ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός Απόφασης 861/2025
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Φωτεινή Δασκαλοπούλου, Πρωτόδικη Ειδικής Επετηρίδας, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από την Γραμματέα Ροή ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 13-05-2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Του ……. του …. - …, ξεναγού, κατοίκου Αθηνών επί της οδού …, με ΑΦΜ…, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου Μελίνας Μουζουράκη.
ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Της εταιρείας με την επωνυμία «…. Τουριστική - Ξενοδοχειακή - ….. Εταιρεία» και το διακριτικό τίτλο «… Α.Ε.» με έδρα τη …. επί της οδού …. αρ. ..ΤΚ. .. με ΑΦΜ…, όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου Κωνσταντίνου Γωνιανάκη.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 11-12-2024 αγωγή του με αριθμό κατάθεσης ….11-12-2024 που προσδιορίστηκε, για να συζητηθεί την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά τη δημόσια συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί και αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών και εργατών για την πληρωμή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών καθώς και οι αξιώσεις κάθε είδους μισθών, ενώ κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 260 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την αναγνώριση αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτή ότι υπάρχει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναγνώριση της αξίωσης για να επιφέρει αποτελέσματα, δηλαδή διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Επιπλέον, κατά το άρθρο 261 του ίδιου Κώδικα, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 198/2021, 1099/2017).
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι παροχές που επαναλαμβάνονται περιοδικά, η δε βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση για τις επαναλαμβανόμενες περιοδικά παροχές και κατά το οποίο ο δικαιούχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τις ζητήσει. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 250 αριθ. 17 Α.Κ., περιοδικώς επαναλαμβανόμενη παροχή, υποκείμενη στη πενταετή παραγραφή, είναι εκείνη η οποία έχει, εκ των προτέρων, καθορισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβάνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, χωρίς να διατελεί ως προς τη γένεση και την ύπαρξή της υπό κάποια αίρεση. Παρέχεται δε με μόνη την πάροδο του χρόνου, που έχει τεθεί από το νόμο ή από δικαιοπραξία, χωρίς να είναι αναγκαίο το περιεχόμενο των εκάστοτε παροχών να είναι ακριβώς όμοιο, αρκεί μόνον να πρόκειται για παροχές σαφώς προκαθορισμένες, που στηρίζονται σε ενιαία σχέση και είναι ενωμένες σε ενιαία νομική και οικονομική οντότητα (Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, άρθρο 250 ΑΚ, αρ. 13, σ. 449, Βαθρακοκοίλη, ΕρμΑΚ, άρθρο 250 ΑΚ, αρ 32, ΟλΑΠ 84/64, ΕΕΝ 31, σ. 434, ΑΠ 103/63, ΝοΒ 11 σ. 768, ΑΠ 334/63, Δνη 3 σ. 644 ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Στην περίπτωση που η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή, ακόμη και στις αξιώσεις του άρθρου 250 Α.Κ., αρχίζει από την άσκηση αυτής, διακοπτόμενη δε μετά από κάθε νέα διαδικαστική πράξη, αρχίζει εκ νέου απ’ αυτήν. Εξάλλου, ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναλαμβάνοντας διάταξη του προϊσχύοντος δικαίου, ότι με την παραίτηση ή απόρριψη αυτή ματαιούται μεν η διακοπή και λογίζεται πως δεν έγινε, πλην όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι χώρησε από την πρώτη αγωγή, χωρίς πάντως να θεωρείται ανεπίτρεπτη η άσκηση νέας αγωγής πριν από την τελεσιδικία που αρχίζει από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης και όχι απλώς από τη δημοσίευση της απορριπτικής οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1221/2011). Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα, οι λόγοι εκείνοι, που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής. Η δε τελεσιδικία της απόφασης αυτής επέρχεται, όταν κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεν μπορεί να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και έφεση κατά της ως άνω απόφασης λόγω παρέλευσης της προθεσμίας για την άσκηση των τακτικών αυτών ενδίκων μέσων ή λόγω παραίτησης από αυτά ή λόγω αποδοχής της πρωτοβάθμιας απόφασης, για το δικονομικό 0ε αυτό ζήτημα δημιουργείται δεδικασμένο κατά το άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από τον περιορισμό του αιτήματος της νέας αγωγής, ούτε από την υποβολή με αυτήν προσθέτου ή διαφόρου αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξίωσης (ΑΠ 505/2020, ΑΠ 261/2022).
Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι είναι διπλωματούχος ξεναγός με έδρα στην Αθήνα και προσφέρει τις υπηρεσίες του εντός της Ελλάδος, σε τουριστικές επιχειρήσεις με έδρα την Αθήνα, ή την ευρύτερη περιφέρεια του λεκανοπεδίου Αττικής αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να ξεναγεί πολυπληθείς ομάδες κυρίως αλλοδαπών (και δη Γερμανών) τουριστών (γκρουπ). Ειδικότερα, από το έτος 2009 έως το έτος 2014, η εναγομένη ανέθετε στον ενάγοντα ατομικά, με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για παροχή εργασίας κατά ορισμένες ημέρες την παροχή υπηρεσιών ξεναγού σε πολυπληθείς ομάδες Γερμανών ή Αυστριακών τουριστών (γκρουπ) στα αξιοθέατα και μνημεία των περιηγήσεων και εκδρομών που είχαν προγραμματιστεί από την εναγόμενη σε διάφορα σημεία της Ελλάδος (ΑΠ 800/1995, ΔΕΝ 1996/158). Περαιτέρω ο ενάγων εκθέτει ότι η αμοιβή του καθορίζονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συβάσεις εργασίας που ίσχυαν ή την τελευταία που ίσχυσε και μέχρις εκδόσεως νεωτέρας. Κατόπιν τούτων, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη για τις αναλυτικώς αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες να του καταβάλει το συνολικό ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και ενός λεπτού (26.689,01 €), για το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 έως και το έτος 2014 με το νόμιμο τόκο, από την επόμενη της ολοκλήρωσης εκάστης σύμβασης ορισμένου χρόνου, ήτοι εκάστης ξενάγησης, άλλως από την επίδοση της πρώτης από 29-12-2016 (ΓΑΚ: …/2016 και ΕΑΚ: 2607/2016) αγωγής του (ήτοι από την 31-12-2016), άλλως δε επικουρικώς νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής του, μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2, 16 περ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ. Είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα για την πληρότητα της ένδικης αγωγής στοιχεία. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αξιώσεις που εγείρει ο ενάγων έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 Α.Κ. (ΑΠ 574/2020, ΑΠ 854/2023, ΕιρΑΘ 776/2023). Ειδικότερα: α) οι αξιώσεις που αφορούν το σύνολο των αιτουμένων από τον ενάγοντα αποδοχών για τα ταξίδια που αυτός πραγματοποίησε, ως ξεναγός, κατά το έτος 2011, παρεγράφησαν, καθόσον η έναρξη της παραγραφής των οικείων αξιώσεων εκκίνησε την 31-12-2011 και συμπληρώθηκε την 31-12-2016. β) Οι αξιώσεις που αφορούν το σύνολο των αιτουμένων από τον ενάγοντα αποδοχών για τα ταξίδια που αυτός πραγματοποίησε, ως ξεναγός, κατά το έτος 2012, παρεγράφησαν, καθόσον η έναρξη της παραγραφής των οικείων αξιώσεων εκκίνησε την 31-12-2012 και συμπληρώθηκε την 31-12-2017. γ) Οι αξιώσεις που αφορούν το σύνολο των αιτουμένων από τον ενάγοντα αποδοχών για τα ταξίδια που αυτός πραγματοποίησε, ως ξεναγός, κατά το έτος 2013, παρεγράφησαν, καθόσον η έναρξη της παραγραφής των οικείων αξιώσεων εκκίνησε την 31-12-2013 και συμπληρώθηκε την 31- 12-2018. δ) Οι αξιώσεις που αφορούν το σύνολο των αιτουμένων από τον ενάγοντα αποδοχών για τα ταξίδια που αυτός πραγματοποίησε, ως ξεναγός, κατά το έτος 2014, παρεγράφησαν, καθόσον η έναρξη της παραγραφής των οικείων αξιώσεων εκκίνησε την 31-12-2014 και συμπληρώθηκε την 31-12-2019.
Η παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων δεν διακόπηκε λόγω της άσκησης της με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …./2016 αγωγής του ενάγοντος, η οποία του επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 31-12-2016 και επί της οποίας εξεδόθη η 1111/4.10.2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε ως αόριστη, καθόσον η ιστορική και νομική βάση της από 31-12-2016 αγωγής είναι διαφορετική σε σχέση με την ιστορική και νομική βάση της υπό κρίση αγωγής. Ειδικότερα: α) Στην πρώτη αγωγή οι συνολικές αποδοχές που δικαιούται ο ενάγων, προ και μετά τον υπολογισμό των καταβολών που έγιναν σε αυτόν από την εναγόμενη, υπολογίσθηκαν σε διαφορετικό ύψος σε σχέση με την δεύτερη αγωγή και επομένως το αγωγικό αίτημα της πρώτης αγωγής τυγχάνει διάφορο του αγωγικού αιτήματος της δεύτερης αγωγής, έστω και εάν επιχειρήθηκε περιορισμός του αιτήματος της δεύτερης αγωγής με σκοπό να εναρμονισθεί προς το αίτημα της πρώτης αγωγής. Ο περιορισμός όμως αυτός δεν μεταβάλει το γεγονός ότι η ιστορική βάση της πρώτης αγωγής συντέθηκε από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά καθορισμού της αμοιβής του ενάγοντος σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίσθηκε ο καθορισμός της αμοιβής και των συναφών αγωγικών αιτημάτων στην δεύτερη αγωγή, β) στην πρώτη αγωγή έγινε λόγος για σαράντα μία επιμέρους συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, έναντι μόλις τριάντα οκτώ στην δεύτερη αγωγή, ήτοι στην δεύτερη αγωγή παραλείφθηκαν τρία ταξίδια, για τα οποία διεκδικήθηκε αμοιβή του ενάγοντος με την πρώτη αγωγή, γ) στην πρώτη αγωγή περιλήφθηκε κονδύλιο για τις υπηρεσίες του ενάγοντος στην Διεθνή έκθεση τουρισμού του Βερολίνου, ενώ τέτοιο κονδύλιο και αίτημα δεν περιλήφθηκε στην δεύτερη αγωγή, δ) στην δεύτερη αγωγή έγινε λόγος για συμφωνία μεταξύ της εναγόμενης και του ενάγοντος για καταβολή σε αυτόν πρόσθετης σταθερής αμοιβής για πραγματοποίηση καθημερινής τετράωρης υπερωριακής εργασίας, συμφωνία για την οποία δεν έγινε μνεία στην πρώτη αγωγή, ε) στην πρώτη αγωγή υπήρξε διαφορετικός υπολογισμός των επιδομάτων εορτών και αδείας σε σχέση με τον υπολογισμό που υιοθετήθηκε στην δεύτερη αγωγή και διαφορετικά ποσά (μικρότερα) αξιώθηκαν για τις εν λόγω αιτίες στην πρώτη αγωγή από τα ποσά που αξιώθηκαν με την δεύτερη αγωγή, στ) στην πρώτη αγωγή υπήρξε διαφοροποιημένη παρουσίαση των αξιώσεων του ενάγοντος σε πρόσθετη αμοιβή λόγω πεζοπορίας (δύο ημέρες το λιγότερο σε κάθε εκδρομή) σε σχέση με τις ίδιες αξιώσεις, όπως εκτέθηκαν στην δεύτερη αγωγή (διεκδίκηση αμοιβών λόγω πεζοπορίας, αναλόγως του προγράμματος εκάστης εκδρομής). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της, ενώ, η δικαστική δαπάνη θα συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόστηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αγωγή.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις …. -2025, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]