ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 716/2026

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Σωτηρία Αρχάκη- Χριστοδουλίδου, Εφέτη και από τον Γραμματέα Αθανάσιο Ιασωνίδη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1. ... ... του ... και της ... (Α.Φ.Μ. ... ΔΌ.Υ. ... Θεσσαλονίκης), κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ...αριθμός .. και …. αριθμός ... και 2) ... συζ. ...το γένος ...(Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. ... Θεσσαλονίκης), κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός Β. ... αριθμός ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νικολέττα Κεραμιδά-Ακριβού (AM ...) του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε με δήλωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ... ... του ... και της ... (Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. ... Θεσσαλονίκης), κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ... αριθμός ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργίου (AM ...) του Δικηγορικού Συλλόγου …, που παραστάθηκε με δήλωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την τακτική διαδικασία, τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2022 αγωγή του κατά των εναγόμενων και ήδη εκκαλουσών, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 27.4.2023 αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθμόν 10315/2024 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία το τελευταίο έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή. Εναντίον της απόφασης αυτής, οι εναγόμενες άσκησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 10.9.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου .../2024, έφεσή τους, της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ' αριθμόν ...2024 Πράξη της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία, μετά την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, έγινε η συζήτηση της υπόθεσης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 10.9.2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2024) έφεση των ηττηθεισών πρωτοδίκως εναγόμενων και ήδη εκκαλουσών, εναντίον της υπ' αριθμόν 10315/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, παραδεκτά εισάγεται για να εκδικαστεί ενώπιον του αρμόδιου τούτου Δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ), έχει δε ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1, 496, 498, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ως τα άρθρα 495 και 518 ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 42 και 43 αντίστοιχα του ν. 5221/2025, ФЕК A 133/28.7.2025) και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 9.10.2024 (βλ. την υπ' αριθμόν .../2024 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου) και η απόφαση επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλουσών στις 12.9.2024 (βλ. την υπ' αριθμόν ....2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...) και συνεπώς, η έφεση ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης -από την παράγραφο 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ- προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοσή της. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει τυπικά δεκτή, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 A περ. γ' του ΚΠολΔ παράβολο, ποσού εκατό ευρώ (100,00 €), όπως τούτο βεβαιώνεται στην έκθεση κατάθεσης και να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522, 524 και 533 § 1 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία.

Με την από 10.3.2022 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εξέθετε ότι στις 07.07.2021 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και κατοικούσε εν ζωή, η μητέρα του ιδίου και της πρώτης εναγόμενης, ... χα ... ..., πλησιέστεροι συγγενείς της οποίας τυγχάνουν ο ίδιος και η πρώτη εναγόμενη. Ότι η ανωτέρω, κατά τον χρόνο του θανάτου της, είχε ακίνητη περιουσία, συνολικής αξίας 284.550 ευρώ, αποτελούμενη από: 1) ένα κατάστημα εμβαδού 13,50 τ.μ., του ισογείου ορόφου από οικοδομή κείμενη στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ... ... αριθμός...(πρώην …), με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 3,50% εξ αδιαιρέτου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ …/0/2, αξίας κατά τον χρόνο θανάτου της, 47.250 ευρώ, 2) ένα διαμέρισμα εμβαδού μικτού 150 τ.μ. και καθαρού 128 τ.μ. του πρώτου εν εσοχή ορόφου (4ος όροφος) με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης ένα (1) από οικοδομή κείμενη στο Δήμο Θεσσαλονίκης επί των οδών ... αριθμός 27 και …, με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 62/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ .../0/18, αξίας κατά τον χρόνο θανάτου της, 207.300 ευρώ και γ) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εμβαδού 600 τ.μ., κείμενο στη Δημοτική Κοινότητα ... στην ομώνυμη Δημοτική Ενότητα του Δήμου ..., στην περιοχή ..., μετά της επ’ αυτού οικίας, αποτελούμενης από ισόγειο και όροφο εμβαδού έκαστου ορόφου 41,19 τ.μ., αξίας (του ποσοστού) κατά τον χρόνο του θανάτου της 30.000 ευρώ. Ότι η αποβιώσασα κατέλειπε την υπ’ αριθμ. ....2015 δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., που δημοσιεύτηκε νόμιμα, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της την πρώτη εναγόμενη, στην οποία κατέλειπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, πλην του προαναφερόμενου ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μετά της επ’ αυτού οικίας στο ... Θεσσαλονίκης, το οποίο κατέλειπε στην δεύτερη εναγόμενη, ενώ υπέρ του ιδίου συνέστησε έμμεση ενοχική κληροδοσία, χρηματικού ποσού 20.000 ευρώ, με υπόχρεη για την καταβολή του την πρώτη εναγόμενη, το οποίο (ποσό), ωστόσο αυτός, ουδέποτε έλαβε και το οποίο δήλωσε ρητά με την αγωγή του ότι αποποιείται. Ότι, συνακόλουθα με την προαναφερόμενη διαθήκη της, η διαθέτης προσέβαλε το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, καθόσον με αυτήν κατέλειπε τα προαναφερόμενα ακίνητα στις εναγόμενες, οι οποίες κατακρατούν και νέμονται αυτά ως αποκλειστικές κληρονόμοι, αντιποιούμενες το κληρονομικό του δικαίωμα κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, ανερχόμενο σε % εξ αδιαιρέτου και επομένως, η νόμιμη μοίρα του υπολογίζεται στο ποσό των 71.137,50 ευρώ (284.550 X %). Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ο ενάγων, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής σε συνδυασμό με το αίτημά της, ζήτησε: Α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα των διατάξεων της υπ’ αριθμός ....2015 δημόσιας διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κατά το ποσοστό που προσβάλλεται το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του στην κληρονομιά της αποβιώσασας μητέρας του ... χας ... ... το γένος ..., Β) Να αναγνωριστεί το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του σε ποσοστό % (25%) εξ αδιαιρέτου επί των περιγραφόμενων, στο ιστορικό της αγωγής, στοιχείων της κληρονομιάς της αποβιώσασας μητέρας του, Γ) Να υποχρεωθούν: ί) η πρώτη εναγόμενη να του αποδώσει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, ήτοι ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων ακινήτων που κατακρατεί, νέμεται και κατέχει ως αποκλειστική κληρονόμος, ήτοι του περιγραφόμενου καταστήματος με ΚΑΕΚ .../0/2 και του περιγραφόμενου διαμερίσματος με ΚΑΕΚ .../0/18 και ιι) η δεύτερη εναγόμενη να του αποδώσει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, ήτοι ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί του κληρονομιαίου ακινήτου που κατακρατεί, νέμεται και κατέχει ως αποκλειστική κληρονόμος, ήτοι του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου οικοπέδου μετά της επ’ αυτού οικίας κείμενου στο ... του Δήμου ... Θεσσαλονίκης. Ζήτησε ακόμη να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Επί της αγωγής αυτής που εκδικάστηκε κατά τη δικάσιμο της 27.4.2023, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η εκκαλούμενη υπ' αριθμόν 10315/2024 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία το τελευταίο, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμω βάσιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1710 επ., 1724, 1764, 1769, 1813, 1819, 1825, 1829, 1831, 1832, 1833, 1871 επ. του ΑΚ, 69, 70 και 176 επ. του ΚΠολΔ, έκανε αυτήν κατά ένα μέρος δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα των διατάξεων της υπ’ αριθμόν ....2015 δημόσιας διαθήκης της ... χας ... ..., το γένος ..., που συντάχθηκε από την συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης ...και δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθμόν .../2021 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που προσβάλλουν το δικαίωμα νόμιμης μοίρας του ενάγοντος, αναγνώρισε ότι ο ενάγων έχει κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας του ... χας ... ... το γένος ...προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του κατά ποσοστό 19,54%, αναγνώρισε τον ενάγοντα ως αναγκαίο κληρονόμο της μητέρας του ... χας ... ... το γένος ...κατά ποσοστό 19,54% εξ αδιαιρέτου επί των ακόλουθων περιουσιακών στοιχείων, ήτοι: α) ενός αυτοτελούς και διηρημένου καταστήματος, εμβαδού 13,50 τ.μ., του ισογείου ορόφου από πολυώροφη οικοδομή-πολυκατοικία κείμενη στο Δήμο Θεσσαλονίκης επί της οδού ...αριθμ...(πρώην ...), με πρόσοψη στην παραπάνω οδό και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 3,50% εξ αδιαιρέτου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ .../0/2, β) ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος, εμβαδού μικτού 150 τ.μ. και καθαρού 128 τ.μ. του πρώτου εν εσοχή ορόφου (4ος όροφος), με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης ένα (1) από πολυώροφη οικοδομή – πολυκατοικία κείμενη στο Δήμο ... επί των οδών ... αριθμ.... (πρώην ...) και ..., με πρόσοψη επί των ανωτέρω οδών και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 62/1000 εξ αδιαιρέτου, που έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ .../0/18 και γ) επί ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εμβαδού 600 τ.μ. μετά της επ’ αυτού οικίας αποτελούμενης από ισόγειο και όροφο, εμβαδού έκαστου ορόφου 41,19 τ.μ. ήτοι συνολικά εμβαδού 82,39 τ.μ., κείμενου στο ... Θεσσαλονίκης, στη Δημοτική Κοινότητα και Ενότητα ... του Δήμου .... Ακολούθως, υποχρέωσε: Α) την πρώτη εναγομένη να αποδώσει στον ενάγοντα ποσοστό 19,54% εξ αδιαιρέτου επί των α) αυτοτελούς και διηρημένου καταστήματος, εμβαδού 13,50 τ.μ., του ισογείου ορόφου από πολυώροφη οικοδομή-πολυκατοικία κείμενη στο Δήμο Θεσσαλονίκης επί της οδού ...αριθμ. ... (πρώην ..), το οποίο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ .../0/2, β) αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος, εμβαδού μικτού 150 τ.μ. και καθαρού 128 τ.μ. του πρώτου εν εσοχή ορόφου (4ος όροφος), με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης ένα (1) από πολυώροφη οικοδομή - πολυκατοικία κείμενη στο Δήμο ... επί των οδών ... αριθμ..(πρώην ...) και ..., που έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ .../0/18 και Β) τη δεύτερη εναγόμενη να αποδώσει στον ενάγοντα ποσοστό 19,54% εξ αδιαιρέτου επί ιδανικού μεριδίου 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εμβαδού 600 τ.μ. μετά της επ’ αυτού οικίας αποτελούμενης από ισόγειο και όροφο, εμβαδού έκαστου ορόφου 41,19 τ.μ. ήτοι συνολικά εμβαδού 82,39 τ.μ., κείμενου στο ... Θεσσαλονίκης, στη Δημοτική Κοινότητα και Ενότητα ... του Δήμου .... Τέλος, καταδίκασε τις εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος. Εναντίον της απόφασης αυτής παραπονούνται με την υπό κρίση έφεσή τους οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες, ως ηττηθείσες διάδικοι, με τους σ' αυτήν περιεχόμενους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή που άσκησε ο εφεσίβλητος και να καταδικαστεί ο τελευταίος στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

I. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1820 και 1825 του Α.Κ. δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομούμενου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας -που συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας- ο μεριδούχος συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομιάς και έχει εμπράγματο δικαίωμα κατά το ανωτέρω ποσοστό, εφ’ όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή, εκτός αν δια παροχών στη ζωή έχει καλυφθεί το ως άνω ποσοστό της νόμιμης μοίρας. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 1831,1838, 1871 ΑΚ συνάγεται ότι η αγωγή του μεριδούχου προς απόδοση νόμιμης μοίρας είτε εξολοκλήρου είτε κατά το ποσοστό της οποίας αυτός συντρέχει ως κληρονόμος, είναι η περί κλήρου αγωγή, με την οποία απαιτούνται αντικείμενα της κληρονομιάς που κατακρατούνται από τον νομέα της κληρονομιάς, που αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας, προστίθενται στην κληρονομιά, με την αξία που είχαν κατά τον χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από τον θάνατό του, εκτός εάν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Στις παροχές χωρίς αντάλλαγμα υπάγονται και οι γονικές παροχές, οι οποίες συνυπολογίζονται στην κληρονομιά σε όλη τους την έκταση, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οποτεδήποτε και αν έγιναν, ενώ η δωρεά (προς μεριδούχο ή προς τρίτο) μπορεί να καλύπτεται και υπό εικονική σύμβαση πώλησης (ΕφΠατρ 367/2021, δημοσίευση "ΝΟΜΟΣ ). Περαιτέρω, στο άρθρο 1833 του ίδιου κώδικα ορίζεται, ότι στην νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές προς μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά, σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι στην νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια των γονικών παροχών, κατά το άρθρο 1509 ΑΚ. από τον κληρονομούμενο στον μεριδούχο, αφού αυτή, μετά τον ν. 1329/1983, είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά. Η εξαίρεση δηλαδή του μη καταλογισμού προβλέπεται για τις καταλογιστέες στην νόμιμη μοίρα (άρθρο 1833 & 1 ΑΚ) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής ομάδος, με βάση την οποία θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα (άρθρο 1831 & 2 ΑΚ), που περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά (Α.Π. 307/2019, Α.Π 135/2017 δημοσίευση "ΝΟΜΟΣ”). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1834 του ΑΚ, όπως ισχύουν μετά τον N. 1329/1983, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα υπάρχοντα στην κληρονομιά, κατά το χρόνο αυτόν, περιουσιακά στοιχεία (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου, ως και οι δαπάνες απογραφής, προστίθενται δε ακολούθως σε αυτά και θεωρούνται, ως υπάρχουσες στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα) κατά την αξία του χρόνου της πραγματοποιήσεώς τους, οι παροχές των άρθρων 1831 παρ. 2 και 1833 του ΑΚ, που έγιναν από τον κληρονομούμενο, όσο ζούσε, προς τους μεριδούχους ή τρίτους, επί της δε προσδιοριζόμενης κατά τον τρόπο αυτόν αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κληρονόμου. Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προσθέτονται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδιούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη νόμιμη μοίρα του. Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του (ΑΠ 512/2018, ΕφΘεσ 1470/2020, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ"). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου για καταλογισμό στη νόμιμη μοίρα δωρεάς εν ζωή του κληρονομουμένου στο μεριδούχο συνιστά ένσταση, η οποία είναι αόριστη αν δεν αναφέρεται το ύψος της δωρεάς αυτής, ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα, καθώς και η αξία που είχε όταν έγινε (ΑΠ 856/2017, ΕφΑΘ 614/2022, ΕφΘεσ 1470/2020, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ"). Εξάλλου, στοιχεία της περί κλήρου αγωγής, η οποία αποσκοπεί στην προστασία του καθολικού κληρονομικού δικαιώματος, είναι: α) ο θάνατος του κληρονομουμένου, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος λόγω της συγγενικής του σχέσης με τον κληρονομούμενο ή από διαθήκη, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στην κυριότητα ή και μόνο στη νομή ή κατοχή του κατά το χρόνο του θανάτου του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί pro herede τα κληρονομιαία αντικείμενα, ως κληρονόμος, αντιποιούμενος κληρονομικό δικαίωμα (ΑΠ 74/2021, 1126/2009, 788/2005, ΑΠ 1500/1999, δημοσιευμένες σε Τ.Ν.Π. "ΝΟΜΟΣ", ΕφΘεσ (Μον) 2088/2013 Αρμ 2014/731). Ακόμη, ο μεριδούχος πρέπει να ισχυρισθεί και να προσδιορίσει με την περί κλήρου αγωγή το επί της κληρονομιάς ποσοστό, στο οποίο ανέρχεται η νόμιμη μοίρα του και για τον υπολογισμό αυτού, τα περιουσιακά στοιχεία, ως και την αποτίμησή τους σε χρήμα, τα οποία αποτελούν την κληρονομιά και δη το είδος, την έκταση και την αξία καθενός, καθώς και την ιδιότητα αυτών ως κληρονομιαίων (ΑΠ 1369/2014, ΑΠ 1440/2010, ΑΠ 400/2009, ΑΠ 1126/2009). Όταν, όμως, ο διαθέτης δεν εγκατέστησε τον ενάγοντα σε οποιοδήποτε στοιχείο της κληρονομιάς ή αυτός αποποιήθηκε ενοχική κληροδοσία και δεν προσβάλλονται απ’ αυτόν δωρεές εν ζωή του κληρονομουμένου καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα, χρέη και έξοδα κηδείας αυτού, δεν παρίσταται ανάγκη αποτίμησης της κληρονομιάς, αλλά ούτε αναφοράς της αξίας των κληρονομιαίων στοιχείων στα οποία εγκαταστάθηκε ο εναγόμενος συγκληρονόμος (Ολ. ΑΠ 769/1970, ΝοΒ 19. 334, ΑΠ 721/2010, ΑΠ 1231/2009, ΑΠ 948/2008, ΕφΠατρ 42/2020, ΕφΠειρ 262/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), διότι με την αγωγή, η οποία, όπως προαναφέρθηκε είναι περί κλήρου, ζητείται ορισμένο ποσοστό, κλάσμα της κληρονομιάς και δη επί όλων των υπαρκτών κληρονομιαίων αντικειμένων είτε επί μερικών εξ αυτών (ΜονΕφΑιγ 10/2021, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ"). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1832 § 1 Α.Κ., η αξία της κληρονομιάς, εφόσον είναι αναγκαίο, βρίσκεται "με εκτίμηση". Εξεύρεση της αξίας της κληρονομιάς «με εκτίμηση» σημαίνει ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομιάς δεν νοείται η αγοραία αξία αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση, η οποία σε ομαλές οικονομικές συνθήκες συμπίπτει κατά κανόνα με την αγοραία αξία. Σε περίπτωση που επήλθε μετά την παροχή και μέχρι τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, ο οποίος είναι και ο κρίσιμος, κατά το άρθρο 1831 ΑΚ για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομιάς, ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος, τότε πρέπει κατ’ εφαρμογή και της κατά το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστεως, να αναχθεί η αξία της παροχής, την οποία αυτή είχε κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκε, στο ισάξιο του ποσού αυτού σε ευρώ κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, οπότε και αποτιμάται η κληρονομιά με βάση τη μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων σχέση της αξίας του ευρώ. Για τον σκοπό αυτό, η αξία της παροχής σε ευρώ που κυκλοφορούσε κατά τον χρόνο της σύστασής της, πρέπει να αναχθεί σε χρυσές λίρες Αγγλίας, με την τιμή τους στον ίδιο χρόνο, έπειτα δε να καθοριστεί η σχέση της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας του χρόνου αυτού προς την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου και αφού βρεθεί έτσι το αντίστοιχο ποσό χρυσών λιρών του τελευταίου αυτού χρόνου, να μετατραπεί αυτό σε ευρώ, με την τιμή της χρυσής λίρας κατά τον χρόνο επίσης του θανάτου του κληρονομούμενου. Τα στοιχεία αυτά (τιμή χρυσής λίρας και τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει αναλυτικά στον ισχυρισμό του ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο, από αυτά του χρόνου που έγινε στην αξία του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, διότι αυτά θα προκύψουν από τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι θα επικαλεστούν και προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα τους κοινής πείρας για την ανάλυση σχετικών αποδείξεων. Έτσι, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας για την αναγωγή της αξίας της παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο, από τον χρόνο της παροχής στον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά τον χρόνο της παροχής και ακολούθως κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου και η μεταξύ των σύγκριση, καθώς και η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμάριθμου τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή (ΑΠ 455/2021, ΑΠ 1081/2017, ΑΠ 23/2015, ΑΠ 874/2011, ΑΠ 1233/2009, ΑΠ 854/2007, ΕφΑΘ 614/2022, ΕφΔωδ 164/2920, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ’ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του από το δικαστήριο, ισχυρίζονται οι εκκαλούσες ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 216 του ΚΠολΔ απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό τους περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, τον οποίο και επαναφέρουν ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ εάν ορθά είχε κρίνει έπρεπε να τον είχε κάνει δεκτό και να απορρίψει την αγωγή που άσκησε ο ενάγων, ως αόριστη. Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι εκκαλούσες ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτό ότι οι γονικές παροχές της κληρονομούμενης προς τον ενάγοντα-εφεσίβλητο δεν έγιναν χωρίς αντάλλαγμα και συνεπώς δεν προστίθενται στην πραγματική κληρονομιά ούτε και καταλογίζονται στη νόμιμη μοίρα, δεδομένου ότι έγιναν στα πλαίσια ανταλλαγής ιδανικών μεριδίων, ενώ εάν ορθά είχε κρίνει, έπρεπε να κάνει δεκτό ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι ενώ ο ενάγων-εφεσίβλητος υποστήριζε ότι οι γονικές παροχές προς τον ίδιο έγιναν με αντάλλαγμα στα πλαίσια ανταλλαγής ιδανικών μεριδίων, ωστόσο, δεν τις προσέβαλε ως εικονικές, δηλαδή ως άκυρες, οπότε θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στην κληρονομιαία περιουσία. Ο λόγος αυτός της υπό κρίση εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, στην πλασματική κληρονομική ομάδα προστίθεται και θεωρείται ότι υπάρχει στην κληρονομιά με την αξία που είχε κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλον τρόπο, εφόσον προστίθεται στην κληρονομιά σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά, όταν έδωσε την παροχή. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του ορισμένου (άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ) στην περί κλήρου αγωγή που ασκεί ο νόμιμος μεριδούχος όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούσες αλλ' αντιθέτως, αποτελεί ισχυρισμό του εναγομένου (και στην προκειμένη περίπτωση των εναγόμενων και ήδη εκκαλουσών) για καταλογισμό στη νόμιμη μοίρα, δωρεάς ή γονικής παροχής εν ζωή του κληρονομούμενου προς τον μεριδούχο, ο οποίος (ισχυρισμός) συνιστά ένσταση. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει ότι αυτό, περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία για το ορισμένο της περί κλήρου αγωγής, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στην υπό Τ μείζονα σκέψη και συγκεκριμένα, τον θάνατο της κληρονομούμενης, το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος λόγω της συγγενικής του σχέσης με την κληρονομούμενη, αναφορά του ότι η κληρονομούμενη είχε στην κυριότητα της κατά το χρόνο του θανάτου της τα κληρονομιαία αντικείμενα και ότι οι εναγόμενες κατακρατούν pro herede τα κληρονομιαία αντικείμενα, ως κληρονόμοι, αντιποιούμενες κληρονομικό δικαίωμα. Επίσης, ο ενάγων προσδιορίζει το επί της κληρονομιάς ποσοστό, στο οποίο ανέρχεται η νόμιμη μοίρα του και για τον υπολογισμό αυτού, τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αποτελούν την κληρονομιά, ενώ για το ορισμένο της υπό κρίση αγωγής δεν απαιτείται το στοιχείο της αποτίμησης των κληρονομιαίων στοιχείων σε χρήμα, δεδομένου ότι στον ενάγοντα-μεριδούχο, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, κατελήφθη μόνο ενοχική κληροδοσία, ήτοι το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ το οποίο υποχρεώνει με τη διαθήκη της η κληρονομούμενη να του αποδώσει η πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα, την οποία (ενοχική κληροδοσία) ωστόσο ο ενάγων δηλώνει ρητά με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής του ότι αποποιείται και δεν την αποδέχεται. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε τον σχετικώς προβληθέντα ισχυρισμό των εναγόμενων περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση αυτού και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, τυγχάνει απορριπτέος.

II. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. ορίζεται ότι «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά τον νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 1519/2017, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012, όλες δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του ΑΠ, ΑΠ 558/1995 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ·). Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, σύμφωνα με την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των «χρηστών ηθών» χρησιμεύουν οι ιδέες του -κατά γενική αντίληψη- χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερόμενων ορίων, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, για να χαρακτηριστεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 841/2017 δημοσίευση Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1951/ 2017 δημοσίευση Τ.Ν.Π Δ.Σ.Α). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 5/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ'). Έτσι, η άσκηση κάθε δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ που έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης, προκειμένου να μετριασθεί ο άκρατος ατομικισμός και η τάση για α­ντικοινωνική συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 219/1999 ΕλλΔνη 40.628). Περαιτέρω, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 104/2021, ΑΠ 45/2021 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ"). Επιπλέον δε, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον υπόχρεο, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατά την παραπάνω διάταξη, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις. (ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 1472/2004, ΕφΑΘ 535/2018, ΕφΘεσ 473/2017, ΕφΔυτΜακ 26/2007, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ"). Συνέπειες, δε, της καθ' υπέρβαση των εν λόγω ορίων του νόμου ασκήσεως του δικαιώματος, είναι ότι ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση αυτού δικαιούται, εκτός των άλλων, να προβάλει ένσταση, αντένσταση κ.λ.π., αποκρούοντας την άσκηση αυτή, εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (ΑΠ 917/2008, δημοσίευση "ΝΟΜΟΣ"). Προκειμένου, δε, να είναι νόμιμη η ένσταση αυτή, πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, ήτοι να προτείνονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, προσθέτως, δε, να γίνεται επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής και για την αιτία αυτή (ΟλΑΠ 472/1983, ΝοΒ 32, 48, ΑΠ 856/2017, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 128/2008, "ΝΟΜΟΣ", ΑΠ 65/2005, ΕλλΔνη 2005, 764, ΑΠ 1253/2004, ΕλλΔνη 46, 119). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, οι εκκαλούσες-εναγόμενες παραπονούνται διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον ισχυρισμό τους, τον οποίο επαναφέρουν ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τον οποίο ο εφεσίβλητος καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμα νόμιμης μοίρας του επί της πραγματικής κληρονομικής ομάδας της αποβιώσασας μητέρας τους, δεδομένου ότι ο ενάγων, επέδειξε πλήρη αδιαφορία και κάκιστη συμπεριφορά έναντι των γονέων του, καθώς από το έτος 2016 και μετά, οπότε η μητέρα τους υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο και έμεινε κατάκοιτη μέχρι τον θάνατό της, ουδέποτε την επισκέφθηκε, ενώ στην κηδεία της εμφανίστηκε φευγαλέα, ενώ ήδη πολύ πριν το έτος 2014, είχε αποξενωθεί αυτοβούλως από ολόκληρη την οικογένεια, η συμπεριφορά του δε αυτή δημιούργησε στις ίδιες την εντύπωση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του προς διεκδίκηση της νόμιμης μοίρας του στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας του, με αποτέλεσμα η άσκηση του δικαιώματος του να διεκδικήσει τη νόμιμη μοίρα του επί της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας του, τυγχάνει καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ο λόγος αυτός της υπό κρίση εφέσεως ο οποίος τείνει να θεμελιώσει ένσταση του άρθρου 281 του Α.Κ. τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος. Τούτο διότι οι εκκαλούσες-εναγόμενες, για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού τους, δεν επικαλέστηκαν περιστατικά, από τα οποία να μπορεί να συναχθεί προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου-εφεσίβλητου, η οποία να καθιστά μη ανεκτή -κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου- την άσκηση του δικαιώματος του για λήψη του ποσοστού νομίμου μοίρας του, επί της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας του αλλά ούτε και άλλες ειδικές συνθήκες ή περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων μάλιστα, να δημιουργήθηκε σ' αυτές (εκκαλούσες) η εύλογη πεποίθηση ότι ο εφεσίβλητος-ενάγων δεν επρόκειτο να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμά του. Περαιτέρω, οι εκκαλούσες δεν επικαλούνται αδράνεια του αντιδίκου τους να προβεί στην άσκηση του ως άνω δικαιώματος του, πολλώ δε μάλλον που η άσκηση της αγωγής του έλαβε χώρα οκτώ μόλις μήνες μετά τον θάνατο της μητέρας του, ήτοι χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να θεμελιώσει αδράνεια του, ούτε άλλωστε επικαλέστηκαν οι εκκαλούσες ότι η άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος του εφεσίβλητου, συνεπάγεται επαχθείς για τις ίδιες επιπτώσεις, οι οποίες μάλιστα να τελούν σε αιτιώδη σχέση με προηγούμενη συμπεριφορά του αντιδίκου τους, κατά τα αναλυτικώς ανωτέρω εκτιθέμενα, στην υπό «II» μείζονα σκέψη της παρούσας. Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος του εφεσίβλητου στην υπό κρίση περίπτωση, επιφέρει βλάβη στις εκκαλούσες, δεν μπορεί να θεμελιώσει κατάχρηση του σχετικού του δικαιώματος κατά την παραπάνω διάταξη, παρά μόνο εάν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό των εναγόμενων και ήδη εκκαλουσών ως αόριστο, ορθά εφάρμοσε τις σχετικές νομικές διατάξεις, όσα δε σχετικά περί του αντιθέτου επικαλούνται οι εκκαλούσες με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα.

Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως ισχυρίζονται οι εκκαλούσες ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων προσδιόρισε τη συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομούμενης στο συνολικό ποσό των 275.000 ευρώ, ενώ η αληθινή αξία της ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 207.000 ευρώ και συγκεκριμένα, στο ποσό των 155.000 ευρώ για το διαμέρισμα, 22.000 ευρώ για το κατάστημα και 30.000 ευρώ για το ποσοστό 50% της οικίας στο ... και συνεπώς, το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ανέρχεται σε 16,1% και όχι σε 19,54% όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη. Ο λόγος αυτός της υπό κρίση εφέσεως είναι νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Από την επανεκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων οι από 11.05.2022 δύο (2) Τεχνικές Εκθέσεις εκτίμησης εμπορικής αξίας ακινήτων της πολιτικού μηχανικού - εκτιμήτριας ... ..., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούσες και εκτιμώνται ελεύθερα ως ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ), από: Α) την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα …. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. ….2022 Πράξη της, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο εφεσίβλητος-ενάγων, με πρωτοβουλία του οποίου δόθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προ δύο τουλάχιστον εργάσιμων ημερών πριν τη λήψη της, των εκκαλουσών- εναγομένων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421, 422, 423 ΚΠολΔ, (βλ. τις υπ' αριθμ. …..2022 και …..2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ….), οι οποίες δεν παρέστησαν κατά τη λήψη της και Β) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων і) ...και ii) …. που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... ..., για τις οποίες συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. ….2022 Πράξη της, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούσες-εναγόμενες, με πρωτοβουλία των οποίων δόθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προ δύο τουλάχιστον εργάσιμων ημερών πριν τη λήψη τους, του ενάγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421,422,423 ΚΠολΔ (βλ. την υπ' αριθμ. …..2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ….), ο οποίος δεν παρέστη κατά τη λήψη τους, από τις ομολογίες εκ μέρους των διαδίκων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 του ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 07.07.2021 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και κατοικούσε εν ζωή, η ... χα ... ... το γένος ..., η οποία κατά το χρόνο του θανάτου της, κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς της τα τέκνα της: α) ... ... του ... (ενάγοντα-εφεσίβλητο) και β) ... ... του ... (πρώτη εναγόμενη-πρώτη εκκαλούσα). Η περιουσία που κατέλειπε η διαθέτης κατά τον χρόνο θανάτου της αποτελείτο από τα παρακάτω ακίνητα και συγκεκριμένα από: α) ένα αυτοτελές και διηρημένο κατάστημα, εμβαδού 13,50 τ.μ., του ισογείου ορόφου από πολυώροφη οικοδομή-πολυκατοικία κείμενη στο Δήμο .. επί της οδού ... ... αριθμός … (πρώην …), με πρόσοψη στην παραπάνω οδό και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 3,50% εξ αδιαιρέτου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ .../0/2. Το παραπάνω ακίνητο απέκτησε η κληρονομούμενη, κατά μεν ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του συζύγου της ... την οποία αποδέχτηκε με την υπ’ αριθμ. …. δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο … και με αριθμό …., κατά δε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αριθμ. …. συμβολαίου δωρεάς ιδανικών μεριδίων του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και με αριθμό …., β) ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα, εμβαδού μικτού 150 τ.μ. και καθαρού 128 τ.μ. του πρώτου εν εσοχή ορόφου (4ος όροφος), με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης ένα (1) από πολυώροφη οικοδομή - πολυκατοικία κείμενη στο Δήμο Θεσσαλονίκης επί των οδών ... αριθμ... (πρώην ...) και ..., με πρόσοψη επί των ανωτέρω οδών και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 62/1000 εξ αδιαιρέτου, που έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ .../0/18. Για την παραπάνω οριζόντια ιδιοκτησία έγινε τακτοποίηση σύμφωνα με το v. 4178/2013 το έτος 2014, μετά την οποία η επιφάνεια αυτού είναι 138,20 τ.μ. καθαρά. Το παραπάνω ακίνητο απέκτησε η κληρονομούμενη, κατά μεν ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του συζύγου της ... την οποία αποδέχτηκε με την υπ’ αριθμ. …..2014 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και με αριθμό …., κατά δε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αριθμ. ….2014 συμβολαίου δωρεάς ιδανικών μεριδίων του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και με αριθμό …. και γ) ιδανικό μερίδιο 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εμβαδού 600 τ.μ. μετά της επ’ αυτού οικίας, αποτελούμενης από ισόγειο και όροφο, εμβαδού έκαστου ορόφου 41,19 τ.μ. ήτοι συνολικά εμβαδού 82,39 τ.μ., κείμενου στο ... Θεσσαλονίκης, στη Δημοτική Κοινότητα και Ενότητα ... του Δήμου .... Το παραπάνω ακίνητο απέκτησε η κληρονομούμενη, κατά μεν ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της ... ...του …. την οποία αποδέχτηκε με την υπ’ αριθμ. …..2006 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αριθμό …., κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό των 25% εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αριθμ. …..2006 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ιδανικών μεριδίων της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο …. και με αριθμό ….. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ως άνω αποβιώσασα, με την υπ’ αριθμόν ....2015 δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... και δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθμόν .../01.09.2021 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε κληρονόμους της: 1) την κόρη της, ... ... του ... (πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εκκαλούσα), στην οποία κατέλειπε τα ανωτέρω υπό στοιχεία (α) και (β) περιγραφόμενα ακίνητα και 2) την αδερφή της ... συζ. ...(δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη εκκαλούσα), στην οποία κατέλειπε το ιδανικό της μερίδιο εκ 50% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω περιγραφόμενου υπό στοιχείο (γ) ακινήτου. Όσον αφορά τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, η διαθέτης όρισε στη διαθήκη της ενοχική κληροδοσία υπέρ αυτού, κατά το ποσό των 20.000 ευρώ, με βεβαρημένη την πρώτη εναγόμενη-κληρονόμο θυγατέρα της (άρθρο 1967 του Α.Κ.). Ωστόσο, ο ενάγων-εφεσίβλητος ουδέποτε έλαβε το ποσό αυτό από τη βεβαρημένη με την κληροδοσία αλλ' αντιθέτως αποποιήθηκε της κληροδοσίας, με ρητή δήλωσή του που περιλαμβάνεται στην υπό κρίση αγωγή. Περαιτέρω, με τον ανωτέρω δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, οι εκκαλούσες παραπονούνται διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προσδιόρισε τη συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομούμενης στο ποσό των 275.000 ευρώ, ενώ η αληθινή αξία της ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 207.000 ευρώ και συγκεκριμένα, στο ποσό των 155.000 ευρώ για το διαμέρισμα, 22.000 ευρώ για το κατάστημα και 30.000 ευρώ για το ποσοστό 50% της οικίας στο .... Επί του ζητήματος αυτού, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος με την υπό κρίση αγωγή του, προσδιόρισε την αξία των εν λόγω ακινήτων κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης, τα οποία συγκροτούν την πραγματική κληρονομική ομάδα, ως εξής: α) στο ποσό των 47.250 ευρώ για το υπό στοιχείο (α) κατάστημα, β) στο ποσό των 207.300 ευρώ για το υπό στοιχείο (β) διαμέρισμα και γ) στο ποσό των 30.000 ευρώ για το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχείου (γ) οικοπέδου μετά της επ’ αυτού οικίας. Ακολούθως, για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, προσκόμισε τα Φύλλα Υπολογισμού Αξίας έκαστου ακινήτου, από τα οποία προκύπτει ότι η αντικειμενική αξία αυτών ανέρχεται, για το υπό (α) κατάστημα στο ποσό των 39.204 ευρώ, για το υπό (β) διαμέρισμα στο ποσό των 152.441,68 ευρώ και για το υπό (γ) οικόπεδο μετά της επ’ αυτού διώροφης οικίας κατά το προαναφερόμενο ποσοστό (50%) στο ποσό των 14.046,02 ευρώ. Οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες, ισχυρίστηκαν με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι οι αξίες των εν λόγω ακινήτων υπολείπονται των παραπάνω ποσών, όπως τα προσδιορίζει ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ισχυρισμό τον οποίο και επαναφέρουν ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους, σύμφωνα με τον οποίο προσδιορίζουν τις αξίες αυτών στο ποσό των 155.000 ευρώ για το διαμέρισμα, στο ποσό των 22.000 ευρώ για το κατάστημα, ενώ για το ποσοστό 50% της οικίας στο ..., συνομολογούν ότι η αξία του ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ. Για δε την απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού τους, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τις από 11.05.2022 δύο εκθέσεις εκτίμησης εμπορικής αξίας ακινήτων της πολιτικού μηχανικού - εκτιμήτριας της Εθνικής Τράπεζας, ... ..., σύμφωνα με τις οποίες οι αξίες των ίδιων ως άνω ακινήτων προσδιορίζονται για το μεν κατάστημα στο ποσό των 32.000 έως 35.000 ευρώ και για το διαμέρισμα στο ποσό των 155.000 έως 160.000 ευρώ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις δύο τεχνικές εκθέσεις της ανωτέρω πολιτικού μηχανικού, αμφότερα τα ακίνητα βρίσκονται στην οικοδομή επί της οδού ...και ... στη Θεσσαλονίκη και το μεν κατάστημα βρίσκεται στο ισόγειο της οικοδομής επί της πρόσοψης αυτής, ενώ το διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο της ίδιας οικοδομής. Περαιτέρω, η οδός ... ξεκινά από τη Λεωφόρο ... ... και εκτείνεται έως την οδό ..., ενώ η περιοχή στην οποία βρίσκονται αμφότερα τα ανωτέρω ακίνητα, αποτελείται από πολυώροφες οικοδομές καταστήματα στο ισόγειο και γραφεία ή κατοικίες στους επάνω ορόφους. Η προσβασιμότητα σε κεντρικούς δρόμους είναι άριστη και υπάρχουν πολλές γραμμές αστικών λεωφορείων που οδηγούν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης σε μικρό χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι υπάρχει πολύ κοντά λεωφορειόδρομος. Αμφότερα τα ακίνητα βρίσκονται σε μια ήσυχη αστική γειτονιά και απέχουν περίπου 400 μέτρα από τη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης, η δε πολυκατοικία στην οποία βρίσκονται, ανεγέρθηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμόν …..1971 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, τρεις ορόφους και δύο εσοχές. Γενικά, η περιοχή στην οποία βρίσκεται η παραπάνω οικοδομή είναι ανεπτυγμένη οικιστικά, Το ισόγειο κατάστημα έχει συνολική επιφάνεια κατά τον τίτλο 25,00 τ.μ. ενώ διαθέτει και πατάρι επιφάνειας 4,42 τ.μ. Εξάλλου, κατά την εκτίμηση της παραπάνω πολιτικού μηχανικού, το εν λόγω κατάστημα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα καθώς έχει πολύ καλή γεωγραφική θέση στον αστικό ιστό, βρίσκεται στο ισόγειο, υπάρχει μεγάλος αριθμός καταστημάτων στην ευρύτερη περιοχή, είναι φωτεινό, έχει καλή διαρρύθμιση, έχει πρόσοψη στην οδό ... και έχει αυτόνομη θέρμανση. Ωστόσο έχει και ορισμένα μειονεκτήματα όπως έλλειψη χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου και χρειάζεται ανακαίνιση με αντικατάσταση δαπέδων και πρόσοψης καθώς και επισκευή των υδραυλικών εγκαταστάσεων. Όσον αφορά εξάλλου το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, σύμφωνα επίσης με την εκτίμηση της παραπάνω πολιτικού μηχανικού, αυτό διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα καθώς έχει πολύ καλή γεωγραφική θέση στον αστικό ιστό, βρίσκεται στον τέταρτο όροφο, υπάρχει ανελκυστήρας, είναι φωτεινό, έχει καλή διαρρύθμιση, έχει προσόψεις σε δύο δρόμους, έχει μεγάλους εξώστες και αυτόνομη θέρμανση. Ωστόσο, παρουσιάζει και ορισμένα μειονεκτήματα και συγκεκριμένα, δεν έχει δικό του χώρο στάθμευσης, χρειάζεται σημαντική ανακαίνιση με αντικατάσταση κουφωμάτων και δαπέδων και προσθήκη εξωτερικής θερμομόνωσης, ενώ η κουζίνα και τα λουτρά χρήζουν πλήρους αποξήλωσης και ανακατασκευής. Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα εκ μέρους των διαδίκων, έγγραφα και λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αμφότερα τα ανωτέρω ακίνητα βρίσκονται σε αστική περιοχή της Θεσσαλονίκης πλησίον της Νέας Παραλίας, σε περιοχή ανεπτυγμένη με οικιστικά ακίνητα, όπου υπάρχουν πολλά ισόγεια καταστήματα όπως αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, η δε ευρύτερη περιοχή αποτελεί μια από τις πολύ καλές αστικές γειτονιές της Κεντρικής-Ανατολικής Θεσσαλονίκης όπου υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον, δεδομένου ότι μετά την οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα, περιορίστηκε σημαντικά η δραστηριότητα του κλάδου των οικοδομικών κατασκευών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αγοραία αξία των ανωτέρω ακινήτων ανερχόταν κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης, στο ποσό των 45.000 ευρώ όσον αφορά το ισόγειο κατάστημα και στο ποσό των 200.000 ευρώ όσον αφορά το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου. Η δε αξία του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά της επ’ αυτού οικίας στο ..., ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από τις εκκαλούσες αλλ' αντιθέτως συνομολογείται από αυτές όπως ήδη ανωτέρω εκτέθηκε. Συνεπώς, η αξία της πραγματικής κληρονομικής ομάδας κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, δηλαδή όλων των υπαρχόντων στην κληρονομιά, κατά το χρόνο αυτό, περιουσιακών στοιχείων αυτής, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 275.000 ευρώ (45.000 + 200.000 + 30.000). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και προσδιόρισε την αξία των ανωτέρω επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της πραγματικής κληρονομικής ομάδας στα ανωτέρω ποσά, ορθά εκτίμησε την αποδείξεις και όσα σχετικά περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι εκκαλούσες, τυγχάνουν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Εξάλλου, για τον προσδιορισμό της αξίας της πραγματικής κληρονομικής ομάδας, ορθά δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το ποσό των 20.000 ευρώ που κατέλειπε η κληρονομούμενη στον ενάγοντα-εφεσίβλητο, διότι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αυτό αποτελούσε έμμεση ενοχική κληροδοσία με βεβαρημένη την πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα και δεν αποτελούσε στοιχείο της κληρονομιάς, ο δε εφεσίβλητος-ενάγων αποποιήθηκε αυτό με το δικόγραφο της αγωγής του, όπως ήδη ανωτέρω εκτέθηκε. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη χρεών της κληρονομιάς, δαπάνες κηδείας της κληρονομουμένης ούτε δαπάνες απογραφής, ώστε να λάβει χώρα αφαίρεσή τους από την πραγματική κληρονομική ομάδα. Εξάλλου, για τον σχηματισμό της πλασματικής κληρονομικής ομάδας, πρέπει να συνυπολογισθεί και να καταλογισθεί για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος-εφεσίβλητου, το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ το οποίο αποδείχτηκε ότι το έτος 2014 δώρησε σ' αυτόν η κληρονομούμενη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του και δεν υπάρχει σχετικός περί του αντιθέτου, λόγος έφεσης. Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω αποδειχθέντα, το σύνολο της πλασματικής κληρονομιαίας περιουσίας της κληρονομούμενης, με το συνυπολογισμό και της συνεισενεκτέας παροχής που έγινε χωρίς αντάλλαγμα προς τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 295.000 ευρώ ήτοι 275.000 ευρώ (πραγματική κληρονομιά) + 20.0000 ευρώ (η συνεισεκτέα παροχή)= 295.000 ευρώ. Ακολούθως, εφόσον η ανωτέρω κληρονομούμενη κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου της πλησιέστερους συγγενείς της τα τέκνα της, ... (πρώτη εκκαλούσα-εναγόμενη) και ... (εφεσίβλητο-ενάγοντα), η εξ αδιαθέτου μερίδα του τελευταίου, προσδιορίζεται στο % της κληρονομιαίας περιουσίας, δηλαδή στο ποσό των 147.500 ευρώ ήτοι 295.000 (πλασματική κληρονομική ομάδα) X 1/2, ενώ η νόμιμη μοίρα του ανέρχεται -σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1825 του ΑΚ- στο ποσό των 73.750 ευρώ ήτοι 147.500 X 1/2. Από το χρηματικό αυτό ποσό πρέπει να αφαιρεθεί η αξία της παροχής που έχει ήδη λάβει ο ενάγων καθώς καταλογίζεται στη νόμιμη μοίρα του και ανέρχεται στο ποσό των 20.000 ευρώ και συνεπώς το ποσό που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα του, ανέρχεται σε 53.750 ευρώ (73.750 - 20.000). Το εν λόγω ποσό θα τεθεί ως αριθμητής κλάσματος με παρονομαστή την αξία της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς. Άρα, η νόμιμη μοίρα του εφεσίβλητου-ενάγοντος στα στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας ανέρχεται σε 53.750/275.000 ευρώ, ήτοι ποσοστό 0,1954 ή 19,54 % εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας. Το κλάσμα 53.750/275.000 ή ο δεκαδικός αριθμός 0,1954 που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, αναπαριστά το ποσοστό (19,54%) που πρέπει να λάβει ο ενάγων ως νόμιμος μεριδούχος προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του, αυτούσιο από τα αντικείμενα της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς που άφησε η κληρονομούμενη, καθώς κατά το εν λόγω ποσοστό έχει άμεσο κληρονομικό δικαίωμα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η συνολική αξία της πραγματικής κληρονομιαίας περιουσίας ανέρχεται στα ανωτέρω χρηματικά ποσά για κάθε επιμέρους περιουσιακό στοιχείο αυτής και προσδιόρισε το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος σε 19,54 %, ορθά εφάρμοσε τις σχετικές νομικές διατάξεις και ορθά εκτίμησε το ενώπιον του τεθέν αποδεικτικό υλικό. Όσα δε σχετικά περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, τυγχάνουν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Συνεπεία πάντων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει αυτή, να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που προκατέθεσαν οι εκκαλούσες για την άσκησή της και να επιβληθούν σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους, εφόσον υποβλήθηκε και σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .../2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης και προσδιορισμού ...2024 έφεση, κατά της υπ' αριθμόν 10315/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία).

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν στην ουσία της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εκκαλούσες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων ευρώ (400,00 €).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που κατέθεσαν οι εκκαλούσες για την άσκηση της έφεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στη Θεσσαλονίκη στις 30 Απριλίου 2026 χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ