ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Παναγιώτα Κολάρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Δέσποινα Τζιόλα Πρωτόδικη Εισηγήτρια και Αικατερίνη Καρδάκου, Πρωτόδικη, και από τη Γραμματέα Αναστασία Γκασιάμη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15
Δεκεμβρίου 2025, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2025 αίτηση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ... του ... κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ...με Α.Φ.Μ. ... η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο δια
του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Τετράδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα και προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του N. 4194/2013 (βλ. το υπ’ αριθ. ...15-12-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης).
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) .... με Α.Φ.Μ. ..., και 2) ... του ..., με Α.Φ.Μ. ... αμφότερων κατοίκων Θεσσαλονίκης, οδός...εκ των οποίων ο πρώτος παραστάθηκε μετά και η δεύτερη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Τρανσβαλίδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ....), ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα και προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του Ν. 4194/2013 (βλ. το υπ' αριθ. .../15-12-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης).
Η αιτούσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την υπό κρίση από 23.10.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ..../2025 αίτηση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, που περιέχονται στα έγγραφα σημειώματα που κατέθεσαν, και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά τη γενικώς κρατούσα άποψη στη θεωρία οι δικονομικοί κανόνες εφαρμόζονται κατ’ αρχήν αμέσως (αρχή της αμέσου εφαρμογής). Η αρχή όμως αυτή δεν επεκτείνεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νεότερος δικονομικός νόμος δεν ρυθμίζει πλήρως συγκεκριμένη δικονομική κατάσταση, δημιουργώντας δικονομικό κενό. Ειδικότερα, σε περίπτωση, κατά την οποία ο νέος δικονομικός νόμος δεν ρυθμίζει ολοκληρωμένα συγκεκριμένη διαδικαστική κατάσταση, η κατάργησή της δεν μπορεί να ισχυσει, εφόσον η εφαρμογή του νέου δικαίου οδηγεί σε δικονομικό κενό. Στις περιπτώσεις αυτές το προϊσχύσαν δίκαιο εξακολουθεί να εφαρμόζεται, προκειμένου να διασφαλιστεί η λειτουργικότητα της διαδικασίας και η παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (βλ. Νίκας σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2000, σελ. 4-14, Ματθίας Στ., Μελετήματα Ιδιωτικού Δικαίου, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1997, Μπέης Κ., Το διαχρονικό δικονομικό δίκαιο των διατάξεων πολιτικής δικονομίας του ν. 2145/1993, Δίκη 1993). Παράλληλα, από το άρθρα 77 παρ. 2 του Συντάγματος και 2 του ΑΚ, προκύπτει η αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου. Κατά την εν λόγω διάταξη ο νόμος ορίζει περί του μέλλοντος και δεν έχει αναδρομική δύναμη. Η διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ είναι κατευθυντήρια, εκφράζοντας τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί της μη αναδρομικότητας των νόμων και αποβλέποντας στην κατά το δυνατό βεβαιότητα δικαίου και τη σταθερότητα των συναλλαγών. Ωστόσο, δεν απολαύει αυξημένης τυπικής ισχύος, με αποτέλεσμα ο νόμος να δύναται να έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον ορίζεται αυτό ρητά με διάταξή του ή η αναδρομικότητα προκύπτει σαφώς από το όλο περιεχόμενό του (ΟλΑΠ 3/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1323/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1366/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 43/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠΡοδ 328/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με το άρθρο 912 ΚΠολΔ, ως ίσχυε μέχρι την 27-072025, καθώς καταργήθηκε με το άρθρο 127 περ. ζ’ του Ν. 5221/2025, ΦΕΚ A' 133/28.07.2025, από τη δημοσίευσή του, ήτοι από 28.07.2025, αν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση κατά προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, την αναστολή της μπορεί να διατάξει το εκδόν την απόφαση Δικαστήριο, το οποίο έχει γνώση της υπόθεσης την οποία δίκασε, και αυτό μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, οπότε δημιουργείται στάδιο της δίκης και η υπόθεση μεταφέρεται στο Δικαστήριο το οποίο δικάζει την ανακοπή ή την έφεση και λαμβάνει λειτουργική γνώση του αντικειμένου της δίκης, ώστε υπεύθυνα να αποφασίσει, αν προκρίνει ότι συντρέχει πραγματικός λόγος, με αίτημα συνυποβαλλόμενο του διαδίκου, την αναστολή της προσβαλλομένης απόφασης (βλ. I. Μπρίνια: Αναγκαστική Εκτέλεσις, παρ. 600/163 και 63/173). Στην περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 913 του ΚΠολΔ, «Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του διαδίκου, η οποία υποβάλλεται μόνο με το δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης ή με τις προτάσεις, να κηρύξει στις περιπτώσεις των άρθρων 908 και 910 προσωρινά εκτελεστή την απόφαση που προσβάλλεται, να διατάξει τα μέτρα που ορίζει το άρθρο 911, να αναστείλει την εκτέλεση κατά το άρθρο 912 ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση κατά το ίδιο άρθρο». Η αίτηση αναστολής υποβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ή της έφεσης ή τέλος με τις προτάσεις και όχι με αυτοτελή αίτηση (Πρακτικά Σχεδ. ΚΠολΔ, σελ. 114/62.13, ΕφΘεσ 14/1994, ΕφΑΘ 446/1990, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), προφανώς γιατί ο νομοθέτης θέλησε η αναστολή από το Δικαστήριο της ανακοπής η της έφεσης να χορηγηθεί έπειτα από προέρευνα της όλης υπόθεσης και του συγκεντρωμένου αποδεικτικού υλικού και όχι τυπικά, χωρίς προδιάγνωση του αντικειμένου της δίκης, γιατί μια τέτοια αντίληψη θα αντιστρατευόταν στην αρχή της οικονομίας της δίκης, αφού το έργο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση θα ανατρεπόταν εύκολα, χωρίς ειδική δευτεροβάθμια βάσανο (ΕφΘρ 368/1984 Αρμ. 1985. 852). Από την πρώτη συζήτηση της ανακοπής ή της έφεσης, αρμόδιο Δικαστήριο για τη λήψη των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 913 του ΚΠολΔ μέτρων και την αναστολή της προσωρινής εκτέλεσης είναι μόνο αυτό που επιλαμβάνεται του ένδικου μέσου και κατ' ακολουθίαν αποκλείεται σε κάθε περίπτωση η αρμοδιότητα του πρωτόδικου Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση που έχει κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη: Ερμ. ΚΠολΔ, άρθρο 913, αρ. 2, ΕφΘεσ 14/1994 ο.π.). Ωστόσο, το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το ν. 5221/2025, με έναρξη ισχύος την 01-01-2026, δυνάμει των άρθρων 101 και 168 παρ. 3 Ν. 5221/2025, ФЕК A 133/28.07.2025, ως εξής: «1. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση κατά της απόφασης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με τα άρθρα 908 ή 910, μπορεί, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να διατάξει, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε με αυτοτελή αίτησή του και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτελεστότητά της, ώσπου να εκδοθεί η οριστική του απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση. 2. Η αίτηση της παρ. 1 συζητείται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά τη συζήτηση καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος του αιτούντος». Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το άρθρο 912 ΚΠολΔ, το οποίο παρείχε τη δυνατότητα αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης με αυτοτελές δικόγραφο ενώπιον του εκδόσαντος την πρωτοβάθμια απόφαση Δικαστηρίου, καταργήθηκε από 28.7.2025, ενώ το τροποποιηθέν άρθρο 913 ΚΠολΔ, που προβλέπει πλέον τη δυνατότητα υποβολής της αίτησης αναστολής εκτέλεσης με αυτοτελές δικόγραφο έως τη συζήτηση της έφεσης, πρόκειται να τεθεί σε εφαρμογή από 1.1.2026. Έτσι, κατά το χρονικό αυτό διάστημα από 28.7.2025 έως 31.12.2025, δεν υφίσταται ειδική δικονομική ρύθμιση, που να παρέχει στον ηττηθέντα διάδικο αποτελεσματικό μέσο προσωρινής δικαστικής προστασίας έναντι της εκτέλεσης. Ωστόσο, η εφαρμογή του προϊσχύσαντος άρθρου 912 ΚΠολΔ, κατά το μεταβατικό αυτό χρονικό διάστημα δεν αντίκειται στην αρχή της άμεσης εφαρμογής των δικονομικών κανόνων, καθόσον η αρχή αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη πλήρους και λειτουργικού κανονιστικού πλαισίου και δεν μπορεί να οδηγήσει σε αρρύθμιστες διαδικαστικές καταστάσεις, ιδίως στο πλαίσιο της επείγουσας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Αντίθετα, από το πνεύμα του ν. 5221/2025 και ιδίως από την τροποποίηση του άρθρου 913 ΚΠολΔ, δεν συνάγεται αναδρομικότητα του νόμου αυτού για τις ανακύπτουσες υποθέσεις στο μεσοδιάστημα από 28.7.2025 έως 31.12.2025. Τουναντίον, είναι σαφής και ρητή η διατύπωσή του για έναρξη ισχύος από 1.1.2026, χωρίς να καταλείπει οποιαδήποτε αμφιβολία για το αντίθετο. Παράλληλα, κρίσιμος για τον καθορισμό της αρμοδιότητας είναι ο χρόνος της καταθέσεως της αγωγής (αίτησης εν προκειμένω), εφόσον επακολούθησε και επίδοσή της. Αν κατά τον χρόνο αυτόν υπήρχε αρμοδιότητα, διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της δίκης. Οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταβολή, προκαλούμενη είτε από τη βούληση των μερών (π.χ. παρέκταση), είτε από τον νομοθέτη (π.χ. μεταβολή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας, όπως εν προκειμένω), είτε από τη συμπεριφορά του εναγομένου (π.χ. μεταβολή κατοικίας) ή του ενάγοντος (π.χ. περιορισμός αιτήματος), δεν ασκεί επιρροή (Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 4η έκδ., 2022, § 20, σ. 172, αρ. 2 = sakkoulas-oníine).
Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα ζητεί με την κρινόμενη αίτησή της να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αρ. 41531/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και έκανε δεκτή την υπ’ αριθμ. .../10.7.2024 αγωγή απόδοσης μισθίου των καθ’ ων η αίτηση σε βάρος της, κηρύσσοντας αυτήν προσωρινά εκτελεστή, ενώ απέρριψε την υπ’ αριθμ. έκθ. Καταθ. ...../3.1.2025 αγωγή της κατά αυτών, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 23.10.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2025 έφεσης, που άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της ως άνω (υπ’ αρ. 41531/2025) απόφασης, επικαλούμενη ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσής της. Σημειωτέον ότι με την από 27-102025 προσωρινή διαταγή του Προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτό το σωρευόμενο στην ανωτέρω αίτηση αίτημα προσωρινής διαταγής και ανέσταλη η εκτέλεση της υπ’ αριθ. 41531/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία) έως τη συζήτηση της έφεσης και υπό τον όρο συζήτησης αυτής κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση δεν εισάγεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού των καθ’ ων περί καθ’ ύλην αναρμοδιότητας. Ειδικότερα, εφόσον το άρθρο 912 ΚΠολΔ καταργήθηκε από 28.7.2025 και το νέο άρθρο 913 ΚΠολΔ τίθεται σε ισχύ από 1.1.2026, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι το κρινόμενο δικόγραφο εισήχθη παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δυνάμει του νέου άρθρου 913 ΚΠολΔ, για πράξεις που εκκρεμούν πριν την έναρξη ισχύος της διάταξης, δεδομένου ότι για το χρονικό διάστημα από 28.7.2025 έως 31.12.2025 εφαρμόζεται το ήδη ισχύον άρθρο 913 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο η αίτηση αναστολής υποβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ή της έφεσης ή τέλος με τις προτάσεις και όχι με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το τροποποιηθέν άρθρο 913 ΚΠολΔ δεν μπορεί να εφαρμοστεί ούτε ευθέως ούτε αναλογικά, καθόσον αφορά κατανομή αρμοδιότητας, η οποία υπόκειται σε αυστηρή ερμηνεία και δεν επιδέχεται πρόωρης εφαρμογής ούτε contra legem ερμηνείας. Παράλληλα, η κρινόμενη αίτηση αναστολής εκτέλεσης συνιστά αυτοτελή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και δεν ακολουθεί, ως προς την αρμοδιότητα, το Δικαστήριο του ενδίκου μέσου, ελλείψει ρητής σχετικής διάταξης σε ισχύ. Ακόμη, όμως, και αν θεωρηθεί ότι η βούληση του νομοθέτη είναι η μεταφορά των αιτημάτων αναστολής εκτέλεσης συλλήβδην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η κατάργηση της προϊσχύσασας ρύθμισης δεν επιφέρει δικονομικό κενό, δεδομένου ότι, μέχρι την ενεργοποίηση του νέου κανόνα συνεχίζει να εφαρμόζεται το προϊσχύσαν καθεστώς, δηλαδή το άρθρο 912 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον N. 5221/2025, σύμφωνα με τις γενικές αρχές περί χρονικής ισχύος των δικονομικών νόμων, όπως ήδη αναπτύχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη. Συνεπώς, και λαμβανομένης υπόψη της αντικειμενικής αμφιβολίας που έχει δημίουργηθεί από τη νομοθετική μεταβολή, το παρόν Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας για τη συζήτηση της παρούσας αίτησης. Επομένως, αναλογικά εφαρμοζόμενου του άρθρου 46 ΚΠολΔ, μετά την κατάργηση του άρθρου 683 παρ. 5 ΚΠολΔ, με το αρθ. 52 v. 5134/2024, το παρόν Δικαστήριο κηρύσσει εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο και παραπέμπει την υπό κρίση αίτηση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, για να δικαστεί κατά την προσήκουσα διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 691 A παρ. 1 ΚΠολΔ, «Αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν έως την έκδοση της απόφασής του για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης.» Το άρθρο αυτό, με τη σαφέστερη δυνατή νομοθετική διατύπωση, εισάγει κατά πρώτο λόγο τον κανόνα ότι η προσωρινή διαταγή το περισσότερο που μπορεί να ισχύσει είναι έως την έκδοση αποφάσεως για το αιτούμενο ασφαλιστικό μέτρο στο δικαστήριο όπου εκκρεμεί η σχετική αίτηση (άρθρο 691 A § 1). Παράλληλα, όμως, από το άρθρο 691 A παρ. 2 εδ. β και γ αντλείται ένας δεύτερος σαφής κανόνας ότι η προσωρινή διαταγή, αν δεν υπάρξει συζήτηση για το αιτούμενο ασφαλιστικό μέτρο στο χρονικό διάστημα των τριάντα ημερών από τη χορήγησή της, παύει αυτοδικαίως να ισχύει. Από το συνδυασμό των § § 1 και 2 του άρθρου 691 A πρέπει συνεπώς να αντλήσουμε την ερμηνεία ότι η απόφαση που απαιτεί η § 1 του άρθρου 691 Α, ως το καταληκτικό χρονικό όριο ισχύος της προσωρινής διαταγής, πρέπει να γίνει τελεολογικά νοητή ως απόφαση οριστική οποιουδήποτε περιεχομένου. Παράλληλα, το άρθρο 46 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και ορίζει ότι, παρά την παραπομπή, η εκκρεμοδικία της αιτήσεως ασφαλιστικού μέτρου διατηρείται, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Διότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων διατηρείται η εκκρεμοδικία όταν υπάρξει παραπομπή, θα πρόκειται για την εκκρεμοδικία της αιτήσεως για τη χορήγηση του ασφαλιστικού μέτρου, ρύθμιση άσχετη με τους κανόνες του άρθρου 691 Α, στους οποίους υπόκειται η προσωρινή διαταγή (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, Η δικονομική έννομη τάξη, τόμ. 5, 2019, σ. 635 = sakkoulas-online, Π. Γιαννόπουλος, Διαδικαστικά ζητήματα της προσωρινής διαταγής, Αρμ 3/2020.372 = sakkoulas-online). Συνεπώς, μέ δεδομένα ότι η παρούσα απόφαση, κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ, είναι οριστική, διότι τερματίζει τη δίκη στο παρόν Δικαστήριο, όπως κάθε άλλη δικαστική απόφαση που χαρακτηρίζεται ως οριστική, με βάση τον κανόνα ότι η προσωρινή διαταγή το περισσότερο που μπορεί να ισχύσει είναι έως την έκδοση αποφάσεως για το αιτούμενο ασφαλιστικό μέτρο στο Δικαστήριο όπου εκκρεμεί η σχετική αίτηση (άρθρο 691 A § 1 ΚΠολΔ), και ότι με την έκδοση της παρούσας παραπεμπτικής απόφασης λόγω αναρμοδιότητας παύει να ισχύει η προσωρινή διαταγή, πρέπει να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως η ανάκληση της χορηγηθείσας από 27.10.2025 προσωρινής διαταγής, που διατάχθηκε αφενός από αναρμόδιο Δικαστήριο και αφετέρου κατά παράβαση του κανόνα του άρθρου 691Α παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς τέθηκε με διάρκεια ισχύος έως τη συζήτηση της έφεσης και υπό τον όρο συζήτησης αυτής κατά την ορισθείσα δικάσιμο, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ εαυτόν καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της από 23.10.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2025 αίτησης αναστολής εκτέλεσης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την αίτηση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, για να δικαστεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
ΑΝΑΚΑΛΕΙ την από 27.10.2025 προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου αυτού, η οποία τέθηκε παρά πόδας της από 23.10.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2025 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της αιτούσας και με την οποία ανέσταλη η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 41531/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έως τη συζήτηση της έφεσης κατά αυτής και υπό τον όρο της συζήτησης αυτής.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 07 Ιανουάριου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 1.3. Ιανουάριου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]