ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 8990/2026
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Μαρία Καραπά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ιωάννα Τολίκα, Πρωτόδικη - Εισηγήτρια, Αγλαΐα Δότα, Πρωτόδικη, και από τη Γραμματέα Αναστασία Γκασιάμη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 12-01-2026, για να δικάσει την από 23-04-2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…. αγωγή μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) Μονοπρόσωπης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…» και το διακριτικό τίτλο «...», νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού … αρ…., με ΑΦΜ … και 2) …, κατοίκου... Θεσσαλονίκης, επί της οδού …, αρ. …, με ΑΦΜ …, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Θεσσαλονίκης, Ζωής Ελευθερίου, με Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …, δυνάμει των από 7-11-2025 δύο, αντίστοιχων, σχετικών εξουσιοδοτήσεων, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της εξουσιοδοτούσας μέσω της ιστοσελίδας e-gov, κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ, η οποία προκατέθεσε προτάσεις και προσθήκη - αντίκρουση επί των προτάσεων της και
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) …, κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, επί της οδού …, με ΑΦΜ …, 2) … , κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, επί της οδού …, με ΑΦΜ …, 3) …, κατοίκου .... Θεσσαλονίκης, επί της οδού …, με ΑΦΜ …, 4) …, κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, επί της οδού …., με ΑΦΜ …, 5) …, κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, επί της οδού …, με ΑΦΜ … και 6) …, κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, επί της οδού …, με ΑΦΜ …, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν αντίστοιχα από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Θεσσαλονίκης και, συγκεκριμένα, για τους 1° και 4η, Θεόδωρο Ζέρβα, με Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …, για τη 2η, Άννα Πλεύρη, με Α.Μ.Δ.Σ.Θ. … και για τους 3η και 6η, Ασημίνα Στουγιαννοπούλου, με Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …, δυνάμει αντίστοιχα των από: α) 3-10-2025 Εξουσιοδότησης, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων 1ου και 4ης των εναγόμενων μέσω της ιστοσελίδας e- gov, κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ, β) 3-10-2025 Εξουσιοδότησης, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της εξουσιοδοτούσας 2ης των εναγομένων μέσω της ιστοσελίδας e-gov, κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ και γ) 3-10-2025 Εξουσιοδότησης, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των λοιπών εξουσιοδοτούντων εναγόμενων μέσω της ιστοσελίδας e-gov, κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις και προσθήκη - αντίκρουση επί των προτάσεων τους.
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 23-04-2025 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 25-04-2025 και συντάχθηκε σχετικά η με αριθμό …/…/25-04-2025 έκθεση κατάθεσης δικογράφου. Μετά την κατάθεση των προτάσεων στη Γραμματεία του Δικαστηρίου και, κατόπιν, μετά το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας, με την από 21-11-2025 πράξη του αρμόδιου για τον προσδιορισμό δικασίμου Προέδρου Πρωτοδικών, ορίστηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ενώ με την από 21-11-2025 πράξη της αρμόδιας για τον ορισμό εισηγητή Προέδρου Πρωτοδικών ορίστηκε η ως άνω αναφερόμενη Εισηγήτρια Δικαστής και, στη συνέχεια, η υπόθεση εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο με πρωτοβουλία της Γραμματέως του Δικαστηρίου.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, «απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη, αφενός να έγινε προς τον σκοπό ανταγωνισμού, αφετέρου ν' αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο γίνεται η πράξη ή η χρησιμοποίηση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 419/2018 σε ιστοσελίδ ΑΠ, ΑΠ 1123/2002 ΕλλΔνη 45. 95, ΑΠ 79/2001 ΕλλΔνη 42. 904, ΑΠ 1780/1999 ΕλλΔνη 41.973, ΕφΘεσ 2174/2006 Αρμ 2007. 73, ΕφΑΘ 6012/2005 ΔΕΕ 2006.278) Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται ειδικό αστικό αδίκημα με βασικό σκοπό την προστασία των ανταγωνιστών του δρώντος εναντίον των χρηστών ηθών στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές (Λιακόπουλος, Βιομηχανική ιδιοκτησία τ. 1,1995, σελ. 105 και τ. II, 1995, σελ. 195 επ.). Υπό διαφορετική διατύπωση, ο ν. 146/1914 είναι σύνολο εξειδικευμένων κανόνων δικαίου, οι οποίοι απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση της ελευθερίας του ανταγωνισμού (Ν. Ροκάς, Αθέμιτος ανταγωνισμός, έκδ. 1981, παρ. 4 σελ. 23). Ενόψει, περαιτέρω, της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων, κατά τις οποίες πλήττεται η ως άνω γενική ρήτρα των χρηστών ηθών στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού, προς τον σκοπό να επιτευχθεί ομοιόμορφη κατά το δυνατόν επίλυση των κατ' ιδίαν περιπτώσεων και εντεύθεν ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η κατηγοριοποίηση (με άλλα λόγια η συστηματική ταξινόμηση) των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα, στις ακόλουθες μορφές: 1) πράξεις προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους, 2) πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης, 3) πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης, 4) πράξεις εκμετάλλευσης ξένης παροχής, 5) παραβάσεις νομικών δεσμεύσεων και 6) διακινδύνευσης της αγοράς (Κοτσίρης, Δίκαιο αθέμιτου ανταγωνισμού, έκδ. 1986, Μέρος πρώτο, Κεφ. 20 σελ. 68 επ., Ν. Ρόκας, ό.π., παρ. 6 ΠΙ, σελ. 34· βλ. διαφορετική κατηγοριοποίηση στον Λιακόπουλο, ό.π., τ. I, Μέρος πρώτο, σελ. 123 και τ. Π, Μέρος δεύτερο, σελ. 200). Ειδικότερα, οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης (οι οποίες συνθέτουν τον αποκαλούμενο «παρασιτικό ανταγωνισμό», Κοτσίρης, ό.π., σελ. 97, Λιακόπουλος, ό.π., τ. 1 I, σελ. 267-8), υποκατηγοριοποιούνται στις περιπτώσεις (α) της (αθέμιτης) απόσπασης εργατικού δυναμικού και (β) της (αθέμιτης) απόσπασης πελατείας (ΕΦΑΘ 2666/2021, ΕΦΑΘ 1168/2021, ΕφΑθ 2709/2021, ΕφΑθ 4530/2002 ΔΕΕ 2002. 1248, Ν. Ρόκας, ό.π., παρ. 10 III σελ. 67, Σουφλερός, στο συλλογικό έργο «Αθέμιτος ανταγωνισμός», έκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, 1996, υπό το άρθρο 1 αριθ. 204). Και αυτό διότι ένα από τα πολύτιμα οικονομικά αγαθά μιας επιχείρησης με δυναμικό χαρακτήρα αποτελεί και η πελατεία, η επιδίωξη απόσπασης της οποίας από τον ανταγωνιστή απορρέει από την ουσία και τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού, και μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις μπορεί η εν λόγω απόσπαση να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα (ΕφΘεσ 7910/2002 ΔΕΕ 2003. 630), όπως συμβαίνει, όταν γίνεται με σκοπό εκτόπισης ορισμένου ή ορισμένων ανταγωνιστών από την αγορά και στη συνέχεια την ανενόχλητη ανάπτυξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (ΕφΑΘ 3545/2005 ΔΕΕ 2006. 57), ή όταν η απόσπαση γίνεται με παραπλάνηση του πελάτη, μείωση του ανταγωνιστή, με δωροδοκία, με μποϋκοτάζ ή γενικότερα με δόλιες μεθοδεύσεις (Mix.- Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 299 επόμ., Δ. Κοτσίρης, Δίκαιο Ανταγωνισμού, έκδ. 2000, σελ. 112 επόμ.). Η απόσπαση πελατείας από πρώην εργαζόμενους, διευθυντές πωλήσεων, εμπορικούς αντιπροσώπους, διανομείς μιας επιχείρησης, τα οποία μετά την αποχώρηση τους ασκούν πλέον ανταγωνιστική δραστηριότητα και αποσπούν πελάτες του πρώην εργοδότη τους-παραγωγού, είναι καταρχήν νόμιμη. Εφόσον ο πρώην εργαζόμενος δεν υπόκειται σε μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού με ρητή πρόβλεψη, με την οποία ο πρώην εργοδότης «εξαγοράζει» για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα την αποχή του από τον ανταγωνισμό στην ίδια σχετική αγορά, μπορεί να διεισδύσει στην πελατεία του πρώην εργοδότη του, να ανακοινώσει σ' αυτήν ότι έχει ιδρύσει δική του επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα, αρκεί όμως να μη χρησιμοποιούνται αθέμιτα μέσα ή παραπλανητικές μέθοδοι ή ισχυρισμοί υποτιμητικοί για τον πρώην εργοδότη, ενώ επίσης δεν θα πρέπει έχει αποκτήσει πρόσβαση στο πελατολόγιο του πρώην εργοδότη με αθέμιτο τρόπο. Την ίδια υποχρέωση πίστης κατ' άρθρο 288 και 652 ΑΚ έχει ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη του ενόσω ακόμη εργάζεται στην επιχείρησή του τελευταίου, η οποία συνίσταται στην υποχρέωση του να είναι καλόπιστος, ευσυνείδητος, επιμελής κατά την εκτέλεση των εργασιών του και εχέμυθος, να φροντίζει τα υλικά και ηθικά συμφέροντα του εργοδότη, να μην παρέχει υπηρεσίες σε πελάτες του εργοδότη του στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό κλπ. Περαιτέρω ο εργαζόμενος οφείλει να αποφεύγει πάσης φύσεως πράξεις ή παραλείψεις που στοιχειοθετούν ή υποκρύπτουν πρακτικές και προθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού, όπως η άσκηση εμπορικών εργασιών όμοιων προς τις εργασίες της επιχειρήσεως, όπου εργάζεται (άρθρο 1, εδ. ια, του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού). Η υποχρέωση πίστεως του εργαζομένου παύει κανονικά μετά τη λήξη ή την κατά οποιοδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας. Στην πράξη, ωστόσο, η υποχρέωση αποφυγής ανταγωνισμού μπορεί να αποτελέσει και συνήθως αποτελεί αντικείμενο ρητού όρου της εργασιακής σχέσης και δύναται να περιορίσει επιπροσθέτως και την μελλοντική εργασιακή δραστηριότητα του εργαζομένου (μετασυμβατική υποχρέωση μη ανταγωνισμού). Μια άλλη περίπτωση απαγόρευσης αθέμιτου ανταγωνισμού είναι αυτή που επιβάλλεται στα όργανα της διοίκησης εμπορικών εταιρειών, δηλαδή στους διαχειριστές προσωπικών εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, αλλά και στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα το διαχειριστικό όργανο έχει τόσο εσωτερική διαχειριστική εξουσία, όσο και εξωτερική εκπροσωπευτική εξουσία, με σκοπό την προώθηση των συμφερόντων της επιχείρησης και του εταιρικού σκοπού. Οι εταιρικοί διαχειριστές γνωρίζουν τους πελάτες της εταιρείας και έχουν πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες της. Απόρροια της εξουσίας αυτής των διοικητικών οργάνων είναι η υποχρέωση πίστης, παρεπόμενη έκφανση της οποίας αποτελεί η υποχρέωση εχεμύθειας, η οποία είναι δεδομένη ακόμα και χωρίς την ύπαρξη ρητής αναφοράς στο καταστατικό της εταιρείας (Α. Παπαδόπουλου, το Επιχειρηματικό απόρρητο, εκδ 2007.σελ 202). Από την υποχρέωση πίστης των διαχειριστικών οργάνων πηγάζει και η υποχρέωσή τους για αποχή από πράξεις ανταγωνισμού, καθώς και η υποχρέωση μη οικειοποίησης επιχειρηματικών ευκαιριών, που ανήκουν στην επιχείρηση της οποίας αποτελούν διαχειριστικά όργανα Βλ. Μ. Θ. Μαρίνος, Απαγορεύσεις ανταγωνισμού, σελ. 173, Δ. Π, Τζάκας, Συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ διοίκησης και εταιρίας με έμφαση στις Corporate Opportunities, 237, ΕΕΜΠΔ 2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 32 του ν. 3604/2007 «Απαγορεύεται στους συμβούλους που συμμετέχουν με οποιοδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, χωρίς άδεια της γενικής συνελεύσεως, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται σε κάποιον από τους σκοπούς που επιδιώκει η εταιρεία και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς». Η διάταξη αυτή, η οποία, αφορά στους συμμετέχοντες στην διεύθυνση της ανώνυμης εταιρείας, είναι επίσης απόρροια της υποχρέωσης πίστης αυτών και έχει διττό περιεχόμενο. Με την θετική της όψη, θεσπίζει ότι υποχρεούνται έναντι του νομικού προσώπου να πράττουν οτιδήποτε συντελεί στην πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού, ενώ με την αρνητική όψη απαγορεύει να πράττουν ό,τι παρεμποδίζει την υλοποίησή του. Κυριότερη περίπτωση αποτελεί η εκ του νόμου υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού υπό την έννοια ότι, στα ως άνω πρόσωπα απαγορεύεται από το νόμο, εφόσον δεν υπάρχει σχετική άδεια της Γ.Σ., να ενεργούν κατ’ επάγγελμα πράξεις που ανάγονται στον εταιρικό σκοπό ή να συμμετέχουν ως ομόρρυθμα μέλη εταιρείας που επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με αυτόν της Α.Έ. Έτσι, στην ανταγωνιστική δραστηριότητα περιλαμβάνεται ο άμεσος ανταγωνισμός με την ίδρυση ανταγωνιστικής επιχείρησης, αλλά και ο έμμεσος, με τη συμμετοχή σε ανταγωνιστική επιχείρηση. Απαιτείται λοιπόν, όχι μόνον τα πρόσωπα αυτά να προέβησαν σε πράξη ανταγωνισμού, αλλά να στόχευαν στο κέρδος, καθώς επίσης και να προέβησαν σε πράξεις, τις οποίες η Α.Ε. ήταν σε θέση να τις επιχειρήσει η ίδια και εξαιτίας της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των συμβούλων ή των διευθυντών, η εταιρεία να στερείται του κέρδους που θα της απέφεραν οι αντίστοιχες συναλλαγές. Η υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού, της οποίας η παραβίαση από τα ως άνω πρόσωπα αποτελεί αδικοπραξία, ως παραβίαση υποχρέωσής τους που προβλέπεται από το νόμο και συνεπώς γεννά υπέρ της εταιρείας αξιώσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, παύει να ισχύει με την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη ή με την παύση της ιδιότητας του συμβούλου που συμμετέχει στη διεύθυνση της ανώνυμης εταιρείας ή του διευθυντή αυτής, χωρίς να αποκλείεται να επεκταθεί χρονικά και μετά την παύση της ιδιότητάς του αυτής ή την αποχώρησή του από την εταιρεία, με ρητή συμβατική υποχρέωση, η οποία είναι κατ’ αρχήν έγκυρη, εφόσον δεν περιορίζει την μελλοντική επαγγελματική δραστηριότητά του. Συνεπώς, το κύρος της ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού εξαρτάται από την διάρκεια της ισχύος της, την έκτασή της κατά τόπο, την επαγγελματική δραστηριότητα που απαγορεύθηκε και την αποζημίωση που δικαιούται η εταιρεία αν παραβλάψει ο υπόχρεος τη συμβατική του υποχρέωση ανταγωνιστικής δραστηριότητας. Συνεπώς, η ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού είναι έγκυρη και δεσμευτική για τον υπόχρεο, εάν και εφόσον, με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης κάθε φορά περιπτώσεως, αφενός δεν καταλύει τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης αναπτύξεως της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσεως του υπόχρεου (άρθρα 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος), αφετέρου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, με την έννοια ότι δεν περιέχει υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του υπόχρεου και γενικά, δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη (ΑΠ 797/2010, ΕφΑΘ 5131/2011 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αναφορικά μάλιστα με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, η υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας προβλέπεται ρητά και στο νέο άρθρο 97 του Ν. 4548/2018 περί αναμόρφωσης του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών, σύμφωνα με το οποίο «1. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και κάθε τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί από αυτό αρμοδιότητές του έχουν υποχρέωση πίστεως απέναντι στην εταιρεία. Οφείλουν ιδίως: α) Να μην επιδιώκουν ίδια συμφέροντα που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της εταιρείας, β) Να αποκαλύπτουν έγκαιρα και με επάρκεια στα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τα ίδια συμφέροντα τους, που ενδέχεται να ανακύψουν από συναλλαγές της εταιρείας, οι οποίες εμπίπτουν στα καθήκοντά τους, καθώς και κάθε σύγκρουση των συμφερόντων τους με εκείνα της εταιρείας ή συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014, η οποία ανακύπτει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους... γ) Να τηρούν αυστηρή εχεμύθεια για τις εταιρικές υποθέσεις και τα απόρρητα της εταιρείας, τα οποία κατέστησαν γνωστά σ' αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως συμβούλων 2. Το καταστατικό της εταιρείας μπορεί να εξειδικεύει περαιτέρω τις υποχρεώσεις της προηγούμενης παραγράφου». Έκφανση της υποχρέωσης πίστης και επιμέλειας που υπέχουν τα μέλη του ΔΣ, ως διαχειριστές ξένης περιουσίας, είναι λοιπόν η υποχρέωση αυστηρής εχεμύθειας, η υποχρέωση δηλαδή να μην γνωστοποιούν τις εταιρικές υποθέσεις και τα απόρρητα της εταιρείας, τα οποία κατέστησαν γνωστά σε αυτούς λόγω της ιδιότητά τους ως συμβούλων (Ν. Ρόκας, Εμπορικές Εταιρείες, 9η Έκδοση, σελ. 300-301). Στην υποχρέωση πίστης των μελών του Δ.Σ. περιλαμβάνεται και η απαγόρευση εκμετάλλευσης επιχειρηματικών ευκαιριών (corporate opportunities) για ίδιον όφελος, αξιοποιώντας δηλαδή τις πληροφορίες και τα πρόσωπα που γνωρίζουν, λόγω της θέσης τους για δικό τους λογαριασμό. Με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου γίνεται ρητή απαγόρευση των πράξεων ανταγωνισμού από μέλη του διοικητικού συμβουλίου των ανωνύμων εταιρειών και συγκεκριμένα «απαγορεύεται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, χωρίς άδεια της γενικής συνέλευσης ή σχετική πρόβλεψη του καταστατικού, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται στους σκοπούς της εταιρείας, καθώς και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι ή ως μόνοι μέτοχοι ή εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς». Μέλη του Δ.Σ., αλλά και διευθυντές, δηλαδή μη μέλη του Δ.Σ. μόνο με προηγούμενη άδεια της Γ.Σ. ή με καταστατική πρόβλεψη μπορούν να ενεργούν για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων πράξεις που υπάγονται στο σκοπό της εταιρείας ή να συμμετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό. Παρομοίου περιεχομένου διάταξη περί απαγόρευσης ανταγωνισμού εισάγεται και με το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 3190/1955 περί ε.π.ε. (όπως ισχύει μετά το Ν. 4541/2018), για τους διαχειριστές εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ενώ στους διαχειριστές των προσωπικών εταιρειών, η υποχρέωση πίστης θεμελιώνεται στην αρχή της καλής πίστης (ΑΚ 288) και στην οργανική σχέση που συνδέει το διαχειριστικό όργανο με την εταιρεία. Η υποχρέωση πίστης των διαχειριστών λειτουργεί ως δεοντολογικό αντίβαρο στις αυξημένες αρμοδιότητες και το πεδίο διακριτικής ευχέρειας του διαχειριστικού οργάνου. Με τη συνομολόγηση λοιπόν ρητρών εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερη προστασία των συμφερόντων της επιχείρησης με την αποφυγή δημιουργίας κατάστασης σύγκρουσης συμφερόντων στο πρόσωπο του εταιρικού διαχειριστή και την αποφυγή αποκάλυψης των εμπιστευτικών πληροφοριών και του πελατολογίου σε ανταγωνιστές της επιχείρησης. Τέλος, στις ανώνυμες εταιρείες, απαγόρευση ανταγωνισμού σε βάρος μετόχου δεν μπορεί να επιβληθεί με καταστατική πρόβλεψη. Η υποχρέωση αποχής από ανταγωνιστικές πράξεις μπορεί να επιβληθεί είτε με τη συνομολόγηση ρήτρας εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού, είτε με εξωεταιρική συμφωνία, με την οποία δεσμεύονται μόνο οι συμβαλλόμενοι και όχι ο εκάστοτε μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας (Τέλλης, Διαχείριση και εκπροσώπηση της ομόρρυθμης εταιρίας, 2002, σελ. 107). Συμπερασματικώς, η παράβαση των ρητρών μη ανταγωνισμού μπορεί με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών να είναι αθέμιτη, όταν επιχειρείται κατά τρόπον αντίθετο προς τα χρηστά ήθη. Όταν δε η παράβαση ρητρών ανταγωνισμού στοχεύει στην απόσπαση πελατείας τότεσυνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, εφόσον γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες και αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμετάλλευσης της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε για την καθιέρωση των προϊόντων και υπηρεσιών του. στη συγκεκριμένη αγορά η βλαβείσα επιχείρηση (ΑΠ 704/2007, ΕφΑΘ 674/2019, ΕφΑΘ 1538/2009, Αρμ 2009/1200, ΕφΑΘ 676/2009, ΔΕΕ 2010/204, ΕφΑΘ 2093/2006 ό.π.). Εφόσον δε η συμπεριφορά του παραβαίνοντος την ρήτρα ανταγωνισμού είναι αθέμιτη, ο βλαπτόμενος έχει κατ' αυτού αξίωση, για άρση της προσβολής, παράλειψη αυτής στο μέλλον' και αποζημίωση, ενώ δεν αποκλείεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγιο ηθικής βλάβης εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΕφΑΘ 1538/2009 ό.π., ΕφΑΘ 359/2008, ΔΕΕ 2009.50). Τούτο συμβαίνει όταν η αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη μπορεί παράλληλα να είναι και αδικοπραξία, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, ήτοι αυτός που προσβάλλει, να ενεργεί με υπαιτιότητα και ιδίως με πρόθεση (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 339/2010, ΑΠ 683/2010, ΕφΠατρ 123/2021 όλες σε ΤΝΠ Νόμος). Πρόθεση με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του ανταγωνιστή, δεν απαιτείται να συντρέχει στο πρόσωπο που ενήργησε τη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, αλλά αρκεί το ότι τελούσε σε γνώση ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του είναι δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή παράλειψη από την οποία επήλθε (ΑΠ 55/2003) και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν ταχρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 533/2016 σε ΤΝΠ Νόμος).
II. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 614 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών δικάζονται, μεταξύ άλλων, οι εργατικές διαφορές, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου εργατικές διαφορές είναι οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά το νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή της εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους. Με τη θεμελιώδη - για την εφαρμογή της διάταξης αυτής- έννοια της «παροχής εξαρτημένης εργασίας», καλύπτεται ολόκληρο το φάσμα των σχετικών εργασιακών διαφορών, οι οποίες πηγάζουν από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή και από άλλη αιτία, έχουσα όμως ως αφορμή τέτοιου είδους συμβατική σχέση. Στις εργατικές διαφορές υπάγεται, δηλαδή, κάθε διαφορά από αδικοπραξία ή αδίκημα, από οποιαδήποτε αιτία, με αφορμή όμως την παροχή εξαρτημένης εργασίας [βλ. ΟλΑΠ 433/1968 ΝοΒ 16.1058, ΕφΠειρ 858/1999 ΔΕΕ 2010.10', ΕφΘεσ 3555/1996 ΕλΔ 39(1998).589, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νικάς (-Κονδύλης), ΚΠολΔ Π, άρθρο 663, αριθμ. 9 επ., Μητσόπουλος, ΠολΔ, παρ. 15, αριθμ. 2, σελ. 189, Κ. Μπέης ΠολΔ αρθρ. 16, σελ. 182]. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 652 ΑΚ, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε και ευθύνεται για τη ζημία που προξενείται στον εργοδότη από δόλο ή αμέλεια του. Ο βαθμός της επιμέλειας για την οποία ευθύνεται ο εργαζόμενος κρίνεται με βάση τη σύμβαση, ενόψει της μόρφωσης ή των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία, καθώς και των ικανοτήτων και ιδιοτήτων του εργαζομένου, τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο εργοδότης. Με τη διάταξη αυτή, για την ευθύνη του εργαζομένου υιοθετείται η αρχή της υπαιτιότητας (άρθρο 330 ΑΚ), που αποτελεί το θεμέλιο της αστικής ευθύνης στο ισχύον σύστημα αποζημίωσης, με συνέπεια ο εργαζόμενος να υποχρεούται σε αποζημίωση του εργοδότη για τη ζημία που του προκάλεσε κατά την εκτέλεση της εργασίας υπαίτια, δηλαδή έστω και από ελαφρά αμέλειά του, επειδή και ο εργαζόμενος, όπως και κάθε άλλος οφειλέτης, οφείλει να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288 ΑΚ), πολύ δε περισσότερο επειδή η επίδειξη επιμέλειας, προθυμίας, πνεύματος συνεργασίας και εντιμότητας από τον εργαζόμενο έχει στη σύμβαση εργασίας ιδιαίτερη σημασία, λόγω του σημαντικού ρόλου των αμοιβαίων παρεπομένων καθηκόντων πίστης που τη χαρακτηρίζουν. Έτσι, το απαιτούμενο μέτρο επιμέλειας κρίνεται κάθε φορά από το είδος της εργασίας, τις ικανότητες, τη μόρφωση και τις ειδικές γνώσεις που έχει ο μέσος τυπικός εκπρόσωπος του συγκεκριμένου επαγγελματικού κύκλου, στις οποίες απέβλεψε κάθε φορά ο εργοδότης. Από την ίδια παραπάνω διάταξη του άρθρου 652 ΑΚ σαφώς προκύπτει και ότι σε περίπτωση παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης του εργαζομένου (δηλαδή σε περίπτωση πλημμελούς, εκτέλεσης των καθηκόντων του), ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί συμβατικής ευθύνης, χωρίς να αποκλείεται η αδικοπρακτική ευθύνη και η ευθύνη για αποθετική ζημία ή και για ικανοποίηση ηθικής βλάβης (ΑΠ 296/2016). Αυτό συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, το οποίο επιβάλλει το άρθρο 914 Α.Κ., να μην ζημιώνει κάποιος άλλον υπαίτια (ΟλΑΠ 967/1973 ΝοΒ 22. 505, ΑΠ 506/2010, ΑΠ 87/2000 ΕλλΔνη 41. 967 , ΑΠ 25/1998 ΝοΒ 47. 390, ΕφΑθ 1873/2008 Αρμ 2008.1840, ΕφΑθ 302/2006 ΔΕΕ 2006. 513). Τέλος, εφόσον η συμπεριφορά του τρίτου είναι αθέμιτη, δεν αποκλείεται και επιπλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 Α.Κ. (ΑΠ 689/2010, ΑΠ 339/2010, ΕφΠατρ 322/2025, https://www.efeteio-peir,gr/?p= 14111, ΕφΑθ 3594/2008 ΔΕΕ 2009.50 , ΕφΑθ 8221/2000 ΔΕΕ 2001. 280, ΕφΘεσ 1628/2004 ΕΕμπΔ 2004. 512, ΔΕΕ 2004.1177, ΕφΑθ 8221/2000 ΔΕΕ 2001.280). Εξάλλου, και τα νομικά πρόσωπα μπορούν να είναι φορείς της αξίωσης που πηγάζει από το άρθρο 932 ΑΚ ή από άλλη διάταξη νόμου, εφόσον η προσβολή αναφέρεται στην πίστη, στην καλή φήμη, στην επαγγελματική υπόληψη ή στο όνομα του νομικού προσώπου (ΟλΑΠ 402/1981 ΝοΒ 1981.762, ΕφΑΘ 986/2005 ΔΕΕ 2005. 701). Πρέπει όμως να το αποδείξουν αυτό, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα εναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μία συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΕφΘεσ 92/2018, ΕφΑΘ 931/2000 ΤΝΠ- Νόμος). Το ύψος όμως της χρηματικής ικανοποίησης δεν συνιστά ζήτημα προς απόδειξη, διότι η σχετική απόφαση λαμβάνεται με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (ΑΠ 1433/2000 ΕλλΔνη 2001. 673, ΑΠ 666/1993 ΕΕΝ 61. 438, ΕφΘεσ 92/2018, ο.π., ΕφΑΘ 5866/2003 ΔΕΕ 2003.1330). Εξάλλου, το δικαίωμα από την 932 ΑΚ ανήκει σ' εκείνον που υπέστη άμεσα ηθική βλάβη από την προσβολή δικαιώματος του που προστατεύεται όχι μόνο από κανόνα αστικής φύσεως αλλά διοικητικού ή ποινικού περιεχομένου που έχουν τεθεί όχι μόνο αποκλειστικός για χάρη του γενικού συμφέροντος αλλά και του ιδιωτικού (ΟλΑΠ 402/1981, ΝοΒ 29/762). Εξάλλου, δικαιούχος της αποζημίωσης από αδικοπραξία, κατά την κρατούσα άποψη, είναι κατά πρώτο λόγο ο φορέας του δικαιώματος ή του έννομου αγαθού που προσβλήθηκε άμεσα με την αδικοπραξία. Επίσης, και αυτός που προσβλήθηκε άμεσα στα προστατευόμενα συμφέροντά του. Αντιθέτως, αντανακλαστικές δυσμενείς επιπτώσεις της αδικοπραξίας στην περιουσία ενός τρίτου (έμμεσα ζημιωθέντος, όπως αποκαλείται) δεν παρέχουν κατ' αρχήν στον τελευταίο αξίωση αποζημίωσης, με κύρια εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 928 και 929 εδ. β' ΑΚ (ΑΠ 1261/2021, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 153/2005, πρβλ και ΟλΑΠ 30/2003). Η διάκριση ανάμεσα σε άμεσα και έμμεσα ζημιωθέντες και η παροχή αξίωσης για αποζημίωση στηρίζεται κατ' αρχήν μόνο στους πρώτους, από δικαιοπολιτική άποψη στη σκέψη ότι, αν ο ζημιώσας επιβαρυνόταν και με την αποκατάσταση των δυσμενών αντανακλαστικών επιπτώσεων της αδικοπραξίας στην περιουσιακή κατάσταση τρίτων, θα αντιμετώπιζε ένα συχνά δυσβάστακτο βάρος, αφού θα ήταν υποχρεωμένος να αποζημιώσει έναν αόριστο αριθμό προσώπων, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα την παράλυση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Η ανωτέρω διάκριση στηρίζεται στη διατύπωση των (μη επιδεχόμενων ανάλογη εφαρμογή) άρθρων 914 και 919 ΑΚ, τα οποία παρέχουν αξίωση αποζημίωσης μόνο σ' αυτόν που ζημιώθηκε παράνομα ή με τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και, εξ αντιδιαστολής, στις περιοριστικά εισαγόμενες εξαιρέσεις των άρθρων 928 και 929 εδ. β', που οριοθετούν τις περιπτώσεις αποζημίωσης των έμμεσα ζημιωθέντων (ΑΠ 243/2011, ΑΠ 850/2009). Έμμεσα δε ζημιωθείς είναι και εκείνος που ζημιώθηκε εξ αιτίας όχι καθεαυτού του ζημιογόνου γεγονότος, αλλά εξ αιτίας της ζημίας που προκάλεσε το ζημιογόνο γεγονός στο θύμα (άμεσα ζημιωθέντα) (ΑΠ 402/2025, ΑΠ 450/2024, ΑΠ 709/2023, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 93/2019, ΑΠ 656/2019).
III. Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 εδ. α ΚΠολΔ, το Δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως την υλική και τοπική αρμοδιότητά του, αποφαινόμενο δε περί της αναρμοδιότητάς του, προσδιορίζει το αρμόδιο Δικαστήριο, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση. Έτσι, στην περίπτωση αξιώσεως για την οποία ισχύει αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν μπορεί να επιληφθεί της εκδικάσεώς της, δεδομένου ότι δεν μπορεί να παραβεί τις διατάξεις που καθορίζουν την αρμοδιότητά του, η διάταξη δε του άρθρου 47 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία απόφαση ανώτερου δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα κατώτερου δικαστηρίου, λειτουργεί μόνον ex post. Κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως (47 ΚΠολΔ), απαγορεύεται η άσκηση ενδίκων μέσων κατά των ως άνω σχετικών αποφάσεων, χάριν της οικονομίας της δίκης και προκειμένου να αποτραπεί η ταλαιπωρία των διαδίκων, με το να επαναρχίσουν τον δικαστικό αγώνα και όχι επειδή το ανώτερο δικαστήριο, εν γνώσει του ότι είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο, μπορεί να δικάσει υποθέσεις που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα κατώτερων δικαστηρίων. Επομένως, το δικαστήριο που κρίνει τη διαφορά δεν επιτρέπεται να παραβεί τους κανόνες της καθ’ ύλην αρμοδιότητας και να δικάσει διαφορά υπαγόμενη σε κατώτερο δικαστήριο (βλ. Νίκα σε ΚΚΝ Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος I, άρθρ. 1-590, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2000, άρθρ. 47 σελ. 111). Η έρευνα της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, επειδή αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προηγείται από την έρευνα οποιοσδήποτε Οικονομικής και ουσιαστικής ένστασης, όπως και από την έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής (βλ. Νίκα σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα- Κονδύλη-Νίκα, άρθρο 46, αριθμ. 6, σελ. 107). Πρέπει να σημειωθεί ότι η καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν μπορεί να καλυφθεί ούτε με παρέκταση, αφού, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 46 του ΚΠολΔ, η αρμοδιότητα ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, εφόσον δε το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δεν είναι καθ’ ύλην αρμόδιο, δεν μπορεί να επιληφθεί για την εκδίκαση υποθέσεων που υπάγονται στην αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου (βλ. ΠΠρΘεσσαλ 14517/2022, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο).
IV. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 237 § 1 εδ. α', β" και γ' και § 2 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 65 του Ν. 5016/2023, λόγω του χρόνου άσκησης της αγωγής, «1) Μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής κατά την παρ. 2 του άρθρου 215, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές. Μέσα στην ίδια προθεσμία κατατίθενται το αποδεικτικό επίδοσης της αγωγής, καθώς και τα πληρεξούσια έγγραφα προς τους δικηγόρους κατά το άρθρο 96. Σε περίπτωση έλλειψης των πληρεξουσίων εγγράφων εφαρμόζεται το άρθρο 227. ... . 2. Οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται μέσα στις επόμενες δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εκπρόθεσμες προτάσεις και προσθήκες δεν λαμβάνονται υπόψη.». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 4640/2019: «I) Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ή η συμφωνία της εκούσιας προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης του άρθρου 5, αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων, εφόσον αυτές έχουν αρχίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 του ΚΠολΔ, για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης. 2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 261, 262 και 263 του ΑΚ, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου που ανεστάλησαν, συνεχίζονται την επομένη της σύνταξης του πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή της επίδοσης δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή της με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωσης ή κατάργησης της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει αιρέσεις ή προθεσμίες ή οποιονδήποτε άλλον όρο από τον οποίον εξαρτάται η ενάσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμφωνία, τότε η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται από την πλήρωση της αφέσεως ή του όρου ή την παρέλευση της προθεσμίας. 3) Οι δικονομικές προθεσμίες της παραγράφου 1 συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή από την επίδοση δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή από την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση ή κατάργηση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η συνέχιση των δικονομικών προθεσμιών δικαιολογείται για αντικείμενα της δίκης που δεν καλύπτονται από τη συμφωνία των μερών.». Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 4640/2019 διακρίνουν δύο περιπτώσεις ι) αυτή που διεξάγεται μόνον η υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ) και ιι) εκείνη που διεξάγεται η καθ’ εαυτή διαμεσολάβηση, στην οποία τυχόν προσέφυγαν τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 4640/2019, κατά κανόνα εκουσίως, όπως αναφέρει η διάταξη, αλλά για την ταυτότητα του νομικού λόγου και λόγω ύπαρξη ρήτρας διαμεσολάβησης κλπ. Και για τις δύο αυτές περιπτώσεις προβλέπεται από το νόμο ότι επέρχεται αναστολή της παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας του ουσιαστικού δικαίου και των δικονομικών προθεσμιών των άρθρων 237 και 238 του ΚΠολΔ, που αφορούν την κατάθεση προτάσεων ή προσθήκης, όπως δηλαδή αν έχει ήδη έχει ασκηθεί αγωγή και έχει αρχίσει η διαδρομή της δικονομικής προθεσμίας των 90 ημερών για την κατάθεση έγγραφων προτάσεων των διαδίκων. Ειδικότερα, για την περίπτωση της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ), το χρονικό σημείο έναρξης της αναστολής της παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας του ουσιαστικού δικαίου και των δικονομικών προθεσμιών των άρθρων 237 και 238 του ΚΠολΔ είναι η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ). Δηλαδή, η έγγραφη γνωστοποίηση - πρόσκληση που αποστέλλει ο διαμεσολαβητής στα μέρη, γνωστοποιώντας τους το πότε και το πού θα διεξαχθεί η υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ) και καλώντας να προσέλθουν στη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ). Η ημερομηνία της έγγραφης γνωστοποίησης προς τα μέρη δεν είναι απαραίτητο στοιχείο του πρακτικού περαίωσης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ). Ωστόσο, για λόγους πρακτικούς, οι διάδικοι, που θα συνεχίσουν τη δικαστική διαδικασία, συνήθως ενημερώνουν άτυπα τη γραμματεία του δικαστηρίου ώστε να παραμείνει ο φάκελος της δικογραφίας «ανοιχτός» και μετά την πάροδο των 90 κ.λπ. ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής κατά το άρθρο 215 παρ.2 ΚΠολΔ, προκειμένου να κατατεθούν εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις κατά τη διάταξη του άρθρου 237 § 1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 9 § 3 του Ν. 4640/2019 ρυθμίζει το θέμα της συνέχισης των δικονομικών προθεσμιών για την περίπτωση που τα μέρη υπήγαγαν τη διαφορά τους σε διαμεσολάβηση επί της ουσίας της διαφοράς και όχι απλώς σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ). Άρα, ρυθμίζει το θέμα της συνέχισης των προθεσμιών για την περίπτωση που τα μέρη υπέγραφαν συμφωνία υπαγωγής σε διαμεσολάβηση ώστε να επιχειρήσουν την επίλυση της διαφοράς με διαμεσολάβηση, αλλά ωστόσο δεν επιτεύχθηκε συμφωνία στον τρόπο επίλυσης για το θέμα ή όταν τα προς επίλυση θέματα ήταν πλέον του ενός, δεν επιτεύχθηκε συμφωνία επίλυσης για κάποια έστω από τα θέματα της διαφοράς, οπότε τα μέρη θα συνεχίσουν με τη διαδικαστική διαδικασία την επίλυση των θεμάτων που δεν επιλύθηκαν με τη διαμεσολάβηση. Δηλαδή, ορίζεται ότι στην περίπτωση που δεν επιτεύχθηκε συμφωνία σε κανένα από τα θέματα της διαμεσολάβησης ή δεν επιτεύχθηκε συμφωνία με μερικά από τα θέματα της διαμεσολάβησης, οι δικονομικές προθεσμίες συνεχίζονται, για όσα θέματα δεν επιλύθηκαν, από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας, ή την επίδοση δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης προς το άλλο μέρος και προς τον διαμεσολαβητή, ή την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση ή κατάργηση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Αν και στις διατάξεις του άρθρου 9 § 3 του Ν. 4640/2019 δεν εμπεριέχεται ρύθμιση για τη λήξη του χρονικού διαστήματος της αναστολής των δικονομικών προθεσμιών στην περίπτωση διεξαγωγής μόνον υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ), παρότι στην § 1 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι και σε αυτή την περίπτωση υπάρχει αναστολή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν τα μέρη έλαβαν μέρος στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ) χωρίς να προχωρήσουν σε διαμεσολάβηση, το κενό θα πρέπει να συμπληρωθεί με αναλογική εφαρμογή του νόμου. Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ) ολοκληρώνεται με τη σύνταξη του «πρακτικού περαίωσης» και για την ταυτότητα του νόμου η συνέχιση των δικονομικών προθεσμιών θα πρέπει να εκκινείται από την σύνταξη του πρακτικού περάτωσης αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας και συγκεκριμένα κατά τη διάταξη του άρθρου 144 § 1 του ΚΠολΔ από την επομένη ημέρα της σύνταξης του πρακτικού (Ευγνωσία Ραφτοπούλου - Χατξηπρίμου, «Ν. 4640/2019, Άρθρα 7 και 9. Παραγραφή, αποσβεστική προθεσμία, Οικονομικές προθεσμίες 237, 238 ΚΠολΔ, Διαμεσολάβηση και πρακτικό περαίωσης ΥΑΣ», μελέτη δημοσιευμένη ΝΟΜΟΣ). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι δηλαδή στην περίπτωση της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ) υπάρχει αναστολή των προθεσμιών μόνο εφόσον η διαφορά υπαχθεί τελικά σε διαμεσολάβηση, δεν στηρίζεται ούτε στο γράμμα του νόμου, ούτε εξυπηρετεί το σκοπό αυτού, όπως αποτυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση σύμφωνα με την οποία είναι ξεκάθαρο ότι ο νομοθέτης θέλησε η διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ) να λαμβάνει χώρα χωρίς τη χρονική πίεση των προθεσμιών. Το γεγονός ότι στις διατάξεις του άρθρου 9 § 2 και § 3 του Ν. 4640/2019 δεν αναγράφεται το πρακτικό περάτωσης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ) ως γεγονός που αφετηριάζει εκ νέου τις προθεσμίες, που ανεστάλησαν, συνιστά προφανή παραδρομή και το ίδιο συνάγεται και από την αναφορά του νόμου σε «οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωσης ή κατάργησης της διαδικασίας της διαμεσολάβησης» της διάταξης § 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου. Η δε αναστολή των προθεσμιών δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 20 ημέρες από την επόμενη της αποστολής στον διαμεσολαβητή του αιτήματος προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης από το επισπεύδον μέρος, ή τις 30 ημέρες αν κάποιο από τα μέρη διαμένει στο εξωτερικό, εντός των οποίων πρέπει να διενεργηθεί η υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ), όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 7 § 3 του Ν. 4640/2019 (ΠΠρΠατρ 27/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 272 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην τακτική διαδικασία, «1. Αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια του ενάγοντος και αυτός δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή.».
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι η μεν πρώτη εξ αυτών τυγχάνει ανώνυμη, ήδη από 21-07-2023, μονοπρόσωπη, εταιρία, αποτελούμενη από το μοναδικό της μέτοχο και σύμβουλο - διαχειριστή, 2° ενάγοντα, η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και έχει ως εμπορική της δραστηριότητα την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία ιατρικών, παραϊατρικών, φυσιοθεραπευτικών και λοιπών συναφών ειδών και αναλωσίμων, με κυρίαρχη επιχειρηματική της δραστηριότητα την προμήθεια υλικού σε νοσοκομεία ανά την ελληνική επικράτεια, βάσει δημόσιων διαγωνισμών και κριτήριο κατακύρωσης του έργου τη χαμηλότερη βάσει τιμής προσφορά. Περαιτέρω, ότι η 1η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρία, συστάθηκε νόμιμα το έτος 2008, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, με μετόχους τον 2ο ενάγοντα και τον 1ο εναγόμενο, ενώ από την προαναφερθείσα ημερομηνία αυτή τροποποιήθηκε νόμιμα σε μονοπρόσωπη, με τη μεταβίβαση του μετοχικού ποσοστού του 2ου ενάγοντα στον 1° εναγόμενο και την οριστική του αποχώρηση από την εταιρία, στην οποία από το χρόνο ίδρυσής της και μέχρι την αποχώρησή του, ήτοι επί 15 συναπτά έτη, ο τελευταίος είχε διατελέσει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Δ.Σ. της, ενώ ο 2ος ενάγων Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής. Ακόμη, ότι αμφότεροι οι 2ος ενάγων και 1ος εναγόμενος υπήρξαν συνιδρυτές και συνεταίροι στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…» και το δ.τ. «…», με αντικείμενο την εμπορία ιατρικών, παραϊατρικών, φυσιοθεραπευτικών και λοιπών συναφών ειδών και αναλώσιμων, καθώς και την εισαγωγή, κατασκευή και εμπορία λιανικώς και χονδρικώς ηλεκτροδιεγερτών και συναφών ηλεκτρονικών ειδών, με τη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς του Δημοσίου για την προμήθεια υγειονομικού υλικού σε νοσοκομεία κυρίως της …, της … και της …, η οποία προήλθε από μετατροπή ομόρρυθμης εταιρίας με την ίδια επωνυμία ως άνω και η οποία είχε συσταθεί νόμιμα ως τέτοια το έτος 2003, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, στην οποία συμμετείχε ως εταίρος και έτερο πρόσωπο (…) μέχρι και τη μετατροπή της σε Ε.Π.Ε., οπότε και η τελευταία εξήλθε από τον εταιρικό σχηματισμό. Περαιτέρω, ότι ήδη από 18-07-2023, ο 2ος ενάγων μεταβίβασε στον 1° εναγόμενο το σύνολο των εταιρικών του μεριδίων και εξήλθε από την ως άνω Ε.Π.Ε., με αποτέλεσμα η τελευταία να μετατραπεί σε μονοπρόσωπη εταιρία, με μοναδικό της εταίρο τον 1° εναγόμενο. Επιπροσθέτως, ότι ο τελευταίος στις 2-08-2023 συνέστησε τη Μονοπρόσωπη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία με την επωνυμία «…», με έδρα την ..., επί της οδού …, παλαιά έδρα της 1ης ενάγουσας, με καταστατικό της σκοπό το χονδρικό εμπόριο ιατρικών αναλώσιμων υλικών, χάρτινων νοσοκομειακών ειδών μίας χρήσης, εκτός από είδη ένδυσης, χειρουργικών και ιατρικών γενικά μηχανημάτων και εργαλείων και παρόμοιων ειδών, της οποίας είναι μοναδικός εταίρος και διαχειριστής. Ακόμη, ότι λόγω μεταξύ των ανωτέρω φυσικών προσώπων έντονων και αξεπέραστων διαφωνιών και διενέξεων, που προέκυψαν κατά την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού, λόγω διαφορετικών επιχειρηματικών επί του θέματος προσεγγίσεων σχετικά με την εργασιακή πολιτική των εταιριών τους, οι 2ος ενάγων και 1ος εναγόμενος αποφάσισαν να κατανείμουν κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, την εταιρική τους περιουσία, με την σύσταση των ως άνω δύο μονοπρόσωπων εταιριών, οι οποίες είχαν παρόμοια και συναφή δραστηριότητα και μέχρι τότε κοινά συμφέροντα, με την ειδικότερη από 18-12-2022 ρητή συμφωνία ότι οι δύο εταιρίες θα διαχωρίσουν πλήρως το πεδίο δραστηριοποίησής της, δεδομένου του ταυτόσημου αντικειμένου τους κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, αναλαμβάνοντας η κάθε μία την προμήθεια διαφορετικών νοσοκομείων, μέχρι 7-12-2025, ημερομηνία μετά την οποία θα ήταν ελεύθερες πλέον να δραστηριοποιηθούν χωρίς τους ανωτέρω περιορισμούς, αλλά και με την επιπρόσθετη συμφωνία ότι η ανωτέρω δέσμευση δεν θα αφορούσε την προμήθεια νέων προϊόντων, ως προς τα οποία έκαστο νομικό πρόσωπο θα δρούσε χωρίς περιορισμό. Εξάλλου, οι ενάγοντες ιστορούν ότι άπαντες οι εναγόμενοι προκάλεσαν αφενός τόσο περιουσιακή όσο και ηθική ζημία στην 1η ενάγουσα αφετέρου ηθική βλάβη και στον 2° ενάγοντα, έχοντας αποφασίσει όλοι μαζί να προκαλέσουν τη ζημία αυτή, με ενέργειες αθέμιτου ανταγωνισμού και παραβίασης της υποχρέωσης πίστης προς την ενάγουσα εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός μέτοχος είναι ο 2ος ενάγων, με τους κάτωθι ειδικότερα - αναλυτικά εκτιθέμενους στην αγωγή - τρόπους. Ειδικότερα, ότι ο 1ος εναγόμενος, κατά παράβαση τόσο του καταστατικού όσο και του νόμου, προέβη τον Αύγουστο του 2020 στη σύσταση ατομικής επιχείρησης, με τη χρήση τρίτου προσώπου, ως αχυράνθρωπου και δη της κουμπάρας του και στενής οικογενειακής του φίλης, …, 2ης εναγόμενης και υπό την επωνυμία «…», η οποία, ακολουθώντας τις οδηγίες και τις υποδείξεις του, ενεργούσε μόνο φαινομενικά στο όνομά της ως επιχειρηματίας που ασκούσε εμπορική δραστηριότητα ταυτόσημη με αυτήν της 1ης ενάγουσας, προκειμένου να ικανοποιούνται τα προσωπικά ανταγωνιστικά οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα του 1ου εναγόμενου. Ότι, παράλληλα, αυτός αφενός χρησιμοποιούσε τον επαγγελματικό εξοπλισμό της ενάγουσας που περιγράφεται στην αγωγή αφετέρου αξιοποίησε και απασχόλησε υπαλληλικό προσωπικό της προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της κεκρυμμένης ατομικής εμπορικής του δραστηριότητας, διαπράττοντας και το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του και εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης. Ακόμη, ότι ο ίδιος συνέστησε και έτερη εταιρία και δη την προαναφερθείσα μονοπρόσωπη ΙΚΕ, η οποία επίσης ασκούσε ανταγωνιστική δραστηριότητα με την ενάγουσα από τον Αύγουστο του 2023 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής. Περαιτέρω, ότι η 2η εναγόμενη παρείχε συνδρομή στον 1° εναγόμενο στις ανωτέρω παράνομες ενέργειες του, εμφανιζόμενη ως η ιδιοκτήτρια της προαναφερθείσας ανταγωνιστικής ατομικής επιχείρησης, πλην όμως στην πραγματικότητα ήταν η αχυράνθρωπος που, έναντι προσωπικού κέρδους και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κουμπάρου και φίλου της, 1ου εναγόμενου, υπό τις οδηγίες και για λογαριασμού του τελευταίου, ενεργούσε όλες τις εμπορικές, ανταγωνιστικές της επιχείρησης της 1ης ενάγουσας, πράξεις στον εξωτερικό κόσμο. Ακόμη, ότι οι λοιπές εναγόμενες, 3η, 4η, 5η και 6η, οι οποίες αποτελούσαν εργαζόμενες, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έκαστη εξ αυτών, τόσο στην ενάγουσα εταιρία όσο και στην έτερη εταιρία, περιορισμένης ευθύνης, κοινών συμφερόντων του ενάγοντας και του 1ου εναγόμενου, επί αρκετά έτη μέχρι και πριν από το θέρος του έτους 2023, η 3η ως πωλήτρια, η 4η - θυγατέρα του 1ου εναγόμενου - ως υπάλληλος γραφείου, η 5η ως βοηθός λογιστή και η 6η ως γραμματέας, μέχρι και την αποχώρησή τους οικειοθελώς τον Ιούνιο και Ιούλιο του έτους 2023 από την ενάγουσα εταιρία, ενήργησαν σε βάρος των συμφερόντων και κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης της ενάγουσας εργοδότριας εταιρίας, διότι, σε συνεργασία με τον 1° εναγόμενο αλλά και με τη 2η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενες τη θέση και εμπειρία τους από την ως άνω εργασία τους, παρείχαν συνδρομή στον εναγόμενο κατά τη διάπραξη εκ μέρους του τόσο της παράνομης πράξης της απιστίας όσο και της παραβίασης της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και της υποχρέωσης πίστης προς την In ενάγουσα. Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι η 3η εναγόμενη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του έτους 2020 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2023, που εντάχθηκε στην επιχείρηση της μονοπρόσωπης ΕΠΕ του 1ου εναγόμενου με δ.τ. «…», ενώ ήταν εργαζόμενη της ενάγουσας, παρουσιαζόταν είτε ως εργαζόμενη της …, επιχείρησης συμφερόντων του 1ου εναγόμενου είτε ως η ίδια η 2η εναγόμενη, …. Περαιτέρω, ότι η 4η εναγόμενη, θυγατέρα του 1ου εναγόμενου και βαφτισιμιά της 2ης εναγόμενης, κατά τη χρονική περίοδο από τον Απρίλιο του 2019 έως και το Φεβρουάριο του έτους 2020, ενώ εργαζόταν ως υπάλληλος γραφείου της …, πριν αυτή καταστεί μονοπρόσωπη, αλλά και άτυπα παρέχουσα τις υπηρεσίες της στην ενάγουσα, συνέστησε την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «…», με έδρα επί της οδού …, στην …, όπου και η κατοικία του 1ου εναγόμενου, με εμπορικό σκοπό ταυτόσημο με αυτόν της 1ης ενάγουσας, ήτοι το χονδρικό εμπόριο ιατρικών αναλώσιμων υλικών κλπ, η οποία διέκοψε μεν τη λειτουργία της σύντομα και δη κατά τον ανωτέρω χρόνο, πλην όμως «παραχώρησε» την επωνυμία της στην ατομική επιχείρηση της νονάς της, εναγόμενης, λίγους μήνες μετά. Ακόμη, ότι η 5η εναγόμενη, μολονότι απασχολούνταν στην επιχείρηση της ενάγουσας με την ιδιότητα της βοηθού λογιστή, από το έτος 201S έως και το έτος 2023 (ενώ από το έτος 2008 εργαζόταν στην ΕΠΕ κοινών συμφερόντων των αντιδίκων), ότε και αποχώρησε για να ενταχθεί στην επιχείρηση της μονοπρόσωπης εταιρίας του 1ου εναγόμενου, από το έτος 2020 και εντεύθεν εξυπηρετούσε, ταυτόχρονα με την εργασία της, τα συμφέροντα της εταιρίας … της 2ης εναγόμενης, διεκπεραιώνοντας τις υποθέσεις της τελευταίας και δη τις διαδικασίες συμμετοχής σε διαγωνισμούς ανάθεσης και στις οικείες συμβάσεις, παρέχοντας τις υπηρεσίες της ως υπεύθυνη ISO και χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία που είχε αποκτήσει ως εργαζόμενη της ενάγουσας, καθώς και την υλικοτεχνική υποδομή αυτής για σκοπούς αντίθετους στα συμφέροντά της, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος συντελώντας κατά τον τρόπο αυτό στις ενέργειες αθέμιτου ανταγωνισμού και παράβασης της υποχρέωσης πίστης έναντι της ενάγουσας εργοδότριάς της. Ακόμη, ότι η 6η εναγόμενη, μολονότι απασχολούνταν στην επιχείρηση της ενάγουσας με την ιδιότητα της γραμματέα, από το έτος 2018 έως και το έτος 2023 (ενώ από το έτος 2003 εργαζόταν στην ΕΠΕ κοινών συμφερόντων των αντιδίκων), καθώς και ως μέλος του ΔΣ της ενάγουσας, από το έτος 2008 έως και το έτος 2023, ότε και αποχώρησε για να ενταχθεί στην επιχείρηση της μονοπρόσωπης εταιρίας του 1ου εναγόμενου, από το έτος 2020 και εντεύθεν εξυπηρετούσε ταυτόχρονα τα συμφέροντα της εταιρίας … της 2ης εναγόμενης, διεκπεραιώνοντας τις υποθέσεις της τελευταίας και δη τις διαδικασίες συμμετοχής σε διαγωνισμούς ανάθεσης και στις οικείες συμβάσεις, παρέχοντας τις υπηρεσίες της και χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία που είχε αποκτήσει ως εργαζόμενη της ενάγουσας, καθώς και την υλικοτεχνική υποδομή αυτής, για σκοπούς αντίθετους στα συμφέροντά της, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, συντελώντας κατά τον τρόπο αυτό στις ενέργειες αθέμιτου ανταγωνισμού και παράβασης της υποχρέωσης πίστης έναντι της ενάγουσας. Επιπροσθέτως, ότι αυτή, αν και όφειλε ως μέλος της Διοίκησης της ενάγουσας εταιρίας, να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της και να μη δρα ενάντια σε αυτά, ενήργησε σωρεία ανταγωνιστικών πράξεων βλαπτικών για την επιχείρηση της ενάγουσας. Περαιτέρω, ότι άπαντες οι εναγόμενοι ενήργησαν αντισυμβατικά αλλά και κατά παράβαση του νόμου, από κοινού και με πρόθεση να προκαλέσουν βλάβη στα συμφέροντα των εναγόντων, την οποία και πράγματι επέφεραν, καθώς η συνολική οικονομική ζημία που υπέστη η ενάγουσα εταιρία ανέρχεται στο ποσό των 517.248,00 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στην καθαρή αξία (άνευ ΦΠΑ 24%) των 1.152 ρολών κλίνης 62 τεμαχίων, με τιμή ανά τεμάχιο 589,00 ευρώ και κέρδος ανά τεμάχιο 449,00 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της μέσης τιμής αγοράς τους ύψους 140,00 ευρώ ανά τεμάχιο, που πώλησε η … κατά τη χρονική περίοδο 2021- 2023 στο ... Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, προμηθευόμενη αυτά από το αμερικανικό εργοστάσιο ιατρικών ειδών με την επωνυμία «….», ως αποκλειστική της αντιπρόσωπος. Τούτο δε διότι, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το ως άνω ποσό θα εισέπραττε η ίδια ενάγουσα, ως διαφυγόν της κέρδος, εάν οι εναγόμενοι δεν δρούσαν αθέμιτα και κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, της απαγόρευσης ανταγωνισμού και πράξεων αντίθετων στα συμφέροντά της και, συνεπώς, δεν εμπόδιζαν, με την παράνομη και άδικη δράση τους, τη σύναψη της αντίστοιχης συμφωνίας αποκλειστικής αντιπροσωπείας και προμήθειας των ως άνω εμπορευμάτων μεταξύ της ενάγουσας και της αμερικάνικης εταιρίας και τη συνακόλουθη σύμβαση της ενάγουσας με το ανωτέρω νοσοκομείο. Τέλος, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, πέρα από την περιουσιακή ζημία της 1ης εξ αυτών, αμφότεροι έχουν υποστεί σημαντική ηθική βλάβη εξαιτίας της ως άνω, όχι μόνο αντισυμβατικής, αλλά και παράνομης και άδικης, ήτοι αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, των εναγόμενων, πλην της 2ης εξ αυτών, η οποία ευθύνεται μόνον αδικοπρακτικά, καθόσον, αφενός ως προς την ενάγουσα εταιρία, μειώθηκε ο κύκλος της εμπορικής της δραστηριότητας και απώλεσε πιθανά κέρδη, με συνακόλουθη μείωση της εμπορικής της φήμης, επαγγελματικής της αξιοπιστίας και υπόληψης στο χώρο των εμπορικών συναλλαγών και προσβολή του εμπορικού της μέλλοντος, αφετέρου ως προς τον ενάγοντα μοναδικό της εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο, αυτός επιβαρύνθηκε με το σύνολο των δικαστικών αγώνων προς προάσπιση των εταιρικών συμφερόντων και, εξάλλου, υπέστη βλάβη στην εμπορική του ιδιότητα και επαγγελματική φήμη και υπόληψη, καθώς στον ευρύτερο εμπορικό συναλλακτικό του κύκλο έγινε γνωστό ότι, παρά τα 30 σχεδόν έτη εμπειρίας και επιχειρηματικότητας του, ζημιώθηκε από τις υπόγειες ενέργειες του συνεταίρου του και των εργαζομένων της εταιρίας στην οποία είχε διοικητικό ρόλο. Με βάση το ιστορικό αυτό, με την κρινόμενη αγωγή, κατ’ επιτρεπτό περιορισμό των αιτημάτων τους και μετατροπή του συνόλου αυτών από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, κατ’ άρθρα 223, 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, οι ενάγοντες ζητούν, παραιτούμενοι επιτρεπτώς από το αίτημα κήρυξης της απόφασης εκτελεστής, να αναγνωριστεί, ειδικότερα, η υποχρέωση: 1) ως προς την 1η ενάγουσα, α) των 1ου, 2ης, 3ης και 4ης των εναγόμενων, να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 517.248,00 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της αποθετικής της ζημίας που της προκάλεσαν ο μεν πρώτος ως αυτουργός οι δε λοιπές ως άμεσες συνεργοί στο αδίκημα της απιστίας σε βάρος της, β) των 1ου και 2ης των εναγόμενων, να της καταβάλουν, έκαστος, το ποσό των 50.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, γ) των 3ης και 4ης των εναγόμενων, να της καταβάλουν, έκαστη, το ποσό των 20.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης και δ) των 5ης και 6ης των εναγόμενων, να της καταβάλουν, έκαστη, το ποσό των 10.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, που της προκλήθηκε από την παράβαση της υποχρέωσης πίστης που οι τελευταίες είχαν έναντι της, ως εργαζόμενές της, νομιμοτόκως δε άπαντα τα ως άνω ποσά από το χρόνο που κατέστη απαιτητή κάθε επιμέρους αξίωσή της, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφλησή της, 2) ως προς τον 2° ενάγοντα, αναφορικά με την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, η υποχρέωση α) των 1ου και 2ης των εναγόμενων, να του καταβάλουν, έκαστος, το ποσό των 30.000,00 ευρώ, β) των 3ης και 4ης των εναγόμενων, να του καταβάλουν, έκαστη, το ποσό των 5.000,00 ευρώ και γ) των 5ης και 6ης των εναγομένων, να του καταβάλουν, έκαστη, το ποσό των 2.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως δε άπαντα τα ως άνω ποσά από το χρόνο που κατέστη απαιτητή κάθε επιμέρους αξίωσή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, οι ενάγοντες ζητούν να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Η ένδικη αγωγή κατατέθηκε Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25-04-2025 και επιδόθηκε, για την πλήρωση της προϋπόθεσης του υποστατού της, εμπρόθεσμα και νόμιμα, αυθημερόν στους εναγόμενους, γεγονός το οποίο αυτοί συνομολογούν. Περαιτέρω, για το παραδεκτό της συζήτησης, οι ενάγοντες κατέθεσαν μαζί με την αγωγή τους από 6-04- 2025 έγγραφες ενημερώσεις από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019).
Με το ως άνω περιεχόμενο, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτώς μεν φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να δικάσει την ένδικη υπόθεση, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρα 18, 22, 27 παρ.1, 31 παρ.3, 35 και 237 επ. ΚΠολΔ), πλην όμως μόνον ως προς τους 1° και 2η των εναγόμενων. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη της παρούσας, η αγωγή αναρμοδίως ασκείται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με τους 3η έως και 6η των εναγομένων, διότι πρόκειται για εργατική διαφορά μεταξύ των τελευταίων και των εναγόντων, αφού η αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων αναπτύχθηκε στο πλαίσιο και εξ αφορμής της σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε συναφθεί μεταξύ τους, ώστε οι εν λόγω εναγόμενες τέλεσαν τις επιλήψιμες πράξεις τους ως εργαζόμενες της 1ns ενάγουσας. Συνεπώς, κατά το σκέλος που η αγωγή στρέφεται κατά των 3ης έως και 6ης των εναγομένων, το Δικαστήριο πρέπει να διατάξει το χωρισμό των δικών και να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο, παραπέμποντας την υπόθεση να δικαστεί από το αρμόδιο Δικαστήριο, (άρθρα 247 παρ.1 και 46 ΚΠολΔ), που είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την ορθή διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, των άρθρων 614 παρ.3 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με τα σχετικώς εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω και κατά τα λοιπά, εν προκειμένω, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού των εναγόμενων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγόντων, προκύπτει ότι οι ενάγοντες κατέθεσαν εκπρόθεσμα τις προτάσεις τους, με αποτέλεσμα, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 272 παρ.1 ΚΠολΔ, να πρέπει αυτοί να δικαστούν ερήμην και η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τους 1° και 2η των εναγόμενων. Ειδικότερα, οι ενάγοντες αιτούνται να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή, που, όπως προελέχθη, κατατέθηκε στις 25-04-2025, όπως προκύπτει από τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…/…/25-04-2025 της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εξάλλου, αυτή επιδόθηκε αυθημερόν σε άπαντες του εναγόμενους, γεγονός που οι τελευταίοι συνομολογούν. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων εκκινούσε στις 27-05-2025, ημέρα Δευτέρα (άρθρο 144 παρ.1 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από τους διαδίκους Πρακτικό Περάτωσης Αρχικής Υποχρεωτικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης, κατ’ άρθρο 7 παρ.4 Ν. 4640/2019, με ημερομηνία σύνταξης 15-05-2025, η έγγραφη γνωστοποίηση προς τους διαδίκους έλαβε χώρα σε άπαντες με αποστολή email στις 5-05-2025, πλην όμως ακόμη δεν είχε εκκινήσει η προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων, ώστε καμία αναστολή της ως άνω δικονομικής προθεσμίας δεν επήλθε, αφού αυτή ακόμη δεν είχε εκκινήσει. Στη συνέχεια, κατά την ίδια ημερομηνία, στις 15-05-2025, προκύπτει ότι οι αντίδικοι υπέγραψαν Ιδιωτικό Συμφωνητικό Υπαγωγής στη Διαμεσολάβηση, ήτοι προσέφυγαν στην οδό της εκούσιας διαμεσολάβησης - δηλαδή σε ημερομηνία κατά την οποία ακόμη δεν είχε εκκινήσει η προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων - του οποίου, ωστόσο, όπως υποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο το ίδιο το σώμα του Πρακτικού, η υπογραφή ολοκληρώθηκε από άπαντες τους διαδίκους ψηφιακά στις 10-06-2025, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο διέδραμε η προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων (που είχε εκκινήσει στις 27-05- 2025). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη της παρούσας, η ανωτέρω δικονομική προθεσμία ανεστάλη για πρώτη φορά στις 10-06-2023, ήτοι 14 ημέρες μετά την έναρξή της. Η ως άνω αναστολή διήρκεσε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα νομική σκέψη και στο άρθρο 9 παρ.3 Ν. 4640/2019, μέχρι και τις 23-06-2025, οπότε και συντάχθηκε και υπογράφηκε, όπως αποδεικνύεται από το ίδιο το κείμενο του προσκομιζόμενου Πρακτικού, το Πρακτικό Αποτυχίας Διαμεσολάβησης από άπαντες τους διαδίκους. Μετά δε την υπογραφή αυτού κατά την ανωτέρω ημερομηνία, εκκίνησε εκ νέου η ανασταλείσα δικονομική προθεσμία, για την λήξη της οποίας απέμεναν άλλες (90 - 14 =) 76 ημέρες. Επομένως, η προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων έληγε στις 8-10-2025. Η δε προθεσμία της προσθήκης - αντίκρουσης έληγε στις 23-10-2025. Επομένως, οι προτάσεις που κατέθεσαν οι ενάγοντες στις 10-11-2025 ήταν εκπρόθεσμες, ομοίως και η από 25-11-2025 προσθήκη - αντίκρουσή τους. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως προς τους 1° και 2η των εναγόμενων, ενώ, ως προς τις λοιπές εναγόμενες, πρέπει το Δικαστήριο, αφού διατάξει το χωρισμό της δίκης ως προς αυτές (3 έως και 6 των εναγόμενων), να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπό κρίση αγωγή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Δικαστήριο, που είναι το Μονομελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν στη δίκη (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των εναγόντων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της δίκης ως προς τις 3η, 4η, 5η και 6η των εναγόμενων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ εαυτόν καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής ως προς τις 3η, 4η, 5η και 6η των εναγόμενων.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπό κρίση αγωγή, ως προς τους ανωτέρω εναγόμενους, στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο, ήτοι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή ως προς τους 1° και 2η των εναγόμενων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τους 1° και 2η των εναγόμενων.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ στις 9/03/2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, 11/03/2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]