ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 709/2026
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2025, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Πρόεδρος, Ηλίας Μάζος, Άννα Καλογεροπούλου, Όλγα Ζύγουρα, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Βασίλειος Αραβαντινός, Βασιλική Κίντζιου, Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου, Χριστίνα Σιταρά, Μαρλένα Τριπολιτσιώτη, Χρήστος Λιάκουρας, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Κωνσταντία Λαζαράκη, Κασσιανή Μαρίνου, Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη, Μαρία Αθανασοπούλου, Άννα Μπόνου, Γεωργία Ανδριοπούλου, Μαρία Σταματοπούλου, Ιωάννης Μιχαλακόπουλος, Ουρανία Νικολαράκου, Οδυσσέας Σπαχής, Ιωάννης Παπαγιάννης, Ευαγγελία Τζιράκη, Μαρία-Ελένη Παπαδημήτρη, Χαρίκλεια Χαραλαμπίδη, Ελευθέριος Μελισσαρίδης, Αλεξάνδρα Μπαρλά, Σύμβουλοι, Μαγδαληνή Φασιλάκη, Αντώνιος Ζιαμπάρας, Αικατερίνη Κοντοπόδη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Οδυσσέας Σπαχής και Ελευθέριος Μελισσαρίδης καθώς και η Πάρεδρος Αικατερίνη Κοντοπόδη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2007. Γραμματέας η Σταυρούλα Χάρου.
Για να δικάσει την από 12 Ιουνίου 2025 αίτηση:
του …., κατοίκου …. Αττικής (….΄), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Σταματιάδη (Α.Μ. ….), που τον διόρισε στο ακροατήριο και με πληρεξούσιο,
κατά των: 1. Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ηλία Θεοδωράτο (Α.Μ. ….), που τον διόρισε με εξουσιοδότηση του Αντιπροέδρου της, και 2. Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), η οποία παρέστη με τη Σταυρούλα Μπανάκου, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 10 Ιουλίου 2025 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 1, 14 παρ. 2, 20, 20Α, 21 παρ. 1 και 2 και 23 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. ....2025 πράξη του Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), β) η άρνηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) να θέσει υπόψη της Α.Δ.Α.Ε. τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μαρλένας Τριπολιτσιώτη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και τους πληρεξουσίους των καθ’ ων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. έντυπο ηλεκτρονικού παραβόλου με κωδικό πληρωμής …/2025).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση α) της ....2025 πράξης του Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με την οποία απορρίφθηκε αίτημα του αιτούντος να του γνωστοποιηθούν οι λόγοι για τους οποίους είχε επιβληθεί άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του και να τεθεί υπ’ όψιν του ο σχετικός υπηρεσιακός φάκελος, και β) της άρνησης της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) να θέσει υπ’ όψιν της Α.Δ.Α.Ε. τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος.
3. Επειδή, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Το Σύνταγμα απέβλεψε στον άνθρωπο ως υπέρτατη αξία χάριν της οποίας οργανώνεται η έννομη τάξη και νομιμοποιείται η εξουσία και υπό την έννοια αυτή προβλέφθηκαν τα επιμέρους ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (ΣτΕ 1460/1978), τελεί δε η ανθρώπινη αξία υπό την εγγύηση των οργάνων και των τριών πολιτειακών λειτουργιών. Στο άρθρο 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη και ότι πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται. Στο δε προοίμιο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της 10.12.1948 διακηρύσσεται ότι η αναγνώριση της αξιοπρέπειας αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο. Περαιτέρω το Σύνταγμα στο άρθρο 5 παρ. 1 καθιερώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και στο άρθρο 9 παρ. 1 το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής κάθε προσώπου. Το πλαίσιο αυτό θεμελιώνει την ελευθερία αυτοκαθορισμού του ατόμου σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 392/2026) η προσωπικότητα του οποίου περιλαμβάνει κάθε αγαθό που συνδέεται στενά με το πρόσωπο ως ύπαρξη φυσική, ηθική, πνευματική, όπως είναι η τιμή, η υπόληψη και η ελευθερία (ΑΠ Ολομ. 13/1999). Εξάλλου, με τη συνταγματική κατοχύρωση του κράτους δικαίου, στο άρθρο 25 παρ. 1, ο συντακτικός νομοθέτης ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ κράτους, δικαίου και ατόμων, ως μια σχέση κατά την οποία το κράτος περιορίζεται στη δράση του από κανόνες δικαίου και πρωτίστως από τους συνταγματικούς κανόνες της έννομης τάξης, με σκοπό τη διασφάλιση της νομικής θέσης των ατόμων μέσα στο κράτος.
4. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 εδ. δ´, 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι τα δικαιώματα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής υπόκεινται σε περιορισμούς υπό την προϋπόθεση ότι α) οι περιορισμοί εξυπηρετούν συνταγματικά προβλεπόμενους ή συνταγματικά θεμιτούς σκοπούς ή θεραπεύουν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, β) τηρείται η αρχή της αναλογικότητας και γ) δεν θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος.
5. Επειδή, στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ορίζονται τα εξής: «Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής 1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση αυτού του δικαιώματος, εκτός εάν η εν λόγω παρέμβαση προβλέπεται από τον νόμο και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων».
6. Επειδή, στο άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται ότι «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του», στο άρθρο 8 ότι «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. 2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους. 3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής» και στο άρθρο 11 ότι «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών, χωρίς την ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων. 2. …». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1 του Χάρτη «Κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο», ενώ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 52, «1. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. 2. …».
7. Επειδή, στο άρθρο 2 του π.δ. 189/2009 (Α΄ 221) ορίζονται τα εξής: «Από το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης μεταφέρονται ως σύνολο αρμοδιοτήτων, υπηρεσιών, θέσεων και προσωπικού: α) ... β) ... γ) Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) (άρθρο 1 ν. 3649/2008, Α΄ 39), η οποία έχει υπαχθεί στον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με την από 13 Οκτωβρίου 2009 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 215)». Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 3 του π.δ. 81/2019 (Α΄ 119) προβλέπονται τα ακόλουθα: «Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών η οποία συστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2421/1953 και μετονομάστηκε και οργανώθηκε με το ν. 1645/1986 και το ν. 3649/2008 (Α΄ 39) μεταφέρεται, ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων και προσωπικού, στον Πρωθυπουργό», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4704/2020 (Α΄ 139) «Όπου στην κείμενη νομοθεσία για την Ε.Υ.Π. αναφέρεται ο Υπουργός Εσωτερικών, εφεξής νοείται ο Πρωθυπουργός». Τέλος, στο άρθρο 21 του ν. 4622/2019 (Α΄ 139) ορίζεται ότι: «1. Συνιστάται αυτοτελής, επιτελική, δημόσια υπηρεσία με την ονομασία Προεδρία της Κυβέρνησης, η οποία υπάγεται στον Πρωθυπουργό. 2. … 3. … 4. Στην Προεδρία της Κυβέρνησης υπάγεται η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.). 5. ...». Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η ακύρωση της άρνησης της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) να θέσει υπ’ όψιν της Α.Δ.Α.Ε. τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος, πρέπει να θεωρηθεί ότι στρέφεται κατά του Πρωθυπουργού, ο οποίος παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.
8. Επειδή, το άρθρο 19 του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, όριζε ότι «Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.».
9. Επειδή, σε εκτέλεση της συνταγματικής επιταγής του παραπάνω άρθρου 19 εκδόθηκε ο ν. 2225/1994 «Για την προστασία της ελευθερίας της ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 121). Με τον νόμο αυτόν θεσπίστηκε το πλαίσιο εντός του οποίου είναι επιτρεπτή η άρση του απορρήτου της επικοινωνίας, μετά από διάταξη της αρμόδιας δικαστικής αρχής, στις προβλεπόμενες από το παραπάνω άρθρο του Συντάγματος περιπτώσεις, δηλαδή για λόγους εθνικής ασφάλειας και για τη διακρίβωση ορισμένων ιδιαίτερα σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 3 του νόμου, υπό τον τίτλο «Άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας» ορίσθηκε ότι «1. Αίτηση για άρση του απορρήτου μπορεί να υποβάλλει μόνο δικαστική ή άλλη πολιτική, στρατιωτική ή αστυνομική δημόσια αρχή στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται το θέμα εθνικής ασφάλειας που επιβάλλει την άρση. 2. Η αίτηση υποβάλλεται προς τον Εισαγγελέα Εφετών του τόπου της αιτούσας αρχής ή του τόπου, όπου πρόκειται να επιβληθεί η άρση. Ο Εισαγγελέας Εφετών αποφασίζει μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες για την άρση ή όχι του απορρήτου με διάταξή του στην οποία περιέχονται τα αναφερόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 5 στοιχεία. Αν κατά την κρίση του, μετά από εισήγηση της αιτούσας αρχής, ειδικές περιστάσεις εθνικής ασφάλειας επιβάλουν την παράλειψη ή τη συνοπτική παράθεση ορισμένων από τα στοιχεία αυτά, γίνεται ειδική μνεία στη διάταξη», στο δε επόμενο άρθρο 4 ρυθμίσθηκε η άρση του απορρήτου για διακρίβωση εγκλημάτων. Περαιτέρω στο άρθρο 5 ορίσθηκαν τα της διαδικασίας άρσης του απορρήτου ως εξής: «1. Η διάταξη που επιβάλλει την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: α) το όργανο που διατάσσει την άρση, β) τη δημόσια αρχή ή τον εισαγγελέα ή τον ανακριτή που ζητούν την επιβολή της άρσης, γ) το σκοπό της επιβολής της άρσης, δ) τα μέσα ανταπόκρισης ή επικοινωνίας στα οποία επιβάλλεται η άρση, ε) την εδαφική έκταση εφαρμογής και τη χρονική διάρκεια της άρσης, στ) την ημερομηνία έκδοσης της διάταξης. 2. ... 3. Διάταξη που απορρίπτει αίτημα άρσης του απορρήτου περιέχει μόνο: α) το όργανο που αποφασίζει, β) τη δημόσια αρχή που είχε ζητήσει την επιβολή της άρσης, γ) την ημερομηνία έκδοσης της διάταξης. 4. Απόσπασμα της διάταξης, που περιλαμβάνει το διατακτικό της, παραδίδεται με απόδειξη, μέσα σε κλειστό φάκελο, στις ακόλουθες αρχές: α) στον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο ή το γενικό διευθυντή του νομικού προσώπου στο οποίο υπάγεται το μέσο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, β) στον υπουργό που εποπτεύει το νομικό αυτό πρόσωπο ή, κατά περίπτωση, στον υπουργό που είναι προϊστάμενος της οικείας δημόσιας υπηρεσίας, για τις επιβαλλόμενες ενέργειές του. Αντίγραφο της διάταξης κοινοποιείται στον πρόεδρο της Επιτροπής. Η σχετική αλληλογραφία είναι απόρρητη και τηρείται σε ειδικό εμπιστευτικό αρχείο, στο οποίο έχει πρόσβαση μόνο ο Πρόεδρος της Βουλής ή πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν. Ο Πρόεδρος της Βουλής ενημερώνει τους αρχηγούς των κομμάτων. 5. Για την εκτέλεση της διάταξης συντάσσονται μία ή περισσότερες, κατά τις περιστάσεις, εκθέσεις από την οικεία υπηρεσία. Οι εκθέσεις υπογράφονται από το εντεταλμένο όργανο της αιτούσας αρχής και σε αυτές αναφέρονται: α) οι ενέργειες που έγιναν για την εκτέλεση της διάταξης, β) ο τόπος, η ημερομηνία και ο τρόπος εκτέλεσης των πιο πάνω ενεργειών, γ) τα ονοματεπώνυμα των υπαλλήλων που τις διενέργησαν, εφόσον το κρίνει αναγκαίο το όργανο που εξέδωσε τη διάταξη. Αντίγραφα των εκθέσεων αυτών διαβιβάζονται με απόδειξη, μέσα σε κλειστό φάκελο, στην αιτούσα αρχή, στη δικαστική αρχή που εξέδωσε τη διάταξη και στον πρόεδρο της Επιτροπής. 6. Η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες. Παρατάσεις της διάρκειας αυτής, οι οποίες δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τους δύο (2) μήνες, μπορούν να διαταχθούν με τη διαδικασία, που προβλέπεται κατά περίσταση, για την επιβολή του μέτρου και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι της άρσης. Σε κάθε περίπτωση οι παρατάσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν συνολικά τη διάρκεια των δέκα (10) μηνών. Το ανώτατο αυτό χρονικό όριο δεν ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η άρση διατάσσεται για λόγους εθνικής ασφάλειας. 7. Μετά τη λήξη της διάρκειας της άρσης, ή μετά τη λήξη του επιτρεπόμενου ανώτατου χρονικού ορίου της παύει αυτοδικαίως η άρση του απορρήτου. 8. Με διάταξη του οργάνου που επέβαλε την άρση μπορεί να διαταχθεί η παύση της και πριν από την πάροδο της ορισμένης διάρκειάς της, αν εκπληρώθηκε ο σκοπός ή έλειψαν οι λόγοι επιβολής του μέτρου. 9. Μετά τη λήξη του μέτρου της άρσης και υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι δεν διακινδυνεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε, μπορεί η Επιτροπή να αποφασίζει τη γνωστοποίηση της επιβολής του στους θιγόμενους. Τα στοιχεία που είχαν συλλεγεί ή κατασχεθεί και το υλικό που εγγράφηκε ή αποτυπώθηκε σε εκτέλεση της διάταξης για την άρση του απορρήτου σε περίπτωση διακρίβωσης εγκλημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 4, επισυνάπτονται στη δικογραφία, αν συνιστούν αποδεικτικά μέσα για την ποινική δίωξη κατά την κρίση της αρχής που εξέδωσε τη διάταξη. Διαφορετικά επιστρέφονται στον κύριό τους, εφόσον έχει αποφασισθεί η κατά το προηγούμενο εδάφιο γνωστοποίηση του μέτρου. Αν δεν συντρέχει αυτή η περίπτωση καταστρέφονται ενώπιον της αρχής που εξέδωσε τη διάταξη και συντάσσεται έκθεση για την καταστροφή. Υποχρεωτικώς καταστρέφεται το υλικό που δεν έχει σχέση με το λόγο επιβολής του μέτρου. 10. Το περιεχόμενο της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, το οποίο έγινε γνωστό λόγω της άρσης του απορρήτου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως άμεση ή έμμεση απόδειξη σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη και διοικητική διαδικασία για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που είχε καθορισθεί με τη διάταξη. Κατ’ εξαίρεση η αρχή που εξέδωσε τη διάταξη μπορεί, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, να επιτρέψει με νεότερη διάταξή της να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω στοιχεία, αν χρησιμεύουν για τη διακρίβωση άλλου ιδιαιτέρως σοβαρού εγκλήματος από αυτά που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, καθώς και για υπεράσπιση κατηγορουμένου σε ποινική δίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα. 11. Υπάλληλος της υπηρεσίας, στην οποία ανήκει το μέσο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας για το οποίο επιβλήθηκε η άρση, αν, παρότι είναι αρμόδιος, δεν παρέχει στο εντεταλμένο όργανο πληροφορία σχετική με το περιεχόμενο της διάταξης και τεχνική ή υπηρεσιακή γενικά συνδρομή για την εκτέλεσή της τιμωρείται, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν ανακοινώνει σε τρίτους ή χρησιμοποιεί το περιεχόμενο των κάθε είδους μηνυμάτων, πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση του λόγω της άρσης του απορρήτου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών».
10. Επειδή, με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων προστέθηκε παράγραφος 2 στο άρθρο 19 του Συντάγματος με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. ...». Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1593/2016 7μ) με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην απόρρητη ελεύθερη επικοινωνία, ως ειδικότερη έκφανση των δικαιωμάτων της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και του απαραβίαστου της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 9 παρ. 1 του Συντάγματος). Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή του Συντάγματος το απόρρητο της επικοινωνίας προστατεύεται έναντι πάντων (ιδιωτών ή φορέων δημόσιας εξουσίας), από κάθε είδους προσβολή και εκτείνεται στο σύνολο του επικοινωνιακού γεγονότος, καλύπτει, δηλαδή, όχι μόνο το περιεχόμενο της επικοινωνίας (φωνή, κείμενο, εικόνα, ήχο, ιστοσελίδα κ.λπ.), αλλά και τα συναφώς παραγόμενα δεδομένα επικοινωνίας που προσδιορίζουν τις συνθήκες επικοινωνίας και την εξατομικεύουν (όπως πληροφορίες για τον τόπο, τον χρόνο, τη διάρκεια, τη μορφή και το είδος επικοινωνίας, στοιχεία προσδιοριστικά του μέσου με το οποίο διεξήχθη η επικοινωνία, στοιχεία ταυτότητας και διευθύνσεων επικοινωνούντων μερών κ.λπ.). Με την προστασία του συνόλου του επικοινωνιακού γεγονότος (περιεχόμενο και δεδομένα επικοινωνίας) από το απόρρητο της επικοινωνίας, ο συνταγματικός νομοθέτης εγγυάται ένα περιβάλλον ιδιαίτερα αυξημένης προστασίας της εμπιστευτικότητας κατά τη διεξαγωγή της επικοινωνίας και, συνακόλουθα, της ιδιωτικής ζωής. Τούτο καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό εν όψει της διακινδύνευσης που συνεπάγεται για την ιδιωτική ζωή και την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης επικοινωνίας η συστηματική επεξεργασία, ειδικώς, των δεδομένων επικοινωνίας, από ιδιωτικούς ή και κρατικούς φορείς και για διάφορους σκοπούς, η οποία είναι ικανή να οδηγήσει όχι μόνο στην άντληση πληροφοριών για όλο το δίκτυο των ιδιωτικών και κοινωνικών σχέσεων των ανθρώπων, αλλά και στην ανίχνευση των προσωπικών, πολιτικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών στάσεων ή πεποιθήσεών τους (πρβλ. απόφαση του Δ.Ε.Ε. της 8.4.2014, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Digital Rights Ireland Ltd (C-293/12) και Kärntner Landesregierung (C-594/12), σκ. 27 και απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, της 2.3.2010, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις BvR 256/08, BvR 263/08, BvR 586/08, σκ. 209-212). Συναφώς δε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) έχει κρίνει, κατά την ερμηνεία του άρθρου 8 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. που κατοχυρώνει το δικαίωμα σεβασμού της επικοινωνίας και της ιδιωτικής ζωής, ότι όχι μόνο η παρακολούθηση του περιεχομένου της επικοινωνίας, αλλά και η συλλογή, αποθήκευση και γνωστοποίηση των παραγομένων δεδομένων επικοινωνίας (π.χ. αριθμοί εισερχόμενων και εξερχόμενων τηλεφωνικών κλήσεων, ημερομηνία και διάρκεια τηλεφωνικών συνδιαλέξεων), τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο της επικοινωνίας, συνιστούν επέμβαση στην απόλαυση των ανωτέρω δικαιωμάτων (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Malone κατά Η.Β., αριθμός προσφυγής [αρ.] 8691/79, της 2.8.1984, σκ. 84, Copland κατά Η.Β., αρ. 62617/00, της 3.4.2007, σκ. 41-44, και Heglas κατά Τσεχίας, αρ. 5935/02, της 1.3.2007, σκ. 60-61).
11. Επειδή, σε εκτέλεση της συνταγματικής επιταγής της ως άνω παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 3115/2003 (Α΄ 47), με τις διατάξεις του οποίου συνεστήθη, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή, η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με σκοπό την προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, στην έννοια δε της προστασίας περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της τήρησης των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του νόμου, τιτλοφορούμενο «Αρμοδιότητες της Α.Δ.Α.Ε.» ορίζεται ότι «1. Η Α.Δ.Α.Ε., για την εκπλήρωση της αποστολής της, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Διενεργεί, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, σε εγκαταστάσεις, τεχνικό εξοπλισμό, αρχεία, τράπεζες δεδομένων και έγγραφα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Y.Π.), άλλων δημοσίων υπηρεσιών, οργανισμών, επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και ιδιωτικών επιχειρήσεων που ασχολούνται με ταχυδρομικές, τηλεπικοινωνιακές ή άλλες υπηρεσίες σχετικές με την ανταπόκριση και την επικοινωνία. Τον έλεγχο διενεργεί μέλος ή μέλη της Α.Δ.Α.Ε., συμμετέχει δε και υπάλληλός της, ειδικά προς τούτο εντεταλμένος από τον πρόεδρό της για γραμματειακή υποστήριξη της διαδικασίας του ελέγχου. Κατά τον έλεγχο αρχείων που τηρούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας παρίσταται αυτοπροσώπως ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. β) Λαμβάνει πληροφορίες σχετικές με την αποστολή της, από τις υπό το στοιχείο α΄ υπηρεσίες, οργανισμούς και επιχειρήσεις, καθώς και από τους εποπτεύοντες Υπουργούς. γ) Καλεί σε ακρόαση, από τις υπηρεσίες, οργανισμούς, νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που αναφέρονται στο ως άνω στοιχείο α΄, τις διοικήσεις, τους νόμιμους εκπροσώπους, τους υπαλλήλους και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο κρίνει ότι μπορεί να συμβάλλει στην εκπλήρωση της αποστολής της. δ) Προβαίνει στην κατάσχεση μέσων παραβίασης του απορρήτου, που υποπίπτουν στην αντίληψή της κατά την ενάσκηση του έργου της και ορίζεται μεσεγγυούχος αυτών μέχρι να αποφανθούν τα αρμόδια δικαστήρια. Προβαίνει στην καταστροφή πληροφοριών ή στοιχείων ή δεδομένων, τα οποία αποκτήθηκαν με παράνομη παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών. ε) Εξετάζει καταγγελίες σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων, όταν θίγονται από τον τρόπο και τη διαδικασία άρσης του απορρήτου. στ) Στις περιπτώσεις των άρθρων 3, 4 και 5 του Ν. 2225/1994, η Α.Δ.Α.Ε. υπεισέρχεται μόνο στον έλεγχο της τήρησης των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου, χωρίς να εξετάζει την κρίση των αρμόδιων δικαστικών αρχών. ζ) Τηρεί αρχείο απόρρητης αλληλογραφίας, σύμφωνα με το στοιχείο Β΄ της παρ. 2 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. η) Συνεργάζεται με άλλες αρχές της χώρας, με αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών, με ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, για θέματα της αρμοδιότητάς της. θ) Συντάσσει κάθε χρόνο την προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου έκθεση πεπραγμένων, στην οποία περιγράφει το έργο της, διατυπώνει παρατηρήσεις, επισημαίνει παραλείψεις και προτείνει τυχόν ενδεικνυόμενες νομοθετικές μεταβολές στον τομέα διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών. ι) Γνωμοδοτεί και απευθύνει συστάσεις και υποδείξεις για τη λήψη μέτρων διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών, καθώς και για τη διαδικασία άρσης αυτού. ια) ... 2. Τα μέλη και το προσωπικό της Α.Δ.Α.Ε., πλην του βοηθητικού προσωπικού, έχουν προς διαπίστωση των παραβάσεων της νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου, τις εξουσίες και τα δικαιώματα που προβλέπονται στο Ν. 703/1977, όπως ισχύει. Τα πρόσωπα αυτά έχουν προς τούτο δικαίωμα να ελέγχουν τα προβλεπόμενα από το Π.Δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.) βιβλία και στοιχεία των ελεγχόμενων επιχειρήσεων και οργανισμών, αποκλειομένης της κατάσχεσης ή της παραλαβής τους, καθώς και πάσης φύσεως αρχεία, βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα των προσώπων που ελέγχουν, να ενεργούν έρευνες στα γραφεία και λοιπές εγκαταστάσεις τους, να λαμβάνουν ένορκες και ανωμοτί κατά την κρίση τους καταθέσεις, με την επιφύλαξη του άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι σχετικές διατάξεις, απαγορεύσεις, ποινές και κυρώσεις του Ν. 703/1977, ως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως σε περίπτωση αρνήσεως παροχής στοιχείων, παρεμπόδισης ή δυσχέρανσης του έργου της Α.Δ.Α.Ε., επιφυλασσομένης της εφαρμογής των προβλεπόμενων από τον παρόντα νόμο κυρώσεων. 3. ... 4. Κατά των εκτελεστών αποφάσεων της Α.Δ.Α.Ε. μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και οι προβλεπόμενες από το Σύνταγμα και τη νομοθεσία διοικητικές προσφυγές. Ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων της Α.Δ.Α.Ε. μπορεί να ασκεί και ο Υπουργός Δικαιοσύνης. 5. Η Α.Δ.Α.Ε. παρίσταται αυτοτελώς σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της. Εκπροσωπείται δικαστικώς από μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από μέλη της Νομικής της υπηρεσίας. 6. ...». Εξάλλου, στο άρθρο 10 του ίδιου νόμου («Ποινικές κυρώσεις») προβλέπεται ότι «1. Όποιος παραβιάζει με οποιονδήποτε τρόπο το απόρρητο των επικοινωνιών ή τους όρους και τη διαδικασία άρσης αυτού, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) έως εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ, εφόσον δεν προβλέπονται βαρύτερες ποινές από άλλες ισχύουσες διατάξεις. Σε περίπτωση που ο παραβάτης της παρούσας διάταξης ανήκει στο προσωπικό υπηρεσίας, οργανισμού, νομικού προσώπου ή επιχείρησης των αναφερόμενων στην περ. α της παρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος, η επιβαλλόμενη ποινή φυλάκισης είναι τουλάχιστον δύο (2) ετών και η χρηματική ποινή τουλάχιστον τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. 2. Μέλος της Α.Δ.Α.Ε. το οποίο γνωστοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο πληροφορίες και δεδομένα που είναι προσιτά σ’ αυτό λόγω της υπηρεσίας του ή αφήνει άλλον να λάβει γνώση αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Αν όμως τέλεσε την πράξη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει άλλον επιβάλλεται κάθειρξη. Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ».
12. Επειδή, εξάλλου, με το άρθρο 12 περιπτ. β και γ του νόμου αυτού, υπό τον τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις», αντικαταστάθηκαν από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της Α.Δ.Α.Ε. οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 5 του ν. 2225/1994 ως εξής: «4. Απόσπασμα της διάταξης, που περιλαμβάνει το διατακτικό της, παραδίδεται με απόδειξη, μέσα σε κλειστό φάκελο: α) Στον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο ή το γενικό διευθυντή ή τον εκπρόσωπο του νομικού προσώπου στο οποίο υπάγεται το μέσο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Σε περίπτωση ατομικής επιχείρησης, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται στον επιχειρηματία. β) Αν το νομικό πρόσωπο υπάγεται στον έλεγχο ή την εποπτεία του κράτους, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται και στον Υπουργό που εποπτεύει το νομικό αυτό πρόσωπο ή στον Υπουργό που προΐσταται της δημόσιας υπηρεσίας. Στην Α.Δ.Α.Ε. παραδίδεται, μέσα σε κλειστό φάκελο, όλο το κείμενο της διάταξης που επιβάλλει την άρση του απορρήτου. Η σχετική αλληλογραφία είναι απόρρητη και τηρείται σε ειδικό αρχείο, στο οποίο έχουν πρόσβαση ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. και ένα ακόμη μέλος της, το οποίο είναι ειδικά εξουσιοδοτημένο προς τούτο από την Α.Δ.Α.Ε. Ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. ενημερώνει σε κάθε περίπτωση τους αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή και κοινοποιεί τη διάταξη στον Υπουργό Δικαιοσύνης. 5. Μετά την εκτέλεση της διάταξης συντάσσονται μία ή περισσότερες, κατά τις περιστάσεις, εκθέσεις από την υπηρεσία η οποία διενήργησε τις πράξεις άρσης του απορρήτου. Οι εκθέσεις υπογράφονται από το εντεταλμένο όργανο της αιτούσας αρχής και σε αυτές αναφέρονται: α) οι ενέργειες που έγιναν για την εκτέλεση της διάταξης, β) ο τόπος, η ημερομηνία και ο τρόπος εκτέλεσης των πιο πάνω ενεργειών, γ) το ονοματεπώνυμο των υπαλλήλων που τις διενήργησαν, εφόσον το κρίνει αναγκαίο το όργανο που εξέδωσε τη διάταξη. Αντίγραφα των εκθέσεων αυτών διαβιβάζονται με απόδειξη, μέσα σε κλειστό φάκελο, στην αιτούσα αρχή, στη δικαστική αρχή, που εξέδωσε τη διάταξη και στην Α.Δ.Α.Ε.». Επίσης, με το ίδιο άρθρο 12 περίπτ. δ αντικαταστάθηκε από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της Α.Δ.Α.Ε. το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του ίδιου άρθρου 5 του ν. 2225/1994 ως εξής: «Μετά τη λήξη του μέτρου της άρσης και υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε, μπορεί η Α.Δ.Α.Ε. να αποφασίζει τη γνωστοποίηση της επιβολής του στους θιγόμενους».
13. Επειδή, ακολούθως, με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 4531/2018 (Α΄ 62) η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 2225/1994 αντικαταστάθηκε ως εξής: «2. Η αίτηση υποβάλλεται προς τον Εισαγγελέα Εφετών του τόπου της αιτούσας αρχής ή του τόπου όπου πρόκειται να επιβληθεί η άρση, εκτός αν στην αιτούσα αρχή, με βάση διάταξη νόμου και απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου έχει ήδη αποσπασθεί και υπηρετεί με αποκλειστική απασχόληση συγκεκριμένος εισαγγελικός λειτουργός, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η ανωτέρω αίτηση υποβάλλεται σε αυτόν. Ο πιο πάνω, κατά περίπτωση, αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός αποφασίζει μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες για την άρση ή όχι του απορρήτου με διάταξή του στην οποία περιέχονται τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 στοιχεία. Αν κατά την κρίση του, μετά από εισήγηση της αιτούσας αρχής, ειδικές περιστάσεις εθνικής ασφάλειας επιβάλλουν την παράλειψη ή τη συνοπτική παράθεση ορισμένων από τα στοιχεία αυτά, γίνεται ειδική μνεία στη διάταξη».
14. Επειδή, περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 4786/2021 (Α΄ 43) τροποποιήθηκε εκ νέου το άρθρο 5 του ν. 2225/1994. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 37 αντικαταστάθηκε η παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2225/1994 ως εξής: «4. Απόσπασμα της διάταξης, που περιλαμβάνει το διατακτικό της, παραδίδεται με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα, το οποίο πρέπει να καλύπτει τις προϋποθέσεις ασφαλείας του απορρήτου του περιεχομένου: α) Στον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο ή τον γενικό διευθυντή ή τον εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, στο οποίο υπάγεται το μέσο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Σε περίπτωση ατομικής επιχείρησης, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται στον επιχειρηματία. β) Αν το νομικό πρόσωπο υπάγεται στον έλεγχο ή την εποπτεία του κράτους, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται και στον Υπουργό που εποπτεύει το νομικό αυτό πρόσωπο ή στον Υπουργό που προΐσταται της δημόσιας υπηρεσίας. Το ηλεκτρονικό κωδικοποιημένο μήνυμα, το οποίο λαμβάνει η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), περιέχει όλο το κείμενο της διάταξης που επιβάλλει την άρση του απορρήτου. Η σχετική αλληλογραφία είναι απόρρητη και τηρείται σε ειδικό αρχείο, στο οποίο έχουν πρόσβαση ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. και ένα ακόμη μέλος της Ολομέλειας που ορίζεται από αυτήν, καθώς και μέλη του προσωπικού της, τα οποία είναι ειδικά εξουσιοδοτημένα προς τούτο από την Ολομέλεια της Αρχής. Ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. ενημερώνει σε κάθε περίπτωση τον Πρόεδρο της Βουλής και τους αρχηγούς των κομμάτων, που εκπροσωπούνται στη Βουλή και κοινοποιεί τη διάταξη στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Με απόφαση της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε. όλες οι διατάξεις περί άρσεως του απορρήτου που έχουν αποθηκευτεί σε φυσικά αρχεία στην Αρχή από την ίδρυσή της, ψηφιοποιούνται και μετατρέπονται σε ηλεκτρονικά αρχεία. Με ίδια απόφαση ορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία της ψηφιοποίησης. Μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την πιο πάνω ψηφιοποίηση, τα φυσικά αρχεία καταστρέφονται». Ακόμη, με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου 37, στο άρθρο 5 του ν. 2225/1994 προστέθηκε παράγραφος 12 ως εξής: «12. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθορίζονται όλες οι τεχνικές και διαδικαστικές λεπτομέρειες για τη θέση σε εφαρμογή και λειτουργία της διαδικασίας της παρ. 4 ως προς την παράδοση του αποσπάσματος της διάταξης με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα». Τέλος, με την παρ. 3 του παραπάνω άρθρου 37 ορίσθηκε ότι «Μέχρι τη δημοσίευση της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 12 του άρθρου 5 του ν. 2225/1994, το απόσπασμα της διάταξης που περιλαμβάνει το διατακτικό της παραδίδεται με απόδειξη μέσα σε κλειστό φάκελο: α) στον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο ή τον γενικό διευθυντή ή τον εκπρόσωπο του νομικού προσώπου στο οποίο υπάγεται το μέσο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Σε περίπτωση ατομικής επιχείρησης, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται στον επιχειρηματία, β) αν το νομικό πρόσωπο υπάγεται στον έλεγχο ή την εποπτεία του κράτους, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται και στον Υπουργό που εποπτεύει το νομικό αυτό πρόσωπο ή στον Υπουργό που προΐσταται της δημόσιας υπηρεσίας και γ) στην Α.Δ.Α.Ε. κατά τα ήδη οριζόμενα». Κατά τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση της ρύθμισης, με τις διατάξεις αυτές επιδιώκεται ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός και η ασφαλής διαβίβαση των απόρρητων εγγράφων, η ορθολογική ταξινόμηση και αρχειοθέτηση των εγγράφων που αφορούν την άρση του απορρήτου και η ενίσχυση του ρόλου της Α.Δ.Α.Ε., μέσω της παροχής των αναγκαίων εργαλείων για να ανταποκριθεί στη συνταγματική αποστολή της.
15. Επειδή, στη συνέχεια, εκδόθηκε ο ν. 4790/2021 (Α΄ 48), με το άρθρο 87 παρ. 1 του οποίου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 9 του άρθρου 5 του ν. 2225/1994 ως εξής: «9. Στις περιπτώσεις του άρθρου 4 [άρση του απορρήτου για διακρίβωση εγκλημάτων], η Α.Δ.Α.Ε. δύναται, μετά τη λήξη του μέτρου της άρσης, να αποφασίζει τη γνωστοποίηση της επιβολής του μέτρου αυτού στους θιγόμενους, με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε. Τα στοιχεία που είχαν συλλεγεί ή κατασχεθεί και το υλικό που εγγράφηκε ή αποτυπώθηκε σε εκτέλεση της διάταξης για την άρση του απορρήτου σε περίπτωση διακρίβωσης εγκλημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 4, επισυνάπτονται στη δικογραφία, αν συνιστούν αποδεικτικά μέσα για την ποινική δίωξη κατά την κρίση της αρχής που εξέδωσε τη διάταξη. Στις περιπτώσεις των παρ. 1α και 1γ του άρθρου 4 και της περ. ζ΄ της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 4443/2016 (Α΄ 232) τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται επιπλέον κατά τη διοικητική διαδικασία για τη διαπίστωση της παράβασης των άρθρων 3 έως 7, 29 και 30 του ν. 3340/2005 (Α΄ 112), του άρθρου 93α του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), καθώς και των διατάξεων των στοιχείων (α) και (β) του άρθρου 14 και του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την κατάχρηση της αγοράς (Κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των Οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (L 173) και επισυνάπτονται στη σχετική δικογραφία κατά τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Διαφορετικά επιστρέφονται στον κύριό τους, εφόσον έχει αποφασισθεί η κατά το πρώτο εδάφιο γνωστοποίηση του μέτρου. Αν δεν συντρέχει αυτή η περίπτωση καταστρέφονται ενώπιον της αρχής που εξέδωσε τη διάταξη και συντάσσεται έκθεση για την καταστροφή. Υποχρεωτικώς καταστρέφεται το υλικό που δεν έχει σχέση με τον λόγο επιβολής του μέτρου. Η παρούσα δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 3». Εξάλλου, με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου 87 του ν. 4790/2021 ορίσθηκε ότι «Η παρ. 1 εφαρμόζεται και για τις άρσεις του απορρήτου που έχουν λάβει χώρα έως τη δημοσίευση του παρόντος». Κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, με την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών περιορίζεται ένα συνταγματικό δικαίωμα και πρέπει να προβλεφθούν τα αντίστοιχα αντισταθμιστικά μέτρα, ενώ, ειδικότερα, με την επίμαχη ρύθμιση σκοπείται η διαχείριση των συνεπειών από την άρση του απορρήτου, βραχυπρόθεσμο δε στόχο της ρύθμισης αποτελεί η διαφάνεια στη διαδικασία της άρσης του απορρήτου.
16. Επειδή, στον ν. 3649/2008 προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 2 “1. Η Ε.Υ.Π. έχει ως αποστολή, στο πλαίσιο του Συντάγματος και των νόμων, την αναζήτηση, συλλογή, επεξεργασία και γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές των πληροφοριών που αφορούν: α. … β. Την πρόληψη και αντιμετώπιση δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής ασφάλειας του Ελληνικού Κράτους, καθώς και του εθνικού πλούτου της Χώρας. γ. …”, Άρθρο 5 “1. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ε.Υ.Π., το προσωπικό της: α. … β. Ενεργεί, ύστερα από διάταξη του εισαγγελικού λειτουργού της παρ. 3 του παρόντος και τηρουμένων των διατάξεων του ν. 3115/2003, άρση απορρήτου επιστολών και τηλεφωνικής ή άλλης επικοινωνίας, καθώς και καταγραφή δραστηριότητας προσώπων με ειδικά τεχνικά μέσα και ιδίως με συσκευή ήχου και εικόνας εκτός κατοικίας. γ. Μπορεί να συλλέγει πληροφορίες, τηρουμένων και των διατάξεων του ν. 3115/2003, όπως κάθε φορά ισχύει, για ζητήματα εθνικής ασφαλείας, με διείσδυση, ύστερα από εντολή του Διοικητή της Ε.Υ.Π. και έγκριση του ασκούντος την εποπτεία εισαγγελέα. … δ. …”, Άρθρο 14 “1. … 5. Η Ε.Υ.Π., κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, πάντοτε όμως με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3115/2003, όπως κάθε φορά ισχύει, εξαιρείται από την υποχρέωση να γνωστοποιεί σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πληροφορίες ή στοιχεία εφόσον ο Διοικητής κρίνει ότι η δημοσιοποίησή τους βλάπτει το δημόσιο συμφέρον. Η πρόσβαση στα αρχεία της Ε.Υ.Π. επιτρέπεται μόνο στο προσωπικό της που εξουσιοδοτείται για την τήρηση και επεξεργασία τους”.
17. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την ....2020 αίτηση του αιτούντος ζητήθηκε από την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.) να διερευνήσει τυχόν παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών του για τις τηλεφωνικές συνδέσεις του (σταθερό και κινητό) και να τον ενημερώσει αν αυτές παρακολουθούνται ή αν έχουν τεθεί σε κάποιο χρονικό σημείο υπό παρακολούθηση, δηλώνοντας ότι προτίθεται να δημοσιοποιήσει την επικοινωνία του με την Α.Δ.Α.Ε. Στο πλαίσιο διερεύνησης της ανωτέρω καταγγελίας, με τις 252/2020 και 378/2020 αποφάσεις της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε. συνεστήθη Ομάδα Ελέγχου (ΟΕ), η οποία απέστειλε επιστολές προς τις εταιρείες ………..., ζητώντας στοιχεία για τις συνδέσεις σταθερής και κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος. Οι εταιρείες απέστειλαν τα στοιχεία. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των στοιχείων αυτών, η Ομάδα Ελέγχου της Α.Δ.Α.Ε. συνέταξε την από 5.5.2021 Έκθεση Διενέργειας Εκτάκτου Ελέγχου, στην οποία διαλαμβάνεται ότι από τον έλεγχο που διενεργήθηκε δεν διαπιστώθηκε κάποιο γεγονός που να συνιστά παραβίαση του απορρήτου και να αφορά τους ανωτέρω αναφερόμενους παρόχους. Ωστόσο, επισημάνθηκε ότι η εταιρεία ... A.E. κλήθηκε να εκτελέσει τρεις διατάξεις άρσης απορρήτου των επικοινωνιών της Εισαγγελέως της Ε.Υ.Π. για αριθμό σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος, και ειδικότερα την Ε ...διάταξη, με την οποία διατάχθηκε η άρση του απορρήτου του για το διάστημα από 1.6.2020 έως 1.8.2020, την Ε ...διάταξη, για παράταση της παραπάνω άρσης του απορρήτου για διάστημα ακόμα δύο μηνών, δηλαδή από 1.8.2020 έως 1.10.2020, και την Ε ...διάταξη, με την οποία διατάχθηκε η παύση της άρσης, δυνάμει δε των ανωτέρω εισαγγελικών διατάξεων πραγματοποιήθηκε νόμιμη συνακρόαση κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2020 έως 12.8.2020. Περαιτέρω, στην ανωτέρω έκθεση αναφέρεται ότι η Α.Δ.Α.Ε., με το ...έγγραφό της προς το Γραφείο Εισαγγελέως της Ε.Υ.Π., ζήτησε να ενημερωθεί αν, με τη γνωστοποίηση κατ’ άρθρο 5 παρ. 9 του ν. 2225/1994 της προαναφερόμενης επιβολής του μέτρου της άρσης στον αιτούντα, διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε το μέτρο, αλλά ότι η Εισαγγελέας της Ε.Υ.Π. με το …. έγγραφό της, απάντησε ότι η εν λόγω αρμοδιότητα της Α.Δ.Α.Ε. έχει καταργηθεί στις περιπτώσεις που η άρση του απορρήτου διατάσσεται για λόγους εθνικής ασφάλειας, δυνάμει του εν τω μεταξύ τεθέντος σε ισχύ άρθρου 87 του ν. 4790/2021 (Α΄ 48/31.3.2021), ότι, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση του ληφθέντος μέτρου στον αιτούντα και ότι, σε κάθε περίπτωση, διακυβεύεται ο σκοπός του ληφθέντος μέτρου. Η ανωτέρω έκθεση εγκρίθηκε με την 259/2021 απόφαση της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε. και, στη συνέχεια, απεστάλη στον αιτούντα η ...πράξη του με εντολή Προέδρου υπογράφοντος Προϊσταμένου Δ/νσης ΔΥΑΤΥ, με την οποία η Α.Δ.Α.Ε. τον ενημέρωσε ότι «δεν διαπιστώθηκε κάποιο γεγονός που να συνιστά παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών».
18. Επειδή, ο αιτών επανήλθε με την υποβολή της ...αίτησης, στην οποία ανέφερε ότι, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το εργαστήριο του Πανεπιστημίου του Τορόντο ..., το κινητό του τηλέφωνο, μετά τη λήψη μηνύματος από έναν συγκεκριμένο αριθμό, είχε μολυνθεί από το λογισμικό κατασκοπείας Predator κατά το διάστημα από 12.7.2021 έως 24.9.2021, ζήτησε δε από την Α.Δ.Α.Ε. τη διερεύνηση της υπόθεσης της φερόμενης επιμόλυνσης της κινητής συσκευής του με το λογισμικό κατασκοπείας Predator της Cytrox. Για τη διερεύνηση της καταγγελίας, με τις 162/2022 και 333/2022 αποφάσεις της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε. συνεστήθη Ομάδα Ελέγχου, η οποία πραγματοποίησε στις 20.4.2022 επιτόπιο έλεγχο στην εταιρεία ..., στο πλαίσιο του οποίου ζήτησε να πληροφορηθεί αν έχει ληφθεί διάταξη ή βούλευμα άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για τη σύνδεση κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος για το χρονικό διάστημα από τις 12.7.2021 μέχρι την ημερομηνία διεξαγωγής του επιτόπιου ελέγχου, καθώς και να της παραδώσει η εταιρεία τα αρχεία καταγραφής ενεργειών από το σύστημα νόμιμων επισυνδέσεων για τον ίδιο αριθμό. Τα στοιχεία απεστάλησαν από την εταιρεία. Στη συνέχεια, η Ομάδα Ελέγχου πραγματοποίησε επιτόπιο έλεγχο στην εταιρεία ... στις 12.9.2022, κατά τον οποίο ζητήθηκε από την εταιρεία το αρχείο καταγραφής κλήσεων για τα εξερχόμενα μηνύματα [SMS] από συγκεκριμένο αριθμό κινητής τηλεφωνίας προς τη σύνδεση κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος. Κατόπιν αυτού, η Ομάδα Ελέγχου απέστειλε επιστολή στην εταιρεία ..., με την οποία ζήτησε: 1. το αρχείο καταγραφής κλήσεων για τα μηνύματα [SMS] από συγκεκριμένο αριθμό κινητής τηλεφωνίας προς τον αριθμό κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος για την ημερομηνία 12.7.2021 και 2. το δίκτυο από το οποίο δρομολογήθηκαν προς το δίκτυο της ... το/τα μήνυμα/μηνύματα [SMS] από τον ίδιο συγκεκριμένο αριθμό προς τον αριθμό κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος. Αφού απεστάλησαν και τα στοιχεία αυτά, η Ομάδα Ελέγχου πραγματοποίησε εκ νέου επιτόπιο έλεγχο στην εταιρεία ... στις 9.3.2023, κατά τον οποίο ζητήθηκε το αρχείο καταγραφής κλήσεων για τα μηνύματα [SMS] από άλλον συγκεκριμένο αριθμό κινητής τηλεφωνίας προς τη σύνδεση κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος στις 31.7.2020, καθώς και το δίκτυο από το οποίο δρομολογήθηκαν προς το δίκτυο της ... το/τα μήνυμα/μηνύματα [SMS] από τον ίδιο συγκεκριμένο αριθμό προς τον αριθμό κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος. Μετά την εξέταση των στοιχείων που προέκυψαν από τον παραπάνω έλεγχο, με την από 12.7.2023 έκθεση της Ομάδας Ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία ... δεν είχε λάβει και διαχειριστεί διάταξη/βούλευμα για άρση απορρήτου του τηλεφωνικού αριθμού του αιτούντος και ότι δεν υπήρχαν σχετικές εγγραφές στο σύστημα συνακρόασης, καθώς και ότι ο τηλεφωνικός αριθμός, από τον οποίο εστάλη μήνυμα στον αριθμό του αιτούντος στις 12.7.2021 στο οποίο υπήρχε ο σύνδεσμος που οδηγούσε στην εγκατάσταση του ύποπτου λογισμικού, ήταν ανενεργός κατά το χρονικό διάστημα από 12.7.2021 έως και 30.9.2021 και, ως εκ τούτου, πιθανότατα, είχε χρησιμοποιηθεί η τεχνική της παραποίησης προέλευσης τηλεφωνημάτων. Η ανωτέρω έκθεση εγκρίθηκε με την …. απόφαση της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε. Συναφώς προς τη διαδικασία αυτή, της διερεύνησης μόλυνσης του κινητού τηλεφώνου του με το λογισμικό Predator, ο αιτών είχε υποβάλει την …. αίτηση, με την οποία ζήτησε από την Α.Δ.Α.Ε. να κρίνει ως αντισυνταγματική και αντικείμενη στην ΕΣΔΑ τη διάταξη του άρθρου 87 του ν. 4790/2021, κατά το σκέλος που αφαιρούσε από την Α.Δ.Α.Ε. την αρμοδιότητα να αποφασίζει τη γνωστοποίηση του μέτρου της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών στους θιγόμενους, στις περιπτώσεις που η λήψη του μέτρου είχε αποφασισθεί για λόγους εθνικής ασφάλειας. Με την ίδια αίτηση, ο αιτών ζήτησε από την Α.Δ.Α.Ε., να διενεργήσει όλους τους απαραίτητους ελέγχους στους παρόχους τηλεπικοινωνιών, στην Ε.Υ.Π. και σε κάθε άλλο αρμόδιο φορέα και να τον ενημερώσει για την εξέλιξη της έρευνας που διεξήγαγε σε συνέχεια της από 6.4.2022 καταγγελίας του. Στη συνέχεια, με την …. αίτησή του, ο αιτών ενημέρωσε την Α.Δ.Α.Ε. ότι έχει εκκινήσει προκαταρκτική έρευνα από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για τη διερεύνηση της τέλεσης σε βάρος του της αξιόποινης πράξης της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών και στο πλαίσιο αυτό ζήτησε να του γνωστοποιηθεί αν υπήρχε κάποια εξέλιξη, σχετικά με την από 13.5.2022 αίτησή του.
19. Επειδή, παράλληλα προς τα ανωτέρω, δυνάμει της …./2022 απόφασης της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε. και της …/2022 απόφασης του Προέδρου της, διεξήχθη έκτακτος έλεγχος στις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της Ε.Υ.Π., ο οποίος ολοκληρώθηκε σε πέντε επισκέψεις μεταξύ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 2022 και της 10ης Μαρτίου 2023. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 2022, η Ομάδα Ελέγχου ζήτησε από την Ε.Υ.Π. να της επιδείξει τα στοιχεία του φακέλου του αιτούντος που αφορούσαν την άρση απορρήτου των επικοινωνιών του, στα οποία περιλαμβάνονταν οι υπηρεσιακές αιτήσεις στις οποίες στηρίχθηκε η Εισαγγελέας Εφετών που εξέδωσε τις διατάξεις άρσης του απορρήτου του, παράτασης της άρσης και παύσης αυτής. Ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το αν ο φάκελος του αιτούντος υπήρχε ή είχε καταστραφεί και ανέφερε ότι ο φάκελος που αφορά μία συγκεκριμένη επισύνδεση, όταν παύει η επισύνδεση δύναται, σε εύλογο χρονικό διάστημα, να καταστρέφεται. Στο πλαίσιο αυτό η Ομάδα Ελέγχου της Α.Δ.Α.Ε. ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό του εύλογου χρόνου, μετά το πέρας του οποίου υπήρχε ενδεχόμενο καταστροφής των φακέλων, ενώ περαιτέρω έθεσε το ερώτημα αν υφίστατο πρωτόκολλο καταστροφής, στο οποίο να αποτυπώνεται ο χρόνος και ο τρόπος καταστροφής του φακέλου του αιτούντος. Ωστόσο, ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στα σχετικά ερωτήματα, διότι, όπως υποστήριξε, αφορούσαν επισυνδέσεις, οι οποίες είχαν ολοκληρωθεί πριν αναλάβει τα καθήκοντά του, ανέφερε δε ότι κάθε εμπλεκόμενη Διοίκηση είχε τη δυνατότητα να καταστρέφει τα σχετικά έγγραφα σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά την παύση της άρσης. Κατόπιν αυτού, η Ομάδα Ελέγχου ζήτησε να κληθούν σε επόμενη ημερομηνία ελέγχου οι αρμόδιοι Υποδιοικητές της Ε.Υ.Π. και τα υπηρεσιακά στελέχη προκειμένου να ενημερωθεί για το ζήτημα των στοιχείων του φακέλου του αιτούντος και να ασκήσει την ελεγκτική της αρμοδιότητα. Ο Διοικητής της Ε.Υ.Π., επανερχόμενος στο επίδικο ζήτημα κατά τον επιτόπιο έλεγχο της 13ης Σεπτεμβρίου 2022, ενημέρωσε την Ομάδα Ελέγχου της Α.Δ.Α.Ε. ότι οι εισαγγελικές διατάξεις, οι οποίες αφορούσαν τη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν κανονικά καταχωρισμένες στο σχετικό αρχείο, αλλά η υπηρεσία αδυνατούσε να παράσχει την αιτηθείσα πρόσβαση στον φάκελο, επικαλούμενος τον άκρως απόρρητο χαρακτήρα της σχετικής διαδικασίας για λόγους εθνικής ασφαλείας. Ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. επεσήμανε τη συνταγματική κατοχύρωση της Αρχής βάσει του άρθρου 19 παρ. 2 του Συντάγματος και το μη αντιτάξιμο του απορρήτου έναντι αυτής, επαναφέροντας το αίτημα για πρόσβαση είτε στον φάκελο του αιτούντος είτε στο πρωτόκολλο καταστροφής του φακέλου και διευκρινίζοντας ότι η Ομάδα Ελέγχου ενδιαφέρεται να διαπιστώσει αν υπάρχουν τα εν λόγω στοιχεία και όχι να κρίνει το ίδιο το περιεχόμενό τους. Ωστόσο ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. ενέμεινε στην αρνητική του απάντηση.
20. Επειδή, στη συνέχεια, ο αιτών υπέβαλε στην Α.Δ.Α.Ε. την ….2024 αίτηση, αναφέροντας ότι αυτή αποτελεί συνέχεια της αρχικής ....2020 αίτησής του, διότι η Α.Δ.Α.Ε. δεν του είχε απαντήσει με σαφήνεια στο αρχικό του ερώτημα, σχετικά με το αν είχε επιβληθεί το μέτρο της άρσης του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών του. Με την ανωτέρω αίτηση, ο αιτών επικαλέσθηκε την 465/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία η διάταξη του άρθρου 87 του ν. 4790/2021 είχε κριθεί ως αντισυνταγματική, και ζήτησε να λάβει γνώση της επιβολής του μέτρου άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του και της αιτιολογίας της επιβολής του, ώστε να έχει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, σύμφωνα με την κρίσιμη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 9 του ν. 2225/1994, όπως ίσχυε κατά την υποβολή του αρχικού αιτήματός του. Συναφώς, με την εν λόγω αίτηση επισημάνθηκε ότι η Α.Δ.Α.Ε. είχε στη διάθεσή της όλο το υλικό σχετικά με την παρακολούθηση εις βάρος του αιτούντος, καθώς και το προανακριτικό υλικό της προκαταρκτικής εξέτασης που είχε διενεργήσει ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Α. Ζήσης, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας δεν προέκυψε σύνδεση της Ε.Υ.Π. ή άλλης κρατικής υπηρεσίας με το κακόβουλο λογισμικό Predator. Με την 538/2024 πράξη της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε. αποφασίσθηκε η επανεξέταση του παραπάνω αιτήματος. Κατόπιν αυτού, η Α.Δ.Α.Ε. απέστειλε στον Διοικητή της Ε.Υ.Π. την …. απόρρητη επιστολή, με την οποία του ζήτησε να ενημερώσει την Αρχή αν η γνωστοποίηση στον αιτούντα της επιβολής του μέτρου άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του θα προκαλούσε διακύβευση του σκοπού για τον οποίο το μέτρο είχε επιβληθεί, σύμφωνα με την κρίσιμη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 9 του ν. 2225/1994, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 87 του ν. 4790/2021. Με το …. έγγραφό του, ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. απάντησε ότι, εφόσον η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος είχε λάβει ευρύτατη δημοσιότητα και τα στοιχεία των σχετικών εισαγγελικών διατάξεων τα είχε επικαλεστεί ρητά ο ίδιος ο αιτών στην από 25.7.2022 προσφυγή του ενώπιον του ΕΔΔΑ, υπό το φως κριθέντων με την 465/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν υφίστατο διακινδύνευση του σκοπού εθνικής ασφάλειας της Χώρας από τη γνωστοποίηση στον αιτούντα της λήψης του μέτρου της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του για την περίοδο που προέκυπτε από τις σχετικές εισαγγελικές διατάξεις και ότι, ως εκ τούτου, η Α.Δ.Α.Ε. μπορούσε να τον ενημερώσει για την εις βάρος του επιβολή του μέτρου. Πράγματι, η Αρχή, κατόπιν της 71/2025 απόφασης της Ολομέλειάς της, με την ΕΜΠ … πράξη του Προέδρου της, γνωστοποίησε στον αιτούντα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη νόμου, την επιβολή του επίδικου μέτρου στη σύνδεσή του κινητής τηλεφωνίας κατά το παρελθόν, αναφέροντας συγκεκριμένα τις εισαγγελικές διατάξεις με τις οποίες είχε διαταχθεί το μέτρο αυτό και τα χρονικά διαστήματα συνακρόασης. Κατόπιν τούτου, ο αιτών υπέβαλε ενώπιον της Αρχής την …. αίτησή του, με την οποία ζήτησε να του παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είχε επιβληθεί το μέτρο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του, αλλά και να του κοινοποιηθεί ο σχετικός υπηρεσιακός φάκελος. Ειδικότερα, ο αιτών, με την ανωτέρω αίτησή του, προέβαλε ότι, κατόπιν επανεξέτασης του ....2020 αιτήματός του, με την ΕΜΠ …. πράξη της Α.Δ.Α.Ε. του γνωστοποιήθηκε για πρώτη φορά ότι είχε επιβληθεί εις βάρος του το μέτρο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, χωρίς όμως να του γνωστοποιηθούν οι λόγοι επιβολής του μέτρου, τα πραγματικά περιστατικά που το δικαιολόγησαν, οι νομικές βάσεις που επικαλέστηκαν οι αρμόδιες αρχές και το πλήρες κείμενο των εισαγγελικών διατάξεων ή τυχόν συναφή έγγραφα, επεσήμανε δε ότι με την παραπάνω πράξη η Αρχή του παρέσχε ελλιπή ενημέρωση και δεν συμμορφώθηκε πλήρως με τις επιταγές της 465/2024 απόφασης του Δικαστηρίου. Επομένως, με την …. αίτησή του, κατ’ επίκληση του άρθρου 19 του Συντάγματος, του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των άρθρων 7, 8 και 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο αιτών ζήτησε να του κοινοποιηθούν τα εξής στοιχεία: 1. Αντίγραφο των εισαγγελικών διατάξεων ή οποιασδήποτε άλλης διοικητικής πράξης που διέταξε την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του. 2. Οι λόγοι που επικαλέστηκε η αρμόδια αρχή για την επιβολή του εν λόγω μέτρου. 3. Όλα τα συναφή έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων της αρμόδιας υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα και των απαντήσεων που δόθηκαν. 4. Πληροφορίες σχετικά με το εάν το σχετικό υλικό χρησιμοποιήθηκε για οποιαδήποτε ποινική ή διοικητική διαδικασία και, σε καταφατική περίπτωση, τα σχετικά έγγραφα. Η Α.Δ.Α.Ε., ενεργώντας επί της τελευταίας αυτής …. αιτήσεως του αιτούντος, με την …. επιστολή της προς τον Διοικητή της Ε.Υ.Π., ζήτησε να της αποσταλεί ο πλήρης υπηρεσιακός φάκελος της υπόθεσης άρσης απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος. Με την Φ. …. επιστολή του, ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. απάντησε στο αίτημα της Αρχής αναφέροντας ότι «τα στη διάθεση της Διοίκησης που ανέλαβε στις 5.8.2022 στοιχεία, σε σχέση με τις συγκεκριμένες διατάξεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του έτους 2020 που αφορούν τον αιτούντα, έχουν τεθεί υπόψιν της Α.Δ.Α.Ε.». Κατόπιν τούτου, απαντώντας στην ανωτέρω …. αίτηση του αιτούντος, η Α.Δ.Α.Ε., ύστερα από την …. απόφαση της Ολομέλειάς της, απέστειλε στον αιτούντα την προσβαλλόμενη ....2025 πράξη του Προέδρου της. Με αυτήν του ανακοινώθηκε ότι το αίτημά του να λάβει γνώση των λόγων της άρσης του απορρήτου του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί διότι ο υπηρεσιακός φάκελος της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του είχε ζητηθεί από την Ε.Υ.Π., αλλά δεν είχε τεθεί υπ’ όψιν της Α.Δ.Α.Ε.
21. Επειδή, στην από 22.8.2025 έκθεση απόψεων της Ε.Υ.Π. προς το Δικαστήριο αναφέρεται ότι «ο πλήρης υπηρεσιακός φάκελος, που διαθέτει η Υπηρεσία για τον αιτούντα επισυνάπτεται για ενημέρωση Σας». Στον φάκελο αυτόν περιλαμβάνονται οι εισαγγελικές διατάξεις Ε .../2020, Ε .../2020 και Ε .../2020, δυνάμει των οποίων εχώρησε άρση του απορρήτου της τηλεφωνικής σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας και συνακρόαση του αιτούντος για το διάστημα από 1.6.2020 έως 12.8.2020. Οι ανωτέρω εισαγγελικές διατάξεις εκδόθηκαν κατόπιν των αιτήσεων της Ε.Υ.Π. .../1.6.2020, .../13.7.2020 και .../12.8.2020 αντιστοίχως, οι οποίες μνημονεύονται στις εισαγγελικές διατάξεις. Στις δύο πρώτες διατάξεις γίνεται αναφορά σε λόγους εθνικής ασφαλείας οι οποίοι υπαγόρευσαν την επιβολή του μέτρου και δεν παρατέθηκαν, ως εκ της φύσεώς τους, στο κείμενο της κάθε διάταξης, διότι η γνώση τους από τρίτους θα επέφερε βλάβη στην εθνική ασφάλεια. Περαιτέρω, και στις τρεις διατάξεις γίνεται αναφορά σε “μνημονευόμενα στη σχετική αίτηση στοιχεία”, βάσει των οποίων με την Ε ...διάταξη επιβλήθηκε το μέτρο, με την Ε ...διάταξη παρατάθηκε η ισχύς του και με την Ε ...διάταξη διατάχθηκε η άρση του. Εξάλλου, απαντώντας με το ...έγγραφό της η Ε.Υ.Π. σε ερώτημα της βοηθού εισηγήτριας, διευκρίνισε ότι «… τα αιτούμενα από εσάς έγγραφα, ήτοι η υπ’ αριθ. .../01.06.2020 αίτηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η .../2020 εισαγγελική διάταξη, η υπ’ αριθ. .../13.07.2020 αίτηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η .../2020 εισαγγελική διάταξη και η υπ’ αριθ. .../12.08.2020 αίτηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η .../2020 εισαγγελική διάταξη, δεν ανευρέθηκαν στις σχετικές έρευνες που ακολούθησαν την ανάληψη της ηγεσίας της Υπηρεσίας από την τρέχουσα Διοίκηση και δεν είναι κατά συνέπεια στη διάθεσή της. Πάντως, στο ηλεκτρονικό αρχείο διαβίβασης των αιτήσεων της Υπηρεσίας προς το αυτοτελές γραφείο του εποπτεύοντος την Υπηρεσία Εισαγγελικού Λειτουργού είναι καταγεγραμμένη η αποστολή των συγκεκριμένων αιτήσεων την 1η Ιουνίου 2020, την 13η Ιουλίου 2020 και την 12η Αυγούστου 2020, αντίστοιχα. Εκτύπωση της πράξης αποστολής των αιτήσεων αυτών, όπως εμφανίζεται στην οθόνη του σχετικού υπολογιστή (με σκίαση του ονοματεπωνύμου του αρμόδιου στελέχους), επισυνάπτεται για την πληρέστερη ενημέρωσή σας.».
22. Επειδή, όπως προκύπτει από την εξέλιξη των παρατιθέμενων στις προηγούμενες σκέψεις νομοθετικών ρυθμίσεων, με τις διατάξεις του ν. 2225/1994 θεσπίστηκε για πρώτη φορά ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία του απορρήτου της ανταπόκρισης και επικοινωνίας. Ειδικότερα, προβλέφθηκε δυνατότητα άρσης του απορρήτου κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε δημόσιας αρχής, έγκριση του αιτήματος από εισαγγελικό λειτουργό καθώς και ενιαία, σε περίπτωση άρσης του απορρήτου τόσο για λόγους εθνικής ασφάλειας όσο και για τη διακρίβωση εγκλημάτων, διαδικασία γνωστοποίησης στον θιγόμενο της επιβολής του μέτρου άρσης του απορρήτου, μετά τη λήξη του, υπό τη μόνη προϋπόθεση της μη διακινδύνευσης του σκοπού για τον οποίο η άρση είχε διαταχθεί. Ωστόσο, με τη διάταξη της παραγράφου 1 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 87 του ν. 4790/2021 απαλείφθηκε εντελώς, ως προς τις περιπτώσεις άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, η δυνατότητα γνωστοποίησης της επιβολής του μέτρου στον θιγόμενο, με την δε 465/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η ρύθμιση αυτή, με την οποία θεσπίζεται η πλήρης απαγόρευση της δυνατότητας ενημέρωσης του θιγόμενου μετά τη λήξη του μέτρου, ακόμη και όταν δεν υφίσταται διακινδύνευση των σκοπών εθνικής ασφάλειας που οδήγησαν στην επιβολή του, αποτελεί υπέρμετρο περιορισμό του απαραβίαστου της επικοινωνίας, που δεν δικαιολογείται στο πλαίσιο της λειτουργίας του κράτους δικαίου, και, συνεπώς, αντίκειται στα άρθρα 19 παρ. 1 του Συντάγματος, 5 παρ. 1 και 15 παρ. 1 της οδηγίας 2002/58 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12.7.2002 (ΕΕL 201 της 31.7.2002), 7, 8 και 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 8 της ΕΣΔΑ και είναι ανίσχυρη. Με την ίδια απόφαση του Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι ο μεταγενέστερος της έκδοσης των εκεί προσβληθεισών πράξεων ν. 5002/2022 (Α΄ 228) δεν ήταν εφαρμοστέος σε εκκρεμή αιτήματα γνωστοποίησης του επίμαχου μέτρου στους θιγόμενους. Και τούτο διότι, όπως περαιτέρω κρίθηκε, ο παραπάνω νόμος αποτελεί ένα νέο ολοκληρωμένο πλαίσιο για τη διασφάλιση της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, το οποίο καταλαμβάνει όλη τη διαδικασία επιβολής της άρσης του απορρήτου αυτού, από την υποβολή του σχετικού αιτήματος και την έγκριση του επίμαχου μέτρου έως τη γνωστοποίηση της άρσης του και οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του οποίου προσιδιάζουν στις αιτήσεις άρσης του απορρήτου που υποβάλλονται δυνάμει των διατάξεών του, προκειμένου να διεκπεραιωθούν κατά τις ειδικές ρυθμίσεις του και τις εγγυήσεις που το ίδιο θεσπίζει.
23. Επειδή, ο αιτών ζήτησε για πρώτη φορά να διερευνηθεί από την Α.Δ.Α.Ε. τυχόν παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνικών του συνδέσεων (κινητής και σταθερής) με την ....2020 αίτησή του προς την Αρχή. Συνεπώς, το αίτημά του κατέστη εκκρεμές κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο ενώ οι εισαγγελικές διατάξεις με τις οποίες επιβλήθηκε άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του, παράταση της άρσης και διακοπή αυτής εκδόθηκαν υπό το καθεστώς του ν. 2225/1994. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο ανωτέρω ν. 2225/1994. Σε απάντηση της παραπάνω αίτησης, η Α.Δ.Α.Ε. ενημέρωσε τον αιτούντα με την ...πράξη της ότι «δεν διαπιστώθηκε κάποιο γεγονός που να συνιστά παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών». Ο αιτών επανήλθε με την ….2024 αίτησή του, στην οποία επεσήμανε ότι αποτελούσε συνέχεια της αρχικής ....2020 αίτησης, διότι η Α.Δ.Α.Ε. δεν του είχε απαντήσει με σαφήνεια στο αρχικό του ερώτημα, επικαλούμενος δε νέα νομικά δεδομένα, δηλαδή την 465/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και νέα πραγματικά στοιχεία, δηλαδή το προανακριτικό υλικό της προκαταρκτικής εξέτασης που είχε διενεργήσει ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Α. Ζήσης, ζήτησε να λάβει γνώση της επιβολής του μέτρου άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του και της αιτιολογίας της επιβολής του, ώστε να έχει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Με την ΕΜΠ ….2025 πράξη του Προέδρου της Α.Δ.Α.Ε. ικανοποιήθηκε το πρώτο σκέλος του ανωτέρω αιτήματος, αφού γνωστοποιήθηκε στον αιτούντα η επιβολή του μέτρου της άρσης, η διάρκειά του και τα χρονικά διαστήματα που αφορούσε το μέτρο, καθώς και ο αριθμός πρωτοκόλλου των σχετικών εισαγγελικών διατάξεων, κατόπιν επανεξέτασης του θέματος, συνεκτίμησης των νέων νομικών και πραγματικών δεδομένων και επικοινωνίας με τον Διοικητή της Ε.Υ.Π., κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 16. Ωστόσο, η ανωτέρω πράξη της Α.Δ.Α.Ε. δεν διελάμβανε πληροφορίες ή στοιχεία ως προς το δεύτερο σκέλος του αιτήματος, που αναφερόταν στην αιτιολογία επιβολής του μέτρου. Ενόψει τούτου, η …. 2025 αίτηση, την οποία υπέβαλε ο αιτών στην Α.Δ.Α.Ε. και με την οποία ζήτησε να του κοινοποιηθεί ο φάκελος της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του, με επιπρόσθετη αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία, αποτελεί αίτηση θεραπείας κατά της ΕΜΠ …..2025 πράξης. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι με την ΕΜΕ …..2025 επιστολή της Α.Δ.Α.Ε. προς τον Διοικητή της Ε.Υ.Π. κατόπιν της αιτήσεως θεραπείας, ζητήθηκε, στο πλαίσιο των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της Αρχής, η αποστολή του πλήρους υπηρεσιακού φακέλου της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος και, στη συνέχεια, με την πρώτη προσβαλλόμενη ....2025 πράξη του Προέδρου της Αρχής ανακοινώθηκε για πρώτη φορά ρητά στον αιτούντα ότι το αίτημά του να λάβει γνώση των επίμαχων στοιχείων δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί διότι δεν απεστάλησαν από την Ε.Υ.Π., η ανωτέρω ....2025 πράξη εκδόθηκε κατόπιν κατ’ ουσίαν επανεξέτασης της υπόθεσης και ως εκ τούτου έχει εκτελεστό χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 404/1999 7μ. σκ. 3, 4002/2006 σκ. 6, 654/2024 σκ. 4, 1117/2025 σκ. 4).
24. Επειδή, όπως έχει κριθεί, τα μέτρα άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών που λαμβάνουν χώρα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2225/1994 και επιβάλουν στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συγκεκριμένες υποχρεώσεις, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12.7.2002 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (EEL 201/31.7.2002), καθώς και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣτΕ 465/2024 Ολομ.). Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει δεχθεί ότι η οδηγία 2002/58 εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση συλλογής προσωπικών δεδομένων, εφόσον αυτή πραγματοποιείται μέσω παρόχων ηλεκτρονικών υπηρεσιών, περιλαμβανόμενης και της περίπτωσης όπου η συλλογή χωρεί βάσει υποχρέωσης που επιβάλλεται (στους παρόχους) από κρατικές υπηρεσίες για λόγους εθνικής ασφάλειας· και τούτο διότι, κατά πάγια νομολογία του εν λόγω Δικαστηρίου, μολονότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας τους και να θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα για την προάσπιση της εσωτερικής και εξωτερικής τους ασφάλειας, το γεγονός και μόνο ότι έχει ληφθεί εθνικό μέτρο για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί να συνεπάγεται τη μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και να απαλλάσσει τα κράτη μέλη από τον αναγκαίο σεβασμό του δικαίου αυτού (ΔΕΕ απόφαση της 6.10.2020, C-623/17, Privacy International σκ. 44). Εξάλλου, η οδηγία 2002/58 ερμηνεύεται από το ΔΕΕ υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8, 11 και 52 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ Tele2 Sverige AB κλπ σκ. 91, απόφαση της 2.3.2021, C-746/18, Prokuratuur σκ. 30-32). Με το δεδομένο αυτό έχει ομοίως κριθεί (βλ. ΣτΕ 465/2024 Ολομ.) ότι το άρθρο 15 παρ. 1 της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να εισάγουν εξαιρέσεις από την υποχρέωση διασφάλισης του απορρήτου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την οποία υπέχουν καταρχήν από το άρθρο 5 παρ. 1 αυτής, καθώς και από τις αντίστοιχες υποχρεώσεις που μνημονεύονται ιδίως στα άρθρα 6 και 9, όταν ο εν λόγω περιορισμός αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διαφύλαξη, μεταξύ άλλων, της εθνικής ασφάλειας, της εθνικής άμυνας και της δημόσιας ασφάλειας ή της χωρίς άδεια χρησιμοποίησης του συστήματος ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Για την εκτίμηση της δυνατότητας των κρατών μελών να δικαιολογήσουν περιορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στις παραπάνω διατάξεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της επέμβασης που συνεπάγεται ο περιορισμός αυτός και να ελέγχεται αν η σημασία του σκοπού γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται με τον εν λόγω περιορισμό τελεί σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα αυτή (ΔΕΕ La Quadrature du Net σκ. 110-113, Privacy International σκ. 66-70, Prokuratuur σκ. 30-32). Προκειμένου να πληροί την απαίτηση αναλογικότητας, η ρύθμιση που θεσπίζει τον περιορισμό πρέπει να προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες που να διέπουν την έκταση και την εφαρμογή του μέτρου και να επιβάλλουν έναν ελάχιστο αριθμό απαιτήσεων, έτσι ώστε τα πρόσωπα των οποίων τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποτελούν αντικείμενο του εν λόγω μέτρου να έχουν επαρκείς εγγυήσεις, ικανές να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα δεδομένα αυτά από κινδύνους κατάχρησης. Περαιτέρω, όπως έχει επίσης κριθεί (βλ. ΣτΕ 465/2024 Ολομ.), οι αρμόδιες εθνικές αρχές, στις οποίες παρασχέθηκε από τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρόσβαση στα διατηρούμενα δεδομένα για τους προαναφερόμενους σκοπούς, οφείλουν, στο πλαίσιο των ισχυουσών εθνικών διαδικασιών, να ενημερώνουν σχετικά τα υποκείμενα των δεδομένων, εφόσον και από τη στιγμή που η ενημέρωση δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις έρευνες που οι εν λόγω αρχές διεξάγουν. Η ενημέρωση είναι αναγκαία, προκειμένου τα πρόσωπα αυτά να μπορούν να ασκήσουν τα απορρέοντα από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη δικαιώματά τους, να ζητήσουν πρόσβαση στα προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα τους που αποτελούν το αντικείμενο των μέτρων και, ενδεχομένως, τη διόρθωση ή τη διαγραφή των δεδομένων, καθώς και να ασκήσουν, αν παραστεί ανάγκη, σύμφωνα με το άρθρο 47 εδάφιο πρώτο του Χάρτη, αποτελεσματική προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου, εφόσον μάλιστα το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 15 παρ. 2 της οδηγίας 2002/58, σε συνδυασμό με το άρθρο 79 παρ. 1 του κανονισμού 2016/679 (ΔΕΕ Tele2 Sverige AB κλπ σκ. 121, La Quadrature du Net σκ. 190-191 - βλ. συναφώς και ΕΔΔΑ απόφαση της 4.2.2015, Roman Zakharov κατά Ρωσίας σκ. 234, 287-290, 300-302, απόφαση της 18.5.2010, Kennedy κατά Ηνωμένου Βασιλείου σκ. 75, 76, 87, 167, 189, απόφαση της 28.6.2007, Association for European Integration and Human Rights και Ekimdziev κατά Βουλγαρίας σκ. 90, 91, 94). Ειδικότερα, όταν νομοθετικό μέτρο που έχει ληφθεί βάσει του άρθρου 15 παρ. 1 της οδηγίας 2002/58, προβλέπει ότι μπορούν να επιβάλλονται, με αποφάσεις δικαστικής αρχής, περιορισμοί της αρχής του απορρήτου των επικοινωνιών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 της οδηγίας αυτής, το άρθρο 15 παρ. 1, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 εδάφιο δεύτερο του Χάρτη, επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι τέτοιου είδους αποφάσεις πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Πράγματι, το δικαίωμα σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, επιβάλλει να είναι ο ενδιαφερόμενος σε θέση να γνωρίζει το αιτιολογικό της απόφασης που τον αφορά, προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να αποφασίσει, έχοντας γνώση όλων των στοιχείων, αν είναι πρόσφορο να προσφύγει στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της απόφασης αυτής. Εξάλλου, όταν η απόφαση για τον περιορισμό του απορρήτου των επικοινωνιών χορηγείται βάσει αιτιολογημένου και εμπεριστατωμένου αιτήματος των αρμόδιων εθνικών αρχών, πρέπει να διασφαλίζεται ότι τα παρακολουθούμενα πρόσωπα μπορούν να έχουν πρόσβαση όχι μόνο στην απόφαση για τη χορήγηση της άδειας, αλλά και στην αίτηση της αρχής που ζήτησε την άδεια, ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια αυτή (ΔΕΕ HYA κλπ σκ. 45-46, 51-56, 58-61).
25. Επειδή, οι παρατεθείσες διατάξεις, στο μέτρο που οριοθετούν τις εξουσίες των αρμοδίων εθνικών Αρχών ως προς το απόρρητο των επικοινωνιών, συμπορεύονται και με την απορρέουσα από τα άρθρα 1 παρ. 3, 2 παρ. 1, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 26, 28 παρ. 1, 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος αρχή του Κράτους Δικαίου, εγγενές στοιχείο της οποίας είναι η απαγόρευση της αυθαιρεσίας των κρατικών αρχών κατά τη δράση τους. Η αρχή του Κράτους Δικαίου επιτάσσει περαιτέρω την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας (ΣτΕ Ολ. 902/2021 σκ. 5, Ολ. 580/2021 σκ. 5, Ολ. 813/2019 σκ. 25, Ολ. 3962/2014 σκ. 15) και μάλιστα κατά την επιβολή περιορισμών στην άσκηση ατομικών δικαιωμάτων, όπως και τη διασφάλιση της έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
26. Επειδή, η εθνική ρύθμιση για την Αρχή που είναι αρμόδια να αποφανθεί επί αιτήματος θιγομένου περί γνωστοποίησης της επιβολής της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του, μετά τη λήξη του μέτρου και υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε, περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 9 του ν. 2225/1994, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την ήδη κριθείσα ως αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 87 του ν. 4790/2021. Η ανωτέρω διάταξη καθιστά αποκλειστικώς αρμόδια την Α.Δ.Α.Ε., σύμφωνα άλλωστε και με το άρθρο 19 παρ. 2 του Συντάγματος. Η ερμηνευτική αυτή παραδοχή εναρμονίζεται και με την προεκτεθείσα ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 14 του ν. 3469/2008, στην οποία προβλέπεται ότι η Ε.Υ.Π., κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, πάντα όμως με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3115/2003 περί Α.Δ.Α.Ε., εξαιρείται από την υποχρέωση να γνωστοποιεί σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πληροφορίες ή στοιχεία, εφόσον ο Διοικητής της κρίνει ότι η δημοσιοποίησή τους βλάπτει το δημόσιο συμφέρον. Αντιθέτως η Ε.Υ.Π. υπέχει υποχρέωση, δυνάμει του ν. 3115/2003, να παρέχει στην Α.Δ.Α.Ε. όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία που ζητούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αρχής.
27. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, καταλογιστή στην Ε.Υ.Π. και προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως, αναφορικά με την άρνησή της να θέσει υπ’ όψιν της Α.Δ.Α.Ε. τον φάκελο άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος. Αντιθέτως, έννομες συνέπειες εκτελεστού χαρακτήρα σχετικές με την ικανοποίηση του …. αιτήματος του αιτούντος απέρρευσαν από την πρώτη προσβαλλόμενη ....2025 πράξη του Προέδρου της μόνης αρμόδιας Α.Δ.Α.Ε. Επομένως, η άρνηση της Ε.Υ.Π. να θέσει υπ’ όψιν της Αρχής τον φάκελο του αιτούντος στερείται εκτελεστότητας και προσβάλλεται απαραδέκτως με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει δε, ως εκ τούτου, να αποβληθεί από τη δίκη ο καθ’ ού Πρωθυπουργός, ως ιεραρχικά προϊστάμενος της υπηρεσίας αυτής.
28. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις σκέψεις 22 και 24, η Ε.Υ.Π. αποτελεί κατ’ αρχήν την εθνική αρχή στην οποία επιτρέπεται κατά τον νόμο να παρασχεθεί από παρόχους ηλεκτρονικών υπηρεσιών πρόσβαση στα διατηρούμενα δεδομένα για την προστασία, μεταξύ άλλων, της εθνικής ασφάλειας. Περαιτέρω, το γεγονός ότι, σε επίπεδο εθνικού δικαίου, υπό το εδώ εφαρμοστέο καθεστώς του ν. 2225/1994 η Α.Δ.Α.Ε. είναι αποκλειστικώς αρμόδια να αποφανθεί επί αιτήματος θιγομένου να του γνωστοποιηθεί η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του μετά τη λήξη του μέτρου, υποχρεώνει την Ε.Υ.Π. να χορηγεί στην Αρχή όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες για την επιβολή του μέτρου και τους λόγους που την υπαγόρευσαν, όπως και να διατυπώνει τη γνώμη της ως προς την ενδεχόμενη διακινδύνευση του σκοπού επιβολής του μέτρου αυτού εξαιτίας της γνωστοποίησης, προκειμένου η Α.Δ.Α.Ε. να είναι σε θέση να ασκήσει πλήρως τις αρμοδιότητές της, προβαίνοντας στις αναγκαίες σταθμίσεις. Ο απόρρητος χαρακτήρας των σχετικών στοιχείων και η γνώμη της Ε.Υ.Π. αξιολογούνται από την Α.Δ.Α.Ε. ως προς το περιεχόμενο και την έκταση ενημέρωσης του θιγόμενου, κατά την αξιολόγηση δε βαρύνουσα σημασία προσδίδεται αφ’ ενός στο ενδεχόμενο διακινδύνευσης του σκοπού εθνικής ασφάλειας που οδήγησε στην άρση του απορρήτου και αφ’ ετέρου στο δικαίωμα του θιγόμενου για την προστασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του με την άσκηση διοικητικών προσφυγών ή ενδίκων μέσων, το οποίο, συνεπώς, περιλαμβάνει και το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
29. Επειδή, στην κρινόμενη περίπτωση, οι εισαγγελικές διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος εκδόθηκαν μετά από αιτήσεις της Ε.Υ.Π., σύμφωνα δε και με τις ρυθμίσεις που παρατέθηκαν στις σκέψεις 5 - 12, η εν λόγω Υπηρεσία όφειλε να έχει στη διάθεσή της όλα τα στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε η επιβολή του παραπάνω μέτρου εις βάρος του. Όπως αναφέρεται στο ιστορικό, κατά τον έκτακτο έλεγχο της Ομάδας Ελέγχου της Α.Δ.Α.Ε. στις εγκαταστάσεις της Ε.Υ.Π. την 6η, 7η και 13η Σεπτεμβρίου 2022, κατά τον οποίο η Ομάδα Ελέγχου ζήτησε να της επιδειχθούν στοιχεία σχετικά με την άρση του απορρήτου του αιτούντος και μάλιστα οι αιτήσεις της Υπηρεσίας βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι ανωτέρω εισαγγελικές διατάξεις, στα πρακτικά διενέργειας του ελέγχου καταγράφηκε αντίφαση ως προς την ύπαρξη των εν λόγω στοιχείων. Ειδικότερα, ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. αρχικώς διατύπωσε αμφιβολία ως προς τη διατήρηση του φακέλου του αιτούντος, δηλώνοντας ότι υπήρχε ενδεχόμενο καταστροφής του, λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου από την πραγματοποίηση της επισύνδεσης, αλλά και εξαιτίας ολοκλήρωσης της διαδικασίας αυτής πριν αναλάβει καθήκοντα ο ίδιος, στη συνέχεια, ωστόσο, διαβεβαίωσε την Ομάδα Ελέγχου ότι οι επίδικες εισαγγελικές διατάξεις ήταν κανονικά καταχωρισμένες στο σχετικό αρχείο, αλλά αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στον φάκελο, παρά τις επισημάνσεις του Προέδρου της Α.Δ.Α.Ε., επικαλούμενος τον άκρως απόρρητο χαρακτήρα της διαδικασίας. Περαιτέρω, κατόπιν της .../19.9.2024 αίτησης του αιτούντος, με την οποία ζήτησε να λάβει γνώση της επιβολής της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του και των αιτιολογιών της, ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. συναίνεσε στη γνωστοποίηση μόνον του σώματος των εισαγγελικών διατάξεων, για τον λόγο ότι τα στοιχεία αυτά ήταν ήδη γνωστά στον αιτούντα στο πλαίσιο δημοσιότητας που έλαβε η υπόθεση. Τέλος, αναφορικά με τους λόγους επιβολής του επίδικου μέτρου, τα λοιπά στοιχεία και τον υπηρεσιακό φάκελο που ζήτησε ο αιτών με την από 21.2.2025 αίτηση θεραπείας, η Ε.Υ.Π. κατ’ ουσίαν αρνήθηκε να τα θέσει υπ’ όψιν της αρμόδιας για τη γνωστοποίηση Α.Δ.Α.Ε., όπως προκύπτει από την Φ. ….2025 επιστολή του Διοικητή της Ε.Υ.Π., στην οποία αναφέρεται ότι όσα στοιχεία κατείχε η υπ’ αυτόν Διοίκηση της Υπηρεσίας αναφορικά με τον αιτούντα, δηλαδή τα σώματα των τριών εισαγγελικών διατάξεων, τα είχε ήδη θέσει υπ’ όψιν της Α.Δ.Α.Ε. Η άρνηση αποστολής του υπηρεσιακού φακέλου και των λοιπών στοιχείων εκ μέρους της Ε.Υ.Π. αποτελεί την αιτιολογία της προσβαλλόμενης ....2025 πράξης του Προέδρου της Α.Δ.Α.Ε., εφόσον, εξαιτίας της άρνησης αυτής, δεν κατέστη δυνατή η άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αρχής και δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα του αιτούντος να του γνωστοποιηθούν οι λόγοι της εις βάρος του επιβολής του επίμαχου μέτρου. Περαιτέρω, οι ανωτέρω αντιφατικές δηλώσεις των οργάνων της Ε.Υ.Π. καθώς και η άρνησή της να θέσει υπ’ όψιν της Α.Δ.Α.Ε. τον φάκελο του αιτούντος ή οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός για τον οποίο επιβλήθηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του, αλλά και το αν διακυβεύεται ο σκοπός αυτός από τη γνωστοποίηση, προσβάλλουν, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 22, το απαραβίαστο της επικοινωνίας του αιτούντος, το δικαίωμα διασφάλισης των προσωπικών δεδομένων του και το δικαίωμά του σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αποτελεσματικότητα των ενδίκων μέσων ενώπιον των δικαστηρίων (ΕΔΔΑ απόφαση της 4.12.2015, Roman Zakharov κατά Ρωσίας (μειζ.) σκ. 302, απόφαση της 13.5.2025, Denysyuk κ.ά. κατά Ουκρανίας σκ. 119-121, απόφαση της 7.11.2017, Zubkov κ.ά. κατά Ρωσίας σκ. 91, 129, 132). Εξάλλου, κατά τα εκτεθέντα στη σκ. 17, τα ίδια ελλιπή στοιχεία, δηλαδή μόνον το σώμα των τριών εισαγγελικών διατάξεων περί της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος, η Ε.Υ.Π. απέστειλε και στο Δικαστήριο, με την ίδια αιτιολογία που επικαλέστηκε απευθυνόμενη προς την Α.Δ.Α.Ε.
30. Επειδή, προκειμένου το Συμβούλιο της Επικρατείας ν’ ασκήσει την ακυρωτική του αρμοδιότητα και να παράσχει έννομη προστασία στους διοικουμένους (άρθρα 95 παρ. 1 περ. α και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), η Διοίκηση έχει υποχρέωση να διαβιβάσει στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία τα οποία είναι κρίσιμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης [άρθρα 22 παρ. 1 και 3, 23 παρ. 1 και 2 και 33 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει]. Περαιτέρω, όπως έχει ήδη παγίως κριθεί, η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει και απόρρητα κατά τον νόμο έγγραφα. Τούτο διότι ο απόρρητος χαρακτήρας ενός εγγράφου μπορεί μεν να δικαιολογήσει υπό προϋποθέσεις αντίστοιχο περιορισμό του δικαιώματος των διαδίκων να λάβουν γνώση του διαβιβασθέντος φακέλου, όχι όμως και την μη διαβίβαση του εγγράφου αυτού στο Δικαστήριο. Αντίθετη εκδοχή θα συνιστούσε μη ανεκτό κατά το Σύνταγμα περιορισμό του δικαιώματος έννομης προστασίας έναντι της διοικητικής δράσης. Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε περίπτωση κατά την οποία η αιτιολογία της διοικητικής πράξης που προσεβλήθη με αίτηση ακυρώσεως βασίζεται σε απόρρητο στοιχείο, η Διοίκηση υποχρεούται να το θέσει υπ’ όψιν του Δικαστηρίου κατά τρόπο συμβατό με τον απόρρητο χαρακτήρα του. Τούτο διότι με την αιτιολογία των ατομικών διοικητικών πράξεων η κρατική εξουσία ενεργεί έχοντας ως θεμέλιο της δράσης της τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του Συντάγματος, υπηρετεί τις αρχές του κράτους δικαίου και της νομιμότητας, παρέχει δε στο Δικαστήριο τη δυνατότητα, όταν ασκείται το ατομικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας, να ελέγξει κατά πόσο η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη εκδόθηκε εντός του πλαισίου που καθορίζουν οι διέποντες τη σχέση διοίκησης και πολίτη κανόνες. Και εάν μεν το Δικαστήριο, εξετάζοντας τα στοιχεία αυτά εν συμβουλίω, κρίνει ότι ο χαρακτηρισμός τους ως απορρήτων δικαιολογείται, εν όψει της φύσεώς τους και των λόγων δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται συναφώς η Διοίκηση, χωρεί, περαιτέρω, σε κρίση περί της νομιμότητας της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης χωρίς να θέσει τα στοιχεία αυτά υπ’ όψιν του αιτούντος και χωρίς να εκθέσει, στην απόφασή του, το περιεχόμενό τους· σε αντίθετη περίπτωση, αναβάλλει, με προδικαστική απόφασή του, την οριστική κρίση για την υπόθεση, προκειμένου ο αιτών να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών και να διατυπώσει τις απόψεις του (βλ. ΣτΕ 4600/2005 7μ., 1116/2009, 302/2016, 1047/2019, 1551/2022).
31. Επειδή, εν προκειμένω, η Ε.Υ.Π. έχει κατ’ επανάληψη αρνηθεί να ενημερώσει την Α.Δ.Α.Ε. για τους λόγους άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος, προβαίνοντας, δια των αρμοδίων οργάνων της, σε αντιφατικές δηλώσεις ως προς τη διατήρηση των σχετικών στοιχείων και επικαλούμενη πάντοτε τον απόρρητο χαρακτήρα τους. Τούτο έχει ως συνέπεια να μην καθίσταται δυνατή η άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της Α.Δ.Α.Ε. και να παρεμβάλλονται προσκόμματα στην εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής της. Ταυτόχρονα, η άρνηση αποστολής στοιχείων εκ μέρους της Ε.Υ.Π. παρεμποδίζει και τον ακυρωτικό έλεγχο του Δικαστηρίου το οποίο καλείται να παράσχει στον αιτούντα επίκαιρη και λυσιτελή δικαστική προστασία και ενώπιον του οποίου, κατά τα ανωτέρω, δεν χωρεί άρνηση προσκόμισης εγγράφων ακόμη και απορρήτων. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οριστική κρίση για την υπόθεση πρέπει να αναβληθεί και να υποχρεωθεί η Ε.Υ.Π. να διαβιβάσει στο Δικαστήριο εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο, κατά τρόπο και με τη διαδικασία που η ίδια θα κρίνει συμβατή με τον απόρρητο χαρακτήρα των στοιχείων, σε περίπτωση δε που αντιταχθεί εκ μέρους της ότι ο υπηρεσιακός φάκελος και τα εν λόγω στοιχεία έχουν καταστραφεί, να γνωστοποιήσει η Ε.Υ.Π. στο Δικαστήριο τη ρύθμιση δυνάμει της οποίας αυτά κατεστράφησαν και να προβεί σε ανασύστασή τους και διαβίβασή τους στο Δικαστήριο. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αντιπροέδρου Η. Μάζου, των Συμβούλων Β. Αραβαντινού, Χ. Λιάκουρα, Κ. Μαρίνου, Μ.-Α. Τσακάλη, Μ. Αθανασοπούλου, Μ. Σταματοπούλου, Ι. Μιχαλακόπουλου, Μ.-Ε. Παπαδημήτρη, Α. Μπαρλά και του Παρέδρου Α. Ζιαμπάρα, μετά από όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά, συντρέχει νόμιμος λόγος να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, η δε υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση και να υποχρεωθεί η Ε.Υ.Π. να θέσει υπόψη της Α.Δ.Α.Ε. τα κρίσιμα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στοιχεία προκειμένου η Ανεξάρτητη Αρχή να ασκήσει την κατά νόμο αρμοδιότητά της προβαίνοντας στις αναγκαίες σταθμίσεις ως προς το περιεχόμενο και την έκταση ενημέρωσης του αιτούντος (βλ. σκέψη 28), πριν επιληφθεί το Δικαστήριο, αν συντρέξει περίπτωση, το οποίο δεν δύναται, κατά την άσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, να υποκαταστήσει τη σχετική κρίση της Α.Δ.Α.Ε.
Δια ταύτα
Αποβάλλει από τη δίκη τον καθ’ ού Πρωθυπουργό.
Αναβάλλει την οριστική κρίση επί της υποθέσεως, κατά τα λοιπά.
Διατάσσει την Ε.Υ.Π. να διαβιβάσει στο Δικαστήριο εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο, κατά τρόπο και με τη διαδικασία που η ίδια θα κρίνει συμβατή με τον απόρρητο χαρακτήρα των στοιχείων.
Σε περίπτωση που η Ε.Υ.Π. προβάλλει ότι ο υπηρεσιακός φάκελος και τα εν λόγω στοιχεία έχουν καταστραφεί, διατάσσεται να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο τη ρύθμιση δυνάμει της οποίας αυτά κατεστράφησαν και να προβεί σε ανασύστασή τους και διαβίβασή τους στο Δικαστήριο.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2026 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Μαΐου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Μιχαήλ Πικραμένος Σταυρούλα Χάρου