ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 13ο - ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 825/2026
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2025, με δικαστή τη Μαρία Βέτσικα, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα τη Μαρία Φαρμάκη, δικαστική υπάλληλο,
Για να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 27-12-2018,
της …., κατοίκου Αθηνών (οδός ….), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Αθανασίου Κόντου,
κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), και 2) του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών» (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), και ήδη κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e - Ε.Φ.Κ.Α), όπως μετονομάστηκε, από 01-03-2020, το Ε.Φ.Κ.Α. (βλ. άρθρο 51Α παρ. 1 του ν.4387/2016 - Α' 85, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.4670/2020 - Α' 43), και στο οποίο εντάχθηκε, ομοίως, από 01-03-2020 το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. (βλ. άρθρο 51Α παρ. 2 και 70Α του ν.4387/2016, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με τα άρθρα 1 και 6, αντιστοίχως, του ν.4670/2020), ο δε e - Ε.Φ.Κ.Α. εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, ο οποίος παραστάθηκε με την από 14-03-2025 δήλωση, κατ΄ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευαγγελίας Παπαγγελή.
Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα ζητά, υπό την ιδιότητα της συνταξιούχου, αφενός του Ε.Φ.Κ.Α. (ήδη e- Ε.Φ.Κ.Α.), λαμβάνουσα κύρια σύνταξη λόγω γήρατος και κύρια σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της, αφετέρου του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. (ήδη e- Ε.Φ.Κ.Α.) από το οποίο λαμβάνει επικουρική σύνταξη, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, να της καταβάλουν, καθ΄ ερμηνεία του δικογράφου, εντόκως, ως αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), τα ποσά που αντιστοιχούν στις περικοπές που επιβλήθηκαν επί των κύριων συντάξεών της και επί της επικουρικής σύνταξής της, συμπεριλαμβανομένων των καταργηθέντων επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας των κυρίων συντάξεών της και της επικουρικής σύνταξής της, κατά το χρονικό διάστημα από 01-07-2015 έως 31-12-2018, οι οποίες περικοπές χώρησαν δυνάμει των, κατά τους ισχυρισμούς της, αντισυνταγματικών και αντικείμενων στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 - Α΄ 256), διατάξεων των άρθρων 6 του ν. 4051/2012 (Α΄ 40) και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και ΙΑ.6 περ. 3 του ν.4093/2012 (Α΄ 222). Συγκεκριμένα, ζητά να αναγνωριστεί η υποχρέωση να της καταβάλουν α) ο μεν πρώτος εναγόμενος φορέας κύριας ασφάλισης Ε.Φ.Κ.Α., και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α., το ποσό των 4.115,22 ευρώ λόγω των περικοπών της κύριας σύνταξής της λόγω γήρατος, και το ποσό των 7.767,92 ευρώ λόγω των περικοπών της κύριας σύνταξής της λόγω θανάτου του συζύγου της, και β) ο δε δεύτερος εναγόμενος φορέας επικουρικής ασφάλισης Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α., το ποσό 952,82 ευρώ λόγω των περικοπών που επιβλήθηκαν επί της επικουρικής σύνταξής της, του ως άνω χρονικού διαστήματος. Ακόμη, ζητά να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων και, ήδη, του e-Ε.Φ.Κ.Α. να της καταβάλει το ποσό ανά μήνα που αντιστοιχεί στη μηναία περικοπή των συντάξεών της, κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, από 01-01-2019 και για όσο χρονικό διάστημα εξακολουθούν στο μέλλον οι εν λόγω περικοπές. Εξάλλου, με τα από 07-10-2022 και 24-03-2025 υπομνήματά της, η ενάγουσα περιόρισε το αίτημα της αγωγής κατά τα ποσά των 1.202,20 ευρώ και 618,14 ευρώ, τα οποία, όπως υποστηρίζει, της καταβλήθηκαν μετά την άσκηση της αγωγής και αντιστοιχούν σε μέρος των διεκδικούμενων περικοπών των κύριων συντάξεών της λόγω θανάτου του συζύγου της και λόγω γήρατος, αντιστοίχως, για το χρονικό διάστημα από 11-06-2015 έως 12-05-2016.
2. Επειδή, η κρινόμενη αγωγή νομίμως επανεισάγεται προς συζήτηση, κατόπιν έκδοσης της υπ΄ αριθ. 15497/2022 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία ανεστάλη, προ πάσης κρίσης επί του παραδεκτού, η πρόοδος της δίκης έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε ενώπιόν του με την υπ΄ αριθ. 8898/2021 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και εισήχθη ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με την από 17-12-2021 (αριθμός κατάθεσης …./2021) πράξη της Προέδρου του εν λόγω Τμήματος, καθόσον, ήδη, εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 1342/2023 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία επιλύθηκαν επί της ουσίας τα τεθέντα, με το παραπάνω προδικαστικό ερώτημα, ζητήματα. Εξάλλου, νομίμως χώρησε η συζήτηση της αγωγής, κατ΄ άρθρο 129 παρ. 4 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄97), Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), καίτοι δεν έχει προσκομιστεί διοικητικός φάκελος και έκθεση απόψεων από το δεύτερο εναγόμενο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., καθόσον η συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 06ης-04-2022 είχε αναβληθεί, αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, για την αιτία αυτή, για τη δικάσιμο της 05ης-10-2022, με κοινοποίηση του αναβλητικού πρακτικού στο εναγόμενο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. (βλ. τα πρακτικά της από 06-04-2022 δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, καθώς και το από 05-05-2022 αποδεικτικό κοινοποίησης αυτού στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), χωρίς, ωστόσο το εναγόμενο αυτό να προσκομίσει μέχρι τη νέα αυτή δικάσιμο, αλλά και ούτε μέχρι τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την παρούσα δικάσιμο, έκθεση απόψεων και διοικητικό φάκελο για την υπό κρίση διαφορά.
3. Επειδή, απαραδέκτως με την κρινόμενη αγωγή, που ασκήθηκε στις 27-12-2018, ζητείται να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, και ήδη του e-Ε.Φ.Κ.Α., να καταβάλει στην ενάγουσα τα ποσά των περικοπών των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 από 01-01-2019 και για όσο διάστημα οι εν λόγω περικοπές εξακολουθούν, καθόσον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 71 έως 73 του Κ.Δ.Δ. προκύπτει ότι με την αγωγή κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διώκεται μόνο η ικανοποίηση χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου και αίτημα της μπορεί να είναι είτε η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής είτε η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης, και όχι η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εννόμων σχέσεων ή δικαιωμάτων (βλ. Σ.τ.Ε. 1533/2016, 616, 4693/2012, 3872/2009, 2112/1995 επταμ.) ούτε και η διαμόρφωση δικαιώματος ή η διάπλαση έννομης σχέσης (βλ. Σ.τ.Ε. 1313/2016). Κατά τα λοιπά, δε, η αγωγή ασκείται παραδεκτώς και πρέπει να εξεταστεί, περαιτέρω, κατ’ ουσίαν.
4. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., αν.ν. 2783/1941 - Α΄ 29, όπως μεταγλωττίστηκε στη δημοτική με το π.δ/γμα 456/1984 – Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …» και στο άρθρο 106 αυτού ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων 104 και 105 εφαρμόζονται και για την ευθύνη … των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους.». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων τους κατά την άσκηση της ανατεθείσας σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (βλ. Σ.τ.Ε. 2113/2021 Ολομ., 1199/2019, 479 - 481/2018 Ολομ., 711/2018 επταμ., 1328/2017, 1086-7/2016 επταμ., 2174/2016, 4741/2014 Ολομ., 2544, 3901/2013 επταμ., 3086/2011 Ολομ., 3088 -9/2009, 1038/2006 επταμ. κ.ά.). Εξάλλου, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται, μόνον αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν δε και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (βλ. Σ.τ.Ε. 479 - 81/2018 Ολομ., 734/2016 Ολομ., 4741/2014 Ολομ., 450 επταμ., 3901/2013, 2773/2010 επταμ., 3093/2009, 1038/2006 επταμ. κ.ά.).
5. Επειδή, στο άρθρο 28 του ν. 4476/1965 (Α΄ 103) ορίζεται ότι: «1. Εις τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους (τύπου συντάξεως) των ασφαλιζόντων μισθωτούς Οργανισμών Κοιν. Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Εργασίας παρέχεται κατά μήνα Αύγουστον εκάστου έτους πρόσθετον βοήθημα ίσον προς το ήμισυ της μηνιαίας συντάξεως ή βοηθήματος μετά των αναλογούντων πάσης φύσεως επιδομάτων. 2. …. 4. ...», ενώ στο άρθρο 65 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165) ορίζεται ότι: «1. Από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης παρέχεται με την ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα κάθε έτους ως δώρο: α) στους συνταξιούχους και βοηθηματούχους (τύπου σύνταξης) ποσό ίσο με μία μηνιαία σύνταξη κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και μισή σύνταξη κατά τις εορτές του Πάσχα, β) …. 2. Ως χρόνος πληρωμής του κατά την προηγούμενη παράγραφο δώρου εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων ορίζεται αντίστοιχα η δέκατη ημέρα πριν από το Πάσχα και η 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. … 3α. Δικαιούχοι του δώρου Χριστουγέννων και του δώρου Πάσχα είναι οι συνταξιούχοι και βοηθηματούχοι (τύπου σύνταξης) των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης εφόσον συνταξιοδοτούνται ή δικαιούνται βοηθήματος (τύπου σύνταξης) την 1η Δεκεμβρίου ή την πρώτη του μήνα που εορτάζεται το Πάσχα. … 3β. ... 4. Η καταβολή του δώρου από φορέα κοινωνικής ασφάλισης δεν αποκλείει την καταβολή του δώρου από έτερο φορέα ασφάλισης. 5. Σε περίπτωση καταβολής από φορέα δύο συντάξεων στο αυτό πρόσωπο δώρο χορηγείται και για τις δύο συντάξεις. 6. Αν συνταξιούχος εργάζεται και παίρνει σύνταξη και μισθό η καταβολή του δώρου από το φορέα κοινωνικής ασφάλισης είναι ανεξάρτητη από τη χορήγηση δώρου από τον εργοδότη. 7. Το χορηγούμενο δώρο απαλλάσσεται από τις κρατήσεις υπέρ τρίτων πλην χαρτοσήμου, καθώς και τις κρατήσεις για ασφαλιστικές εισφορές υπέρ οποιουδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης εκτός αν από τις οικείες διατάξεις φορέα προβλέπεται η επιβολή ασφαλιστικών κρατήσεων στο δώρο. 8. ….».
6. Επειδή, στο άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 (Α΄ 65), όπως η παρ. 10 αυτού αντικαταστάθηκε, από τότε που ίσχυσε, με τη διάταξη του άρθρου 24 του ν. 4038/2012 (Α΄ 14), ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «…10. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης, για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των Φορέων Κύριας Ασφάλισης, με εξαίρεση τους συνταξιούχους του Ο.Γ.Α., χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας και το ύψος τους καθορίζεται ως εξής: α) Το επίδομα εορτής Χριστουγέννων, στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ. β) Το επίδομα εορτής Πάσχα, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. Ειδικά για τους συνταξιούχους που λαμβάνουν σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας ή λόγω θανάτου, το ποσό της οποίας είναι μικρότερο των τετρακοσίων (400) ευρώ, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας, δεν μπορούν να είναι μεγαλύτερα των ποσών που ελάμβαναν με βάση τις προϊσχύουσες του ν.3845/2010 διατάξεις. Τα ανωτέρω επιδόματα αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, για όλους τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και το Δημόσιο, κατά ενιαίο ποσοστό, έπειτα από οικονομική μελέτη που εκπονείται από τη Διεύθυνση Αναλογιστικών Μελετών της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εφόσον το επιτρέπουν οι οικονομικές δυνατότητες των ταμείων και η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. 11. Από το όριο ηλικίας που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο εξαιρούνται όσοι εξ ιδίου δικαιώματος λαμβάνουν σύνταξη λόγω αναπηρίας ή με το καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών ή των οικοδομικών επαγγελμάτων, καθώς και οι δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως, εφόσον οι τελευταίοι: α) είναι δικαιούχοι λόγω θανάτου συζύγου, ή β) δεν έχουν υπερβεί το 18ο έτος ή αν σπουδάζουν, το 24ο έτος της ηλικίας τους, ή γ) είναι ανίκανοι για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67%. 12. Αν καταβάλλονται στο ίδιο πρόσωπο δύο κύριες συντάξεις από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, τα επιδόματα της παραγράφου 10 καταβάλλονται μόνο από τον φορέα που καταβάλλει την μεγαλύτερη σύνταξη. 13. … 14. Τα επιδόματα της παραγράφου 10 δεν καταβάλλονται, εφόσον οι καταβαλλόμενες συντάξεις, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων της παραγράφου 10, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση υπερβαίνουν κατά μήνα, τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων της παραγράφου 10, οι καταβαλλόμενες συντάξεις υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα της παραγράφου 10 καταβάλλονται μέχρι του ορίου των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους. 15. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των παραγράφων 10 έως και 14 του άρθρου αυτού. …». Επίσης, στην Φ80000/14254/1097/06-07-2010 (Β΄ 1033/07-07-2010) απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης της παρ. 15 του άρθρου τρίτου του ανωτέρω νόμου ορίζεται, μεταξύ άλλων, στην παρ. 4 ότι: «Ως χρόνος πληρωμής των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ορίζεται η 16η Δεκεμβρίου και η δέκατη ημέρα πριν το Πάσχα αντίστοιχα. Δικαιούχοι είναι όσοι συνταξιοδοτούνται ή η έναρξη συνταξιοδότησης τους εμπίπτει στην 1η Δεκεμβρίου ή την πρώτη του μήνα που εορτάζεται το Πάσχα. ... Ως χρόνος πληρωμής του επιδόματος αδείας ορίζεται η ημερομηνία καταβολής της σύνταξης μηνός Αυγούστου. ....». Κατά δε το άρθρο 57 του ν.4144/2013 (Α΄ 88), από 01-02-2013 ως ημερομηνία καταβολής των μηνιαίων συντάξεων κύριων, επικουρικών και μερισμάτων των Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και του Δημοσίου ορίζεται η προτελευταία εργάσιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα.
7. Επειδή, όπως κρίθηκε με τις υπ΄ αριθ. 2287-8/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτούμενων από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας των οργανισμών κύριας ασφάλισης (άρθρο τρίτο παρ.10 - 14 του ν. 3845/2010), συνεχίστηκαν δε με τη θέσπιση εισφοράς αλληλεγγύης των συνταξιούχων οργανισμών κύριας ασφάλισης (άρθρο 38 του ν. 3863/2010, Α΄ 115), την αναπροσαρμογή και τη συμπλήρωση της εισφοράς αυτής και την επέκτασή της και στην επικουρική ασφάλιση (άρθρο 44 παρ.10 - 13 του ν.3986/2011, Α΄ 152), καθώς και με τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων κατά 40%, για το πέραν των 1.000,00 ευρώ ποσό αυτών, περαιτέρω δε με μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερβαίνουν, αντιστοίχως, τα 1.200,00 ευρώ και τα 150,00 ευρώ (άρθρο 2 παρ.1 - 5 του ν. 4024/2011, Α΄ 226), εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που έχουν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου «Μνημονίου» και του πρώτου «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου» και συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, μέτρα «άμεσης απόδοσης» για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Με τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασιστεί υπό την πίεση των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων και επιβαλλόμενες, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσης, κρίθηκε ότι δεν παραβιάζουν τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, οι πιο πάνω περικοπές, ενόψει του ύψους και των εν γένει χαρακτηριστικών τους, καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίστηκαν, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας αντίκεινται, καθώς δεν παρίστανται, πάντως, απρόσφορες ή μη αναγκαίες να υπηρετήσουν το δημόσιο σκοπό για τον οποίο επιβλήθηκαν, ούτε τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση προσβάλλουν, καθώς δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι θίγουν το εγγυημένο από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης των συνταξιούχων. Ενόψει, άλλωστε, των ανωτέρω συνθηκών της θέσπισής τους, δεν απαιτείτο περαιτέρω εκτίμηση των επιπτώσεών τους από το νομοθέτη. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν ετίθετο ούτε ζήτημα παραβίασης της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι τα ληφθέντα μέτρα επιβλήθηκαν, όπως αναφέρθηκε, ενόψει έκτακτων και απρόβλεπτων συνθηκών και είχαν επείγοντα χαρακτήρα. Κατόπιν αυτών, οι πιο πάνω διατάξεις, κατά το μέρος που επιβλήθηκαν με αυτές οι εν λόγω περικοπές και μειώσεις, είναι, από των ανωτέρω απόψεων, συμβατές με το Σύνταγμα. Ακόμη, οι περικοπές που θεσπίστηκαν με τις ανωτέρω διατάξεις, κρίθηκε ότι δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., εφόσον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζόμενων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων.
8. Επειδή, στη συνέχεια, προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (ν. 4046/2012, Α΄ 28), ακολούθησαν κατά το ίδιο αυτό έτος, δύο νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω, μετά τις προαναφερόμενες διαδοχικές περικοπές, περιστολή των κυρίων και επικουρικών συντάξεων. Ειδικότερα, στο ν. 4051/2012 «Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012» (Α΄ 40) προβλέφθηκε στο άρθρο 6 ότι: «1. Τα ποσά της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνουν τα χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ και καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και τους λοιπούς φορείς κύριας Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μειώνονται κατά 12% από 1.1.2012. … Για τη μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1.1.2012 κύριας σύνταξης. Το ποσό της κύριας σύνταξης μετά και την παραπάνω μείωση της παραγράφου αυτής δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ. … 2. Τα καταβαλλόμενα ποσά συντάξεων από το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), τους Τομείς του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (ΤΕΑΙΤ), το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ) και τους Τομείς αυτού «ΤΕΑΠΟΚΑ» και «ΤΑΔΚΥ», το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ), τους Τομείς του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ) και τον Κλάδο Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, μειώνονται από 1.1.2012 ως εξής: Οι συντάξεις έως διακόσια πενήντα (250) ευρώ, κατά ποσοστό 10% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων (200) ευρώ. Οι συντάξεις από διακόσια πενήντα ευρώ και ένα λεπτό (250,01) έως τριακόσια (300) ευρώ, κατά ποσοστό 15% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων είκοσι πέντε (225) ευρώ. Οι συντάξεις από τριακόσια ευρώ και ένα λεπτό (300,01) και άνω κατά ποσοστό 20% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων πενήντα πέντε (255) ευρώ. … Για τη μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1.1.2012 επικουρικής σύνταξης.». Επακολούθησε ο ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222), με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του οποίου ορίστηκε ότι: «Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής: α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ. β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ. γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ. δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ. Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα. Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων. …» ενώ με την υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 της ως άνω παραγράφου των αυτών άρθρου και νόμου ορίστηκε ότι: «Από 1.1.2013 τα επιδόματα και δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων και τομέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του ΟΓΑ, του NAT και της Τράπεζας της Ελλάδος καταργούνται. ….».
9. Επειδή, οι περικοπές των συντάξεων που επήλθαν με τους ανωτέρω νόμους 4051/2012 και 4093/2012, κατ’ εφαρμογή του δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης (ν. 4046/2012), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με τις υπ' αρ. 2287-8/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το λόγο ότι δεν προηγήθηκε των εν λόγω περικοπών, οι οποίες θεσπίστηκαν σε συνέχεια των περιγραφόμενων ανωτέρω προηγούμενων περικοπών των συντάξεων - οι οποίες κρίθηκαν συνταγματικές - και ενώ είχε παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης, η ειδική μελέτη που περιγράφεται στις ως άνω αποφάσεις. Ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων εφεξής, σε κάθε περίπτωση, όμως, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση, δηλαδή, στο συνταξιούχο, τέτοιων παροχών που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια. Προκειμένου, δε, να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος των οικείων νομοθετικών μέτρων από τις ανωτέρω συνταγματικές απόψεις, κρίθηκε ότι ο νομοθέτης, όταν λαμβάνει μέτρα συνιστάμενα σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, οφείλει, ενόψει και της γενικότερης υποχρέωσής του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), να έχει προβεί σε ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, από την οποία να προκύπτει, αφενός μεν ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι πράγματι πρόσφορα αλλά και αναγκαία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ενόψει και των παραγόντων που το προκάλεσαν, έτσι ώστε η λήψη των μέτρων αυτών να είναι σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφετέρου δε ότι οι επιπτώσεις από τα μέτρα αυτά στο βιοτικό επίπεδο των πληττομένων προσώπων, συνδυαζόμενες με άλλα τυχόν ληφθέντα μέτρα (φορολογικά κ.ά.), αλλά και με το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεδομένης συγκυρίας, δεν έχουν, αθροιστικά λαμβανόμενες, αποτέλεσμα τέτοιο που να οδηγεί σε ανεπίτρεπτη παραβίαση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος σε κοινωνική ασφάλιση. Κατόπιν τούτων, κρίθηκε με τις ανωτέρω αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι οι διατάξεις των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, που θέσπισαν τις επίμαχες περικοπές στις συντάξεις, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και ότι είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό, με τις διατάξεις αυτές επιχειρήθηκε νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, χωρίς να έχει προηγηθεί εμπεριστατωμένη μελέτη, με την οποία να διαπιστώνεται και να αναδεικνύεται τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν σύμφωνη με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις που απέρρεαν, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Με τις ίδιες αποφάσεις 2287-8/2015 της Ολομέλειάς του, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις 10-06-2015, το Συμβούλιο της Επικρατείας όρισε, μετά από στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερομένου στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων θα επέλθουν μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών και ότι η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα μόνον για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι τον χρόνο δημοσίευσης των αποφάσεων. Κατά συνέπεια δε, όπως ρητώς ορίζεται στις αποφάσεις αυτές, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων συνταξιούχων, που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, συνταξιοδοτικές παροχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσίευσης των αποφάσεων αυτών. Συναφώς, έγινε δεκτό ότι η από 10-06-2015 έναρξη των αποτελεσμάτων των εν λόγω αποφάσεων δεν συγκρούεται ούτε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί δικαστικής προστασίας, αλλ’ ούτε και με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής.
10. Επειδή, ακολούθως, σε συνέχεια των δεσμεύσεων τις οποίες ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία με τους νόμους 4334/2015 [«Επείγουσες ρυθμίσεις για τη διαπραγμάτευση και σύναψη συμφωνίας με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (Ε.Μ.Σ.)» (Α΄ 80)] και 4336/2015 [«Συνταξιοδοτικές διατάξεις – Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» (Α΄ 94)], στο πλαίσιο της συμφωνίας με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, θεσπίσθηκε ο ν. 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 85), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 122 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (12-05-2016) και με το σύστημα ρυθμίσεων του οποίου επιχειρήθηκε μείζων μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, συνιστάμενη στη λήψη μέτρων για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, με το ν. 4387/2016, όπως αναφέρεται και στην 1891/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μεταβλήθηκε εκ βάθρων το σύστημα υπολογισμού των συντάξεων των ασφαλισμένων στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, περιλαμβανομένων και όσων ελάμβαναν ήδη σύνταξη πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (παλαιών συνταξιούχων). Εξάλλου, με την ίδια (1891/2019) απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι δεν εκωλύετο ο νομοθέτης από τις 2287-8/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του ιδίου Δικαστηρίου, με τις οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές και αντίθετες προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. οι περικοπές των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, να προβεί σε νέες ρυθμίσεις ως προς το ύψος των συντάξεων ή ακόμη και να επαναθεσπίσει τις κριθείσες ως παράνομες, κατά τα ανωτέρω, περικοπές, εφόσον ελάμβανε υπόψη τα κριτήρια και ικανοποιούσε τις απαιτήσεις που έθεσε με τις ανωτέρω αποφάσεις του το Δικαστήριο κατόπιν ερμηνείας των μνημονευθεισών συνταγματικών διατάξεων, είτε, ακόμη, διατηρώντας τη σχετική προς τούτο ευχέρειά του, να προβεί στη θέσπιση νέου ασφαλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου, εφόσον επέλεγε να υιοθετήσει εκ νέου τις ανωτέρω κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των συντάξεων στο πλαίσιο του επανυπολογισμού των συντάξεων των παλαιών συνταξιούχων, όπως και έπραξε, υπεχρεούτο να αιτιολογήσει ειδικώς το λόγο για τον οποίο ήταν τούτο αναγκαίο ενόψει της επιχειρούμενης συνολικής μεταρρύθμισης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Επίσης, κρίθηκε ότι είναι θεμιτή η επιλογή του νομοθέτη να προβεί, στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος και της ίδρυσης ενιαίου φορέα απονομής των κύριων συνταξιοδοτικών παροχών που εφαρμόζει ενιαίους κανόνες ως προς τον τρόπο υπολογισμού των απονεμόμενων στο σύνολο του πληθυσμού συντάξεων, σε επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων, κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, συντάξεων. Με την ίδια απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου κρίθηκε συμβατή με το Σύνταγμα και αιτιολογημένη η επιλογή του νομοθέτη, προκειμένου να καθορίσει τις καταβλητέες, από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 στους ήδη κατά την δημοσίευσή του συνταξιούχους, συντάξεις, στο πλαίσιο του επανυπολογισμού τους, να ορίσει ότι το ύψος των συντάξεων αυτών, θα ανέρχεται στο ύψος στο οποίο οι εν λόγω συντάξεις είχαν διαμορφωθεί μετά τις περικοπές των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κρίθηκε, δηλαδή, συμβατή με το Σύνταγμα η ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 4387/2016 (στο οποίο άρθρο παραπέμπουν τα άρθρα 27 παρ. 1 και 33 παρ. 1 του ιδίου νόμου σχετικά με την αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων των συνταξιούχων των φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα, που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α.), σύμφωνα με την οποία οι κύριες συντάξεις που καταβάλλονταν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (παλαιές συντάξεις) θα ανέρχονται, μέχρι 31-12-2018, στο ύψος, στο οποίο αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31-12-2014 (με τις περικοπές, δηλαδή, των νόμων 4051/2012 και 4093/2012). Ομοίως, με την 1890/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σκέψη 20) κρίθηκε, μεταξύ άλλων, κατ΄ αρχήν, συνταγματικώς θεμιτός ο επανυπολογισμός των επικουρικών συντάξεων, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 96 παρ. 4 του ν.4387/2016, με βάση επανυπολογισμού τους το ύψος στο οποίο οι συντάξεις αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31-12-2014, με τις επελθούσες δηλαδή περικοπές των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 (βλ. και Ολομ. Σ.τ.Ε. 545/2022, 1439/2020 σκ. 17). Συνεπώς, κατά τα κριθέντα με τις 1890 - 1891/2019 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2 περ. α’ και 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. και, επομένως, από τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 και εφεξής, οι ως άνω περικοπές έχουν ως νόμιμο έρεισμα τις ανωτέρω διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, από το χρονικό δε αυτό σημείο (12-05-2016) και εφεξής οι περικοπές αυτές είναι νόμιμες (βλ. και Σ.τ.Ε. 1439/2020 Ολομ. σκ. 17). Περαιτέρω, όμως, με τις 1889 και 1890/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 96 του ν.4387/2016, κατά το μέρος που αντικατέστησε τις παρ. 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012 (Σ.τ.Ε. 1889/2019) και της παρ. 4 του ίδιου άρθρου (Σ.τ.Ε. 1890/2019), καθώς και οι κατ’ εξουσιοδότηση αυτών, με αριθμούς 23123/785/7-6-2016 (Β΄ 1604) και 25909/470/07-06-2016 (Β΄ 1605, διόρθωση σφάλματος Β΄ 1623/08-06-2016) αποφάσεις του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αντίκεινται στα άρθρα 106 παρ. 1 και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω έλλειψης οποιασδήποτε αναλογιστικής μελέτης, η οποία να προκύπτει ότι είχε εκπονηθεί πριν από την ψήφιση του νόμου και να τεκμηριώνει τη βιωσιμότητα του κλάδου επικουρικής ασφάλισης του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., ενόψει των προπαρατεθεισών ρυθμίσεων του ν. 4387/2016, για το λόγο δε αυτό οι παραπάνω κανονιστικές πράξεις ακυρώθηκαν στο σύνολό τους. Σε συνέχεια των παραπάνω δικαστικών κρίσεων, με την 1891/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, περαιτέρω, ότι δεν τεκμηριώνεται το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής την οποία χορηγεί το ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016 και ακυρώθηκε και η, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016, 26083/887/7-6-2016 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1605/7-6-2016, διορθώσεις σφαλμάτων Β΄ 1623/8-6-2016 και Β΄ 1988/1-7-2016). Και στις τρεις, ωστόσο, παραπάνω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (1889, 1890 και 1891/2019) ορίστηκε ως χρόνος έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος ο χρόνος δημοσίευσής τους, ήτοι η 04-10-2019. Εξάλλου, στη συνέχεια δημοσιεύθηκε ο ν. 4670/2020 «Ασφαλιστική μεταρρύθμιση και ψηφιακός μετασχηματισμός Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) και άλλες διατάξεις» (Α΄ 43/28-02-2020), με τα άρθρα 25 και 44 του οποίου τροποποιήθηκαν τα άρθρα 14 και 96, αντιστοίχως, του ν.4387/2016, επιδιωκόμενης της συμμόρφωσης προς τις παραπάνω ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. τη σχετική αιτιολογική έκθεση).
11. Επειδή, εξάλλου, με την 1439/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού επισημάνθηκαν τα κριθέντα με τις 2287 – 2288/2015 και 1890-1/2019 αποφάσεις του, έγινε δεκτό, περαιτέρω, ότι η θεσπισθείσα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 4387/2016 ρύθμιση της συνέχισης καταβολής των συντάξεων, όπως είχαν διαμορφωθεί την 31-12-2014 (δηλαδή με τις μειώσεις που επήλθαν με τους νόμους 4051/2012 και 4093/2012), η οποία, όπως εκτέθηκε, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α., δεν θεράπευσε την διαγνωσθείσα με τις ανωτέρω 2287-8/2015 αποφάσεις αντισυνταγματικότητα, αλλά ισχύει από τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, δηλαδή από 12-05-2016 και εφεξής και όχι αναδρομικά, δεν ανατρέχει, συνεπώς, στο χρόνο θέσπισης των εν λόγω περικοπών και, επομένως, δεν καταλαμβάνει ρυθμιστικά και το προγενέστερο διάστημα από 01-01-2013 έως την 11-05-2016 υπό την έννοια της αναδρομικής ισχυροποίησης των επιβληθεισών με τους ανωτέρω νόμους περικοπών. Τούτο, δε, διότι, όπως έγινε δεκτό με την ίδια απόφαση (1439/2020), η ανωτέρω ουσιαστική αντισυνταγματικότητα των επίμαχων διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 δεν μπορούσε να θεραπευθεί με μεταγενέστερες της δημοσίευσης τους μελέτες, όπως είναι οι μελέτες που συνοδεύουν το ν.4387/2016 (βλ. σκ. 24 της 1891/2019 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας), ο οποίος, άλλωστε, θέσπισε ένα νέο ριζικώς αναμορφωμένο ασφαλιστικό σύστημα και δεν περιορίστηκε στην θέσπιση απλώς οριζόντιων περικοπών, όπως οι ανωτέρω νόμοι 4051/2012 και 4093/2012. Κατά συνέπεια, για το χρονικό διάστημα από 01-01-2013 έως την 11-05-2016, ισχύουν τα κριθέντα με τις 2287-8/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, όμως, όπως κρίθηκε με τις εν λόγω αποφάσεις, για το χρονικό διάστημα από 01-01-2013 μέχρι 10-06-2015, η επίκληση της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων ρυθμίσεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, δύναται να γίνει μόνο από όσους είχαν ήδη ασκήσει σχετικές αγωγές πριν την 10-06-2015. Επίσης, με την 1439/2020 απόφαση της Ολομέλειας έγινε δεκτό ότι εν λόγω ο χρονικός περιορισμός της ισχύος των αποτελεσμάτων των 2287-8/2015 αποφάσεων της Ολομέλειας δεν αφορά μόνο τη διαπίστωση της αντίθεσης προς το Σύνταγμα των διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, αλλά καταλαμβάνει και τη διαπιστωθείσα αντίθεση αυτών προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α..
12. Επειδή, επιπλέον, όπως κρίθηκε με την υπ΄ αριθ. 1342/2023 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Συμβουλίου της Επικρατείας (σκ. 20), στον ν. 4387/2016, οι διατάξεις του οποίου εισάγουν ενιαίους κανόνες ως προς τον τρόπο υπολογισμού των απονεμόμενων στο σύνολο του πληθυσμού συντάξεων και προβλέπουν τον υπολογισμό της κύριας σύνταξης ως αθροίσματος δύο τμημάτων, της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7 και της ανταποδοτικής σύνταξης του άρθρου 8 του εν λόγω νόμου (άρθρο 2 παρ. 1), προβλέπεται ότι το ποσό της σύνταξης αυτής καταβάλλεται «ανά μήνα» (άρθρο 2 παρ. 4), χωρίς καμία περαιτέρω πρόβλεψη για καταβολή ετήσιων παροχών, όπως ήταν τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που είχαν καταργηθεί με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν.4093/2012 και των οποίων η κατάργηση κρίθηκε αντισυνταγματική με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με συνέπεια οι παροχές αυτές να μην διατηρήθηκαν στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος απονομής κύριων συντάξεων του ν. 4387/2016 και να μην καταβάλλονται για τον μετά την ισχύ του νόμου αυτού (12-5-2016) χρόνο. Άλλωστε, όπου ο νομοθέτης θέλησε να διατηρήσει ή να προβλέψει την καταβολή παροχών ή επιδομάτων, όρισε τούτο ρητώς. Περαιτέρω, με το άρθρο 96 του ν. 4387/2016 μεταβλήθηκε εκ βάθρων, κατά τα προαναφερθέντα, και το σύστημα υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων, ομοίως χωρίς την πρόβλεψη καταβολής των αντισυνταγματικώς καταργηθέντων με την ως άνω υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας. Αντίθετα μάλιστα, στην παρ. 5 του εν λόγω άρθρου 96 περιέχεται ρητή πρόβλεψη για το ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 το Ε.Τ.Ε.Α. (μετονομασθέν με τον ίδιο νόμο σε Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.) χορηγεί «αποκλειστικά» την επικουρική σύνταξη όπως ρυθμίζεται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού και καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. Επομένως, τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας που καταβάλλονταν επί των επικουρικών συντάξεων, πέραν του ότι δεν προβλέπονται στο σύστημα ρυθμίσεων του ν.4387/2016, καταργήθηκαν, πάντως, και ρητώς με την ανωτέρω διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 96 του νόμου αυτού, στην οποία, πάντως, μετά την τροποποίηση του άρθρου 96 του ν. 4387/2016 με το άρθρο 44 του ν.4670/2020, ως άνω, προβλέπεται ρητώς η κατάργηση κάθε διάταξης που προβλέπει τη χορήγηση επιδομάτων. Επιπλέον, όπως κρίθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η σχετική επιλογή του νομοθέτη του ν. 4387/2016 για μη καταβολή των παροχών αυτών είναι συμβατή με το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον μάλιστα από τις ανωτέρω διατάξεις δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ύψους, και δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνεται η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος. Περαιτέρω, το ακυρωτικό αποτέλεσμα των 1889-1891/2019 αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν επάγεται ως συνέπεια να καθίστανται αγώγιμες αξιώσεις κατά του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. (ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) των παλαιών συνταξιούχων για την καταβολή αποζημίωσης ισόποσης με το επίδομα αδείας και τα δώρα εορτών για τον μετά την ισχύ του ν.4387/2016 χρόνο, ανεξάρτητα αν οι αξιώσεις αυτές επιδιώκονται με αγωγές ασκηθείσες πριν ή μετά τις 04-10-2019 (σκ. 24).
13. Επειδή, μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (στις 19-06-2020) και πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δημοσιεύτηκε ο ν.4714/2020 (Α΄ 148/31-07-2020), ο οποίος στο άρθρο 114, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν.4734/2020 (Α΄ 196/08-10-2020), όρισε ότι: «1. Ποσά, τα οποία αντιστοιχούν σε περικοπές και μειώσεις κύριων συντάξεων συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες επιβλήθηκαν κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν.4051/2012 (Α 40) και της περ. 1 της υποπαρ. ΙΑ.5 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 (Α 222) και αφορούν το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 και μέχρι τη δημοσίευση του ν.4387/2016 (Α 185), καταβάλλονται άτοκα στους δικαιούχους. 2. Τα καταβαλλόμενα ποσά της παρ. 1 είναι ανεκχώρητα και ακατάσχετα στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, δεν δεσμεύονται και δεν συμψηφίζονται με βεβαιωμένα χρέη προς τη Φορολογική Διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους Δήμους, τις Περιφέρειες, τα Ασφαλιστικά Ταμεία ή τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κατά την καταβολή των ποσών της παρ. 1 δεν διενεργείται παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 60 του ν. 4172/2013 (Α 167), ούτε παρακράτηση ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 43Α του ν.4172/2013. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζονται ο τρόπος, η διαδικασία και οι λεπτομέρειες καταβολής των προς επιστροφή ποσών, η οποία ολοκληρώνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020. 4. Με την καταβολή των ποσών της παρ. 1 οι αξιώσεις των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα για ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές, μειώσεις και καταργήσεις κύριων, επικουρικών συντάξεων, επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 11.6.2015 έως τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, δυνάμει του ν. 4051/2012 και του ν. 4093/2012, αποσβένονται. 5. Η παρ. 4 δεν καταλαμβάνει τις εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων δίκες κατά τον χρόνο της δημοσίευσης του παρόντος, ως προς τις αξιώσεις που υπερβαίνουν το καταβαλλόμενο ποσό της παρ. 1.». Δυνάμει της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 3, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Φ.11321/35005/1528/13-10-2020 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β΄ 4536), με την οποία προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι επιστρέφονται αναδρομικά ποσά συντάξεων που αντιστοιχούν στις πραγματοποιηθείσες, βάσει των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν.4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, μειώσεις των κύριων συντάξεων, για το χρονικό διάστημα από 11-06-2015 έως και 12-05-2016 (άρθρο 1), ότι σε περίπτωση λήψης μίας κύριας και μίας επικουρικής σύνταξης, επιστρέφεται στο δικαιούχο μόνο το ποσό που αφορά στην περικοπή που έχει διενεργηθεί βάσει των ανωτέρω διατάξεων στην κύρια σύνταξη (άρθρο 3 παρ. 1), ότι σε περίπτωση λήψης δυο κύριων συντάξεων, επιστρέφονται στο δικαιούχο τα ποσά που αφορούν στη μείωση που έχει διενεργηθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου 1 στην κύρια σύνταξη που εμπίπτει στις διατάξεις της παρούσας (άρθρο 3 παρ. 2), ότι φορέας καταβολής είναι ο e-Ε.Φ.Κ.Α. (άρθρο 4 παρ. 1) και ότι η καταβολή των επιστρεπτέων από τον e-Ε.Φ.Κ.Α. ποσών γίνεται με εφάπαξ καταβολή μέχρι την 31-12-2020 (άρθρο 5 παρ. 1).
14. Επειδή, στο άρθρο 142 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «1. Η δίκη καταργείται αν, πριν από πέρας της τελευταίας συζήτησης: α) εκλείψει το αντικείμενό της, ή β) … . 2. Η κατάργηση διαπιστώνεται με απόφαση του δικαστηρίου, …». Επίσης, στο άρθρο 75 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 19 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ορίζεται ότι: «1... 2. Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτελέσματα της αγωγής επέρχονται, ως προς τον εναγόμενο, από την επίδοσή της σε αυτόν από τον ενάγοντα. Η παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο διακόπηκε, αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης.».
15. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Στην ενάγουσα, γεννηθείσα στις 17-11-1945, απονεμήθηκε, από 03-03-1982, κύρια σύνταξη λόγω γήρατος δυνάμει της υπ΄ αριθ. ...απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Συντάξεων Κύριας Ασφαλίσεως του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε.), ενώ της απονεμήθηκε και δεύτερη κύρια σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της ... ..., από 01-02-2004, δυνάμει της υπ΄ αριθ. ...απόφασης του Προϊσταμένου του ιδίου, ως άνω, Τμήματος του Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε.. Επίσης, αυτή λάμβανε και επικουρική σύνταξη από το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. (ΕΛ.ΤΑ.). Οι δε εν λόγω συντάξεις υπέστησαν μειώσεις, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των «μνημονιακών» νόμων. Ήδη, με την κρινόμενη αγωγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με τα από 07-10-2022 και 24-03-2025 υπομνήματά της, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι διατάξεις των νόμων 4051/2012 (άρθρο 6) και 4093/2012 (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και ΙΑ.6 περ. 3) με τις οποίες επιβλήθηκαν περικοπές στις ως άνω καταβαλλόμενες συντάξεις της, κατά το χρονικό διάστημα από 01-07-2015 έως 31-12-2018, είναι αντίθετες στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Για το λόγο αυτό, ζητά να αναγνωριστεί, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, η υποχρέωση των εναγομένων (ήδη του e-Ε.Φ.Κ.Α.) να της καταβάλουν, καθ΄ ερμηνεία του δικογράφου, εντόκως, ως αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.) α) ο πρώτος εναγόμενος φορέας κύριας ασφάλισης Ε.Φ.Κ.Α. (ήδη e- Ε.Φ.Κ.Α.) (i) το ποσό των 4.115,22 ευρώ για τις περικοπές της κύριας σύνταξής της λόγω γήρατος, για το χρονικό διάστημα από 01-07-2015 έως 31-12-2018, το οποίο αναλύεται με την αγωγή ως εξής: 1.620,00 ευρώ για τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015 έως και 2018 (405 ευρώ/έτος x 4 έτη) + 377,58 ευρώ για τις περικοπές του ν.4051/2012 (8,99 ευρώ x 42 μήνες) + 2.117,64 ευρώ για τις περικοπές του ν.4093/2012 (50,42 ευρώ x 42 μήνες), και (ii) το ποσό των 7.767,92 ευρώ για τις περικοπές της κύριας σύνταξής της λόγω θανάτου, για το ίδιο χρονικό διάστημα (από 01-07-2015 έως 31-12-2018), το οποίο αναλύεται με την αγωγή ως εξής: 3.200,00 ευρώ για τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015 έως και 2018 [(400,00 ευρώ το επίδομα εορτής Χριστουγέννων + 200,00 ευρώ το επίδομα εορτής Πάσχα + 200,00 ευρώ το επίδομα αδείας) x 4 έτη] + 691,32 ευρώ για τις περικοπές του ν.4051/2012 (16,46 ευρώ x 42 μήνες) + 3.876,60 ευρώ για τις περικοπές του ν. 4093/2012 (92,30 ευρώ x 42 μήνες), β) το δεύτερο εναγόμενο ταμείο επικουρικής ασφάλισης (ήδη e- Ε.Φ.Κ.Α.) το ποσό των 952,82 ευρώ για τις περικοπές της επικουρικής σύνταξής της, για το χρονικό διάστημα από 01-07-2015 έως 31-12-2018, το οποίο αναλύεται με την αγωγή ως εξής: 591,20 ευρώ για τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015 έως και 2018 [(73,90 ευρώ μηναία επικουρική σύνταξη x 2) x 4 έτη] + 361,62 ευρώ για τις περικοπές του ν. 4093/2012 (8,61 ευρώ x 42 μήνες). Περαιτέρω, όμως, με τα, ως άνω, υπομνήματά της, η ενάγουσα υποστήριξε ότι της καταβλήθηκαν, μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, τα ποσά των 1.202,20 ευρώ και 618,14 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν στα ποσά των περικοπών των κύριων συντάξεών της λόγω θανάτου του συζύγου της και λόγω γήρατος, αντιστοίχως, του χρονικού διαστήματος από 11-06-2015 έως 12-05-2016, αφαιρουμένων τούτων από τα παραπάνω συνολικώς διεκδικούμενα ποσά. Προς απόδειξη, δε, των ισχυρισμών της η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων: α) σε φωτοαντίγραφα τις υπ΄αριθ. ...και ...αποφάσεις του Διευθυντή και του Προϊσταμένου, αντιστοίχως, του Τμήματος Συντάξεων Κύριας Ασφαλίσεως του Τ.Α.Π. Ο.Τ.Ε., περί απονομής σε αυτήν κύριας σύνταξης λόγω γήρατος και κύριας σύνταξης λόγω θανάτου, αντιστοίχως, β) τα μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα των δύο κύριων συντάξεών της (λόγω γήρατος και λόγω θανάτου του συζύγου της) όλων των μηνών του χρονικού διαστήματος από τον 6ο/2015 έως το 12ο/2018, όπου εμφαίνονται, αφενός μεν ενιαία οι περικοπές των νόμων 4024/2011-4051/2012, αφετέρου οι περικοπές του ν. 4093/2012, γ) μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα της επικουρικής σύνταξής της όλων των μηνών του χρονικού διαστήματος από τον 6ο/2015 έως τον 12ο/2018, όπου εμφαίνονται, μεταξύ άλλων, οι περικοπές του ν. 4093/2012, δ) τα ενημερωτικά σημειώματα επιστροφής μειώσεων συντάξεων από τα οποία προκύπτει η καταβολή σε αυτήν, αναδρομικά, των ποσών των περικοπών του ν. 4051/2012 και του ν.4093/2012 του χρονικού διαστήματος από 11-06-2015 έως 12-05-2016, και συγκεκριμένα, η επιστροφή σε αυτήν του καθαρού ποσού των 618,14 ευρώ (656,70 ευρώ μικτά) αναφορικά με τις περικοπές της κύριας σύνταξής της λόγω γήρατος και του ποσού των 1.202,20 ευρώ (μικτό και καθαρό ποσό) αναφορικά με τις περικοπές της κύριας σύνταξής της λόγω θανάτου και ε) τις υπ΄ αριθ. ……………… εκθέσεις επίδοσης της υπό κρίση αγωγής στα εναγόμενα Ε.Φ.Κ.Α. και Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., αντιστοίχως, της Δικαστικής Επιμελήτριας ……………
16. Επειδή, αντίθετα, το εναγόμενο με τις με αρ.πρωτ. …. (Γ.Π. ….) και …. (Γ.Π. ….) έγγραφες απόψεις του ζητά την απόρριψη της αγωγής, καθόσον, όπως υποστηρίζει, νομίμως περικόπηκαν οι κύριες συντάξεις της ενάγουσας, κατ΄ εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας, και νομίμως καταργήθηκαν τα καταβαλλόμενα σε αυτήν επιδόματα εορτών και αδείας. Επιπλέον, κατ΄ επίκληση των υπ΄αριθ. 2287-90/2015, 1890-1/2019, 1439/2020 και 443/2020 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ήδη, το εναγόμενο e-Ε.Φ.Κ.Α. προβάλλει ότι η αγωγή είναι αβάσιμη ως προς τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 12-05-2016 και εφεξής. Ειδικά, δε, ως προς τις περικοπές των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 του χρονικού διαστήματος από 11-06-2015 έως 11-05-2016 των κύριων συντάξεών της το εναγόμενο υποστηρίζει ότι τα σχετικά ποσά επεστράφησαν στην ενάγουσα μέχρι 31-10-2020, και δη ότι της επεστράφησαν, αφενός το ποσό των 618,14 ευρώ για την κύρια σύνταξή της λόγω γήρατος (για το διάστημα από 11-06-2015 έως 31-12-2025 το ποσό των 59,93 ευρώ για τις περικοπές του ν.4051/2012 και το ποσό των 336,13 ευρώ για τις περικοπές του ν. 4093/2012, ενώ για το διάστημα από 01-01-2016 έως 12-05-2016 το ποσό των 39,44 ευρώ για τις περικοπές του ν. 4051/2012 και το ποσό των 221,20 ευρώ για τις περικοπές του ν. 4093/2012), αφετέρου το ποσό των 1.202,20 ευρώ για την κύρια σύνταξή της λόγω θανάτου (για το διάστημα από 11-06-2015 έως 31-12-2025 το ποσό των 109,73 ευρώ για τις περικοπές του ν.4051/2012 και το ποσό των 615,33 ευρώ για τις περικοπές του ν. 4093/2012, ενώ για το διάστημα από 01-01-2016 έως 12-05-2016 το ποσό των 72,21 ευρώ για τις περικοπές του ν.4051/2012 και το ποσό των 404,93 ευρώ για τις περικοπές του ν. 4093/2012), ενώ επισυνάπτονται στην …. έκθεση απόψεων και τα οικεία ενημερωτικά σημειώματα επιστροφής μειώσεων συντάξεων του εν λόγω χρονικού διαστήματος. Εξάλλου, στην ίδια έκθεση απόψεων περιλαμβάνεται πινακάκι με τα ποσά των δικαιούμενων επιδομάτων εορτών και αδείας κύριας σύνταξης της ενάγουσας, από 11-06-2015 έως 11-05-2016, ύψους 800,00 ευρώ (400,00 ευρώ το επίδομα εορτής Χριστουγέννων + 200,00 ευρώ το επίδομα εορτής Πάσχα + 200,00 ευρώ το επίδομα αδείας).
17. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν, το Δικαστήριο λαμβάνει ειδικότερα υπόψη ότι: α) με τις 2287-8/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 2 του ν.4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν.4093/2012, κρίθηκαν μη συμβατές με τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., β) με τις ίδιες αποφάσεις, ορίστηκε ότι επίκληση της κατά τ΄ ανωτέρω αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 δεν μπορεί να γίνει για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων συνταξιούχων που ασκούν ένδικα μέσα ή βοηθήματα μετά το χρόνο δημοσίευσης των αποφάσεων αυτών (στις 10-06-2015) και αφορούν περικοπείσες, βάσει των διατάξεων αυτών, συνταξιοδοτικές αποδοχές τους αναγόμενες σε χρονικά διαστήματα πριν την ως άνω ημερομηνία, γ) όπως έγινε δεκτό με την 1439/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο εν λόγω ο χρονικός περιορισμός της ισχύος των αποτελεσμάτων των παραπάνω αποφάσεων (2287-8/2015) καταλαμβάνει και τη διαπιστωθείσα αντίθεση των επίμαχων νομοθετικών διατάξεων προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., δ) με τις 1890-1/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, καταρχήν, συνταγματικώς θεμιτή η εκ νέου, κατ' ουσίαν, θέσπιση, με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του ν.4387/2016 (στο οποίο άρθρο παραπέμπουν τα άρθρα 27 παρ. 1 και άρθρο 33 παρ. 1 του ιδίου νόμου σχετικά με την αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων των συνταξιούχων των φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα, που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α.) και του άρθρου 96 παρ. 4 του ν.4387/2016, των ως άνω περικοπών, στο πλαίσιο επανυπολογισμού των κύριων και των επικουρικών συντάξεων, αντιστοίχως, και, επομένως, από τη δημοσίευση του τελευταίου αυτού νόμου (στις 12-05-2016) και εφεξής, οι ως άνω περικοπές, έχοντας ως έρεισμα τις προαναφερθείσες διατάξεις του, είναι νόμιμες, ε) σύμφωνα με την 1439/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας οι επίμαχες διατάξεις του ν.4387/2016 ισχύουν για το μέλλον και, επομένως, δεν καταλαμβάνουν το προγενέστερο της δημοσίευσής του νόμου αυτού χρονικό διάστημα, υπό την έννοια της αναδρομικής ισχυροποίησης των επιβληθεισών με τους νόμους 4051/2012 και 4093/2012 περικοπών, αλλά για το διάστημα προ της 12-05-2016 ισχύουν τα κριθέντα με τις 2287-8/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και στ) όπως κρίθηκε με την υπ΄ αριθ. 1342/2023 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις διατάξεις του ν.4387/2016 διατηρήθηκαν, στο πλαίσιο επανυπολογισμού του ύψους των κύριων και επικουρικών συντάξεων, οι περικοπές των επιδομάτων εορτών και αδείας, αφού αυτά δεν απονεμήθηκαν εκ νέου, καταργήθηκαν δε αυτά, αναφορικά με τις επικουρικές συντάξεις, και ρητά με την παρ. 5 του άρθρου 96 του νόμου αυτού, ενώ η σχετική νομοθετική επιλογή κρίθηκε συμβατή με το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Ενόψει των ανωτέρω, και δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 27-12-2018, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας που αφορούν στις περικοπές επί των κύριων συντάξεων και της επικουρικής σύνταξής της από 12-05-2016 έως και 31-12-2018 είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω, όμως, μη νομίμως περικόπηκαν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του ν.4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και ΙΑ.6 περ. 3 του ν.4093/2012, οι κύριες συντάξεις και η επικουρική σύνταξη που λάμβανε η ενάγουσα, κατά τα αιτούμενα με την αγωγή, από 01-07-2015 έως 11-05-2016, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης των αναλογούντων στις συντάξεις αυτές επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά τα εν μέρει βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγή. Περαιτέρω, όμως, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι τα ποσά των περικοπών που επιβλήθηκαν στις κύριες συντάξεις της ενάγουσας από 11-06-2015 έως 11-05-2016, του ν.4051/2012 και του ν.4093/2012, της καταβλήθηκαν αναδρομικά το μήνα Οκτώβριο του 2020, και δη της καταβλήθηκαν, όπως προκύπτει από τα ενυπάρχοντα στη δικογραφία, ενημερωτικά σημειώματα επιστροφής μειώσεων συντάξεων, για μεν την κύρια σύνταξή της λόγω γήρατος το συνολικό ακαθάριστο ποσό των 656,70 ευρώ (618,14 ευρώ καθαρά), εκ των οποίων ποσό 99,37 ευρώ (59,93 + 39,44) για τις περικοπές του ν.4051/2012 και ποσό 557,33 ευρώ (336,13 + 221,20) για τις περικοπές του ν. 4093/2012, για δε την κύρια σύνταξή της λόγω θανάτου το (καθαρό και ακαθάριστο) ποσό των 1.202,20 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 181,94 ευρώ (109,73 + 72,21) για τις περικοπές του ν.4051/2012 και ποσό 1.020,26 ευρώ (615,33 + 404,93) για τις περικοπές του ν. 4093/2012, όπερ δεν αμφισβητείται αλλά συνομολογείται από την ενάγουσα. Με τα παραπάνω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ως προς τις κύριες αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας που αφορούν στην επιδίκαση αποζημίωσης λόγω των διενεργηθεισών στις κύριες συντάξεις της περικοπών, κατ’ εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν.4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, για το χρονικό διάστημα από 01-07-2015 έως 11-05-2016, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη, λόγω έκλειψης του αντικειμένου της, εξαιτίας της εξόφλησης των επίμαχων αξιώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Δ.Δ. (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1775/2012, 241/2009, 3801/2003). Ωστόσο, ως προς το κεφάλαιο της κρινόμενης αγωγής με το οποίο ζητείται η επιδίκαση τόκων επί των ανωτέρω καταβληθέντων κεφαλαίων, η δίκη διατηρεί το αντικείμενό της (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3835/2010, 2998/2006, βλ., επίσης, Δ.Εφ.Αθ. 42/2021, 479/2018 κ.ά.), δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή ήταν εκκρεμής κατά τη δημοσίευση του ν.4714/2020 (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1403-1405/2022 Ολομ.). Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου Ε.Φ.Κ.Α., και ήδη του e-Ε.Φ.Κ.Α., να καταβάλει στην ενάγουσα τους τόκους επί των ανωτέρω καταβληθέντων καθαρών ποσών κεφαλαίου, υπολογιζομένων τούτων από την επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο Ε.Φ.Κ.Α., στις 28-12-2018 (βλ. την υπ΄ αριθ. …. έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας ….), κατ΄ άρθρο 75 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., προς 6% ετησίως [σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ/γμα της 26-06/10-07-1944 - Α΄ 139) σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν.1902/1990 - Α' 138, βλ. Α.Ε.Δ. 25/2012, επίσης, πρβλ. Σ.τ.Ε. 2534/2017, 4096/2015, 2505/2014, βλ. Δ.Εφ.Αθ. 226, 1773, 1943/2022, 2069, 2073/2021 κ.ά.] έως τις 30-04-2019, για δε το διάστημα από την 01-05-2019 και μέχρι την πλήρη εξόφληση (31-10-2020) με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν.4607/2019 (Α΄ 65, βλ. Δ.Εφ.Αθ. 226, 1773, 1943/2022, 2069, 2073/2021 κ.ά) [βλ. και άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ’ του ν. 4387/2016, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 του ν. 4445/2016 (Α’ 236) και 70Α παρ. 10 του ν. 4387/2016, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 10 του ν. 4670/2020 (Α΄43)]. Περαιτέρω, όπως έγινε δεκτό παραπάνω, μη νομίμως περικόπηκαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (από 01-07-2015 έως 11-05-2016), τα επιδόματα εορτών και αδείας κύριας σύνταξης της ενάγουσας, τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου παρ. 12 του ν.3845/2010, ενόψει του ότι αυτή λάμβανε δύο κύριες συντάξεις, τα δικαιούταν μόνο 1 φορά κατά το επίμαχο, ως άνω, χρονικό διάστημα, όπως συνομολογεί και το εναγόμενο, και αυτά ήταν καταβλητέα με τη μεγαλύτερη κύρια σύνταξή της. Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση, λόγω της μη νόμιμης κατάργησης, με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, των επιδομάτων εορτών και αδείας κύριας σύνταξης του παραπάνω χρονικού διαστήματος, το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί στα επιδόματα αυτά ύψους 800,00 ευρώ (200,00 ευρώ το επίδομα αδείας του 2015 + 400,00 ευρώ το επίδομα εορτής Χριστουγέννων του 2015 + 200,00 ευρώ το επίδομα εορτής Πάσχα του 2016), όπως το ύψος τους καθορίστηκε με το άρθρο τρίτο παρ 10 του ν. 3845/2010, ενόψει και του ότι, ως εκ του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αγωγής προ της δημοσιεύσεως του ν.4714/2020, οι σχετικές αξιώσεις της ενάγουσας, δεν έχουν αποσβεσθεί. Συνεπώς, θα πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου Ε.Φ.Κ.Α., και ήδη του e-Ε.Φ.Κ.Α., να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό των 800,00 ευρώ νομιμοτόκως προς 6% ετησίως, από την επίδοση σε αυτό της αγωγής (28-12-2018) έως τις 30-04-2019, για δε το διάστημα από την 01-05-2019 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν.4607/2019, ως άνω. Το δε αίτημα περί κήρυξης της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής, κατά το παραπάνω σκέλος της, είναι, λόγω του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής, απορριπτέο, προεχόντως, ως νόμω αβάσιμο, βάσει των άρθρων 80 παρ. 3 και 199 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ..
18. Επειδή, ωστόσο, αναφορικά με την επικουρική σύνταξη της ενάγουσας, από τα προσκομισθέντα ενημερωτικά σημειώματα επικουρικής σύνταξης του ένδικου διεκδικούμενου χρονικού διαστήματος (από 01-07-2015 έως 11-05-2016), προκύπτει μεν το ποσό των περικοπών του ν. 4093/2012, που ανέρχονται σε 8,61 ευρώ μηνιαίως, πλην, όμως, δεν συνάγεται άνευ αμφιβολίας το ακριβές ποσό των τυχόν δικαιούμενων επιδομάτων εορτών και αδείας επικουρικής σύνταξης της ενάγουσας του παραπάνω χρονικού διαστήματος, καθόσον αφενός δεν προσκομίζεται η απόφαση απονομής σε αυτήν επικουρικής σύνταξης, αφετέρου από τα ως άνω προσκομισθέντα ενημερωτικά σημειώματα προκύπτει ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, το καταβλητέο ποσό επικουρικής σύνταξής της ήταν κυμαινόμενο, υποκείμενο σε πολλαπλές και διαφορετικές κρατήσεις, ενώ, εξάλλου, το δεύτερο εναγόμενο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. (ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) δεν προσκομίζει διοικητικό φάκελο και έκθεση απόψεων για την κρινόμενη αγωγή. Ενόψει των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη και ασφαλή δικανική πεποίθηση αναφορικά με το ύψος της δικαιούμενης αποζημίωσης της ενάγουσας από το δεύτερο εναγόμενο Ταμείο επικουρικής ασφάλισης και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης αγωγής, καθ΄ ό μέρος αυτή στρέφεται κατά του δεύτερου εναγόμενου και να διαταχθεί η συμπλήρωση των αποδείξεων, κατ΄ άρθρα 151 και 152 του Κ.Δ.Δ., και δη να υποχρεωθεί ο, ήδη, εναγόμενος e-Ε.Φ.Κ.Α. να προσκομίσει έκθεση απόψεων και το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ο οποίος θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει εάν η ενάγουσα θα δικαιούνταν επιδόματα εορτών και άδειας της επικουρικής σύνταξής της, για το χρονικό διάστημα από 01-07-2015 έως 11-05-2016, εάν αυτά δεν είχαν καταργηθεί με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ. 6 περ. 3 του ν.4093/2012, και, σε καταφατική περίπτωση, το ακριβές ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε ένα από τα επιδόματα αυτά, καθώς και το συνολικό ποσό αυτών.
19. Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, η δίκη πρέπει να καταργηθεί ως προς τις κύριες αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας που αφορούν στις περικοπές των κύριων συντάξεών της, του χρονικού διαστήματος από 01-07-2015 έως 11-05-2016, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν.4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012 και, κατά τα λοιπά, η αγωγή, καθ΄ ό μέρος στρέφεται κατά του Ε.Φ.Κ.Α. (ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, συμψηφιζομένων των δικαστικών εξόδων μεταξύ των διαδίκων λόγω μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ΄ του Κ.Δ.Δ.). Περαιτέρω, καθ΄ ό μέρος η αγωγή στρέφεται κατά του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. (ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης και να διαταχθεί η συμπλήρωση των αποδείξεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Καταργεί τη δίκη ως προς τις κύριες αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας που αφορούν στις περικοπές της κύριας σύνταξής της λόγω γήρατος και της κύριας σύνταξής της λόγω θανάτου, του χρονικού διαστήματος από 01-07-2015 έως 11-05-2016, οι οποίες επιβλήθηκαν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν.4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή, καθ΄ ό μέρος αυτή στρέφεται κατά του Ε.Φ.Κ.Α. (ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.).
Αναγνωρίζει την υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου φορέα κύριας ασφάλισης Ε.Φ.Κ.Α., και ήδη του e-Ε.Φ.Κ.Α., να καταβάλει στην ενάγουσα: α) τους νόμιμους τόκους επί του καταβληθέντος, κατά το άρθρο 114 του ν.4714/2020, καθαρού ποσού κεφαλαίου, που αντιστοιχεί στις περικοπές των κύριων σύνταξεών της, από 01-07-2015 έως 11-05-2016, οι οποίες περικοπές χώρησαν κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 6 παρ. 1 του ν.4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, υπολογιζόμενων τούτων (των τόκων) προς 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής στο πρώτο εναγόμενο (28-12-2018) έως τις 30-04-2019, για δε το διάστημα από την 01η-05-2019 και μέχρι την ως άνω καταβολή, με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν.4607/2019, και β) το ποσό των οκτακοσίων ευρώ (800,00 ευρώ), νομιμοτόκως προς 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής στο πρώτο εναγόμενο (28-12-2018) έως τις 30-04-2019, και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν.4607/2019 για το διάστημα από την 01η-05-2019 και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου, λόγω μερικής νίκης και ήττας αυτών.
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης, καθ΄ ό μέρος η κρινόμενη αγωγή στρέφεται κατά του δεύτερου εναγόμενου φορέα επικουρικής ασφάλισης Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α..
Υποχρεώνει το δεύτερο εναγόμενο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., και ήδη τον e-Ε.Φ.Κ.Α., να προσκομίσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της παρούσας απόφασης, έκθεση απόψεων και το διοικητικό φάκελο με τα σχετικά με την ένδικη υπόθεση στοιχεία, στα οποία θα πρέπει, υποχρεωτικά, να περιλαμβάνονται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει εάν η ενάγουσα θα δικαιούνταν επιδόματα εορτών και άδειας της επικουρικής σύνταξής της, για το χρονικό διάστημα από 01-07-2015 έως 11-05-2016, εάν αυτά δεν είχαν καταργηθεί με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν.4093/2012, και, σε καταφατική περίπτωση, το ακριβές ποσό καθενός από τα επιδόματα αυτά, καθώς και το συνολικό ποσό αυτών.
Ακολούθως, θα οριστεί αρμοδίως νέα δικάσιμος, στην οποία θα κλητευθούν για να παρασταθούν οι διάδικοι, με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 30-1-2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΕΤΣΙΚΑ ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΜΑΚΗ
Ακριβές αντίγραφο
Αθήνα, 30-1-2026
Η Προϊστάμενος του 13ου Τμήματος
ΙΟΥΛΙΑ ΡΕΛΛΙΑ