ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 732/2026

 

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Παρθένα Ιωαννίδου, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδοπούλου, Εφέτη, Βασιλική Ζώτου, Εφέτη - Εισηγήτρια και από τη γραμματέα Ευδοκία Ράμτσιου .

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 6η Φεβρουάριου 2026 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: …, κατοίκου … Αττικής, επί της οδού … αρ...., με ΑΦΜ …, που παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Στεργιανού Κωνσταντίνας, του Δ.Σ. … (Α.Μ. …), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ... ... του ..., κατοίκου … , με ΑΦΜ …., που παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Ανάργυρου Χατζοπλάκη, του Δ.Σ. … (Α.Μ. …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η εκκαλούσα - εναγόμενη ζητά να γίνει δεκτή η από 16-02-2024 και με αριθμό κατάθεσης Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ./.../21-02-2024 έφεση που άσκησε κατά της με αριθμό 37/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδι­κείου .. (Τακτική Διαδικασία) και η οποία κατατέθηκε στη γραμμα­τεία του ως άνω δικαστηρίου με αριθμό ...-2024 και στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ./ .../21-02- 2024 και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί αρχικά για τις 28-02-2025 και μετ'αναβολή κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα εκθέτουν στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 παρ.2 του ν. 3994/2011, "Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρι­σμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι, κατά το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκαλούμενη απόφαση, με μόνη την, κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ, τυπικά παρα­δεκτή άσκηση της έφεσης, εξαφανίζεται, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το, σε βάρος του εναγομένου, τεκμήριο ομολογίας. Συνεπώς, η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως, επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αρκούσης της τυπικής παραδοχής της κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 230/2020, ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1906/2008, ΑΠ 1140/ 2008, ΑΠ 884/2007, ΑΠ 1015/2005 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το Εφετείο, το οποίο μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017). Η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, ό­πως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που προβάλλει ο τελευταίος ως υπεράσπιση κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία εξετάζει κατά νόμο αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο. Τέτοια, αποτελούν το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής. Έτσι, σε περίπτωση που ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση, χωρίς κατ' ανάγκη να γίνει κάποιος λόγος αυτής δεκτός ως βάσιμος στην ουσία (ΑΠ 2012/2025, ΕφΑΘ 1262/2026 ΤΝΠ Νόμος). Ο δε εκκαλών - εναγόμενος, έχει τη δυνατότητα να προβάλει, με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του, όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσε να έχει προτείνει, αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 230/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 11/2016, ΕφΑΘ 36/2025, ΕφΛαμ 116/2025 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος), χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, ενώ παράλληλα, για λόγους οικονομίας της δίκης, εξετάζονται και οι μάρτυρες κατά την ίδια συζήτηση. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η έφεση λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργημένης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας και επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την αναδίκαση της υπόθεσης από το εφετείο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση γίνεται πλέον προφορικά (Απ 2012/2025, ΑΠ 907/2014, ΑΠ 1075/2013, ΕφΑΘ 214/2025 ΕφΔωδ 64/2015, όλες δημοσιευμένες στην ΤΠΝ Νόμος). Όμως, η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που ο τελευταίος προβάλλει, ως υπεράσπιση, κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 579/2018 πρβλ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 343/2013 ΕφΑΘ 384/2025, ΕφΑΘ 366/2025, ΕφΑΘ 2591/2024 ΤΝΠ Νόμος). Ενόψει της ανωτέρω ρυθμίσεως και της ισχύος του τεκμηρίου ομολογίας ή παραιτήσεως από την αγωγή στον πρώτο βαθμό (άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν οι εξής διακρίσεις αναφορικώς με τους προβαλλομένους δια της εφέσεως ισχυρισμούς: α) Εάν ο ερήμην δικασθείς πρωτοδίκως εναγόμενος προβάλλει ότι η αγωγή τυγχάνει αόριστη ή απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερευνά τις ελλείψεις αυτές, χωρίς να εξαφανίσει προηγουμένως την προσβαλλομένη απόφαση, β) εάν ο ενάγων ή ο εναγόμενος, οι οποίοι δικάσθηκαν πρωτοδίκως ερήμην, προβάλλουν ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται εν συνόλω και πρέπει να εξαφανισθεί ως προς όλες τις διατάξεις της, γ) επί αγωγής, η οποία έγινε δεκτή κατά το κεφάλαιο και τους τόκους, εάν ο εναγόμενος παραπονείται μόνο κατά του κεφαλαίου, επί του οποίου επιδικάσθηκαν τόκοι, η απόφαση εξαφανίζεται μόνο κατά το κεφάλαιο αυτό και δ) εάν ο ερήμην δικασθείς πρωτοδίκως εναγόμενος προβάλλει αποκλειστικός και μόνον καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις (π.χ. εξοφλήσεως ή παραγραφής) ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την απόρριψη των ενστάσεων αυτών, η απόφαση δεν εξαφανίζεται καθ’ ο μέρος κρίθηκε ως βάσιμη η απαίτηση, αλλά μόνο κατά το διατακτικό της ( ΕφΑΘ 366/2025, ΕφΑΘ 916/2025, Εφ Πειρ 489/2016, Εφ. Λαρ. 60/2015, ΕφΑΘ 4634/2009, ΕφΑΘ 5950/2004, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Σαμουήλ, «Η έφεση», έκδ. 2003, σελ. 100 επ., Β. Βαθρακοκοίλης, Η Έφεση, Ερμηνεία - Νομολογία - Βιβλιογραφία - Ειδικές διατάξεις, 2015, υπό το άρθρο 528, αριθ. 2048, 2097 επ., Στ. Πανταζόπουλος, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα [Δ.Κονδύλης/Στ.Πανταζόπουλος], Ερμηνεία ΚΠολΔ, 2η έκδ., άρθρα 495 - 590, Ένδικα μέσα και Ανακοπές, υπό το άρθρο 528, αριθ. 2).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 02-06-2022 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2022 αγωγή της που απευθύνονταν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., επικαλούμενη ότι έχει καταστεί κυρία τόσο με παραγωγό τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επί ενός τμήματος του περιγραφόμενου σ'αυτή ακινήτου, ιδιοκτησίας της, εμβαδού 72,38 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με υπό στοιχεία α-1-2-3-4-5-β-α στο μηνός Απριλίου του έτους 2022 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, ... ..., που επισυνάπτεται στην ως άνω αγωγή, την κυριότητα της οποίας αμφισβητεί η εναγόμενη, η οποία χρη­σιμοποιεί αυθαίρετα ως δίοδο το ως άνω τμήμα, ζήτησε, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, την αναγνώριση της κυριότητας της επί του παραπάνω επίδικου τμήματος, εμβαδού 72,38 τ.μ., να υποχρεωθεί η εναγόμενη і) να παραλείπει στο μέλλον κάθε διατάραξη της κυριότητας της επ'αυτού και ειδικότερα να παύσει να το χρησιμοποιεί ως δίοδο, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ για κάθε παραβία­ση της εκδοθησομένης απόφασης, ii) να άρει τη διατάραξη της κυριότητας της με αποξήλωση των λίθων που επέστρωσε στο εν λόγω εδαφικό τμήμα και αφαίρεση δύο τσιμεντένιων κολώνων, εφαπτομένων επί των σημείων α' και β' του προαναφερθέντος τοπογραφικού διαγράμματος, σε περίπτωση δε αρνήσεως της εναγομένης, να επιτραπεί στην ενάγουσα να το πράξει με δαπάνες της εναγομένης, ύψους χιλίων (1.000) ευρώ, τις οποίες να προκαταβάλει, iii) να της καταβάλει το ποσό των δύο (2.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της αδικοπρακτικής ευθύνης της τελευταίας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δίκασε την αγωγή κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, διότι αυτή κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, εξέδωσε τη με αριθ. 37/2023 οριστική απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή, λόγω ερημοδικίας της εναγομένης. Ειδικότερα, αφού έκρινε ομολογημένους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αναγνώρισε την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος και υποχρέωσε την εναγόμενη і) να άρει τη διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας επί του προαναφερόμενου τμήματος με αποξήλωση των λίθων που επέστρωσε στο εν λόγω εδαφικό τμήμα και αφαίρεση δύο τσιμεντένιων κολώνων, εφαπτομένων επί των σημείων α' και β' του προαναφερθέντος τοπογραφικού διαγράμματος, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την επίδοση της απόφασης, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της τελευταίας να το επιχειρήσει η ενάγουσα, με την προκαταβολή σ'αυτή του ποσού των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, ιι) να παραλείπει κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας επί του προαναφερόμενου τμήματος και δη να παύσει να το χρησιμοποιεί ως δίοδο, απειλώντας σε βάρος της και υπέρ της ενάγουσας χρηματική ποινή ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ για κάθε παραβίαση, iii) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και το ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550,00) ευρώ για δικαστικά έξοδα. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγόμενη με την από 16-02-2024 και με αριθμό κατάθεσης Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ./.../21 -02-2024 έφεσή της, η οποία παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495 παρ. 1,2, 498, 511,513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δη με κατάθεσή της στη γραμ­ματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 16.02.2024 (βλ. τη συνημμένη επ' αυτού υπ' αριθμό ….2024 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ένδι­κου μέσου της αρμόδιας γραμματέα του Πρωτοδικείου ....) και εμπροθέσμως, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης και εντός της, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης που έλαβε χώρα στις 22-11-2023, εφόσον δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έχει γίνει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ επίσης κατατέθηκε από την εκκαλούσα το νόμιμο e-παράβολο για την άσκηση της έφεσης, ύψους 150,00 ευρώ (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), με αριθμό …/2024, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της ιδίας ως άνω γραμματέα. Εφόσον, λοιπόν, η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε από διάδικο που κατά τα προεκτεθέντα δικάσθηκε ερήμην, μετά την παραδοχή αυτής ως τυπικά δεκτής και δεδομένου ότι η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση παραπονείται και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, την απόρριψη της εναντίον της αγωγής και την καταδίκη της εφεσίβλητης στη δικαστική της δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη. Στη συνέχεια, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, αφού πλήττεται ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδοντας στην εκκαλουμένη πλημμέλειες που αφορούν στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, δικαιούμενης της εκκαλούσας, όπως εκτίθεται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, τους οποίους μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, περαιτέρω δε να δια­κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να δικασθεί η υπόθεση από την αρχή κατά την ίδια τακτική διαδικασία και να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή ως προς το παραδεκτό, νόμιμο και κατ' ουσία βάσιμο χαρακτήρα της (άρθρα 533 παρ. 1 και 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

II. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος, και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 ΑΚ). Κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής είναι συγχρόνως και διατάραξη της κυριότητας, δηλαδή αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής, με αίτημα την άρση της προσβολής (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 945-946 ΚΠολΔ) ή με την παράλειψη της προσβολής (διατάραξης) το μέλλον (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ) ή και τα δύο μαζί. Βάση της αρνητικής αγωγής είναι η κυριότητα ή συγκυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος και η προσβολή αυτής με πράξεις διατάραξης (ΑΠ 761/2017, ΑΠ 955/2017 ΝΟΜΟΣ). Διατάραξη της κυριότητας αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις τις οποίες μόνον ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα ή όταν ο εναγόμενος παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο (ΑΠ 1717/2006, ΕφΠατρ 1/2019, ΕφΛαρ 70/2019, όλες δημ. στην ΤΝΠ Νόμος), η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος (ΟλΑΠ 4/2016, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1202/2019, ΑΠ 1544/2018, ΑΠ 718/2014, ΑΠ 609/ 2012, ΑΠ 1633/2009, όλες δημ. στην ΤΝΠ Νόμος). Γενικώς, κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την άσκηση της αρνητικής αγωγής. Εναγόμενος στην αρνητική αγωγή είναι καθένας που με πράξη ή παράλειψη του επηρεάζει την άσκηση της κυριότητας του ενάγοντος. Είναι αδιάφορο αν είναι κύριος, νομέας ή κάτοχος του ακινήτου, από το οποίο προήλθε η δια­τάραξη, αν αντιποιείται οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα. Ο ενάγων κύριος του ακινήτου, εκτός από την άρση της διατάραξης και την παράλειψη της διατάραξης στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου που διαταράσσει την κυριό­τητα του, μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητας του, αν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή του έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής κυριότητας του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος της κυριότητας (ΑΠ 563/2020 δημ. στην ιστοσελίδα του ΑΠ, ΑΠ 985/ 2019, ΑΠ 1544/2018, ΑΠ 228/ 2017, ΑΠ 283/2014 ΑΠ 1105/2014, ΑΠ 1351/2014, ΕφΠατρ 1/2019 όλες δημοσ. στην ΤΠΝ Νόμος). Επί όμορων δε ακινήτων, παράνομη προ­σβολή της κυριότητας (διατάραξη) στοιχειοθετείται κατά νόμο, μόνον εφόσον ο κύριος του ενός ακινήτου κινείται εκτός των ορίων που οριοθετούν το οικείο δικαίωμά του οι διατάξεις του γειτονικού δικαίου του Αστικού Κώδικα, αφού μόνο τότε διαταράσσει παρανόμως την κυριότητα του γείτονα του (ΑΠ 438/1992, ΕφΑΘ 2579/2003 δημ. στην ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1108 του ΑΚ και 70, 118 εδαφ.4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής και της αρνητικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, α) η σαφής έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κυριότητα του ενάγοντος, β) η ακριβής περιγραφή του επίδικου αντικειμένου, γ) η διατάραξη της κυριότητας, δ) η διατάραξη να είναι παράνομη και ε) ορισμένο αίτημα άρσης της προσβολής (διαταράξεως) και παράλειψης της στο μέλλον (ΑΠ 283/2014 ΧΡΙΔ 2014/669, ΕφΑιγ 118/2021 Νόμος), ενώ επιπλέον απαιτείται να αναφέρεται και το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, το οποίο συνίσταται στην προσβολή από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντος είτε με την αποβολή του και κατάληψη του ακινήτου, είτε με άλλη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που έπρεπε να γίνει είτε με απλή αμφισβήτηση, εφόσον με αυτήν δημιουργείται για το δικαίωμα σύγχυση και αμφιβολία (ΠΠρΘεσ 20461/ 2011 ΤΝΠ Νόμος). Επιπλέον, από το συνδυασμό των άρθρων 974, 1045, 1046, 1051 και 1094 ΑΚ, 1, 3, 4 παρ. 1, 70 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής με επικαλούμενη αιτία κτήσης από τον ενάγοντα- πραγματικό δικαιούχο κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο , μεταξύ άλλων, ότι ο πραγματικός δικαιούχος είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ασκώντας συνεχώς επί εικοσαετία ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοι του τη φυσική εξουσίαση επί του ακινήτου με διάνοια κυρίου (νομή), δηλ. να αναφέρει ο ενάγων εμφανείς υλικές πράξεις επί αυτού, που να είναι δηλωτικές της βούλησής του, καθώς και της βούλησης των δικαιοπαρόχων του να εξουσιάζουν τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούλησή του προορισμό του ακινήτου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 336/2019), ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 126/2024, ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/ 2019, ΑΠ 1079/2019 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, παράλληλα προς τις ως άνω αξιώσεις, ο ενάγων δύναται να ασκήσει και αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του εναγόμενου, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ (ΑΠ 1646/2010, ΕφΑΘ 534/2020 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΕφΔωδ 60/2013, ΕφΛαρ 372/2012, ΕφΠατρ 945/2006, ΤΝΠ Νόμος). Για τη θεμελίωση δε και το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, πρέπει στο δικόγραφό της να εκτίθενται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, η υπαιτιότητα αυτού, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος, καθώς και να καθορίζεται το ποσό της ζημίας αυτής, που πρέπει να εξειδικεύεται ποσοτικά κατά μονάδα ή και ποιοτικά ως προς το αντικείμενό της (ΑΠ 935/ 2020 ΔΣΑ, ΑΠ 59/2019 ΕΕμπΔ 2020.317, ΑΠ 1097/2017 ΔΣΑ, ΑΠ 462/2017 ΧρΙΔ 2017.577, ΑΠ 225/2014 ΤΝΠ Νόμος). Εφόσον γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς με τον χαρακτηρισμό είτε του δόλου, είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο (ΑΠ 380/2008 ΕλλΔνη 2009.515).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την από 02.06.2022 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... εκθέτει ότι έχει καταστεί κυρία ενός οικοπέδου, εμβαδού 2.182,12 τ.μ., κείμενου στη θέση “...” ή “...” ή “...” ή “...” ή “...” του Δ.Δ. ... του Δήμου..., όπως αυτό εμφαίνεται με υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο μηνός Απριλίου του έτους 2022 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, ... ..., που επισυνάπτεται στην ως άνω αγωγή, τόσο με παραγωγό τρόπο και δη δυνάμει του με αρ. ….-2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωής της συμβολαιογράφου Ν. ... …., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών, με το οποίο απέκτησε την ψιλή κυριότητα επ'αυτού και μετά το θάνατο της επικαρπώτριας, γιαγιάς της από την πατρική γραμμή, ... ..., την πλήρη κυριότητα επ'αυτού, όσο και με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς αυτή ασκεί από το έτος 2009 και για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών, αρχικά λόγω ανηλικότητας μέσω των γονέων της και ακολούθως αυτοπροσώπως τις αναλυτικά αναφερόμενες και προσιδιάζουσες στη φύση του υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης, συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίας και καλή πίστη, χωρίς ποτέ να οχληθεί από οποιονδήποτε, ότι από τα τέλη φθινοπώρου του έτους 2002 η εναγόμενη, η οποία τυγχάνει κυρία όμορου ακινήτου, χρησιμοποιεί αυθαίρετα ως δίοδο για να εξέρχεται στον αγροτικό δρόμο, μία λωρίδα του οικοπέδου της, εμβαδού 72,38 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με υπό στοιχεία α-1-2-3-4-5-β-α στο μηνός Απριλίου του έτους 2022 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, ... ..., που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αγωγή, την οποία επέστρωσε με λίθους, καθιστώντας αδύνατη την κατά προορισμό καλλιέργεια της, και επί της οποίας εγκατέστησε δύο (2) τσιμεντένιες κολώνες που εφάπτονται επί των σημείων α' και β' του προαναφερθέντος τοπογραφικού διαγράμματος. Ότι επίσης σε μεταγενέστερο χρόνο η εναγόμενη την έχει αποβάλει από ένα άλλο διαιρετό τμήμα του επιδίκου, για το οποίο δικαιώθηκε με τη με αρ. 95/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου..., ήδη τελεσίδικη. Ότι η ως άνω περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης λόγω των επί σειρά ετών δικαστικών μεταξύ τους και όχι μόνο διενέξεων που την έχει ταλαιπωρήσει συνιστά αδικοπραξία σε βάρος της, συνεπεία της οποίας έχει υποστεί ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον από την προσβολή του ως άνω δικαιώματος της, καθώς και ότι είναι πολύ πιθανή η επανάληψη της διατάραξης της κυριότητας της στο μέλλον, λόγω της ως άνω περιγραφόμενης εξακολουθητικής συμπεριφοράς της εναγομένης, ζητά, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, να αναγνωρισθεί η κυριότητα της επί του παραπάνω επίδικου τμήματος, εμβαδού 72,38 τ.μ., και να υποχρεωθεί η εναγόμενη і) να παραλείπει στο μέλλον κάθε διατάραξης της κυριότητας της επ'αυτού και ειδικότερα να παύσει να το χρησιμοποιεί ως δίοδο, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ για κάθε παραβίαση της εκδοθησομένης απόφασης, ιι) να άρει τη διατάραξη της κυριότητας της με αποξήλωση των λίθων που επέστρωσε στο εν λόγω εδαφικό τμήμα και αφαίρεση δύο τσιμεντένιων κολώνων, εφαπτομένων επί των σημείων α' και β' του προαναφερθέντος τοπογραφικού διαγράμματος, σε περίπτωση δε αρνήσεως της εναγομένης, να επιτραπεί στην ενάγουσα να το πράξει με δαπάνες της εναγομένης, ύψους χιλίων (1.000) ευρώ, τις οποίες να της προκαταβάλει, iii) να της καταβάλει το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της αδικοπρακτικής ευθύνης της τελευταίας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, στο κρινόμενο δικόγραφο επιτρεπτά, κατά τη διάταξη του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, σωρεύονται αντικειμενικά, σύμφωνα και με τα όσα αναλυτικά αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, η θετική αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της ενάγουσας, η αρνητική αγωγή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, και η αγωγή αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, αφού οι ανωτέρω αγωγές δεν είναι αντιφα­τικές μεταξύ τους, υπάγονται στην υλική και τοπική αρμοδιότητα Πολυμελούς Πρωτοδικείου λόγω συνάφειας (άρθρ. 12 παρ. 1, 13, 14 παρ. 2, 18, 29 παρ.1 και 31 παρ 2, 3 ΚΠολΔ) και στο ίδιο είδος (τακτικής) διαδικασίας, ενώ από τη σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επέρχεται σύγχυση. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς περιέχει με πληρότητα όλα τα κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ στοιχεία, που αφενός μεν απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση και δικαστική της ε­κτίμηση, αφετέρου δε δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα κατά της εναγόμενης. Πιο συγκεκριμένα, η υπό κρίση αγωγή περιέχει, αφενός σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κυριότητα της ενάγουσας, στηριζόμενη τόσο σε παραγωγό όσο και σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, με αναφορά της συμβολαιογραφικής πράξης δωρεάς εν ζωή της ψιλής κυριότητας και του θανάτου της επικαρπώτριας και γιαγιάς από την πατρική γραμμή της ενάγουσας -χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο ειδικότερος προσδιορισμός του χρόνου θανάτου της επικαρπώτριας-, και του χρόνου άσκησης συγκεκριμένων πράξεων νομής, πέραν της εικοσαε­τίας, με διανοία κυρίου επί του εν λόγω εδαφικού τμήματος, εμβαδού 72,38 τ.μ., το οποίο περιγράφεται επακριβώς, με καθορισμό των συνόρων του και με αποτύπωση αυτού στο ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 1597/ 2018, ΑΠ 621/2014 ΤΝΠ Νόμος), με επίκληση του εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας λόγω αμφισβήτησης της κυριότητας της από την εναγόμενη και της παράνομης διατάραξης της κυριότητας αυτής επί του εν λόγω τμήματος, συνιστάμενη στην αυθαίρετη χρήση αυτού ως δίοδο για την πρόσβαση της εναγομένης στον αγροτικό δρόμο, και με ορισμένο (διττό) αίτημα άρσης της προσβολής (διαταράξεως), συνιστάμενο στην αποξήλωση των λίθων που επέστρωσε στο εν λόγω εδαφικό τμήμα και αφαίρεση δύο τσιμεντένιων κολώνων, και παράλειψης αυτής (διατάραξης) στο μέλλον, με την απειλή χρηματικής ποινής, σε περίπτωση παραβίασης της εκδοθησομένης απόφασης, αφετέρου παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης που συνίσταται στην επί δεκαεννέα (19) ετών συνεχή αυθαιρεσία της τελευταίας και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την ψυχική ταλαιπωρία που έχει υποστεί η ενάγουσα και θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη σε βάρος της εναγομένης, και ως εκ τούτου τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα. Επιπλέον, η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη διατάξεις των άρθρων 297 εδ. α', 298 εδ. α', 299, 340, 345, 346, 496, 498, 914, 932 εδ. α', 974, 1000, 1033, 1045, 1046, 1051, 1108 παρ. 1, 1167, 1192 αρ. 1, 1198 ΑΚ, 68, 70, 176, 218 παρ. 1,945 παρ. 1 και 947 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, να ερευνηθεί περαιτέ­ρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι κατατέθηκε μαζί με το από 20-01-2023 δικόγραφο των προτάσεων της ενάγουσας α) το με αρ. πρωτοκόλλου …-2022 πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακα... περί καταχώρησης, κατ'άρθρο 220 ΚΠολΔ, περίληψης της υπό αγωγής εντός 30 ημερών από την κατάθεσή της στα βιβλία διεκδικήσεων του ως άνω Υποθηκοφυλακείου και β) για το καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσή­μου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με κωδικό … ηλεκτρονικό παράβολο, καθώς και το από 05- 02-2023 παραστατικό περί εξόφλησης αυτού), ενώ για το παραδεκτό της συζήτησής της έχει προσκομισθεί το από 02-11-2022 πρακτικό περάτωσης υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, σύμφωνα με τα ορι­ζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 εδ. α' περ. β', εδ. β΄ και 7 παρ. 4 N. 4640/ 2019, και η με αρ. πρωτ. …/06-03-2019 δή­λωση κτηματογράφησης του ν. 2308/1995. Τέλος, επισημαίνεται συμπληρωματικά ότι, για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αγωγής δεν υφίσταται υποχρέωση προσκόμισης του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 54Α παρ. 5 N. 4174/2013 («Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις») πιστοποιητικού, διότι, σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, την οποία ακολουθεί και το παρόν Δικαστήριο, η ως άνω διάταξη, λόγω του αμιγούς φορολογικού χαρακτήρα της, δεν είναι ε­φαρμοστέα, ως ευθέως αντιτιθέμενη τόσο στις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος, όσο και στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1143/2019, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα areiospagos.gr, Εφ Πατρ 105/2022, ΕφΑΘ 3358/2021, ΕφΔωδ 169/2018 ΤΝΠ Νόμος).

III. Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ" αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 369 ΑΚ συμβάσεις που έχουν αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη μετάθεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 ίδιου Κώδικα, μεταξύ άλλων, κάθε εν ζωή δικαιοπραξία με την οποία επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού (ΑΠ 1083/2019). Περαιτέρω, κατά τα άρ­θρα 1041, 1042, 1043 και 1045 ΑΚ καθίσταται κάποιος κύριος ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, καλή πίστη και νομή δέκα έτη) καθώς και της έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετή νομή) ενώ κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α' του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παραγωγό τρόπο κτήσης της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέ­χρι της μεταβιβάσεως νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι α) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής, σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο, δηλαδή, και εκείνου που μεταβιβάζει τη νομή. Το στοιχείο αυτό της θέλησης του μεταβιβάζοντος νομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν αυτός παραδίδει στον αποκτώντα το πράγμα, αλλά και όταν επιτρέπει ή εγκρίνει την κατάληψη του πράγματος από αυτόν (ΑΠ 276/2025, ΑΠ 956/2010 ΤΝΠ Νόμος). Η συμφωνία αυτή, μη απαιτούσα την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, αποτελεί αφηρημένη δικαιοπραξία και είναι αδιάφορο αν γι'αυτήν τηρείται ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή γίνεται ατύπως (ΑΠ 1593/1979, ΑΠ 1139/2011 ). Κατά δε το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι' αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία) ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (άρθρο 976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων. Από τα παραπάνω συνάγεται επίσης ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 915/2019). Περαιτέρω, η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διακρατώντας όμως ακέραιη την ουσία του. Παρέπεται ότι ο επικαρπωτής αποκτά την οιονεί νομή επικαρπίας δηλαδή, τη φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιούχου, ενώ η κύρια νομή, δηλαδή, η καθολική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυ­ρίου παραμένει στον ψιλό κύριο, ασκείται όμως στο όνομά του από τον επικαρπωτή. Η επικαρπία συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Οι αντίστοιχες για την κτήση της κυριότητας διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως. Ο κύριος ακινήτου μπορεί, μεταβιβάζοντας το, για νόμιμη αιτία σε άλλον με συμβόλαιο μεταγεγραμμένο, να παρακρατήσει την επ' αυτού επικαρπία υπέρ του εαυτού του ή υπέρ τρίτου ή υπέρ του εαυτού του και του τρίτου (άρθρ. 1143 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή δεν καταρτίζεται μία μοναδική δικαιοπραξία (με περιεχόμενο ότι ο κύριος παραχωρεί τη ψιλή κυριότητα και παρακρατεί υπέρ αυτού την επικαρπία, διότι τούτο θα είχε ως προϋπόθεση ότι η επικαρπία υπάρχει ήδη στο πρόσωπο του κυρίου του συνιστώντος την επικαρπία σαν ιδιαίτερο δικαίωμα ανεξάρτητο από την κυριότητα, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει, γιατί η επικαρπία ως δουλεία είναι δυνατόν να υπάρχει μόνο σε ξένο πράγμα και όχι σε ίδιο), αλλά δύο δικαιοπραξίες και δη αφενός η μεταβίβαση της κυριότητας στον αποκτώντα, αφετέρου η σύσταση από τον αποκτώντα επικαρπίας υπέρ του μεταβιβάσαντος. Οι δικαιοπραξίες αυτές μπορούν να συντελεσθούν σε ενιαία εξωτερική πράξη, αν πρόκειται για ακίνητο και να ενσωματωθούν στο ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο. Κατά συνέπεια μπορεί να προσκομισθεί για μεταγραφή και το μοναδικό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΠ 1192/2011). Εξάλλου κατά τα άρθρα 1167 και 1168 του ΑΚ, η απόσβεση της επικαρπίας για κάποιον από τους λόγους του αναφέρονται στο νόμο έχει ως συνέπεια ότι η επικαρπία επιστρέφει αυτοδικαίως στην κυριότητα από την οποία αποσπά- σθηκε, χωρίς να απαιτείται να οριστεί αυτό κατά τη σύσταση, δηλαδή, επιστρέφει σε εκείνον στον οποίο βρίσκεται ήδη η κυριότητα, αφού η επιστροφή αναφέρεται στην κυριότητα που υπάρχει κατά τον χρόνο της αποσβέσεως της επικαρπίας (ΑΠ 1374/2014). Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1147 του ίδιου Κώδικα, ο επικαρπωτής ασκεί ίδια μεν νομή έναντι μόνον των τρίτων με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή), η οποία ως περιεχόμενο έχει ειδικές και κατ' ιδίαν χρησιμότητες του πράγματος, έναντι δε του ψιλού κυρίου και για το σύνολο των εξουσιών πάνω στο πράγμα ασκεί νομή μόνο στο όνομα του τελευταίου. Ο ψιλός κύριος είναι ο πραγματικός νομέας του ακινήτου που ασκεί τη νομή του μέσω του επικαρπωτή, ενώ ο επικαρπωτής τεκμαίρεται εκ του νόμου ότι κατέχει στο όνομα του ψιλού κυρίου για όσο χρόνο ευρίσκεται στην κατοχή του πράγματος και δεν του έχει καταστήσει γνωστή πρόθεση αντιποίησης (άρθρα 980, 982 ΑΚ), ώστε, για όσο χρόνο διατηρείται το πράγμα στην κατοχή του επικαρπωτή δεν νοείται άλλη φυσική εξουσία επ’ αυτού με διά­νοια κυρίου, κατ’ αποκλεισμό εκείνης του ψιλού κυρίου (ΑΠ 811/2022, ΑΠ 887/2021 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 509/2018 ΧριΔ 2019,104, ΑΠ 939/2000 ΕλλΔνη 2001, 150).

IV. Περαιτέρω, η ουσιαστική αξίωση του κυρίου που γεννιέται με την προσβολή της κυριότητας του και ασκείται με την αρνητική αγωγή, υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή (άρθρο 249 ΑΚ), η οποία αρχίζει από την επόμενη ημέρα εκείνης στην οποία επήλθε η διατάραξη, ανεξάρτητα από τη γνώση ή άγνοια του κυρίου (Απ. Γεωργιάδης-Μ. Σταθόπουλος, Α.Κ. Ερμηνεία Κατ'άρθρο, Τόμος V, άρθρ. 1108, αρ. σελ. 624). Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, αναγνωριστική αγωγή δύναται να εγείρει όποιος έχει έννομο συμφέρον για τη δικαστική αναγνώριση της ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης. Γίνεται δεκτό ότι ναι μεν η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, πλην όμως δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, όταν η αξίωση της οποίας ζητείται η αναγνώριση έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία ή γενικά έχει αποσβεσθεί (ΑΠ 271/ 2025, ΑΠ 1041/2017, ΑΠ 72/2013 ΤΝΠ Νόμος).

V. Ακολούθως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119,1120, 1121,1045 και 1051 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και προς τούτο απαιτείται άσκηση πάνω στο δουλεύον από τον κύριο του δεσπόζοντος αντίστοιχης οιονεί νομής, δηλαδή νομής που αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας με διάνοια δικαιούχου αντίστοιχης δου­λείας, για μια συνεχή εικοσαετία, προς συμπλήρωση της οποίας επιτρέπεται να συνυπολογιστεί, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής στην οιονεί νομή, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου (ΑΠ 2232/2014 ΤΝΠ Νόμος). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 974, 975 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία, επιφέρει την κτήση μεν της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), την κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή). Αν η οιονεί νομή ασκείται κατά παράκληση δεν υφίσταται διάνοια δικαιούχου και δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα δουλείας με χρησικτησία. Σύμφωνα με το άρθρο 975 Α.Κ. στο δικαίωμα της δουλείας η νομή συνίσταται στην άσκηση αυτού με διάνοια δικαιούχου. Ε­ξάλλου από τα άρθρα 1045, 1118, 1120 και 1121 Α.Κ. προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία διόδου συνιστώμενη και με έκτακτη χρησικτησία, δη­λαδή με τη διέλευση του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου από το δουλεύον ακίνητο επί μία εικοσαετία με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή με άσκηση σωματικής εξουσίας του ακινήτου κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στο κατά νόμο περιεχόμενο και με τη διάνοια ασκήσεως του δικαιώματος της δουλείας αυτής και όχι από οικειότητα ή κατά παράκληση (ΑΠ 603/ 2021, ΑΠ 95/2019 ΧΡΙΔ 2019,601, ΑΠ 2225/2009 Αρμ. 2011/1973, ΑΠ 1484/2001 ΤΝΠ Νόμος).

VI. Τέλος, με το άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι: «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος», ενώ με το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται». Από την πρώτη των άνω διατάξεων προκύπτει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του. Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το Δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 8/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτήν την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 783/2023, ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 1475/2022, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1884/2013, ΕφΛαρ 6/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς η εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ προϋποθέτει παραδοχή της αξίωσης και όχι άρνηση της ύπαρξης του δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 265/2015, 314/2023, ΑΠ 2215/2022, ΑΠ 144/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΕφΕυβ 6/2026 ΤΝΠ Νόμος).

Η εναγόμενη αρνείται την υπό κρίση αγωγή, διατεινόμενη ότι έχει καταστεί κυρία του επιδίκου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον τα επικαλούμενα από αυτή πραγματικά περιστατικά που προσπορίζουν σ'αυτή κυριότητα ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο και σύγχρονο σε σχέση με αυτά που επικαλείται η ενάγουσα για την κτήση της κυριότητας της επί του ως άνω τμήματος (ΑΠ 1111/2024, ΑΠ 511/2023, ΑΠ 884/2022, ΑΠ 1536/2018, ΕφΠειρ 289/2021 ΤΝΠ Νόμος), όπως και ότι η ενάγουσα δεν είναι κυρία του όλου αγροτεμαχίου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, και επιπλέον ισχυρίζεται α) ότι το δικαίωμα της ενάγουσας για έγερση της ένδικης αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής έχει παραγραφεί, διότι αυτή κάνει χρήση του επίδικου εδαφικού τμήματος, όπως η ίδια αποκαλεί ως “δουλεία διόδου”, από το έτος 1996, ήτοι από το θάνατο του δικαιοπαρόχου και πατέρα της, ... ..., άλλως από το έτος 1999, οπότε συνετάγη η με αριθμό …/1999 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου…., νομίμως μεταγραφείσα, άλλως από το έτος 2001, με την έκδοση της οικοδομικής άδειας για την ανέγερση της οικίας της, β) ότι ενήργησε την προσβολή της κυριότητας της ενάγουσας, δυνάμει δικαιώματος της, συνισταμένου σε πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου της ενάγουσας, καθώς έχει καταστεί κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της και σε βάρος του ακινήτου της ενάγουσας, αφού ήδη προ του έτους 1989, άλλως από το έτος 1996, άλλως από το έτος 1999 και σε κάθε περίπτωση από το 2001 και εφεξής δεν έπαυσε να διέρχεται μέσω της διαμορφωθείσας δουλείας διόδου, όπως αυτή αποτυπώνεται με στοιχεία Δ1-Δ2-Δ3-Δ4-Δ5-Δ6-Δ1, συνολικού εμβαδού 192,90 τ.μ., στο επισυναπτόμενο στην έφεση τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο εδαφικό τμήμα, ιδιοκτησίας της αντιδίκου, και ως εκ τούτου γ) ότι η ενάγουσα ασκεί το δικαίωμά της καταχρηστικά, καθόσον , αφενός η τελευταία στερείται νομίμου τίτλου και γνωρίζει ότι η εναγόμενη κάνει χρήση της δουλείας διόδου πριν το 1989, αλλά και από το 1996 και σε κάθε περίπτωση από το 1999, άλλως από το 2001, και, αφετέρου ότι επειδή το όμορο ακίνητό της, εμβαδού 2.506,34 τ.μ., μετά της υφιστάμενης οικίας, είναι περίκλειστο, ο αποκλεισμός της διόδου αυτής θα της αποστερήσει την είσοδο στο ακίνητό της, ενώ για χρονικό διάστημα περισσότερο από 23 χρόνια αυτή διαμένει στην οικία της χωρίς ρεύμα, διότι η ΔΕΔΔΗΕ δεν προσέρχεται να εγκαταστήσει παροχή ρεύματος, χωρίς την ύπαρξη δουλείας διόδου στο ακίνητο, ιδιοκτησίας της.

Οι ως άνω υπό στοιχείο α' και β' ισχυρισμοί είναι νόμιμοι, στηριζόμενοι αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 249, 251, 261, 263 και 277 ΑΚ (σχετ. ΑΠ 989/2025 ΤΝΠ Νόμος) και σ' αυτές των άρθρων 1033, 1108 και 1118 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 224, 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις υπο στοιχ. Ill, IV και V νομικές σκέψεις και συνιστούν αντίστοιχα ένσταση παραγραφής και ένσταση κτήσης πραγματικής δουλείας οδού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και ως εκ τούτου πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Αντίθετα, ο υπό στοιχείο γ' ισχυρισμός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη υπο στοιχ. VI νομική σκέψη, η εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ προϋποθέτει παραδοχή της αξίωσης και όχι άρνηση της ύπαρξης του δικαιώματος του ασκούντος αυτό, εν προκειμένω δε η εναγομένη αρνείται την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητος της ενάγουσας επί του επιδίκου τμήματος.

Από την εκτίμηση των νομίμως επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από την ενάγουσα με τις κατ'έφεση προτάσεις υπ'αριθμ. … 2023 και …-2023 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων, ... ... του ... και ... ... του ..., που δόθηκαν, ενώπιον της συμβολαιογράφου ..., ... ..., πρωτοδίκως, με πρωτοβουλία της ενάγουσας, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, κατ’ άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. υπ'αρ. ….2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο ….), από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για την ουσιαστική εκτίμηση της δια­φοράς (άρθρ. 395, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), όπως μερικά από τα έγγραφα αυτά αναφέρονται ιδιαιτέρως παρακάτω, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω έγγραφα να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη α­ποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 810/2025, ΑΠ 355/2025, ΑΠ 1153/2025, ΑΠ 1401/2024, ΑΠ 2081/2017, ΑΠ 548/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004. 723, ΑΠ 1068/2002 ΑρχΝ 2004.70), μεταξύ των οποίων η υπ'αρ. 96/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) που αποτελεί δικαστική απόφαση από άλλη προηγηθείσα δίκη μεταξύ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και της εναγομένης, και η υπ'αρ. 95/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), που αποτελεί δικαστική απόφαση από άλλη προηγηθείσα, μεταξύ των ιδίων διαδίκων δίκη (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1856/2022 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νό­μος), και η από 12-02-2024 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μη­χανικού, ... ..., έχουσα χαρακτήρα ιδιωτικής γνωμοδότησης και παρατήρησης (κατ’ άρθρ. 390 ΚΠολΔ) του ως άνω τεχνικού συμβούλου (από πλευράς εναγομένης), η οποία εκτιμάται ελεύθερα ως απλό έγγραφο και δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 8/2005 ΕλλΔ. 2005, 694, ΑΠ 453 /2022, ΑΠ 72/2019, ΑΠ 64/2019 ΤΝΠ Νόμος), από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, το περιεχόμενο και η γνησιότητα των οποίων δεν αμφι­σβητείται (άρθρ. 444 παρ.1 εδ. γ’, 449 παρ. 2, 453 παρ. 1,457 παρ. 4, 458 και 459 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. ΑΠ 68/2022 ΤΝΠ Νομοσ), από τις συ­ναγόμενες, κατ' άρθρο 261 και 352 ΚΠολΔ, ομολογίες των διαδίκων, σε συνδυασμό και προς τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρα 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αρ. … 2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Ν. ..., …., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., η ενάγουσα, ... ... του ..., απέκτησε λόγω δωρεάς της γιαγιάς της από την πατρική γραμμή , ... ..., την ψιλή κυριότητα επί ενός οικοπέδου (πρώην αγροτεμαχίου) εμβαδού 2.182,39 τ.μ., κατά τον ανω­τέρω τίτλο, και κατά νεότερη καταμέτρηση εμβαδού 2.182,12 τ.μ. κείμενου στη θέση “...” ή “..." ή “...” ή “...” ή “...” του Δ.Δ. ... του Δήμου..., το οποίο συνορεύει βόρεια με ακίνητο, ιδιοκτησίας ... ..., δυτικά με ακίνητο, ιδιοκτησίας της εναγομένης, ... ... του ..., νότια με ακίνητο, ιδιοκτησίας …., … και …., και ανατολικά με αγροτικό δρόμο, όπως αυτό αποτυπώνεται με υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο μηνός Απριλίου του έτους 2022 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, ... ..., και φέρει αριθμό ΚΑΕΚ .../0/0. Ήδη με το θάνατο της επικαρπώτριας - γιαγιάς της ενάγουσας , στις 24-07-2016, η πλήρης κυριότητα του ως άνω οικοπέδου περί ήλθε στην τελευταία (ενάγουσα) , καθόσον η σύσταση του περιορισμένου δικαιώματος της επικαρπίας δεν αλλάζει την ουσία της κυριότητας, αλλά απλώς περιορίζει την άσκησή της, κατά τα αναφερόμενα στην υπο στοιχ III νομική σκέψη, και για το λόγο αυτό αμέσως μόλις αποσβεστεί η επικαρπία με τον θάνατο του επικαρπωτή, η κυριότητα καταλαμβάνει και πάλι το πράγμα ως προς όλες τις αναφορές ή χρησιμότητές του (“Αρχή της ελαστικότητας της κυριότητας”, А. Γ. "Εμπράγματο Δίκαιο I" έκδ. έτ. 1991 παρ. 5 σελ. 48, 49 και παρ. 27 σελ. 257, 258, 259, 260, ΜΕφΑΘ 1997/2025 ΤΝΠ Νόμος). Η ως άνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας, είχε αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου δυνάμει του με αρ. …-1991 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου …, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του άλλοτε Υποθηκοφυλακείου ... γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, αλλά αντιθέτως συνομολογείται από την τελευταία με την άσκηση εκ μέρους της από 21-09-2002 αγωγής παροχής δουλείας διόδου ενώπιον του Ειρηνοδι­κείου ... σε βάρος τόσο της ... συζ. ..., το γένος ... και …., όσο και κατά της μη διαδίκου, ... συζ. ..., το γένος ... και …, όπως αναλυτικά αναφέρεται κατωτέρω. Ακολούθως, από το έτος 2009 η ενάγουσα υπεισήλθε στη νομή του παραπάνω ακινήτου, καθόσον σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 977 ΑΚ, απέκτησε τη νομή αυτού παραγώγως με ειδική διαδοχή και δη με απλή παράδοση της νομής από τη δικαιοπάροχο γιαγιά της, ... ..., που με τη θέλησή της μεταβίβασε τη νομή αυτού (ΑΠ 1635/2024, ΑΠ 716/ 2014, ΕφΑιγ 13/2021 ΤΝΠ Νόμος). Επειδή όμως το έτος 2009 η ενάγουσα ήταν ανήλικη, ηλικίας τότε δεκαπέντε (15) ετών (γεννηθείσα στις 15-10-1994) σε συνδυασμό με το προχωρημένο της ηλικίας της γιαγιάς αυτής και επικαρπώτριας του ως άνω οικοπέδου, γεγονός που δυσχέραινε την άσκηση εμφανών υλικών πράξεων νομής επί του παραπάνω οικοπέδου στο όνομα της ψιλής κυρίας -ενάγουσας, οι πράξεις αυτές ενεργούνταν από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα της τελευταίας - γονείς της, ... ... - υιό της δικαιοπαρόχου, και ..., ως αντιπροσώπων της ενάγουσας (ΑΠ 279/2024, ΑΠ 774/2021, ΑΠ 304/2020 δημ. στην ΤΝΠ Νόμος) που το επόπτευαν και το εκμίσθωναν σε τρίτα πρόσωπα (βλ. την υπ'αρ. …./2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης, ... ... του ...). Στη συνέχεια μετά την ενηλικίωσή της ενάγουσας τον Οκτώβριο του 2012 και μετά το θάνατο της γιαγιάς της τον Ιούλιο του 2016, αυτή επικουρούμενη από τον πατέρα της και αδιαλείπτως μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής (στις 20-09-2022, βλ. την υπ'αρ. Ε/….2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ….) ασκεί πράξεις στο παραπάνω ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δη­λωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυ­ρίου και συγκεκριμένα έχει την εποπτεία και φροντίδα αυτού, το επισκέπτεται τακτικά, προβαίνει σε εκμίσθωση αυτού σε τρίτους καλλιεργητές (ΑΠ 515/2023, ΑΠ 1145/2011, ΑΠ 968/ 2007, ΕφΠατρ 62/2022, ΕφΑιγ 81/2019, ΕφΑΘ 81/2010, όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος) για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας, καθόσον στον χρονικό διάστημα των δεκατριών (13) ετών και δη από το 2009 έως το 2022 προσμετράται και αυτό (χρονικό διάστημα) των δεκαοκτώ (18) ετών που βρι­σκόταν στη νομή του ακινήτου η δικαιοπάροχος της ενάγουσας από το έτος 1991 έως και το 2009 (άρθρ. 974 επ., 1045 και 1051 του ΑΚ, ΑΠ 1580/2025, ΑΠ 1111/2024, ΑΠ 774/2021, Εφ Πειρ 14/2025 δημ. στην ΤΝΠ Νόμος). Η άσκηση μάλιστα των ανωτέρω πράξεων νομής τόσο από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας όσο και την τελευταία, επιβεβαιώνεται και από τη με αρ. 95/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... (Διαδικασία Α­σφαλιστικών Μέτρων) που έκρινε επί αιτήσεως λήψης ασφαλιστικών μέτρων λόγω αποβολής από τη νομή, μεταξύ των ίδιων με την υπό κρίση αγωγή διαδίκων, για έτερο διακριτό τμήμα του ακινήτου, ιδιοκτησίας της ε­νάγουσας, εμβαδού 70,89 τ.μ., το οποίο επίσης αυθαίρετα είχε καταλάβει η εναγόμενη στα μέσα Δεκεμβρίου του 2013. Ως εκ τούτου η ενάγουσα έχει καταστεί κυρία του προπεριγραφόμενου οικοπέδου, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου εδαφικού τμήματος, τόσο με παραγωγό τρόπο (άρθρ. 1033 ΑΚ), όσο και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρ. 1045 ΑΚ), παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγόμενη, που τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα. Από την άλλη πλευρά, η εναγόμενη είναι κυρία ενός οικοπέδου (άλλοτε αγροτεμαχίου), εμβαδού 2.506,34 τ.μ., κείμενου στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... στη θέση “...”, το οποίο συνορεύει γύρω σε πλευρά A-В μέτρων γραμμικών (40,00) με ακίνητο ιδιοκτησίας ... ..., σε πλευρά Β-Γ μέτρων γραμμικών (25,50) και σε πλευρά Γ-Δ μέτρων γραμμικών (8,25) με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων ... ..., σε πλευρά Δ-Ε μέτρων γραμμικών (41,25) με ακίνητο ιδιοκτησίας ... ..., σε πλευρά Ε-Ζ μέτρων γραμμικών (39,43) με ακίνητο ιδιοκτησίας ... ... και σε πλευρά Ζ-Α μέτρων γραμμικών (55,59) με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων ..., και εντός του οποίου υφίσταται μία ημιτελής διόροφη οικία με υπόγειο, συ­νολικού εμβαδού των ορόφων 108 τ.μ. και του υπογείου 65 τ.μ., και το οποίο φέρει αριθμό ΚΑΕΚ .... Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης δυνάμει α) της με αρ. …-1999 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...., ... …., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...,με την οποία η εναγόμενη απέκτησε αρχικά ιδανικό μερίδιο ποσοστού 90,625% εξ αδιαι­ρέτου επί του ως άνω αγροτεμαχίου, β) της υπ'αρ. ….-2001 πράξης διανομής κοινών ακινήτων της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου..., νομίμως μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών και γ) του με αρ. ….-2004 συμβολαίου ανταλλαγής ιδανικών μεριδίων ακινήτων της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ..., ... …., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών, με το οποίο η εναγόμενη απέκτησε και το εναπομείναν ιδανικό μερίδιο ποσοστού 9,375% εξ αδιαιρέτου από το παραπάνω αγροτεμάχιο, έκτασης 2.506,34 τ.μ. Η εναγόμενη εν συνεχεία προέβη στην έκδοση της με αρ. …./2001 οικοδομικής άδειας, προκειμένου να ανεγείρει στο οικόπεδό της διόροφη οικία, πλην όμως το ως άνω ακίνητό της είναι περίκλειστο και στερείται πρόσβασης στον υπάρχον στα ανατολικά αυτού αγροτικό δρόμο ... - ..... Λόγω της ανωτέρω συνθήκης και δη της “τυφλότη­τας” του ακινήτου της, η εναγόμενη από τα τέλη του φθινοπώρου του 2002 άρχισε να χρησιμοποιεί αυθαίρετα ως δίοδο ένα εδαφικό τμήμα του οικο­πέδου της ενάγουσας, εμβαδού 72,38 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται με στοιχεία α-1-2-3-4-5-β-α στο προαναφερόμενο και επισυναπτόμενο στην υπό κρίση αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, και το οποίο συνορεύει βόρεια με ακίνητο, ιδιοκτησίας ... ..., νότια με το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου της ενάγουσας, δυτικά με το ακίνητο της ιδίας (εναγομένης) και ανατολικά με αγροτικό δρόμο, το οποίο (επίδικο) αποτελεί και τη μοναδική διέξοδο του ακινήτου της εναγομένης σε δρόμο. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αυτή κάνει χρήση του επίδικου εδαφικού τμήματος, ως “δουλεία διόδου”, όπως η ίδια αποκαλεί , από το έτος 1996, ήτοι από το θάνατο του δικαιοπαρόχου και πατέρα της, ..., άλλως από το έτος 1999, οπότε συνετάγη η με αριθμό .../1999 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου..., νομίμως μεταγραφείσα, άλλως από το έτος 2001, με την έκ­δοση της οικοδομικής άδειας για την ανέγερση της οικίας της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πιο συγκεκριμένα, με την από 21-09-2002 αγωγή που άσκησε η εναγόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... σε βάρος της δικαιοπαρόχου της εδώ ενάγουσας, ... συζ. ..., το γένος ... και ... ... καθώς και της μη διαδίκου, ... συζ. ..., το γένος ... και ... ..., η ίδια συνομο­λογεί το δικαίωμα κυριότητας της δικαιοπαρόχου της εδώ ενάγουσας επί του παραπάνω περιγραφόμενου ακινήτου της, όμορου της δικής της ιδιοκτησία καθώς και την μη ύπαρξη δουλείας διόδου, καθόσον στην ως άνω αγωγή της η νυν εναγομένη εκθέτει ότι, το ακίνητό της είναι περίκλειστο και στερείται πρόσβασης, και για το λόγο αυτό αιτείται να της “παρασχεθεί δίο­δος για την εξασφάλιση της επικοινωνίας του ακινήτου της με τον αγροτικό δρόμο ... - .... που βρίσκεται ανατολικά αυτού και πέραν των ιδιοκτησιών των (εκεί) εναγομένων”, έναντι ανάλογης αποζημίωσης, χωρίς να αναφέρει ο,τιδήποτε περί του ότι αυτή κάνει χρήση, οποιουδήποτε εδα­φικού τμήματος, ιδιοκτησίας της εδώ ενάγουσας, από το έτος 1996, άλλως από το έτος 1999, άλλως από το έτος 2001. Εξάλλου, η εν λόγω ανάγκη παροχής διόδου ανέκυψε μετά τον χρόνο έκδοσης στις 7 Δεκεμβρίου 2001 της με αρ. …/2001 οικοδομικής άδειας, αναφορικά με το περίκλειστο ακίνητο της εναγομένης, όταν η τελευταία εκδήλωσε την επιθυμία της να προβεί σε ανέγερση κατοικίας στο ακίνητό της, όπως η σχετική άδεια α­ναθεωρήθηκε στις 2.10.2002 λόγω αλλαγής του προσώπου του επιβλέποντος μηχανικού και η ισχύς της οποίας ορίστηκε μέχρι τις 07.12.2005, οπότε και έπρεπε εντός του ανωτέρω χρονικού σημείου να αρχίσουν οι εργασίες ανοικοδόμησης στο ακίνητο της (εναγομένης). Επομένως, από την άσκηση της παραπάνω αγωγής από πλευράς της εναγομένης, τον Σεπτέμβριο του 2002 συνάγεται αβίαστα ότι η τελευταία (εναγόμενη) γνώριζε ότι δεν δικαιούνταν να διέρχεται από το επίδικο εδαφικό τμήμα, γεγονός που δικαιολογεί την προσφυγή της εκείνη τη χρονική στιγμή στα πολιτικά δικαστήρια για να αποκτήσει δουλεία διόδου με δικαστική απόφαση, ώστε να μην δύναται να γίνει λόγος ούτε περί παραγραφής του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας, ούτε περί κτήσης δικαιώματος της συγκεκριμένης εμπράγματης δουλείας με τα προσόντα της έκτακτης χρησι­κτησίας από αυτήν, η οποία δεν είχε τη διάνοια ασκήσεως του δικαιώματος δουλείας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, πολλώ δε μάλλον περί κτήσης ιδίας κυριότητας επ'αυτού. Μάλιστα, επειδή η ως άνω αγωγή που άσκησε η εναγομένη περί παροχής δουλείας διόδου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με τη με αρ. 96/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου... αυτή άσκησε έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... (κατατεθείσα στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 04.08.2005), επιχειρώντας εκ νέου να αποκτήσει νόμιμο δικαίωμα δουλείας διόδου μέσω της δικαστικής οδού. Εξάλλου, η ίδια η ενα­γόμενη στο δικόγραφο της από 16.02.2024 έφεσής της συνομολογεί ότι ακριβώς επειδή στερείται δουλείας διόδου η ΔΕΔΔΗΕ δεν προσέρχεται να εγκαταστήσει παροχή ρεύματος στο ακίνητό της, όπου και διαμένει για χρονικό διάστημα περισσότερο από (23) χρόνια, χωρίς ρεύμα (βλ. δεύτερη παράγραφο σελ. 26 του ως άνω δικογράφου). Επιπλέον, από τις αεροφωτο­γραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.) που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη και ειδικότερα αυτές των ετών 1989, 2002 και 2003 αποδεικνύεται, πέραν του ότι το ακίνητο της τελευταίας είναι περίκλειστο, ότι μέχρι και το 2003 δεν έχει διαμορφωθεί οποιαδήποτε (λωρίδα γης), εν προκειμένω το επίδικο εδαφικό τμήμα, που να συνδέει το ως άνω ακίνητο με τον αγροτικό δρόμο. Η εν λόγω κρίση του παρόντος δικαστηρίου επιρρωνύεται και από του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, ... ..., που συντάχθηκε σε μεταγενέστερο από τον χρόνο συζήτησης της από 21-09-2002 αγωγής παροχής δουλείας διόδου στις 05- 03-2003 και προσκομίζει η εναγόμενη, στο οποίο απεικονίζεται το περί­κλειστο ακίνητο της (εναγομένης) και προτείνεται να παρασχεθεί δουλεία διέλευσης προς την ιδιοκτησία της τελευταίας στο κοινό όριο των ιδιοκτησιών της ενάγουσας και των κληρονόμων του ... ..., πλάτους (1,50μ+1,50μ=) 3,00 μ. Αντιθέτως, συνεπεία της χωρίς νόμιμο δικαίωμα χρήσης από την εναγόμενη του επίδικου εδαφικού τμήματος από τα τέλη φθινοπώρου του έτους 2002 διαμορφώθηκε μία δίοδος που συνδέει το ακίνητο της εναγομένης με τον αγροτικό δρόμο, η οποία και εμφαίνεται στις αεροφωτογραφίες του Κτηματολογίου των ετών 2007-2009 και 2014- 2015 και αυτής της Γ.Υ.Σ. του έτους 2013. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη προέβη στην επίστρωση του επίδικου εδαφικού τμήματος με λίθους και τοποθέτησε δύο τσιμεντένιες κολώνες, εφαπτόμενες επί των σημείων α' και β' του στο μηνός Απριλίου του έτους 2022 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, ... .... Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης, ... ... του ... και ... ... του ..., που έχουν άμεση και ιδία αντίληψη των πραγμάτων και καταθέτουν με απόλυτη σαφήνεια περί της αυθαίρετης χρή­σης του επίδικου εδαφικού τμήματος από την εναγόμενη από το έτος 2002 και εφεξής και δεν αναιρούνται από την από 12-02-2024 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, ... ..., που επικαλεί­ται και προσκομίζει η εναγόμενη, η οποία δεν κρίνεται πειστική, καθόσον αυτή συντάχθηκε καθ'υπόδειξη από την τελευταία των ορίων των αγρο­τεμαχίων και στην οποία γενικά αναφέρεται ότι τα όρια των αγροτεμαχίων και η δίοδος διέλευσης για την πρόσβαση στο αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας της εναγομένης, προκύπτουν από μια σειρά αεροφωτογραφιών που έχουν ληφθεί από το έτος 1989 μέχρι σήμερα, χωρίς ωστόσο ειδικότερο καθορισμό ούτε της μορφής και των διαστάσεων της εν λόγω διόδου διέλευσης, ούτε του χρόνου έναρξης διαμόρφωσης και εξέλιξης αυτής κατά το πέρασμα του χρόνου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεταγενέστερη χρονικά προτεινόμενη από τον παραπάνω τοπογράφο μηχανικό οριοθέτηση της δουλείας διόδου, πλάτους 4μ., συνολικού εμβαδού 192,90 τ.μ., καταλαμβάνει τμήμα εμβαδού 96,05 τ.μ. από την ιδιοκτησία της ενάγουσας, και έτερο τμήμα εμβαδού 96,85 τ.μ. από την ιδιοκτησία της ... ..., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, τη στιγμή που στο μηνός Νοεμβρίου του έτους 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, ... ..., που συνετάγη επίσης κατόπιν εντολής της εναγομένης, η προτεινόμενη δουλεία διόδου έχει μικρότερο εμβαδόν και δη πλάτος 3μ., καταλαμβάνοντας τμήμα εμβαδού 69,49 τ.μ. από την ιδιοκτησία της ενάγουσας, και έτερο τμήμα εμβαδού 69,16 τ.μ. από την ιδιοκτησία της ... .... Η ως άνω περιγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης και δη η επί ετών αυθαίρετη χρήση του επίδικου εδαφικού τμήματος, η επίστρωση αυτού με λίθους και η τοποθέτηση των προαναφερόμενων τσιμεντένιων κολώνων, δυσχεραίνοντας την αξιοποίηση και εκμετάλλευση αυτού από την ιδιοκτήτρια αυτού ενάγουσα, πέραν του ότι διαταράσσει την άσκηση του δικαιώματος κυριότητας της τελευταίας επί της προπεριγραφόμενης ιδιοκτησίας της, συνιστά παράλληλα και αδικοπραξία κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και η οποία έχει ως συνέπεια την ηθική βλάβη της ενάγουσας, καθόσον αυτή δοκίμασε ψυχική ταλαιπωρία από την παράνομη -λόγω μη τήρησης των κανόνων καλής γειτονίας από την πλευρά της εναγομένης- συμπεριφορά της και ως εκ τούτου δικαιούται την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ. Περαιτέρω, με βάση τα κριτήρια που προεκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη και μετά από συνεκτίμηση των προπεριγραφεισών συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η ένδικη αδικοπραξία, του είδους, της έντασης, της έκτασης και γενικότερα της βαρύτητας της προσβολής που υπέστη η ενάγουσα σε συνδυασμό με το δόλο της εναγομένης, καθώς επίσης και τη γενικότερη κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων που δεν προέκυψε ότι υπερβαίνει το μέσο όρο, αλλά και τον σκοπό που επιδιώκεται με την επιδίκαση της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης, το δικαστήριο αυτό κρίνει, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι θα πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ ως εύλογη και δίκαιη χρηματική ικανοποίησή της για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη εξαιτίας της ανωτέρω αδικοπραξίας. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, απορριπτομένων ως αβάσιμων των ενστάσεων παραγραφής και κτήσης της πραγματικής δουλείας οδού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς και του ισχυρισμού περί κτήσης ιδίας κυριότητας, και ακολούθως να αναγνωριστεί η ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 72,38 τ.μ., όπως α­ποτυπώνεται με υπό στοιχεία α-1-2-3-4-5-β-α στο μηνός Απριλίου του έτους 2022 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, ... ..., να υποχρεωθεί η εναγόμενη ί) να άρει τη διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας επί του προαναφερόμενου τμήματος με αποξήλωση των λίθων που επέστρωσε στο εν λόγω εδαφικό τμήμα και αφαίρεση δύο τσιμεντένιων κολώνων, εφαπτομένων επί των σημείων α' και β' του προαναφερθέντος τοπογραφικού διαγράμματος, εντός προθεσμίας τριών (3) μη­νών από την επίδοση της απόφασης, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της τελευταίας να το επιχειρήσει η ενάγουσα, με την προκαταβολή σ'αυτή του ποσού των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, ιι) να παραλείπει κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας επί του προαναφερό­μενου τμήματος και δη να παύσει να το χρησιμοποιεί ως δίοδο, απειλώντας σε βάρος της και υπέρ της ενάγουσας χρηματική ποινή ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ για κάθε παραβίαση, iii) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρού­σας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου της έφεσης, ποσού (150,00) ευρώ, στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 16-02-2024 και με αριθμό κατάθεσης Г.А.К./Е.А.К./.../ 21-02-2024 έφεση κατ’ αντιμωλία των διαδίκων. ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και ουσιαστικά.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ τη με αριθ. 37/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρω­τοδικείου.., η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 02-06-2022 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2022 αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του εδαφικού τμήματος, εμβαδού 72,38 τ.μ., ενός οικοπέδου (πρώην αγροτεμαχίου) εκτάσεως κατά νεότερη καταμέτρηση 2.182,12 τ.μ., κείμενου στη θέση “...” ή “...” ή “...” ή “...” ή “...” του Δ.Δ. ... του Δήμου .. όπως το εν λόγω τμήμα αποτυπώνεται με υπό στοιχεία α-1-2-3-4-5-β-α στο μηνός Απριλίου του έτους 2022 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, ... ..., και το οποίο τμήμα συνορεύει βόρεια με ακίνητο, ιδιοκτησίας ... ..., νότια με το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου της ενάγουσας, δυτικά με το ακίνητο της εναγομένης και ανατολικά με αγροτικό δρόμο.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη ί) να άρει τη διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας επί του προαναφερόμενου τμήματος με αποξήλωση των λίθων που επέστρωσε στο εν λόγω εδαφικό τμήμα και αφαίρεση δύο τσιμεντένιων κολώνων, εφαπτομένων επί των σημείων α' και β' του αναφερόμενου στην προηγούμενη διάταξη τοπογραφικού διαγράμματος, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την επίδοση της απόφασης, και σε περίπτωση μη συμ­μόρφωσης της τελευταίας να το επιχειρήσει η ενάγουσα, με την προκαταβολή σ'αυτή του ποσού των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, ϋ) να παραλείπει κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας επί του προαναφερόμενου τμήματος και δη να παύσει να το χρησιμοποιεί ως δίοδο, απειλώντας σε βάρος της και υπέρ της ενάγουσας χρηματική ποινή ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ για κάθε παραβίαση, iii) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου της έφεσης (…-/2024), ποσού (150,00) ευρώ, στην εκκαλούσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 24 Απριλίου 2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2026, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ