ...Α.Ε” που εδρεύει στην Αθήνα οδός …, έχει ΑΦΜ …. και εκπροσωπείται νόμιμα.

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 03.02.2014 (με ΓΑΚ-ΕΑΚ στη Γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου .../2014) αγωγή τους κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης με την οποία ζήτησαν όσα αναφέρονται σ' αυτήν. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 3723/2019 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου η οποία την απέρριψε.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες με την από 18.04.2022 έφεσή τους που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ...26.04.2022 και προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί με το ГАК/ЕАК .../2022 της Γραμματείας του δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 12.10.2023 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου (39) οι διάδικοι παραστάθηκαν με δήλωση του αρ. 242 ΚπολΔ των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, Μαρίας Σκιαδώτη (για τους εκκαλούντες) και Γιάννη Μπόμπο (για την εφεσίβλητη). Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων ως άνω διαδίκων προκατέθεσαν τις έγγραφες προτάσεις των εντολέων τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 2 του N. 3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 72 § 13 του ίδιου νόμου) η αναφερόμενη στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας έφεση των εκκαλούντων και ηττηθέντων πρωτοδίκως διαδίκων (εναγόντων) που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 26.04.2022 κατά της υπ’ αριθμ. 3723/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή των ως άνω εναγόντων και ήδη εκκαλούντων. Η έφεση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα [άρθρο 495 § 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, όπως η τελευταία αυτή διάταξη ίσχυε μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α.87/23-7-2015) που εφαρμόζεται για τις εφέσεις που ασκούνται μετά την 1-1-2016 (άρθρο ένατο παρ.2 αυτού), 499, 500, 511, 513 § 1 στοιχ.β, 516 § 1 και 517 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (αρ. 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), του παράβολου εφέσεως έχοντος κατατεθεί, όπως βεβαιώνεται από το Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στην έκθεση κατάθεσης του δικογράφου. Μετά ταύτα η υπό κρίση έφεση θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ήτοι το παραδεκτό, νόμω και ουσία βάσιμο των λόγων της που συνίστανται σε μη ορθή εφαρμογή του νόμου και δη των διατάξεων του νόμου που περιλαμβάνουν οι εκκαλούντες στην έφεσή τους και εμμένουν στη νομική βασιμότητα της αγωγής τους.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι : 1) η ανθρώπινη συμπεριφορά, 2) ο παράνομος χαρακτήρας αυτής, 3) η υπαιτιότητα, 4) η επέλευση ζημίας και 5) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Για την έννοια του παρανόμου δεν είναι αναγκαίο η ανθρώπινη συμπεριφορά να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα, αλλά αρκεί ότι αυτή αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και τους σκοπούς του. Ειδικότερα, το στοιχείο του παρανόμου θεμελιώνεται και σε περίπτωση αντίθεσης της πράξης στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπο του, κατά τη διενέργεια, υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο, εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ’ ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σε αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σε αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1230/2021). Είναι δε αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψη του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος.

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας. Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα.

Εξάλλου, οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 N. 2251/1994 που μεταξύ άλλων ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 N. 2251/1994. Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" -και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" -και του ιδιώτη επενδυτή-, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα την σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής. Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή” προβλέπονται ιδίως στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4 α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσόμενων. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του "προμηθευτή" συνίσταται κυρίως σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9ο του ανωτέρω νόμου). Το άρθρο, δε, 8 του ίδιου νόμου ορίζει ότι ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για τη ζημία που προκάλεσε, αν διέπραξε πταίσμα. Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας. Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα, στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη. Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το N. 3606/2007 όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017). Περαιτέρω, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ФЕК В/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1.11.2007, με το άρθρο 85 του V.3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: «Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς». [...] Τρίτη αρχή: «Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές». Τέταρτη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς». [...] Έβδομη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς». Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης μερικών εκ των επιδίκων συμβάσεων, όπως θα εξειδικευθεί κατωτέρω στην παρούσα, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ’ αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα, κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο μονο 6. ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο μονο 6. 1 ΚΔΕΠΕΥ).

Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο μονο 6. 2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντας επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα, επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή, τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο μόνο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς ν.3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009 (δημοσίευση στο ΦΕΚ 31.03.2009), με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό, νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1738/2013) και ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω για κάποια εκ των επιδίκων ομολόγων όπως θα εξειδικευθεί κατωτέρω στην παρούσα που αποκτήθηκαν μετά την 01.11.2007 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου). Ειδικότερα, ο N. 3606/2007 «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» (καταργηθείς πλέον με τον ομότιτλο Ν.4514/2018 «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις») εξακολουθεί να εφαρμόζεται επί πράξεων ή παραλείψεων τελεσθεισών μέχρι τη θέση σε ισχύ του N. 4514/2018 (άρθρο 98 παρ. 1 N. 4514/2018 ), στο, δε, άρθρο 4 παρ.1 Ν. 3606/2007, ορίζεται: «Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΓΙΕΥ με κεφάλαια της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ’ αυτών, δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, ε) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του είτε με πρωτοβουλία της EEŒY, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα». Επίσης, στο άρθρο 25 (παρ. 1 έως 6) του ν. 3606/2007 ορίζεται: «1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2. Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών γ) τους τόπους εκτέλεσης και δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4. Οταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή τους (έλεγχος καταλληλότητας). 6. Οι ΑΕΠΕΥ που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: (α) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα. Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο Κεφάλαιο ΣΤ' του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού, (β) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη, (γ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή, (δ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της.

Κατ' εξουσιοδότηση της παρ.10 του άρθρου 25 N. 3606/2007 σύμφωνα με το οποίο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις των ΕΠΕΥ που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 8, σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 10 του άρθρου 19 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1/412/1.11.2007 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Φ.Ε.Κ. В 2136/1.11.2007) «Κανόνες Συμπεριφοράς Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.)», Η ως ανω απόφαση εφαρμόζεται και στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μια ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες (αρ. 1 παρ. 2 της Απόφασης). Κατά τον ορισμό που περιέχεται στο αρ. 2 της Απόφασης, «επενδυτική συμβουλή» είναι μια προσωπική σύσταση προς ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητά του ως υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, ή υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, η οποία: (α) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για το πρόσωπο αυτό ή λαμβάνει υπόψη της την κατάσταση του προσώπου αυτού και (β) αποτελεί σύσταση για την: (βα) αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, (ββ) άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει ορισμένο χρηματοπιστωτικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοπιστωτικού μέσου. Μια σύσταση δεν είναι προσωπική σύσταση εάν διαδίδεται αποκλειστικά μέσω διαύλων επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό. “Δίαυλος επικοινωνίας”: το μέσο ή ο τρόπος, μέσω του οποίου δημοσιοποιείται ή είναι πιθανό ότι θα δημοσιοποιηθεί μία πληροφορία, στην οποία έχει πρόσβαση μεγάλος αριθμός προσώπων, όπως ενδεικτικά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το διαδίκτυο και η μαζική ταχυδρομική αποστολή (έγχαρτη ή ηλεκτρονική)» (άρθρο 2 παρ. 9 και 10). Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρ. 4 (Προϋποθέσεις ορθής πληροφόρησης) 1. Η ΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι όλες οι πληροφορίες, περιλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, τις οποίες απευθύνει σε ιδιώτες πελάτες ή τις οποίες διαδίδει με τρόπο που καθιστά πιθανή τη λήψη τους από ιδιώτες πελάτες, πληρούν τις προϋποθέσεις, προκειμένου να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές.2 3. Η πληροφόρηση πρέπει να είναι ακριβής και ειδικότερα να μη δίνει έμφαση σε ενδεχόμενα δυνητικά οφέλη από μια επενδυτική υπηρεσία ή από ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, χωρίς να επισημαίνει, παράλληλα, με σαφήνεια κάθε σχετικό κίνδυνο. Η πληροφόρηση πρέπει να είναι επαρκής και να παρουσιάζεται με τρόπο ώστε να είναι πιθανή η κατανόηση της από το μέσο μέλος της ομάδας των προσώπων στην οποία απευθύνεται και από κάθε άλλο πιθανό αποδέκτη της. Η πληροφόρηση δεν πρέπει να αποκρύπτει, να υποβαθμίζει ή να συγκαλύπτει σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις. 4. Όταν η πληροφόρηση συγκρίνει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες, χρηματοπιστωτικά μέσα ή πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες, πρέπει:(α) η σύγκριση να είναι εύλογη και να παρουσιάζεται με ακριβοδίκαιο τρόπο,(β) να προσδιορίζονται οι πηγές της πληροφόρησης που χρησιμοποιούνται για τη σύγκριση και(γ) να αναφέρονται τα βασικά στοιχεία και οι παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύγκριση 5. Όταν η πληροφόρηση περιλαμβάνει ένδειξη προηγούμενων επιδόσεων ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, ενός χρηματοοικονομικού δείκτη ή μιας επενδυτικής υπηρεσίας:(α) Η ένδειξη προηγούμενων επιδόσεων δεν πρέπει να αποτελεί το προεξέχον στοιχείο της σχετικής ανακοίνωσης.(β) Η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει τις κατάλληλες πληροφορίες για τις επιδόσεις της αμέσως προηγούμενης πενταετίας ή, εάν το διάστημα κατά το οποίο είτε ήταν διαθέσιμο το χρηματοπιστωτικό μέσο, είτε καταρτίστηκε ο δείκτης, είτε παρασχέθηκε η επενδυτική υπηρεσία, είναι μικρότερο των πέντε ετών, για όλο το χρονικό αυτό διάστημα. Η ΕΠΕΥ, πάντως μπορεί να παρέχει πληροφόρηση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την πενταετία. Σε κάθε περίπτωση η πληροφόρηση αφορά πλήρεις δωδεκάμηνες περιόδους.(γ) Η περίοδος αναφοράς και η πηγή των πληροφοριών πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια, (δ) Η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει εμφανή προειδοποίηση ότι τα αριθμητικά στοιχεία αναφέρονται στο παρελθόν και ότι οι προηγούμενες επιδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών επιδόσεων, (ε) Όταν η ένδειξη προηγουμένων επιδόσεων βασίζεται σε αριθμητικά στοιχεία εκπεφρασμένα σε νόμισμα διαφορετικό από εκείνο του κράτους μέλους, στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο ιδιώτης πελάτης, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια το σχετικό νόμισμα και να περιλαμβάνεται προειδοποίηση ότι η απόδοση ενδέχεται να

επηρεαστεί θετικά ή αρνητικά από συναλλαγματικές διακυμάνσεις.

(στ) Όταν η ένδειξη προηγουμένων επιδόσεων βασίζεται σε μεικτή απόδοση, πρέπει να γνωστοποιούνται αναλυτικά οι επιβαρύνσεις από προμήθειες, αμοιβές ή άλλες χρεώσεις. 6. Η πληροφόρηση, που περιλαμβάνει ή αναφέρεται σε προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων, πρέπει να αναφέρεται σε χρηματοπιστωτικό μέσο ή χρηματοοικονομικό δείκτη και να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:(α) η προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων πρέπει να βασίζεται σε πραγματικές προηγούμενες επιδόσεις ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων ή χρηματοοικονομικών δεικτών, οι οποίοι είτε αφορούν το ίδιο χρηματοπιστωτικό μέσο είτε υποκείμενο μέσο του, (β) οι πραγματικές προηγούμενες επιδόσεις, στις οποίες βασίζεται η προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) έως (γ), (ε) και (στ) της παραγράφου 5 και (γ) η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει εμφανή προειδοποίηση ότι τα αριθμητικά στοιχεία αφορούν προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων και ότι οι προηγούμενες αυτές επιδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών επιδόσεων.7. Όταν η πληροφόρηση περιλαμβάνει πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με μελλοντικές επιδόσεις: (α) η πληροφόρηση δεν πρέπει να βασίζεται ή να αναφέρεται σε προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων, (β) η πληροφόρηση πρέπει να βασίζεται σε εύλογες παραδοχές που μπορούν να τεκμηριωθούν με αντικειμενικά δεδομένα, (γ) σε περίπτωση που η πληροφόρηση βασίζεται σε μεικτή απόδοση, πρέπει να γνωστοποιούνται αναλυτικά οι επιβαρύνσεις από προμήθειες, αμοιβές ή άλλες χρεώσεις και (δ) η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει εμφανή προειδοποίηση ότι οι προβλέψεις σχετικά με τις μελλοντικές επιδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών επιδόσεων. 8, 9 Στη συνέχεια στο αρ. 5 αναφέρεται ότι “1. Η ΕΠΕΥ ενημερώνει τους νέους και τους υφιστάμενους πελάτες της ότι προέβη στην κατάταξη τους στην κατηγορία των ιδιωτών ή των επαγγελματιών πελατών ή των επιλέξιμων αντισυμβαλλομένων. 2. Η ΕΠΕΥ γνωστοποιεί στους πελάτες της, μέσω σταθερού μέσου, το δικαίωμα τους να ζητήσουν την κατάταξη τους σε άλλη κατηγορία πελατών από αυτήν που έχουν ήδη καταταγεί, καθώς και κάθε περιορισμό που αυτό συνεπάγεται όσον αφορά το επίπεδο προστασίας τους. 3. Η ΕΠΕΥ μεταβάλλει την κατάταξη ενός πελάτη, κατόπιν αιτήματος του, ή και με δική της πρωτοβουλία και: (α) αντιμετωπίζει, ως επαγγελματία ή ως ιδιώτη πελάτη, έναν πελάτη, ο οποίος κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν. 3606/2007 θεωρείται επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος, ή (β) αντιμετωπίζει, ως ιδιώτη πελάτη, έναν πελάτη ο οποίος, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3606/2007, θεωρείται επαγγελματίας πελάτης. 4. Η ΕΠΕΥ μπορεί να αντιμετωπίζει επιλέξιμο αντισυμβαλλόμενο ως επαγγελματία πελάτη, ύστερα από αίτημα του να αντιμετωπισθεί ως πελάτης, του οποίου η σχέση με την ΕΠΕΥ υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 25, 27 και 28 του ν. 3606/2007. Ο επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει ρητά να αντιμετωπιστεί ως ιδιώτης πελάτης, εφαρμοζόμενων των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 6 του ν. 3606/2007". Κατα το άρθρο 6, 1. “Η. Η ΕΠΕΥ παρέχει σε ιδιώτες πελάτες, σε εύθετο χρόνο, είτε πριν από τη σύναψη σύμβασης παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών, είτε πριν από την παροχή σε αυτούς των υπηρεσιών αυτών, όποιο από τα ανωτέρω προηγείται χρονικά, τους όρους της σύμβασης και τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 7 και αφορούν την εν λόγω σύμβαση και τις εν λόγω επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες.2. Η ΕΠΕΥ, σε εύθετο χρόνο πριν από την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών, παρέχει: (α) στους ιδιώτες πελάτες, τις πληροφορίες που προβλέπονται στα άρθρα 7 έως 10, (β) στους επαγγελματίες πελάτες, εάν δεν ορίζεται διαφορετικά, τις πληροφορίες που προβλέπονται στις περιπτώσεις (δ) έως (ζ) του άρθρου 9. 3. Οι πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2 παρέχονται μέσω σταθερού μέσου ή, μέσω διαδικτύου (εφόσον δεν αποτελεί σταθερό μέσο), υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 3. 4. Η ΕΠΕΥ μπορεί, κατ' εξαίρεση της παραγράφου 1 και της περίπτωσης (α) της παραγράφου 2, να παρέχει σε ιδιώτη πελάτη τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1, αμέσως, μόλις ο πελάτης αυτός συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών, καθώς και τις πληροφορίες που προβλέπονται στην περίπτωση (α) της παραγράφου 2, αμέσως με την έναρξη της παροχής της υπηρεσίας: (α) όταν η σύμβαση συνήφθη από απόσταση, ύστερα από αίτημα του πελάτη και το γεγονός αυτό εμπόδισε την ΕΠΕΥ να παράσχει τα σχετικά στοιχεία ή (β) όταν, παρόλο που δεν ισχύει η υποπερίπτωση (iii) της περίπτωσης (α) της παραγράφου 3 του άρθρου 4α του νόμου 2251/1994, η ΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τους όρους του εν λόγω άρθρου, θεωρώντας τον ιδιώτη πελάτη ως "καταναλωτή" και την ίδια ως "προμηθευτή" κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 2251/1994. 5. Η ΕΠΕΥ, σε εύθετο χρόνο, γνωστοποιεί στους πελάτες κάθε ουσιώδη μεταβολή των πληροφοριών που τους έχει παράσχει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 7 έως 10 και αφορούν την παρεχόμενη από την ΕΠΕΥ υπηρεσία. Η γνωστοποίηση γίνεται μέσω σταθερού μέσου, στην περίπτωση που η σχετική πληροφόρηση είχε παρασχεθεί μέσω σταθερού μέσου.6. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε μια διαφημιστική ανακοίνωση πρέπει να είναι συναφείς με οποιαδήποτε άλλη πληροφόρηση που η ΕΠΕΥ παρέχει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, στους πελάτες της. 7. Διαφημιστική ανακοίνωση, η οποία εμπεριέχει πρόταση ή πρόσκληση, με τη μορφή των περιπτώσεων που αναφέρονται κατωτέρω και η οποία προσδιορίζει τον τρόπο απάντησης ή περιλαμβάνει έντυπο με το οποίο μπορεί να δοθεί απάντηση από τους πελάτες, αναφέρει τις πληροφορίες που προβλέπονται στα άρθρα 7 έως 10 και οι οποίες σχετίζονται με την εν λόγω πρόταση ή πρόσκληση: (α) πρόταση σύναψης σύμβασης, για την παροχή επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας γενικά ή ως προς συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο, με οποιοδήποτε πρόσωπο τυχόν ανταποκριθεί στην ανακοίνωση,(β) πρόσκληση, σε οποιοδήποτε πρόσωπο τυχόν ανταποκριθεί στη σχετική ανακοίνωση, να υποβάλει πρόταση για σύναψη σύμβασης για παροχή επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας γενικά ή ως προς συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο. Η περίπτωση (α) δεν εφαρμόζεται, εάν ο δυνητικός ιδιώτης πελάτης, προκειμένου να αποδεχθεί την πρόταση ή να απαντήσει στην πρόσκληση, που περιλαμβάνεται στη διαφημιστική ανακοίνωση, πρέπει να ανατρέξει σε άλλα έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνουν μέρος ή το σύνολο των σχετικών πληροφοριών" (αρ. 6). Κατά το αρ. 7 (Πληροφόρηση πελατών για την ΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες που παρέχει) 1. Η ΕΠΕΥ παρέχει, στους ιδιώτες πελάτες τα ακόλουθα γενικά πληροφοριακά στοιχεία, κατά περίπτωση :(α) την επωνυμία, τη διεύθυνση της ΕΠΕΥ καθώς και τα στοιχεία επικοινωνίας της ΕΠΕΥ, ώστε οι πελάτες να μπορούν να επικοινωνούν αποτελεσματικά με αυτή, (β) τη γλώσσα, στην οποία ο πελάτης μπορεί να επικοινωνεί με την ΑΕΠΕΥ και στην οποία είναι διατυπωμένα τα έγγραφα και οι λοιπές πληροφορίες που παρέχει η ΕΠΕΥ, (γ) τους τρόπους επικοινωνίας μεταξύ της ΕΠΕΥ και του πελάτη, περιλαμβανομένων, κατά περίπτωση, του τρόπου για την αποστολή και τη λήψη εντολών,(δ) δήλωση ότι η ΕΠΕΥ έχει λάβει άδεια λειτουργίας καθώς και αναφορά της επωνυμίας και των στοιχείων επικοινωνίας της αρμόδιας αρχής που την αδειοδότησε, (ε) δήλωση ότι η ΕΠΕΥ ενεργεί μέσω συνδεδεμένου αντιπροσώπου, στην οποία προσδιορίζεται και το κράτος μέλος όπου είναι εγγεγραμμένος ο συγκεκριμένος αντιπρόσωπος, (στ) τη φύση, τη συχνότητα και το χρόνο υποβολής των αναφορών, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 8 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, σχετικά με το αποτέλεσμα της παρεχόμενης από την ΕΠΕΥ υπηρεσίας προς τον πελάτη, (ζ) συνοπτική περιγραφή των μέτρων που λαμβάνει η ΕΠΕΥ για να διασφαλίσει την προστασία των χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων πελατών που κατέχει, καθώς και συνοπτικά στοιχεία σχετικά με το καθεστώς προστασίας επενδυτών ή εγγύησης καταθέσεων, στο οποίο υπόκειται, (η) περιγραφή, η οποία μπορεί να λάβει και συνοπτική μορφή, της πολιτικής που εφαρμόζει η ΕΠΕΥ όσον αφορά τις συγκρούσεις συμφερόντων. 2. Η ΕΠΕΥ παρέχει στον πελάτη, κατόπιν αιτήματος του, πρόσθετες λεπτομέρειες σχετικά με την πολιτική που εφαρμόζει για τις συγκρούσεις συμφερόντων. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται μέσω σταθερού μέσου ή μέσω διαδικτύου (εφόσον δεν αποτελεί σταθερό μέσο) υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 3. 3. ΕΠΕΥ, που παρέχει σε πελάτη της την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης χαρτοφυλακίων, υιοθετεί, κατάλληλη μέθοδο αξιολόγησης και σύγκρισης, η οποία βασίζεται στους επενδυτικούς στόχους του συγκεκριμένου πελάτη, καθώς και στα είδη των χρηματοπιστωτικών μέσων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο του, προκειμένου ο πελάτης αυτός να μπορεί να αξιολογεί την απόδοση της ΕΠΕΥ. Η αξιολόγηση και σύγκριση μπορεί να συνίσταται στη χρήση δείκτη αναφοράς.4. ΕΠΕΥ που προτίθεται να παράσχει σε ιδιώτη πελάτη την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης χαρτοφυλακίων, παρέχει στον πελάτη, επιπλέον των πληροφοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 1, τις ακόλουθες πληροφορίες κατά περίπτωση: (α) πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο και τη συχνότητα αποτίμησης των χρηματοπιστωτικών μέσων του χαρτοφυλακίου του πελάτη, (β) λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε ανάθεση για διαχείριση κατά διακριτική ευχέρεια, που αφορά στο σύνολο ή σε μέρος των χρηματοπιστωτικών μέσων ή κεφαλαίων που υπάρχουν στο χαρτοφυλάκιο του πελάτη, (γ) προσδιορισμός του δείκτη αναφοράς, με τον οποίο μπορεί να συγκριθεί η απόδοση του χαρτοφυλακίου του πελάτη, (δ) τα είδη των χρηματοπιστωτικών μέσων που μπορούν να συμπεριληφθούν στο χαρτοφυλάκιο του πελάτη, καθώς και τα είδη των συναλλαγών που μπορεί να διενεργηθούν επί αυτών, περιλαμβανόμενων οποιωνδήποτε ορίων, (ε) τους διαχειριστικούς στόχους, το επίπεδο κινδύνου που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής διαχείρισης, καθώς και κάθε ειδικό περιορισμό που αφορά διαχείριση κατά διακριτική ευχέρεια" Κατά το άρ. 8 (Πληροφόρηση για χρηματοπιστωτικά μέσα), 1. "Η ΕΠΕΥ παρέχει στους πελάτες της γενική περιγραφή της φύσης και των κινδύνων που ενέχουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα την κατηγοριοποίηση του πελάτη ως ιδιώτη ή επαγγελματία. Η περιγραφή αυτή εξηγεί τη φύση του χρηματοπιστωτικού μέσου και τους συγκεκριμένους κινδύνους που αυτό ενέχει, με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε ο πελάτης να μπορεί να λαμβάνει εμπεριστατωμένες επενδυτικές αποφάσεις. 2. Η περιγραφή των κινδύνων περιλαμβάνει, ανάλογα με το είδος του χρηματοπιστωτικού μέσου, την κατηγορία και το επίπεδο γνώσης του πελάτη, τα ακόλουθα στοιχεία: (α) τους κινδύνους που σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος χρηματοπιστωτικού μέσου, επεξηγώντας τη μόχλευση που παρέχει και τις συνέπειες της, καθώς και τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσης, (β) τη μεταβλητότητα της τιμής του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, καθώς και οποιουσδήποτε υφιστάμενους στην αγορά, στην οποία το μέσο αυτό αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, περιορισμούς, (γ) το γεγονός ότι ο επενδυτής, εκτός από το κόστος απόκτησης των χρηματοπιστωτικών μέσων, ενδέχεται να αναλάβει, ως αποτέλεσμα συναλλαγών επί των συγκεκριμένων μέσων, οικονομικές δεσμεύσεις καθώς και άλλες πρόσθετες υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων ενδεχόμενων υποχρεώσεων,(δ) το περιθώριο ασφάλισης ή παρόμοια υποχρέωση που, ενδεχομένως, απαιτείται για τη διενέργεια συναλλαγών επί των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων., 3. Όταν η ΕΠΕΥ παρέχει σε ιδιώτη πελάτη πληροφορίες σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο που αποτελεί αντικείμενο δημόσιας προσφοράς, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη και για την οποία έχει εκδοθεί ενημερωτικό δελτίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3401/2005, ενημερώνει τον πελάτη σχετικά με το πού διατίθεται στο κοινό το συγκεκριμένο ενημερωτικό δελτίο. 4. Όταν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο αποτελείται από ένα ή περισσότερα διαφορετικά χρηματοπιστωτικά μέσα ή υπηρεσίες και είναι πιθανό οι κίνδυνοι, οι οποίοι συνδέονται με το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο, να είναι μεγαλύτεροι από τους κινδύνους που συνδέονται με κάθε μία από τις συνιστώσες του, η ΕΠΕΥ παρέχει επαρκή περιγραφή των συνιστωσών του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, καθώς και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδραση τους αυξάνει τους κινδύνους. 5. Όταν χρηματοπιστωτικά μέσα ενσωματώνουν εγγύηση τρίτου, η πληροφόρηση που παρέχει η ΕΠΕΥ σχετικά με την εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες για τον εγγυητή και την εγγύηση, προκειμένου ο ιδιώτης πελάτης να μπορεί να προβεί σε εμπεριστατωμένη αξιολόγηση της εγγύησης" Κατά το άρθρο 12 (Αξιολόγηση καταλληλότητας). "1. Η ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, ή της διαχείρισης χαρτοφυλακίων λαμβάνει, από τους πελάτες, τις πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του πελάτη και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση της παρεχόμενης επενδυτικής υπηρεσίας, ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή, που προτείνει στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών ή που καταρτίζει στο πλαίσιο της διαχείρισης χαρτοφυλακίου, πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α) είναι σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του συγκεκριμένου πελάτη, (β) ο πελάτης έχει την οικονομική δυνατότητα να αναλάβει το βάρος των σχετικών επενδυτικών κινδύνων, σύμφωνα με τους επενδυτικούς του στόχους, (γ) ο πελάτης διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχει η προτεινόμενη συναλλαγή ή η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. 2. Η πληροφόρηση, αναφορικά με τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, στοιχεία σχετικά: (α) με το χρονικό διάστημα για το οποίο ο πελάτης επιθυμεί να διατηρήσει την επένδυση, (β) με τις προτιμήσεις του όσον αφορά την ανάληψη κινδύνου, (γ) με το επενδυτικό του προφίλ και (δ) με τους σκοπούς της επένδυσης. 3. Η πληροφόρηση, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση πελάτη, περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, στοιχεία σχετικά: (α) με την προέλευση και το ύψος των τακτικών του εισοδημάτων, (β) με τα περιουσιακά του στοιχεία, περιλαμβανομένων των ρευστών του διαθεσίμων, των επενδύσεων και των ακινήτων του, και (γ) με τις τακτικές οικονομικές του υποχρεώσεις. 4. Ο επαγγελματίας πελάτης θεωρείται ότι διαθέτει το απαιτούμενο επίπεδο πείρας και γνώσης, για τα προϊόντα, τις συναλλαγές και τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει ενταχθεί στην κατηγορία του επαγγελματία πελάτη. Ο επαγγελματίας πελάτης της περίπτωσης (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3606/2007, θεωρείται ότι διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αναλάβει το βάρος των σχετικών επενδυτικών κινδύνων, σύμφωνα με τους επενδυτικούς του στόχους, όταν η παρεχόμενη επενδυτική υπηρεσία συνίσταται στην παροχή επενδυτικών συμβουλών. Ο επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος θεωρείται ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να φέρει το βάρος κάθε σχετικού επενδυτικού κινδύνου, που είναι σύμφωνος με τους επενδυτικούς του στόχους.

5. Σε περίπτωση που η ΕΠΕΥ, δεν λάβει ως προς συγκεκριμένο πελάτη την πληροφόρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 και εξειδικεύεται τις παραγράφους 1 έως 3 αυτού του άρθρου, δεν προβαίνει στην παροχή επενδυτικών συμβουλών προς τον συγκεκριμένο πελάτη ή στη διαχείριση χαρτοφυλακίου του". Κατά το άρθρο 13 (Αξιολόγηση συμβατότητας) "1. Η ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της συμβατότητας μίας επενδυτικής υπηρεσίας για έναν πελάτη της, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, κρίνει αν ο πελάτης αυτός διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχει το επενδυτικό προϊόν ή η επενδυτική υπηρεσία, που του παρέχει η ΕΠΕΥ ή που αιτείται ο πελάτης. 2. Ένας επαγγελματίας πελάτης θεωρείται ότι διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχουν οι συγκεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες ή συναλλαγές, ή τα είδη των συναλλαγών ή προϊόντων, για τα οποία ο πελάτης αυτός έχει ενταχθεί στην κατηγορία του επαγγελματία πελάτη. Κατά το αρ. 14 (Κοινές διατάξεις για την αξιολόγηση καταλληλότητας και συμβατότητας) 1. Η πληροφόρηση, αναφορικά με τη γνώση και την πείρα που διαθέτει πελάτης στον τομέα των επενδύσεων, περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, στο μέτρο που είναι κατάλληλα για τον πελάτη αυτό, το είδος και την έκταση της υπηρεσίας που θα παρασχεθεί, καθώς και το είδος του προϊόντος ή της συναλλαγής που προβλέπεται να πραγματοποιηθεί, συμπεριλαμβανομένης της πολυπλοκότητας τους και των κινδύνων που ενέχουν :(α) τα είδη των επενδυτικών υπηρεσιών, των συναλλαγών και χρηματοπιστωτικών μέσων με τα οποία είναι εξοικειωμένος ο πελάτης, (β) τη φύση, τον όγκο και τη συχνότητα των συναλλαγών του πελάτη σε χρηματοπιστωτικά μέσα και τη χρονική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν, (γ) το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα ή συναφές προηγούμενο επάγγελμα του πελάτη. 2. Η ΕΠΕΥ δεν ενθαρρύνει τους πελάτες να μην παράσχουν την απαιτούμενη πληροφόρηση της αξιολόγησης της καταλληλότητας και της συμβατότητας, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, όπως εξειδικεύονται στα άρθρα 13 έως 15. 3. Η ΕΠΕΥ δικαιούται να βασίζεται στην πληροφόρηση που της παρέχουν οι πελάτες της, εκτός εάν γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πληροφόρηση αυτή είναι καταφανώς παρωχημένη, ανακριβής ή ελλιπής'. Κατά το άρθρο 15 (Μη πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά μέσα): "Εκτός από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται στην παράγραφο 6 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, θεωρούνται ως μη πολύπλοκα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια: (α) το χρηματοπιστωτικό μέσο δεν περιλαμβάνεται στις κινητές αξίες της υποπερίπτωσης (γ) της περίπτωσης 13 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 (“κάθε άλλη κινητή αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων μεταβιβάσιμων κινητών αξιών ή που είναι δεκτική διακανονισμού με ρευστά διαθέσιμα και που προσδιορίζεται με αναφορά προς κινητές αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη"), ούτε στα παράγωγα των περιπτώσεων (δ) έως (ι) του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, (β) υπάρχουν συχνές ευκαιρίες διάθεσης, εξαγοράς και γενικά ρευστοποίησης του χρηματοπιστωτικού μέσου σε τιμές που είναι δημόσια διαθέσιμες στους συμμετέχοντες στην αγορά και οι οποίες είτε είναι τιμές της αγοράς είτε είναι τιμές που διαμορφώνονται ή επιβεβαιώνονται από συστήματα αποτίμησης, ανεξάρτητα από τον εκδότη του χρηματοπιστωτικού μέσου, γ) το χρηματοπιστωτικό μέσο δεν συνεπάγεται για τον πελάτη καμία πραγματική ή δυνητική οικονομική υποχρέωση, η οποία υπερβαίνει το κόστος απόκτησης του, (δ) είναι διαθέσιμη στο κοινό επαρκής πληροφόρηση για τα χαρακτηριστικά του χρηματοπιστωτικού μέσου και η πληροφόρηση αυτή είναι δυνατό να γίνει άμεσα κατανοητή από τον μέσο ιδιώτη πελάτη, προκειμένου να αποφασίσει εμπεριστατωμένα, αν θα διενεργήσει μια συναλλαγή στο συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο". Κατά το αρ. 16 (Έγγραφη σύμβαση) “1. Η ΕΠΕΥ, η οποία πρόκειται να παράσχει σε νέο ιδιώτη πελάτη επενδυτικές υπηρεσίες συνάπτει εγγράφως σύμβαση με τον πελάτη, σε έγχαρτη μορφή ή μέσω άλλου σταθερού μέσου, η οποία καθορίζει τα ουσιώδη δικαιώματα και υποχρεώσεις της ΕΠΕΥ και του πελάτη αντίστοιχα. 2. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων μπορεί να ενσωματώνονται, με μορφή παραπομπής, σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα". Κατά το άρθρο 17 (Ενημέρωση εκτός πλαισίου διαχείρισης χαρτοφυλακίων) 1. Μετά την εκτέλεση εντολής για λογαριασμό πελάτη, εκτός πλαισίου διαχείρισης χαρτοφυλακίων: (α) η ΕΠΕΥ παρέχει αμέσως στον πελάτη, μέσω σταθερού μέσου, τις ουσιώδεις πληροφορίες που αφορούν την εκτέλεση της εντολής, (β) η ΕΠΕΥ αποστέλλει στον ιδιώτη πελάτη, μέσω σταθερού μέσου, ειδοποίηση για την επιβεβαίωση εκτέλεσης της εντολής του, εντός του αντικειμενικά απαραίτητου χρόνου και σε κάθε περίπτωση, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την εκτέλεση της εντολής, ή μετά τη λήψη της επιβεβαίωσης που της αποστέλλει τρίτος, εάν η ΕΠΕΥ λαμβάνει την επιβεβαίωση από τρίτο. Η ΕΠΕΥ δεν αποστέλλει ειδοποίηση για την επιβεβαίωση εκτέλεσης εντολής εάν πρόκειται να αποσταλεί άμεσα στον ιδιώτη πελάτη από άλλο πρόσωπο επιβεβαίωση που περιέχει τις ίδιες πληροφορίες, (γ) η ΕΠΕΥ παρέχει στον πελάτη της, κατόπιν σχετικού αιτήματος, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της εντολής του. 2. Όταν η ΕΠΕΥ εκτελεί εντολές για λογαριασμό πελατών που αφορούν ομόλογα για τη χρηματοδότηση συμβάσεων ενυπόθηκων δανείων με τους πελάτες αυτούς, γνωστοποιεί τη συναλλαγή ταυτόχρονα με την ανακοίνωση των όρων του ενυπόθηκου δανείου, το αργότερο ένα μήνα μετά την εκτέλεση της σχετικής εντολής. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι περιπτώσεις (α) και (β) της παραγράφου 1.3. Σε περίπτωση εντολής ιδιώτη πελάτη, η οποία αφορά μερίδια ή μετοχές οργανισμού συλλογικών επενδύσεων και η οποία εκτελείται περιοδικά, η ΕΠΕΥ μπορεί, αντί της ειδοποίησης για την επιβεβαίωση εκτέλεσης της εντολής, να παρέχει στον πελάτη, το αργότερο κάθε έξι μήνες, τα πληροφοριακά στοιχεία της παραγράφου 4. 4. Η ειδοποίηση για την επιβεβαίωση της εκτέλεσης της εντολής περιλαμβάνει, κατά περίπτωση τις ακόλουθες πληροφορίες, σύμφωνα με τον πίνακα 1 του παραρτήματος I του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006: (α) την επωνυμία της ΕΠΕΥ, η οποία προβαίνει στη γνωστοποίηση, (β) το ονοματεπώνυμο, την επωνυμία ή άλλο προσδιορισμό του πελάτη, (γ) την ημέρα εκτέλεσης, (δ) το χρόνο εκτέλεσης,(ε) το είδος της εντολής, (στ) τον προσδιορισμό του τόπου εκτέλεσης, (ζ) τον προσδιορισμό του χρηματοπιστωτικού μέσου, (η) την ένδειξη αγορά ή πώληση, (θ) τη φύση της εντολής, σε περίπτωση που δεν είναι εντολή αγοράς ή πώλησης, (ι) την ποσότητα, (ια) την τιμή ανά μονάδα, (ιβ) το συνολικό τίμημα, (ιγ) το συνολικό ποσό των προμηθειών και χρεώσεων και, κατόπιν αιτήσεως του ιδιώτη πελάτη, την ανάλυση των προμηθειών ή χρεώσεων, (ιδ) τις υποχρεώσεις του πελάτη, αναφορικά με το διακανονισμό της συναλλαγής, περιλαμβανομένης της προθεσμίας πληρωμής ή παράδοσης, καθώς και τα σχετικά στοιχεία λογαριασμού, στην περίπτωση που δεν έχουν γνωστοποιηθεί προηγουμένως στον πελάτη, (ιε) τη γνωστοποίηση ότι ο αντισυμβαλλόμενος του πελάτη ήταν η ίδια η ΕΠΕΥ ή οποιοδήποτε πρόσωπο του ομίλου της ΕΠΕΥ ή άλλος πελάτης της ΕΠΕΥ, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, εκτός εάν η εντολή εκτελέσθηκε μέσω συστήματος διαπραγμάτευσης που διευκολύνει την ανώνυμη διαπραγμάτευση. 5. Για τους σκοπούς της περίπτωσης (ια), εάν η εντολή εκτελείται τμηματικά, η ΕΠΕΥ παρέχει στον πελάτη πληροφορίες είτε για την τιμή κάθε επιμέρους τμήματος είτε για τη μέση τιμή της. Στην περίπτωση που γνωστοποιήσει τη μέση τιμή, η ΕΠΕΥ παρέχει στον ιδιώτη πελάτη της, μετά από αίτημα του, πληροφορίες ως προς την τιμή κάθε επιμέρους τμήματος. 6. Η ΕΠΕΥ μπορεί να παρέχει στον πελάτη της τις πληροφορίες της παραγράφου 4 χρησιμοποιώντας τυποποιημένους κωδικούς, εφόσον παρέχει επεξήγηση των κωδικών αυτών". Κατά το άρθρο 18 (Ενημέρωση στο πλαίσιο διαχείρισης χαρτοφυλακίων) 1. Η ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο διαχείρισης χαρτοφυλακίων, παρέχει, μέσω σταθερού μέσου, σε κάθε πελάτη περιοδικές ενημερώσεις ως προς τις δραστηριότητες της διαχείρισης χαρτοφυλακίων που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό του, εκτός εάν οι ενημερώσεις αυτές παρέχονται από άλλο πρόσωπο. 2. Η περιοδική ενημέρωση ιδιώτη πελάτη γίνεται ανά εξάμηνο και περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) την επωνυμία της ΕΠΕΥ, (β) το ονοματεπώνυμο, την επωνυμία ή άλλο προσδιορισμό του λογαριασμού του ιδιώτη πελάτη, (γ) ενημέρωση για το περιεχόμενο και την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου, καθώς και λεπτομέρειες για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο το οποίο τηρείται στο χαρτοφυλάκιο, την αξία του στην αγορά ή την εύλογη αξία του, εάν η αξία του στην αγορά δεν είναι διαθέσιμη, το πιστωτικό υπόλοιπο κατά την αρχή και το τέλος της περιόδου που καλύπτει η ενημέρωση, καθώς και την απόδοση του χαρτοφυλακίου κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει η ενημέρωση,(δ) το συνολικό ποσό των αμοιβών και προμηθειών που χρεώθηκαν κατά την περίοδο που καλύπτει η ενημέρωση, αναφέροντας χωριστά, τουλάχιστον, το σύνολο των αμοιβών διαχείρισης και το σύνολο των εξόδων που συνδέονται με την εκτέλεση εντολών καθώς και δήλωση ότι, κατόπιν αιτήματος του πελάτη, θα παρασχεθεί λεπτομερής ανάλυση των αμοιβών και των προμηθειών,(ε) σύγκριση της απόδοσης κατά την περίοδο που καλύπτει η ενημέρωση, σε σχέση με τον δείκτη αναφοράς που, τυχόν, έχει συμφωνηθεί μεταξύ της ΕΠΕΥ και του πελάτη, (στ) το συνολικό ποσό των, συνδεόμενων με το χαρτοφυλάκιο του πελάτη, μερισμάτων, τόκων και άλλων πληρωμών που λήφθηκαν κατά την περίοδο που καλύπτει η ενημέρωση, (ζ) πληροφορίες σχετικά με άλλες εταιρικές πράξεις που παρέχουν δικαιώματα σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που τηρούνται στο χαρτοφυλάκιο, (η) για κάθε συναλλαγή, η οποία εκτελέσθηκε κατά την περίοδο που καλύπτει η ενημέρωση, τις πληροφορίες που προβλέπονται στις περιπτώσεις (γ) έως (ιβ) της παραγράφου 4 του άρθρου 17. Στην περίπτωση, που ο πελάτης επιλέξει να ενημερώνεται σε μεμονωμένη βάση για κάθε εκτελεσθείσα συναλλαγή, εφαρμόζεται η παράγραφος 5 του παρόντος άρθρου.3. Στην περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ της ΕΠΕΥ και ιδιώτη πελάτη της, η παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης χαρτοφυλακίων, η οποία επιτρέπει τη διαχείριση με μόχλευση, η περιοδική ενημέρωση γίνεται τουλάχιστον ανά μήνα. 4. Η ΕΠΕΥ ενημερώνει τον ιδιώτη πελάτη ότι δικαιούται να ζητήσει να λαμβάνει την περιοδική ενημέρωση της παραγράφου 2 ανά τρίμηνο.5. Η ΕΠΕΥ ενημερώνει τον ιδιώτη πελάτη ότι δικαιούται να ζητήσει να ενημερώνεται αμέσως για τις συναλλαγές που εκτελούνται από το διαχειριστή του χαρτοφυλακίου του. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΠΕΥ ενημερώνει τον πελάτη, μέσω σταθερού μέσου, για τα βασικά στοιχεία κάθε συναλλαγής αμέσως μετά την εκτέλεση της συναλλαγής από το διαχειριστή χαρτοφυλακίου. Η ΕΠΕΥ αποστέλλει στον ιδιώτη πελάτη, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την εκτέλεση της συναλλαγής ή, εάν η ΕΠΕΥ λαμβάνει την επιβεβαίωση από τρίτο, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήψη της επιβεβαίωσης που αποστέλλει τρίτος, επιβεβαίωση της συναλλαγής αναφέροντας τις πληροφορίες της παραγράφου 4 του άρθρου 17, εκτός εάν ο ιδιώτης πελάτης λαμβάνει άμεσα τις ίδιες πληροφορίες με την επιβεβαίωση από άλλο πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή η περιοδική ενημέρωση της παραγράφου 2 γίνεται τουλάχιστον ανά δωδεκάμηνο, εκτός εάν διενεργούνται συναλλαγές σε κινητές αξίες της υποπερίπτωσης (γ) της περίπτωσης 13 του άρθρου 2 ή σε παράγωγα των περιπτώσεων (δ) έως (ι) του άρθρου 5 του ν. 3606/2007". Κατά το άρθρο 21 “1. Η ΕΠΕΥ, κατά την εκτέλεση εντολών πελατών και προκειμένου να προσδιορίσει τη σχετική βαρύτητα των παραγόντων της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του ν. 3606/2007 λαμβάνει υπόψη της τα ακόλουθα κριτήρια: (α) τα χαρακτηριστικά του πελάτη, περιλαμβανομένης της κατηγοριοποίησης του ως ιδιώτη ή επαγγελματία πελάτη, (β) τα χαρακτηριστικά της εντολής του πελάτη, (γ) τα χαρακτηριστικά των χρηματοπιστωτικών μέσων που αποτελούν το αντικείμενο της εντολής, (δ) τα χαρακτηριστικά των τόπων εκτέλεσης στους οποίους μπορεί να σταλεί προς εκτέλεση η εντολή. 2. Η ΕΠΕΥ εκπληρώνει την υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 27 του ν. 3606/2007, να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο προκειμένου να επιτύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τον πελάτη της, στο μέτρο που εκτελεί μια εντολή ή μια συγκεκριμένη συνιστώσα της εντολής ακολουθώντας συγκεκριμένες οδηγίες του πελάτη, που αφορούν την εντολή αυτή ή τη συγκεκριμένη συνιστώσα της.3. Σε περίπτωση εκτέλεσης από μία ΕΠΕΥ εντολής για λογαριασμό ιδιώτη πελάτη, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα προσδιορίζεται βάσει του συνολικού τιμήματος, το οποίο αντιπροσωπεύει την τιμή του χρηματοπιστωτικού μέσου και τις χρεώσεις που σχετίζονται με την εκτέλεση, οι οποίες περιλαμβάνουν όλα τα έξοδα που βαρύνουν τον πελάτη και τα οποία συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση της εντολής, περιλαμβανομένων των τελών του τόπου εκτέλεσης, των τελών εκκαθάρισης και διακανονισμού και όλων των λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται σε τρίτους οι οποίοι συμμετέχουν στην εκτέλεση της εντολής αυτής. 4. Προκειμένου να αξιολογηθούν και να συγκριθούν τα αποτελέσματα για τον πελάτη που θα επιτυγχάνονταν από την εκτέλεση μιας εντολής σε διαφορετικούς τόπους εκτέλεσης, λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες που εισπράττει η ίδια η ΕΠΕΥ και οι χρεώσεις που βαρύνουν τον πελάτη για την εκτέλεση της εντολής σε καθέναν από τους τόπους εκτέλεσης, οι οποίοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εκτέλεση της εντολής, περιλαμβάνονται στην πολιτική της ΕΠΕΥ για την εκτέλεση εντολών και μπορούν να εκτελέσουν τη συγκεκριμένη εντολή.5. Η ΕΠΕΥ δεν επιτρέπεται να διαμορφώνει ή να χρεώνει τις προμήθειες της κατά τρόπο που να εισάγει αθέμιτες διακρίσεις μεταξύ των τόπων εκτέλεσης". Κατά το άρθρο 22 (Υποχρεώσεις της ΕΠΕΥ στο πλαίσιο διαχείρισης χαρτοφυλακίων και λήψης και διαβίβασης εντολών) : " 1. Η ΕΠΕΥ λαμβάνει τα μέτρα που προβλέπονται σε αυτό το άρθρο, στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ν.3 606/2007, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των πελατών, όταν: (α) κατά τη διαχείριση χαρτοφυλακίων, δίνει εντολές σε τρίτους για την εκτέλεση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα για λογαριασμό πελατών και (β) κατά την λήψη και διαβίβαση εντολών, διαβιβάζει σε τρίτους εντολές των πελατών για εκτέλεση. 2. Η ΕΠΕΥ λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο, προκειμένου να επιτύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τους πελάτες, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του v. 3606/2007. Η σχετική βαρύτητα των παραγόντων αυτών προσδιορίζεται σε συνάρτηση με τα κριτήρια της παραγράφου 1 του άρθρου 21 και, ως προς τους ιδιώτες πελάτες, σε συνάρτηση με τις υποχρεώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 21. Η ΕΠΕΥ θεωρείται ότι εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη, χωρίς να απαιτείται να λάβει πρόσθετα μέτρα, εφόσον ακολουθεί συγκεκριμένες οδηγίες του πελάτη, όταν δίνει ή όταν διαβιβάζει εντολές για εκτέλεση σε τρίτο. 3. Η ΕΠΕΥ θεσπίζει και εφαρμόζει πολιτική, που της επιτρέπει να συμμορφώνεται με την υποχρέωση της παραγράφου 2. Η πολιτική αυτή προσδιορίζει, για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, τους τρίτους στους οποίους διαβιβάζει η ΕΠΕΥ τις εντολές προς εκτέλεση. Ο τρίτος, που προσδιορίζεται στην πολιτική της ΕΠΕΥ, πρέπει να διαθέτει εκείνες τις προδιαγραφές ως προς την εκτέλεση εντολών, ώστε η ΕΠΕΥ να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που υπέχει, βάσει του παρόντος άρθρου, όταν διαβιβάζει εντολές προς εκτέλεση στον τρίτο αυτό. Η ΕΠΕΥ παρέχει στους πελάτες της τις απαραίτητες πληροφορίες, σχετικά με την πολιτική που θεσπίζει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. 4. Η ΕΠΕΥ ελέγχει σε τακτική βάση την αποτελεσματικότητα της πολιτικής, που έχει θεσπίσει, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 και, ιδίως, την ποιότητα εκτέλεσης από τους τρίτους που προσδιορίζονται στην πολιτική αυτή και, όπου κρίνει σκόπιμο, διορθώνει τυχόν αδυναμίες. Η ΕΠΕΥ επανεξετάζει, κάθε χρόνο, την πολιτική της. Η επανεξέταση αυτή πραγματοποιείται, επίσης, κάθε φορά που επέρχεται ουσιώδης μεταβολή, η οποία επηρεάζει την ικανότητα της ΕΠΕΥ να συνεχίσει να επιτυγχάνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τους πελάτες. 5. Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται, στην περίπτωση που η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης χαρτοφυλακίων ή της λήψης και διαβίβασης εντολών, εκτελεί η ίδια τις εντολές πελατών ή τις αποφάσεις για διαπραγμάτευση για λογαριασμό των χαρτοφυλακίων των πελατών της. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 27 του ν. 3606/2007”.

Τέλος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ μπορεί να συναφθεί, έστω και σιωπηρώς, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών μεταξύ της διαμεσολαβούσας τράπεζας και του πελάτη της, στοιχεία δε που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών είναι πρώτον, ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει γι’ αυτόν τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για την επένδυση των κεφαλαίων του. Δεύτερο στοιχείο είναι ότι επειδή ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις εμπιστεύεται και αναμένει μια υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική τους ενασχόληση. Οι ως άνω επιχειρήσεις έχουν και ίδιο άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους. Από τη συναλλακτική σχέση που δημιουργείται μεταξύ τράπεζας και του πελάτη της προκύπτουν τόσο γενικής όσον και ειδικής φύσης υποχρεώσεις διότι α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω δε της θέσης αυτής, μπορεί να προκόψει υποχρέωσή της να καταστήσει τον πελάτη της κοινωνό ορισμένων πληροφοριών ή να του παρέχει συμβουλές, β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτης της, γ) οι σχέσεις τράπεζας και πελάτη έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η πρώτη γνωρίζει πολλά προσωπικά και ενδεχομένως απόρρητα στοιχεία του δεύτερου, δ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας, διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία, κάτι που τους επιβάλλει την υποχρέωση ομαλής και καλόπιστης συνεργασίας τους με τους πελάτες τους και ε) η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της, πράγμα που δικαιολογεί τη δημιουργία αυξημένης υποχρέωσης προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση και τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, καθώς και σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τους, Έτσι, η τράπεζα έχει υποχρέωση να μην επιδιώκει μονομερώς την ικανοποίηση των ατομικών της συμφερόντων, καθώς και ότι η παροχή της πρέπει να τελεί σε σχέση αναλογίας με την αιτούμενη από τον πελάτη της αντιπαροχή, υποχρεούται δε να παρέχει συμβουλές ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες και το επίπεδο γνώσεων του πελάτη της, ιδίως όταν είναι πρόδηλο ότι ο συγκεκριμένος πελάτης της δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους από την επιδιωκόμενη συναλλαγή ή όταν η τράπεζα γνωρίζει ορισμένα γεγονότα που αν τα γνώριζε ο πελάτης της, πιθανότατα δεν θα προέβαινε στη σύναψή της. Το ίδιο δε συμβαίνει και για την παροχή επενδυτικών συμβουλών (ΑΠ 524/2024).

Με την αγωγή τους οι ενάγοντες (δυο γονείς και δυο ανήλικα παιδιά) ισχυρίζονται ότι διαθέτουν από κοινού χαρτοφυλάκειο στο οποίο έχουν επενδύσει όλες τις οικογενειακές αποταμιεύσεις και ότι η εναγομένη από το έτος 2005 τους παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες σχετικά με τη διαχείριση του εν λόγω χαρτοφυλακείου την οποία (διαχείριση) ασκεί για τον εαυτό του αλλά και για λογαριασμό των λοιπών ο πρώτος εξ αυτών. Ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης Τράπεζας το Μάρτιο και στο τέλος του έτους 2007 πρότειναν στον πρώτο εξ αυτών να αγοράσει από τη δευτερογενή αγορά ομόλογα της ...BANK και τον Ιούνιο 2009 μιας ακόμα εταιρείας με την επωνυμία ….. Ότι τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ήταν σύνθετα, πολύπλοκα και υψηλού ρίσκου, δεν αποτελούσαν κατάλληλη επένδυση γι αυτούς που ήταν συντηρητικοί επενδυτές χαμηλού ρίσκου ενώ τα προς επένδυση χρήματά τους αποτελούσαν μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεών τους και προορίζονταν για την εξασφάλιση των ανήλικων παιδιών της οικογένειας. Ότι ο κίνδυνος των ως άνω επενδύσεων πραγματώθηκε μερικά χρόνια αργότερα (έξι για τα τραπεζικά ομόλογα και τέσσερα για τις ομολογίες της εταιρείας) με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να απωλέσουν το σύνολο των χρημάτων που διέθεσαν για την αγορά των επίμαχων ομολόγων, λόγω πτώχευσης των εκδοτριών εταιρειών. Ότι αν η εναγομένη Τράπεζα είχε ελέγξει και αξιολογήσει ορθά, ως όφειλε, το επενδυτικό τους προφίλ και είχε στη συνέχεια εκτιμήσει επίσης ως όφειλε ότι οι επίμαχες αγορές ομολόγων ήταν ακατάλληλη επένδυση γι αυτούς καθώς περιείχε κινδύνους που (οι ενάγοντες) ούτε επιθυμούσαν ούτε και μπορούσαν (από οικονομική άποψη) να αναλάβουν και τους είχε ενημερώσει για τα αποτελέσματα των ως άνω οφειλόμενων ελέγχων, ο πρώτος ενάγων δεν θα προέβαινε στην αγορά των επίδικων ομολόγων που επέφερε και την περιουσιακή ζημιά των εναγόντων, όταν οι εκδότριες των ομολόγων εταιρείες πτώχευσαν και οι δανειστές αυτών, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, κατέστη σαφές ότι ουδέν θα λάβουν από τις επενδύσεις τους. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες, κατόπιν επιτρεπτής δια των εγγράφων προτάσεών τους, μεταβολής του αρχικώς καταψηφιστικού τους αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, ζητούν να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη Τράπεζα τους οφείλει ως αποζημίωση για την αδικοπρακτική της ευθύνη και επικουρικά για την ενδοσυμβατική, το ποσό των 464.000 ευρώ που αντιστοιχεί στο τίμημα που κατέβαλλαν για την αγορά των επιδίκων ομολογιών της ...BANK και της εταιρείας ..., με το νόμιμο τόκο από την 26.03.2013, οπότε επιβλήθηκαν τα μέτρα εξυγίανσης στην Τράπεζα ... και ... με το ...Διάταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής τους καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ για την ηθική τους βλάβη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προς όλες τις νομικές βάσεις αυτής καθόσον έκρινε μη νόμιμο το αίτημα περί αναγνωρίσεως απαίτησης αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως κατ’ ίσα μέρη σε κάθε ενάγοντα και όχι εις ολόκληρον ως κατ’ αυτό θα έπρεπε.

Οι ενάγοντες με την υπό κρίση έφεσή τους παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου εμμένοντας ότι ορθώς κατά το νόμο ζητούν με την αγωγή τους κατ’ ίσα μέρη και όχι εις ολόκληρον αποζημίωση από την εναγομένη επί τη βάσει πρωτίστως της αδικοπρακτικής της ευθύνης και επικουρικός της ερειζόμενης στη φερόμενη με την αγωγή σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και θα πρέπει να γίνει δεκτός καθώς με την αγωγή εκτιμάται ότι διώκεται η αναγνώριση απαίτησης των εναγόντων από αδικοπραξία και επικουρικά από σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, λόγω μη προσήκουσας εκπλήρωσης, επί των προκειμένων δε νομικών βάσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί κοινής επενδυτικής μερίδας του Κανονισμού Άυλων Τίτλων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως λανθασμένα υπολαμβάνει η εκκαλουμένη, αλλά οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (αρ. 288, 914 επ ΑΚ) και οι λοιπές που αναφέρονται ανωτέρω στη μείζονα πρόταση της παρούσας,. Ορθώς δηλαδή το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως αποζημίωσης δεν υποβάλλεται εις ολόκληρον για έκαστο εκ των εναγόντων αλλά κατ’ ίσα μέρη ως εκτιμάται ότι υποβάλλεται. Ως εκ τούτου η εκκαλουμένη απόφαση θα πρέπει να εξαφανιστεί και η αγωγή να κρατηθεί και να αναδικαστεί από το παρόν δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία. Έχει δε παραδεκτά ασκηθεί, είναι νόμιμη κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας και τις αναφερόμενες εκεί διατάξεις, πλην του αιτήματος περί επιδικάσεως τόκων από την 26.03.2013 το οποίο θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο καθόσον κατά τα εις την αγωγή εκτιθέμενα δεν αποτελεί ούτε δήλη μέρα ούτε ημερομηνία οχλήσεως της εναγομένης, όπως απαιτείται σε κάθε περίπτωση για την έναρξη τοκοφορίας της απαίτησης.

Η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τις οποίες επαναφέρει κατά περιεχόμενο και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ισχυρίζεται κατ’ εκτίμηση τα εξής: Ότι ο πρώτος ενάγων ήταν έμπειρος επενδυτής και ήδη γνώστης των εν γένει κινδύνων της αγοράς ομολόγων που διαπραγματεύονταν στη δευτερογενή αγορά και δη του κινδύνου ολοσχερούς ή μερικής απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου του, η δε μεταξύ της ιδίας και των εναγόντων σύμβαση ήταν σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών. Ότι κατά το χρόνο αγοράς των επιδίκων ομολόγων η επένδυση στις ομολογίες της ...BANK, σύμφωνα με το σχετικό πληροφοριακό υλικό που είχαν στη διάθεσή τους οι προστηθέντες υπάλληλοί της και επιφορτισμένοι με το καθήκον παροχής επενδυτικών συμβουλών και υπόδειξης επενδυτικών προτάσεων ήταν μια ασφαλής επένδυση χαμηλού ρίσκου και απολύτως συμβατή με το επενδυτικό προφίλ του πρώτου ενάγοντος. Ότι η εκτίμηση της εν λόγω επένδυσης ως χαμηλού ρίσκου παρέμενε μέχρι και την 20 Αυγούστου 2008, οπότε ο ενάγων μετέφερε το σύνολο των αγαρασθέντων ομολογιών της ...BANK στο private banking της ... της Ελλάδος, Ότι η επίδικη επένδυση κατέστη υψηλού ρίσκου μετά το Σεπτέμβριο 2008, οπότε η αξία διαπραγμάτευσης των ομολογιών στη δευτερογενή αγορά έπεσε κάτω από την ονομαστική τους αξία και με διάφορες αυξομειώσεις παρέμεινε χαμηλότερη αυτής, μέχρι τον Μάρτιο 2013, οπότε η ως άνω Τράπεζα πτώχευσε, δυνάμει διατάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό συνθήκες πρωτοφανείς και απρόβλεπτες και σε κάθε περίπτωση καθόλου διαφαινόμενες μέχρι τον Αύγουστο 2008, οπότε ο πρώτος ενάγων μετακίνησε το χαρτοφυλάκειό του σε άλλη Τράπεζα και η εναγομένη έπαψε να συνδέεται συμβατικά με τον τελευταίο, τουλάχιστον ως προς τις επίδικες ομολογίες της κυπριακής τράπεζας. Ότι όσον αφορά τις ομολογίες της εταιρείας ... που αγοράσθηκαν από τον πρώτο ενάγοντα από τη δευτερογενή αγορά στην οποία διαπραγματεύονταν στο 29% της ονομαστικής τους αξίας, ο πρώτος ενάγων γνώριζε το υψηλό ρίσκο της εν λόγω επένδυσης που ήταν προφανές από μόνη την τιμή διαπραγμάτευσής τους καθώς και μόνη αυτή υποδήλωνε την αφερεγγυότητα της εκδότριας εταιρείας και παρόλα αυτά προχώρησε στην αγορά αναλαμβάνοντας το ρίσκο και αποβλέποντας στις υψηλές αποδόσεις της εν λόγω επένδυσης. (Επικουρικώς) Ότι θα πρέπει να συνυπολογιστεί στη ζημία των εναγόντων το κέρδος που αποκόμισαν οι ενάγοντες από την επένδυσή τους ήτοι τις αποδόσεις (τοκομερίδια) αυτών, συνολικού ύψους 85.050,56 ευρώ. (Επικουρικώς) Ότι οι ενάγοντες αν είχαν προβεί σε ρευστοποίηση των επίδικων ομολογιών της ...BANK, σε χρόνο προγενέστερο της πτώχευσης της εκδότριας εταιρείας, δεν θα είχαν απωλέσει το κεφάλαιο της επένδυσής τους ή θα είχαν απωλέσει μικρότερο μέρος του κεφαλαίου τους.

Ως προς τα υποβαλλόμενα από την εναγομένη ως ανωτέρω, κατά το μέρος που επιχειρούν να στοιχειοθετήσουν ενστάσεις και δεν συνιστούν αρνήσεις της αγωγής λεκτέα τα εξής: 1) Η εναγόμενη προβάλλει επικουρικά τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις της και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, από το ποσό που τυχόν επιδικαστεί στους ενάγοντες ως αποζημίωση πρέπει να αφαιρεθεί το εισπραχθέν από τους τελευταίους κέρδος τους από τα τοκομερίδια που έλαβαν ως απόδοση του ομολόγου, για όσο χρονικό διάστημα το είχαν υπό την κατοχή τους, ανερχόμενα (τα τοκομερίδια) στο συνολικό ποσό των 85.050,56 ευρώ. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος επιχειρείται να στηριχθεί στις διατάξεις των άρθρων 298 εδ. α, 914 και 288 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον ναι μεν το ως άνω ποσό αποτελεί κέρδος των εναγόντων από τον ένδικο τίτλο, πλην όμως, το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου τους, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόμενων αλλά από την παραχώρηση αυτού στην εκδότρια εταιρία του ομολόγου, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με τον προσφορότερο γι' αυτήν τρόπο, αποδίδοντας σε αυτούς τους σύμφωνη μένους καρπούς και κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπολογιστεί στη ζημία των εναγόντων. Άλλωστε ο προτεινόμενος συμψηφισμός αντίκειται στην καλή πίστη, η οποία δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 524/2024). 2) Περαιτέρω, η εναγομένη προβάλλει ομοίως επικουρικά τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες είναι συνυπαίτιοι της επελθούσας ζημίας τους κατά ποσοστό 90% διότι δεν προέβησαν στην έγκαιρη ρευστοποίηση των ομολογιών της κυπριακής τράπεζας. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση συνυπαιτιότητας (αρ. 300 Α.Κ) και θα πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, όλων των εγγράφων που ομοίως προσκομίζονται με επίκληση, των ομολογιών των διαδίκων ρητών ή συναγομένων που περιέχονται στις προτάσεις τους, των διδαγμάτων της κοινής πείρας και όλων εν γένει των αποδεικτικών μέσων που επαναπροσκομίζουν στο Δικαστήριο τούτο οι διάδικοι και επικαλούνται συγκεκριμένα στις προτάσεις τους, αποδεικνύονται τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες είναι τα μέλη μιας τετραμελούς οικογένειας που διαμένει στη... πατέρας συμβολαιογράφος, πενήντα ετών περίπου κατά τον κρίσιμο χρόνο μητέρα οικιακά και παιδιά, μικρής ηλικίας κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η οικογένεια διέθετε το έτος 2005 πλέον του 1.000.000 ευρώ από αποταμιεύσεις τα οποία είχε τοποθετήσει σε επενδυτικά προϊόντα σε δυο κυρίως Τράπεζες, την εναγομένη και την ..... Ειδικά ως προς την εναγομένη, την 31.03.2006 οι ενάγοντες διέθεταν τρία χαρτοφυλάκεια, το υπ’ αριθμ. ...το οποίο ήταν χαρτοφυλάκειο υπό διαχείριση, το υπ’ αριθμ. ...το οποίο ήταν χαρτοφυλάκειο χρεωστικών τίτλων (ομολόγων και αμοιβαίων κεφαλαίων) και το χαρτοφυλάκειο με αριθμό ...το οποίο ήταν χαρτοφυλάκειο μετοχών. Περαιτέρω οι ενάγοντες διατηρούσαν και καταθέσεις σε ευρώ και δολάρια σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου. Το σύνολο των χρημάτων που βρίσκονταν στην εναγομένη και κατά κύριο λόγο τοποθετούνταν σε χρηματιστηριακά προϊόντα ανέρχονταν την 31.03.2006 στο ποσό των 524.925,57 ευρώ, την 30.06.2006 στο ποσό των 834.440,17 ευρώ, την 29.09.2006 στο ποσό των 863.298,90 ευρώ, την 29.12.2006 στο ποσό των 883.526,55 ευρώ, την 30.03.2007 στο ποσό των 1.025.422,21 ευρώ, την 29.06.2007 στο ποσό των 1.043.525,98 ευρώ, την 28.09.2007 στο ποσό των 1.048.522,51, την 31.12.2007 στο ποσό των 1.038.488,82 ευρώ, την 31.03.2008 στο ποσό των 1.008.790,60 ευρώ, την 30.06.2008 στο ποσό των 1.173.759,73 ευρώ και την 30.09.2008 στο ποσό των 172.172,89 ευρώ, καθώς τον Αύγουστο 2008 οι ενάγοντες μετέφεραν το μεγαλύτερο μέρος των τοποθετημένων σε χρηματιστηριακά προϊόντα χρημάτων τους στο private banking της ... Άλλωστε, την 06.06.2005 ο πρώτος ενάγων-εκκαλών συνήψε για λογαριασμό και των λοιπών εκκαλούντων – εναγόντων σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών σύμφωνα με την οποία εξουσιοδότησε την Τράπεζα να εκτελεί εντολές για την αγορά στο όνομά τους κινητών αξιών. Για τη σύμβαση αυτή τηρήθηκε ο λογαριασμός εξυπηρέτησης με αριθμό........ Περαιτέρω την 15.06.2005 οι ενάγοντες, εκπροσωπούμενοι από τον πρώτο εξ αυτών υπέγραψαν την ... Σύμβαση Διαχείρισης Χαρτοφυλακείου με την οποία ανέθεσαν στην εναγομένη - εφεσίβλητη τη διαχείριση ποσού 100.000 ευρώ. Κατά την ίδια τη σύμβαση αυτή το χαρτοφυλάκειο χαρακτηρίστηκε ως μεσαίου κινδύνου, ήτοι προέβλεπε επενδύσεις κατά ποσοστό 5-25% σε χρηματικά διαθέσιμα και συναφή, κατά ποσοστό 30-80% σε χρεωστικούς τίτλους και συναφή (ομολογίες με αξιολόγηση τουλάχιστον ΒΒΒ), κατά ποσοστό 10-50% σε μετοχές και συναφή (μετοχές, μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια) και κατά ποσοστό 0 - 35% σε ξένο νόμιμα ή συνάλλαγμα. Η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από τους ενάγοντες τον Νοέμβριο 2007 και το ρευστοποιημένο προϊόν της συμβάσεως διαχειρίσεως, ήτοι το ποσό των 111.131,56 ευρώ, πιστώθηκε στο λογαριασμό ........ Επομένως προκύπτει ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν στην εναγομένη - εφεσίβλητη Τράπεζα αρχικά τρία και στη συνέχεια δύο χαρτοφυλάκεια τα οποία μετά και την καταγγελία της συμβάσεως διαχείρισης χαρτοφυλακείου 100.000 ευρώ την 09.11.2007, διαχειρίζονταν οι ίδιοι και δη ο πρώτος ενάγων και για λογαριασμό των λοιπών, ενταγμένος στην υπηρεσία ιδιωτικής τραπεζικής (private banking) της εναγομένης - εφεσίβλητης η οποία παρεχόταν σε πελάτες με υψηλά χρηματικά διαθέσιμα, προκειμένου να έχει εξατομικευμένη εξυπηρέτηση και να ενημερώνεται για προσφερόμενες επενδυτικές δυνατότητες σε διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Όπως προκύπτει από τη Συγκεκντρωτική Θέση Πελάτη αλλά και την κίνηση του λογαριασμού ....... οι επενδύσεις των εναγόντων σε ομόλογα, το είδος των οποίων θα αναφερθούν κατωτέρω στην παρούσα, ανέρχονταν διαχρονικά σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% επί των συνολικά επενδεδυμένων χρημάτων. Κατά τα λοιπά πραγματοποιούνταν αγορές μετοχών (κατά κύριο λόγο Τραπεζών) και αμοιβαίων κεφαλαίων ελληνικών τραπεζών αλλά και ξένων (GOLDMAN SACHS), ενώ οι αποταμιευτικοί λογαριασμοί τους κατείχαν αρκετά μικρό ποσοστό επί του συνόλου των χρημάτων τους (από 0,3 έως 2% περίπου). Πιο συγκεκριμένα και όσον αφορά στις αγορές ομολόγων προκύπτει και ενδεικτικά αναφέρεται ότι την 16.05.2006 ο πρώτος ενάγων έδωσε εντολή στην εναγομένη για αγορά ομολογιών δικής της εκδόσεως τα οποία διαπραγματεύονταν στη δευτερογενή αγορά με ονομαστική αξία 57.000 ευρώ και απέδιδαν τοκομερίδια τη 10η μέρα έκαστου μηνός με επιτόκιο euribor ενός μηνός. Οι ομολογίες αγοράστηκαν αντί τιμήματος 57.029,26 ευρώ και κατά τη λήξη τους (12.01.2007) εξοφλήθηκαν και το προϊόν τους (57.183,67 ευρώ, κεφάλαιο και τελευταίο τοκομερίδιο) πιστώθηκε στον ... κοινό λογαριασμό των εναγόντων. Τη 16 και 17.05.2006 ο πρώτος ενάγων έδωσε εντολή στην εναγομένη για αγορά ομολογιών από τη δευτερογενή αγορά εκδόσεώς της ονομαστικής αξία 43.000 ευρώ και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα και λήξεως την 10.12.2007, αντί τιμήματος 43.022,07 και 40.023,47 ευρώ αντίστοιχα.. Απέδιδαν δε τοκομερίδια τη δέκατη μέρα έκαστου μηνός με επιτόκιο EURIBOR ενός μηνός.

Στις 29.01.2007 ο πρώτος ενάγων έδωσε εντολή ρευστοποίησης των αγορασθέντων ομολογιών η οποία και εκτελέστηκε το δε προϊόν της ρευστοποιήσεως (83.075,58 ευρώ) πιστώθηκε στον ....... κοινό λογαριασμό των εναγόντων. Την 16.05.2006 ο πρώτος ενάγων έδωσε εντολή στην εναγομένη αγοράς από τη δευτερογενή αγορά ομολογιών δικής της εκδόσεως ονομαστικής αξίας 150.000 ευρώ, λήξεως την 10.07.2007 και με απόδοση την 10η ημέρα έκαστου μηνός με επιτόκιο euribor μηνός. Την 29.01.2007 ο πρώτος εναγών έδωσε εντολή πρόωρης ρευστοποιήσεως των αγορασθέντων ομολογιών το δε προϊόν της ρευστοποιήσεως (150.136,58 ευρώ) πιστώθηκε στον ίδιο ως άνω κοινό λογαριασμό των εναγόντων. Στις 14.09.2006 ο πρώτος ενάγων έδωσε εντολή στην εναγομένη να αγοράσει στη δευτερογενή αγορά ομολογίες δικής της εκδόσεως, ονομαστικής αξίας 6.000 ευρώ και λήξεως την 14.05.2008 και με απόδοση τη δέκατη (10η) ημέρα έκαστου μηνός με επιτόκιο euribor μηνός, αντί τιμήματος ίσου με την ονομαστική τους αξία. Την 29.01.2007 ο πρώτος ενάγων έδωσε εντολή ρευστοποίησης των ομολογιών, οπότε το προϊόν αυτής (6.002,20 ευρώ) πιστώθηκε στον ως άνω κοινό λογαριασμό των εναγόντων. Την 27.11.2006 ο πρώτος ενάγων έδωσε εντολή στην εναγομένη να αγορασθούν ομολογίες εκδόσεως της θυγατρικής της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία …. για ποσό ίσο με το 70,75% της ονομαστικής τους αξίας και με ημερομηνία λήξης την 28..11.2018. Ο πρώτος ενάγων έδωσε εντολή ρευστοποίησης της επένδυσής του αυτής την 05.06.2009 με απώλεια του κεφαλαίου που είχε διαθέσει για την αγορά περίπου 14.500 ευρώ.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι την 17.01.2007 ο πρώτος ενάγων έδωσε εντολή αγοράς ομολογιών έκδοσης της τράπεζας με την επωνυμία ...Bank ονομαστικής αξίας 57.000 ευρώ και την 02.02.2007 έδωσε στην εναγομένη εντολή αγοράς ομολογιών της ίδιας κυπριακής τράπεζας ονομαστικής αξίας 239.000 ευρώ, αντί συνολικού τιμήματος 297.968 ευρώ (57.438.22 + 240.529,78 ευρώ). Δεν αποδεικνύεται ότι οι ομολογίες αυτές αγοράστηκαν από την εναγομένη χωρίς εντολή του πρώτου ενάγοντος, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, πάντως σε κάθε περίπτωση επακολούθησε έγκριση της αγοράς, όπως εκθέτουν στην αγωγή τους. Στη συνέχεια και δη την 27.03.2007 πωλήθηκαν ομολογίες εκ των ανωτέρω ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, αντί του ποσού των 50.345 ευρώ. Την 14.11.2007 αγοράστηκαν επιπλέον ομολογίες για λογαριασμό των εναγόντων της ίδιας κυπριακής εκδότριας τράπεζας ονομαστικής αξίας 190.000 ευρώ. Οι ως άνω ομολογίες που είναι και οι επίδικες αγοράστηκαν όλες από τη δευτερογενή αγορά, ήταν εκδόσεως της Τράπεζας ......LTD, αγοράστηκαν οριακά παραπάνω από την ονομαστική τους αξία (αντί ποσού 190.566,93 ευρώ), ήταν δεκαετούς διάρκειας (λήξεως την 26.05.2016) και είχαν απόδοση τοκομεριδίων ανά τρίμηνο με επιτόκιο αυτό του Euribor τριμήνου + περιθώριο κέρδους 0,75% μέχρι την 26.05.2011 και έκτοτε περιθώριο κέρδους 1,75% με δικαίωμα ανάκλησης του εκδότη τους στο τέλος της πρώτης πενταετίας και έκτοτε στο τέλος κάθε έτους αποδίδοντας στους κατόχους αυτών το 100% της ονομαστικής τους αξίας. Επίσης οι ομολογίες αυτές ήταν μειωμένης εξασφάλισης, δηλαδή σε περίπτωση πτώχευσης του εκδότη τους θα έπονταν των λοιπών δανειστών της εκδότριας στην εξόφλησή τους. Εν συνεχεία και δη τον Αύγουστο 2008 οι ενάγοντες μετέφεραν από το χαρτοφυλάκειό τους στην εναγομένη τις ως άνω ομολογίες της κυπριακής τράπεζας σε αντίστοιχο χαρτοφυλάκειό τους στην ... Την 05.06.2009 ο πρώτος ενάγων έδωσε στην εναγομένη εντολή αγοράς ομολογιών της εταιρείας ... στη δευτερογενή αγορά,λήξεως την 15.01.2015 ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ. Τις ομολογίες αυτές οι ενάγοντες απέκτησαν καταβάλλοντας ποσό 29.000 ευρώ ποσό στο οποίο αυτές διαπραγματεύονταν στη δευτερογενή αγορά κατά το χρόνο εκείνο. Η απόδοση του ομολόγου ήταν η καταβολή τοκομεριδίου στο τρίμηνο με επιτόκιο τριμήνου euribor πλέον περιθωρίου κέρδους 6,50%. Οι ενάγοντες εισέπρατταν κανονικά τις αποδόσεις των ομολογιών της κυπριακής τράπεζας (85.050,56 ευρώ) μέχρι την 31.05.2013, οπότε η εκδότρια Τράπεζα πτώχευσε στα πλαίσια της κρίσης του πιστωτικού συστήματος στην Κύπρο. Τις αποδόσεις των ομολογιών της ...(μόλις ένα τοκομερίδιο εισπραχθέν την 16.07.2009 ποσού 1.879,40 ευρώ) εισέπραξαν για μικρό χρονικό διάστημα αφού η εκδότρια εταιρεία πτώχευσε σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την αγορά των ομολογιών από τους ενάγοντες.

Μέσω της προφορικής επικοινωνίας του πρώτου ενάγοντος και των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης στο ως άνω πλαίσιο της πιο εξατομικευμένης εξυπηρέτησης του private banking της εναγομένης η τελευταία αποκόμισε πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο και τις δυνατότητες και προσδοκίες του πρώτου ενάγοντος όσον αφορά την επενδυτική δραστηριότητα που αυτός επιθυμούσε να αναπτύξει. Δεν συντάχθηκε ωστόσο κανένα έγγραφο, κανένα ερωτηματολόγιο σχετικά με το επενδυτικό προφίλ του πρώτου ενάγοντος αλλά οι όποιες πληροφορίες κατείχε η Τράπεζα αφορούσαν τα χρηματικά διαθέσιμα των εναγόντων σε αυτήν, τα στοιχεία ταυτότητάς τους και την επαγγελματική τους απασχόληση. Ο πρώτος ενάγων ήταν συμβολαιογράφος περίπου πενήντα (50) ετών, μόνιμος κάτοικος .... Η σύζυγός του, δεύτερη ενάγουσα δεν είχε καμία επαγγελματική ενασχόληση και δεν είχε επίσης καμία ενεργή εμπλοκή στην επίδικη σύμβαση με την εναγομένη αφού όλες τις συνεννοήσεις τις έκανε ο πρώτος ενάγων για λογαριασμό της αλλά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της. Οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης που εξυπηρετούσαν τον πρώτο ενάγοντα είτε τηλεφωνικά είτε δια ζώσης τον ενημέρωναν για τα επενδυτικά προϊόντα που διαπραγματεύονταν στην δευτερογενή αγορά και του πρότειναν διάφορες επωφελείς κατ’ αυτούς, επενδυτικές ευκαιρίες. Σύμφωνα με την από 06.06.2005 ανωτέρω στην παρούσα αναφερόμενη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αντικείμενο της οποίας ήταν, σύμφωνα με το προδιατυπωμένο περιεχόμενό της, η έναντι αμοιβής (ανάλογα με το είδος της υπηρεσίας και κατά την ελεύθερη κρίση της Τράπεζας) η εκτέλεση εντολών προς κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, αορίστου χρόνου, για την εξυπηρέτηση της οποίας ανοίχθηκε ο λογαριασμός .... Άλλωστε κατά τους ειδικότερους όρους της σύμβασης η εντολή μπορούσε να δοθεί εγγράφως, τηλεφωνικώς ή με τηλεπικοινωνιακό μηχάνημα, ενώ η Τράπεζα δεν όφειλε να ελέγξει τη διδόμενη εντολή ούτε αναλάμβανε οποιονδήποτε κίνδυνο από την εκτέλεση της εντολής τον οποίο φέρει αποκλειστικά ο πελάτης. Η ανωτέρω σύμβαση, η οποία διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας (άρθρα 90-91 του Εμπ.Ν.) και περί εντολής (άρθρα 713 επ. του Α.Κ.), ήταν η πιο απλή από τα είδη των συμβάσεων που είχαν τη δυνατότητα να συνάψουν οι ενάγοντες η οποία δεν περιλάμβανε την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε σιωπηρή κατάρτιση τέτοιας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Εξάλλου, η συμμετοχή του πρώτου ενάγοντος στην υπηρεσία ιδιωτικής τραπεζικής (private banking) της εναγομένης δεν έχει άνευ άλλου τινός την έννοια της παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, ούτε αυτή της σιωπηρής.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μπορεί τα επίδικα ομόλογα της κυπριακής τράπεζας να μην υπαγόταν στην κατηγορία των αόριστης διάρκειας ομολόγων - perpetual, συμβολαίων δικαιωμάτων προαίρεσης - options, συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης - futures, συμβάσεων ανταλλαγής - swaps κ.λπ., ωστόσο, δεν επρόκειτο για απλά ομόλογα (Α.Π. 619/2021 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου), αφού η απόδοσή τους ήταν συνδεδεμένη με το ύψος του διατραπεζικού επιτοκίου και ήταν μειωμένης εξασφάλισης (ΑΠ 796/2023). Και τούτο, αφού, ως μειωμένης εξασφάλισης χαρακτηρίζονται τα ομόλογα τα οποία έρχονται τελευταία σε προτεραιότητα ικανοποίησης, στην περίπτωση ρευστοποίησης μιας εταιρίας (μετά τους τίτλους υψηλής εξασφάλισης), λόγω δε, της χαμηλότερης αυτής εξασφάλισής του έχει υψηλότερο κουπόνι. Τα μειωμένης εξασφάλισης ομόλογα συνήθως πρόκειται για ομόλογα ανασφάλιστα, που, όπως όλα τα ομόλογα, προηγούνται των μετοχών. Η ύπαρξη αυτού του υψηλού κουπονιού (τοκομεριδίου) κάνει ελκυστικά τα συγκεκριμένα προϊόντα (ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης). Εξάλλου, το ομόλογο αυτό, σύμφωνα με τον Οίκο Moody’s κατατασσόταν στην κατηγορία Baal (όπου χαρακτηρίζονται μεσαίας ποιότητας, οι πληρωμές τόκων και κεφαλαίου θεωρούνται άμεσα καταβλητέες και ενέχουν πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο), ενώ κατά τους Οίκους Standard & Poor's και Fitch εντασσόταν στην κατηγορία ΒΒΒ+ (θεωρούνται ότι έχουν επαρκή πιστοληπτική ικανότητα και ότι, αν και συνήθως ικανοποιούν τις παραμέτρους προστασίας, αρνητικές οικονομικές συνθήκες είναι πιθανό να οδηγήσουν σε μείωση της δυνατότητας εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων) - οι επεξηγήσεις αναφέρονται επίσης στον Οδηγό για Επενδυτές - έκδοση Μάρτιος 2014 του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Επιπλέον, σύμφωνα με το ενημερωτικό φυλλάδιο 100 σελίδων, που αφορούσε στην έκδοση του ανωτέρω ομολόγου της εκδότριας ... Τράπεζας της ..., το οποίο είχε συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα. Στο τελευταίο κεφάλαιο του φυλλαδίου αυτού (με τίτλο εγγραφή και πώληση - subscription and sale, σελ. 96 επ.) αναφέρονταν, οι περιορισμοί πώλησης του ομολόγου, ανάλογα με το κράτος πώλησής του (Selling Restrictions). Ειδικότερα, όσον αφορά στην Ελλάδα, αναφερόταν ότι τα ομόλογα αυτά θα πρέπει να προσφέρονται ή να πωλούνται μόνο σε θεσμικούς επενδυτές ή σε επαγγελματίες επενδυτές - sophisticated investors, κανένας δε, κάτοικος δεν θα επιτρεπόταν να αγοράσει ομόλογα, αν η αμοιβή για την απόκτησή τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, ενημερωτικού φυλλαδίου. Άλλωστε, στη σελίδα 3 του ίδιου αναφέρεται ότι κάθε δυνητικός αγοραστής ομολόγων θα πρέπει να εξακριβώσει ο ίδιος τις πληροφορίες που περιέχονται στο φυλλάδιο, η αγορά των ομολόγων θα πρέπει να βασίζεται σε έρευνα η οποία θεωρείται απαραίτητη... και ότι οι επενδυτές θα πρέπει να επισκοπήσουν, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα που αναφέρονται στο φυλλάδιο, όταν αποφασίσουν, αν θα αγοράσουν ή όχι ομόλογα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη σελίδα 5 του ίδιου φυλλαδίου αντίγραφα των εγγράφων που περιέχονται με αναφορά στο φυλλάδιο αυτό μπορούν να ληφθούν χωρίς χρέωση από το εγγεγραμμένο γραφείο της Τράπεζας (εκδότριας) και βρίσκονται στην ιστοσελίδα του Χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου... Τέλος, στη σελίδα 12 του ενημερωτικού φυλλαδίου αυτού αναφερόταν, σχετικά με τη δευτερογενή αγορά ότι τα ομόλογα δεν έχουν εδραιωμένη αγορά πώλησης, όταν εισαχθούν (στη δευτερογενή αγορά) και μπορεί ποτέ να μην αναπτύξουν. Αν αναπτυχθεί τέτοια αγορά (δευτερογενής) μπορεί να μην έχει ρευστότητα. Επομένως οι επενδυτές μπορεί να μην έχουν τη δυνατότητα να πουλήσουν τα ομόλογα τους με ευκολία ή σε τιμές με απόδοση που συγκρίνεται με όμοιες επενδύσεις που έχουν αναπτύξει δευτερογενή αγορά.. Το ανωτέρω ενημερωτικό φυλλάδιο δεν αποδείχθηκε ότι απευθύνεται μόνο στην πώληση του επίδικου ομολόγου στην πρωτογενή αγορά και πως στη συνέχεια αποσύρεται και παύουν να ισχύουν οι περιορισμοί αυτοί, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Επιπλέον, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς που αναφέρονται τόσο για την Ελλάδα, όσο και για άλλα κράτη, όπως και από την περίληψη της συμφωνίας του μεταπωλητή (Summary of Dealer Agreement) στην αρχή της σελίδας 96, προκύπτει ότι το φυλλάδιο αυτό αναφέρεται στους μεταπωλητές-dealers και θέτει περιορισμούς, εγγυήσεις και εξασφαλίσεις ως προς την περαιτέρω διάθεσή του (ομολόγου), κυρίως ανάλογα με τη νομοθεσία του κάθε κράτους, όχι μόνο στην πρωτογενή αγορά (Γαλλία και Ολλανδία). Άλλωστε, ακόμη και αν απευθυνόταν (το ως άνω φυλλάδιο) μόνο στην πρωτογενή αγορά και τότε θα καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη να τεθούν τα ανωτέρω στοιχεία, σε συνδυασμό και με τα λοιπά χαρακτηριστικά του ομολόγου, υπόψη των επενδυτών, ώστε οι τελευταίοι να αποφασίσουν, κατανοώντας τους τυχόν κινδύνους και ιδίως, τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής, εάν θα αγοράσουν το συγκεκριμένο ομόλογο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για την αγορά του συγκεκριμένου ομολόγου χορηγήθηκε η κατά τα ανωτέρω προφορική εντολή από τον πρώτο ενάγοντα προς την εναγομένη. Ωστόσο, η εντολή αυτή δόθηκε κατόπιν σχετικής υπόδειξης του άνω προϊόντος, από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης, χωρίς οι τελευταίοι πριν από την αγορά του, να γνωστοποιήσουν στον ενάγοντα τα πιο πάνω ειδικότερα στοιχεία του ομολόγου αυτού, αλλά μόνο τη γενική εκτίμηση ότι ήταν κατάλληλο, σύμφωνα με την επιθυμία τους για ασφαλή επένδυση του κεφαλαίου τους. Η γνωστοποίηση όμως, αυτή ήταν αναγκαία, διότι ο πρώτος ενάγων δεν είχε γνώσεις σχετικά με χρηματοπιστωτικά προϊόντα, αφού το διάστημα της δραστηριοποίησής του στις συναλλαγές χρηματοπιστωτικών προϊόντων ήταν μικρό (περίπου ένα με ενάμιση έτος) , ο λόγος δε, που απευθύνθηκαν στο τμήμα ιδιωτικής τραπεζικής της εναγομένης Τράπεζας, ήταν για να τοποθετήσουν τα αποταμιευμένα κεφάλαιά τους σε ασφαλείς επενδύσεις, τις οποίες θα τους υποδείκνυαν οι υπάλληλοι του τμήματος και δευτερευόντως, που θα τους απέφεραν και ικανοποιητικές αποδόσεις. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο πρώτος ενάγων είχε πλήρη επίγνωση του προϊόντος που αγόρασε και συνειδητά επέλεξε να αναλάβει τον επενδυτικό κίνδυνο της σχετικής επένδυσης, άλλωστε στην ίδια άγνοια τελούσε και από την αφετηρία της δραστηριοποίησής του στον τομέα αυτών των εξειδικευμένων και πολύπλοκων συναλλαγών στον οποίο ακόμα και ο με υψηλό μορφωτικό επίπεδο άνθρωπος δεν μπορεί με ασφάλεια και επίγνωση να συναλλαχθεί αν δεν λάβει τις αναγκαίες και επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη φύση και τους κινδύνους των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που σε συνδυασμό και με την ενημέρωσή του για την παγκόσμια οικονομική συγκυρία θα τον οδηγήσουν στην ορθή -για τις δικές του προσδοκίες και ανοχή στον κίνδυνο- επενδυτική κίνηση. Στη συνέχεια ο πρώτος ενάγων, μην έχοντας γνώσεις περί χρηματοοικονομικών θεμάτων, δεν πούλησε στη δευτερογενή αγορά τις ομολογίες της κυπριακής τράπεζας σε χρόνο κατά τον οποίο θα μπορούσε να διασώσει τουλάχιστον το κεφάλαιο των χρημάτων που κατέβαλλε για την αγορά των επίδικων ομολόγων. Μετά ταύτα αποδεικνύεται ότι στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος ενάγων ακολούθησε την υπόδειξη των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας, στους οποίους είχε εμπιστοσύνη, οι οποίοι του υπέδειξαν να επενδύσει τις οικογενειακές αποταμιεύσεις, χωρίς κίνδυνο απώλειας τους, στην αγορά των επίδικων ομολόγων χωρίς όμως, να τον ενημερώσουν για τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του, που το καθιστούσαν ριψοκίνδυνο και ακατάλληλο ως επένδυση γι’ αυτόν. Συγκεκριμένα, από βαριά αμέλεια τους δεν τον ενημέρωσαν ότι απευθυνόταν μόνο σε θεσμικούς επενδυτές ή σε επαγγελματίες επενδυτές - με ικανό κεφάλαιο και εμπειρία ώστε να μπορούν να εκτιμήσουν τα προτερήματα και το ρίσκο από την πιθανή επένδυση (sophisticated investors) και ότι η έρευνα για την απόφαση της αγοράς του ήταν επιβεβλημένη, με βάση έγγραφα από το εγγεγραμμένο γραφείο της Τράπεζας (εκδότριας), που βρίσκονται στην ιστοσελίδα του Χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου και που, όχι μόνο είχαν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, αλλά περιείχαν και εξειδικευμένους όρους - κυρίως οικονομικούς. Αντίθετα, το ομόλογο αυτό δεν απευθυνόταν σε ιδιώτες επενδυτές, όπως οι ενάγοντες. Τα παραπάνω μάλιστα, στοιχεία αναφέρονταν στο ενημερωτικό δελτίο για την έκδοση του επίδικου ομολόγου το οποίο, όμως, ουδέποτε παραδόθηκε, ούτε γνωστοποιήθηκε, στον πρώτο ενάγοντα. Επιπλέον, επίσης δεν τον ενημέρωσαν, κατά τα προαναφερθέντα, ότι το επίδικο ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης (τελευταίο σε προτεραιότητα ικανοποίησης, σε περίπτωση ρευστοποίησης μιας εταιρίας), ότι ήταν μόνο στη διακριτική ευχέρεια της εκδότριας Τράπεζας να το ανακαλέσει μετά τις 26.5.2011 και σε κάθε ημερομηνία καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής τόκου που ακολουθούσε - ήτοι σε κάθε επόμενο τρίμηνο και ότι είχε καταταγεί στην κατηγορία Baal, σύμφωνα με τον Οίκο Moody’s (μεσαίας ποιότητας, οι πληρωμές τόκων και κεφαλαίου θεωρούνται άμεσα καταβλητέες και ενέχουν πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο) και στην κατηγορία ΒΒΒ+, κατά τους Οίκους Standard & Poor’s και Fitch (θεωρούνται ότι έχουν επαρκή πιστοληπτική ικανότητα και ότι, αν και συνήθως ικανοποιούν τις παραμέτρους προστασίας, αρνητικές οικονομικές συνθήκες είναι πιθανό να οδηγήσουν σε μείωση της δυνατότητας εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων). Η ενημέρωση αυτή έπρεπε να παρασχεθεί στον ενάγοντα πριν την αγορά των εν λόγω ομολογιών.

Η αποστολή από την εκκαλούσα σχετικών ενημερωτικών καταστάσεων (statements), αφορά στην πορεία της επένδυσης των εναγόντων και δεν αποδεικνύει την πληροφόρησή τους για τη φύση της. Κατόπιν τούτων, η εναγόμενη Τράπεζα, αντίθετα με την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 του Α.Κ., παραβίασε την γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής της δραστηριότητα με τους ενάγοντες, μην εκπληρώνοντας την υποχρέωση διαφώτισης / ενημέρωσης και καθοδήγησης / προειδοποίησης αυτών, η οποία στηρίζεται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη, λόγω της συναλλακτικής τους σχέσης -έστω και χωρίς την ύπαρξη σύμβασης παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και του χαρακτηρισμού αυτής ως σύμβασης εντολής- με βάση τα οριζόμενα στην πιο πάνω μείζονα σκέψη. Οι υποχρεώσεις αυτές παραβιάζονται και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή των παραπάνω πληροφοριών, που ήταν απαραίτητες στους ενάγοντες ως αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου να είναι σε θέση να αντιληφθούν τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτούς τοποθέτησης των κεφαλαίων τους και κυρίως, να κατανοήσουν όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τις ίδιες εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσουν ακολούθως, ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και οι ίδιοι να αποφασίσουν εάν θα την επιχειρήσουν, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενή τους Τράπεζα. Και τούτο, αφού οι προστηθέντες υπάλληλοι της εκκαλούσας γνώριζαν ότι οι ενάγοντες ήθελαν να εξασφαλίσουν το κεφάλαιό τους, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπειρίας και γνώσης αυτών σχετικά με τις επενδύσεις. Η συμπεριφορά λοιπόν αυτή των προστηθέντων υπαλλήλων της εκκαλούσας είναι παράνομη και υπαίτια, κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., συμπεριφορά, αλλά και κατά τις διατάξεις του ν. 2251/1994, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη. Και τούτο, αφού οι ενάγοντες ως αντισυμβαλλόμενοι της εκκαλούσας Τράπεζας χαρακτηρίζονται ως καταναλωτές, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994, αφού διέθεταν ερασιτεχνική ιδιότητα ως προς τη συναλλαγή αυτή, ούτε αποδείχθηκε συστηματική ενασχόλησή τους με έτερα προϊόντα και συναλλαγές, ούτε διέθεταν γνώση και εμπειρία από τέτοιου είδους συναλλαγές, που υπερβαίνει το μέσο όρο του καταναλωτή, με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε «προμηθευτή» -και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του ιδιώτη επενδυτή, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης και να μην παραπλανάται, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει, με σκοπό την προστασία της περιουσίας του, ως αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπαίτια και παράνομη αυτή συμπεριφορά της εναγομένης (δια των προστηθέντων υπαλλήλων της), προκάλεσε τη ζημία που υπέστησαν οι ανωτέρω εντολείς - ενάγοντες, καθόσον προέβησαν στην επένδυση του υπό κρίση ομολόγου, αγνοώντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά του, για τα οποία δεν ενημερώθηκαν, δημιουργώντας τους την πεποίθηση, ότι ήταν ασφαλή, χωρίς κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους. Αν δε, είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν περί των ανωτέρω μειονεκτημάτων του, ότι δηλαδή το ομόλογο αυτό ήταν μειωμένης εξασφάλισης, ότι απευθυνόταν όχι σε ιδιώτες, αλλά σε επαγγελματίες και θεσμικούς επενδυτές, που θα έπρεπε να εξακριβώσουν τις πληροφορίες που περιέχονται στο φυλλάδιο αυτού (ομολόγου) και η αγορά του θα πρέπει να βασίζεται στην απαραίτητη έρευνα και επισκόπηση, μεταξύ άλλων, των εγγράφων που αναφέρονται στο φυλλάδιο, πριν το αγοράσουν, ότι κατά τους οίκους αξιολόγησης ήταν μεσαίας ποιότητας, που ενέχουν πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο (Moody's), είτε ότι, αν και συνήθως ικανοποιούν τις παραμέτρους προστασίας, αρνητικές οικονομικές συνθήκες είναι πιθανό να οδηγήσουν σε μείωση της δυνατότητας εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων του (Standard & Poor’s και Fitch) και με τη δυνατότητα ανάκλησής του μόνο από την εκδότρια Τράπεζα, στις 26 Μαϊου 2011 και έκτοτε ανά τρίμηνο, δεν θα είχαν αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση (ad hoc Α.Π. 1406/2021 ό.π). Με βάση τα ανωτέρω, η θετική ζημία, που υπέστησαν οι ενάγοντες συνίσταται στην ανωτέρω δαπάνη απόκτησης του ομολόγου (438.189,93 ευρώ), η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την προεκτεθείσα συμπεριφορά της εναγομένης (δια των προστηθέντων υπαλλήλων της), με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας και υποχρεούται να τους καταβάλει ισόποση αποζημίωση για την αποκατάστασή της. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ζημία των εναγόντων δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις πράξεις των προστηθέντων υπαλλήλων της, αφού επήλθε λόγω του πιστωτικού γεγονότος της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας για τον οποίο δεν γνώριζε περισσότερες πληροφορίες, δεν ευσταθεί, διότι στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη παραβίασε την υποχρέωση της, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, για ενημέρωση και διαφώτιση των εναγόντων, καθιστώντας σε αυτούς συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο μπορεί να εκτεθούν, εάν δε, είχαν ενημερωθεί προς τούτο, δεν θα προέβαιναν στην αγορά του επίδικου ομολόγου. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής του ομολόγου, οι ενάγοντες δεν γνώριζαν, ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν, λόγω της έλλειψης ειδικών γνώσεων και εξειδικευμένης εμπειρίας περί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους, περιστατικό για το οποίο δεν τους ενημέρωσαν οι προστηθέντες υπάλληλοι της εκκαλούσας. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η νόμιμη ένσταση (άρθρα 300 και 330 του Α.Κ.) της εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων, λόγω της μη εκ μέρους τους πρόωρης ρευστοποίησης του ένδικου ομολόγου (ad hoc Α.Π. 354/2022 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ»).

Παρόμοια με τα ανωτέρω αποδεικνύονται και ως προς την αγορά των ομολογιών της εταιρείας .... Ομοίως και στην περίπτωση αυτή ο πρώτος ενάγων αποφάσισε καθ’ υπόδειξη των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης να προβεί σε αγορά ομολογιών της εταιρείας αυτής την οποία ο ίδιος δεν γνώριζε. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω στην παρούσα απόφαση η εκδότρια εταιρεία πτώχευσε δύο μήνες μετά την αγορά και οι ενάγοντες απώλεσαν οριστικά το σύνολο του κεφαλαίου τους. Η εναγομένη στις προτάσεις της ομολογεί ότι το εν λόγω επενδυτικό προϊόν ήταν ριψοκίνδυνο λόγω της αφερεγγυότητας της εκδότριας εταιρείας, όμως ισχυρίζεται ότι ο πρώτος ενάγων γνώριζε την επικινδυνότητα των εν λόγω ομολογιών, άλλωστε και μόνο το γεγονός ότι αυτές αγοράστηκαν αντί ποσού ίσου με τόσο χαμηλό ποσοστό επί της ονομαστικής τους αξίας καταμαρτυρούσε από μόνο του ότι η συγκεκριμένες ομολογίες ήταν εξαιρετικά επισφαλείς. Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης ενημέρωσαν τον πρώτο ενάγοντα για την επισφάλεια του προϊόντος (την αφερεγγυότητα της εκδότριας των ομολογιών) αντιθέτως του το υπέδειξαν ως μια εξαιρετικά προσοδοφόρα επένδυση, άλλωστε όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στην παρούσα ο πρώτος ενάγων διαμόρφωνε τις αποφάσεις του για να προβεί στις επίδικες συναλλαγές από υποδείξεις και προτάσεις των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης στους οποίους είχε εμπιστοσύνη. Η συγκεκριμένη μάλιστα αγορά ουδόλως συνάδει με το επενδυτικό προφίλ του πρώτου ενάγοντος έτσι όπως αυτό σκιαγραφήθηκε και από τις προηγούμενες αγορές του (πλην των επιδίκων) οι οποίες ήταν όλες αγορές ομολόγων στην ονομαστική τους αξία με μικρή σχετικά απόδοση. Ακόμα και η αγορά των ομολογιών της θυγατρικής off shore εταιρείας της εναγομένης από την οποία οι ενάγοντες υπέστησαν μερική απώλεια του κεφαλαίου τους ενείχε την επίφαση της ασφαλούς επένδυσης λόγω της σχέσεως της εναγομένης με την εκδότρια των ομολογιών που ήταν σχέση μητρικής και θυγατρικής εταιρείας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τις ως άνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις, ο πρώτος και η δεύτερη ενάγοντες υπέστησαν σημαντική ηθική βλάβη, αφού τους προκάλεσε μεγάλη στεναχώρια και άγχος για την απώλεια των κεφαλαίων τους, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Λαμβανομένων δε υπόψη των εν γένει συνθηκών τέλεσης της πράξης, του είδους και της βαρύτητας αυτής, της βλάβης των παθόντων και της διάρκειας της, του ψυχικού άλγους που τους προκλήθηκε εξαιτίας της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης (δεν αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα των εναγόντων, όπως αναφέρθηκε παραπάνω), της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, όπως τα στοιχεία αυτά εκτιμώνται βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι τελευταίες δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση, από ποσό δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ ο καθένας το οποίο κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 του Α.Κ.), σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας (Ολ.Α.Π. 10/2017 και Ολ.Α.Π. 9/2015 στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Αντιθέτως οι τρίτος και τέταρτος εκ των εναγομένων λόγω της ανηλικότητάς τους κατά τον κρίσιμο χρόνο και της ανυπαρξίας ουσιαστικής συμμετοχής ή και γνώσης των περιστατικών της επίδικης υπόθεσης, εκτιμάται ότι δεν υπέστησαν ηθική βλάβη, επομένως ως προς αυτούς το σχετικό αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Μετά ταύτα θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των τετρακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων (464.000) ευρώ για την περιουσιακή τους ζημία (που είναι και το αιτηθέν, μικρότερο του παραπάνω αναφερομένου στο σκεπτικό της παρούσας ποσού των 467.189,93 ευρώ [438.189,93 ευρώ για την απόκτηση των ομολογιών της κυπριακής τράπεζας και 29.000 ευρώ για την απόκτηση των ομολογιών της ...] που αντιστοιχεί στη δαπάνη απόκτησης των επίδικων ομολόγων) και το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ (2.500 ευρώ έκαστος) για την ηθική τους βλάβη στον πρώτο και τη δεύτερη εκ των εναγόντων. Τέλος, μέρος της δικαστικής δαπάνης αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας των εναγόντων - εκκαλούντων θα πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης - εφεσίβλητης, λόγω της εν μέρει ήττας της, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας διαλαμβανόμενα ενώ το παράβολο της έφεσης θα πρέπει να επιστραφεί στους εκκαλούντες κατ’ αρ. 495 παρ. 3 ΚπολΔ.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 3723/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και αναδικάζει την αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των τετρακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων (464.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στον πρώτο και τη δεύτερη εναγομένη το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ (2.500 ευρώ σε έκαστο) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επιβάλλει στην εναγομένη - εφεσίβλητη μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων (24.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου της έφεσης στους εκκαλούντες.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 06.11.2024.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ