ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 718/2026
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού - Τζανετάτου και Ιωάννη Πανούση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: …, κατοίκου...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: …, κατοίκου..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Αμίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2022 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 22/11/2022 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15785/2023 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 959/2024 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη από 20.09.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 959/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της, κατατεθείσας κατά την 10.01.2024, έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της με αριθ. 15785/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή του αντιδίκου της αναιρεσείουσας και είχε απαγγελθεί η λύση του μεταξύ τους γάμου για λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπό της (εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας), ενώ είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή της ίδιας για λύση του γάμου τους για λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς και η σωρευόμενη αγωγή επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκ της προσβολής της προσωπικότητάς της εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά το μέρος που προσέβαλε το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το οποίο απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η αγωγή της περί λύσεως του γάμου της με τον ήδη αναιρεσίβλητο για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεώς τους από λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, και έγινε, αντίστοιχα, δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, αντίθετη αγωγή του αντιδίκου της, λύσεως του μεταξύ τους γάμου, από λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά το πρόσωπο της ιδίας και β) έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν κατά το μέρος που προσέβαλε το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το οποίο είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την σωρευόμενη στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο αγωγή της αναιρεσείουσας για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εκ της προσβολής της προσωπικότητάς της εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, και, αφού εξαφανίσθηκε η πιο πάνω πρωτοβάθμια απόφαση κατά τούτο, απορρίφθηκε η ως άνω, σωρευόμενη αγωγή, ως νόμω αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 19.06.2024 η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 24.09.2024 (άρθρα 552, 553, 556, 558 εδάφιο α’, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).
II. Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγόμενου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο εναγών, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρρνται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι’ αυτόν. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, συνεπάγεται ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ, αλλά ούτε, κατ’ ακολουθίαν, και σε νομικές διατάξεις που ρυθμίζουν ειδικά θέματα. Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθ’ εαυτή των επιμέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ). Αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Επομένως, στην περίπτωση συνεκδικάσεως αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία από αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον κατά τα άρθρα 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης αποφάσεως και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διαπλάσεως έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, που συγκροτούν όμως τον ίδιο λόγο, ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου (ΑΠ 670/2025, ΑΠ 1262/2020, ΑΠ 1471/2019, ΑΠ 599/2015, ΑΠ 491/2010, ΑΠ 2351/2009, ΑΠ 1301/2005). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, το οποίο συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η συνδρομή της οποίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αιτήσεως δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1291/2025, ΑΠ 1224/2025, ΑΠ 570/2025, ΑΠ 358/2025, ΑΠ 133/2025). Ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν (ΑΠ 1291/2025, ΑΠ 1224/2025). Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για. να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, πρέπει, επιπλέον, να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη (ΑΠ 165/2025). Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση, της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστώ ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, ιδρύουσα, κατ’ αρχήν τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Συναφώς, η έλλειψη εννόμου συμφέροντος ελέγχεται με τον λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον στην περίπτωση κατά την οποία στο δικόγραφο της αγωγής ή του ενδίκου μέσου δεν εκτίθενται τα στοιχεία εκείνα που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή τους (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 670/2025, ΑΠ 133/2025, ΑΠ 539/2024, ΑΠ 102/2022, ΑΠ 1559/2021, ΑΠ 1262/2020, ΑΠ 656/2020, ΑΠ 1471/2019, ΑΠ 1259/2018, ΑΠ 742/2018).
Ill, Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 959/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό στοιχείο Β’ με αριθ. κατάθεσης …/2022 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ζήτησε την μεταξύ αυτής και του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, λύση υφισταμένου γάμου, επικαλούμενη, ότι από λόγους, που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του συζύγου της επήλθε ισχυρός κλονισμός των σχέσεων τους, ώστε βασίμως πλέον η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη γι’ αυτήν. Επιπλέον, επικαλούμενη, ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή συζυγικά παραπτώματα του εναγόμενου είναι τέτοια, της προκάλεσαν σοβαρή προσβολή στην προσωπικότητα της, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 60.000 ευρώ. Περαιτέρω ο ενάγων εναγόμενος άσκησε την υπό στοιχείο Α, με αριθ. κατάθεσης …/2022 αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία ζήτησε τη λύση του γάμου του με την εναγόμενη, από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο της τελευταίας. Κατόπιν συνεκδίκασης των ως άνω αγωγών από το παραπάνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρα 598 έως 612 ΚΠολΔ), οριστική απόφαση του (εκκαλουμένη), η οποία αφού έκανε δεκτή την υπό στοιχείο Α αγωγή του ενάγοντος-εφεσίβλητου απάγγειλε τη λύση του, μεταξύ των διαδίκων, γάμου, καθόσον έκρινε ότι, από τα αποδειχθέντα και παρατιθέμενα σ’ αυτήν πραγματικά περιστατικά, οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της εναγόμενης, ενώ απέρριψε την υπό στοιχείο Β αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα - εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα άσκησε έφεση, με την οποία και για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται στο σύνολο τους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ζητεί την εξαφάνιση της στο σύνολο της, ώστε να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η εναντίον της αγωγή του συζύγου της, και να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή της. Σύμφωνα με τις σκέψεις και διατάξεις, που αναφέρονται παραπάνω, η ενάγουσα, της οποίας η αγωγή απορρίφθηκε, δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά, τις διατάξεις των άρθρων 68 και 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και να ζητήσει την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια, που και αυτή επεδίωξε με την αγωγή της, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει με την παραδοχή με την εκκαλουμένη απόφαση της αγωγής διαζυγίου του εφεσίβλητου, που είχε το ίδιο αντικείμενο και αίτημα και ως εκ ο εισηγητής τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διαπλάσεως έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία του διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα όμως τον ίδιο λόγο - αντικειμενικό κλονισμό του γάμου. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές η ένδικη έφεση, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο ζητείται η μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά το, περί λύσεως του γάμου των διαδίκων, κεφάλαιο της και η απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου συζύγου της, κρίνεται ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της εκκαλούσας και πρέπει να απορριφθεί ως τοιαύτη, κατ’ επιτρεπτή περί τούτου, αυτεπάγγελτη έρευνα.». Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, εφόσον η αναιρεσείουσα ενάγουσα με την έφεσή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, αποδεχόμενη τη λύση του γάμου, ζήτησε μόνον την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα επικαλούμενα στην αγωγή της κλονιστικά γεγονότα του γάμου, που αφορούν σε υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου, τα οποία όμως δεν ασκούσαν έννομη επιρροή στη δίκη για τη λύση του γάμου της με τον αντίδικό της. Και τούτο διότι αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου, με συνέπεια, στην περίπτωση συνεκδικάσεως αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, όπως εν προκειμένω, αν η μία από αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον κατά τα άρθρα 68, και 516 παρ. 2 ΚΠολΔ να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή. Η έννομη συνέπεια που και αυτός και εν προκειμένω η εκκαλούσα ήδη αναιρεσείουσα, επιδίωξε με την αγωγή της, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, που συγκροτούν όμως τον ίδιο λόγο, ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου. Οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι υφίστατο έννομο συμφέρον αυτής να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση με έφεση, επειδή η αγωγή της δεν έγινε εν όλω ή εν μέρει δεκτή ως προς το άνω κεφάλαιο, αλλ’ απορρίφθηκε ολοσχερώς και έγινε δεκτή μόνον η αγωγή του αντιδίκου της και επομένως είναι ηττηθείσα διάδικος, είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η έννομη συνέπεια που και η ίδια η αναιρεσείουσα επιδίωξε με την αγωγή της, δηλαδή η λύση του γάμου των διαδίκων, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το υποβληθέν από την ίδια αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα, όμως, τον ίδιο λόγο (αντικειμενικό κλονισμό του γάμου). Η δε απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου των διαδίκων δεν αποτελεί δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη των επιμέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά αποκλειστικά και μόνον το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου, στο οποίο και η ίδια εμμένει. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεσή της για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, είναι αβάσιμος.
IV. Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του και τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμορφώσεώς του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων : α) Η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξεως, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβάλλοντος, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή (ΑΠ 12/2025, ΑΠ 1091/2023, ΑΠ 239/2023). Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 159/2025, ΑΠ 86/2025, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 1116/2019). Εξάλλου, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983, της διάταξης του άρθρου 1453 του ΑΚ, με την οποία ρυθμιζόταν το θέμα της χρηματικής ικανοποίησης που μπορούσε να επιδικασθεί από το δικαστήριο, με την απόφαση για το διαζύγιο, στον αναίτιο σύζυγο για την ηθική βλάβη του από τη βαριά προσβολή στο πρόσωπό του που επήλθε από το γεγονός το οποίο αποτέλεσε τον λόγο διαζυγίου, το αντίστοιχο δικαίωμα ρυθμίζεται πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 299 του ΑΚ από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 του ΑΚ, κατά τις οποίες για τη θεμελίωση του δικαιώματος αυτού πρέπει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν υπαίτια παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων να είναι πρόσφορα και ικανά, αυτοτελώς κρινόμενα, ανεξάρτητα, δηλαδή, από τη συζυγική σχέση, να επιφέρουν την προσβολή της προσωπικότητας του άλλου συζύγου ή να συνιστούν αδικοπραξία, χωρίς να αρκεί οποιαδήποτε αντισυζυγική συμπεριφορά, και η προκαλούμενη εξαιτίας του κλονισμού του γάμου που επέφερε αυτή ψυχική δοκιμασία. Με την έννοια αυτή, δεν επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας οι παραβάσεις των υποχρεώσεων συνοίκησης, συμπαράστασης, στοργής και επίδειξης τού επιβαλλόμενου ενδιαφέροντος από τον ένα σύζυγο για τον άλλο ή ακόμα και η παράβαση της υποχρέωσης της συζυγικής πίστης, συνιστούν όμως προσβολή της προσωπικότητας, πράξεις εξύβρισης, απειλής, σωματικών βλαβών ή απλών βιαιοπραγιών, που προσβάλλουν την τιμή, τη σωματική ακεραιότητα ή ευεξία και την αξιοπρέπεια του προσώπου, αφού αυτές γεννούν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, διότι καθ' εαυτές και ανεξάρτητα από τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης που οφείλεται σε αυτές, επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας (ΑΠ 1233/2014, ΑΠ 1444/2008, ΑΠ 558/2006, ΑΠ 686/2004, ΑΠ 566/2003). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 871/2025). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1181/2026, ΑΠ 871/2025, ΑΠ 12/2025, ΑΠ 1406/2021). Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 985/2025, ΑΠ 871/2025, ΑΠ 1034/2020).
V. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, με το να απορρίψει, ως μη νόμιμη, την σωρευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο αγωγή της, με την οποία ζητούσε (όπως παραδεκτώς περιόρισε το αίτημα αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αντιδίκου της να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των εξήντα χιλιάδων (60,000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υποστήριξε ότι υπέστη ως εκ της προσβολής της προσωπικότητάς της από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου. Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της κατατεθείσας την 22.11.2022 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι σε αυτήν εξέθετε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Ότι από τον γάμο της με τον αντίδικο, που τελέστηκε την 7/11/2001, απέκτησαν τρία τέκνα, ήτοι: α) Τον Γ., ηλικίας 19 ετών, β) τον Β., ηλικίας 17 ετών και γ) τον Ι., ηλικίας 7 ετών. Ότι ο αντίδικός της συνέλαβε την ιδέα να υποστηρίξει ότι η ίδια συνδέεται ερωτικά, σε μόνιμη βάση, με τρίτο πρόσωπο, στα τέλη δε Νοεμβρίου του έτους 2021, την απώθησε μπροστά στο μικρό παιδί τους και επιχείρησε να χειροδικήσει εις βάρος της, χωρίς να το πετύχει, προέβη δε στην πράξη αυτή για να δείξει την δήθεν αγανάκτησή του διότι τάχα ανακάλυψε την ύπαρξη επιλήψιμου σταθερού ερωτικού δεσμού της με τρίτο πρόσωπο, με το οποίο στην πραγματικότητα διατηρούσε απλώς φιλική σχέση, προκαλώντας στην ίδια τρόμο και ανησυχία. Ότι, από τον Φεβρουάριο του έτους 2022 και μέχρι την οικειοθελή μετοίκηση του αντιδίκου της από την οικογενειακή στέγη, που έλαβε χώρα τον Αύγουστο του έτους 2022, της απηύθυνε ποικίλους υποτιμητικούς, εξυβριστικούς και απειλητικούς χαρακτηρισμούς και εκφράσεις, όπως, ενδεικτικά: «Σε λένε Σάλτου γιατί είσαι σαλταρισμένη». «Είσαι ένα τιποτένιο γύναιο με μυαλό κότας». «Κανόνισε να κουνηθείς και θα δεις τι έχει να γίνει». «Θα δεις τι θα πάθεις, θα σε διαλύσω, θα γεράσεις στα Δικαστήρια». «Είσαι χύμα». «Δεν έχεις πρόγραμμα στη ζωή σου». Ότι μία νύχτα, κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2022, ο εναγόμενος ήδη αναιρεσίβλητος μετέβη στην οικία της μητέρας της και ρώτησε την τελευταία τέσσερις φορές: «Πού είναι η παλαβιάρα η κόρη σου;». Ότι, επίσης, απηύθυνε προς την ίδια (ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα) μεθοδευμένα ενώπιον των τέκνων τους εξυβριστικές και απειλητικές φράσεις και λέξεις, με σκοπό να την μειώνει ενώπιον αυτών, όπως την 11η Απριλίου 2022, όταν και της απηύθυνε τις ακόλουθες υποτιμητικές εκφράσεις και λέξεις: «Αυτό είναι το επίπεδό σου, λυπάμαι και μετάνιωσα που σε παντρεύτηκα κυρά μου.» «Σαχλαμάρα, θα σε τρέχω στα Δικαστήρια μέχρι να σε διαλύσω». «Δεν έχεις κάνει τίποτα στη ζωή σου, βρήκες έτοιμη δουλειά από τον πατέρα σου και από αυτήν και τα λεφτά του έκανες ό,τι έκανες στην ζωή σου». «Ανάξια, τα καταστρέφεις όλα». «Αμόρφωτη». «Βλήμα». «Σκάσε». «Ανίκανη». Την δε 19η Απριλίου 2022, της είπε μαινόμενος: «Άντε γαμήσου μωρή σαλπισμένη!». Ότι, παρότι η συμπεριφορά αυτή του εναγόμενου της επέφερε έντονη ψυχολογική καταπόνηση, ο τελευταίος την έβριζε και την υποτιμούσε συστηματικά αποκαλώντας την «άχρηστη γυναίκα, αχάριστη, αμόρφωτη». Ότι προσφάτως ενώπιον του ανήλικου τέκνου τους, Θ., της απηύθυνε με ιδιαίτερη ένταση τη φράση «Είσαι βλήμα». Ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι και την άσκηση της αγωγής να εκφράζεται υποτιμητικά για το πρόσωπό της ενώπιον τρίτων και των παιδιών τους, αποκαλώντας την ψευδώς, «μοιχαλίδα», «ελευθερίων ηθών» και απευθύνοντάς της εξυβριστικές λέξεις, όπως «βαθιά άρρωστη», «βλήμα», και λοιπούς παρόμοιους χαρακτηρισμούς, που είναι σαφώς προσβλητικοί της τιμής και υπολήψεώς της, με γνώση του για το ψευδές περιεχόμενό τους και με διάθεση να προκαλέσει βλάβη στην τιμή, την υπόληψη, την κοινωνική της παράσταση, αλλά και την εικόνα της ως μητέρας. Ότι η ως άνω εξακολουθητικά υπαίτια και άδικη συμπεριφορά του αντιδίκου της, εκδηλουμένη τόσο προ όσο και μετά την διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεώς τους, συνιστά αδικοπραξία, η οποία της προκάλεσε ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση της τελευταίας ζήτησε με την άνω αγωγή της να της επιδικασθεί το χρηματικό ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ, επικαλούμενη το είδος της προσβολής, τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, τις συνέπειές της, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων. Επί της σωρευόμενης αυτής αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας - αναιρεσείουσας εκ της προσβολής της προσωπικότητάς της εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ως άνω με αριθ. 959/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθ.15785/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση, κατά το κεφάλαιό της κατά το οποίο είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την άνω αγωγή της αναιρεσείουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ως εκ της προσβολής της προσωπικότητάς της εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος αυτό και την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη. Ειδικότερα, από την επισκόπηση κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή δεχθέν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: «...Από την επισκόπηση του άνω δικογράφου προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αιτήματος της τελευταίας αυτής αγωγής (επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) επικαλέστηκε η ενάγουσα, ότι ο εναγόμενος απομακρύνθηκε ψυχικά και σωματικά από την ίδια μετά τη γέννηση του τρίτου τέκνου τους λόγω της σχέσης του με θρησκευτική οργάνωση. Ότι παρά την ασθένειά της, η οποία εκδηλώθηκε μετά την γέννηση του τρίτου παιδιού τους δεν της συμπαραστάθηκε ενώ επίσης είχε πολλά νεύρα με αποτέλεσμα να διαμαρτύρεται έντονα όταν επέστρεφε στο σπίτι από την δουλειά και ήταν τσιγγούνης. Περαιτέρω η ενάγουσα αναφέρει τους εξής χαρακτηρισμούς εκ μέρους του εναγόμενου: «Σε λένε Σάλτου γιατί είσαι σαλταρισμένη». «Κανόνισε να κουνηθείς και θα δεις τι θα γίνει, είσαι χύμα, δεν έχεις πρόγραμμα στην ζωή σου, ανάξια τα καταστρέφεις όλα, αμόρφωτη, δεν έχεις κάνει τίποτα στη ζωή σου, βρήκες έτοιμη δουλειά από τον πατέρα σου και από αυτήν και τα λεφτά του έκανες ό,τι έκανες στην ζωή σου, ανίκανη...». Από τα ανωτέρω είναι πρόδηλο ότι η ενάγουσα, ως ηθική βλάβη, της οποίας ζήτησε την αποκατάσταση, επικαλέστηκε αντισυζυγική συμπεριφορά του εναγόμενου, συνιστάμενη στην έλλειψη συμπαράστασης (ψυχολογικής στήριξης) του άνω συζύγου της, στην αντιμετώπιση της υγείας της, στην απομάκρυνση του (ψυχολογική και σωματική) και σε κάποιες εκφράσεις απαξιωτικές της ενάγουσας. Επομένως, την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης η ενάγουσα συνδέει μόνο με τα ανωτέρω παραπτώματα, τα οποία αποτελούν μεν κλονιστικά της έγγαμης σχέσης των διαδίκων γεγονότα, πλην δεν στοιχειοθετούν την αξίωση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης και συγκεκριμένα δεν συνιστούν αδικοπραξία του συζύγου της ενάγουσας σε βάρος της, ούτε συγκροτούν περιστάσεις εξερχόμενες των συνήθων και προκαλούσες ιδιαίτερη ψυχική δοκιμασία...». Με το να κρίνει όμως το Εφετείο την αγωγή ως μη νόμιμη και συνακόλουθα να δεχθεί την έφεση και να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των 59, 914, 932 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Και με βάση τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή το αίτημα αυτής περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσείουσα από την ιστορούμενη, ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου της, που έθιξε, κατά τα εκτιθέμενα πάντοτε την αγωγή, σοβαρά την προσωπικότητά της, πλήττοντας την τιμή και την υπόληψή της ως κοινωνικού ανθρώπου, είναι, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω λεχθέντα, νόμιμο, στηριζόμενο στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ. Ειδικότερα, τα ανωτέρω περιγραφόμενα στην αγωγή περιστατικά, αποτελούν πράγματι αδικοπρακτική (ήτοι υπαίτια και παράνομη) συμπεριφορά, υπό την μορφή της εξυβρίσεως, απειλής, δυσφήμησης (συκοφαντικής ή απλής), βιαιοπραγίας (απώθησης) και απόπειρας βιαιοπραγίας, με τη διατύπωση για την αναιρεσείουσα, λέξεων και φράσεων που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας της, περιφρόνηση για το πρόσωπό της από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος φέρεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, να γνωρίζει ότι με τις ενέργειές του αυτές προσβάλλεται η τιμή της αντιδίκου του και με υπαίτιους ισχυρισμούς (ψευδείς ή και αληθείς) δυσφημιστικού γεγονότος, το οποίο (δυσφημιστικό, κατά την αγωγή, γεγονός) δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσείουσας, βιαιοπραγίας και απόπειρας βιαιοπραγίας, με συνέπεια να συντρέχουν, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι άνω προϋποθέσεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 και να γεννάται, κατ’ αρχήν, με βάση τα περιστατικά αυτά που μνημονεύονται στην αγωγή, δικαίωμα καταβολής χρηματικού ποσού προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που φέρεται να υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της η αναιρεσείουσα. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, ως μη νόμιμη, την άνω σωρευόμενη αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, οι οποίες, εν προκειμένω, ήταν εφαρμοστέες και υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνακόλουθα ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος.
VI. Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και, επομένως, και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί λυσιτελώς όλα ή ορισμένα μόνο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται, κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν. Ως κεφάλαια, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 579 ΚΠολΔ, νοούνται οι διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης που αποφαίνονται για τα αιτήματα παροχής δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1910/2025, ΑΠ 705/2025, ΑΠ 1489/2024). Συναφώς, πρέπει, κατά τα ανωτέρω, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνον ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιό της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στην αναιρεσείουσα για ηθική βλάβη από την επικαλούμενη αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά αυτού και την συναφή προσβολή της προσωπικότητάς της. Ακολούθως, δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνον κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
VII. Σύμφωνα με την παρ. 3Β περ. δ του άρθρου 495 ΚΠολΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου το οποίο ανέρχεται στην περίπτωση αναίρεσης κατά αποφάσεως Εφετείου στο ποσό των 450,00 ευρώ. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο (ΑΠ 933/2019). Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο. Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθμ. 3 και 5, και 592 αριθμ. .1 και 3. Κατά το άρθρο 592 ΚΠολΔ, εξάλλου, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού: 1. Οι γαμικές διαφορές αφορούν: α) το διαζύγιο, β) την ακύρωση γάμου, γ) την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου, δ) τις σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν, εκτός από τις υπαγόμενες στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι διαφορές που προκύπτουν από τον ν. 3719/2008 για την ελεύθερη συμβίωση. 2. Οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων αφορούν: α) την προσβολή της πατρότητας, β) την προσβολή της μητρότητας, γ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα, δ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη η εκούσια αναγνώριση ενός τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του ή η εξομοίωσή του με τέκνο γεννημένο σε γάμο λόγω επιγενόμενου γάμου των γονέων του, καθώς και την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης, ε) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη υιοθεσία ή τη λύση της, στ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει επιτροπεία. 3. Οι λοιπές οικογενειακές διαφορές αφορούν: α) τον καθορισμό, τη μείωση ή την αύξηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί, β) την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο, γ) τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων, δ) κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από τη σχέση των συζύγων, ή των γονέων και τέκνων. Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου σε περίπτωση διαζυγίου και κατά την ίδια διαδικασία της παραγράφου 1 μπορεί να ενωθεί ή συνεκδικασθεί η απαίτηση του αναίτιου συζύγου για ηθική βλάβη. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση σώρευσης στο δικόγραφο αγωγής διαζυγίου και έτερης αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, ο ενάγων δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του οικείου για την άσκηση του αντιστοίχου ενδίκου μέσου παραβόλου, όπως ισχύει για την περίπτωση εγέρσεως αγωγής, η οποία αφορά μόνον γαμικές διαφορές που περιλαμβάνονται στις εξαιρέσεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 592 ΚΠολΔ, στις οποίες και μόνον παράπέμπει το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1396/2021). Συνεπώς, το κατατεθέν κατά την άσκηση της αναιρέσεως e-παράβολο, ποσού 450,00 ευρώ ορθώς κατετέθη για το παραδεκτό της αναιρέσεως, διότι στο δικόγραφο αγωγής διαζυγίου της αναιρεσείουσας σωρεύεται και αγωγή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, οπότε δεν απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής του οικείου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου. Πρέπει, επομένως, να διαταχθεί η επιστροφή του τελευταίου στην αναιρεσείουσα, λόγω της μερικής νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 Γ’ περ. β’ εδάφιο 5 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε συζύγους (άρθρο 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 4842/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμό 959/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, πλην αυτού, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της αναίρεσης παράβολου στην αναιρεσείουσα.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαϊου 2026.
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]