ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 14°

ΑΡΙΘΜΟΣ 920/2025

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνα Ράπτη, Πρόεδρο Εφετών, Βασιλική Καρβέλα και Μαρία Σκάρπου -Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Ερασμία Κανατά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 19η Σεπτεμβρίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ειδικής Εκκαθαρίστριας Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «… ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.», που εδρεύει στο ….οδός ….και …. με ΑΦΜ … Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών της τελούσης υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…. » που εδρεύει στην Αθήνα, επί των οδών … αρ…. και …. με ΑΦΜ … Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, νομίμως διορισθείσας με την υπ'αρ. …/1/14.4.2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (Ε.Π.Α.Θ.) της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) (ΦΕΚ Β' …/5.4.2016) σε συνδυασμό με την με αριθμό …/27.7.2012 απόφαση αυτής, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταματίας Γκλιάου με AM ΔΣ Πειραιώς …

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: …, κατοίκου Αθηνών, οδός… αρ… με ΑΦΜ …., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μακρυγιάννη με AM ΔΣΑ …

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε η από 15.1.2022 και με αριθμούς κατάθεσης ….21.4.2022 ανακοπή της ήδη εφεσίβλητης ανακόπτουσας κατά της ήδη εκκαλούσας-καθής η ανακοπή. Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε η 445/31.10.2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου κατά την Εκούσια Δικαιοδοσία, αντιμωλία των διαδίκων που δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή.

Κατά την ως άνω απόφασης η πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθείσα καθής ανακοπή και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 6.12.2023 έφεση με αριθμούς κατάθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …./7.12.2023 και με αρθμούς κατάθεσης για προσδιορισμό δικασίμου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου …/7.12.2023 η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων προκατέθεσαν εμπροθέσμως τις προτάσεις τους και παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νομΐμως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 6.12.2023 έφεση με αριθμούς κατάθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …./7.12.2023 και με αριθμούς κατάθεσης για προσδιορισμό δικασίμου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου .../7.12.2023 έφεση που άσκησε η πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθείσα εκκαλούσα-καθής η ανακοπή σε βάρος της εφεσίβλητης ανακόπτουσας κατά της 445/31.10.2023 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την Εκούσια Δικαιοδοσία, αντιμωλία των διαδίκων και η οποία δέχθηκε εν μέρει την από 15.1.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …./…./21.4.2022 ανακοπή της ήδη εφεσίβλητης ανακόπτουσας κατά της ήδη εκκαλούσας-καθής η ανακοπή. Η ως άνω έφεση έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα καθόσον η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα την 10.11.2023 (βλ. την από 10.11.2023 επισημείωση επίδοσης επί του προσκομισθέντος μετ’ επικλήσεως από την εκκαλούσα αντιγράφου αυτής της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ….), η δε έφεση, όπως προαναφέρθηκε, κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 7.12.2023 όπως προκύπτει από τη με αριθμούς …/7.12.2023 πράξη κατάθεσης της αρμόδιας γραμματέα αυτού κάτω από το δικόγραφο της εφέσεως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης, έχει δε καταβληθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 пар. 3 στοιχ. A περ. γ ΚΠολΔ παράβολο (βλ. αντίγραφο του υπ’αρ …/2023 ηλεκτρονικού παράβολου, η κατάθεση του οποίου βεβαιώνεται στην από 7.12.2023 έκθεση κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης σε συνδυασμό με τη συνημμένη απόδειξη πληρωμής αυτού της … Bank). Πρέπει, επομένως, η ως άνω έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των επιμέρους λόγων της κατά την αυτή διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 533 пар. 1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η προφορική διαδικασία δεν είναι υποχρεωτική στον δεύτερο βαθμό στην έφεση κατά της απόφασης εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου επιτρέπεται πλέον η παράσταση και με δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων κατ' άρθρο 242 § 2 εδ. α ΚΠολΔ (άρθρα 115 § 1, 591, 764 όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 3, 39 και 53 ν. 4842/2021. Ν. Κλαμαρής/Σ. Κουσούλης/Σ. Πανταζόπουλος, Πολιτική Δικονομία, 4η έκδ., 2022, § 21, σ. 456-459). Ως εκ τούτου ενόψει του γεγονότος ότι η ως άνω έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μετά την 1.1.2022 και σε σχέση με την παράσταση των πληρεξούσιων δικηγόρων των διαδίκων τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 764 § 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το v. 4842/2021, που επιτρέπει την παράσταση διά δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση ερημοδικίας αυτών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 ν. 3601/2007, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με την ταυτόσημη ρύθμιση του άρθρου 145 ν. 4261/2014: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 και του άρθρου 63Ε: α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. ... ....... γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο. Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα τη Ελλάδος, ... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ...». Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ταυτόσημης προς την παραπάνω εξουσιοδότηση του άρθρου 68 παρ. 2 ν. 3601/2007 απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4-11-2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β, 2498/4-11-2011, ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρθρου 68 παρ. 2 ν. 3601/2007. Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα. Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 166 v. 4261/2014: «Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται ο ν. 3601/2007 και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτόν και τον παρόντα νόμο, νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με την αντιστοίχιση, όπως αυτή φαίνεται στο παράρτημα I του παρόντος νόμου, ή του υπ' αριθμ. 575/2013 Κανονισμού της ЕЕ». Στο άρθρο 1 του προαναφερόμενου Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση 180/3/22.6.2016 ФЕК В 717/17.3.2016) με τον οποίο ασκήθηκε η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρθρου 145 παρ. 2 ν. 4261/2014, διαχειριστικό όργανο της ειδικής εκκαθάρισης είναι ο ειδικός εκκαθαριστής, με την επιφύλαξη του άρθρου 146 ν. 4261/2014, όπως ισχύει, και εποπτικό όργανο είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Για τις αναφερόμενες στην παρούσα δίκες αρμόδιο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πτωχευτικού Κώδικα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας του Ιδρύματος, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ενώ στο άρθρο 3 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι: «Ο ειδικός εκκαθαριστής καλεί εντός δέκα (10) ημερών από τον ορισμό του τους πιστωτές του ιδρύματος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Η πρόσκληση αυτή δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και, εφόσον αφορά πιστωτικό ίδρυμα, μία φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε πέντε ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων δύο τουλάχιστον εκδίδονται στην έδρα του πιστωτικού ιδρύματος και μία είναι οικονομική. Εφόσον η ανωτέρω πρόσκληση αφορά χρηματοδοτικό ίδρυμα δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα του χρηματοδοτικού ιδρύματος και μια είναι οικονομική. Ατομική ενημέρωση των πιστωτών δεν χωρεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του Νόμου 3458/2006. Οι πιστωτές αναγγέλλονται εντός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της πρόσκλησης σύμφωνα με το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο. Η αναγγελία γίνεται εγγράφως οτον ειδικό εκκαθαριστή, έχει το περιεχόμενο που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 91 του Πτωχευτικού Κώδικα και συνοδεύεται από τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση. 3. Η επαλήθευση των απαιτήσεων που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο με ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 92 του Πτωχευτικού Κώδικα. Ακολούθως, με τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ) ορίζεται ότι, "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν κηρύσσονται σε πτώχευση, αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού, ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθάρισης και της πτώχευσης συνιστάμενου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής ικανοποίηση αποκλειστικά διά της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού, αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης αρ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 145 ν. 4261/2014, μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα, οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το ως άνω άρθρο εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση του άρθρου 68 του ν. 3601/2007 εγκριθέντα Κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ (ΑΠ 822/2015), η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτώχευσης, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση, εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ), απαγγελλομένης της απόλυτης ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων. Οι πιστωτές της εκκαθάρισης ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτώχευσης, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης, εφαρμοζόμενη επί της εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ, και επομένως ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθάρισης) θεωρούνται εκείνοι που διατηρούν κατά το χρόνο θέσης του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθάρισης, υπαρκτή, γεννημένη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 1101/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατ' ακολουθία αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρίας, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη. Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα, αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται ως άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του ιδρύματος, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται. Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών της εκκαθάρισης επί ενδίκως εγερθεισών αξιώσεών τους, απαγορεύεται. Η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. σε βάρος της τραπεζικής εταιρείας, αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση δε που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη την συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινάμενη αγωγή διαδικασίας. Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες, παρά τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση, διαδικαστικές πράξεις. Κατά την ορθότερη άποψη το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το άρθρο 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη, είτε την συνέχιση της διαδικασίας, είτε τη συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων. Εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου, με βάση την ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1 (ΑΠ 1101/2021 О.П., ΑΠ 348/2020, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 822/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ως προεκτέθηκε, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 της προαναφερόμενης απόφασης (Κανονισμού) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στη συνεδρίαση 21/2/4-11-2011, ο ειδικός εκκαθαριστής καλεί εντός δέκα (10) ημερών από τον ορισμό του, τους πιστωτές του ιδρύματος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Η πρόσκληση αυτή δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και, εφόσον αφορά πιστωτικό ίδρυμα, μια φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε πέντε ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων δύο τουλάχιστον εκδίδονται στην έδρα του πιστωτικού ιδρύματος και μία είναι οικονομική. Εφόσον η ανωτέρω πρόσκληση αφορά χρηματοδοτικό ίδρυμα δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα του χρηματοδοτικού ιδρύματος και μια είναι οικονομική. Ατομική ενημέρωση των πιστωτών δεν χωρεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του νόμου 3458/2006 (ФЕК A 94). Οι πιστωτές αναγγέλλονται εντός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της πρόσκλησης σύμφωνα με το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο. Η αναγγελία γίνεται εγγράφως στον ειδικό εκκαθαριστή, έχει το περιεχόμενο που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 91 του Πτωχευτικού Κώδικα και συνοδεύεται από τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση ... (παρ. 1). Η επαλήθευση των απαιτήσεων που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο με ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Πτωχευτικού Κώδικα (παρ. 3). Σύμφωνα με το τελευταίο άρθρο (92 ΠτΚ), οι πιστωτές του πτωχού που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το Πτωχευτικό Δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 54 ΠτΚ, ήτοι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η ως άνω ανακοπή, η οποία μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την τελευταία διανομή, στρέφεται κατά του συνδίκου της πτώχευσης, ενώ καλείται στη σχετική δίκη και η επιτροπή των πιστωτών, εφόσον αυτή έχει συγκροτηθεί. Με την ανακοπή αυτή ο Πτωχευτικός Κώδικας επαναφέρει την κατά τις διατάξεις του άρθρου 596 ΕμπΝ δυνατότητα ανακοπής των πιστωτών, που απώλεσαν την προθεσμία αναγγελίας. Η παράλειψη της αναγγελίας του πιστωτή μπορεί να οφείλεται σε οποιοδήποτε λόγο (βλ. ΑΠ 1177/2007 ΝοΒ 2007.2447, ΑΠ 191/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ), αντικείμενο δε της παραπάνω ανακοπής είναι η εξέλεγξη και όχι η επιδίκαση της απαίτησης (ΑΠ 939/2023, ΑΠ 1410/2022, ΑΠ 1177/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, δυνάμει της υπ' αρθμ. …/27.7.2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ФЕК …/27.7.2012), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «… Α.Ε.» και τέθηκε αυτό σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά το άρθρο 68 ν. 3601/2007 και πλέον 145 ν. 4261/2014, ενώ διορίσθηκε αρχικά ειδικός εκκαθαριστής ο …, ο οποίος με την από 03.08.2012 πρόσκλησή του κάλεσε τους πιστωτές του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους μέχρι την 17.09.2012, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων (απόφαση 21/2/04.11.2011 της Ε.Π.Α.Θ.). Στη συνέχεια με την υπ' αριθ. …04.04.2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Ε.Π.Α.Θ.) διορίστηκε ως ειδικός εκκαθαριστής της ως άνω τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζικής εταιρείας η Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «….Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων» (ФЕК В …/5.4.2016). Σύμφωνα με το άρθρο 92 ν. 3588/2007 (ΠτΚ) [όπως η παράγραφος 2 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 4 παρ.1 ν. 4446/2016 (ФЕК А 240/22.12.2016), σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 στ. β' του ανωτέρω νόμου, δεδομένου ότι η επίδικη διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης άρχισε πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού], οι πιστωτές, που δεν μετείχαν στη διαδικασία της επαληθεύσεως είτε γιατί αμέλησαν, είτε γιατί τους ήταν για οποιονδήποτε λόγο αυτό αδύνατο, διατηρούν το δικαίωμα της εξελέγξεως των απαιτήσεών τους μέχρι την τελευταία διανομή και αυτής συμπεριλαμβανομένης, ασκώντας με δική τους δαπάνη ανακοπή, η οποία στρέφεται κατά του συνδίκου και εισάγεται στο πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι στο Πολυμελές Πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 54 ΠτΚ και 741 επ. ΚΠολΔ) με αντικείμενο της ανακοπής την εξέλεγξη και όχι την επιδίκαση της απαίτησης, Περαιτέρω, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή. Εξάλλου στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή. Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανά του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη ή παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι, έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του. Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί στο άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου) είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (ΟλΑΠ 32/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 101, 102, 104 παρ.1 εδα και 2, 106 παρ. 3 και 107 του από 13-9-1968 Οργανισμού της .... Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. .../6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ .../2-4-1973 τ. Β) και κυρώθηκε με το άρθρο 1 του νδ/τος .../1973 (ΦΕΚ ...) και ως εκ τούτου επέχει ισχύ νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, οι προαγωγές στους βαθμούς του Διευθυντή και του Υποδιευθυντή ενεργούνται κατ' απόλυτη εκλογή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ύστερα από πρόταση του Διοικητή της, Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα σχετικά άρθρα του Οργανισμού της ... και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινόμενων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του ΔΣ, ρητά διατυπωμένες στο σχετικό πρακτικό και κάθε κατά την κρίση του ΔΣ χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των κρινόμενων υπαλλήλων. Ως προακτέος κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζεται ο υπάλληλος που έχει διακριθεί μεταξύ των συναδέλφων του για το χαρακτήρα και το ήθος του και έχει επιδείξει σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον και έχει παράσχει με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και το ζήλο του εξαιρετικές υπηρεσίες, προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα, τόσο τη γενική (Γ.Υ.Α -χρόνος πρόσληψης) όσο και την ειδική (Ε,Υ.Α -κατεχόμενου βαθμού), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία του ως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας. Το Διοικητικό Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσης του λαμβάνει υπόψη: α) τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του κρινομένου υπαλλήλου, β) τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, γ) την προσωπική γνώση και τις ασφαλείς πληροφορίες των μελών του και δ) κάθε, κατά την κρίση του, χρήσιμο στοιχείο ή έγγραφο. Είναι πρόδηλο, ότι στην ως άνω "κατ' εκλογή” προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β'και άνω μεταξύ των αξιολογικών κριτηρίων που έχουν βαρύνουσα σημασία για την προαγωγική κρίση υπαλλήλου στους άνω βαθμούς είναι και η άσκηση από τον τελευταίο υπευθύνων καθηκόντων, περιστατικό που εκφράζει την εμπιστοσύνη της τράπεζας στις ικανότητες και τα προσόντα του υπαλλήλου για την επιτυχή διεκπεραίωση του ανατιθεμένου έργου και την επάρκεια και εμπειρία του υπαλλήλου να ανταποκριθεί στα υπεύθυνα αυτά καθήκοντα (ΑΠ 615/2018, 246/2015 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 1003/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ουσιαστική περί προαγωγών κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, που λειτουργεί, για την προαγωγή ή την παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ως εργοδοτικό όργανο, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, για προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ. Κατά ταύτα, η παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ο οποίος καταφανώς υπερτερούσε, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, άλλου προαχθέντος, έστω και ενός, ομοιόβαθμου συναδέλφου του, συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, και κατά συνέπεια είναι παράνομη και, επομένως, άκυρη κατά τα άρθρα 174, 180 του ΑΚ (ΑΠ 1272/2020, ΑΠ 1390/2019 ιστοσελίδα Αρεΐου Πάγου, ΑΠ 164/2013, ΑΠ 76/2011, ΑΠ 1726/2010, ΑΠ 1321/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος, που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή προς αναγνώριση του δικαιώματος του προαγωγής στον επόμενο βαθμό (άρθρα 68, 70 του ΚΠολΔ), οπότε, με την τελεσιδικία της απόφασης, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε, αυτοδικαίως, από του χρόνου στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 ΦΕΚ A 250 (ΑΠ 1410/2022 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 1390/2019, ΑΠ 1321/2010, ΑΠ 184/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) καθώς και την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφοράς αποδοχών εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξης του οργάνου της ATE που την αντιπροσωπεύει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, κατά τα άρθρ. 71, 281, 297-299, 914 ΑΚ (βλ. ειδικά για την ATE: ΑΠ 315/2011 ΝοΒ 2011.1897, ΑΠ 183/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 480/2007 ΝοΒ 2007.1651 και γενικότερα: ΟλΑΠ 22/1999, ΟλΑΠ14/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15.1.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …21.4.2022 ανακοπή της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέθεσε ότι δυνάμει της υπ’ αριθ. …27.07.2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΠΑΘ) το πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «…. Α.Ε.» τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του και ότι ως ειδικός εκκαθαριστής αυτού διορίστηκε ο …, ο οποίος με την από 03.08.2012 πρόσκλησή του κάλεσε τους πιστωτές του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους μέχρι την 17.09.2012, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων (απόφαση 21/2/04.11.2011 της Ε.Π.Α.Θ.). Ότι, ακολούθως, με την υπ’ αριθ. …/04.04.2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Ε.Π.Α.Θ.) διορίστηκε ως ειδικός εκκαθαριστής της ως άνω τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζικής εταιρείας η Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «… Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων». Ότι η ίδια είναι πτυχιούχος του Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήματος Δ) και ότι προσλήφθηκε από την ανωτέρω τράπεζα με την επωνυμία «….Α.Ε στις 13.7.1981 ως μόνιμος υπάλληλος του κλάδου Οικονομικών, υφιστάμενης έκτοτε συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η μεταξύ αυτής και της … σύμβαση μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου διήπετο από τις διατάξεις του Οργανισμού της …. Α.Ε. και είχε ισχύ ουσιαστικού νόμου. Ότι προήχθη κανονικά στον βαθμό του Τμηματάρχη A' την 1.5.1999 κατ' απόλυτον εκλογή, θέση που κατείχε έως την αποχώρησή της από την …ήτοι έως την 31.3.2012 χωρίς να έχει προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή παρότι είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προς τούτο και παρότι προήχθησαν άλλοι συνάδελφοί της έναντι των οποίων υπερτερούσε καταφανώς. Ακολούθως ανέφερε αναλυτικά τις υπηρεσιακές μονάδες που υπηρέτησε, την άσκηση των υπεύθυνων καθηκόντων που της ανατέθηκαν, την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων, τους τίτλους σπουδών της, τη γνώση ξένων γλωσσών, τις επιπρόσθετες επαγγελματικές της δραστηριότητες, την απουσία πειθαρχικών ποινών σε βάρος της, τα φύλλα ποιότητας όλων των ετών υπηρεσίας της. Ακολούθως εξέθεσε ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις που έλαβαν χώρα στις 29.01.2008, στις 19.12.2008, στις 20.01.2009, στις 26.08.2009, στις 24.11.2010 και στις 07.12.2011 προήχθησαν άλλοι συνάδελφοί της, τους οποίους αναφέρει ονομαστικά μαζί και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα καθενός εξ αυτών και τις ειδικότερες υπηρεσίες που καθένας παρείχε, παρότι η ίδια υπερτερούσε αυτών καταφανώς και ότι τούτο έγινε καταχρηστικά εκ μέρους του ΔΣ της .., στερώντας της με την μη προαγωγή της από Τμηματάρχη σε Υποδιευθυντή τις διαφορές αποδοχών των δύο θέσεων. Ότι οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ των δικαιούμενων αποδοχών του βαθμού του Τμηματάρχη A' και του βαθμού του Υποδιευθυντή, τις οποίες αυτή δικαιούται ως αποζημίωση ανέρχονται α) από την προαγωγική κρίση της 29.1.2008 στο ποσό των 52.997,73 ευρώ, β) από την προαγωγική κρίση της 19.12.2008 στο ποσό των 43.448,87 ευρώ, γ) από την προαγωγική κρίση της 20.01.2009 στο ποσό των 42.527,91 ευρώ, δ) από την προαγωγική κρίση της 26.08.2009 στο ποσό των 37.000,84 ευρώ, ε) από την προαγωγική κρίση της 24.11.2010 στο ποσό των 24.712,34 ευρώ και στ) από την προαγωγική κρίση της 07.12.2011 στο ποσό των 12.738 ευρώ. Ότι η ίδια δεν έχει αναγγείλει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις ως άνω απαιτήσεις της ενώπιον του ειδικού εκκαθαριστή και ότι δικαιούται να ζητήσει την επαλήθευση αυτών ενώ δεν έχουν περατωθεί ακόμη οι διαδικασίες της ειδικής εκκαθάρισης. Με βάση αυτό το ιστορικό η ανακόπτουσα αιτούνταν α) να αναγνωριστεί ότι έπρεπε να προαχθεί από την εργοδότριά της τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…Α.Ε.» στον βαθμό της Υποδιευθύντριας από 12.3.2007, άλλως από 19.12.2008, άλλως από 20.01.2009, άλλως από 26.08.2009, άλλως από 24.11.2010, άλλως από 07.12.2011 και β) να επαληθευτούν και να γίνουν δεκτές ως χρέη της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας τράπεζας με την επωνυμία «…Α.Ε.» οι απαιτήσεις που αφορούν στις διαφορές αποδοχών μεταξύ του βαθμού του Τμηματάρχη A' (στον οποίο και παρέμεινε) από αυτές του βαθμού της Υποδιευθύντριας μέχρι την αποχώρησή της (31.3.2012), ανερχόμενες στο ποσό των 52.997,73 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 29.1.2008, άλλως στο ποσό των 43.448,87 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 19.12.2008, άλλως στο ποσό των 42.527,91 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 20.01.2009, άλλως στο ποσό των 37.000,84 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 26.08.2009, άλλως στο ποσό των 24.712,34 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 24.11.2010, άλλως στο ποσό των 12.738 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 07.12.2011, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε η εκκαλουμένη 445/31.10.2023 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, έκρινε ότι ήταν αρμόδιο για την εκδίκασή της, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και ότι η ανακοπή ήταν ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη πλην του υπό α’ αναγνωριστικού αιτήματος της ανακοπής, το οποίο απέρριψε ως ως νόμω αβάσιμο με την αιτιολογία ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής του άρθρου 92 ΠτΚ είναι μόνο η αναγνώριση και η επαλήθευση από το πτωχευτικό δικαστήριο, ως πτωχευτικού χρέους, της απαίτησης του μη εμπροθέσμως αναγγελθέντος πιστωτή και όχι η δεσμευτική διάγνωση έννομης σχέσης και του παρεπομένου αιτήματος περί τοκογονίας της απαίτησης της ανακόπτουσας για το μετέπειτα της άσκησης της ανακοπής χρονικό διάστημα με την αιτιολογία ότι η απαίτηση της ανακόπτουσας από αποδοχές είναι εξοπλισμένη με γενικό προνόμιο και δεν παράγει τόκους για το διάστημα μετά την θέση της Τράπεζας σε ειδική εκκαθάριση, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 24 παρ. 1 εδ.α ΠτωχΚ. Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη, κατά την προαγωγική κρίση της 24.11.2010 υπερείχε καταφανώς του προαχθέντος συναδέλφου της … που αναφέρεται στην ανακοπή και συνακολούθως δέχθηκε την ανακοπή και επαλήθευσε την αντίστοιχη απαίτηση μισθολογικής διαφοράς της εφεσίβλητης αναγνωρίζοντας ότι η τελευταία είναι πιστώτρια της εκκαλούσας και ότι έχει απαίτηση κατ'αυτής ύψους 26.487,85 ευρώ, ποσό που εξέλαβε ότι ομολογεί η καθής η ανακοπή στις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Eπί παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ' αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Κάθε αξίωση του υπαλλήλου που, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων 281 και 914 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε, η μεν αξίωση για προαγωγή από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, οι δε υπόλοιπες να υπόκεινται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 580/2007, ΑΠ 233/2007, ΑΠ 462/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η παραγραφή είναι ο θεσμός του δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο. Με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υπάρχουσας ως φυσική ή ατελής ενοχή. Εξάλλου η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (άρθρο 272 ΑΚ). Ο θεσμός της «εν επιδικία» παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Εξάλλου η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι τις 20-3-2013 με την «έγερση» της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης. Όριζε λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/20-3-2013, επί λέξει τα εξής (αποτελώντας μεταφορά του άρθρου 2 του Ν.ΓΧΞ/1910) «την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου». Από την τελευταία αυτή διάταξη συναγόταν ότι αν η παραγραφή διεκόπτετο με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Έτσι επί αξιώσεως που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπέκειτο μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, θεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης. Σύμφωνα με το σκοπό της ίδιας διάταξης, για να αρχίσει, εκ νέου, η παραγραφή, που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (ΑΚ 247 επ.) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και επομένως δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός είχε ενεργήσει ότι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1, 2 και 3 που ενδιαφέρουν την επίδικη διαφορά «1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση». Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνο στην αντικατάσταση του όρου «έγερση» από τον σύγχρονο όρο «άσκηση» της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής. Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται οπό δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία όπως π.χ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχή της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (ΚΠολΔ 293), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (ΚΠολΔ 294-297), εφαρμοζομένου επί παραιτήσεως από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ. Από το συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της αποφάσεως ή της περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει «ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεΐ τελεσίδικη απόφαση» (ΑΠ 361/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και όπως είναι αυτονόητο πριν την συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (20-3-2013). Εξ ετέρου κατ' εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ' αρχήν το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος εφέσεως εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής. Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν έχει παραγραφεί εν επιδικία η ένδικη αξίωση κατά την δημοσίευση του ν. 4139/2013, ήτοι την 20-3-2013 (ΕφΑθ 1564/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 765 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά τη δίκη στο Εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Η διάταξη αυτή επεκτείνοντας τον κανόνα του άρθρου 745 ΚΠολΔ στην έκκλητη δίκη εισάγει απόκλιση από το άρθρο 527 και εν μέρει από το άρθρο 529 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα απεριόριστης προβολής νέων πραγματικών ισχυρισμών στο εφετείο συνδέεται με την εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος (ΑΠ 1131/1987 ΝοΒ 1988.1601,1602) και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 550/2019, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 769/2015, ΕφΑθ 3229/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν νοούνται μόνο οι οψιγενείς ή οι άλλοι προνομιακοί ισχυρισμοί του άρθρου 527 ΚΠολΔ αλλά και όσοι στηρίζονται σε περιστατικά που είχαν ήδη λάβει χώρα κατά το χρόνο της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να προταθούν εγκαίρως από το διάδικο και χωρίς να αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης από το δικαστήριο στο πλαίσιο του άρθρου 744 ΚΠολΔ. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται ακόμα και όσοι ισχυρισμοί προτάθηκαν μεν πρωτοδίκως αλλά απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους ως εκπρόθεσμοι ή αόριστοι. Όλοι οι νέοι κατά την ανωτέρω έννοια πραγματικοί ισχυρισμοί μπορούν να θεμελιώσουν παραδεκτό λόγο έφεσης (ΕφΑθ 7430/1989 ΕλλΔνη 1991.175,176 βλ. περί των ανωτέρω βλ και Αρβανιτάκη σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα εκδ. 2000 τόμος II υπό άρθρο 765 πλαγιάρ.1,3 και 5 σελ. 1520, 1521 και για τη δυνατότητα στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας προβολής το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέων πραγματικών ισχυρισμών ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ βλ και Σαμουήλ Σαμουήλ Η έφεση εκ. Ε’σελ. 293 αρ. 715).

Η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα παραπονείται με τους λόγους της έφεσής της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ώστε να απορριφθεί η ανακοπή της εφεσίβλητης στο σύνολό της, υποστηρίζοντας ότι η ανακοπή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικός αβάσιμη. Ο τρίτος λόγος της έφεσης περί αοριστίας της ανακοπής είναι αβάσιμος, αφού η εφεσίβλητη εξέθετε επαρκώς στο δικόγραφο της ανακοπής τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της, αλλά και τις ειδικότερες, πέραν των συνήθων, υπηρεσίες που εκείνη προσέφερε στην ATE και για τις οποίες διακρίθηκε για εξαιρετική επίδοση, εργατικότητα και απόδοση, καθώς επίσης εξέθετε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των προαχθέντων αντ’αυτής συναδέλφων της, ώστε από τη σύγκριση των στοιχείων αυτών, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, να είναι δυνατόν να κριθεί αν το αρμόδιο όργανο της …, έκανε ορθή χρήση της διακριτικής ευχέρειας του κατά την ενάσκηση του αντίστοιχου διευθυντικού δικαιώματος του που αφορούσε τις προαγωγές (βλ. ΟλΑΠ 22/1999 ο.π., ΑΠ 476/2007 ΝοΒ 2007/1651, ΑΠ 1391/2006 ΝοΒ 2006/1819). Επίσης, η εφεσίβλητη εξέθετε στο δικόγραφο της ανακοπής τα ποσά των αποδοχών που στερήθηκε εξαιτΐας της αντίστοιχης κάθε φορά παράλειψης προαγωγής της, πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν ήταν καν αναγκαίος ο προσδιορισμός του ύψους των αποδοχών της εφεσίβλητης στην ανακοπή, με αριθμητική ανάλυση και συγκεκριμένο ποσό, δεδομένου ότι η οφειλή της Τράπεζας είναι συγκεκριμένη και οριστή, αφού είναι γνωστό το ύψος του μισθού που αντιστοιχεί σε κάθε βαθμό της ιεραρχίας της Τράπεζας και συνεπώς ο προσδιορισμός του ποσού που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να λάβει η μη προαχθείσα εφεσίβλητη γίνεται με απλό μαθηματικό (λογιστικό) υπολογισμό (βλ. ΑΠ 421/2007 ΝοΒ 2007.1649, ΑΠ 819/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 282/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ) ενώ επιπλέον η εφεσίβλητη εξέθετε και τη θέση σε εκκαθάριση της εργοδότριάς της εκκαλούσας, το διορισμό εκκαθαριστή αυτής, ότι δεν υπέβαλε την απαίτησή της προς επαλήθευση εντός των οριζομένων προθεσμιών και ότι δεν έχει λάβει χώρα ακόμα η τελευταία διανομή. Σημειώνεται ότι η εκκαλούσα, στις πρωτόδικες προτάσεις της είχε προβάλλει, πέραν της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής η οποία συνίστατο στην αμφισβήτηση ότι η εφεσίβλητη υπερτερούσε και μάλιστα καταφανώς των προαχθέντων συναδέλφων της και τον ισχυρισμό ότι, εκτός από την εφεσίβλητη είχαν παραλειφθεί κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 29.1.2008 οι συνάδελφοι αυτής …., ….. και …. και κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 19.12.2008,20.1.2009 και 26.8.2009 ο συνάδελφος αυτής ….., οι οποίοι υπερείχαν απλώς της εφεσίβλητης και οι οποίοι θα είχαν προαχθεί αντί αυτής, αν δεν είχαν προαχθεί εκείνοι που αναφέρονται στην ανακοπή. Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε από την εκκαλούσα αναφορικά μόνο με την παράλειψη προαγωγής της εφεσίβλητης κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 29.1.2008, 19.12.2008, 20.1.2009 και 26.8.2009 ως προς τις οποίες ωστόσο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η τελευταία δεν υπερτερούσε καταφανώς των λοιπών προαχθέντων σε αυτές συναδέλφων της και ως εκ τούτου δεν εξέτασε τον εν λόγω ισχυρισμό ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, τα δε σκέλη αυτά της εκκαλουμένης δεν προσβάλλονται με την ένδικη έφεση και ως εκ τούτου δεν μεταβιβάζονται προς κρίση στο παρόν Δικαστήριο ούτε και τα σχετικά κεφάλαια αυτής ερευνώνται. Ως εκ τούτου ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, ακόμα και αν εκτιμηθεί ότι επαναφέρεται παραδεκτά με το δικόγραφο της έφεσης από την εκκαλούσα, όχι ως αυτοτελής λόγος έφεσης αλλά κατ' επαναφορά των ισχυρισμών της που περιέχονταν στις προτάσεις της κατά τη διάταξη του άρθρου 765 ΚΠολΔ και με τον οποίο η τελευταία επιχειρεί να θεμελιώσει διακωλυτική ένσταση, υπό την έννοια της διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης προαγωγής της εφεσίβλητης και της προαγωγής των συναδέλφων της που αναφέρονται στην ανακοπή (βλ. ΟλΑΠ 14/1998 ο.π., ΑΠ 287/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1726/2010 ΝοΒ 2011/1001) κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος ενόψει του γεγονότος ότι με την ένδικη έφεση προσβάλλεται η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιό της που έκρινε ότι η εφεσίβλητη υπερτερούσε καταφανώς του … που προήχθη κατά την προαγωγική κρίση της 24.11.2010, ως προς την οποία όμως, ως προεκτέθηκε, δεν προβλήθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός. Επιπλέον με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ως αυτός ορθώς εκτιμάται, η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς τη μη λήψη υπόψη αυτεπαγγέλτως από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της προβαλλόμενης εκ μέρους της το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένστασης παραγραφής της επίδικης αξίωσης, επικαλούμενη ειδικότερα ότι η εφεσίβλητη είχε ασκήσει, κατά την ανακοπή της, την από 10.4.2012 και με αριθμούς κατάθεσης …. 2012 αγωγή της με την οποία ζητούσε όσα και με την ανακοπή της, η οποία είχε προσδιοριστεί να συζητηθεί την 14.12.2015 οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 10.2.2017 οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της λόγω της θέσης της … σε ειδική εκκαθάριση και της εντεύθεν αναστολής των ατομικών διώξεων κατ'αυτής. Ότι έκτοτε η εφεσίβλητη δεν προέβη σε οιαδήποτε πράξη επίσπευσης της δίκης ούτε και ανήγγειλε τις αξιώσεις της στον ειδικό εκκαθαριστή και ότι κατά το χρόνο άσκησης της ανακοπής οι επίδικες αξιώσεις της είχαν ήδη αποσβεστεί λόγω συμπλήρωσης πενταετούς παραγραφής εν επιδικΐα και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε εν μέρει την ένδικη ανακοπή, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτή. Ο λόγος αυτός, ο οποίος δεν είχε προταθεί πρωτοδίκως εντούτοις, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, παραδεκτά προβάλλεται από την εκκαλούσα το πρώτον στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας στην κατ'έφεση δίκη κατ' άρθρο 765 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτός και νόμιμος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του. Σημειώνεται ότι η εφεσίβλητη προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού της εκκαλούσας με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αλλά και καθ'υποφοράν με το δικόγραφο της ανακοπής της, ως εξάλλου αναφέρει και η ίδια η εκκαλούσα στον πρώτο λόγο έφεσής της, προέβαλε τον ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής, επικαλούμενη, ως ο εν λόγω ισχυρισμός της ορθώς εκτιμάται, ότι με την άσκηση της εκ μέρους της από 10.4.2012 και με αριθμούς κατάθεσης …./2012 αγωγής της με την οποία ζητούσε όσα και με την ανακοπή της και η οποία επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 20.4.2012 και είχε προσδιοριστεί να συζητηθεί 2.12.2014, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14.12.2015 οπότε και αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 10.2.2017 οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της λόγω της θέσης της … σε ειδική εκκαθάριση και της εντεύθεν αναστολής των ατομικών διώξεων κατ'αυτής, διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεών της σε βάρος της εκκαλούσας και ότι σύμφωνα με τη νέα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ που ισχύει και στη δική της περίπτωση καθόσον η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και σε εκκρεμείς δίκες εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ως άνω αγωγής της η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Ότι η αγωγή της είχε ασκηθεί πριν τη δημοσίευση του Ν. 4139/2013 και δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επ'αυτής. Ότι η ιδιότυπη αναστολή που καθιερώνεται με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 261 ΑΚ εξακολουθεί από το ως άνω σημείο διακοπής και διαρκεί για όσο διαρκεί η δίκη επί της αγωγής αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και επαναφέροντας την παραγραφή εν επιδικία μόνο στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, μπορεί όμως η παραγραφή να διακοπεί εκ νέου με διαδικαστικές πράξεις του διαδίκου. Ότι ο ίδιος δεν αδράνησε για την απαίτησή του αφού άσκησε την υπό κρίση ανακοπή. Ο ως άνω ισχυρισμός της εφεσίβλητης που προβάλλεται παραδεκτά κατ'άρθρο 764 ΚΠολΔ με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου συνιστά την αντένσταση διακοπής της παραγραφής και είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί και αυτός ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 994/2012, ΑΠ 1/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και λαμβάνονται υπόψη άλλα προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ, ορισμένα από αυτά μνημονεύονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς, ωστόσο, να παραβλέπεται η αποδεικτική δύναμη οιουδήποτε κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθ. …/27.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ανακλήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «… . Α.Ε.» (ακολούθως «.. Α.Ε.») και τέθηκε αυτό σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν. 3601/2007. Ειδικός εκκαθαριστής αυτής διορίστηκε ο …, ο οποίος κάλεσε με την από 3.8.2012 πρόσκλησή του τους πιστωτές της … υπό εκκαθάριση να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους έως 17.9.2012, κατ’άρθρο 3 του Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Ιδρυμάτων (απόφαση 21/2/4.11.2011 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας τα Ελλάδος, ΦΕΚ 2298/Β/4.11.2011). Ακολούθως με την υπ'αρ. ../14.04.2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδας (ΦΕΚ Β' …/Β/5.4.2016) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «… ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο "… ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε" ορίστηκε ειδική εκκαθαρίστρια της … υπό εκκαθάριση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη προσλήφθηκε ως υπάλληλος του κλάδου οικονομικών από 13.07.1981 στην ATE κατόπιν της επιτυχίας της σε σχετικό εξωτερικό διαγωνισμό και εργάστηκε στην ATE έως την αποχώρησή της από αυτήν την 31.3.2012. Προσλήφθηκε ως μόνιμος υπάλληλος του κλάδου οικονομικών, από 13.07.1981 και δη αρχικά διορίστηκε στην … με το βαθμό της βοηθού. Από 12.10.1984, οπότε και ανακηρύχθηκε πτυχιούχος του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πάντειου Πανεπιστημίου, της αναγνωρίσθηκε και προσμετρήθηκε πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων ετών για προαγωγή και μισθολογική προώθηση. Έκτοτε προήχθη διαδοχικά, χωρίς καθυστέρηση, μέχρι τον βαθμό της Τμηματάρχη Α’. Επισημαίνεται ότι οι προαγωγές της εφεσίβλητης μέχρι τον βαθμό της Τμηματάρχη B' έγιναν, κατ' αρχαιότητα (όπως συμβαίνει με όλους όσοι έχουν τα απαιτούμενα χρόνια υπηρεσίας), ενώ η προαγωγή της στον βαθμό της Τμηματάρχη A' έγινε, κατ' απόλυτη εκλογή, μέσω ενός συστήματος αξιολόγησης που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από την ίδρυση της τράπεζας και στηριζόταν στα κάτωθι κριτήρια: α) στη βαθμολογία που ελάμβανε στα φύλλα ποιότητας υπαλλήλου β) στην ανάληψη και άσκηση εκ μέρους της υπεύθυνων καθηκόντων και θέσεων, γ) στους τίτλους σπουδών της, δ) στη συμμετοχή της στα σεμινάρια της τράπεζας και ε) στα στοιχεία του πειθαρχικού της φακέλου. Ειδικότερα προήχθη κατά αρχαιότητα στο βαθμό του Λογιστή Γ' από 12.10.1984, του Λογιστή Β’ από 13.7.1985, του Λογιστή Α’ από 13.7.1987, του Αρχιλογιστή από 13.7.1989, του Τμηματάρχη Γ’ από 13.7.1992, του Τμηματάρχη B' από 13.7.1994 και κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη A' από 1.5.1999. Σημειωτέον ότι η εφεσίβλητη προς απόδειξη της ακριβούς ημεροχρονολογίας προαγωγής και βαθμολογικής της εξέλιξης Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δεν προσκομίζει βεβαίωση της εκκαλούσας αλλά η τελευταία δεν αμφισβήτησε ειδικά την ύπαρξη των συγκεκριμένων τυπικών προσόντων της εφεσίβλητης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/26.03.2012 Βεβαίωση της … (Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού Τμήμα Διοικητικών Στοιχείων) υπηρέτησε στα ακόλουθα τμήματα και άσκησε τα ακόλουθα καθήκοντα: 1) Από την πρόσληψη της στις 13.07.1981 υπηρέτησε στο Κατάστημα …, αρχικά ως απλή υπάλληλος, και από 01.03.1985 της ανατέθηκαν καθήκοντα ταμιολογίστριας σε αντικατάσταση … (βλ. την με αρ. πρωτ. …/07.05.1985 βεβαίωση της Διεύθυνσης Προσωπικού της ..). 2) Στις 08.08.1987 μετατέθηκε στο κατάστημα …, τότε Θυρίδα …, και από την 26.11.1987 της ανατέθηκαν νέα υπεύθυνα καθήκοντα ως ταμιολογίστριας σε αντικατάσταση του ταμιολογιστή … (βλ. με αρ. πρωτ. …15.01.1988 βεβαίωση). 3) Από 12.01.1990 μέχρι 08.12.1994 της ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρώτριας Προϊσταμένης στη Θυρίδα … με τη με αρ….09.01.1990 διαταγή της Διεύθυνσης Προσωπικού της … και από 08.12.1994 τοποθετήθηκε Προϊσταμένη της Θυρίδας … με τη με αρ. πρωτ. …./01.12.1994 διαταγή της Διεύθυνσης Προσωπικού της ….. 4) Από 28.09.1997 η εφεσίβλητη (με το βαθμό της Τμηματάρχη B' Οικονομικού) μετατέθηκε στη Διεύθυνση Επιθεώρησης και της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Επιθεωρήτριας της Διεύθυνσης αυτής (βλ. τη με αρ. …./31.07.1997 βεβαίωση της Διεύθυνσης Προσωπικού). Από την 04.05.2001 μετακινήθηκε, ως Βοηθός Επιθεωρήτρια (Τμηματάρχης B' Οικονομικού) από τη πρώην Διεύθυνση Επιθεώρησης στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου (βλ. τη με αρ. …/4.5.2001 βεβαίωση της Διεύθυνσης Προσωπικού). 5) Από την 27.11.2001 ανατέθηκαν στην εφεσίβλητη (πλέον Τμηματάρχη Ά Οικονομικού) καθήκοντα Επιθεωρήτριας (Ελέγκτρια Ά) της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, με την απόφαση Διοίκησης με αρ. …./26.11.2001 (βλ. το με αρ. πρωτ…/27.11.2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού της ATE). 6) Με τη με αρ. …/08.01.2007 απόφαση της Διοίκησης της ανατέθηκαν από 08.01.2007, επιπλέον των καθηκόντων της Ελέγκτριας A' και τα καθήκοντα της Αναπληρώτριας Προϊσταμένου του τμήματος Παρακολούθησης Ελεγκτικού Έργου της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης, Προγραμματισμού και Παρακολούθησης Ελεγκτικού Έργου της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης της ATE (βλ. τα με αρ. …/08.01.2007 και …/16.03.2007 έγγραφα της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού). Ακολούθως, από την 14.10.2011 η εφεσίβλητη τοποθετήθηκε Προϊσταμένη του ίδιου τμήματος, δυνάμει της με αρ. …/13.10.2011 απόφασης της Διοίκησης (βλ. το με αρ. …./14.10.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού) όπου παρέμεινε έως την 31.3.2012, ημερομηνία κατά την οποία και αποχώρησε από την …. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη όπως τούτο προκύπτει από το με αρ. πρωτ. …/08.03.2012 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Εκπαίδευσης της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της … παρακολούθησε είκοσι σαράντα (40) επιμορφωτικά σεμινάρια, από τον Απρίλιο του έτους 1988 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2011 ενώ πέραν των ανωτέρω ισχυρίζεται με την ανακοπή της ότι έχει παρακολουθήσει επιπλέον τριάντα ένα (31) σεμινάρια, προσκομίζει όμως σχετικές βεβαιώσεις παρακολούθησης για επιπλέον δέκα εννέα (19), τα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται στον ατομικό της φάκελο. Αναφορικά με τη γνώση ξένης γλώσσας η εφεσΐβλητη επικαλείται ότι γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα και κατέχει τίτλο Intermediate καθώς και ότι ενίσχυσε τη χρήση της αγγλικής γλώσσας με παρακολούθηση φροντιστηριακών μαθημάτων και αυτοεκπαΐδευσης «Business in Action» καθώς και ότι γνωρίζει καλά τη γαλλική γλώσσα. Ωστόσο, δεν προσκόμισε οιοδήποτε έγγραφο προς απόδειξη εκ μέρους της τής γνώσης γαλλικής γλώσσας ούτε της κατοχής πτυχίου αγγλικής γλώσσας ή παρακολούθησης μαθημάτων για την ενίσχυση των γνώσεων της στην αγγλική γλώσσα, ωστόσο η εκ μέρους της γνώση της αγγλικής γλώσσας επιβεβαιώνεται από τις προτάσεις που η εκκαλούσα κατέθεσε στον πρώτο βαθμό όπου στη σελίδα 70 αυτών σε σύγκριση της εφεσίβλητης με άλλη προαχθείσα συνάδελφό της αναφέρει ότι η τελευταία υπερτερεί της εφεσίβλητης καθόσον η πρώτη γνωρίζει δύο ξένες γλώσσες σε αντίθεση με την εφεσΐβλητη που γνωρίζει μόνο την αγγλική. Σημειώνεται ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι έχει συμμετάσχει σε δέκα έξι (16) επιτροπές και ομάδες εργασίας, καθώς και ότι δραστηριοποιήθηκε παράλληλα, και κατ' εντολήν της Τράπεζας, στην προώθηση προϊόντων των εταιρειών του Ομίλου της … (πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σε τρίτους, και ως υπάλληλος σύστασης για την προώθηση των προϊόντων της ... Ασφαλιστικής) αφού ουδέν σχετικό έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο εισφέρθηκε στη δίκη προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας αυτού. Από την πρόσληψή της και εντεύθεν, στα συνταχθέντα φύλλα ποιότητας υπαλλήλων, από την ως άνω εργοδότρια τράπεζα, η εφεσίβλητη, βαθμολογηθείσα από διαφορετικούς κριτές, χαρακτηρίζεται ως άριστη υπάλληλος ενώ ουδέποτε της επιβλήθηκε οιαδήποτε πειθαρχική ποινή ούτε υπέπεσε σε οιοδήποτε υπηρεσιακό παράπτωμα. Επισημαίνεται, ότι η εφεσίβλητη δεν προσκόμισε οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να αφορά στα συνταχθέντα για αυτήν φύλλα ποιότητας και στον τηρούμενο για αυτή από την … πειθαρχικό φάκελο με συνέπεια να μην αποδεικνύεται η ακριβής βαθμολογία που αυτή έλαβε από τους κριτές της ως άνω εργοδότριάς της με βάση την κλίμακα που η τελευταία τηρούσε, πλην όμως η εκκαλούσα δεν αμφισβήτησε ειδικά τα ως άνω αναφερόμενα εκ μέρους της εφεσίβλητης, ήτοι ότι αυτή είχε κριθεί ως άριστη υπάλληλος για όλα τα έτη της υπηρεσίας της στην … και ότι δεν είχε υποπέσει σε οιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα και, συνεπώς, ενόψει της μη αμφισβήτησης της ουσιαστικής βασιμότητας των ανωτέρω εκ μέρους της καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας αυτά εκτιμάται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις προαγωγές στελεχών της … που έγιναν την 24.11.2010, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής , ως αρμόδιο όργανο παρέλειψε να προαγάγει την εφεσίβλητη από το βαθμό του Τμηματάρχη A’ στο βαθμό του Υποδιευθυντή, αλλά προήγαγε στο βαθμό αυτό τον μέχρι τότε ομοιόβαθμο συνάδελφο της εφεσίβλητης και αναφερόμενο στην ανακοπή προς σύγκριση …. Ο τελευταίος προσελήφθη στην … την 26-3-1974, με το βαθμό του Υπολογιστή του Γεωτεχνικού Κλάδου και προήχθη κατ' απόλυτη εκλογήν στον βαθμό του Τμηματάρχη A' (Οικονομικού) με αρχαιότητα την 31.12.1986. Είναι πτυχιούχος της Γεωπονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από τα προσκομιζόμενα στοιχεία του ατομικού φακέλου αυτού και της καρτέλας του ως υπαλλήλου, τα οποία προσκομίζει η εκκαλούσα (σε μορφή pdf ως αρχεία ψηφιακού δίσκου, όπως και τα λοιπά υπηρεσιακά έγγραφα του ιδίου) αποδεικνύεται ότι ο … από την πρόσληψή του στην … και έως την 5.9.1978 υπηρέτησε ως γεωπόνος στο κατάστημα …, ενώ από 6.9.1978 έως 15.2.1984 υπηρέτησε στο κατάστημα … (ως γεωπόνος) χωρίς υπεύθυνα καθήκοντα. Στη συνέχεια αποσπάστηκε στην … από 16.2.1984 έως 2.3.1986. Ακολούθως υπηρέτησε ως γεωπόνος στο κατάστημα … από 3.3.1986 έως 13.2.1991. Ήτοι ο ως άνω από την πρόληψή του την 26.3.1974 έως την 13.2.1991, ήτοι για 17 περίπου χρόνια, δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα. Στη συνέχεια από την 14.2.1991 έως την 10.7.1991 τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας στο Κατάστημα … ασκώντας υπεύθυνα καθήκοντα. Από 10.7.1991 έως 28.11.1993 αποσπάστηκε στο Υπουργείο ..... Από 29.11.1993 έως την 25.8.1996 ήταν Υποδιοικητής του … (από 1.1.1994 διεκόπη η μισθοδοσία του από την … λόγω διορισμού του ως Υποδιοικητή του ….). Από την 26.8.1996 έως 3.10.1996 υπηρέτησε στο κατάστημα … χωρίς υπεύθυνη θέση ενώ από την 4.10.1996 εξελέγη Βουλευτής … με το …. οπότε και διεκόπη η μισθοδοσία του από την ….λόγω της εκλογής του. Μετά τη λήξη της βουλευτικής του ιδιότητας παρουσιάστηκε και ανέλαβε καθήκοντα στο κατάστημα … από 1.10.1997 έως 12.5.1998 ως προϊστάμενος του γραφείου Γεωτεχνικής υπηρεσίας ενώ από 13.5.1998 αποσπάστηκε στη Γενική Γραμματεία του Υπουργείου.... στη διάθεση των γραφείων του κόμματος του … όπου παρέμεινε έως την επανεκλογή του ως βουλευτής την 20.4.2000, αξίωμα στο οποίο επανεξελέγη στις εκλογές του 2004, του 2007 και του 2009 γι'αυτό εξάλλου το λόγο και σύμφωνα με την υπ'αρ. πρωτ. …/31.3.2010 βεβαίωση της … ο ανωτέρω από το 2000 έως την έκδοση της εν λόγω βεβαίωσης επέλεξε το αξίωμα του βουλευτή και έτσι ανέσταλη η υπαλληλική του ιδιότητα στην … και επήλθε η διακοπή της μισθοδοσίας του και της ασφάλισής του στα ταμεία ασφάλισης του προσωπικού της ως άνω Τράπεζας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα φύλλα ποιότητάς του, τα οποία προσκομίζει η εκκαλούσα και τα οποία αφορούν τα έτη 1974 έως 1991 αξιολογήθηκε ως άριστος με βαθμούς που κυμαίνονταν από το 379 έως 389 στο δε έτος 1991 που είναι και η τελευταία αξιολόγησή του, καθόσον στη συνέχεια από το έτος 1992 και εντεύθεν λόγω της απόσπασής του στο Υπουργείο ...., στον … ως Υποδιοικητής αλλά και λόγω του βουλευτικού αξιώματος το οποίο επέλεξε δεν επανακρίθηκε, βαθμολογήθηκε με 382 μονάδες στις παρατηρήσεις δε του πρώτου κριτή αναφέρεται ότι είναι πολύ καλός υπάλληλος με γνώσεις και εργατικότητα, πολύ καλός στις δημόσιες σχέσεις και ικανό στέλεχος της Τράπεζας και του δεύτερου κριτή ότι διαθέτει μεγάλη πείρα και σημαντική υπηρεσιακή κατάρτιση αλλά ότι τα ευρύτερα, όμως πέραν των υπηρεσιακών, περί τα κοινά ενδιαφέροντα του έχουν στερήσει στην Τράπεζα των χρήσιμων υπηρεσιών του. Περαιτέρω ο προαναφερόμενος παρακολούθησε έξι (6) επιμορφωτικά σεμινάρια [βλ. σχετικά την καρτέλα αυτού με τα αναφερόμενα έξι σεμινάρια και δη 1. Αρδεύσεις (έτος 1989), 2. Θερμοκηπιακές κατασκευές και καλλιέργειες (έτος 1987), 3. Κανονισμός 797/85 ΕΟΚ (έτος 1987), 4. Θερμοκηπιακές κατασκευές και καλλιέργειες (έτος 1989), 5. Αξιολόγηση Επενδύσεων επίπεδο 1 (έτος 1988) 6. Τεχνολογία ψύξης και συντήρηση φρέσκων λαχανικών (έτος 1990)]. Αξιοσημείωτο είναι να αναφερθεί ότι ως αναφέρει η εφεσίβλητη και δεν αμφισβητεί η εκκαλούσα ο ανωτέρω από την προαγωγή του την 24.11.2010 στο Βαθμό του Υποδιευθυντή εργάστηκε με την ως άνω ιδιότητα και ως Σύμβουλος Διοίκησης έως 24.12.2010 ενώ ένα περίπου μήνα από την προαγωγή του και δη εντός του μηνός Δεκεμβρίου 2010 συνταξιοδοτήθηκε. Ως εκ τούτου ο … εμφανίζεται να έχει ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα μόλις από την 14.2.1991 έως την 10.7.1991 ως Προϊστάμενος Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας στο Κατάστημα … ενώ από το έτος 1991 και εξής με εξαίρεση το διάστημα των λίγων μηνών και δη από την 26.8.1996 έως 3.10.1996 που υπηρέτησε στο κατάστημα … χωρίς υπεύθυνη θέση και από την 1.10.1997 οπότε και μετά τη λήξη της τότε βουλευτικής του ιδιότητας παρουσιάστηκε και ανέλαβε καθήκοντα στο κατάστημα … για λίγους πάλι μήνες ήτοι έως την 12.5.1998 ουσιαστικά απούσιαζε από την Τράπεζα ενόψει της απόσπασής του στο Υπουργείο ...., της τοποθέτησής του ως Υποδιοικητή του .. και της εκλογής του ως βουλευτή και για το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν απασχολούνταν πραγματικά στην Τράπεζα με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, τα δε ως άνω καθήκοντα τα άσκησε για ελάχιστους μήνες ενώ ένα περίπου μήνα μετά την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή ο ως άνω συνταξιοδοτήθηκε. Από την αντιπαραβολή των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της εφεσίβλητης και των ειδικότερων, πέραν των συνήθων, υπηρεσιών που εκείνη προσέφερε στην … προς εκείνα του προαχθέντος συναδέλφου της, …, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ο ως άνω προαχθείς υπάλληλος υπερισχύει της εφεσίβλητης στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 8 έτη και 4 μήνες περίπου αφού αυτός προσλήφθηκε την 26.3.1973, β) ο συγκρινόμενος υπερισχύει της εφεσίβλητης και στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 13 έτη περίπου αφού αυτός προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη A’ την 31.12.1986. Ωστόσο, στις κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγικές κρίσεις, η αρχαιότητα (γενική και ειδική) δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για την προαγωγή (βλ. ΑΠ 76/2011 ΝοΒ 2011/1300, ΑΠ 1742/2001 ΕΕργΔ 2002/1305). γ) ως προς τους τίτλους σπουδών, η εφεσίβλητη και ο συγκρινόμενος είναι ισοδύναμοι κατά το χρόνο της επίδικης προαγωγής εφόσον αμφότεροι είναι κάτοχοι πτυχίων ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος (του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου η εφεσίβλητη και της Ανώτατης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών ο συγκρινόμενος), τα δε πτυχία αμφοτέρων έχουν συνάφεια με το αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών και με τα καθήκοντα που ανατέθηκαν σε αυτούς, δ) ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών η εφεσίβλητη και ο συγκρινόμενος είναι ισοδύναμοι αφού αμφότεροι έχουν γνώση της αγγλικής γλώσσας δίχως να έχει αποδειχθεί ότι οιοσδήποτε εξ αυτών κατέχει κάποιο πτυχίο επιβεβαιωμένης διαβάθμισης της γνώσης αυτής, ε) ως προς την επαγγελματική επιμόρφωση μέσω των σεμιναρίων, η παρακολούθηση των οποίων αποτελεί στοιχείο που δείχνει το ενδιαφέρον του υπαλλήλου για την απόκτηση περισσότερων επαγγελματικών εφοδίων, η εφεσίβλητη υπερτερεί σημαντικά του συγκρινομένου, αφού, μέχρι την πρώτη επίδικη προαγωγική κρίση, αυτή είχε παρακολουθήσει σαράντα (40) σεμινάρια από αυτά που εμφαίνονται στον ατομικό της φάκελο που τηρεί η … και επιπλέον δεκαεννέα (19) που δεν έχουν περιληφθεί στον ατομικό της φάκελο και εκείνος έξι (6), στ) ως προς την αξιολόγηση, η εφεσίβλητη και ο συγκρινόμενος εμφανίζονται αμφότεροι ως άριστοι, πλην όμως είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί ότι η εφεσίβλητη έχει βαθμολογηθεί και αξιολογηθεί ως άριστη, για όλα τα έτη από το 1987 έως και το 2010 (με εξαίρεση το έτος 2008 που δεν έγιναν αξιολογήσεις λόγω διαδικαστικών θεμάτων της …) ενώ ο ίδιος δεν έχει αξιολογηθεί από το έτος 1992 και εντεύθεν, κατά τα προαναφερόμενα, γεγονός που λειτουργεί οπωσδήποτε υπέρ της εφεσίβλητης, η οποία αξιολογήθηκε και για όλα τα ως άνω έτη και μάλιστα ως άριστη, υποκείμενη έτσι η εφεσίβλητη στον ετήσιο έλεγχο και την κρίση των επιθεωρητών της …, ζ) ως προς την πειθαρχική κατάσταση, η εφεσίβλητη και ο συγκρινόμενος ήταν ισοδύναμοι, εφόσον αμφότεροι είχαν λευκό πειθαρχικό μητρώο, η) Ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων που είναι αξιολογικό κριτήριο βαρύνουσας σημασίας για την προαγωγή του υπαλλήλου αφού η άσκηση τέτοιων καθηκόντων σχετίζεται με τη διοικητική και οργανωτική ικανότητα και γενικώς με την επάρκεια και καταλληλότητα του υπαλλήλου να ανταποκριθεί σε καθήκοντα ανώτερου βαθμού η εφεσίβλητη υπερτερεί σημαντικά του συγκρινομένου. Ειδικότερα ως προεκτέθηκε ο ως άνω προαχθείς συνάδελφος της εφεσίβλητης υπηρέτησε από την πρόσληψή του την 26.3.1974 έως τις 5.9.1978 ως γεωπόνος στο κατάστημα … και από 6.9.1978 έως 15.2.1984 στο κατάστημα … (ως γεωπόνος) χωρίς υπεύθυνα καθήκοντα. Στη συνέχεια αποσπάστηκε στην … από 16.2.1984 έως 2.3.1986. Ακολούθως υπηρέτησε ως γεωπόνος στο κατάστημα … από 3.3.1986 έως 13.2.1991. Ήτοι ο ως άνω από την πρόληψή του την 26.3.1974 έως την 13.2.1991, ήτοι για 17 περίπου χρόνια, δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα. Στη συνέχεια από την 14.2.1991 έως την 10.7.1991 τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας στο Κατάστημα .. ασκώντας για πρώτη φορά υπεύθυνα καθήκοντα ενώ από το έτος 1991 και εξής, με εξαίρεση το διάστημα των λίγων μηνών και δη από την 26.8.1996 έως 3.10.1996 που υπηρέτησε στο κατάστημα … χωρίς υπεύθυνη θέση και από την 1.10.1997 οπότε και μετά τη λήξη της τότε βουλευτικής του ιδιότητας παρουσιάστηκε και ανέλαβε καθήκοντα στο κατάστημα...ς για λίγους πάλι μήνες ήτοι έως την 12.5.1998 ως Προϊστάμενος Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας στο Κατάστημα ... καθήκοντα που ανήκουν στην 6η και προτελευταία κατηγορία, σύμφωνα με την υπ'αρ…/1993 εγκύκλιο της ..., ουσιαστικά απούσιαζε από την Τράπεζα ενόψει της απόσπασής του στο Υπουργείο ...., της τοποθέτησής του ως Υποδιοικητή του … και της εκλογής του ως βουλευτή και, επομένως, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως των επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων του, δεν απασχολούνταν πραγματικά στην Τράπεζα, τα δε ως άνω υπεύθυνα καθήκοντα του Προϊσταμένου Γραφείου άσκησε για ελάχιστους μήνες. Αντιθέτως, η εφεσίβλητη από την πρόσληψη της στις 13.07.1981 υπηρέτησε στο Κατάστημα …, αρχικά ως απλή υπάλληλος και από 01.03.1985 της ανατέθηκαν καθήκοντα ταμιολογίστριας, ενώ στις 08.08.1987 μετατέθηκε στο κατάστημα …., τότε Θυρίδα …., και από 26.11.1987 της ανατέθηκαν νέα υπεύθυνα καθήκοντα ως ταμιολογίστριας, από δε την 12.01.1990 μέχρι 08.12.1994 της ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρώτριας Προϊσταμένης στη Θυρίδα … και από 08.12.1994 τοποθετήθηκε Προϊσταμένη της Θυρίδας ….. Από την 28.09.1997 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Επιθεώρησης και της ανατέθηκαν καθήκοντα Βοηθού Επιθεωρήτριας της Διεύθυνσης αυτής ενώ από 04.05.2001 μετακινήθηκε, ως Βοηθός Επιθεωρήτρια από τη πρώην Διεύθυνση Επιθεώρησης στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου ενώ από την 27.11.2001 ανατέθηκαν στην εφεσίβλητη Επιθεωρήτριας (Ελέγκτρια Ά) της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου. Στη συνέχεια και δη από 08.01.2007, επιπλέον των καθηκόντων της Ελέγκτριας Α', ανέλαβε και τα καθήκοντα της Αναπληρώτριας Προϊσταμένου του τμήματος Παρακολούθησης Ελεγκτικού Έργου της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης, Προγραμματισμού και Παρακολούθησης Ελεγκτικού Έργου της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης της … καθήκοντα που ασκούσε έως και τις προαγωγικές κρίσεις της 24.11.2010. Γενικότερα, η απασχόληση της εφεσίβλητης σε κεντρικά καταστήματα και στις κεντρικές υπηρεσίες της …. προσδίδει σε αυτή μεγαλύτερη εμπειρία και ευρύτερη γνώση των τραπεζικών εργασιών και ιδιαιτέρως των σύνθετων και πιο απαιτητικών, έναντι του συγκρινομένου οπότε είναι προφανές ότι έως την ως άνω προαγωγική περίοδο της 24.11.2010 η εφεσίβλητη είχε αποκτήσει εμπειρία σε πλήθος τραπεζικών εργασιών έναντι του ως άνω συγκρινομένου με αυτήν συναδέλφου της. Συνεπώς, ο ως άνω συγκρινόμενος με την εφεσίβλητη συνάδελφός της παρά το γεγονός ότι εμφανίζεται να υπερτερεί αυτής στη γενική και την ειδική αρχαιότητα δεν είχε επί 17 έτη από την πρόσληψή του αναλάβει πραγματικά υπεύθυνα καθήκοντα ενώ και έγινε Προϊστάμενος του Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας … από την 14.2.1991 έως την 10.7.1991 και από το έτος 1991 και εξής, με εξαίρεση το διάστημα των λίγων μηνών και δη από την 26.8.1996 έως 3.10.1996 που υπηρέτησε στο κατάστημα … χωρίς υπεύθυνη θέση και από την 1.10.1997 οπότε και μετά τη λήξη της τότε βουλευτικής του ιδιότητας παρουσιάστηκε και ανέλαβε καθήκοντα στο κατάστημα … για λίγους πάλι μήνες ήτοι έως την 12.5.1998 ως Προϊστάμενος του Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας, ουσιαστικά απούσιαζε από την Τράπεζα ενόψει της απόσπασής του στο Υπουργείο... , της τοποθέτησής του ως Υποδιοικητή του … και της εκλογής του ως βουλευτή. Και είναι μεν αληθές ότι το γεγονός ότι τα ως άνω χρόνια που αυτός απασχολήθηκε με τα εν λόγω καθήκοντα δεν μπορεί να αποτελέσει α να σχετικό παράγοντα της βαθμολογικής και προαγωγικής του εξέλιξης υπό την προϋπόθεση όμως ότι κατά τον αντίστοιχο χρόνο άσκησης των ως άνω καθηκόντων του αυτά θα ήταν αντίστοιχης σπουδαιότητας και αξίας για την … και τις συναφείς με αυτή τραπεζικές εργασίες με την υπηρεσία της εφεσίβλητης υπαλλήλου της …. η οποία εργαζόταν πραγματικά ευδοκίμως σε νευραλγικούς τομείς της τελευταίας, παραμένοντας ενεργή στην υπηρεσία αυτής κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και άσκησε επιτυχώς τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα υπεύθυνα καθήκοντα που η εργοδότριά της …της ανέθεσε, προϋπόθεση ωστόσο που δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση αφού ο ως άνω συγκρινόμενος με την εφεσίβλητη υπάλληλο εργάσθηκε επί 17 έτη χωρίς υπεύθυνη θέση και χωρίς να αναφέρονται από την εκκαλούσα τα ακριβή του καθήκοντα ενώ στη συνέχεια από το έτος 1991 και εντεύθεν εργάστηκε πραγματικά ως Προϊστάμενος Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας … και … για το αναφερόμενο ανωτέρω ελάχιστο χρονικό διάστημα ορισμένων μηνών ενώ σε όλο το υπόλοιπο διάστημα απούσιαζε από την Τράπεζα ενόψει της απόσπασής του στο Υπουργείο …, στη Γενική Γραμματεία του Υπουργείου ... της τοποθέτησής του ως Υποδιοικητή του … και της εκλογής του ως βουλευτή, με συνέπεια η εμπειρία του σχετικά με τις τραπεζικές εργασίες της …. και δη με την άσκηση υπεύθυνων θέσεων σε αυτή να είναι ουσιαστικό ανύπαρκτη, Για αυτό εξάλλου το λόγο και από το έτος 1992 και εντεύθεν δεν αξιολογήθηκε από την ATE ενώ από το έτος 2000 έως και τον Μάρτιο του 2010 ανέσταλη η υπαλληλική του ιδιότητα στην … και επήλθε η διακοπή της μισθοδοσίας του και της ασφάλισής του στα ταμεία ασφάλισης του προσωπικού της ως άνω Τράπεζας. Επομένως, από την συνολική ανωτέρω σύγκριση προκύπτει ότι η εφεσίβλητη υπερτερεί σε σχέση με τον συγκρινόμενο σε σημαντικούς τομείς δηλ. στην υπηρεσιακή εξέλιξη, στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, στα επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ στους υπόλοιπους τομείς, γενική και ειδική αρχαιότητα, στους οποίους υστερεί αυτοί αντισταθμίζονται από την υπεροχή της στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και στην εμπειρία στις τραπεζικές εργασίες, τα οποία αποτελούν το κυριότερο και σημαντικότερο κριτήριο αφού κατά τις προαγωγικές κατ' απόλυτη εκλογή κρίσεις και δη στους ανώτατους βαθμούς δεν αποτελούν αποφασιστικό κριτήριο η γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και η αρχαιότητα κατά βαθμό αλλά ουσιαστικά στοιχεία, όπως η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και η συμμετοχή σε σεμινάρια. Με βάση τα προεκτεθέντα, προκύπτει καταφανής υπεροχή της εφεσίβλητης έναντι του συγκρινόμενου και συνεπώς η παράλειψη προαγωγής της εφεσίβλητης, από το βαθμό του Τμηματάρχη A' στο βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά την προαγωγική κρίση της 24.11.2010 συνιστά καταχρηστική άσκηση του αντίστοιχου διευθυντικού δικαιώματος της …. Εξάλλου, αφού αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη υπερείχε καταφανώς του παραπάνω συναδέλφου της (….) και ότι έπρεπε να προαχθεί αντί εκείνου κατά την προαγωγική κρίση της 24.11.2010 παρέλκει η σύγκριση της εφεσίβλητης με τους λοιπούς συναδέλφους της που προήχθησαν κατά τις επόμενες προαγωγικές κρίσεις, οι οποίοι επίσης αναφέρονται στην ανακοπή. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη, εξαιτίας της παράλειψης προαγωγής της κατά την παραπάνω προαγωγική κρίση, δικαιούται ως αποζημίωση τη μισθολογική διαφορά που προκύπτει μεταξύ του βαθμού του Τμηματάρχη A' και του βαθμού του Υποδιευθυντή, από τις 24.11.2010 μέχρι την αποχώρησή της στις 31.3.2012, η οποία ανέρχεται στο αναφερόμενο στην έφεση και στις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της εκκαλούσας ποσό των 26.487,85 ευρώ. Σημειώνεται ότι συνέπεια της ως άνω αδικοπραξίας του αρμοδίου οργάνου της τράπεζας η εφεσίβλητη υπέστη περιουσιακή ζημία, ισόποση με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που δικαιούτο να λάβει από την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή, για το χρονικό διάστημα από τις 24.11.2010 και μέχρι την 31-3-2012, που παραιτήθηκε από την τράπεζα. Για το λόγο αυτό άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10.4.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./12.4.2012 αγωγή κατά της ‘’...Τράπεζας…’’ που επιδόθηκε στην Τράπεζα στις 20.4.2012 δυνάμει της υπ'αρ. …/20.4.2012 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …., και με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η τελευταία έπρεπε να την προαγάγει στον βαθμό της Υποδιευθύντριας από 29.1.2008, άλλως από 19-12-2008, άλλως από 20-12009, άλλως από 26-8-2009, άλλως από 24.11.2010 άλλως από 7.12.2011 και να υποχρεωθεί η εναγόμενη τράπεζα να της καταβάλει ως αποζημίωση συνέπεια της παράλειψης προαγωγής της στον βαθμό της Υποδιευθύντριας το ποσό των 52.997,73 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 29.1.2008, άλλως το ποσό των 43.448,87 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 19.12.2008, άλλως στο ποσό των 42.527,91 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 20.01.2009, άλλως στο ποσό των 37.000,84 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 26.08.2009, άλλως στο ποσό των 24.712,34 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 24.11.2010, άλλως στο ποσό των 15.387,90 ευρώ από την προαγωγική κρίση της 07.12.2011, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Δικάσιμος προς συζήτησή της ορίστηκε η 2.12.2014, ημεροχρονολογία κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14.12.2015, οπότε και αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 10.2.2017 κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε, λόγω της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της τράπεζας, με την υπ' αριθμό …27-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ B' ..27-72012) και τη θέση αυτής σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του ν. 3601/2007 και την εντεύθεν αναστολή των ατομικών διώξεων εναντίον της. Με την ίδια απόφαση διορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής του πιστωτικού ιδρύματος … ενώ με την υπ' αριθμόν …/04-04-2016 απόφαση της ίδιας Επιτροπής (ΦΕΚ B' …/5-4-2016) ορίστηκε ως ειδική εκκαθαρίστρια η εκκαλούσα. Περαιτέρω, οι αξιώσεις της εφεσιβλήτου από αδικοπραξία του αρμόδιου οργάνου της …υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία αρχίζει από τότε που η εφεσίβλητη/παθούσα έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ήτοι στις 24.11.2010 οπότε συντελέστηκε η σχετική προαγωγή του … και έλαβε γνώση της παράλειψής της. Ακολούθως, έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων για αυτή συνεπειών της παράλειψης προαγωγής της μετά την πάροδο του πρώτου μήνα από την παράλειψή της, όταν ήταν καταβλητέα η διαφορά μεταξύ των αποδοχών του βαθμού Τμηματάρχη Α’ που κατείχε, και του βαθμού Υποδιευθύντριας που θα καταλάμβανε από τότε αν δεν παραλειπόταν, ήτοι στις 24.12.2010. Επομένως, ο χρόνος παραγραφής άρχισε από την επομένη, ήτοι στις 25.12.2010 και διεκόπη στις 20.4.2012 με την επίδοση στην εκκαλούσα της ως άνω από 10.4.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/12.4.2012 αγωγής της, με την οποία ζήτησε να της καταβληθούν τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά ως αποζημίωση, συνέπεια της παράλειψης προαγωγής της στον βαθμό της Υποδιευθύντριας από τις 24.11.2010 (άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθο 101 παρ. ν. 4139/2013). Περαιτέρω, στις 20-3-2013, οπότε τέθηκε σε ισχύ η νέα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 101 ν. 4139/2013, η οποία κατά την παρ. 3 εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής, αφού δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ως άνω αγωγής της εφεσίβλητης. Κατά τον παραπάνω χρόνο, ήτοι στις 20-3-2013, δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή εν επιδικία της ένδικης αξίωσης της εφεσίβλητης λόγω της διακοπής της παραγραφής, που κατά τα προαναφερόμενα, είχε λάβει χώρα στις 20.4.2012 και επομένως η εν λόγω υπόθεση καταλαμβάνεται ως εκκρεμής κατά την παραπάνω ημερομηνία (20-3-2013) από την τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ. Έτσι, η παραγραφή που διεκόπη στις 20.4.2012 θα αρχίσει και πάλι μετά την έκδοση τελεσίδικης (οριστικής) απόφασης (άρθρο 261 παρ. 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από την παρ. 1 του άρθρου 101 ν. 4139/2013 και καταλαμβάνει και την παρούσα υπόθεση κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου). Και τούτο διότι από τις 10.2.2017, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση της αγωγής λόγω της θέσης της τράπεζας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και της εντεύθεν αναστολής των ατομικών διώξεων εναντίον της, η οποία (ειδική εκκαθάριση και αναστολή των ατομικών διώξεων) διαρκεί μέχρι σήμερα, ουδεμία δυνατότητα καταλειπόταν στην εφεσίβλητη για την επίσπευση της προόδου της δίκης, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 261 παρ. 2 ΑΚ, εφόσον η εφεσίβλητη είχε εξαντλήσει όλες τις δικονομικές δυνατότητες της. Με βάση τα παραπάνω εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 261 παρ.1 ΑΚ, ώστε η παραγραφή, που διακόπηκε με τη ματαίωση της καταψηφιστικής αγωγής (άρθρο 260 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 102 παρ. 4 Ν. 4139/2013, ΦΕΚ A 4/20-3-2013, σύμφωνα με το οποίο η ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου), να αρχίσει και πάλι μετά την έκδοση τελεσίδικης οριστικής απόφασης. Επομένως, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης ανακοπής, η οποία κοινοποιήθηκε στην εκκαλούσα στις 10.5.2022 (βλ. την υπ' …10.5.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …), οι αξιώσεις της εφεσίβλητης δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, ούτε εν επιδικία, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης παραγραφής που πρότεινε με τον πρώτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης διακοπής της παραγραφής της αξίωσής της που πρότεινε η εφεσίβλητη. Τις αξιώσεις της αυτές η εφεσίβλητη δεν τις έχει υποβάλει εμπρόθεσμα στη διαδικασία της επαλήθευσης, χωρίς να απαιτείται και η δικαιολόγηση της μη εμφάνισής τους εντός των οριζόμενων προθεσμιών ενώ αποδείχθηκε ότι δεν έχει λάβει χώρα η τελευταία διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης της πτωχευτικής περιουσίας που προβλέπεται στο άρθρ. 6 του Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων. Επομένως, η εφεσίβλητη υπερείχε καταφανώς του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου της .. και η εκκαλούσα Τράπεζα όφειλε να προάγει την εφεσίβλητη στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά την προαγωγική κρίση της 24.11.2010 και η εφεσίβλητη δικαιούται τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν δεν είχε χωρήσει η ως άνω παράνομη και άδικη πράξη των οργάνων της … και επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπό την κρίση του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη δικαιούται τη διαφορά των μηνιαίων αποδοχών μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή που έπρεπε να της καταβληθούν και του Τμηματάρχη A που της καταβλήθηκαν, πλέον των διαφορών επί των επιδομάτων αδείας (1/2 μηνιαίος μισθός) και ισολογισμού (1/2 μηνιαίος μισθός) και των δώρων Χριστουγέννων (1 μηνιαίος μισθός) και Πάσχα (1/2 μηνιαίος μισθός), ήτοι δικαιούται το συνολικό ποσό των 26.487,85 ευρώ, ως αυτό υπολογίζεται από την ίδια την εκκαλούσα, σύμφωνα με τους πίνακες που έχουν συνταχθεί από αυτή και ενσωματώνονται αυτούσιοι στην υπό κρίση έφεση. Όμως, η εφεσίβλητη με την ανακοπή της αιτούνταν ως αποζημίωση για την παράλειψη προαγωγής της κατά την ως άνω προαγωγική κρίση το ποσό των 24.712,34 ευρώ. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε ποσό πέραν του αιτηθέντος προβαίνοντας σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που προκύπτει από τα άρθρα 68 και 106 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οποία τα πολιτικά δικαστήρια δεν παρέχουν έννομη προστασία αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο ύστερα από την υποβολή εκ μέρους των διαδίκων σχετικής αίτησης, προστασία που περιορίζεται στα όρια που καθορίζει η εκάστοτε υποβαλλόμενη αίτηση, χωρίς ο δικαστής να μπορεί να τα υπερβεί και να επιδικάσει κάτι που δεν έχει ζητηθεί ή άλλο από εκείνο που έχει ζητηθεί ή πέρα από εκείνο που ζήτησαν οι διάδικοι. Ωστόσο, ελλείψει σχετικού λόγου εφέσεως το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να εξαφανίσει το εν λόγω κεφάλαιο της εκκαλουμένης, δεσμευόμενο από την έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκηθείσας εφέσεως της εκκαλούσας αφού η σχετική πλημμέλεια του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν εμπίπτει σε εκείνες που το παρόν Δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ, 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 338/2023 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 782/2019, 845/2011, 279/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα, που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 338/2023 ο.π., ΑΠ 261/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η παράβαση δε του Εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής ή η μη λήψη υπ’ όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες, που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1344/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που, κατά τα ανωτέρω, όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 845/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου ελλείψει σχετικού λόγου έφεσης και ενόψει του ότι η εν λόγω πλημμέλεια του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν εμπίπτει σε εκείνες που το παρόν Δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως η εν λόγω πλημμέλεια δεν δύναται να ερευνηθεί από το παρόν Δικαστήριο. Κατόπιν όλων των παραπάνω, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε την ανακοπή, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικός αβάσιμοι. Πρέπει, συνακολούθως, η έφεση να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ, τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρ. 179, 183 ΚΠολδ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ' ουσίαν.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του υπ’…..2023 παράβολου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 05 Δεκεμβρίου 2024.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την ... Φεβρουάριου 2025 χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ