ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 5ο - ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 800/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2025, με δικαστή την Ιωάννα Μπασιούκα, Πρωτοδίκη ΔΔ, και γραμματέα την Ευδοκία Λεουτσάκου, δικαστική υπάλληλο,

για  να δικάσει την αγωγή, με ημερομηνία κατάθεσης 13.6.2019,

των: 1. …. και 50. …., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκαν με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, του δικηγόρου Αλκαίου Κλαουδάτου,

κατά: 1. του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (νπδδ) με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (ΕΦΚΑ), μετονομασθέντος, από 1.3.2020, σε «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-ΕΦΚΑ) [βλ. άρθρα 1 παρ. 1 και 108 παρ. 1 του ν. 4670/2020 (Α’ 43)] και 2. του νπδδ με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών» (ΕΤΕΑΕΠ), ενταχθέντος, ομοίως από 1.3.2020, στο ανωτέρω e – ΕΦΚΑ [βλ. άρθρο 51 Α παρ. 2 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), όπως το τελευταίο αυτό άρθρο προστέθηκε στον ανωτέρω νόμο με το άρθρο 1 του ως άνω ν. 4670/2020], εκπροσωπούμενου (του μοναδικού, πλέον, εναγόμενου e – ΕΦΚΑ) από τον Διοικητή του, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, του δικηγόρου Λουκά Πρίτσα.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά τον νόμο

1. Επειδή, η κρινόμενη αγωγή νομίμως εισάγεται προς συζήτηση μετά την 4775/2023 ανασταλτική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και τη δημοσίευση της 1342/2023 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του προδικαστικού ερωτήματος που διατυπώθηκε με την 8898/2021 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αγωγή αυτή, της οποίας το αίτημα μετατράπηκε νομίμως από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με το κατατεθέν, στη 1.3.2023, υπόμνημα, οι ενάγοντες, συνταξιούχοι των εναγόμενων ταμείων ως προς την κύρια και επικουρική σύνταξή τους, ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση: α) του πρώτου εναγόμενου ταμείου (ήδη e – ΕΦΚΑ) να καταβάλει, σε έκαστο εξ αυτών (πλην της 25ης που δεν εγείρει σχετική αξίωση), νομιμοτόκως, τα ειδικώς αναγραφόμενα, στο οικείο δικόγραφο, ποσά, κυμαινόμενα από 1.200 ευρώ έως 30.734,16 ευρώ, λόγω των περικοπών των κύριων συντάξεών τους και της κατάργησης των καταβαλλόμενων, με τις συντάξεις αυτές, επιδομάτων (δώρων) εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας, κατά τα επιμέρους χρονικά διαστήματα από 1.1.2013 έως 31.12.2018, κατ’ εφαρμογήν, κατά περίπτωση, των αντίθετων, όπως προβάλλουν, στο Σύνταγμα και σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος,  διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ. υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2022, άλλως να τους καταβάλει (πλην της 25ης εξ αυτών) νομιμοτόκως, τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο οικείο δικόγραφο ποσά που αντιστοιχούν στις ανωτέρω περικοπές, για το χρονικό διάστημα από 10.6.2015 έως 31.12.2018 (ύψους από 1.200 ευρώ έως 18.934,36 ευρώ) και β) του δεύτερου εναγόμενου ταμείου (ήδη e – ΕΦΚΑ) να καταβάλει, σε έκαστο εξ αυτών (πλην του 11ου, του 14ου, του 23ου, του 26ου, του 31ου, του 35ου, του 36ου, του 41ου και του 46ου εξ αυτών, που δεν εγείρουν σχετικές αξιώσεις), νομιμοτόκως, τα ειδικώς αναγραφόμενα, στο οικείο δικόγραφο ποσά, κυμαινόμενα από 1.104,42 ευρώ έως 26.456,10 ευρώ, λόγω των περικοπών των επικουρικών συντάξεών τους και της κατάργησης των καταβαλλόμενων, με τις συντάξεις αυτές, επιδομάτων (δώρων) εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας, κατά τα επιμέρους χρονικά διαστήματα από από 1.1.2013 έως 31.12.2018, κατ’ εφαρμογήν των ίδιων ως άνω διατάξεων των ν. 4051/2012 και 4093/2012, άλλως, να τους καταβάλει (πλην, ομοίως, του 11ου, του 14ου, του 23ου, του 26ου, του 31ου, του 35ου, του 36ου, του 41ου και του 46ου εξ αυτών) ομοίως νομιμοτόκως, τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο οικείο δικόγραφο ποσά που αντιστοιχούν στις ανωτέρω περικοπές, για το χρονικό διάστημα από 10.6.2015 έως 31.12.2018 (ύψους από 690,26 ευρώ έως 16.032,26 ευρώ). Οι ενάγοντες ζητούν τα ανωτέρω ποσά ως αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 – 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. του ΑΚ). Τέλος, με την υπό κρίση αγωγή ζητούν να αναγνωριστεί ότι τα εναγόμενα είναι υποχρεωμένα να τους καταβάλουν τα ποσά των συντάξεών τους στο επίπεδο που είχαν διαμορφωθεί πριν την εφαρμογή των ν.4051/2012 και ν.4093/2012 και με τις προϋποθέσεις που ίσχυαν μέχρι 31.12.2011.

2. Επειδή, το αίτημα των εναγόντων να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει τα ποσά των συντάξεών τους στο επίπεδο που είχαν διαμορφωθεί πριν την εφαρμογή των ν. 4051/2012 και 4093/2012 και να τους καταβάλει εφεξής τα καταργηθέντα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Τούτο, διότι από τον συνδυασμό των άρθρων 63 παρ. 1, 71 παρ. 1 και 73 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄97), συνάγεται ότι με την αγωγή κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων επιδιώκεται μόνο η ικανοποίηση χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, αίτημα της οποίας είναι είτε η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής είτε η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης, εφόσον πρόκειται για αξίωση που έχει γεννηθεί κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και όχι, όπως επιδιώκεται με το αίτημα αυτό, η διαμόρφωση δικαιώματος ή η διάπλαση έννομης σχέσης, τα οποία δύνανται να ικανοποιηθούν με την άσκηση προσφυγής (βλ. ΣτΕ 1313/2016 και πρβλ. ΣτΕ 4693/2012 7μ., 3872/2009, 3534/2005, 2112/1995).

3. Επειδή, το e – ΕΦΚΑ, ως καθολικός διάδοχος του δεύτερου εναγόμενου ΕΤΕΑΕΠ, διαβίβασε στο Δικαστήριο, έως την παρούσα δικάσιμο, τον διοικητικό φάκελο της κρινόμενης υπόθεσης μαζί με την έκθεση απόψεων μόνον για την 3η ενάγουσα, ενώ για τους λοιπούς ενάγοντες ουδέν προσκόμισε αναφορικά με τις επικουρικές συντάξεις αυτών. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση για την ένδικη υπόθεση κρίνει αναγκαίο να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 33, 151 και 152 του ΚΔΔ, κατά το μέρος που η αγωγή αφορά τις αξιώσεις όλων των εναγόντων, που προβάλλουν σχετικές αξιώσεις, έναντι του δεύτερου αρχικώς εναγομένου ΕΤΕΑΕΠ, ήτοι σχετικά με τις επικουρικές συντάξεις αυτών και τα οικεία επιδόματα και αδείας, συμπεριλαμβανομένων, για το ενιαίο της κρίσης και των σχετικών αξιώσεων της 3ης ενάγουσας, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ως καθολικός διάδοχος του ΕΤΕΑΕΠ, να προσκομίσει, εντός εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της παρούσας απόφασης σε αυτόν, τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, να υποχρεωθούν οι ενάγοντες που φέρουν, άλλωστε, και το σχετικό βάρος απόδειξης, να προσκομίσουν όσα στοιχεία, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, πρέπει να περιλαμβάνει, για λόγους οικονομίας της δίκης ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης.

 4. Επειδή, περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του αρχικώς πρώτου εναγομένου ΕΦΚΑ και αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων (πλην της 25ης που δεν εγείρει σχετική αξίωση) σχετικά με τις κύριες συντάξεις αυτών και τα οικεία επιδόματα και αδείας ασκείται παραδεκτώς και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της. Εξάλλου, οι ενάγοντες παραδεκτώς ομοδικούν, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 1 και 3 του ΚΔΔ, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), εφόσον οι απαιτήσεις τους στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη, νομική και πραγματική βάση (πρβλ. ΣτΕ 583/2021 7μ, 1439/2020, 4741/2014 Ολομ).

5. Επειδή, στο άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», όπως η παρ. 10 αυτού αντικαταστάθηκε, από τότε που ίσχυσε, με τη διάταξη του άρθρου 24 του ν. 4038/2012 (Α΄ 14), ορίζονται τα εξής: «1. … 10. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης, για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των Φορέων Κύριας Ασφάλισης, με εξαίρεση τους συνταξιούχους του Ο.Γ.Α., χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας και το ύψος τους καθορίζεται ως εξής: α) Το επίδομα εορτής Χριστουγέννων, στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ. β) Το επίδομα εορτής Πάσχα, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. Ειδικά για τους συνταξιούχους που λαμβάνουν σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας ή λόγω θανάτου, το ποσό της οποίας είναι μικρότερο των τετρακοσίων (400) ευρώ, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας, δεν μπορούν να είναι μεγαλύτερα των ποσών που ελάμβαναν με βάση τις προϊσχύουσες του ν. 3845/2010 διατάξεις. … 11. Από το όριο ηλικίας που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο εξαιρούνται όσοι εξ ιδίου δικαιώματος λαμβάνουν σύνταξη λόγω αναπηρίας ή με το καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών ή των οικοδομικών επαγγελμάτων, καθώς και οι δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως, εφόσον οι τελευταίοι: α) είναι δικαιούχοι λόγω θανάτου συζύγου, ή β) δεν έχουν υπερβεί το 18ο έτος ή αν σπουδάζουν, το 24ο έτος της ηλικίας τους, ή γ) είναι ανίκανοι για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67%. 12. Αν καταβάλλονται στο ίδιο πρόσωπο δύο κύριες συντάξεις από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, τα επιδόματα της παραγράφου 10 καταβάλλονται μόνο από τον φορέα που καταβάλλει την μεγαλύτερη σύνταξη. 13. Αν στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως, το ποσό των επιδομάτων επιμερίζεται αναλόγως στα συνδικαιούχα πρόσωπα. 14. Τα επιδόματα της παραγράφου 10 δεν καταβάλλονται, εφόσον οι καταβαλλόμενες συντάξεις, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων της παραγράφου 10, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση υπερβαίνουν κατά μήνα, τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων της παραγράφου 10, οι καταβαλλόμενες συντάξεις υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα της παραγράφου 10 καταβάλλονται μέχρι του ορίου των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους. 15. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των παραγράφων 10 έως και 14 του άρθρου αυτού. 16. …». Συναφώς, εκδόθηκε, βάσει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 15 του ως άνω άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, η Φ80000/14254/1097/6.7.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β΄ 1033), με τίτλο «Ρύθμιση των προϋποθέσεων, του τρόπου και χρόνου καταβολής από τους οργανισμούς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΟΓΑ, των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων - Πάσχα και επιδόματος αδείας» στην οποία (παρ. 4) ορίζεται ότι: «Ως χρόνος πληρωμής των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ορίζεται η 16η Δεκεμβρίου και η δέκατη ημέρα πριν το Πάσχα αντίστοιχα. ... Ως χρόνος πληρωμής του επιδόματος αδείας ορίζεται η ημερομηνία καταβολής της σύνταξης μηνός Αυγούστου …».

6. Επειδή, με την εμφάνιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτουμένων από το Δημόσιο και από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του Δημοσίου και των οργανισμών κύριας ασφάλισης [άρθρο 1 παρ. 2 του ν.3833/2010 (Α΄ 140), άρθρο τρίτο παρ. 6, 10-14 του ν. 3845/2010 (Α΄ 65), άρθρο μόνο του ν. 3847/2010 (Α΄ 67), αντιστοίχως], συνεχίσθηκαν δε με τη θέσπιση της εισφοράς αλληλεγγύης των συνταξιούχων του Δημοσίου και των λοιπών συνταξιούχων οργανισμών κύριας ασφάλισης [άρθρο 11 του ν. 3865/2010 (Α΄ 120) και άρθρο 38 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115), αντιστοίχως], την αναπροσαρμογή και τη συμπλήρωση της εισφοράς αυτής και την επέκτασή της και στην επικουρική ασφάλιση [άρθρο 44 παρ.10-13 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), άρθρο 2 παρ. 13 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180)], καθώς και με τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων κατά 40%, για το πέραν των 1.000 ευρώ ποσό αυτών, περαιτέρω δε με μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερέβαιναν, αντιστοίχως, τα 1.200 και τα 150 ευρώ [άρθρο 1 παρ. 10 και άρθρο 2 παρ.1-5 και 14 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226)]. Ακολούθως, προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (ν. 4046/2012, Α΄ 28), ακολούθησαν κατά το ίδιο αυτό έτος, δύο νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω, μετά τις προαναφερόμενες διαδοχικές περικοπές, περιστολή των κυρίων και επικουρικών συντάξεων. Ειδικότερα, με το άρθρο 6 του ν. 4051/2012 «Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του Ν. 4046/2012» (Α΄ 40) μειώθηκαν αναδρομικά, από 1.1.2012, κατά 12% οι μηνιαίες κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν το ποσό των 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μείωσης (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου ποσού 200 ευρώ, ενώ, στη συνέχεια, ακολούθησε ο ν. 4093/2012 (Α΄ 222), με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του οποίου, αφενός μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστό από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, αφετέρου καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας.

7. Επειδή, οι τελευταίες περικοπές των συντάξεων, που επήλθαν, κατ’ εφαρμογή του δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης (ν. 4046/2012), με τους ανωτέρω νόμους 4051/2012 και 4093/2012 κρίθηκαν αντισυνταγματικές με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, για τον λόγο ότι δεν προηγήθηκε των εν λόγω περικοπών, οι οποίες θεσπίσθηκαν σε συνέχεια των περιγραφόμενων ανωτέρω προηγούμενων περικοπών των συντάξεων – οι οποίες κρίθηκαν συνταγματικές – και ενώ είχε παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης, η ειδική μελέτη που περιγράφεται στις ως άνω αποφάσεις. Ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι σε περιπτώσεις εξαιρετικά κρίσιμων δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων εφεξής, σε κάθε περίπτωση, όμως, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση, δηλαδή, στο συνταξιούχο τέτοιων παροχών που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια. Προκειμένου δε, να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος των οικείων νομοθετικών μέτρων από τις ανωτέρω συνταγματικές απόψεις, κρίθηκε ότι ο νομοθέτης, όταν λαμβάνει μέτρα συνιστάμενα σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, οφείλει, ενόψει και της γενικότερης υποχρέωσής του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), να έχει προβεί σε ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, από την οποία να προκύπτει, αφενός μεν, ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι πράγματι πρόσφορα αλλά και αναγκαία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ενόψει και των παραγόντων που το προκάλεσαν, έτσι ώστε η λήψη των μέτρων αυτών να είναι σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφετέρου δε, ότι οι επιπτώσεις από τα μέτρα αυτά στο βιοτικό επίπεδο των πληττόμενων προσώπων, συνδυαζόμενες με άλλα τυχόν ληφθέντα μέτρα (φορολογικά κ.ά.), αλλά και με το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεδομένης συγκυρίας, δεν έχουν, αθροιστικά λαμβανόμενες, αποτέλεσμα τέτοιο που να οδηγεί σε ανεπίτρεπτη παραβίαση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος σε κοινωνική ασφάλιση. Κατόπιν τούτων, κρίθηκε με τις ανωτέρω αποφάσεις ότι οι διατάξεις των ν. 4051/2012 και 4093/2012, που θέσπισαν περικοπές στις συντάξεις, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε, μαζί με την εν λόγω Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του νδ 53/1974 (Α’ 256), και ότι είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό, με τις διατάξεις αυτές επιχειρήθηκε νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, χωρίς να έχει προηγηθεί εμπεριστατωμένη μελέτη, με την οποία να διαπιστώνεται και να αναδεικνύεται τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν σύμφωνη με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις που απέρρεαν, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Με τις ίδιες αποφάσεις 2287 και 2288/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις 10.6.2015, το Δικαστήριο όρισε, μετά από στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερομένου στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων θα επέλθουν μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών και ότι η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα μόνο για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσίευσης των αποφάσεων. Κατά συνέπεια δε, όπως ρητώς ορίζεται στις αποφάσεις αυτές, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων συνταξιούχων, που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, συνταξιοδοτικές παροχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσίευσης των αποφάσεων αυτών. Ο περιορισμός, άλλωστε, αυτός στη δυνατότητα επίκλησης της εν λόγω αντισυνταγματικότητας συμβαδίζει με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) που ρυθμίζουν τον θεσμό της πρότυπης δίκης, ενώ είναι σύμφωνος με τη διάταξη της παρ. 3β του άρθρου 50 του πδ 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), η οποία εισάγει απόκλιση από τον κανόνα της αναδρομικής ακύρωσης και πρέπει αναλογικώς να ισχύσει και επί των αγωγών και λοιπών διαφορών ουσίας. Συναφώς, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τα άρθρα 26 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ενώ, επιπλέον, δεν συγκρούεται ούτε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, περί της αξίωσης δικαστικής προστασίας, αλλά ούτε και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και το άρθρο 1 του ΠΠΠ αυτής, διότι αφενός μεν η αναδρομικότητα των συνεπειών των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι αυτονόητη και αποκλειστική κάθε άλλης ρύθμισης, αφετέρου δε με τον ως άνω τιθέμενο περιορισμό, δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των διοικουμένων, εφόσον αυτοί δεν αποστερούνται τα δικαιώματά τους, τα οποία απλώς περιορίζονται, για τους προαναφερόμενους λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ 2287-2288/2015, 4741/2014 Ολομ.).

8. Επειδή, περαιτέρω, σε συνέχεια των δεσμεύσεων τις οποίες ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία με τους νόμους 4334/2015 [«Επείγουσες ρυθμίσεις για τη διαπραγμάτευση και σύναψη συμφωνίας με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (Ε.Μ.Σ.)» (Α΄ 80)] και 4336/2015 [«Συνταξιοδοτικές διατάξεις – Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» (Α΄ 94)], στο πλαίσιο της συμφωνίας με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, θεσπίσθηκε ο ν. 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 85), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 122 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (12.5.2016) και με το σύστημα ρυθμίσεων του οποίου επιχειρήθηκε μείζων μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Η μεταρρύθμιση συνίσταται στη λήψη μέτρων για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, με το ν. 4387/2016, όπως αναφέρεται και στην 1891/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μεταβλήθηκε εκ βάθρων το σύστημα υπολογισμού των συντάξεων των ασφαλισμένων στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, περιλαμβανομένων και όσων ελάμβαναν ήδη σύνταξη πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (παλαιών συνταξιούχων). Εξάλλου, με την ως άνω 1891/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι δεν εκωλύετο ο νομοθέτης από τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές και αντίθετες προς το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ οι περικοπές των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, να προβεί σε νέες ρυθμίσεις ως προς το ύψος των συντάξεων ή ακόμη και να επαναθεσπίσει τις κριθείσες ως παράνομες, κατά τα ανωτέρω, περικοπές, εφόσον ελάμβανε υπόψη τα κριτήρια και ικανοποιούσε τις απαιτήσεις που έθεσε με τις ανωτέρω αποφάσεις του το Δικαστήριο κατόπιν ερμηνείας των μνημονευθεισών συνταγματικών διατάξεων, είτε, ακόμη, διατηρώντας τη σχετική προς τούτο ευχέρειά του, να προβεί στη θέσπιση νέου ασφαλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου, εφόσον επέλεγε να υιοθετήσει εκ νέου τις ανωτέρω κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των συντάξεων στο πλαίσιο του επανυπολογισμού των συντάξεων των παλαιών συνταξιούχων, όπως και έπραξε, υπεχρεούτο να αιτιολογήσει ειδικώς τον λόγο για τον οποίο ήταν τούτο αναγκαίο ενόψει της επιχειρούμενης συνολικής μεταρρυθμίσεως του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Επίσης, κρίθηκε ότι είναι θεμιτή η επιλογή του νομοθέτη να προβεί, στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος και της ιδρύσεως ενιαίου φορέα απονομής των κύριων συνταξιοδοτικών παροχών που εφαρμόζει ενιαίους κανόνες ως προς τον τρόπο υπολογισμού των απονεμόμενων στο σύνολο του πληθυσμού συντάξεων, σε επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 συντάξεων. Με την ίδια απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου κρίθηκε συμβατή με το Σύνταγμα και αιτιολογημένη η επιλογή του νομοθέτη, προκειμένου να καθορίσει τις καταβλητέες, από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 στους ήδη κατά την δημοσίευσή του συνταξιούχους, συντάξεις, στο πλαίσιο του επανυπολογισμού τους, να ορίσει ότι το ύψος των συντάξεων αυτών, θα ανέρχεται στο ύψος στο οποίο οι εν λόγω συντάξεις είχαν διαμορφωθεί μετά τις περικοπές των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κρίθηκε, δηλαδή, συμβατή με το Σύνταγμα η ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 4387/2016, σύμφωνα με την οποία οι κύριες συντάξεις που καταβάλλονταν κατά τη δημοσίευση του νόμου (παλαιές συντάξεις) θα ανέρχονται στο ύψος, στο οποίο αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2014 (με τις περικοπές, δηλαδή, των νόμων 4051/2012 και 4093/2012). Ομοίως, με την 1890/2019 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σκέψη 20) κρίθηκε κατ΄αρχήν συνταγματικώς θεμιτή και η εκ νέου κατ’ ουσίαν θέσπιση των ως άνω περικοπών στο πλαίσιο επανυπολογισμού και των επικουρικών συντάξεων με το άρθρο 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 (ΣτΕ 1440/2020). Εξάλλου, με την 1342/2023 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι συνταξιοδοτικές παροχές των επιδομάτων εορτών και αδείας, που καταβάλλονταν από τα ταμεία κύριας και επικουρικής ασφάλισης έως 31.12.2012, και οι οποίες καταργήθηκαν από 1.1.2013 με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, η δε κατάργησή τους κρίθηκε αντισυνταγματική με την 2287/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν προβλέπονται υπό το νέο ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016 από 12.5.2016 και εφεξής ούτε καταβάλλονται κατά τον, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, επανυπολογισμό των συντάξεων των παλαιών συνταξιούχων.

9. Επειδή, μετά την εισαγωγή, με την 21/2019 πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213), στο Συμβούλιο της Επικρατείας της από 11.9.2019 ασκηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής 46 συνταξιούχων γήρατος κατά του ΕΦΚΑ, του ΕΤΕΑΕΠ και του παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατόπιν αίτησης του ΕΦΚΑ, προκειμένου να κριθούν γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα που έχουν συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, δημοσιεύθηκε η 1439/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτό ότι με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν περικοπές στις συνταξιοδοτικές παροχές συνταξιούχων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, αντίκεινται στο Σύνταγμα και στο άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ και ότι είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Με την ίδια απόφαση (1439/2020) κρίθηκε, περαιτέρω, ότι η διαγνωσθείσα με τις ανωτέρω αποφάσεις του έτους 2015 ουσιαστική αντισυνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων δεν θεραπεύθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 4387/2016, υπό την έννοια ότι η τελευταία αυτή διάταξη, με την οποία, κατ’ ουσίαν, υιοθετήθηκαν εκ νέου, στο πλαίσιο του εισαχθέντος με το νόμο αυτό ασφαλιστικού συστήματος, οι εν λόγω περικοπές για τους ήδη κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού συνταξιούχους (παλαιούς συνταξιούχους), ισχύει από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου και εφεξής, δηλαδή από 12.5.2016 και εφεξής και όχι αναδρομικώς, ότι δεν ανατρέχει, δηλαδή, στο χρόνο θέσπισης των εν λόγω περικοπών. Επίσης, με την ίδια απόφαση 1439/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η ανωτέρω ουσιαστική αντισυνταγματικότητα των επίμαχων διατάξεων του ν. 4051/2012 και του ν. 4093/2012 δεν θεραπεύθηκε με μεταγενέστερες της δημοσίευσης του ανωτέρω νόμου μελέτες, όπως είναι οι μελέτες που συνοδεύουν το μεταγενέστερο ν. 4387/2016, ότι, συνεπώς, οι περικοπές που επιβλήθηκαν για το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως 11.5.2016 κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4051/2012 και του ν. 4093/2012 δεν είναι νόμιμες και ότι ως προς τα αποτελέσματα της αντισυνταγματικότητας αυτής και της παραβίασης του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ ισχύουν τα κριθέντα με τις αποφάσεις 2287 και 2288/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. 

10. Επειδή, επίσης, με το άρθρο 114 του ν. 4714/2020 (Α΄ 148/31.7.2020, με έναρξη ισχύος σύμφωνα με το άρθρο 144 αυτού από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 ν.4734/2020 (Α΄ 196), ορίστηκε ότι: «1. Ποσά, τα οποία αντιστοιχούν σε περικοπές και μειώσεις κύριων συντάξεων συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες επιβλήθηκαν κατ` εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 4051/2012 (Α` 40), της υπ` αρ. 476/28.2.2012 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (Β` 499) και της περ. 1 της υποπαρ. ΙΑ.5 της παρ. ΙΑ` του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Α` 222) και αφορούν το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 και μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 4387/2016 (Α` 185), καταβάλλονται άτοκα στους δικαιούχους. 2… 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζονται ο τρόπος, η διαδικασία και οι λεπτομέρειες καταβολής των προς επιστροφή ποσών, η οποία ολοκληρώνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020. 4. Με την καταβολή των ποσών της παρ. 1 οι αξιώσεις των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα για ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές, μειώσεις και καταργήσεις κύριων, επικουρικών συντάξεων, επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 11.6.2015 έως τη δημοσίευση του Ν. 4387/2016, δυνάμει του Ν. 4051/2012 και του Ν. 4093/2012, αποσβένονται. 5. Η παρ. 4 δεν καταλαμβάνει τις εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων δίκες κατά τον χρόνο της δημοσίευσης του παρόντος, ως προς τις αξιώσεις που υπερβαίνουν το καταβαλλόμενο ποσό της παρ. 1». 

11. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ, πδ 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος ...» και στο άρθρο 106 ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και εάν προκαλείται ζημία σε τρίτον, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός εάν από την νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, όταν οι επιζήμιες συνέπειες δεν επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη αλλά επέρχονται από την εφαρμογή του ως άνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτήν πράξη (βλ. ΣτΕ 479-481/2018 Ολομ., 4741/2014 Ολομ.). Η δε αποζημίωση προς αποκατάσταση της κατά τα ανωτέρω ζημίας περιλαμβάνει, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα, την πλήρη αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος. 

12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες, συνταξιούχοι του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και ήδη του e-ΕΦΚΑ, έχουν υποστεί, δυνάμει των μνημονιακών ρυθμίσεων από το έτος 2010 και εξής, κατά περίπτωση, διαδοχικές μειώσεις στις κύριες συντάξεις τους, ενώ, περαιτέρω, έχουν υποστεί μειώσεις έως και πλήρη κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας. Με την κρινόμενη δε αγωγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το νομοτύπως κατατεθέν στις 1.3.2023 υπόμνημα, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου ΕΦΚΑ και ήδη e-ΕΦΚΑ να τους καταβάλει, ως αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, τα ποσά που αντιστοιχούν στις περικοπές που επιβλήθηκαν, κατά το κρίσιμο για καθένα χρονικό διάστημα εντός της περιόδου από 1.1.2013 έως 31.12.2018, άλλως κατά το χρονικό διάστημα από 10.6.2015 έως 31.12.2018, κατ' εφαρμογή των αντισυνταγματικών, κατά τους ισχυρισμούς τους, διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 και πρώτο παρ. ΙΑ, υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, στις κύριες συντάξεις τους συμπεριλαμβανομένων των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, πλην αφενός των 21ης, 24ης, 37ης, 38ης από τους ενάγοντες, που ζητούν μόνο ποσά που αντιστοιχούν στις περικοπές των μηνιαίων κύριων συντάξεών τους αφετέρου δε των 3ης, 17ης, 42ης και 50ης, από τους ενάγοντες που ζητούν ποσά μόνο για τα καταργηθέντα επιδόματα (ήτοι, ποσά που κυμαίνονται, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο για κάθε ενάγοντα, από 1.200 ευρώ έως 30.734,16 ευρώ, άλλως από 1.200 ευρώ έως 18.934,36 ευρώ). Ειδικότερα, με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες προβάλλουν ότι οι ανωτέρω διατάξεις είναι ανίσχυρες ως αντίθετες στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 21 παρ. 1, 2, 3 και 6, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, καθώς και ότι σε περίπτωση ζημίας προκληθείσης από την εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, ο αποκλεισμός, με δικαστική απόφαση, της δυνατότητας οποιουδήποτε ζημιωθέντος προσώπου, πέραν εκείνων που έχουν ασκήσει ήδη αγωγές, να επιδιώξει δικαστικώς, με αγωγή, την αποκατάσταση της ζημίας του, προσκρούει στα άρθρα 20 παρ. 1, 26, 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ άλλων: α) αποφάσεις περί απονομής κύριας σύνταξης, βεβαιώσεις συντάξεων και ενημερωτικά σημειώματα καταβολής συντάξεων του ένδικου χρονικού διαστήματος και β) την 2252/14.6.2019 έκθεση επίδοσης της κρινόμενης αγωγής προς το ΕΦΚΑ και ήδη e-ΕΦΚΑ του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …..

13. Επειδή, αντιθέτως, με την …. έκθεση απόψεων της Ομάδας εκκαθάρισης αγωγών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του εναγομένου και την …. έκθεση απόψεων της Τοπικής Διεύθυνσης Κορυδαλλού του e-ΕΦΚΑ, το εναγόμενο e-ΕΦΚΑ, ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής ως αβάσιμης, διότι οι ένδικες μειώσεις-περικοπές διενεργήθηκαν κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας, η οποία είναι δεσμευτική και υποχρεωτική για την Υπηρεσία. Περαιτέρω, αναφέρει, κατ’ επίκληση των κρίσεων των αποφάσεων 2287, 2288/2015 και 1891/2019 του ΣτΕ, ότι λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής δεν μπορεί να γίνει επίκληση της παρανομίας των περικοπών για το διάστημα προ της 10ης.6.2015, ενώ από την 12η.5.2016 και εφεξής οι ένδικες μειώσεις των συντάξεων θεωρούνται νόμιμες. Προσέτι, αναφέρει ότι τα οφειλόμενα ποσά κύριων συντάξεων, που αντιστοιχούν στο διάστημα μεταξύ 11.6.2015-11.5.2016, έχουν ήδη επιστραφεί σε όσους από τους ενάγοντες είχαν επιβληθεί οι ένδικες περικοπές κατά το διάστημα αυτό, στις 31.10.2020 σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 114 του ν. 4714/2020 και προσκομίζει τα οικεία ενημερωτικά σημειώματα επιστροφής συντάξεων. Τέλος, το εναγόμενο υποστηρίζει ότι στους 26o, 39η και 46ο εκ των εναγόντων χορηγήθηκε κύρια σύνταξη από τον 12ο/2016, 9ο/2017 και 5ο/2016, αντίστοιχα, και συνεπώς ουδέν ποσό τους καταβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 114 του ν. 4714/2020 συνακόλουθα δε ότι η κρινόμενη αγωγή είναι ως προς αυτούς στο σύνολό της αβάσιμη. 

14. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 4051/2012 και  πρώτου παρ. ΙΑ. υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012 κρίθηκαν αντίθετες στο Σύνταγμα και στο άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το λόγο ότι δεν προηγήθηκε αυτών η ειδική μελέτη που περιγράφεται στις ως άνω αποφάσεις, συγχρόνως δε, ορίστηκε με τις ανωτέρω αποφάσεις ότι η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα μόνον για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσίευσης των αποφάσεων (10.6.2015). Οι δε αγωγικοί ισχυρισμοί περί αντίθεσης του περιορισμού των αποτελεσμάτων της διάγνωσης της αντισυνταγματικότητας των κρίσιμων διατάξεων για τους λοιπούς στο χρονικό διάστημα από 10.6.2015 και μετά στα άρθρα 2, 20 παρ. 1, 26, 87 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, καθώς και στο άρθρο 1 του ν. 3900/2010, πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμοι (σκέψη 7). Επίσης, με τις 1890-1/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε συνταγματικώς θεμιτή η εκ νέου κατ' ουσίαν θέσπιση των ως άνω περικοπών στο πλαίσιο επανυπολογισμού κύριων συντάξεων, με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α' του ν. 4387/2016, και, επομένως, από τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, υπό την ισχύ του οποίου, άλλωστε, δεν προβλέπονται ούτε καταβάλλονται επιδόματα εορτών και αδείας (βλ. ΣτΕ 1342/2023 7μ), οι ως άνω περικοπές έχουν ως νόμιμο έρεισμα τις ανωτέρω διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, από το χρονικό δε αυτό σημείο (12.5.2016) και εφεξής οι περικοπές αυτές είναι νόμιμες. Εξάλλου, με την 1439/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α' του ν. 4387/2016 ισχύει για το μέλλον. Επομένως, δεν καταλαμβάνει ρυθμιστικά και το προγενέστερο διάστημα από 1.1.2013 έως 11.5.2016 υπό την έννοια της αναδρομικής ισχυροποίησης των επιβληθεισών με τον ανωτέρω νόμο περικοπών και, συνεπώς, για το ως άνω χρονικό διάστημα ισχύουν τα κριθέντα με τις 2287-8/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει αναφορικά ειδικώς ως προς τους 26o (...) και 39η (...) εκ των εναγόντων, των οποίων, όπως αναφέρεται στην έκθεση απόψεων και προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους ίδιους αποφάσεις συνταξιοδότησής αυτών, χορηγήθηκε κύρια σύνταξη από τον 12ο/2016 και 9ο/2017, αντίστοιχα, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, νομίμως επιβλήθηκαν οι ένδικες περικοπές επί των κύριων συντάξεών τους και των καταβαλλόμενων με αυτές επιδομάτων εορτών και αδείας, και, συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή είναι ως προς αυτούς απορριπτέα στο σύνολό της ως αβάσιμη, κατά την κύρια και επικουρική της βάση. Επίσης, στον 46ο ενάγοντα (...), χορηγήθηκε κύρια σύνταξη γήρατος από 6.5.2016 (βλ. την οικεία απόφαση χορήγησης προσωρινής σύνταξης αυτού) και, συνεπώς, εφόσον οι ένδικες περικοπές επί των κύριων συντάξεών του και των καταβαλλόμενων με αυτές επιδομάτων εορτών και αδείας επιβλήθηκαν για μεν το χρονικό διάστημα από 12.5.2016 και εφεξής νομίμως, κατά τα ανωτέρω, για δε το χρονικό διάστημα από 6.5.2016 έως 11.5.2016, ήτοι από τη συνταξιοδότησή του έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι επιβλήθηκαν τέτοιες περικοπές και το συγκεκριμένο ύψος αυτών, η κρινόμενη αγωγή είναι και ως προς αυτόν απορριπτέα στο σύνολό της ως αβάσιμη, κατά την κύρια και επικουρική της βάση.

15. Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη και όσα έγιναν ερμηνευτικά δεκτά με τις προμνησθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αγωγής (13.6.2019), το Δικαστήριο κρίνει ότι για τους λοιπούς ενάγοντες που προβάλλουν σχετικές αξιώσεις (ήτοι, πλην των 3ης, 17ης, 42ης και 50ης) μη νομίμως επιβλήθηκαν περικοπές στο ποσό των μηνιαίων κυρίων συντάξεων των κατά το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως 11.5.2016, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012 και πρώτου, παρ. ΙΑ, υποπαρ. ΙΑ.5, περ. 1 του ν. 4093/2012. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμοι οι σχετικοί ισχυρισμοί των ως άνω εναγόντων που αφορούν το λοιπό ένδικο, για καθέναν, χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 10.6.2015 και από 12.5.2016 έως 31.12.2018. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει αναφορικά με τους ανωτέρω ενάγοντες ότι, κατ’ αρχήν, στοιχειοθετείται ευθύνη του εναγομένου, κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, να επανορθώσει τη ζημία, που αντιστοιχεί στις περικοπές των μηνιαίων κύριων συντάξεων τους των ν. 4051/2012 και 4093/2012 για το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως 11.5.2016. Ωστόσο, το εναγόμενο με την προσκομιζόμενη έκθεση απόψεων αυτού επικαλείται ότι τα οφειλόμενα ποσά μειώσεων συντάξεων έχουν, ήδη, καταβληθεί στους ανωτέρω ενάγοντες, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 4714/2020, προσκομίζοντας σχετικά τα οικεία ενημερωτικά σημειώματα επιστροφής μειώσεων συντάξεων. Από τα επίμαχα ενημερωτικά σημειώματα προκύπτει ότι, για την ανωτέρω αιτία, καταβλήθηκε στον 1ο (...) το ποσό των 2.222,22 ευρώ, στον 2ο (...) το ποσό των 2.165,56 ευρώ, στον 4ο (...) το ποσό των 1.960,90 ευρώ, στον 5ο (...) το ποσό των 2.084,66 ευρώ, στον 6ο (...) το ποσό των 3.004,61 ευρώ, στην 7η (...) το ποσό των 1.830,63 ευρώ, στον 8ο (...) το ποσό των 2.172,41 ευρώ, στον 9ο (...) το ποσό των 1.813,04 ευρώ, στον 10ο (...) το ποσό των 1.781,37 ευρώ, στον 11ο (...) το ποσό των 601,86 ευρώ, στον 12ο (...) το ποσό των 3.495,52 ευρώ, στον 13ο (...) το ποσό των 1.863,33 ευρώ, στον 14ο (...) το ποσό των 1.936,02 ευρώ, στον 15ο (...) το ποσό των 1.938,76 ευρώ, στην 16η (...) το ποσό των 1.426,24 ευρώ, στον 18ο (...) το ποσό των 1.767,76 ευρώ, στον 19ο (...) το ποσό των 2.226,76 ευρώ, στον 20ο (...) το ποσό των 1.835,73 ευρώ, στην 21η (...) το ποσό των 2.001,75 ευρώ, στον 22ο (...) το ποσό των 1.318,90 ευρώ, στον 23ο (...) το ποσό των 2.333,78 ευρώ, στην 24η (...) το ποσό των 1.764,68 ευρώ, στον 27ο (...) το ποσό των 3.018,67 ευρώ, στην 28η (...) το ποσό των 541,77 ευρώ, στον 29ο (….) το ποσό των 2.031,20 ευρώ, στον 30ο (….) το ποσό των 3.325,17 ευρώ, στον 31ο (...) το ποσό των 1.834,19 ευρώ, στον 32ο (...) το ποσό των 2.112,32 ευρώ, στον 33ο (...) το ποσό των 684,89 ευρώ, στον 34ο (...) το ποσό των 3.882,41 ευρώ, στον 35ο (...) το ποσό των 728,30 ευρώ, στον 36ο (...) το ποσό των 1.471,48 ευρώ, στην 37η (...) το ποσό των 939,42 ευρώ, στην 38η (...) το ποσό των 535,96 ευρώ, στον 40ο (...) το ποσό των 1.813,70 ευρώ, στον 41ο (...) το ποσό των 1.552,17 ευρώ, στον 43ο (...) το ποσό των 556,71 ευρώ, στον 44ο (...) το ποσό των 2.166,32 ευρώ, στον 45ο (...) το ποσό των 2.226,76 ευρώ, στην 47η (...) το ποσό των 2.569,88 ευρώ, στον 48ο (...) το ποσό των 1.762,35 ευρώ, και στον 49ο (...) το ποσό των 2.483,61 ευρώ. Κατόπιν τούτων και, λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη ότι οι ενάγοντες δεν προβάλλουν ισχυρισμούς περί ύπαρξης επιπλέον απαιτήσεών τους αναφορικά με το κρίσιμο, εν προκειμένω, χρονικό διάστημα, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ως προς την κύρια αγωγική αξίωση των εναγόντων, που αφορά στην επιδίκαση αποζημίωσης λόγω των διενεργηθεισών, στην κύρια σύνταξή τους, περικοπών, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 6 του ν. 4051/2012 και πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, για το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως 11.5.2016, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 1 περ. α΄ του ΚΔΔ (πρβλ. ΣτΕ 1775/2012, 241/2009, 3801/2003). Ωστόσο, ως προς το κεφάλαιο της κρινόμενης αγωγής με το οποίο ζητείται η επιδίκαση τόκων επί των ανωτέρω καταβληθέντων κεφαλαίων, η δίκη διατηρεί το αντικείμενό της (πρβλ. ΣτΕ 3835/2010, 2998/2006, βλ. ΔΕφΑθ 479/2018) ενόψει και της εκκρεμοδικίας της υπόθεσης κατά το χρόνο δημοσίευσης του άρθρου 114 του ν. 4714/2020 (βλ. ΣτΕ 1403-1405/2022 Ολομ). Για το λόγο δε αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στους ανωτέρω ενάγοντες τους νόμιμους τόκους που αναλογούν επί των παραπάνω καταβληθέντων ποσών κεφαλαίου, από την επόμενη της, επιμελεία των ιδίων, επίδοσης της αγωγής στο εναγόμενο, που έλαβε χώρα στις 14.6.2019 (βλ. την προσκομιζόμενη …. έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ….), μέχρι την ημερομηνία που το ποσό αυτό καταβλήθηκε, υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 (Α΄ 65) [σχετ. τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Θ’ του ν. 4387/2016, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 του ν. 4445/2016 (Α’ 236) και 70Α παρ. 10 του ν. 4387/2016, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 10 του ν. 4670/2020 (Α΄43)].

16. Επειδή, ακολούθως, αναφορικά με τις αξιώσεις σχετικά με τα περικοπέντα δυνάμει της διάταξης του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ.ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, επιδόματα εορτών και αδείας επί των κύριων συντάξεων των λοιπών εναγόντων που προβάλλουν σχετικές αξιώσεις (ήτοι, πλην των 21ης, 24ης, 37ης και 38ης), το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα αναφερόμενα στη σκέψη 14 της παρούσας και όσα έγιναν ερμηνευτικά δεκτά με τις προμνησθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αγωγής, κρίνει ότι η κατάργηση των εν λόγω συνταξιοδοτικών παροχών, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 10.6.2015 και από 12.5.2016 έως 31.12.2018, ήταν, σε κάθε περίπτωση, νόμιμη για όλους τους ως άνω ενάγοντες, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζονται. Περαιτέρω, ως προς τις αξιώσεις αυτές που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως 11.5.2016, για το οποίο οι επιβληθείσες, μεταξύ άλλων, με την υποπαρ. ΙΑ.6, περ. 3 του ν. 4093/2012 περικοπές, ήταν μη νόμιμες, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η δίκη διατηρεί το αντικείμενο της, αφού η ρύθμιση του άρθρου 114 του ν. 4714/2020 δεν καταλαμβάνει τα ένδικα επιδόματα ενόψει της εκκρεμοδικίας της υπόθεσης κατά το χρόνο δημοσίευσης του ανωτέρω νόμου (βλ. ΣτΕ 1403-1405/2022 Ολομ). Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην …. έκθεση απόψεών της Ομάδας εκκαθάρισης αγωγών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του εναγομένου, η 47η (...) λαμβάνει και έτερη κύρια σύνταξη από το Δημόσιο μεγαλύτερου ποσού από την κρίσιμη, εν προκειμένω, καταβαλλόμενη από το τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κύρια σύνταξη, γεγονός που ουδόλως αμφισβητεί η ίδια, και, συνεπώς, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από 11.6.2015 έως 11.5.2016, δεν πληρούσε τις προβλεπόμενες, στις προισχύουσες του ν. 4093/2012 διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν.3845/2010, προϋποθέσεις για τη λήψη των ένδικων επιδομάτων με την καταβαλλόμενη από το τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κύρια σύνταξη, απορριπτομένης για αυτήν της αγωγής, κατά το κεφάλαιο αυτό ως αβάσιμης. Επίσης, σύμφωνα με όσα προκύπτουν από τις εκθέσεις απόψεων του εναγομένου και τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες στοιχεία, οι ……………, ως εκ της ημερομηνίας γέννησής τους στις 11.5.2016, 19.2.1957, 3.11.1956, 18.1.1957, 21.8.1956, 25.12.1957 και 29.8.1957, αντίστοιχα, συμπλήρωσαν το 60ο έτος της ηλικίας τους μετά την 12η.5.2016 (η δε 3η στις 11.5.2016) και δεν αποδεικνύουν ότι εμπίπτουν σε κάποια από τις κατηγορίες συνταξιούχων που εξαιρούνται του επίμαχου ηλικιακού κριτηρίου (σχετ. το άρθρο τρίτο παρ. 12 του ν. 3845/2010) και, συνεπώς, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από 11.6.2015 έως 11.5.2016, δεν πληρούσαν τις προβλεπόμενες, στις προισχύουσες του ν. 4093/2012 διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν.3845/2010, προϋποθέσεις για τη λήψη των ένδικων επιδομάτων με την καταβαλλόμενη από το τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κύρια σύνταξη, απορριπτομένης για αυτούς της αγωγής, κατά το κεφάλαιο αυτό ως αβάσιμης (για δε τους 3η και 50η από τους ενάγοντες απορριπτομένης της αγωγής εν συνόλω καθόσον δεν προβάλλουν άλλες αξιώσεις άναντι του πρώτου εναγομένου). Αντιθέτως, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, που προβάλλουν σχετικές αξιώσεις, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση απόψεων και όσα προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από τους ίδιους στοιχεία, προκύπτει ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως 11.5.2016, και, ειδικώς, ως προς τον 44ο (...), ως εκ της ημερομηνίας γέννησής του στις 31.12.1955, από 31.12.2015 έως 11.5.2016, συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν.3845/2010 προϋποθέσεις, δηλαδή είχαν συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας τους και οι καταβαλλόμενες σε αυτούς συντάξεις, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων της παραγράφου 10 του εν λόγω άρθρου, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση δεν θα υπερέβαιναν κατά μήνα, τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, ενώ αυτοί, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι ελάμβαναν και δεύτερη κύρια σύνταξη από έτερο ασφαλιστικό φορέα. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ……………………………………………………………………….. δικαιούνται, να λάβουν, ως αποζημίωση, κατ΄ άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, από το εναγόμενο για την ανωτέρω αιτία, έκαστος το συνολικό ποσό των 800 ευρώ [καθόσον στην αποζημίωση αυτή περιλαμβάνονται το επίδομα αδείας έτους 2015, το δώρο Χριστουγέννων έτους 2015 και το δώρο Πάσχα έτους 2016 (= 200 + 400 + 200 ευρώ)] και ο 44ος (...) το ποσό των 200 ευρώ [καθόσον στην αποζημίωση αυτή περιλαμβάνεται, ως εκ της ημερομηνίας γέννησής του, μόνο το δώρο Πάσχα έτους 2016 (200 ευρώ)]. Τα ποσά αυτά πρέπει να τους καταβληθούν, νομιμοτόκως, από την επόμενη της, επιμελεία των ιδίων, επίδοσης της αγωγής στο εναγόμενο, που έλαβε χώρα στις 14.6.2019 μέχρι την πλήρη εξόφληση, με επιτόκιο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 του ν. 4607/2019.

17. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου ΕΦΚΑ πρέπει να απορριφθεί ως προς τους ……………, ενώ, κατ΄εκτίμηση των περιπτώσεων, να απαλλαχθούν αυτοί από τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε του ΚΔΔ). Περαιτέρω, η δίκη επί της αγωγής πρέπει να καταργηθεί ως προς το κύριο αγωγικό αίτημα των ………………………………………………………………., για καταβολή των ποσών που αντιστοιχούν στις περικοπές των κύριων συντάξεων τους, για το διάστημα από 11.6.2015 έως 11.5.2016, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ. 5 περ. 1 του ν. 4093/2012 και να γίνει εν μέρει δεκτή, ως προς τους ίδιους ενάγοντες και τους 17η (…) και 42η (….) κατά τα λοιπά, σύμφωνα με το σκεπτικό. Εξάλλου, σε περίπτωση κατάργησης της δίκης δεν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού δικαστικών εξόδων (275 παρ. 3 του ΚΔΔ), ενώ, κατά τα λοιπά, τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (275 παρ. 1 εδ. γ του ΚΔΔ). Τέλος, η εκδίκαση της υπόθεσης κατά το μέρος που οι ενάγοντες στρέφονται κατά του αρχικού δεύτερου εναγομένου ΕΤΕΑΕΠ και ήδη e-ΕΦΚΑ πρέπει να αναβληθεί, σύμφωνα με το σκεπτικό.

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη e-ΕΦΚΑ ως προς τους ……………………….. από τους ενάγοντες.

Απαλλάσσει τους ενάγοντες αυτούς από τα δικαστικά έξοδα του πρώτου εναγομένου και ήδη e-ΕΦΚΑ.

Κηρύσσει τη δίκη επί της αγωγής, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη e-ΕΦΚΑ και αφορά το κύριο αγωγικό αίτημα των ………………………………… εκ των εναγόντων για περικοπές των κυρίων συντάξεών τους βάσει των διατάξεων των άρθρου 6 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ. υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, του επιμέρους χρονικού διαστήματος από 11.6.2015 έως 11.5.2016, καταργημένη.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγόμενου και ήδη e-ΕΦΚΑ, ως προς τους παραπάνω ενάγοντες και τους 17η (….) και 42η (….), κατά τα λοιπά.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του πρώτου εναγομένου και ήδη e-ΕΦΚΑ να καταβάλει: α) τους νόμιμους τόκους που αναλογούν στο, ήδη καταβληθέν στους ενάγοντες, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 114 του ν. 4714/2020, ποσό περικοπών κυρίων συντάξεων, δυνάμει των ν. 4051/2012 και 4093/2012, και συγκεκριμένα στον 1ο (...) επί του ποσού των 2.222,22 ευρώ, στον 2ο (...) επί του ποσού των 2.165,56 ευρώ, στον 4ο (...) επί του ποσού των 1.960,90 ευρώ, στον 5ο (...) επί του ποσού των 2.084,66 ευρώ, στον 6ο (...) επί του ποσού των 3.004,61 ευρώ, στην 7η (...) επί του ποσού των 1.830,63 ευρώ, στον 8ο (...) επί του ποσού των 2.172,41 ευρώ, στον 9ο (...) επί του ποσού των 1.813,04 ευρώ, στον 10ο (...) επί του ποσού των 1.781,37 ευρώ, στον 11ο (...) επί του ποσού των 601,86 ευρώ, στον 12ο (...) επί του ποσού των 3.495,52 ευρώ, στον 13ο (...) επί του ποσού των 1.863,33 ευρώ, στον 14ο (...) επί του ποσού των 1.936,02 ευρώ, στον 15ο (...) επί του ποσού των 1.938,76 ευρώ, στην 16η (...)επί του ποσού των 1.426,24 ευρώ, στον 18ο (...) επί του ποσού των 1.767,76 ευρώ, στον 19ο (...) επί του ποσού των 2.226,76 ευρώ, στον 20ο (...) επί του ποσού των 1.835,73 ευρώ, στην 21η (...) επί του ποσού των 2.001,75 ευρώ, στον 22ο (...) επί του ποσού των 1.318,90 ευρώ, στον 23ο (...) επί του ποσού των 2.333,78 ευρώ, στην 24η (...) επί του ποσού των 1.764,68 ευρώ, στον 27ο (...) επί του ποσού των 3.018,67 ευρώ, στην 28η (...) επί του ποσού των 541,77 ευρώ, στον 29ο (….) επί του ποσού των 2.031,20 ευρώ, στον 30ο (….)επί του ποσού των 3.325,17 ευρώ, στον 31ο (...) επί του ποσού των 1.834,19 ευρώ, στον 32ο (...) επί του ποσού των 2.112,32 ευρώ, στον 33ο (...) επί του ποσού των 684,89 ευρώ, στον 34ο (...) επί του ποσού των 3.882,41 ευρώ, στον 35ο (...) επί του ποσού των 728,30 ευρώ, στον 36ο (...) επί του ποσού των 1.471,48 ευρώ, στην 37η (...) επί του ποσού των 939,42 ευρώ, στην 38η (...) επί του ποσού των 535,96 ευρώ, στον 40ο (...) επί του ποσού των 1.813,70 ευρώ, στον 41ο (...) επί του ποσού των 1.552,17 ευρώ, στον 43ο (...) επί του ποσού των 556,71 ευρώ, στον 44ο (...) επί του ποσού των 2.166,32 ευρώ, στον 45ο (...) επί του ποσού των 2.226,76 ευρώ, στην 47η (...) επί του ποσού των 2.569,88 ευρώ, στον 48ο (...) επί του ποσού των 1.762,35 ευρώ, και στον 49ο (...)επί του ποσού των 2.483,61 ευρώ, οι οποίοι (τόκοι) υπολογίζονται με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής στο εναγόμενο, στις 14.6.2019 μέχρι την ημερομηνία που το ποσό αυτό καταβλήθηκε, β) σε καθέναν από τους 1ο (...), 2ο (...), 4ο (...), 5ο (...), 6ο (...), 7η (...), 8ο (...), 9ο (...), 10ο (...), 12ο (...), 13ο (...), 14ο (...), 15ο (...), 16η (...), 17η (….), 18ο (...), 19ο (...), 20ο (...), 23ο (...), 27ο (...), 28η (...), 29ο (….), 30ο (….), 31ο (...), 32ο (...), 34ο (...), 36ο (...), 40ο (...), 41ο (...), 42η (…), 45ο (….), 48ο (...), και 49ο (...) το ποσό των 800 ευρώ, νομιμοτόκως, με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019, από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής στο εναγόμενο, στις 14.6.2019 έως την πλήρη εξόφληση αυτών, γ) στον 44ο (...) το ποσό των 200 ευρώ, νομιμοτόκως, με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019, από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής στο εναγόμενο, στις 14.6.2019 έως την πλήρη εξόφληση αυτών.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των ως άνω διαδίκων.

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης κατά το μέρος που η αγωγή στρέφεται κατά του δεύτερου εναγόμενου ΕΤΕΑΕΠ και ήδη του e- ΕΦΚΑ. 

Υποχρεώνει το e-ΕΦΚΑ, ως καθολικό διάδοχο του ΕΤΕΑΕΠ, να προσκομίσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (Τμήμα 5ο Μονομελές), εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την επίδοση σε αυτόν αντιγράφου της παρούσας απόφασης, διοικητικό φάκελο και αναλυτική έκθεση απόψεων επί των προβαλλόμενων νομικών και πραγματικών ισχυρισμών των εναγόντων. Για λόγους οικονομίας της δίκης, μεταξύ των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, θα πρέπει να περιλαμβάνονται έγγραφα από τα οποία να προκύπτουν τα ποσά των περικοπών, που επιβλήθηκαν επί της επικουρικής σύνταξής των εναγόντων, δυνάμει των ν. 4051/2012 και 4093/2012, διακριτά ανά μήνα και νόμο, κατά το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως και 11.5.2016 καθώς και εάν οι ενάγοντες θα ελάμβαναν για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, εάν δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, επιδόματα εορτών και αδείας επί των ως άνω συντάξεών τους, και, σε καταφατική περίπτωση, το ακριβές ποσό αυτών.

Υποχρεώνει τους ενάγοντες να προσκομίσουν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας από την επίδοση σε αυτούς αντιγράφου της παρούσας απόφαση έγγραφα από τα οποία να προκύπτουν τα ίδια ως άνω στοιχεία.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 30.1.2026.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΙΩΑΝΝΑ ΜΠΑΣΙΟΥΚΑ  ΕΥΔΟΚΙΑ ΛΕΟΥΤΣΑΚΟΥ

 

Ακριβές Αντίγραφο

Αθήνα

 

Η Προϊσταμένη του 5ου τμήματος