ΣΕ ΜΕΙΖΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 834/2026
Συνεδρίασε δημόσια, στις 22 Απριλίου 2026, με την εξής σύνθεση: Σωτηρία Ντούνη, Πρόεδρος, Μαρία Βλαχάκη, Άννα Λιγωμένου, Αγγελική Μαυρουδή, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ελένη Λυκεσά, Δημήτριος Πέππας, Αντιπρόεδροι, Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Δημήτριος Τσακανίκας, Βασιλική Προβίδη, Αργυρώ Μαυρομμάτη, Αντιγόνη Στίνη, Βασιλική Πέππα, Δημήτριος Κοκοτσής, Γεώργιος Παπαϊσιδώρου, Ελένη Σκορδά, Ευθύμιος Καρβέλης, Χρυσούλα Μιχαλάκη, Αικατερίνη Σπηλιοπούλου και Ιουλία Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Σταυρούλα Τσάλα
Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης, Επίτροπος Επικρατείας, ασκών καθήκοντα Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να άρει την αμφιβολία ως προς την έννοια της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 και ως προς τη συμβατότητα αυτής με το άρθρο 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ του Συντάγματος, η οποία εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με το πρακτικό 1/2026 του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΑΒΔ …./8.4.2026) και την 7/2026 Πράξη της Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, και ο Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, παραστάθηκαν αμφότεροι διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Αναστάσιου Ράλλη (ΑΜ/ΝΣΚ …) και της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελικής Λεκάκη (ΑΜ/ΝΣΚ …).
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τους εκπροσώπους του Ελληνικού Δημοσίου και του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, οι οποίοι υποστήριξαν πως η ρύθμιση αφορά σε σαφώς οριοθετημένη κατηγορία συμβάσεων, έχει περιορισμένη χρονική ισχύ και η συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων και λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος επέβαλαν την άμεση σύναψη των εν λόγω συμβάσεων, οι οποίες και δικαιολογούν την παρέκκλιση από τον κανόνα του προηγούμενου της σύναψής τους ελέγχου βάσει των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026. Επιπροσθέτως, ζήτησαν προθεσμία για κατάθεση υπομνήματος και συμπληρωματικών εγγράφων, που τους χορηγήθηκε μέχρι την Παρασκευή 8 Μαΐου 2026.
Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά την από 22.4.2026 έγγραφη γνώμη του, και πρότεινε την άρσης της αμφιβολίας υπέρ της εκδοχής ότι οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 αντίκεινται στο άρθρο 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ του Συντάγματος και επομένως το Ελεγκτικό Συνέδριο στερείται κατά χρόνον αρμοδιότητας να επιληφθεί του ελέγχου της προκείμενης εκτελεστικής σύμβασης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε, στις 13 Μαΐου 2026, σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τις Αντιπροέδρους Άννα Λιγωμένου, Αγγελική Μαυρουδή, Μαρία Αθανασοπούλου και Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη και τις Συμβούλους Βιργινία Σκεύη και Αντιγόνη Στίνη, που απουσίαζαν λόγω κωλύματος (άρθρο 293 παρ. 3 εδ. α΄ του ν. 4700/2020).
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Αργυρώς Μαυρομμάτη και
Αφού σκέφθηκε κατά τον νόμο
Αποφάσισε τα εξής:
1. Κατ’ επίκληση του άρθρου 337 παρ. 3 του ν. 4700/2020 «Ενιαίο κείμενο Δικονομίας για το Ελεγκτικό Συνέδριο, ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο για τον προσυμβατικό έλεγχο (…)» (Α΄ 127), το Ζ΄ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με το πρακτικό 1 της από 26ης Μαρτίου 2026 συνεδρίασής του, ζητεί από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου να άρει την αμφιβολία που ανέκυψε κατά τον έλεγχο νομιμότητας της .... εκτελεστικής σύμβασης με τίτλο «Παροχή υπηρεσιών φύλαξης στο κτήριο .... του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου» αναφορικά με την έννοια της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 και, ακολούθως, ως προς τη συμβατότητα αυτής με το άρθρο 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ του Συντάγματος.
2. Το ως άνω αίτημα άρσης αμφιβολίας νομίμως, σύμφωνα με το άρθρο 326 παρ. 4 του ν. 4700/2020, εισάγεται ενώπιον της μείζονος σύνθεσης της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, κατόπιν της 7/2026 πράξης της Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
3. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και κατά τα ήδη γνωστά στο Δικαστήριο, με την ..../26.5.2021 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Μεταναστευτικής Πολιτικής εγκρίθηκε η διενέργεια διαγωνισμού για την ανάθεση συμφωνίας-πλαίσιο με αντικείμενο την «Παροχή υπηρεσιών Διαχείρισης Εγκαταστάσεων (Facilities Management) κάθε τύπου Δομών Προσωρινής Υποδοχής και Φιλοξενίας αιτούντων άσυλο προσφύγων και μεταναστών και συναφών υποδομών και εγκαταστάσεων, καθώς και κτιριακών υποδομών κάθε Υπηρεσίας αρμοδιότητας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου (ΥΜΑ)», διάρκειας τεσσάρων (4) ετών και με κριτήριο ανάθεσης την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει τιμής. Η συνολική εκτιμώμενη αξία ανήλθε σε 456.000.000 ευρώ με συγχρηματοδότηση από ενωσιακούς πόρους του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης (AMIF) και του Ταμείου Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Συνόρων (BMVI) της προγραμματικής περιόδου 2021 – 2027 με δυνατότητα αξιοποίησης πόρων και από κάθε άλλη πηγή. Το φυσικό αντικείμενο αυτής συνίστατο στην παροχή των εξής ενοτήτων εργασιών: Ενότητα 1. Υπηρεσίες καθαρισμού χώρων, Ενότητα 2. Υπηρεσίες φύλαξης χώρων και Ενότητα 3. Υπηρεσίες τεχνικής διαχείρισης /συντήρησης εγκαταστάσεων. Η συμφωνία υποδιαιρέθηκε σε έξι (6) επιμέρους Τμήματα βάσει της γεωγραφικής διασποράς των Δομών και Υπηρεσιών του ΥΜΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και το ΤΜΗΜΑ 4 «Περιφέρειες ....». Στους όρους της οικείας διακήρυξης που αφορούσε στο Στάδιο Β΄ «Ανάθεση πρόσκληση υποβολής προσφορών» του διαγωνισμού ορίζονταν στο άρθρο 5.1 ότι: «5.1.1 Κατόπιν της σύναψης της συμφωνίας πλαίσιο με τον αντισυμβαλλόμενο οικονομικό φορέα που θα αναδειχθεί σύμφωνα με την ανωτέρω διαδικασία, το Έργο θα χωριστεί σε επιμέρους υποέργα (εκτελεστικές συμβάσεις), ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της αναθέτουσας αρχής, των οποίων το επακριβές αντικείμενο, συνολικό τίμημα καθώς και τα χρονοδιαγράμματα εκτέλεσης δεν είναι γνωστά εκ των προτέρων, αλλά θα καθορίζονται στην κάθε εκτελεστική σύμβαση που θα υπογράφεται μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και του αναδόχου, ο οποίος θα καλείται προς υπογραφή (…)», και στο άρθρο 5.5 «5.5.1 Η εκτελεστική σύμβαση θεωρείται ότι εκτελέστηκε όταν: α. Παραδόθηκε το σύνολο των προβλεπόμενων υπηρεσιών και παραδοτέων, β. Παραλήφθησαν οριστικά (ποσοτικά και ποιοτικά) οι προβλεπόμενες υπηρεσίες και παραδοτέα. γ. Έγινε η αποπληρωμή του συμβατικού τιμήματος αφού, προηγουμένως επιβλήθηκαν τυχόν κυρώσεις ή εκπτώσεις. δ. Εκπληρώθηκαν και οι τυχόν λοιπές συμβατικές υποχρεώσεις και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και αποδεσμεύτηκαν οι σχετικές εγγυήσεις κατά τα προβλεπόμενα από την εκτελεστική σύμβαση».
4. Επακολούθησε η 408/2021 θετική Πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου, με την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος σχεδίου για το ΤΜΗΜΑ 4 μεταξύ του ΥΜΑ και της ένωση οικονομικών φορέων «ΕΝΩΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ .... A.E. – .... S.A.» έναντι του συνολικού ποσού των 120.884.978,20 ευρώ πλέον ΦΠΑ (149.897.372,97 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ βλ. τη σχετική ..../28.9.2021 υπογραφείσα σύμβαση, στην οποία επαναλαμβάνονται οι ανωτέρω όροι της διακήρυξης).
5. Σε εκτέλεση των ανωτέρω, χωρίς να προηγηθεί στάδιο προσυμβατικού ελέγχου, στις 10.11.2023 συνήφθη με τον ανωτέρω ανάδοχο η .... εκτελεστική σύμβαση για το υποέργο «Παροχή υπηρεσιών φύλαξης στο κτήριο .... του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου», με συμβατικό τίμημα 1.992.447,16 ευρώ πλέον ΦΠΑ (ήτοι 2.470.634,48 ευρώ με ΦΠΑ) και καταληκτική ημερομηνία της διάρκειάς στις 31.12.2024. Η χρηματοδότηση αυτής ορίστηκε ότι θα βαρύνει τις πιστώσεις του τακτικού προϋπολογισμού του ΥΠΑ (βλ. τις οικείες ..../9.11.2023 και ..../19.5.2023 αποφάσεις ανάληψης πίστωσης). Περαιτέρω, σε συμμόρφωση προς την 30/2023 θετική Πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η 2η τροποποίηση της ..../28.9.2021 υπογραφείσας συμφωνίας-πλαίσιο ως εκ της αύξησης του νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, υπεγράφη στις 27.12.2024 η 1η τροποποίηση της επίδικης .... εκτελεστικής σύμβασης με αύξηση του τιμήματος σε 2.076.643,79 ευρώ πλέον ΦΠΑ (ήτοι 2.575.038,30 ευρώ με ΦΠΑ). Με το ..../5.3.2026 διαβιβαστικό έγγραφο της Υπηρεσιακής Γραμματέως του ΥΜΑ υπεβλήθησαν σε έλεγχο επιγενομένως της υπογραφής τους, κατ’ επίκληση της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 και εντός της τασσόμενης τρίμηνης προθεσμίας, η ανωτέρω εκτελεστική σύμβαση και η 1η τροποποίηση αυτής, με την επισημείωση ότι δεν καταβλήθηκε η αμοιβή του αναδόχου.
6. Τα παραπεμπόμενα ζητήματα που τέθηκαν από το Κλιμάκιο είναι τα εξής: Καταρχάς, δοθέντος ότι η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 δεν προβλέπει τις συνέπειες σε περίπτωση που ο προσυμβατικός έλεγχος αποβεί αρνητικός, ανακύπτει το ερμηνευτικό ζήτημα εάν με την επίμαχη διάταξη η αποπληρωμή της δαπάνης των ήδη υλοποιηθεισών εκτελεστικών συμβάσεων τελεί υπό την προϋπόθεση της θετικής έκβασης του ελέγχου νομιμότητας ή αν εισάγεται μία ρύθμιση δημοσιονομικής τακτοποίησης υπό τον όρο τήρησης της προθεσμίας υποβολής σε προσυμβατικό έλεγχο ανεξαρτήτως έννομων συνεπειών (βλ. σκέψη 15 και 16 του 1/2026 Πρακτικού). Και, δεύτερον, υπό την εκδοχή ότι η πληρωμή των σχετικών δαπανών τελεί υπό την προϋπόθεση της θετικής έκβασης του εκ των υστέρων προσυμβατικού ελέγχου, το Κλιμάκιο αμφιβάλλει για τη συμβατότητα της επίμαχης διάταξης προς τον τιθέμενο από το άρθρο 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ του Συντάγματος κανόνα, δεδομένου ότι έχει απωλέσει τη χρονική του αρμοδιότητα να προβεί σε έλεγχο νομιμότητας για τις ήδη εκτελεσθείσες συμβάσεις και, έτι περαιτέρω, ο έλεγχος έχει απωλέσει την πρακτική του αποτελεσματικότητα και δεν συντρέχουν λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν την επίμαχη νομοθετική παρέμβαση (βλ. σκέψεις 17 21 του οικείου Πρακτικού).
7. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος σύμφωνα με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ο έλεγχος των δημοσίων συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας από το Δικαστήριο απέκτησε συνταγματική κατοχύρωση, καθόσον, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 98 του Συντάγματος, στις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκαταλέγεται και «ο έλεγχος συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με το Δημόσιο από την άποψη αυτή, όπως νόμος ορίζει». Όπως προκύπτει από τις σχετικές αιτιολογικές εκθέσεις και τις συζητήσεις στη Βουλή, η εν λόγω αρμοδιότητα ανατέθηκε στο Δικαστήριο ως θεσμική εγγύηση του κράτους δικαίου, υπαγορευόμενη από τις απαιτήσεις διασφάλισης του αδιάβλητου της διαδικασίας ανάθεσης των μεγάλης οικονομικής αξίας δημοσίων συμβάσεων. Ο έλεγχος των δημοσίων συμβάσεων υψηλής οικονομικής αξίας, επομένως, καθιερώθηκε συνταγματικώς με σκοπό τον σεβασμό βασικών αξιών του κράτους δικαίου, όπως η διαφάνεια και η αντικειμενικότητα στην ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων, εξ ου και η ειδική στόχευσή του, ήτοι ο εντοπισμός ουσιωδών παραλείψεων ή παραβάσεων της κείμενης νομοθεσίας από τις αναθέτουσες αρχές (βλ. ΕλΣυν Ολ. Πρακτικά 5ης Γεν. Συν. της 19.2.2020, 2237/2014, βλ. ΕλΣυν Ολ. 17/2023, 792/2022, 743,742/2023, 1384/2021).
8. Με τις εκτελεστικές του άρθρου 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ του Συντάγματος διατάξεις των άρθρων 324 επομ. του ν. 4700/2020 (Α΄127) αναμορφώθηκε το νομικό πλαίσιο του ασκούμενου από το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχου των συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας, οριζομένου, ειδικότερα, στο άρθρο 324 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου ότι «1. Στις συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (…), που συνάπτονται από το Δημόσιο (…), η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου επτακοσίων χιλιάδων (1.700.000,00) ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, διενεργείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας, πριν από τη σύναψή τους, από Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (…) 3. Ειδικά για τις συμβάσεις των παρ. 1 και 2, που συγχρηματοδοτούνται από ενωσιακούς πόρους, (…), διενεργείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας πριν από τη σύναψή τους από Κλιμάκια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη, μη συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ.», στο άρθρο 326 παρ. 1 ότι «Για τον σκοπό του ελέγχου που προβλέπεται στο παρόν Κεφάλαιο, υποβάλλεται στο οικείο κατά περίπτωση Κλιμάκιο Προσυμβατικού Ελέγχου (…) από τον αρμόδιο υπουργό ή φορέα ο φάκελος με όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία. Ο έλεγχος ολοκληρώνεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη διαβίβαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο του σχετικού φακέλου (...)» και στο άρθρο 327 ότι «Αν δεν διενεργηθεί ο έλεγχος που προβλέπεται στις παρ. 1 έως 3 του άρθρου 324, η σύμβαση που συνάπτεται είναι άκυρη». Συναφώς δε προς τα ανωτέρω, στο άρθρο 105 παρ. 3 περιπτ. γ΄ του ν. 4412/2016 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (…)» (Α΄ 147), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά από την αντικατάστασή του με το άρθρο 45 του ν. 4782/2021 (Α΄ 36), περιλαμβάνεται ειδική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία, προκειμένου να καταστεί οριστική η κατακυρωτική απόφαση, επιβάλλεται, πέραν των άλλων προϋποθέσεων, να έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς ο προσυμβατικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο.
9. Από το πλέγμα των εκτιθέμενων διατάξεων προκύπτει ότι ο νομοθέτης, επιδιώκοντας την εμπέδωση της διαφάνειας και αντικειμενικότητας στη συμβατική δραστηριότητα της Διοίκησης, θέσπισε, ως κανόνα και ουσιώδη τύπο της διαδικασίας σύναψης των δημοσίων συμβάσεων, τον έλεγχό τους από το Ελεγκτικό Συνέδριο στο στάδιο πριν από την υπογραφή και, κατά μείζονα λόγο, πριν από την έναρξη της εκτέλεσής τους. Ο νομοθέτης, δηλαδή, συνεκτιμώντας ότι σκοπός του ελέγχου είναι πρωτίστως και πρωταρχικώς η διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος και η προστασία του δημοσίου χρήματος, μέσω της αποτροπής κατάρτισης μη νόμιμων συμβάσεων, ηθέλησε κατ’ αρχήν προληπτικό και όχι κατασταλτικό τον έλεγχο και ρητώς περί τούτου εκφράσθηκε, ορίζοντας ότι ο έλεγχος νομιμότητας της υποκείμενης σε αυτόν δημόσιας σύμβασης διενεργείται «πριν από τη σύναψή της». Η, κατά παράβαση δε του ουσιώδους αυτού τύπου, παράλειψη υποβολής της σύμβασης στο Ελεγκτικό Συνέδριο για την άσκηση του προηγούμενου ελέγχου νομιμότητας, συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακυρότητα αυτής, θεραπεία της οποίας δεν χωρεί, ούτε με την εκ των υστέρων, ήτοι μετά την κατάρτιση της σύμβασης και την υπογραφή του συμβατικού κειμένου, υποβολή της στο Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ. ΕλΣυν Ολ. Πρακτικά 7ης Γεν. Συν. της 7.3.2001, θέμα Δ΄, βλ. ΕλΣυν Ολ. 17/2023, 792/2022, 743,742/2023).
10. Ως εκ της γενικής επιφύλαξης υπέρ του νόμου που διαλαμβάνει το άρθρο 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ του Συντάγματος δεν αποκλείεται η, διά νόμου, διαφοροποίηση-εξαίρεση κατά την άσκηση του ελέγχου νομιμότητας των δημοσίων συμβάσεων από το Ελεγκτικό Συνέδριο από τον κατά τα ανωτέρω τιθέμενα με τις διατάξεις του ν. 4700/2020 κανόνα του προγενέστερου της σύναψης της σύμβασης ελέγχου, χάριν της εξυπηρέτησης, κατά πρόσφορο και αποτελεσματικό τρόπο, ειδικώς διαρρυθμιζόμενο από τις οικείες διατάξεις, συνταγματικώς θεμιτού δημόσιου σκοπού και υπό τον όρο ότι πρόκειται για περιορισμούς συμβατούς με τις απαιτήσεις του κράτους δικαίου, οι οποίοι δεν καταλείπουν περιθώριο αυθαιρεσιών, ούτε άγουν στην ουσιαστική ματαίωση της συνταγματικώς κατοχυρωμένης σχετικής αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Άλλωστε, ο κοινός νομοθέτης είναι ελεύθερος να επιλέγει το περιεχόμενο και τον τρόπο της νομοθέτησης, υπό την αναγκαία, όμως, προϋπόθεση ότι αυτή είναι σύμφωνη με τις επιταγές του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτό γενικές αρχές (βλ. ΕλΣυν Ολ. Πρακτικά 9ης Γεν. Συν. της 27.6.2018).
11. Ήδη, ο ίδιος ν. 4700/2020, με το άρθρο 356 του οποίου καταργήθηκε κάθε προγενέστερη γενική και ειδική διάταξη που αναφέρεται σε θέματα ρυθμιζόμενα από αυτόν, στο άρθρο 325 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 97 παρ. 2 ν. 4821/2021 (Α΄ 134), με τίτλο «Εξαιρέσεις από τον προσυμβατικό έλεγχο» ορίζει ότι: «1. (…) 2. Κατ’ εξαίρεση όσων προβλέπονται στο άρθρο 324, οι συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας για την εκτέλεση δρομολογίων στις θαλάσσιες ενδομεταφορές, σύμφωνα με τις παρ. 8, 9 και 11 του άρθρου όγδοου του ν. 2932/2001 (Α΄ 145), μπορούν να συναφθούν χωρίς προηγούμενη υποβολή στο Ελεγκτικό Συνέδριο σχεδίου σύμβασης με τον σχετικό φάκελο για έλεγχο νομιμότητας, ή πριν από την ολοκλήρωση του ανωτέρω ελέγχου. Στις περιπτώσεις αυτές, η συναφθείσα σύμβαση και ο σχετικός φάκελος υποβάλλονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την υπογραφή της. Αν η σύμβαση και ο σχετικός φάκελος δεν υποβληθούν εντός της ανωτέρω προθεσμίας ή αν ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποβεί αρνητικός, η σύμβαση θεωρείται ως μηδέποτε συναφθείσα. 3. Κατ’ εξαίρεση όσων προβλέπονται στο άρθρο 324, οι συμβάσεις της παρ. 3 του άρθρου 54 του ν. 4662/2020 (Α΄ 27) μπορούν να συναφθούν χωρίς προηγούμενη υποβολή στο Ελεγκτικό Συνέδριο σχεδίου σύμβασης με τον σχετικό φάκελο για έλεγχο νομιμότητας, ή πριν από την ολοκλήρωση του ανωτέρω ελέγχου. Στις περιπτώσεις που η δαπάνη ξεπερνά το ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, η συναφθείσα σύμβαση και ο σχετικός φάκελος υποβάλλονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο εντός προθεσμίας τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από την υπογραφή της. Αν η σύμβαση και ο σχετικός φάκελος δεν υποβληθούν εντός της ανωτέρω προθεσμίας ή αν ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποβεί αρνητικός, η σύμβαση θεωρείται ως μηδέποτε συναφθείσα. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας και με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται όλα τα αναγκαία ζητήματα σχετικά με την αποζημίωση της θετικής ζημίας του αντισυμβαλλόμενου του Δημοσίου που υποβλήθηκε σε δαπάνες πριν από την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης του προηγούμενου εδαφίου.». Εξαιρέσεις από τον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας των δημοσίων συμβάσεων προβλέπονται και σε άλλες νομοθετικές διατάξεις που δεν είναι μεν ενσωματωμένες στον ν. 4700/2020, παραπέμπουν, όμως, ρητώς στα άρθρα αυτού περί προσυμβατικού ελέγχου (βλ. ενδεικτικά άρθρο 13 του ν. 3978/2011, Α΄ 137, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 158 του ν. 4782/2021, Α΄ 36, που αφορά σε δημόσιες συμβάσεις έργων, υπηρεσιών και προμηθειών στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας).
12. Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του εξαιρετικού χαρακτήρα τους, είναι στενά ερμηνευτέες, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται η αναλογική εφαρμογή τους επί κατηγοριών συμβάσεων που δεν εμπίπτουν στις προαναφερθείσες εξαιρέσεις (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 792/2022, 308/2022). Αντίθετη τυχόν εκδοχή που θα επέτρεπε, σε κάθε περίπτωση, τον έλεγχο σύμβασης που έχει ήδη υπογραφεί ή εκτελεσθεί, έστω και μερικώς, χωρίς σχετική ρητή ειδική νομοθετική πρόβλεψη που να ορίζει το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να υποβάλλονται οι συναφθείσες συμβάσεις στον έλεγχο, καθώς και τις συνέπειες μη υποβολής τους, και χωρίς να συντρέχει ειδικός προς τούτο δικαιολογητικός λόγος, θα είχε ως αποτέλεσμα ο εκ των υστέρων έλεγχος δημοσίων συμβάσεων, αντί να αποτελεί την εξαίρεση, να καθίσταται πλέον ο κανόνας. Τούτο, όμως, θα έθετε εκποδών τις πάγιες ρυθμίσεις που ο ίδιος ο κοινός νομοθέτης έχει επιλέξει ως πρόσφορο και αναγκαίο τρόπο για την πραγμάτωση των αρχών του κράτους δικαίου στο πεδίο του ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας, και θα αναιρούσε την πρακτική αποτελεσματικότητα του ελέγχου, αφού ο σκοπός καθιέρωσης αυτού δεν θα ικανοποιείτο, υπό την έννοια ότι ούτε η κατάρτιση συμβάσεων ερειδομένων σε νομικώς πλημμελείς διαδικασίες επιλογής του αναδόχου θα αποτρεπόταν, ούτε τα ενδεχομένως βελτιωτικά αποτελέσματα του ελέγχου θα μπορούσαν να ενσωματωθούν και να αποτελέσουν περιεχόμενο της συμβατικής σχέσης των μερών (βλ. ΕλΣυν Ολ. 17/2023, 792/2022).
13. Στο άρθρο 60 του ν. 5275/2026 «Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης, ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233 σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών, ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζομένους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος, τροποποιήσεις του Κώδικα Μετανάστευσης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 17/6.2.2026) υπό τον τίτλο «Διευθέτηση οικονομικών εκκρεμοτήτων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου» ορίζονται τα εξής: «1. Για τις εκτελεστικές συμβάσεις οι οποίες έχουν συναφθεί στο πλαίσιο της Συμφωνίας Πλαίσιο «Παροχή υπηρεσιών Διαχείρισης Εγκαταστάσεων (Facilities Management) κάθε τύπου Δομών Προσωρινής Υποδοχής και Φιλοξενίας αιτούντων άσυλο προσφύγων και μεταναστών και συναφών υποδομών και εγκαταστάσεων, καθώς και κτιριακών υποδομών κάθε Υπηρεσίας αρμοδιότητας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου» και συγκεκριμένα: α) υπ’ αρ. .... (…., …..), ….(….), … (….), …. (…., ….), ….(…..), ….(…), … (…, …), ....(…, ….),…(…), ….(….,….) και β) υπ’ αρ. …. (…, …, …), … (…, ….), οι οποίες συνήφθησαν, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες προσυμβατικές διαδικασίες και ιδίως η υποβολή σε προσυμβατικό έλεγχο από το Ελεγκτικό Συνέδριο, χορηγείται αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος για την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών. Υπό τον όρο της τήρησης της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, οι δαπάνες των εκτελεστικών συμβάσεων της περ. α) στο σύνολό τους και οι δαπάνες τακτικού προϋπολογισμού των εκτελεστικών συμβάσεων της περ. β) θεωρούνται νόμιμες και κανονικές στο σύνολό τους και οι εκκρεμούσες δαπάνες αναλαμβάνονται, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται σε βάρος των πιστώσεων του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου (…)».
14. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 5275/2026 το θεσπισθέν κανονιστικό πλαίσιο στοχεύει στην αναμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για τη μεταναστευτική πολιτική και στην αντιμετώπιση ζητημάτων συνεπεία λειτουργικών δυσχερειών στο πεδίο εφαρμογής της μεταναστευτικής διοίκησης. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι με τη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 60 «διευθετούνται οικονομικές εκκρεμότητες του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, που προέρχονται από: α) Εκτελεστικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της Συμφωνίας Πλαίσιο «Παροχή υπηρεσιών Διαχείρισης Εγκαταστάσεων (Facilities Management) κάθε τύπου Δομών Προσωρινής Υποδοχής και Φιλοξενίας αιτούντων άσυλο προσφύγων και μεταναστών και συναφών υποδομών και εγκαταστάσεων, καθώς και κτιριακών υποδομών κάθε Υπηρεσίας αρμοδιότητας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου», οι οποίες εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τις πιστώσεις του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου (…). Τέλος, η ρύθμιση του άρθρου 60 είναι αναγκαία για την ομαλή αποπληρωμή των εκτελεστικών συμβάσεων που περιλαμβάνει, δεδομένου ότι έχουν παρασχεθεί οι σχετικές υπηρεσίες από τους αναδόχους και έχουν εξασφαλιστεί οι σχετικές πιστώσεις στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Στη διάταξη περιλαμβάνονται συμβάσεις για τις οποίες δεν είχε πραγματοποιηθεί προσυμβατικός έλεγχος. (…). Διευκρινίζεται ότι οι τακτοποιούμενες δαπάνες FM αφορούν εκτελεστική σύμβαση facility management παρελθοντικού χρονικού διαστήματος, ως προς την οποία δεν τηρήθηκε η διαδικασία του προσυμβατικού ελέγχου. Ωστόσο, από τον ίδιο πάροχο και στο πλαίσιο της αυτής σύμβασης πλαίσιο ακολούθησαν πανομοιότυπες εκτελεστικές συμβάσεις, οι οποίες υποβλήθηκαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο και εγκρίθηκαν στο σύνολό τους ως προς τη νομιμότητά τους, όπως και η εν ισχύ σήμερα σύμβαση του παρόχου, ο οποίος εξυπηρετεί το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και τις δομές του. Δεδομένης λοιπόν της θετικής κρίσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί σχεδίου συμβάσεων με τον αυτό πάροχο και το αυτό αντικείμενο (βλ. ενδεικτικά πράξεις …/2024, …/2024, …/2024, …/2024 και …/2025 του Αναπληρωτή Επιτρόπου στην … Υπηρεσία Επιτρόπου Τομέα Εσωτερικών και Προστασίας του Πολίτη), προτείνεται η τακτοποίηση και των εν λόγω δαπανών για πράγματι παρασχεθείσες υπηρεσίες, επί τη βάσει ενός κειμένου σύμβασης πολλαπλώς ελεγμένου. (…)».
15. Επισημαίνεται ότι, κατά τη διερεύνηση από την Ολομέλεια των δύο παραπεμπόμενων ενώπιόν της ζητημάτων, πρέπει καταρχάς να ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για εκτελεστικές συμβάσεις συμφωνίας-πλαίσιο. Οι συμφωνίες πλαίσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 39 παρ. 1 και 9 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147) ως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τα άρ. 22 ν. 4441/2016 (Α΄ 227), 43 παρ. 4 ν. 4605/2019 (Α΄ 52) και 1 ν. 4782/2021 (Α΄ 36), αποτελούν ειδικότερη μορφή δημοσίων συμβάσεων, συνάπτονται μεταξύ μιας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων, με σκοπό τον καθορισμό των όρων που θα διέπουν τις συμβάσεις που πρόκειται να συναφθούν σε εκτέλεσή τους κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου (εκτελεστικές). Ειδικότερα, οι συμφωνίες-πλαίσιο επιτρέπουν στις αναθέτουσες αρχές, διασφαλίζοντας την ευελιξία τους, να προεπιλέγουν, με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον ν. 4412/2016, δυνητικούς αντισυμβαλλόμενους, κατάλληλους για την εκτέλεση των ζητούμενων παροχών, δεσμεύοντάς τους ως προς τα οριζόμενα στη συμφωνία-πλαίσιο στοιχεία. Σε περίπτωση που η συμφωνία πλαίσιο συνάπτεται με έναν μόνο οικονομικό φορέα, οι συμβάσεις που συνάπτονται ακολούθως (εκτελεστικές), εάν και όποτε ανακύψει η συγκεκριμένη ανάγκη, εντός του χρόνου ισχύος της, βασίζονται σε αυτή τη συμφωνία-πλαίσιο και ανατίθενται σύμφωνα με τους όρους της, ενώ παρέχεται η δυνατότητα στις αναθέτουσες αρχές να διαβουλεύονται εγγράφως με τον ανάδοχο, τη βελτίωση των όρων της εκτελεστικής σύμβασης, σε σχέση με τη συμφωνία πλαίσιο, υπό τον όρο, βέβαια, ότι η τυχόν συμπλήρωση της προσφοράς του αναδόχου δεν άγει σε ουσιώδη τροποποίηση των όρων της συμφωνίας πλαίσιο, υπό την έννοια του άρθρου 132 παρ. 1 εδ. 3 και παρ. 4 του ν. 4412/2016 (ΕλΣυν Ολ. 178/2022, VI Tμ 841/2018 κ.ά.).
16. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω και χάριν διαφύλαξης τόσο της πρακτικής αποτελεσματικότητας του ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσο και της φύσης της συμφωνίας-πλαίσιο, ως εργαλείου που παρέχει ευελιξία και ταχύτητα στις αναθέτουσες αρχές κατά την παροχή υπηρεσιών, σε περίπτωση σύναψης συμφωνίας-πλαίσιο, η οποία έχει υποβληθεί στον προσυμβατικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ο σχετικός έλεγχος έχει αποβεί θετικός ήτοι δεν διαπιστώθηκαν ουσιώδεις παρατυπίες επί της προπαρασκευαστικής διαδικασίας προσφυγής στην ανάθεση σε τρίτους και της διαδικασίας αναθέσεως καθ’ εαυτήν, κρίθηκε δε ότι οι όροι της οικείας συμφωνίας-πλαίσιο είναι νόμιμοι, ώστε να μην συντρέχει λόγος που να κωλύει την υπογραφή του σχεδίου συμβάσεως δεν είναι επιτρεπτός ο επανέλεγχος των οριστικώς κριθέντων εξ αφορμής του ελέγχου νομιμότητας σχεδίου εκτελεστικής συμβάσεως, που συνάπτεται σε εκτέλεση και κατ’ επίκληση των όρων της ήδη ελεγχθείσας συμφωνίας-πλαίσιο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39 παρ. 4 και 5 του ν. 4412/2016 (πρβ. ΕλΣυν Ολ. 1345/2024, 1377/2024, Έβδομο Τμ. 776/2024, Τμ. VI 841/2018). Βεβαίως, αφενός η δημοσιονομική υποχρέωση έναντι του μοναδικού προεπιλεγέντα ή των πλειόνων προεπιλεγέντων αναδόχων γεννάται μόνον από τις επιμέρους συμβάσεις που θα συναφθούν σε εκτέλεσή της (εκτελεστικές), αφετέρου οι κανόνες που ρυθμίζουν την ανάθεση και σύναψη της συμφωνίας πλαίσιο και οι αντίστοιχοι των εκτελεστικών αυτής συμβάσεων δεν ταυτίζονται απόλυτα, με συνέπεια η κρίση του Κλιμακίου ότι δεν διαπιστώνονται ουσιώδεις πλημμέλειες και ότι δεν κωλύεται η υπογραφή της συμφωνίας-πλαίσιο να μην συνεπάγεται αυτομάτως και τη νομιμότητα και των οικείων εκτελεστικών συμβάσεων. Εξού και προβλέπεται αυτοτελής έλεγχος των εκτελεστικών της συμφωνίας-πλαίσιο συμβάσεων από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ανεξάρτητα από την θετική έκβαση του προσυμβατικού ελέγχου επί της συμφωνίας-πλαίσιο [άρ. 39 παρ. 9 ν. 4412/2016, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 43 παρ. 4 ν. 4605/2019 (Α΄ 52)]. Όμως σε περίπτωση ελέγχου εκτελεστικής συμφωνίας-πλαίσιο σύμβασης, όπως στην προκειμένη υπόθεση, η έκταση του ελέγχου έχει όρια. Συγκεκριμένα στο πεδίο ελέγχου, που αφορά στην εκτελεστική σύμβαση, εμπίπτει η συμβατότητα της σχετικής διαδικασίας συνάψεως της εκτελεστικής συμβάσεως με το κανονιστικό πλαίσιο της διαδικασίας αναθέσεως, βάσει των ρυθμίσεων του άρθρου 39 του ν. 4412/2016, καθώς και της διαπίστωσης της μη απόκλισης, άλλως της εναρμόνισης των όρων της με τους ήδη ελεγχθέντες και οριστικώς κριθέντες ως προς τη νομιμότητά τους όρους της συμφωνίας-πλαίσιο. Ο έλεγχος περιλαμβάνει, επιπλέον, τον καθολικό έλεγχο της νομιμότητας της εκτελεστικής συμβάσεως καθ’ εαυτής, υπό τον όρο, βέβαια, ότι δεν επανελέγχονται τα, προηγουμένως, κατά τρόπο οριστικό, κριθέντα, από το Ελεγκτικό Συνέδριο, που αφορούν στη νομιμότητα της συμφωνίας-πλαίσιο. Ακόμη δεν επιτρέπεται να πραγματοποιείται επανέλεγχος των ζητημάτων για τα οποία δεν διατυπώθηκε μεν ειδική, ρητή κρίση, πλην, όμως, τα ζητήματα αυτά αφορούν στη νομιμότητα της διαδικασίας που είχε ως συνέπεια την ανάθεση και σύναψη της συμφωνίας-πλαίσιο (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1345/2024, 1377/2024, Έβδομο Τμ. 776/2024). Κατ’ ακολουθία αυτών ο έλεγχος της εκτελεστικής συμφωνίας-πλαίσιο σύμβασης απαιτείται μεν αλλά είναι περιορισμένος από τη φύση του.
17. Eπί της συμβατότητας της ως άνω διάταξης υπό την προεκτεθείσα έννοια αυτής με το άρθρο 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ του Συντάγματος, επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, η υπενθύμιση ότι, ως εκ του παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου χαρακτήρα του, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, όπως αυτός που εν προκειμένω καλείται να διενεργήσει η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, ασκείται ενόψει των νομικών και πραγματικών δεδομένων της εκάστοτε επίμαχης διαφοράς και στο μέτρο και μόνον που απαιτείται για τις ανάγκες επίλυσής της (βλ. ΕλΣυν Ολ. 743/2022 σκ. 8) και δη, υπό το πρίσμα αυτό, διαγνώσκεται η συμβατότητα της επίμαχης διάταξης προς τον ανωτέρω συνταγματικό κανόνα.
18. Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, καταρχάς, από το περιεχόμενο της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 καθίσταται σαφές ότι η εν λόγω ρύθμιση αφορά σε αριθμητικά προσδιορισμένες και εκ των προτέρων εξατομικευμένες εκτελεστικές συμβάσεις που συνήφθησαν στο πλαίσιο της αναφερόμενης στη σκέψη 4 συμφωνίας-πλαίσιο. Ως εκ της οριοθέτησής τους από τον νομοθέτη, καθίσταται πρόδηλο ότι με την επίμαχη διάταξη δεν εισάγεται πάγια, αλλά περιορισμένης χρονικής ισχύος ρύθμιση, δοθέντος ότι η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή αυτών σε έλεγχο νομιμότητας έχει ήδη εκπνεύσει. Δεύτερον, η εν λόγω ταχθείσα τρίμηνη προθεσμία παρίσταται αρκούντως εύλογη, ενόψει του ενδιαφέροντος του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου (ΥΜΑ) να ολοκληρώσει άμεσα την διαδικασία ελέγχου νομιμότητας των εκτελεστικών συμβάσεων, ενώ είναι εναρμονισμένη και με το άρθρο 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο η Διοίκηση υποχρεούται να προβαίνει στις κατά νόμο ενέργειές της μέσα σε εύλογο χρόνο, ο οποίος δεν πρέπει να υπερβαίνει το τρίμηνο. Η δε εκκίνηση της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας από την έναρξη ισχύος του νόμου παρίσταται, επίσης, εύλογη καθόσον η διενέργεια του εκ των υστέρων ελέγχου των επίμαχων εκτελεστικών συμβάσεων θεσπίστηκε το πρώτον με την υπό αμφιβολία διάταξη. Τρίτον, ο έλεγχος νομιμότητας των εκτελεστικών αυτών συμβάσεων δεν στερείται αντικειμένου και δεν έχει απωλέσει την πρακτική του αποτελεσματικότητα, διότι σύμφωνα με το άρθρο 5.5.1 της οικείας διακήρυξης όσο εξακολουθεί να εκκρεμεί η εξόφληση του συμβατικού τιμήματος η εκτέλεση αυτών δεν ολοκληρώθηκε, ιδίως υπό την εκδοχή ότι τυχόν αρνητική έκβαση αυτού άγει τελικώς στη μη αποπληρωμή των δαπανών. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει των 408/2021 και 30/2023 θετικών κρίσεων του Ζ΄ Κλιμακίου επί της ήδη ελεγχθείσας συμφωνίας-πλαίσιο, έχει διαπιστωθεί η τήρηση της νομιμότητας και της διαφάνειας της διαδικασίας ανάθεσής της και η αποφυγή ουσιωδών πλημμελειών και, ως εκ τούτου, κατά τον έλεγχο νομιμότητας των εκτελεστικών συμβάσεων δεν θα εμφιλοχωρήσει επανέλεγχος των οριστικώς κριθέντων. Επομένως, ο έλεγχος της εκτελεστικής της συμφωνίας-πλαίσιο σύμβασης είναι από τη φύση του περιορισμένος. Επίσης, από την αιτιολογική έκθεση και το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επίμαχη ρύθμιση προκύπτει ότι ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισής της συνάπτεται με την ομαλή συνέχιση και ολοκλήρωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στις υποδομές του ΥΜΑ εκ μέρους των αναδόχων με την αποπληρωμή αυτών, προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη και συνεχής λειτουργία τους και, συνακόλουθα, να διαφυλαχθεί το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των φιλοξενούμενων πολιτών τρίτων χωρών (πρβλ. και ΕλΣυν Ολ. 17/2023).
19. Eπί της συνταγματικής συμβατότητας της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 λεκτέα τα εξής: Από το σύνολο της προπαρατιθέμενης νομοθεσίας, συνδυαστικά ερμηνευόμενης, σε εκτέλεση των επιταγών του άρθρου 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προσυμβατικός έλεγχος νομιμότητας, με τον οποίο εξυπηρετείται ο συνταγματικός σκοπός της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της ενίσχυσης των αρχών της καλής διακυβέρνησης και της διαφάνειας, αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας κατά το στάδιο που προηγείται της υπογραφής της σύμβασης και εφόσον δεν διαπιστωθούν ουσιώδεις νομικές πλημμέλειες στους όρους διεξαγωγής της διαδικασίας ανάθεσης αποβαίνει θετικός, απολήγοντας στην υπογραφή αυτής. Πάρα ταύτα, έλεγχος νομιμότητας προβλέπεται, με ειδική νομοθετική διάταξη και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και σε συμβάσεις που έχουν ήδη υπογραφεί ή εκτελεσθεί, υπό την έννοια ότι αν αποβεί αρνητικός η σύμβαση θεωρείται εν τέλει άκυρη. Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 ρητά προκύπτει ότι η νομιμότητα της πληρωμής των δαπανών που προκύπτουν από την υλοποίηση των επίμαχων εκτελεστικών συμβάσεων τελεί υπό τον όρο ολοκλήρωσης της διενέργειας ελέγχου νομιμότητας εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συγκεκριμένα, κατά την ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία της διάταξης αυτής, νοείται ότι τελεί αυτονοήτως υπό την αίρεση της θετικής έκβασης αυτού. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η ως άνω νομοθετική ρύθμιση θα εξαντλούταν στη δημοσιονομική τακτοποίηση δαπανών απότοκων των επίμαχων συμβάσεων ανεξαρτήτως της έκβασης του ελέγχου νομιμότητας, θα καθιστούσε κενό και άνευ ουσιαστικού περιεχομένου τον προσυμβατικό έλεγχο νομιμότητας, αποτέλεσμα που δυσχερώς εναρμονίζεται με τον ανωτέρω συνταγματικό σκοπό.
20. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026, ερμηνευόμενη σε συμφωνία με το Σύνταγμα, οι περιοριστικά αναφερόμενες εκτελεστικές συμβάσεις της συμφωνίας-πλαίσιο που έχουν ήδη συναφθεί, χωρίς να έχει διενεργηθεί προηγούμενος έλεγχος νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο, υποβάλλονται υποχρεωτικώς στο Δικαστήριο για έλεγχο εντός της τασσόμενης τρίμηνης προθεσμίας αρχόμενης στις 6.2.2026 και, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ο έλεγχος αυτός αποβεί θετικός, επιτρέπεται η αποπληρωμή των οφειλών του Δημοσίου προς τους αναδόχους. Προσέτι, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026, δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ του Συντάγματος, και, επομένως, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν στερείται κατά χρόνον αρμοδιότητας να επιληφθεί του ελέγχου αυτών.
21. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα, Βασιλική Πέππα, Χρυσούλα Μιχαλάκη, Αικατερίνη Σπηλιοπούλου, οι οποίες διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: 21.1. Ο θεσμοθετούμενος στα άρθρα 98 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος και 324 έως 327 του εκτελεστικού του Συντάγματος ν. 4700/2020 [(βλ. και άρθρα 11 παρ. 9, 99 παρ. 2 και 168, 169 του ν. 4820/2021 «Οργανικός Νόμος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και άλλες ρυθμίσεις» (Α΄ 130)], υποχρεωτικός έλεγχος νομιμότητας των δημόσιων συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας σκοπεί στην προάσπιση του κράτους δικαίου και την ενίσχυση της διαφάνειας στο πεδίο των οικονομικών λειτουργιών του Κράτους (βλ. ΕλΣυν Ολ. Πρακτ. 16ης Γεν. Συν./19ης Σεπτεμβρίου 2012). Ο έλεγχος αυτός συνιστά θεσμική δικλίδα για την προστασία των δημόσιων κονδυλίων και τη διασφάλιση της συνταγματικώς κατοχυρωμένης δημοσιονομικής βιωσιμότητας των δημόσιου ενδιαφέροντος φορέων (ΕλΣυν Ολ. Πρακτ. της 26ης Γεν. Συν/σης της 17.12.2014, Τμ. Μείζ. Επτ. Σύνθ. 4112/2015). Συνιστά, επίσης, θεσμική εγγύηση και για τη διασφάλιση κατά τρόπο διάχυτο και αντικειμενικό-ανεξαρτήτως των εμπλεκόμενων ιδιωτικών συμφερόντων – των άρρηκτα συνδεόμενων με το κράτος δικαίου αρχών του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου που διέπουν τις διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων και δη των αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και του υγιούς και ανόθευτου ανταγωνισμού, καθώς και του θεσπισθέντος προς υλοποίηση αυτών νομικού πλαισίου που οργανώνει και ρυθμίζει τις διαδικασίες ανάθεσης. 21.2. Διαχρονικό οργανωτικό χαρακτηριστικό του, κατ’ άρθρο 98 παρ. 1 β΄ του Συντάγματος, ελέγχου των δημόσιων συμβάσεων, ενόψει του ιστορικού πλαισίου θεσμοθέτησής του, αποτελεί ο κατ’ αρχήν προληπτικός του χαρακτήρας, όπως, άλλωστε, ρητά επιβεβαιώθηκε με τον ν. 4820/2021, ο οποίος περιλαμβάνει, μεταξύ των υποχρεωτικών ελέγχων, και τους «προσυμβατικούς», υιοθετώντας ως γενικό κανόνα την ex ante διενέργεια αυτών (άρθρο 99). 21.3. Στο πλαίσιο αυτό, επαφίεται μεν, βάσει του άρθρου 98 παρ. 1 β΄ του Συντάγματος, στον κοινό νομοθέτη η θεσμοθέτηση και οργάνωση της ελεγκτικής διαδικασίας κατά την εκτέλεση της σχετικής συνταγματικής επιταγής, δεν παρέχεται, όμως, σ’ αυτόν η δυνατότητα να προβλέπει ρυθμίσεις που πλήττουν άμεσα ή έμμεσα την πρακτική αποτελεσματικότητα του ελέγχου αυτού, δηλαδή την καίρια θέση του στο πλέγμα των ελεγκτικών διαδικασιών επί των συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας του Δημοσίου και των εξομοιούμενων προς αυτό νομικών προσώπων, που αποτελεί άλλωστε και τον εθνικό μηχανισμό ελέγχου της τήρησης θεμελιωδών δικαιοκρατικών αρχών του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου στον τομέα της ανάθεσης των δημόσιων συμβάσεων (ΕλΣυν Ολ. 1377/2021). 21.4. Ενόψει αυτών, ο έλεγχος δημόσιων συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας ασκείται, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τα άρθρα 324 και 326 του ν. 4700/2020, στο στάδιο που προηγείται της υπογραφής τους και, κατά μείζονα λόγο, της εκτέλεσής τους (βλ. και άρθρο 87 παρ. 2 του ν. 4820/2021), καθόσον σκοπεί, κατά τα ανωτέρω, στην εξασφάλιση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας στην ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων σημαντικής οικονομικής αξίας, στην πρόληψη τυχόν παραβάσεων ή παραλείψεων κατά την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας και εν γένει στην αποφυγή κατάρτισης μη νόμιμων συμβάσεων και την αποτροπή παρατυπιών κατά τη διάθεση των δημόσιων πόρων στο πλαίσιο της συμβατικής δράσης των ελεγχόμενων δημόσιου ενδιαφέροντος φορέων. Επομένως, ο προσυμβατικός έλεγχος νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου προϋποθέτει σύμβαση προς εκτέλεση, σε περίπτωση δε που δεν διενεργηθεί ο έλεγχος αυτός η σύμβαση που συνάπτεται είναι αυτοδικαίως άκυρη (βλ. άρθρα 327 του ν. 4700/2020 και 92 εδ. α΄ του ν. 4820/2021, ΕλΣυν Ολ. Πρακτ. 3ης Γεν. Συν./23ης Φεβρουαρίου 2005 και 23ης Γεν. Συν./29.9.2004). Δεν είναι, άλλωστε, νοητή ούτε επιτρεπτή η άσκηση του ελέγχου αυτού επί ήδη εκτελεσθεισών συμβάσεων, επί των οποίων χωρεί ως προς τη νομιμότητα μόνον κατασταλτικός έλεγχος, ως εξατομικευμένος έλεγχος συμμόρφωσης (άρθρο 98 παρ. 1 γ΄ του Συντάγματος, άρθρα 9 περ. δ΄, 83, 91 του ν. 4820/2021), στο πλαίσιο του οποίου διαπιστώνεται και η συνδρομή δημοσιονομικής ευθύνης των εμπλεκόμενων στην παράνομη σύναψη συμβάσεων προσώπων (άρθρα 92 περ. β΄, 94 και 141 επ. του ν. 4820/2021). 21.5. Κατ’ εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα και εντός των ορίων της επιφύλαξης υπέρ του νόμου που απορρέει από το άρθρο 98 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, ο νομοθέτης, με το άρθρο 325 του ν. 4700/2020, προβλέπει περιορισμένες και αυστηρώς ερμηνευτέες παρεκκλίσεις. Οι παρεκκλίσεις αυτές συνιστούν γνήσιες εξαιρέσεις, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης οργανώνει εκ των προτέρων πάγιο και γενικώς εφαρμοστέο καθεστώς παρέκκλισης, επιτρέποντας είτε την εξαίρεση συγκεκριμένων κατηγοριών συμβάσεων από το πεδίο του προσυμβατικού ελέγχου είτε τη σύναψή τους πριν από την ολοκλήρωσή του, με ταυτόχρονη χρονική μετάθεσή του και διατήρηση της έκβασής του ως καθοριστικής για το κύρος της σύμβασης. Δικαιολογούνται δε από ειδικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με τη φύση των οικείων συναλλαγών, όπως ιδίως η ανάγκη ταχύτητας και ευελιξίας στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, η διασφάλιση της συνέχειας της δημόσιας υπηρεσίας στις θαλάσσιες ενδομεταφορές και η άμεση αντιμετώπιση κατεπειγουσών καταστάσεων στο πεδίο της πολιτικής προστασίας, χωρίς να θίγεται η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ούτε ο κανονιστικός πυρήνας της υποχρέωσης ελέγχου του άρθρου 98 του Συντάγματος, δεδομένου ότι οι εξαιρέσεις περιορίζονται σε ειδικώς προσδιορισμένες κατηγορίες συμβάσεων ή συνοδεύονται από υποχρέωση εκ των υστέρων ελέγχου εντός αυστηρών προθεσμιών, με αντίστοιχες έννομες συνέπειες, όπως η εκ του νόμου ανυπαρξία της σύμβασης σε περίπτωση μη τήρησής τους. 21.6. Στο ίδιο πλαίσιο, το Δικαστήριο έχει κρίνει συνταγματικά ανεκτές διατάξεις με τις οποίες μετατίθεται ο έλεγχος των δημοσίων συμβάσεων μετά τη σύναψη και εκτέλεσή τους, ως μεταβατικές ρυθμίσεις που παρεμβαίνουν εκ των υστέρων για την αντιμετώπιση ήδη διαμορφωμένων καταστάσεων διαδικαστικής πλημμέλειας, μόνο εφόσον: (α) αφορούν σε συγκεκριμένη και διακριτή κατηγορία συμβάσεων, (β) συντρέχει σοβαρός λόγος υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για την άμεση σύναψή τους και δικαιολογεί την εκ των υστέρων υποβολή τους σε έλεγχο, (γ) η εξαίρεση έχει περιορισμένη χρονική ισχύ και δεν αποτελεί πάγιο σχήμα εκτροπής από τον κανόνα του προληπτικού ελέγχου, (δ) έχουν τεθεί σαφείς προθεσμίες υποβολής και προβλέπονται έννομες συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησής τους ή αρνητικής έκβασης του ελέγχου και, (ε) παρά τη χρονική μετάθεση του ελέγχου, αυτός διατηρεί πρακτική αποτελεσματικότητα (ΕλΣυν Ολ. 742/2022, 743/2022, 792/2022, ΕλΣυν Τμ. Μείζ. Επταμ. Σύνθ. 440 και 2019/2018, 1538 και 2037/2014 κ.ά.). 21.7. Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω εγγυήσεις, ο έλεγχος δεν συγχέεται με το στάδιο της εκτέλεσης της σύμβασης αλλά διατηρεί τον προληπτικό του χαρακτήρα. Και τούτο, διότι η διενέργειά του εντοπίζεται μόνο χρονικά στο στάδιο μετά την υπογραφή της σύμβασης, δεν ανάγεται όμως λειτουργικά στο στάδιο εκτέλεσης αυτής, αλλά εξακολουθεί να συνάπτεται με το αποσπαστό πλέγμα των πράξεων και διατυπώσεων που προηγούνται της σύναψης της σύμβασης και αποτελούν όρους νομιμότητας αυτής (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 520, 743/2022, μειοψηφία). 21.8. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 αντιβαίνουν στο άρθρο 98 παρ. 1 περ. β και γ του Συντάγματος διότι: α) εισάγουν ρύθμιση αποσπασματική και ευκαιριακή, θεσπίζοντας ρωγμή στο πάγιο σύστημα προσυμβατικού ελέγχου χωρίς τη συνδρομή λόγων υπερέχοντος δημοσίου συμφέροντος, καθιστώντας, περαιτέρω, τη διενέργειά του στο στάδιο αυτό αλυσιτελή, β) άγουν σε κατ’ ουσίαν επικύρωση και νομιμοποίηση άκυρης σύμβασης που δεν έχει υπαχθεί σε προσυμβατικό έλεγχο και γ) οδηγούν σε νομιμοποίηση δαπανών που είναι παράνομες ως εκ της μη διενέργειας προσυμβατικού ελέγχου, οι οποίες, παράλληλα ενδέχεται να παράνομες και για άλλους λόγους αφορώντες στην εκτέλεση των συμβάσεων, μολονότι ότι ο προσυμβατικός έλεγχος δεν περιλαμβάνει τον έλεγχο νομιμότητας πράξεων στο στάδιο της εκτέλεσης. Ειδικότερα: 21.8. Δοθέντος ότι οι σχετικές υπηρεσίες έχουν παρασχεθεί, ο εκ των υστέρων έλεγχος των αναφερομένων στην επίμαχη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 συμβάσεων δεν διατηρεί πρακτική αποτελεσματικότητα και δεν είναι ικανός να επηρεάσει ουσιωδώς τη συμβατική σχέση, η οποία έχει ήδη ολοκληρωθεί. Η παραδοχή αυτή δεν αναιρείται, άλλωστε, ούτε απομειώνεται εκ του ότι η επίμαχη ρύθμιση αφορά εκτελεστικές συμβάσεις, που έπονται ήδη ελεγχθείσας συμφωνίας-πλαίσιο. Ειδικότερα, η οριστικότητα και δεσμευτικότητα της 408/2021 Πράξης του Κλιμακίου, με την οποία κρίθηκε η νομιμότητα της Συμφωνίας-Πλαίσιο και της προηγηθείσας διαδικασίας ανάθεσης αυτής, στο πλαίσιο της οποίας ελέγχθηκε η επάρκεια και της προκαταρκτικής διαδικασίας ανάθεσης της οικείας Συμφωνίας, καταλαμβάνει αποκλειστικά την κατ’ αρχήν νομιμότητα της Συμφωνίας, ως πλαισίου εντός του οποίου υλοποιείται διά των εκτελεστικών συμβάσεων το φυσικό και οικονομικό της αντικείμενο. Και τούτο διότι κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 39 παρ. 4 του ν. 4412/2016, στην περίπτωση που συνάπτεται συμφωνία-πλαίσιο με έναν μόνο οικονομικό φορέα, οι οικείες εκτελεστικές συμβάσεις ανατίθενται, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας-πλαίσιο, για την ανάθεση, όμως, των συμβάσεων αυτών, οι αναθέτουσες αρχές δύνανται να διαβουλεύονται γραπτώς με τον αντισυμβαλλόμενό τους οικονομικό φορέα, ζητώντας του, εάν χρειάζεται, να συμπληρώσει την προσφορά του. Σχετική, άλλωστε, ρήτρα έχει περιληφθεί στο άρθρο 4 της οικείας σύμβασης-πλαίσιο. Η σύναψη δε των εκτελεστικών συμβάσεων, η συμβατότητα των οποίων προς τους όρους της συμφωνίας-πλαίσιο απαιτείται να ελεγχθεί στο πρότερο στάδιο της υπογραφής, δεν είναι υποχρεωτική, αφού, υπό το φως των αρχών της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως και της οικονομικότητας, το τίμημα που ο οικείος οικονομικός φορέας προσφέρει, στο πλαίσιο της σχετικής διαβουλεύσεως για την εκτέλεση της αναθέσεως, ενδέχεται να μην παρίσταται οικονομικώς συμφέρον, λαμβανομένων υπ’ όψιν σχετικών πρόσφορων προς τούτο και επίκαιρων συγκριτικών στοιχείων της αγοράς ή άλλων στοιχείων αφορώντων στη χρηματοδότηση της σύμβασης. Τελεί, επιπροσθέτως, υπό τον όρο ότι ο διενεργηθείς πριν από την υπογραφή της εκτελεστικής σύμβασης έλεγχος των αναγκαίων κατά τη σύμβαση δικαιολογητικών έχει αποβεί θετικός. Από τα ανωτέρω έπεται ότι οι εκτελεστικές συμβάσεις, όπως οι επίμαχες, ενέχουν έντονο ελεγκτικό ενδιαφέρον, η δε νομιμότητα αυτών κρίνεται αυτοτελώς, με βάση τα δεδομένα που συνέτρεχαν κατά τον χρόνο σύναψής τους, και δη μετά το πέρας της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 της οικείας συμφωνίας-πλαίσιο διαδικασίας. Συνεπώς, συντρέχει, στο παρόν στάδιο, αντικειμενική αδυναμία ενσωμάτωσης τυχόν βελτιωτικών αποτελεσμάτων του ελέγχου, τα οποία, αντίστοιχα, θα μπορούσαν να αποτελέσουν περιεχόμενο της συμβατικής σχέσης των μερών με μία προσήκουσα τροποποίηση της σύμβασης, αφού, οι σχετικές υπηρεσίες έχουν ήδη παρασχεθεί, υπό τους όρους υπογεγραμμένων συμβάσεων. Τούτο, εξ άλλου, ενισχύεται από το γεγονός ότι από τον χρόνο υπογραφής των συμβάσεων (10.11.2023) έως τη θέσπιση της προθεσμίας εκ των υστέρων υποβολής τους σε έλεγχο, η οποία εκκινεί από τη δημοσίευση του ν. 5275/2026 (6.2.2026), έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα, στοιχείο που αποδυναμώνει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα του ελέγχου. Συνακόλουθα δεν καταλείπεται πλέον πεδίο διεξαγωγής αποτελεσματικού ελέγχου, με συνέπεια να μην μπορεί να υποστηριχθεί ερμηνευτικώς ότι η αποπληρωμή των σχετικών δαπανών τελεί υπό την προϋπόθεση της θετικής έκβασης του ελέγχου. 21.9. Επιπροσθέτως, δεν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις, και οι λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μπορούν να δικαιολογήσουν την εκ των υστέρων παρέμβαση του νομοθέτη. Συγκεκριμένα, μολονότι η ρύθμιση αφορά σαφώς οριοθετημένη κατηγορία συμβάσεων και η ρύθμιση δεν έχει πάγιο χαρακτήρα, αλλά περιορισμένη χρονική ισχύ, από το νομοθετικό κείμενο και την αιτιολογική του έκθεση δεν προκύπτει η συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων ούτε λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που να επέβαλαν την άμεση σύναψη των εν λόγω συμβάσεων και να δικαιολογούν την παρέκκλιση από τον κανόνα του προηγούμενου της σύναψής τους ελέγχου. Η δε διακινδύνευση της απρόσκοπτης παροχής υπηρεσιών σε κρίσιμες υποδομές για λόγους δημόσιας ασφάλειας, ο οποίος συνάγεται κυρίως από τη συστηματική ερμηνεία του άρθρου 60 σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις του ν. 5275/2026, καθώς και η επίκληση της ανάγκης ομαλής αποπληρωμής των εκτελεστικών συμβάσεων, ενόψει του ότι οι σχετικές υπηρεσίες έχουν ήδη παρασχεθεί και έχουν εξασφαλιστεί οι αναγκαίες πιστώσεις στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, δεν θεμελιώνουν λόγο υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει την παρέκκλιση από τον κανόνα του προηγούμενου της σύναψης ελέγχου. 21.10. Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 5275/2026 εισάγεται ρύθμιση δημοσιονομικής τακτοποίησης ειδικών εκκρεμοτήτων, με περιορισμένο χαρακτήρα, στο πλαίσιο της οποίας η έμφαση μετατίθεται στη νομιμοποίηση και πληρωμή της ήδη πραγματοποιηθείσας δαπάνης. Δεκτής δε γενομένης της ερμηνευτικής εκδοχής ότι επιτρέπεται η αποπληρωμή των οφειλών του Δημοσίου προς τους αναδόχους εφόσον ο έλεγχος αυτός αποβεί θετικός, και σε συνδυασμό με το ότι κατά τα ρητώς οριζόμενα στο άρθρο 60 του ν. 5275/2026 οι σχετικές δαπάνες θεωρούνται νόμιμες και κανονικές στο σύνολό τους, η επίμαχη ρύθμιση εγείρει ζητήματα συμβατότητας και προς τις διατάξεις του άρθρου 98 παρ. 1 περιπτ. γ΄ του Συντάγματος, αλλά και της ισότιμης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων που έχουν αναλάβει την εκτέλεση παρόμοιων συμβάσεων στο πλαίσιο της ίδιας συμφωνίας-πλαίσιο. Ειδικότερα, ο εκ των υστέρων έλεγχος των επίμαχων εκτελεστικών συμβάσεων, που αφορά κατά τα προεκτεθέντα ήδη παρασχεθείσες υπηρεσίες, συνεπάγεται, κατά το γράμμα του νόμου, τη συλλήβδην νομιμοποίηση των δαπανών που απορρέουν από τις επίμαχες εκτελεστικές συμβάσεις. Και τούτο παρόλο που δεν ανήκει στην ελεγκτική ύλη του προσυμβατικού ο έλεγχος του σταδίου της εκτέλεσης της σύμβασης. Κατά πλάσμα συνεπώς του νόμου επέρχεται ανεπίτρεπτη επέκταση των αποτελεσμάτων του προσυμβατικού ελέγχου στο στάδιο της εκτέλεσης, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό άνευ αντικειμένου τον κατασταλτικό έλεγχο (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1748, 2144, 2146/2010, 506, 2293, 2319/2011, 1983, 4933/2013, 1810, 2218/2014 κ.ά. ως προς τη συνταγματικότητα νομιμοποιητικών διατάξεων). 21.11. Κατόπιν αυτών, η επίμαχη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 60 του ν. 5275/2026, αντίκειται στο άρθρο 98 παρ. 1 περιπτ. β΄ και γ΄ του Συντάγματος, το δε Κλιμάκιο οφείλει να απέχει του ελέγχου.
22. Μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, άρση της παραπεμφθείσας στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αμφιβολίας κατά τα διαλαμβανόμενα στις σκέψεις 15-20 της παρούσας, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Ζ΄ Κλιμάκιο του Δικαστηρίου για περαιτέρω εξέταση.
Για τους λόγους αυτούς
Εξετάζει τα παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου από το Ζ΄ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με το Πρακτικό 1 της συνεδρίασης της 26ης Μαρτίου 2026, ερωτήματα.
Επιλύει τα ως άνω εισαχθέντα ζήτηματα κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Αναπέμπει, κατά τα λοιπά, την υπόθεση στο Ζ΄ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΣΩΤΗΡΙΑ ΝΤΟΥΝΗ
Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΑΛΑ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στις 10 Ιουνίου 2026 (βλ. πρακτικό δημοσίευσης με όμοια ημερομηνία).
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΣΩΤΗΡΙΑ ΝΤΟΥΝΗ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΑΛΑ