ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 2ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 736/2025

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Αγγελική Καμπανάρη, Πρόεδρο Εφετών, Αγγελική Καγιούλη Εφέτη, Ευγενία Μάγκλαρη, Εφέτη - Εισηγήτρια και από τον Γραμματέα Νικόλαο Χρονά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το N. 4354/2015 με την επωνυμία «... HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και το διακριτικό τίτλο «... HELLAS A.Ε.Δ.A.Δ.Π », όπως μετονομάστηκε η Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «...Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», [….], με έδρα την Αθήνα (…., ΑΦΜ ….), ως εκπροσώπου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «...» [...], με έδρα το ... …., καταχωρημένης στο Γραφείο Μητρώου Εταιρειών υπό τον αριθμό …., δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. …..2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον ...με αριθμό ... την 16-09-2019, όπως αυτή στη συνέχεια τροποποιήθηκε ως προς το πρόσωπο του διαχειριστή, της σχετικής τροποποίησης δημοσιευθείσας με αριθμό πρωτοκόλλου ...2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον ...με αριθμό 285 την 23-09-2019, ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός …. , ΑΦΜ ….), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του N. 3156/2003, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. ...2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον ...με αριθμό ..., η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρο 10 παρ. 10 του N. 3156/2003, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (ΑΜ/….), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ : Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Δικαστική Πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) Μαρία ΛATTA (AM ….).

Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ζήτησε να γίνει δεκτή η από 18-12-2018 και με αριθ. εκθ. καταθ. .../2018 αγωγή της, την οποία απηύθυνε προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αριθμό 220/2022 οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση, από 30-1-24, έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που κατατέθηκε με αριθ. εκθ. καταθ. .../1-2-24 και γράφτηκε στο πινάκιο, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε με τη με αριθ. εκθ. καταθ. .../24 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά από εκφώνησή της με τη σειρά της από το πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και κατέθεσαν προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η, από 30-1-24, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου .../1-2-24 και με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικογράφου ενώπιον του Δικαστηρίου …. Υπό κρίση έφεση της εκκαλούσας και δη ως εκπροσώπου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «...», που είναι ειδική διάδοχος της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», κατά της υπ’ αρ. 220/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 18-12-2018 και με αριθ. εκθ. καταθ. .../2018 αγωγής της ως άνω ενάγουσας εταιρείας, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης στην παρ. 2 του άρθρου 518 ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας (άρθρο 499 Κ.Πολ.Δ. σε συνδ. με άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο v. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα), καθ’ όσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε η εκκαλούσα επικαλείται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ), ενώ, κατά τον χρόνο άσκησής της, ήτοι την 1η- 2-24 δεν είχε παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της, η οποία εγένετο στις 2-2- 2022. Από την δε παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας, σχετικά με την νομιμοποίηση της ως άνω εκκαλούσας προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 12-9-2019 συμφωνίας, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «...» και έδρα το ... ..., μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη δεύτερη, μέσω τιτλοποίησης απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 10 και 14 παρ. 13 N. 3156/2003, μια σειρά απαιτήσεων από επιχειρηματικά δάνεια. Η συμφωνία αυτή καταχωρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρ. 10 παρ. 8 N. 3156/2003, στις 16-9-2019, στο δημόσιο βιβλίο του άρθρ. 3 N. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκ. ..., στον ...και με αριθμό ... και επέχει θέση αναγγελίας. Έτσι, η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία κατέστη δικαιούχος των ως άνω απαιτήσεων, ως ειδική διάδοχος της ενάγουσας τράπεζας, μεταξύ των οποίων και αυτών που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής μεταξύ της Τράπεζας ..., και της εταιρίας με την επωνυμία «...Ο.Ε» από την οποία πηγάζει η οφειλή της πιστούχου εταιρίας και για την οποία δόθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου όπως δεν αμφισβητείται από το εφεσίβλητο. Επομένως, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρα 522, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. το αναγραφόμενο στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης υπ’ αρ. …. e παράβολο υπέρ του Δημοσίου).

Η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 18-12-2018 και με αριθ. εκθ. καταθ. .../2018 αγωγή της εναντίον του εφεσίβλητου, με την οποία ζητούσε, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει σε αυτήν το συνολικό ποσό των 1.272.590,92 ευρώ, νομιμοτόκως, από την επομένη υποβολής της αιτήσεως κατάπτωσης της εγγύησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής, που αφορούσε στη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της παρασχεθείσας από το Ελληνικό Δημόσιο εγγύησης αναφορικά με την ρύθμιση των αναφερομένων στη αγωγή αυτή οφειλών της εταιρίας με την επωνυμία «...Ε.Ε» προς την ενάγουσα συνολικού ποσού 1.500.912,13 ευρώ προερχόμενη από την υπ’ αριθμό ...- .../24-12-2008 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής δυνάμει της οποίας χορήγησε η ενάγουσα τράπεζα το ποσό αυτό στην οφειλέτρια εταιρία. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ’ αρ. 220/22 οριστική απόφασή του απέρριψε την ως άνω αγωγή, καθόσον δέχθηκε ως ουσιαστικώς βάσιμη την ένσταση δίζησης που προέβαλε το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο. Η εκκαλούσα ως εκπρόσωπος της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «...», που είναι ειδική διάδοχος της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε την από 30-1-24 , με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου .../2024 έφεσή της εναντίον του εφεσίβλητου για τον λόγο που εκτίθεται ειδικότερα σε αυτή και ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Τέλος ζητεί να καταδικασθεί το εφεσίβλητο στη δικαστική της δαπάνη.

Σύμφωνα με το ν. 2322/1995, το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να παρέχει την εγγύησή του για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν οι τράπεζες προς ιδιωτικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες. Για την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (άρθρο 1 του ν. 2322/1995), με την οποία οριοθετούνται συγκεκριμένα οι περιοχές ή οι κλάδοι που ενισχύονται, τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στις ενισχυόμενες επιχειρήσεις και καθορίζονται οι βασικοί όροι που πρέπει να διέπουν τις χρηματοδοτήσεις, για τις οποίες παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου. Η ως άνω εγγύηση του Δημοσίου διέπεται κατ’ αρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού. Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν την εγγύηση (ΑΚ 847 επ.) εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (βλ. ΑΠ 1000/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, οι υπουργικές αποφάσεις χορήγησης της εγγύησης του Δημοσίου αποτελούν το αντίστοιχο της δήλωσης παροχής εγγύησης, που θα απαιτούνταν στην περίπτωση ιδιώτη εγγυητή (βλ. ΓνωμΝΣΚ 18/2013 ιστοσελίδα ΝΣΚ), από δε τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των υπουργικών αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 2322/1995, ήδη παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου προς όλες τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης υπουργικής απόφασης (βλ. ΓνωμΝΣΚ 18/2013 ό.π.). Για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής της τράπεζας κατά του Δημοσίου, ως εγγυητή, πρέπει να αναφέρονται σε αυτό τα προς εξατομίκευση της οφειλής του Δημοσίου αναγκαία στοιχεία και η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων καταβολής της εγγύησης (πρβλ. ΑΠ 1674/2011 ΤΝΠ Ισοκράτης). Ήτοι, πρέπει να προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο η σύναψη και οι όροι της δανειστικής σύμβασης, ο χρόνος χορήγησης του δανείου, ο χρόνος έναρξης της υπερημερίας των δανειοληπτών (η συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου), η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται για τη λειτουργία της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου από την οικεία υπουργική απόφαση (πρβλ. ΕφΑθ 300/2001 ΤΝΠ Νόμος) και το ποσό της οφειλής της πρωτοφειλέτριας επιχείρησης (πρβλ. ΕφΛαρ 747/2003 ΤΝΠ Νόμος), το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται αν συμπίπτει και σε ποια έκταση με το εγγυημένο από το Δημόσιο ποσό (για κεφάλαιο και τόκους) σύμφωνα με τους όρους της οικείας υπουργικής απόφασης (πρβλ. ΑΠ 1674/2011 ό.π.). Επιπροσθέτως, με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 προβλέπεται η ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύησή του, όταν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεξαν ή εκ των υστέρων εξέλειψαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης. Όμοιου περιεχομένου είναι η διάταξη του άρθρου 126 παρ. 4 του ν. 4270/2014 (δημόσιο λογιστικό, ΦΕΚ A 143/28-6-2014), όπου προβλέπεται ότι, εάν η εγγύηση δεν χορηγήθηκε έγκυρα λόγω πταίσματος του δανειστή ή πιστωτή, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτουν από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Η προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 126 παρ. 4 του ν. 4270/2014 επαναλαμβάνει τη ρύθμιση του ήδη καταργηθέντος άρθρου 65 παρ. 4 του ν. 2362/1995. Οι προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 είναι α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) αιτιώδης συνάφεια, δηλαδή η εξαρχής μη συνδρομή ή εκ των υστέρων μιας ή περισσότερων των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου να οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας τράπεζας. Με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995, το Δημόσιο ελευθερώνεται από την εγγύηση. Περαιτέρω, πριν από την εισαγωγή του ν. 2322/1995, είχε γίνει δεκτό ότι το ειδικό νομικό πλαίσιο των εγγυήσεων του Δημοσίου καταρχήν δεν αποκλείει την πρόταση από το Δημόσιο της ένστασης ελευθέρωσης κατά τη διάταξη του άρθρου 862 του ΑΚ (βλ. ΑΠ 2205/2009 ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα όμως με νεότερη γνωμοδότηση του ΝΣΚ επί του προρρηθέντος ζητήματος υπό το καθεστώς του ν. 2322/1995, η ειδική ρύθμιση του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 και του όμοιου άρθρου 65 τταρ. 4 του ν. 2362/1995 (το οποίο ήδη αντικαταστάθηκε με το όμοιου περιεχομένου άρθρο 126 παρ. 4 του ν. 4270/2014), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι με την εγγύηση του Δημοσίου ωθείται η ανάπτυξη και με τον τρόπο αυτό υπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, δεν αφήνει πεδίο εφαρμογής των ενστάσεων του Αστικού Κώδικα για την ελευθέρωση του εγγυητή. Οι προαναφερθείσες ειδικές διατάξεις εισάγουν περιορισμό στη δυνατότητα του Δημοσίου να ελευθερωθεί από την εγγύηση που χορηγήθηκε (βλ. Γνωμοδότηση ΝΣΚ 372/2013 ιστοσελίδα ΝΣΚ). Κατ’ ακολουθίαν, μετά την υπογραφή των δανειακών συμβάσεων, υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995, είναι πιθανή η ελευθέρωση του Δημοσίου, εάν από υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας εκ των υστέρων, μέχρι την υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας, εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης του. Εάν, όμως, προκύπτει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας, που αφορά σε άλλη υπαίτια πράξη ή παράλειψη, η οποία εκδηλώθηκε, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου και πριν από την υποβολή αιτήματος κατάπτωσης εκ μέρους της δανείστριας τράπεζας, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται από την εγγύηση, καθώς δεν προκύπτει πεδίο εφαρμογής ούτε της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995, αλλά ούτε και της διάταξης του άρθρου 862 του ΑΚ (βλ. Ελευθερία Χριστιανοπούλου, ο.π., σελ. 87, 89). Επίσης, εφόσον δεν αποκλείεται από τις ειδικότερες διατάξεις του ν. 2322/1995, το Δημόσιο, ως εγγυητής και στο πλαίσιο των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων των επιχειρήσεων, μπορεί να προβάλει την ένσταση διζήσεως, εκτός αν προβλέπεται άλλως στην υπουργική απόφαση χορήγησης της εγγύησης ή αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εχώρησε νόμιμη παραίτησή του από την ένσταση αυτή (βλ. ΕφΑθ 4455/2019, ΕφΑΘ 1681/2018, πρβλ. και υπουργική απόφαση 2/35554/0025/2012, ФЕК В 1392/2012, άρθρο 3 εδ. ζ'- για τις προϋποθέσεις έγκυρης παραίτησης του Δημοσίου από τη σχετική ως άνω ένσταση). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 855 του ΑΚ περιεχόμενο της ως άνω ένστασης είναι η διατύπωση άρνησης για εκπλήρωση της υποχρέωσης που απορρέει από την εγγύηση, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του ίδιου του πρωτοφειλέτη και ωσότου αυτή αποβεί άκαρπη (βλ. σε ΑΚ Γεωργιάδη, τ. I, ερμηνεία άρθρου 855, σελ. 1649). Προκειμένου να αποκρούσει την ένσταση, ο δανειστής έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει με αντένσταση (βλ. ΕφΠατρ 1009/2004 ΑχΝ 2005, σελ. 120) ότι επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη με οποιοδήποτε τρόπο και με βάση οποιοσδήποτε μορφής εκτελεστό τίτλο, καθώς και ότι η επιχειρηθείσα εκτέλεση απέβη άκαρπη (βλ. ΕφΑθ 1681/2018, σε ΑΚ Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 1649). Ειδικότερα, σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, ο δανειστής κατά τη διάταξη του άρθρου 856 του ΑΚ, επιβάλλεται αλλά και αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι έχει επιχειρήσει προηγουμένως άκαρπη αναγκαστική εκτέλεση στα κινητά πράγματα που ανήκουν στον πρωτοφειλέτη και βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας του ή της διαμονής του τελευταίου (βλ. σε ΑΚ Γεωργιάδη, τόμος I, ερμηνεία άρθρου 856, σελ. 1650). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 481, 482, 483, 847 έως 857 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει έναντι του δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ’ αυτόν εκ μέρους του πρωτοφειλέτη η οφειλή. Μια των εκδηλώσεων του παρεπομένου της ευθύνης εκείνου συνίσταται στο ότι διαθέτει έναντι του δανειστή την αναβλητική ένσταση της διζήσεως, από την οποία χωρεί παραίτηση (ΕφΠατρ 1009/2044 ΑχαΝομ 2005. 120). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 855 και 856 ΑΚ, που αποτελούν απόρροια του επιβοηθητικού χαρακτήρα της εγγύησης, παράγεται υπέρ του εγγυητή γνήσια αναβλητική ένσταση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την προσωρινή απόρριψη της αγωγής, εφόσον ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη, μετά το ατελέσφορο της οποίας δύναται να ασκήσει νέα αγωγή κατά του εγγυητή και όχι να επαναφέρει προς συζήτηση την πρώτη που έχει απορριφθεί προσωρινά (ΕφΛαρ 747/2003 Νόμος). Η καταδίωξη του πρωτοφειλέτη και το ατελέσφορο αυτής δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του δανειστή και δεν χρειάζεται να περιέχονται σ’ αυτή. Όταν όμως ο εγγυητής προβάλει την ένσταση διζήσεως, ο δανειστής θα τα επικαλεσθεί και θα τα αποδείξει με αντένσταση (ΕφΠατρ 1009/2004 ΑχαΝομ 2005. 120, Καυκάς Ενοχικό υπ’ άρθρα 855, 856 ΑΚ, σελ. 483 επ., Γεωργιάδη - Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ υπ’ άρθρο 855, σελ. 385 επ.). Η αρχή δε της οικονομίας της δίκης επιβάλλει στο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προτείνεται η εν λόγω ένσταση, αν διακριβώσει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ότι αυτή είναι ουσιαστικά βάσιμη, να μην ασχοληθεί καθόλου πρότερον με την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης κατά του εγγυητή, αλλά αυτή να την ερευνήσει μετά την άρση του εν λόγω κωλύματος και την εκ νέου άσκηση της αγωγής του δανειστή κατά του εγγυητή (ΑΠ 463/1994 ΕΕΝ 62. 332, ΕφΑΘ 1255/2002 ΕλλΔνη 43. 1069, ΕφΛαρ 747/2003 Δικογραφία 2004. 253).

Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο πλαίσιο των διατάξεων του N. 2322/1995 σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθμ. 36579/Β. 1666/27-8-2007 (ФЕК В 1740/30-8-2007) και 2/54310/0025/13-9-2007 (ФЕК В 1858/13-9-2017) αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και κατόπιν αίτησης της εταιρίας «...ΟΕ», για την παροχή εγγύησης του ελληνικού δημοσίου, υπέρ της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ... Α.Ε» , σε ποσοστό 80% για τις υφιστάμενες οφειλές της προς την ενάγουσα , ανερχόμενες, στις 25-8-2007, στο ποσό του 1.614.568,68 ευρώ, το εναγόμενο, ελληνικό δημόσιο, με το υπ’ αριθ. ...2008 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οι­κονομικών, παρείχε την εγγύηση του σε ποσοστό 80% της οφειλής της ως άνω επιχείρησης, με την διατήρηση των υφιστάμενων εξασφαλίσεων, ήτοι των προσωπικών εγγυήσεων των …. και …. ... , εγγραφής προσημείωσης υποθήκης A σειράς, ποσού 85.100 ευρώ, επί αγροτεμαχίου, επιφάνειας 2.124 τ.μ με την εντός αυτού διώροφη οικοδομή, συνολικής επιφάνειας 1.158,32 τ.μ, στην περιοχή Δ.Δ ... Δήμου …. και επί αγροτεμαχίου, επιφάνειας 5.000 τ.μ επί της Εθνικής οδού Πύργου-Πατρών και της εκχώρησης επιταγών και συναλλαγματικών πελατείας ποσού 85.100 ευρώ, υπογράφηκε δε η υπ’ αριθμ. ...-.../24-12- 2008 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής με την οποία κεφαλαιοποιήθηκαν και αποτέλεσαν μια ενιαία οφειλή οι ληξιπρόθεσμες και μη οφειλές της ανωτέρω εταιρίας ποσού 1.500.912,13 ευρώ υπό την εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σ’ αυτήν. Μετά την δημοσίευση του N.3816/2010 (ФЕК 6/Α726-1-10) και κατόπιν αιτήσεως της πιστούχου εταιρίας , υπογράφηκε, στις 17-6-2010 , μεταξύ αυτής, των εγγυητών και της δανείστριας τράπεζας η υπ’ αριθμ. ...-.../1 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της σύμβασης δανείου, με την οποία η οφειλέτρια εταιρία και οι εγγυητές αναγνώρισαν το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου, ανερχόμενου στο ποσό των 1.500.912,13 ευρώ, πλέον τόκων από 1-1-2010, τροποποιήθηκαν οι όροι της δανειακής σύμβασης και χορηγήθηκε αναστολή της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2011, οι δε τόκοι του δανείου της άνω διετούς περιόδου αναστολής της χρεωλυτικής αποπληρωμής, υπολογιζόμενοι ανά εξάμηνο με το επιτόκιο που ορίζεται στη σύμβαση, συμφωνήθηκε να καταβάλλονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στη με αριθμό 36579/Β/27.08.2007 (Φ.Ε.Κ. B’ 1740/30.08.2007) υπουργική απόφαση, κατά το μη επιδοτούμενο μέρος αυτών, από την οφειλέτρια ανά ημερολογιακό εξάμηνο, δηλαδή στις 30.6 και 31.12 κάθε χρόνου και, κατά το υπόλοιπο επιδοτούμενο μέρος, από το Δημόσιο και, τέλος, παρατάθηκε η συμβατική διάρκεια του δανείου κατά δύο (2) έτη (σε συνέχεια του άρθρου 2 § 7 του N. 3816/2010) και συμφωνήθηκε το ανεξόφλητο υπόλοιπο της οφειλής να αποπληρωθεί σε δεκαέξι (16) ισόποσες συνεχείς εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές/χρεωλυτικές δόσεις, η πρώτη από τις οποίες ήταν καταβλητέα την 30η.06.2012 και η τελευταία την 31η. 12,2019, οι δε τόκοι του δανείου, υπολογιζόμενοι ανά εξάμηνο σύμφωνα με τη σύμβαση ρύθμισης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2012, θα επιδοτούνταν κατά ποσοστό 50% από τον λογαριασμό του N. 128/75. Επειδή η οφειλέτρια δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και δεν προέβη στην εμπρόθεσμη εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων από 30.06.2012 και εφεξής καθώς και των τόκων και των λοιπών εισφορών, η ενάγουσα προέβη, την 28η.03.2018, στο οριστικό κλείσιμο του με αριθμό ...λογαριασμού, που εξυπηρετούσε την εγγυημένη από το εναγόμενο πίστωση, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν στο ποσό των 1.707.802,22 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στην προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης, πλέον τόκων υπερημερίας εκ των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο και των νόμιμων εισφορών και προέβη σε καταγγελία της επίδικης σύμβασης, γεγονός που κοινοποιήθηκε στην πρωτοφειλέτρια και τους εγγυητές, με την από 15.04.2018 εξώδικη δήλωση καταγγελίας, όπως αποδεικνύεται από τις με αριθμούς ………………. εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών με έδρα το Πρωτοδικείου Ηλείας, …., καλώντας αυτούς να της καταβάλουν το σύνολο της προκύψασας οφειλής, ήτοι και του άληκτου κεφαλαίου αυτής, ποσού 2.199.817,70 ευρώ. Προγενέστερα, η ενάγουσα, με την, από 27-9-2017 , επιστολή της προς την 25η Δ/νση, ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και μέχρι του ύψους αυτής, ήτοι την εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου εξόφληση των απαιτήσεων σε ποσοστό 80%, σε εκπλήρωση της απορρέουσας, από την εγγύηση, υποχρέωσής του για το συνολικό ποσό των 1.272.590,92 ευρώ, υποβάλλοντας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, πλην όμως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε κατέβαλε την ως άνω βεβαιωμένη οφειλή. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των με αριθμό ……….. αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δυνάμει των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο παρείχε την εγγύησή του στο επίδικο δάνειο, δεν προκύπτει ότι το τελευταίο παραιτήθηκε από την, προβλεπόμενη στο άρθρα 855 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά και δεν αποκλείεται από τις εφαρμοζόμενες, εν προκειμένω, υπουργικές αποφάσεις, ένσταση δίζησης, την οποία το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πρότεινε παραδεκτώς με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυριζόμενο ότι η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία δεν επιχείρησε εναντίον της πρωτοφειλέτριας αναγκαστική εκτέλεση πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα, στις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις, ουδόλως προβλέπεται ρητά παραίτηση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου από την ένσταση διζήσεως ούτε, άλλωστε, επικαλέσθηκε ή προσκόμισε η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία οιοδήποτε έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει ρητή παραίτηση του εναγόμενου από την ως άνω ένσταση στις συγκεκριμένες περιπτώσεις χορήγησης εγγυήσεων. Ο ισχυρισμός αυτός του δημοσίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 855 ΑΚ και επομένως η ενάγουσα τραπεζική ανώνυμη εταιρεία φέρει το βάρος να αποδείξει ότι επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη. Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» πριν ασκήσει την ένδικη αγωγή και ζητήσει από το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο την καταβολή του ανωτέρω ποσού, αλλά ούτε και μέχρι την συζήτηση της ένδικης έφεσης, επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και ότι αυτή απέβη άκαρπη, καθώς δεν προσκομίζεται από την ενάγουσα έκθεση δικαστικού επιμελητή που τυχόν έλαβε εντολή προς αναγκαστική εκτέλεση, με την οποία να βεβαιώνεται ότι η εκτέλεση δεν πραγματώθηκε, για το λόγο ότι η πρωτοφειλέτιδα δεν διέθετε ακίνητη περιουσία ή κινητή περιουσία στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής της, υποκείμενη σε κατάσχεση, ούτε πίνακας, από τον οποίο να προκύπτει παράλειψη της αναγγελθείσας δανείστριας από την κατάταξη, για τον λόγο ότι το πλειστηρίασμα δεν ήταν αρκετό για την ικανοποίηση της απαίτησής της. Επίσης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, από τις ειδικότερες διατάξεις του ν. 2322/1995 ουδόλως εμποδίζεται το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ως εγγυητής να προβάλει την ένσταση διζήσεως, ενώ δεν προβλέπεται κάτι διαφορετικό στις υπουργικές αποφάσεις χορήγησης της εγγύησης, ούτε αποδεικνύεται ότι χώρησε νόμιμη παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από την ένσταση αυτή. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η αποδοχή της ένστασης δίζησης εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έρχεται σε αντίθεση με την κρίση ότι το νομικό καθεστώς που διέπει την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν αφήνει πεδίο εφαρμογής των ενστάσεων του Αστικού Κώδικα για την ελευθέρωση του εγγυητή, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνει με τρόπο ορισμένο, σαφή, ειδικό και επιδεκτικό δικαστικής εκτίμησης τις πλημμέλειες που αποδίδονται, άλλως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι η ανωτέρω κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναφέρεται σε ενστάσεις για την ελευθέρωση κατ’ άρθρο 862ΑΚ και 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995, όχι δε στην ένσταση διζήσεως. Επίσης ο ισχυρισμός της ενάγουσας-εκκαλούσας, ότι μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 2/478/0025/2006 υπουργικής απόφασης μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ότι με αυτήν το τελευταίο παραιτήθηκε σιωπηρώς από την ένσταση διζήσεως και ότι η διάταξη του άρθρου 855ΑΚ έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση, καθώς η ως άνω υπουργική απόφαση δεν έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση ουσιαστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στη σύμβαση δανείου - εγγύησης. Συγκεκριμένα, δεν έχει περιεχόμενο διαπλαστικό των σχέσεων που απορρέουν από την εγγύηση, το οποίο ρυθμίζεται από τις εκάστοτε ειδικές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες αποφασίζεται και εκτελείται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αλλά αποκλειστικά διαδικαστικό περιεχόμενο. Τέλος, όπως ρητώς προκύπτει από τον τίτλο της υπ’ αριθ. 2/478/0025/2006 υπουργικής απόφασης «Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο», με αυτήν ρυθμίζεται λεπτομερώς η διαδικασία πληρωμής των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα δικαιολογητικά που υποβάλλουν τα πιστωτικά ιδρύματα στην 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους προκειμένου να προβεί σε έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και η διαδικασία βεβαίωσης υπέρ του Δημοσίου και σε βάρος των υπόχρεων φυσικών ή νομικών προσώπων των οφειλών, για τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Το είδος, η έκταση, το περιεχόμενο και οι περιορισμοί των ουσιαστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, του δανειστή και του πρωτοφειλέτη στην περίπτωση παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε δάνειο διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2322/1995, τις ειδικές για κάθε περίπτωση παροχής εγγύησης υπουργικές αποφάσεις που αφορούν συγκεκριμένο κύκλο προσώπων και συμπληρωματικά από αυτές του Αστικού Κώδικα, όταν δεν υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση στις ανωτέρω διατάξεις. Συνεπώς, εφόσον η ένσταση διζήσεως δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης της ως άνω υπ’ αριθ. 2/478/0025/2006 υπουργικής απόφασης, οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί της εκκαλούσας πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Σύμφωνα με τ’ ανωτέρω η ένσταση διζήσεως του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κρίνεται και ουσιαστικά βάσιμη και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που την έκανε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη και απέρριψε την ένδικη αγωγή δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου έτσι ως αβάσιμου του μοναδικού λόγου της έφεσης με τον οποίο διατείνεται η εκκαλούσα ότι α) εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε κατ’ ουσίαν την ένσταση διζήσεως που προέβαλε το εφεσίβλητο, καθώς στις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών βάσει των οποίων δόθηκε η εγγύηση ,δεν ορίζεται ως προϋπόθεση η δικαστική επιδίωξη από την Τράπεζα της απαίτησης που προκύπτει από την καταγγελία του δανείου, για το οποίο παρασχέθηκε αυτή , η απόκτηση εκτελεστού τίτλου και η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του οφειλέτη, αλλά η κατάπτωση της επέρχεται μόλις καταστούν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές τρεις συνεχόμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις και υποβληθεί αίτηση από την δανείστρια Τράπεζα με αίτημα την κατάπτωση και καταβολή της εγγύησης, χωρίς να εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ και β) ότι η υπ’ αριθ. 2/478/0025/4-1-2006 απόφαση, με την οποία ορίζονται τα δικαιολογητικά προς συνυποβολή με το αίτημα κατάπτωσης του πιστωτικού ιδρύματος, δεν περιλαμβάνει δικαιολογητικά σχετικά με την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς η ως άνω απόφαση ρητώς αναφέρεται σε έγγραφα σχετικά με τυχόν σχετικές δίκες και το αποτέλεσμα αυτών, οι οποίες προφανώς περιλαμβάνουν και τις δίκες αναγκαστικής εκτέλεσης με τα σχετικά έγγραφα εκτελεστών τίτλων, επίσπευσης πλειστηριασμών και λοιπών διαδικαστικών εγγράφων μέχρι και τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης δανειστών. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως προς έρευνα, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσία. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρ. 179, 183 ΚΠολΔ, βλ. για τη δυνατότητα συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων και στις δίκες, στις οποίες μετέχει ως διάδικος το Ελληνικό Δημόσιο ΟλΑΠ 18/1993 ΕλλΔ/νη 1994.1245, 1248, ΕφΑθ 5384/2021 Νόμος). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα e -παράβολου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 ν. 4446/2016, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό .

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 30-1-24, έφεσή, που κατατέθηκε με αριθ. εκθ. καταθ. .../1-2-24.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ ουσία.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος με αριθμό …. e- παράβολου ποσού 150 ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στην Αθήνα , στις 28 /1/ 2025 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις ….

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ