ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 709/2026

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Αλεξίου, Εφέτη που τον όρισε η Πρόεδρος Εφετών του Γ τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Αναστασία Τσερτσόγλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη την 12η Ιανουάριου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …, κατοίκου..., ΑΦΜ …., που παρέστη δια της πληρεξούσιου δικηγόρου της Πολύτιμης Τασίκα που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «...», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στον … Αττικής, ΑΦΜ …., που παραστάθηκε με δήλωση της πληρεξούσιου δικηγόρου της Αναστασίας Πλατυπόδη, η οποία προκατέθεσε προτάσεις.

Β. ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «...», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στον …. Αττικής, ΑΦΜ …, που παραστάθηκε με δήλωση της πληρεξούσιου δικηγόρου της Αναστασίας Πλατυπόδη, η οποία προκατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …, κατοίκου ..., ΑΦΜ …., που παρέστη δια της πληρεξούσιου δικηγόρου της Πολύτιμης Τασίκα που κατέθεσε προτάσεις.

Η ενάγουσα άσκησε τη με αριθμό καταθέσεως .../2023 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., αιτούμενη την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, την καταβολή μισθών υπερημερίας, και την αποζημίωση για παρασχεθείσα υπερεργασία και υπερωρία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 348/2024 οριστική του απόφαση που δίκασε την ένδικη διαφορά κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αφού απέρριψε την αγωγή καθ’ ό μέρος της αφορά στην αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της καταβολής μισθών υπερημερίας στη συνέχεια έκρινε την αγωγή κατά το λοιπό κεφάλαιο της και ως ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας τα αναφερόμενα στην ως άνω οριστική απόφαση ποσά. Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης αμφότεροι οι εν μέρει ηττηθέντες διάδικοι άσκησαν τις με αριθμούς καταθέσεων .../2025 και .../2025 εφέσεις, οι οποίες προσδιορίσθηκαν για να συζητηθούν στην δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω στην αρχή της παρούσας απόφασης με αριθμούς πινακίων … και ... αντίστοιχα.

Κατά τη δημόσια συνεδρίαση του παρόντος Δικαστηρίου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν και στις προγενέστερα κατατεθείσες δηλώσεις τους και ζήτησαν με τα δικόγραφα τους όσα αναφέρονται σε αυτά.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ

Οι με αριθμούς εκθέσεων καταθέσεων .../2025 και .../2025 εφέσεις που εκκρεμούν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου θα πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν δηλονότι στρέφονται κατά της ιδίας εκκαλουμένης οριστικής απόφασης, προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών δεδικασμένων (591,246 ΚπολΔ).

Α. Η με αριθμό καταθέσεως .../2025 έφεση της εν μέρει ηττηθείσας πρωτοδίκως εναγόμενης έχει ασκηθεί νόμιμα, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ.1 και 2, 500, 511, 513 παρ.1 περ.β' εδ.α, 516 παρ.1, 517 εδ.α και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω από το Δικαστήριο τούτο, που είναι καθ'ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 19, 533 παρ. 1,2 ΚΠολΔ) και εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚπολΔ).

Β. Ομοίως η με αριθμό καταθέσεως .../2025 έφεση της εν μέρει ηττηθείσας πρωτοδίκως ενάγουσας έχει ασκηθεί νόμιμα, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ.1 και 2, 500, 511, 513 παρ.1 περ.β' εδ.α, 516 παρ.1, 517 εδ.α και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω από το Δικαστήριο τούτο, που είναι καθ'ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 19, 533 παρ.1,2 ΚΠολΔ) και εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚπολΔ).

I. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες της διεθνούς έννομης τάξης, όπως και οι διεθνείς συνθήκες που έχουν κυρωθεί με νόμο αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, ανεξάρτητα αν αυτή είναι προγενέστερη ή μεταγενέστερη. Τούτο δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι κυρωθείσες με νόμο διεθνείς συνθήκες εφαρμόζονται απευθείας υποχρεωτικά από τα ελληνικά δικαστήρια. Προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων μίας διεθνούς συνθήκης είναι οι διατάξεις της να έχουν αυτοδύναμη εφαρμογή, ήτοι να είναι αυτοεκτέλεστες (self - executing provisions). Σημειωτέον ότι οι διατάξεις του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη συνιστούν παραδεδεγμένους κανόνες διεθνούς δικαίου, που εισάγουν και κατοχυρώνουν θεμελιώδη εργατικά δικαιώματα και ανεξάρτητα από τον χρόνο κύρωσής τους εφαρμόζονται αυτοτελώς υπερισχύοντας κάθε αντίθετης διάταξης του εσωτερικού μας δικαίου και της εφαρμοζόμενης νομοθεσίας, με αποτέλεσμα να έχουν άμεση και οριζόντια εφαρμογή (αυτοεκτελεστότητα). Οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου που κατ’ άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου περιλαμβάνουν α) τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, β) τα γενικά διεθνή έθιμα και γ) τις γενικές αρχές του δικαίου των κρατών που εφαρμόζονται στη διεθνή έννομη τάξη (βλ. Ιωάννου/ Οικονομίδης/ Ροζάκης/Φατούρος, Σχέσεις Διεθνούς και Εσωτερικού Δικαίου, έκδοση 1990, σελ. 24, 25). Το άρθρο 24 του ΑναθΕΚΧ περιέχει προστατευτικές για τους εργαζόμενους διατάξεις κατά τη λύση της σύμβασης εργασίας, οι οποίες όμως δεν έχουν καταστεί γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου ή γενικές αρχές των κρατών που εφαρμόζονται στη διεθνή έννομη τάξη ή έστω γενικά διεθνή έθιμα Ακολούθως από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του v. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η παραπάνω βασική αρχή που διέπει το ελληνικό σύστημα της καταγγελίας αποτελεί απόρροια της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Περαιτέρω, επί αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ’ υποφοράν να προβληθεί με την αγωγή. Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 1628/2017). Περαιτέρω κατά την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 48 N. 4611/2019 που αποτυπώνει αυθεντικά τη βούληση του Νομοθέτη αναλύθηκαν τα εξής : Με το άρθρο πρώτο του v. 4359/2016 (Α' 5) κυρώθηκε ο Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης (ΑνΕΚΧ), ο οποίος έχει αποκτήσει, από την κύρωσή του, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, σύμφωνα με την παρ. 1 ταυ άρθρου 28 του Συντάγματος. Μεταξύ των κυρωθεισών διατάξεων συγκαταλέγονται και αυτές του άρθρου 24, σύμφωνα με τις οποίες η διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος προστασίας των εργαζομένων σε περιπτώσεις λύσης της σχέσης εργασίας περιλαμβάνει το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να ερείδεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας. Με την ως άνω διάταξη εισήχθη ευθέως στο ελληνικό δίκαιο η αρχή της αντικειμενικά δικαιολογημένης καταγγελίας για βάσιμο λόγο, ο οποίος συνδέεται είτε με τη συμπεριφορά ή τις ικανότητες του εργαζομένου είτε με τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Σύμφωνα δε με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων (ΕΕΚΔ), που είναι το μόνο αρμόδιο όργανο να ερμηνεύσει τις διατάξεις του ΑνΕΚΧ, το άρθρο 24 του ΑνΕΚΧ καθιερώνει εξαντλητικά τους λόγους, για τους οποίους ο εργοδότης δύναται να λύσει νόμιμα μια εργασιακή σχέση (ΕΕΚΔ, Δήλωση για την ερμηνεία του άρθρου 24, Συμπεράσματα 2003). Διαφορετικά, η απόλυση θεωρείται αθέμιτη (ΕΕΚΔ, Συμπεράσματα 2003, Βουλγαρία και ΕΕΚΔ, Συμπεράσματα 2016, Λετονία). Σε περίπτωση καταγγελίας δίχως βάσιμο λόγο, το άρθρο 24 του ΑνΕΚΧ προβλέπει το δικαίωμα των εργαζομένων σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση. Μάλιστα, κατά τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων, η αποζημίωση ή επανόρθωση θα πρέπει αφενός να έχει αρκούντως αποτρεπτικό χαρακτήρα και αφετέρου να επανορθώνει σε σημαντικό βαθμό τη βλάβη που υπέστη ο εργαζόμενος από την παράνομη απόλυσή του, για το διάστημα από την καταγγελία της εργασιακής σχέσης έως τη διάγνωση της ακυρότητας (ΕΕΚΔ, Συμπεράσματα 2016, Λιθουανία). Υπό το ανωτέρω πλαίσιο, το δικαίωμα σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση, κατά την έννοια του άρθρου 24 του ΑνΕΚΧ, δεν θα πρέπει να συγχέεται με την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης απόλυσης βάσει του ν. 2112/1920 (Α' 67) και του ν. 3198/1955 (Α' 98). Η τελευταία δεν συνιστά κύρωση για την περίπτωση παράνομης απόλυσης, όπως αξιώνει το άρθρο 24 του ΑνΕΚΧ, αλλά αναφέρεται σε περιπτώσεις νόμιμης απόλυσης και συνιστά εν ευρεία έννοια αντάλλαγμα παρασχεθείσας εργασίας που έχει ως σκοπό -μεταξύ άλλων- να επιστρέφει στον εργαζόμενο μέρος της γενικότερης ωφέλειας που αυτός κατέλιπε στην επιχείρηση με την προσφορά της εργασίας του. Συναφώς έχει νομολογηθεί ότι η νομοθετικά προβλεπόμενη ακυρότητα της απόλυσης που δεν στηρίζεται σε βάσιμο λόγο και συνακόλουθα η αξίωση αποδοχών υπερημερίας και το δικαίωμα επαναπασχόλησης του ακύρως απολυθέντος συνιστούν επαρκή αποζημίωση, κατά την έννοια του άρθρου 24 του ΑνΕΚΧ, δίχως να απαιτείται σωρευτικά πρόσθετη χρηματική αποζημίωση για την παράνομη απόλυση (ΕΕΚΔ, Συμπεράσματα 2003, Βουλγαρία, ΕΕΚΔ, Συμπεράσματα 2012, Σλοβακία, ΕΕΚΔ, Συμπεράσματα 2016, Φιλανδία). Όπως γίνεται αντιληπτό, με την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, το καθεστώς της «αναιτιώδους» καταγγελίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 και του ν. 3198/1955, δεν είναι συμβατό με την απόλυση για βάσιμο λόγο που εγγυάται το υπέρτερης τυπικής ισχύος άρθρο 24 του ΑνΕΚΧ. Με το δεδομένο αυτό και με σκοπό αφενός την άρση οποιοσδήποτε αμφισβήτησης και αφετέρου την ορθή αποτύπωση των ανωτέρω αρχών στους εθνικούς κανόνες που διέπουν την καταγγελία, με την προτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται ρητά στο δίκαιο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου η πρόβλεψη ότι, για την εγκυρότητα της καταγγελίας, απαιτείται, πέραν των λοιπών προϋποθέσεων, και η συνδρομή βάσιμου λόγου για την καταγγελία, κατά την έννοια του άρθρου 24 του ΑνΕΚΧ. Αποσαφηνίζονται, λοιπόν, τα ισχύοντα ήδη από την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη με το άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016. Παράλληλα, με την ανωτέρω πρόβλεψη ικανοποιούνται και οι επιταγές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων ως προς την έννοια και το περιεχόμενο του δικαιώματος των εργαζομένων σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση, σε περίπτωση απόλυσης δίχως βάσιμο λόγο. Ειδικότερα, η απόλυση που δεν ερείδεται σε βάσιμο λόγο δεν είναι έγκυρη, ενώ με την επερχόμενη ακυρότητα της καταγγελίας, οι εργαζόμενοι αποκτούν το δικαίωμα επαναπασχόλησης στον εργοδότη που κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και συγχρόνως διατηρούν το δικαίωμα καταβολής του μισθού τους (μισθοί υπερημερίας). Τέλος, διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εγκυρότητας της καταγγελίας, το βάρος επίκλησης και απόδειξης της συνδρομής των οικείων προϋποθέσεων φέρει ο εργοδότης. Πρόκειται για κατανομή του βάρους απόδειξης που ήδη γίνεται δεκτή και είναι σε συμφωνία με τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων (ΕΕΚΔ, Δήλωση για την ερμηνεία του άρθρου 24, Συμπεράσματα 2008). Ωστόσο μετά την παρέλευση τριών μηνών ισχύος του ως άνω καθεστώτος στις 8.8.2019 με την τελευταία τροπολογία που κατατέθηκε την ημερομηνία της ψηφοφορίας στην Ολομέλεια της Βουλής η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 N. 4611/2019 καταργήθηκε με αναδρομική ισχύ κατ'αρθρ 2 ΑΚ με τη διάταξη του άρθρου 117 Ν. 4623/2019 με νόμιμο επικαλούμενο έρεισμα τη με αριθμό 1512/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Καθόλο το ως άνω διάστημα (από την ισχύ του N. 4539/2016 έως και την αναδρομική κατάργηση του άρθρου 48 Ν. 4611/2019 κατά μερίδα της θεωρίας και κατά μερίδα της νομολογίας των κατώτερων Δικαστηρίων το αναιτιώδες της καταγγελίας παραγκωνίστηκε ως αρχή μετά την κύρωση (ratification) του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη με το άρθρο 24 N. 4539/2016 που εισήγαγε με άμεση εκτελεστότητα και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις το αιτιώδες της καταγγελίας (ΜονΠρΛασιθίου 17/2019, ΕΕργΔ 2019, 431- ΜονΠρΑΘ 2245/2019, ΕΕργΔ2019, 1264- ΜονΠρΠειρ 3220/2017, ΕΕργΔ2019, 431, που ακολούθως εξαφανίστηκε με τη με αριθμ. 19/2019 ΜονΕφΠειρ-Δ. Βασιλείου, Το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη και η επίδρασή του στο ελληνικό δίκαιο της καταγγελίας, ΕΕργΔ 2017, 881- ο ίδιος, Περιορισμοί της εργοδοτικής καταγγελίας και προστασία από την αθέμιτη απόλυση, ΕΕργΔ 2017, 535· Ν. Γαβαλάς, Τι αλλάζει στο εργατικό δίκαιο μετά την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, ΕΕργΔ 2019, 129· ο ίδιος, Το άρθρο 24 του Α.Ε.Κ.Χ. και η καθοριστική επιρροή του στην ερμηνεία του άρθρου 48 του ν.4611/2019, ΕΕργΔ 2019, 529· ο ίδιος, Η προστασία από την αδικαιολόγητη απόλυση ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου, ΕΕργΔ 2017, 503-Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2019, σ. 1237- ο ίδιος, Η προστασία από την απόλυση μετά τον ν. 4611/2019, ΕΕργΔ 2019, 369- ο ίδιος, Η προστασία από την απόλυση πριν και μετά τον ν. 4623/2019, ΕΕργΔ 2020, 197-Π.Μπουμπουχερόπουλος, Το άρθρο 117 παρ. 2 ν. 4623/2019 και ο βάσιμος λόγος στο ισχύον δίκαιο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ΕΕργΔ 2020, 213· Χρ. Τσιμπούκης, Αρχή του τέλους για την «αναιτιώδη» εργοδοτική καταγγελία; Το Πρωτοδικείο Πειραιώς εφαρμόζει το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ε.Κ.Χ. και εγκαινιάζει μια νέα εποχή για το ελληνικό δίκαιο των απολύσεων - Με αφορμή την Μον.Πρωτ.Πειρ. 3220/2017, ΕΕργΔ 2017, 1395- ο ίδιος, Η πρόσληψη του άρθρου 24 Α.Ε.Κ.Χ. από τη νομολογία μέχρι τη θέση σε ισχύ του άρθρου 48 ν. 4611/2019- Σχολιασμός πέντε δικαστικών αποφάσεων, ΕΕργΔ 2019, 397 ). Στον αντίποδα μέρος της θεωρίας και σύμπασα η νομολογία των τμημάτων του Ανώτατου Ακυρωτικού διατύπωσε την άποψη περί διατήρησης της αρχής του αναιτιώδους της καταγγελίας και μετά το άρθρο 24 Ν. 4539/2016 {ΑΠ 1512/2018, ΕΕργΔ 2019, 408 = ΔΕΝ 2019, 441 (ως obiter dictum)· АП 366/2020, АП 521/2022, Г Θεοδόση, Η αιτιολογημένη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ΕΕργΔ 2017, 52- I. Κουκιάδη, Ατομικό και Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο - Επιτομή, 2019, σ. 248- 250- Δ. Λαδά, Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως αναιτιώδης δικαιοπραξία - Δικονομικές προεκτάσεις - Συστηματική προσέγγιση με αφορμή την ΑΠ 1512/2018, ΕΠολΔ 2019,298· Γ. Λεβέντη, Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου μετά τον N. 4611/19, ΔΕΝ 2019, 945- I. Ληξουριώτη, Αναζητώντας τον «βάσιμο λόγο» καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ΔΕΕ 2019, 1057· τον ίδιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2017, σ. 761· Κ. Μπακόπουλο, Αναδρομή και προοπτική στο δίκαιο της καταγγελίας, ΕλλΔνη 2020, 19 (ιδίως 25επ.)· Κ. Παπαδημητρίου, Η νέα ρύθμιση για τον βάσιμο λόγο καταγγελίας συμβάσεως αορίστου χρόνου, ΔΕΝ 2019, 959- I. Πίκουλα, Σκέψεις όσον αφορά τον Χ.Θ.Δ. της Ε.Ε. και τον Α.Ε.Κ.Χ. (Ν. 4359/2016) εν σχέσει με τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ΔΕΝ 2016, 1210, Τσέλιος, το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη «Χαμένοι στη Μετάφραση», ΔΕΝ 2018,945). Ιδιαίτερης επισήμανσης χρήζει αναφορικά με τη διατήρηση του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας ότι με τη με αριθμό 1512/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ως obiter dictum, ως δηλαδή πλεοναστική νομική κρίση, ότι το αναιτιώδες ως βασική αρχή του δίκαιου της καταγγελίας ουδόλως άλλαξε με την εισαγωγή στο ελληνικά δίκαιο του ΑΕΚΧ με τη διάταξη του άρθρου 24, χωρίς ωστόσο δέσμευση από την ως άνω κρίση των λοιπών δικαστηρίων, όπως οι κρίσεις που αφορούν την άμεση αιτιολογία για την επίλυση της διαφοράς (ratio decidendi ΕΕΔ: Ομιλία Σωτηρίου Κοτρώνη - Τα obiter dicta στην νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων). Ιδιαίτερης μνείας προσέτι χρήζει και το σκεπτικό της ΑΠ 366/2020 κατά το οποίο το ως άνω νομικό καθεστώς (του αναιτιώδους της καταγγελίας) δεν άλλαξε από τον Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης / Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. ούτε μετά την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη / ΑναθΕΚΧ, που ισχύει από 20.1.2016 [άρθρα πρώτο και τέταρτο κυρωτικού v. 4359/2016 (ΦΕΚ Α. 5 / 20.1.2016), 28 παρ.1 Συντάγματος]. Ειδικότερα, από τα άρθρα 30 - Κεφάλαιο (IV) του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. [(EL) Εφημερίδα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων / 18.12.2000 / C 364 / 15 ] και 24 στοιχεία (α), (β) - μέρος (II) του ν. 4359/2016 προκύπτει ότι ακόμη και αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται. Ως εκ τούτου, η αποφατική ή θετική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής και το κύρος της καταγγελίας, που ήδη έχει γίνει, εξακολουθεί να ελέγχεται, εξατομικευμένα, μόνο κατ' εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζομένου στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. Η επίκληση από τον εργοδότη των λόγων [ή του λόγου], που τον οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της οποίας αιτήματα είναι η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και η επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Το δικαστήριο δεν ερευνά τη βασιμότητα των λόγων, που οδήγησαν τον εργοδότη στην καταγγελία και για τη θεμελίωση της κρίσεως του δικαστηρίου, συνεπεία του αναιτιώδους, ως άνω, της καταγγελίας, αρκεί να αναφέρονται στην απόφασή του τα περιστατικά, τα οποία αποκλείουν το συμπέρασμα ότι η καταγγελία έγινε για τους λόγους, που ο εργαζόμενος επικαλείται ακυρότητας της καταγγελίας. Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του [εργοδότη] καταγγελία, να δεχθεί την εργασία του εργαζομένου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου. Υποχρεούται, τότε, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του - "μισθούς υπερημερίας" (άρθρα 361, 648, 649, 350, 349, 654, 655, 653, 656, 652 ΑΚ) δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό,τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου [άρθρο 69 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ] μέχρι την άρση της υπερημερίας. Ο εργαζόμενος, αντιστοίχως, εμμένων στην ακυρότητα της καταγγελίας, δικαιούται να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας, ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί, στο μέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 597/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Χαρακτηριστικό της αμφισβήτησης ως προς την άμεση εφαρμογή της διάταξης του ΑνΕΚΧ και την αυτοεκτελεστότητα των διατάξεων της είναι ότι στις λοιπές ευρωπαϊκές έννομες τάξεις μόνο το γαλλικό Συμβούλιο της Επικράτειας (Conseil d'État) αναγνώρισε ρητά με την απόφαση της 10ης Φεβρουάριου 2014, τη λεγάμενη απόφαση Fischer, το άμεσο εν στενή εννοία αποτέλεσμα της διάταξης κρίνοντας ορθώς ότι το άρθρο 24 Α.Ε.Κ.Χ. δεν έχει ως μοναδικό στόχο τη διαρρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, αλλά αντίθετα είναι ικανό να παραγάγει έννομα αποτελέσματα μεταξύ ιδιωτών χωρίς να απαιτείται περαιτέρω νομοθετική παρέμβαση (Ε. Αντωνιάδου, Το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη σχετικά με την προστασία σε περιπτώσεις λύσης της σχέσης εργασίας, ΕΕΕυρΔ 1/2025.38 = sakkoulas-online gr), ενώ στο πλαίσιο της εθνικής συγκεκριμένα έννομης τάξης φαίνεται πως η ανάπτυξη άμεσου εν στενή εννοία αποτελέσματος εκ μέρους της διάταξης του εδαφίου α' του άρθρου 24 Α.Ε.Κ.Χ. δεν αποτέλεσε και τη βούληση του κυρωτικού νομοθέτη από δικαιοπολιτική σκοπιά. Παράλληλα κατά την κρατούσα στη Νομολογία άποψη αμφισβητείται και το οριζόντιο αποτέλεσμα της επίμαχης διάταξης, για το εάν δηλαδή καθίσταται - δυνάμει του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο γ' Σ- επικλήσιμη ενώπιον των δικαστηρίων και στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις, εκείνες δηλ. μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, χωρίς την ανάγκη διαμεσολάβησης γενικών ρητρών του εθνικού δικαίου (όπως αυτές της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ, ενώ ερευνητέα είναι η σύμφωνη με το άρθρο 24 ΑνΕΚΧ ερμηνεία των γενικών ρητρών (έμμεση εκτελεστότητα) κατά την πάγια αρχή του συγκριτικού δικαίου ότι οι γενικές ρήτρες, εκτός από σύμφωνη με το σύνταγμα ερμηνεία, επιδέχονται και σύμφωνη με το ευρωπαϊκό δίκαιο ερμηνεία για τον καθορισμό του περιεχομένου τους (Βλ. Buschmann, AuR 2013, 390' Ritter, NJW 2012, 1549, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 4η έκδ., 2019, § 29, σ. 1237-1241, υποσ. 116 sakkoulas-onlíne. Gr. Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Η έννοια της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος έχει το χαρακτήρα γενικής ρήτρας του αστικού δικαίου: Οι γενικές ρήτρες ορίζονται στη θεωρία του αστικού δικαίου ως ιδιότυποι κανόνες δικαίου, οι οποίοι μπορεί να χρησιμοποιούν είτε αόριστες νομικές έννοιες, είτε (και) αξιολογικά κριτήρια.

II. Το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από την ύπαρξη συγκεκριμένου λόγου. Ο μόνος ουσιαστικός περιορισμός είναι η μη καταχρηστικότητα, η οποία αναζητείται πρωτίστως στα κίνητρα του καταγγέλλοντος. Αν αυτά έρχονται σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη ή με τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, χαρακτηρίζονται επιλήψιμα και καθιστούν την καταγγελία άκυρη. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή, η καταγγελία που δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι χωρίς άλλο καταχρηστική, διότι διαφορετικά θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Για να θεωρηθεί καταχρηστική δεν αρκεί ότι δεν υπάρχει κάποια εμφανής αιτία που να τη δικαιολογεί ούτε ότι ο εργοδότης επικαλείται λόγους που αποδεικνύονται αναληθείς. Αυτή η παγιωμένη στη νομολογία του Αρείου Πάγου θέση δέχεται κριτική από τη θεωρία, δεδομένου ότι, κατά περίπτωση, ανατρέπει αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας που αποδέχονται εμμέσως ένα σύστημα αντικειμενικά δικαιολογημένης καταγγελίας. Οι αποφάσεις τους, ενώ στη μείζονα σκέψη εκθέτουν ότι ο νόμος καθιερώνει την αναιτιώδη καταγγελία, στη συνέχεια δέχονται την αγωγή για την ακυρότητα της με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε είτε σοβαρός λόγος συνδεόμενος με το συμφέρον της επιχείρησης είτε ο λόγος που επικαλέστηκε ο εργοδότης αρνούμενος την αγωγή. Η άποψη αυτή των δικαστηρίων της ουσίας είναι εσφαλμένη. Η νομολογιακή διάπλαση του δικαίου της καταγγελίας δεν μπορεί να υπερβεί την συνειδητή δικαιοπολιτική επιλογή του νομοθέτη για την εφαρμογή του συστήματος της αναιτιώδους καταγγελίας και τον αποζημιωτικό χαρακτήρα της προστασίας του εργαζομένου, όπως καθιερώνονται με τους v. 2112/1920 και 3198/1955. Οι αλλαγές που εισήχθησαν με το v. 4808/2021, κατηγοριοποιώντας εκείνες τις περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που η νομολογία έκρινε ως καταχρηστικές (άρθρο 281 ΑΚ), αναβαθμίζοντας τις σε ρητές περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας, καθώς και η, υπό προϋποθέσεις, αντιστροφή του βάρους απόδειξης στον εργοδότη, ως προς την αιτία της καταγγελίας, ενίσχυσαν μεν δικονομικά τη θέση του εργαζομένου, αλλά δεν αρκούν για να καταστήσουν το σύστημα της καταγγελίας από αναιτιώδες σε αιτιώδες. Γι αυτό απαιτείται ρητή νομοθετική επιλογή. Η ως άνω διαπίστωση διαπνέει τη νομολογία του Ακυρωτικού και είναι η αιτία για την περιορισμένη εφαρμογή της αρχής της ultima ratio ως αιτίας ακυρότητας της καταγγελίας. Κατά τη νομολογία, η αρχή της ultima ratio ενεργοποιείται σε εκείνες τις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι οι λόγοι της καταγγελίας είναι υπαρκτοί και όχι προσχηματικοί, ενώ δεν υποκρύπτουν κάποιο επιλήψιμο κίνητρο, όπως στην περίπτωση που η καταγγελία έγινε για λόγους άσχετους με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, που δυσαρέστησαν τον εργοδότη, όταν δηλαδή η γενόμενη απόλυση δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του τελευταίου ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες τυχόν επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας. Κριτήριο του δικαστικού ελέγχου αποτελεί η διαπνέουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο (ultima ratio) για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκόμενων με την καταγγελία σκοπών, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο. Τα δικαστήρια, ελέγχοντας τη βαρύτητα των λόγων που οδήγησαν τον εργοδότη στην απόφασή του να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, εξετάζουν αν οι λόγοι αυτοί καθιστούν πράγματι αναγκαία την απόλυση. Η θέση αυτή που εν τέλει αναζητά, για να δικαιολογήσει την απόλυση, την ύπαρξη αιτίας συνδεόμενης με τα καλώς εννοούμενα εργοδοτικά συμφέροντα, ώστε να μη χαθεί χωρίς λόγο μια θέση εργασίας, «σχετικοποιεί» τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας. Απορρέει από την αρχή της καλής πίστης, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη να αποφεύγει την αδικαιολόγητη προσβολή στο δικαίωμα εργασίας και τον υποχρεώνει να επιλέξει μεταξύ περισσότερων και εξ ίσου αποτελεσματικών μέσων, αυτό που είναι λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο, ενώ εκφράζει ταυτόχρονα την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντ.), ελέγχοντας την ισορροπία του μέσου προς το σκοπό: «Το Δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει εάν υπάρχουν άλλα ηπιότερα μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη». Εν γνώσει του ότι η καθολική εφαρμογή της αρχής της ultima ratio θα προκαλούσε ρήγμα στο σύστημα της αναιτιώδους καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η νομολογία του Ακυρωτικού υπήρξε φειδωλή και, μέχρις στιγμής, την έχει αποδεχθεί α) στις περιπτώσεις απόλυσης για οικονομοτεχνικούς λόγους ή όταν τίθενται ζητήματα οργανωτικής φύσης της επιχείρησης, β) εκεί που υφίσταται κανονισμός εργασίας που προβλέπει πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές και γ) στις περιπτώσεις που για το κύρος της καταγγελίας απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Η εφαρμογή της ultima ratio στην καταγγελία δεν είναι απεριόριστη. Το ηπιότερο μέσο πρέπει να είναι εξίσου πρόσφορο, όπως η καταγγελία, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και ο εργοδότης να είναι πράγματι σε θέση, από νομικής και ουσιαστικής πλευράς να το εφαρμόσει. Η τήρησή της τότε μόνο μπορεί να απαιτηθεί από τον εργοδότη, όταν δεν προσκρούει σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου ή σε δικαιώματα τρίτων (μείωση μισθού, απόλυση άλλου ή μείωση του χρόνου εργασίας του). Όταν οι λόγοι της απόλυσης σχετίζονται με το πρόσωπο και τη συμπεριφορά του εργαζομένου είναι ζήτημα αν και σε πιο βαθμό εφαρμόζεται η αρχή του έσχατου μέσου. Η άποψη αυτή δέχεται την εφαρμογή της αρχής μόνο στις απολύσεις για οικονομοτεχνικούς λόγους. Το προσωπικό στοιχείο λειτουργεί ως οιονεί σπουδαίος λόγος που η συνδρομή του παρακάμπτει τους περιορισμούς από την αρχή του έσχατου μέσου ή τα κοινωνικά κριτήρια επιλογής που ισχύουν στην τακτική καταγγελία. Το δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην σκοπιμότητα των απολύσεων που γίνονται για οικονομοτεχνικούς λόγους. Οι επιχειρηματικές αποφάσεις δεν ελέγχονται δικαστικώς ως προς την αντικειμενική ορθότητα τους, ελέγχονται μόνο ως προς την κατάχρηση δικαιώματος. Ελέγχεται, δηλαδή, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των οικονομοτεχνικών αποφάσεων και των καταγγελιών, ώστε να αποτρέπονται καταχρήσεις μέσω προσχηματικής επίκλησης οικονομοτεχνικών λόγων. Το ζήτημα, πού χαράσσεται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ ελευθερίας για λήψη αποφάσεων και ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου αφενός και ελέγχου πιθανής παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας απαντάται μόνο με την εφαρμογή των αρχών του 281 ΑΚ. Η καταγγελία ως επιχειρηματική απόφαση υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο όταν είναι αυθαίρετη, περιττή ή δυσανάλογα επαχθής για τον εργαζόμενο. Όταν ο λόγος της καταγγελίας σχετίζεται με το πρόσωπο του εργαζομένου, κατά την πάγια νομολογία του Ακυρωτικού, ο εργοδότης δεν χάνει το δικαίωμα της καταγγελίας, εάν ο λόγος αυτής συνιστά ταυτοχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα ούτε είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει την πειθαρχική διαδικασία πριν προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Η αρχή της ultima ratio υποχωρεί εφόσον «αιτιολογημένα κλονίστηκε η όλως απαραίτητη για τη συνέχιση της συνδέουσας τα διάδικα μέρη υπαλληλικής και εν γένει εργασιακής σχέσης εμπιστοσύνη». Η απώλεια της εμπιστοσύνης συνιστά αρνητική πρόγνωση για την εξέλιξη της εργασιακής σχέσης στο μέλλον, επειδή ακριβώς άπτεται της προσωπικότητας του εργαζομένου. Το ζήτημα τίθεται πιο επιτακτικά, όταν η προβληματική για τον εργοδότη συμπεριφορά (εξαπάτηση) εκδηλώνεται ακριβώς πριν από την πρόσληψη, με σκοπό την επίτευξή της, και ακολουθεί μια μακρά περίοδος, κατά την οποία ο εργαζόμενος υπήρξε συνεπής στις συμβατικές του υποχρεώσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εφαρμογή της αρχής του έσχατου μέσου έχει ως αναγκαίο προαπαιτούμενο τη διαπίστωση ότι η απώλεια της εμπιστοσύνης εκ μέρους του εργοδότη, παρίσταται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αδικαιολόγητη. Προϋπόθεση συνιστά η παραβίαση της αρχής να στηρίζει τη βάση της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, έστω και,επικουρικά. Στην αγωγή δεν αρκεί απλή αναφορά ότι η απόλυση θα είχε αποφευχθεί αν λαμβανόταν ηπιότερο μέτρο, η πληρότητα του ισχυρισμού προϋποθέτει αναφορά του μέτρου και του λόγου για τον οποίον αυτό θα εξυπηρετούσε εξίσου αποτελεσματικά τον επιδιωκόμενο στόχο και απόδειξή του στη συνέχεια. Η ακυρότητα της καταγγελίας λόγω της μη εφαρμογής της αρχής του έσχατου μέσου δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις εκείνες για τις οποίες προβλέπεται αντιστροφή του βάρους απόδειξης στον εναγόμενο εργοδότη (άρθρο 339 §§ 1 και 2 π.δ. 80/2022), ενώ το σχετικό με αυτήν ελάττωμα της καταγγελίας μπορεί να έχει ως συνέπεια, αντί για την ακυρότητα αυτής, την καταβολή αυξημένης αποζημίωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου. Επιπροσθέτως στην καταγγελία εφαρμόζεται η αρχή του εσχάτου μέσου [ultima ratio]. Ο εργοδότης πρέπει να εξετάσει αν ο επιδιωκόμενος επιχειρηματικός σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με τρόπο και μέσα λιγότερο επαχθή για τον εργαζόμενο, και αν πράγματι συμβαίνει αυτό, να προτιμήσει το ηπιότερο εναλλακτικό μέσο αντί της καταγγελίας. Αυτό μπορεί να είναι η απασχόληση σε άλλη θέση, η μεταβολή των όρων εργασίας ακόμη και επί το δυσμενέστερο [εφόσον ο μισθωτός δέχεται], η μερική απασχόληση κ.α. Η καταγγελία είναι η δραστικότερη επέμβαση του ενός συμβαλλομένου στο συμφέρον του άλλου από ενεργό σύμβαση [Vertragsinteresse]. Για αυτό επιτρέπεται μόνο αν είναι μέτρο αναγκαίο και κατάλληλο για την εξυπηρέτηση του καλώς νοούμενου συμφέροντος της επιχείρησης-οι υποκειμενικές εκτιμήσεις του εργοδότη υποχωρούν σε σημαντικό βαθμό-και δεν υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ της ωφέλειας που επιδιώκει ο εργοδότης και της βλάβης που προκαλείται στον εργαζόμενο. Η αρχή του εσχάτου μέσου αποτελεί αναμφισβήτητα έκφανση της αρχής της αναλογικότητας και οπωσδήποτε εμπεριέχεται στην έννοια της καλής πίστης. Η εφαρμογή της ultima ratio στην καταγγελία δεν είναι απεριόριστη. Το ηπιότερο μέσο πρέπει να είναι εξίσου πρόσφορο, όπως η καταγγελία, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και ο εργοδότης να είναι πράγματι σε θέση, από νομικής και ουσιαστικής πλευράς, να το εφαρμόσει. Αν δεν μπορεί να επιβάλει το ηπιότερο μέτρο μονομερώς, λόγω της αρχής pacta sunt servanda, οφείλει να το προτείνει στον εργαζόμενο, έστω μέσω τροποποιητικής καταγγελίας. Όταν οι λόγοι της απόλυσης σχετίζονται με το πρόσωπο ή τη συμπεριφορά του εργαζομένου, είναι ζήτημα αν και σε ποιό βαθμό εφαρμόζεται η αρχή του εσχάτου μέσου [Λεβέντης σε Λεβέντη/Παπαδημητρίου Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ.914επ.·Ζερδελής, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ.1072 επ.- ο ίδιος, Η απόλυση ως ultima ratio, σελ.139επ.· ο ίδιος, Δίκαιο Καταγγελίας, σελ.346 επ.]. Έχει υποστηριχθεί η άποψη, ότι η αρχή του εσχάτου μέσου δεν πρέπει να έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις αυτές διότι τα κριτήρια του κύρους της καταγγελίας είναι διαφορετικά. Το βασικό πεδίο εφαρμογής της αρχής του εσχάτου μέσου είναι, κατά την άποψη αυτή, οι απολύσεις για οικονομοτεχνικούς λόγους, επειδή οι λόγοι αυτοί ανάγονται στη σφαίρα κινδύνου του εργοδότη και συνεπώς η κοινωνικοοικονομική ευθύνη του έναντι των εργαζομένων είναι μεγαλύτερη. Η άποψη αυτή ορθώς διακρίνει την ποιοτική διαφορά προτεραιοτήτων και συμφερόντων ανάλογα με το λόγο καταγγελίας. Ωστόσο και στις καταγγελίες που σχετίζονται με το πρόσωπο του εργαζομένου η αρχή της ultima ratio διατηρεί τη σημασία της. Εφόσον το πρόβλημα συνδέεται με τη θέση ή το αντικείμενο εργασίας και συνεπώς αντιμετωπίζεται επαρκώς με τη μετάθεση ή την αλλαγή αντικειμένου, ο εργοδότης έχει καθήκον να δώσει προτεραιότητα στη λύση αυτή. Είναι βέβαια ένα θέμα, αν το καθήκον αυτό ισχύει ακόμη και όταν είναι αβέβαιο, αν ο εργαζόμενος θα αποδώσει στη νέα θέση. Δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη να αναλάβει ο εργοδότης τον κίνδυνο μιας νέας αποτυχίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις παίζει ρόλο η ήδη δημιουργηθείσα αρνητική πρόγνωση [Αντικειμενικά στοιχεία στον έλεγχο της τυχόν καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας παρεισφρέουν και μέσω της θεωρίας περί (αρνητικής) πρόγνωσης. Η θεωρία (ή αρχή) της πρόγνωσης-δημιούργημα της γερμανικής θεωρίας περί κοινωνικά δικαιολογημένης καταγγελίας (sozialgerechtfertigte Kundigung)-OTipaivci ότι η καταγγελία είναι δικαιολογημένη όταν η αιτία της, αντικειμενικώς εκτιμώμενη, επηρεάζει αρνητικά την περαιτέρω εξέλιξη της εργασιακής σχέσης. Σκοπός της αρχής είναι η προστασία της επιχείρησης («το καλώς νοούμενο συμφέρον») από μελλοντικές βλαπτικές επιδράσεις κατά τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης. Ταυτοχρόνως τίθεται φραγμός στο να προσλαμβάνει η απόλυση χαρακτήρα κύρωσης για προβλήματα του παρελθόντος. Κατά τη χαρακτηριστική έκφραση η καταγγελία δικαιολογείται κοιτάζοντας προς τα εμπρός και όχι προς τα πίσω. Η αρχή της πρόγνωσης υποχρεώνει έτσι τον εργοδότη να δώσει μια ευκαιρία στον εργαζόμενο, αν αυτή υπάρχει. Στην ελληνική νομολογία δεν έχει καθιερωθεί ως αυτοτελής αρχή. Εν τούτοις ενυπάρχει ως στοιχείο αξιολόγησης σε πολλές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις που δέχονται ως λόγο τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης καταγγελίας ή την έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ των μερών, ή που συνεκτιμούν ως βαρύνον στοιχείο την προηγηθείσα προειδοποίηση του μισθωτού, ουσιαστικά κρίνουν με βάση την αρχή της πρόγνωσης]. Αν το πρόβλημα έγκειται στη συμπεριφορά του μισθωτού [π.χ. μειωμένη απόδοση, παράβαση καθηκόντων], ως ηπιότερο μέσο θα μπορούσε να θεωρηθεί η προηγούμενη παρατήρηση ή η επιβολή πειθαρχικής ποινής [αν προβλέπεται τέτοια διαδικασία]. Κατά αυτόν τον τρόπο αποκτά και περισσότερη αξιοπιστία στη δίκη ο σχετικός ισχυρισμός του εργοδότη. Αυτά όμως δεν ισχύουν κατά τρόπο απόλυτο. Η σχέση εργασίας έχει έντονο το προσωπικό στοιχείο και αυτό λειτουργεί υπερβατικά σε σχέση με την αρχή του εσχάτου μέσου. Ο εργοδότης μπορεί να ισχυρισθεί βασίμως, ότι κανένα ηπιότερο μέτρο, ακόμη κι αν υφίστατο και πιθανώς να το δεχόταν ο εργαζόμενος, δεν θα επαρκούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση για την αντιμετώπιση του δεδομένου προβλήματος ή ότι η πρόγνωση για την εξέλιξη της εργασιακής σχέσης στο μέλλον είναι ήδη αρνητική- ή ότι επήλθε κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης. Στις περιπτώσεις αυτές δικαιολογείται αμέσως καταγγελία (ΑΠ 308/2011 Ε.Εργ.Δ.2012.91, ΑΠ 50/2011 Δ.Ε.Ν. 2011.721, ΑΠ 703/2006 Ε.Εργ.Δ.2006.1492). Με παγιωμένη διατύπωση το Ακυρωτικό δέχεται ότι η πρόβλεψη στον κανονισμό εργασίας πειθαρχικών παραπτωμάτων και ποινών δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα της έκτακτης καταγγελίας χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, αν το πειθαρχικό παράπτωμα διαταράσσει σε τέτοιο βαθμό την ομαλή λειτουργία της σύμβασης, ώστε να καθιστά μη ανεκτή τη συνέχισή της]. Το προσωπικό στοιχείο λειτουργεί ως οιονεί σπουδαίος λόγος [ΑΚ 672], που η συνδρομή του παρακάμπτει τους περιορισμούς από την αρχή του εσχάτου μέσου ή τα κοινωνικά κριτήρια επιλογής, που ισχύουν στην τακτική καταγγελία. Ούτε είναι καταχρηστική η απόφαση του εργοδότη να καταφύγει αμέσως στην καταγγελία για το λόγο ότι σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν είχε αρκεσθεί σε ηπιότερα μέτρα έναντι άλλων εργαζομένων η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εφαρμόζεται στην καταγγελία [αν και δεν πρόκειται περί αυτού]. Η τήρηση της αρχής του εσχάτου μέσου τότε μόνο μπορεί να απαιτηθεί από τον εργοδότη, όταν δεν προσκρούει σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου ή σε δικαιώματα τρίτων [βλ. ΑΠ 1389/2022, sakkoulas on line gr. Με σχόλιο Μαρίας Χασιρτζόγλου επίτιμης Αρεοπαγίτη, Κ. Μπακόπουλος, Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, 2012, σ.69-79].

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της εκθέτει ότι προσλήφθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης στις 2.11.2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της αρχικά υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ως ταμίας στο κατάστημα που διατηρεί και εκμεταλλεύεται ο όμιλος εταιριών που εντάσσεται η εναγόμενη στην πόλη της ... και ακολούθως, από τα τέλη του έτους 2008 υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, παρέχοντας τις υπηρεσίες της σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση μέχρι και τις 7.8.2023, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Ότι κατά τα έτη 2018 και 2019 προσέφερε την εργασία της ανελλιπώς είτε από ώρα 6η πρωινή έως και 5η απογευματινή είτε από ώρα 11η πρωινή έως 10η βραδινή και συνολικά 55 ώρες την εβδομάδα, και κατά τα έτη 2020,2021 και 2022 είτε από ώρα 6η πρωινή έως 3η απογευματινή είτε από 12.30 μμ έως 21.30 μμ και συνολικά 45 ώρες εβδομαδιαία. Ότι παρά το γεγονός ότι εκτελούσε άψογα τα καθήκοντα της, επιδεικνύοντας ζήλο και εργατικότητα, η εναγόμενη προέβη στις 7.8.2023 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της με αφορμή δήθεν περιστατικό εκ μέρους της χειροδικίας σε βάρος συναδέρφου της, το οποίο τυγχάνει ψευδές και για το οποίο σε κάθε περίπτωση ουδέποτε εκλήθη να παράσχει τις απαιτούμενες εξηγήσεις βάσει των εσωτερικά τηρούμενων διαδικασιών και του ισχύοντος στην επιχείρηση κανονισμού εργασία. Ότι η εν λόγω καταγγελία τυγχάνει άκυρη ως καταχρηστική, αφενός μεν για το λόγο ότι δεν αποτέλεσε την έσχατη λύση και δεν υιοθετήθηκε πριν από αυτήν ηπιότερο μέσο, ενώ δεν της επιβλήθηκε κάποια ηπιότερη πειθαρχική ποινή, προκειμένου να αποφευχθεί η απόλυσή της, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, αφετέρου διότι ήταν αδικαιολόγητη διότι δεν υπήρχε βάσιμος λόγος καταγγελίας της σύμβαση εργασίας της. Κατόπιν αυτών ζητεί αφού αναγνωριστεί η ακυρότητας της από 7.8.2023 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, για τους ως άνω λόγους, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 17.450,69 ΕΥΡΩ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 8.8.2023 έως 7.8.2024, επιφυλασσόμενη για άσκηση της αξίωσης της για την αιτία αυτή και για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της απειλούμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 300,00 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει κατά την κύρια βάση της αγωγής της από την έγκυρη σύμβαση εργασίας, και σε κάθε περίπτωση επικουρικά σε περίπτωση ακυρότητας της για τις περιπτώσεις που η παροχή δεν προβλέπεται απευθείας από το νόμο το συνολικό ποσό των 21.595,20 ΕΥΡΩ για υπερωριακή της απασχόληση, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, και για όλα τα ανωτέρω ποσά από τότε που έκαστο αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμό και απαιτητό, καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δίκασε την ένδικη διαφορά κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έκρινε ορθά την αγωγή ως ορισμένη, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται ανωτέρω στις υπό στοιχεία I και II μείζονες σκέψεις της παρούσας απόφασης. Στη συνέχεια όπως προκύπτει από τις διατυπωθείσες σε αυτήν σκέψεις απέρριψε σιγή την αγωγή ως νόμω αβάσιμη καθ’ ό μέρος της επιχειρήθηκε να στηριχθεί στις διατάξεις του άρθρου 24 N. 4359/2016 με την οποία κυρώθηκε ο ΑνΕΚΧ. Το παρόν Δικαστήριο, ανεξαρτήτως της ύπαρξης του σχετικού ειδικού δεύτερου λόγου της έφεσης της ενάγουσας, κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της νομικής βασιμότητας της αγωγής επ'ευκαιρία του μεταβιβαστικού αποτελέσματος (522 ΚπολΔ), κρίνει σε πλήρη συνάρτηση με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω σχετική υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ότι ορθά, έστω και σιγή, απερρίφθη ως νόμω αβάσιμη κατά το αμέσως προαναφερόμενο μέρος τη αγωγή, με τις επιπρόσθετες ακόλουθες σκέψεις, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντίστοιχου ειδικού λόγου έφεσης της εκκαλούσας ενάγουσας: Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζομένου. Δεν θεωρείται όμως καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016, που ισχύει από 20.1.2016) του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (στο εξής: ΑναθΕΚΧ). Διότι, ναι μεν με το άρθρο 24 στοιχείο α' του ΑναθΕΚΧ αναγνωρίζεται "το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της

υπηρεσίας", όμως, με το άρθρο 24 στοιχείο β' του ΑναθΕΚΧ, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο "το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ακόμη κι αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται. Η δε υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο αναγνωρίζεται ανέκαθεν στο εσωτερικό δίκαιο (ν. 2112/1920, ν. 3198/1955, β.δ. 16/18.7.1920, σε συνδυασμό με ν. 3899/2010 και ν. 4093/2012, ήδη δε άρθρο 323 π.δ. 80/2022) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μηνύσεως ή λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως εξ ανωτέρας βίας ή λόγω πτωχεύσεως της επιχειρήσεως) και δεν αίρεται ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού. Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι' αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της ΑΚ 281, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζομένου στο αρμόδιο δικαστήριο κατά την απολύτως κρατούσα γνώμη στη Νομολογία υποστηριζόμενη ως ορθή και από μέρος και της Θεωρίας και στην οποία προσχωρεί πρωτίστως λόγω της καθολικότητας της εφαρμογής της και το παρόν Δικαστήριο (ΑΠ 1985/2025 ως obiter dictum στο άρθρο 66 παρ.2 N. 4808/2021, ΑΠ 119/2025, ΑΠ 1561/2023, ΑΠ 521/2022, ΑΠ 366/2020, ΜονΕφΑΘ 1573/2025, 2195/2025, 1222/2025, 78/2025, 570/2024, ΜονΕφΘεσ 322/2020). Κατά τα λοιπά η αγωγή τυγχάνει (και ήδη κρίθηκε) νόμω βάσιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174,180,281,288,330,341,345,346,350,648,649,654,655,656, 657,658,669,74 παρ. 10 ν. 3863/2010, 58 ν. 4801/2021, 184 πδ 80/2022,68,70,176,191 παρ.2, 218, 946ΚπολΔ. Στην συνέχεια με την εκκαλουμένη αφού κρίθηκε ότι η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν έπασχε καταχρηστικότητας κατά τη θεμελιώδη αρχή στο δίκαιο της καταγγελίας της επιλογής της απόλυσης εκ μέρους του εργοδότη ως έσχατου μέσου, η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη καθ'ό μέρος της αφορά στην αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας, στην επιδίκαση μισθών υπερημερίας και στην υποχρέωση αποδοχής της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς εργασίας της ενάγουσας από την εναγόμενη και αφού απερρίφθη η υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής καταβολής αμοιβής λόγω παρασχεθείσας υπερεργασίας και υπερωρίας, κριθείσα ως ορισμένη και νόμιμη, ένσταση απόσβεσης της οικείας οφειλής με συμψηφισμό (καταλογισμό) στις υπέρτερες του ελάχιστου νομίμου αποδοχές της ενάγουσας εργαζόμενης και της δικαιοφθόρου ομοίως επικουρικά προβαλλόμενης γνήσιας ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για δικαστική επιδίωξη της αμέσως ως άνω απαίτησής της, λόγω αποδυνάμωσης δικαιώματος από τη μακρόχρονη σιωπηρή αποδοχή της στον εν λόγω καταλογισμό, έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή καθ'ό μέρος της αφορά στην επιδίκαση αμοιβής υπερεργασίας και αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση για τα αιτούμενα από την ενάγουσα χρονικά διαστήματα. Κατά της εκκαλουμένης παραπονούνται με τις εφέσεις τους αντιστοίχως αμφότεροι οι διάδικοι, η μεν ενάγουσα, πέραν του ήδη κριθέντος αμέσως ανωτέρω δεύτερου ειδικού λόγου έφεσης της για κακή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 24ΑνΕΚΧ, που ήδη με τις σκέψεις της παρούσας κρίθηκε ως νόμω αβάσιμος, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την αξιολόγηση της συμπεριφοράς της εναγόμενης εργοδότριας κατά την υπαγωγή της στη ρήτρα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η δε εναγόμενη εργοδότρια για κακή εφαρμογή του νόμου αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης της περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών της ενάγουσας στην τυχόν υπερεργασία και υπερωριακή της απασχόληση και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την φύση των καθηκόντων της ενάγουσας και την παρασχεθείσα υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση της ενάγουσας.

III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2874/2000, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021 «1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. ,Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)». Η ως άνω διάταξη τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021, με έναρξη ισχύος από την 19.06.2021, ως εξής: «Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση, διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακώς δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας, έως τρεις (3) ώρες ημερησίως και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν πενήντα (150) ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής παράνομη υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%). 6. Με αποφάσεις του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών, επιπλέον των επιτρεπόμενων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης ετησίως της παρ. 3, σε περιπτώσεις επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη και δεν επιδέχεται αναβολή. Για την κατά τα ανωτέρω υπερωριακή απασχόληση, οι μισθωτοί δικαιούνται αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)».

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (και οκτώ ώρες υπό το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας) και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (και πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 48 ωρών, υπό το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης. Αντίστοιχα, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέρα των εννέα ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και η πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται έξι ημέρες την εβδομάδα. Επισημαίνεται ότι για τη συνδρομή υπερεργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να ενδιαφέρει η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου (ΑΠ 493/19, ΑΠ 1602/11, ΑΠ 615/08, ΑΠ 338/08, ΑΠ 101/08 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των 9 ή 8 ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου, αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νομίμου ημερήσιου ωραρίου (ΑΠ 65/2020, ΑΠ 732/2018, ΜονΕφΑθ 441/21 ΝΟΜΟΣ). Συρροή δε υπερεργασίας και υπερωρία συντρέχει όταν: α) στο σύστημα πενθήμερης εργασίας υπάρχει απασχόληση σε μία ή περισσότερες ημέρες πάνω από 9 ώρες για παράλληλα οι ώρες εβδομαδιαίας εργασίας υπερβαίνουν τις 40. Νοείται βέβαια ότι οι ώρες της υπερεργασίας βρίσκονται, αφού αφαιρεθούν οι πάνω από 9 ώρες εργασία, οι οποίες αποτελούν υπερωρία, β) στο σύστημα εξαήμερης εργασίας υπάρχει απασχόληση σε μία ή περισσότερες ημέρες πάνω από 8 ώρες και παράλληλα οι ώρες εβδομαδιαίας εργασίας υπερβαίνουν τις 40. Στην περίπτωση αυτή, οι ώρες της υπερεργασίας βρίσκονται, αφού αφαιρεθούν οι πάνω από 8 ώρες εργασία, οι οποίες αποτελούν υπερωρία (Κων. Δ. Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, εκδ. 2020, σελ. 480). Περαιτέρω, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ή έβδομη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 418/2004 ΕλλΔικ 47. 146, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔικ 44. 163, АП 1207/2002 ΕλλΔικ 44. 162, АП 679/2001 ΔΕΝ 2002.1628, АП 24/2000 ΔΕΝ 2000. 851), ενώ είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανόμενη για κάθε μια από τις υπόλοιπες, δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη), να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει, για κάθε μια από αυτές, το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο (ΑΠ 679/2001 ΕλλΔικ 42. 1590, ΑΠ 119/1997 ΕλλΔικ 38.1554), όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 και 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, για την εργασία των υπαγόμενων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά την έκτη (6η) ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή (κατά κανόνα) το Σάββατο, ώστε να οφείλεται, ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επομ. ΑΚ), ενόψει του ότι η εργασία αυτή είναι, παράνομη, ως παρασχεθείσα σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, το ποσό το οποίο ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως, αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης, χωρίς να δικαιούται ο εργαζόμενος και οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση (ΑΠ 175/13 ΔΕΕ 2013. 832, ΑΠ 191/11, ΑΠ 1413/09 ΝΟΜΟΣ). Το καθεστώς, όμως, αυτό διαφοροποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του νόμου 3846/2010, που ισχύει από 11.05.2010, ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου (ΦΕΚ Α'66/11.05.2010), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35 του ίδιου νόμου, και ορίζει ότι: «η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, προσαυξημένο κατά 30%» (ΑΠ 315/17, ΑΠ 1985/17, ΕΑ 2870/18 ΝΟΜΟΣ). Η εργασία κατά την έκτη ημέρα επί πενθημέρου, και μετά την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, παραμένει παράνομη και, συνεπώς, άκυρη. Ο παράνομος χαρακτήρας της, άλλωστε, επιβεβαιώνεται από τη φράση του νομοθέτη «ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις», φράση που δεν θα είχε λόγο ύπαρξης, αν επρόκειτο περί νόμιμης απασχόλησης. Κατά συνέπεια, ορθότερο θα ήταν να γίνεται λόγος για «αποζημίωση» και όχι «αμοιβή» της συγκεκριμένης απασχόλησης (Λεβέντης-Παπαδημητρίου, «Ατομικό εργατικό Δίκαιο», σελ. 430). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 655 ΑΚ ορίζεται ότι: «Αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της με αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με το N. 3248/1955, μισθός είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων, αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα της παροχής υπερεργασίας, νόμιμης υπερωριακής εργασίας και επιτρεπόμενης απασχόλησής του σε ημέρα αργίας, αφού οι αμοιβές αυτές συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα από την παροχή εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται, από το άρθρο 655 ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε, με μόνη την πάροδο αυτής, να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος, κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και να οφείλει, έκτοτε, επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδαφ. α ΑΚ (ΟλΑΠ 39/2002, ΟλΑΠ 40/2002, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 854/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 51/2005 ΕΕργΔ 2005. 644, ΑΠ 234/2004, ΕΠειρ 236/14 ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα δεν αποτελούν μισθό, ούτε εν ευρεία έννοια, οι αποζημιώσεις και οι προσαυξήσεις (αστικές ποινές) που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης στο μισθωτό για παράνομη εργασία, ήτοι για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, απασχόληση, παρά το νόμο, τα Σάββατα, τις Κυριακές ή για μη παροχή της, κατά νόμο, ετήσιας άδειας, από υπαιτιότητα του εργοδότη, αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα, για νομίμως παρασχεθείσα εργασία. Για τα χρέη αυτά, που δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας, δεν ορίζεται, από νόμο, δήλη ημέρα πληρωμής τους και οι τόκοι γι' αυτά αρχίζουν να τρέχουν από την επίδοση της αγωγής ή από την τυχόν προηγηθείσα όχληση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 346 και 340 ΑΚ (ΑΠ 493/2019, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1134/2010, ΑΠ 233/2004, ΑΠ 236/2004 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε, αναφορικά με την παράνομη υπερωριακή απασχόληση, σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 του N. 435/1976, -που προέβλεπε ότι επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται από την πρώτη ώρα, πέραν των απαιτήσεών του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου, έχοντας, επομένως, δύο αξιώσεις, μία εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επί της οποίας ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 911 αρ.2 ΑΚ, για τη γένεση της τοκοδοσίας (ΑΠ 840/2004 ΝΟΜΟΣ) και μία, ως αστική ποινή, για την οποία τόκοι οφείλονταν από την επίδοση-, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, μεταβλήθηκε από 1 Απριλίου 2000, το ανωτέρω νομοθετικό καθεστώς και ορίσθηκε στην παρ. 5 αυτού, για την περίπτωση της παροχής από το μισθωτό μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, ότι ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (ήτοι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%). Η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε, αρχικά, με το άρθρο 1 του N. 3385/2005, και ορίσθηκε στις παρ. 4 και 5 αυτής ότι: «Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο (άρθρο 3 του ν.δ. 515/1970) διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία (παρ. 4). Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (παρ. 5)», εν συνεχεία, ως ήδη προεκτέθηκε, με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, με βάση το οποίο η παρ. 5 της ως άνω διατάξεως του άρθρου 4 του N. 2874/2000 διαμορφώθηκε ως εξής: «Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)» και τέλος, με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021(ΦΕΚ A 101/19.6.2021), με βάση το οποίο «Για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%)». Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του N. 2874/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του, τόσο με το άρθρο 74 παρ. 10 του N. 3863/2010, όσο και με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021, που εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση ως εκ του κρίσιμου χρόνου της αγωγής, σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση αμοιβής του μισθωτού από την εκ μέρους του παροχή κατ’ παράνομης υπερωρίας στηρίζεται ευθέως στο νόμο και όχι πλέον και στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Δηλαδή, από 1 Απριλίου 2000, μετά την έναρξη της ισχύος του άρθρου 4 του ανωτέρω νόμου 2874/2000, ο εργαζόμενος για την παράνομη (κατ' εξαίρεση) υπερωριακή απασχόλησή του δεν έχει πλέον δύο διακριτές αξιώσεις, όπως όριζε το άρθρο 1 παρ. 2 του N. 435/1976, αλλά μία, για την θεμελίωση της οποίας μάλιστα δεν απαιτείται η επίκληση των προϋποθέσεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 314/2017, ΑΠ 206/2009, ΑΠ 196/2008 ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια για τις αξιώσεις του αυτές, που δεν απορρέουν από νόμιμη παροχή εργασίας, οι τόκοι αρχίζουν να τρέχουν από την επίδοση της αγωγής (άρθ. 346 ΑΚ), εκτός εάν προηγουμένως εχώρησε σχετική όχληση προς τον εργοδότη κατά το άρθρο 340 του ΑΚ (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1391/2018 ΝΟΜΟΣ).

IV. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο έχει έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και ανηθικότητας στις συναλλαγές και έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως, έτσι, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και επί δικαιωμάτων, που πηγάζουν, επίσης, από διάταξη δημοσίας τάξεως, όπως είναι (και) το δικαίωμα που πηγάζει από την παροχή παράνομης υπερωρίας, εάν η συμπεριφορά του δικαιούχου εμφανίζεται να υπερακοντίζει, καταδήλως, τα ως άνω όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών, του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1115/20 Ιστοσελίδα ΑΠ). Επομένως, και παρά το γεγονός ότι η συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου, κατά την οποία η αποζημίωση ή αμοιβή, που οφείλεται για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, όπως και η προσαύξηση στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο καλύπτονται, με την πληρωμή μισθού μεγαλύτερου από το νόμιμο, είναι άκυρη (άρθρο 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959), παρά ταύτα, η επί σειρά ετών αποδοχή, ως οικονομικώς συμφέρουσας από τον εργαζόμενο, συμφωνίας του με τον εργοδότη του, ως προς την υπερωριακή του εργασία, ότι αυτή θα καλύπτεται από τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, σε συνδυασμό με τη μη διαμαρτυρία του για μη καταβολή επιπλέον αμοιβής για την εν λόγω εργασία και η, εκ της μη διαμαρτυρίας του, δημιουργία στον εργοδότη, της εύλογης πεποίθησης ότι η συμφωνία αυτή ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του εργαζομένου, καλύπτει το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1115/2020 ο.π.). Περαιτέρω, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων σε συνδυασμό με την αδράνεια του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς, για τα συμφέροντα του, επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται, επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος, υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν, εις βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του. Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί, μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη. Ειδικότερα καταχρηστική, κατά την ανωτέρω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του δικαιούχου συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα, για την επίτευξη πρόσθετου οφέλους (ΑΠ 1316/2021 Ιστοσελίδα ΑΠ). Περαιτέρω, επί αξιώσεων απολυθέντος εργαζομένου για την καταβολή οφειλόμενων αποδοχών, επιδομάτων κλπ., μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο - εργοδότη, δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι, αυτός (εργαζόμενος) δεν προτίθεται ν’ ασκήσει τις αξιώσεις αυτές (ΑΠ 909/2017 Ιστοσελίδα ΑΠ). Εξάλλου, η μη διαμαρτυρία του ενάγοντος εργαζομένου προς τον εναγόμενο - εργοδότη, έστω κι αν συνοδεύεται από αδράνεια του δικαιούχου προς άσκηση των δικαιωμάτων του και αδιαμαρτύρητη είσπραξη αποδοχών, κατώτερων των δικαιούμενων, καθώς επίσης και η ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί, από την, εκ των υστέρων, άσκηση των δικαιωμάτων από τον δικαιούχο εργαζόμενο, δεν πληρούν το πραγματικό του 281 ΑΚ, αλλά, προκειμένου η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, απαιτείται, επιπλέον, η συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά, τόσο του δικαιούχου ενάγοντος, όσο και του υπόχρεου, η τελευταία των οποίων να συνδέεται αιτιωδώς με την όμοια του δικαιούχου (ΑΠ 909/2017 ο.π.). Επίσης, όπως προελέχθη, η συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου, κατά την οποία η αποζημίωση ή αμοιβή, που οφείλεται για εργασία πέραν του νόμιμου ωραρίου, όπως και η προσαύξηση στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο καλύπτονται, με την πληρωμή μισθού μεγαλύτερου από το νόμιμο, είναι άκυρη (άρθρο 8 παρ.4 ν.δ. 4020/1959). Έγκυρη εν τούτοις είναι η συμφωνία (άρθρο 361 ΑΚ) περί καταλογισμού από τον εργοδότη της προσαυξήσεως - αμοιβής για την υπερεργασία, που θα παρασχεθεί στο μέλλον στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νόμιμων, αποδοχές του εργαζομένου. Επίσης, έγκυρη είναι η συμφωνία (άρθρο 361 ΑΚ) περί προκαταβολής της αποζημιώσεως για συγκεκριμένη παράνομη υπερωριακή εργασία, που πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον και του καταλογισμού της στην αξίωση για την πράγματι παρασχεθείσα (ΑΠ 1520/2003).

V. Το γενικό νομικό πλαίσιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων είχε διαμορφωθεί στη χώρα μας με τον ν. 2472/1997 όπως τροποποιήθηκε με μια σειρά από νεότερους νόμους. Ο αρχικός νόμος συμπληρώθηκε από τον νόμο 2774/1999 για την προστασία προσωπικών δεδομένων στον τηλεπικοινωνιακό τομέα. Το εθνικό αυτό δίκαιο υιοθετήθηκε με την παρέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη με την οδηγία 95/46 για την προστασία φυσικών προσώπων έναντι επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ήδη εκδόθηκε ο νέος κοινοτικός κανονισμός 2016/679, που ισχύει υποχρεωτικά από το Μάιο 2018 που ουσιαστικά ενοποιεί το δίκαιο των χωρών μελών της ЕЕ σε ενιαίο δίκαιο. Στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που παρέχει ο Κανονισμός (εξουσιοδοτήσεις) εκδόθηκε ο νόμος 4624/2019 που αντικατέστησε τον νόμο 2472/1997, πλην ορισμένων διατάξεων. Ο νόμος έχει συμπληρωματική εφαρμογή με τον Κανονισμό. Οι ρυθμίσεις του έγιναν στο πλαίσιο εξουσιοδότησης από τον ίδιο τον Κανονισμό για ρυθμίσεις από τα Κράτη-Μέλη. Με την έννοια αυτή υπερισχύουν αν είναι συμβατές με τις ρυθμίσεις του Κανονισμού. Οι ρυθμίσεις του Κανονισμού, ιδιαίτερα λεπτομερειακές, δεν αναθεωρούν την παραδοσιακή θεωρία για την προστασία της προσωπικότητας αλλά την επιβεβαιώνουν και την επεκτείνουν προκειμένου η διαχείριση της ροής πληροφοριών να γίνει με εναρμόνιση δύο αντίθετων δικαιωμάτων, το δικαίωμα πληροφοριακής ελευθερίας και το δικαίωμα πληροφοριακής αυτοδιάθεσης (βλ. και άρθ. 5Α, 9Α Συν.) (I. Κουκιάδης, Ατομικό και συλλογικό εργατικό δίκαιο - Επιτομή, 8η έκδ., 2021, § 2, σ. 244). Ειδικά ως προς το θέμα της καταγραφής εικόνας ή/και ήχου σε χώρους εργασίας η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει εκδώσει τις οδηγίες 115/2001 και 1/2011. Από την παράθεσή τους προκύπτει ότι: Τα δεδομένα που συλλέγονται δεν επιτρέπεται να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως αναγκαία για την εκπλήρωση του σκοπού της επεξεργασίας (όπως π.χ. η ασφάλεια του χώρου) και να μη θίγονται τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων που ευρίσκονται στον χώρο. Το σύστημα βιντεοεπιτήρησης δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την επιτήρηση των εργαζομένων εντός των χώρων εργασίας. Αντίθετα, σε έναν τυπικό χώρο γραφείων επιχείρησης, η βιντεοεπιτήρηση πρέπει να περιορίζεται σε χώρους εισόδου και εξόδου, χωρίς να επιτηρούνται συγκεκριμένες αίθουσες γραφείων ή διάδρομοι (μάλιστα, ως ενδεικτικά παραδείγματα που θα δικαιολογούσαν εξαίρεση στον κανόνα αναφέρονται μόνο χώροι όπως στρατιωτικά εργοστάσια και εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου, ενώ ακόμη και σε χώρους με αντικείμενα μεγάλης αξίας όπως χρηματοκιβώτια, η κάμερα θα πρέπει να καταγράφει μόνο το προστατευόμενο αντικείμενο και όχι τον εργαζόμενο). Είναι απαραίτητη η τοποθέτηση προειδοποιητικών πινακίδων που θα ενημερώνουν ότι ο χώρος καταγράφεται. Απαγορεύεται ρητώς οποιαδήποτε χρήση δεδομένων που έχουν συλλεγεί για τους παραπάνω σκοπούς ως κριτήριο για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς και της αποδοτικότητας των εργαζομένων, καθώς ο διαρκής έλεγχος των χώρων εργασίας με μέσα παρακολούθησης προσβάλλει την αξιοπρέπεια και την ιδιωτικότητα των εργαζομένων. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων πρέπει να ενημερώνονται και να διατυπώνουν γνώμη πριν από την εισαγωγή μεθόδων ελέγχου και παρακολούθησης των εργαζομένων καθώς και για τους λόγους για τους οποίους αυτή κρίνεται αναγκαία. Εξάλλου, είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι η λειτουργία τέτοιων συστημάτων βιντεοεπιτήρησης σε χώρους εργασίας, που λειτουργούν μόνιμα, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα, και η, μέσω αυτών, λήψη, αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων εικόνας και ήχου εργαζομένου στον χώρο και κατά τον χρόνο παροχής της εργασίας του, η οποία αποτελεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συνιστά περιορισμό του ατομικού δικαιώματος προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών δεδομένων, όπως το εν λόγω δικαίωμα συνταγματικώς κατοχυρώνεται στο άρθρο 9Α του Συντάγματος. Τέλος, από τον προαναφερόμενο ν. 2472/1997 και την προαναφερόμενη κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 παρ. 1 του νόμου αυτού εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1/2011 Οδηγία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα περί της «Χρήσης συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για την προστασία προσώπων και αγαθών», εντοπίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες γίνεται ανεκτός ο περιορισμός του ανωτέρω συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος. Όπως καθίσταται σαφές από το πνεύμα του ανωτέρω νόμου, βασική προϋπόθεση για τη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων είναι η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι τα συλλεγόμενα δεδομένα πρέπει να είναι αναγκαία και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος θα πρέπει να μη δύναται να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα. Στα πλαίσια αυτά ορίζεται ότι η λήψη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω συστημάτων βιντεοεπιτήρησης, απαιτείται να γίνεται μετά από ουσιαστική αξιολόγηση της αναγκαιότητας της βιντεοεπιτήρησης σε σχέση: α) με τον κίνδυνο που ο υπεύθυνος επεξεργασίας επιδιώκει να αντιμετωπίσει και β) με το μέγεθος της επίπτωσης στην ιδιωτική ζωή των προσώπων που αφορά, ενώ σε κάθε περίπτωση η εν λόγω αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει και τη διερεύνηση ηπιότερων μέσων ασφαλείας προσώπων και αγαθών. Ως ηπιότερα νοούνται τα μέσα που είναι εξίσου αποτελεσματικά, αλλά λιγότερο επαχθή για το άτομο. Περαιτέρω, ορίζεται ότι τα σημεία εγκατάστασης των καμερών και ο τρόπος λήψης των δεδομένων πρέπει να προσδιορίζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε τα δεδομένα που συλλέγονται να μην είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως αναγκαία για την εκπλήρωση του σκοπού της επεξεργασίας και να μη θίγονται τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων που ευρίσκονται στον χώρο που επιτηρείται και ιδίως να μην παραβιάζεται αυτό το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως «νόμιμη προσδοκία κάποιου βαθμού προστασίας της ιδιωτικής ζωής» σε κάποιον χώρο. Υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας η ως άνω υπ' αριθμ. 1/2011 Οδηγία (άρθρο 7) απαγορεύει ρητά τη χρησιμοποίηση συστήματος βιντεοεπιτήρησης σε χώρους εργασίας για τον σκοπό επιτήρησης των εργαζομένων εντός των χώρων αυτών, ορίζοντας περαιτέρω ότι απαγορεύεται ρητά και η χρησιμοποίηση των δεδομένων που τυχόν έχουν συλλεγεί μέσω συστήματος βιντεοεπιτήρησης ως αποκλειστικά κριτήρια για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς και της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Ωστόσο, επιτρέπεται η χρησιμοποίηση εικονοληπτικών μηχανών σε χώρους εργασίας, στην περίπτωση που αυτή δικαιολογείται από τη φύση και τις συνθήκες εργασίας και είναι απαραίτητο για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων ή την προστασία κρίσιμων χώρων εργασίας (π.χ. στρατιωτικά εργοστάσια, τράπεζες, εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου). Για παράδειγμα, σε έναν τυπικό χώρο γραφείων επιχείρησης, η βιντεοεπιτήρηση πρέπει να περιορίζεται σε χώρους εισόδου και εξόδου, χωρίς να επιτηρούνται συγκεκριμένες αίθουσες γραφείων ή διάδρομοι. Εξαίρεση μπορεί να αποτελούν συγκεκριμένοι χώροι, όπως ταμεία ή χώροι με ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό κ.λπ., υπό τον όρο ότι οι κάμερες εστιάζουν στο αγαθό που προστατεύουν και όχι στους χώρους των εργαζομένων. Επίσης, σε ειδικούς χώρους, όπως χώροι με ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, ο υπεύθυνος βάρδιας ή ο υπεύθυνος ασφαλείας μπορεί να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο τους χειριστές μηχανημάτων υψηλής επικινδυνότητας, με σκοπό να επέμβει άμεσα αν συμβεί κάποιο περιστατικό ασφαλείας. Στο σημείο αυτό, να διευκρινισθεί ότι γενικώς η επεξεργασία δεδομένων εικόνας ή/και ήχου που πραγματοποιείται μέσω εικονοληπτικών μηχανών είναι νόμιμη, μόνο στην περίπτωση που έχει ως σκοπό την προστασία προσώπων και αγαθών, όπως ο εν λόγω σκοπός δικαιολογείται από το έννομο συμφέρον ή τη νομική υποχρέωση του ιδιοκτήτη ή διαχειριστή του χώρου να προστατεύσει τον χώρο και τα αγαθά που ευρίσκονται στον χώρο αυτό από παράνομες πράξεις καθώς και να εξασφαλίσει την ασφάλεια της ζωής, σωματικής ακεραιότητας, υγείας και περιουσίας τρίτων που νομίμως ευρίσκονται στον επιτηρούμενο χώρο. Αναφορικά δε με τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν σε περίπτωση που, κατά τα ανωτέρω, επιτρέπεται η εγκατάσταση εικονοληπτικών μηχανών στον χώρο εργασίας, λεκτέο ότι, πριν την έναρξη οποιοσδήποτε λήψης και επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων εικόνας και ήχου εργαζομένων, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στην Αρχή την εγκατάσταση στον χώρο εργασίας εικονοληπτικών μηχανών (άρθρο 6 του ν. 2472/1997, άρθρο 10 υπ' αριθμ. 1/2011 Οδηγίας) εκθέτοντας συνάμα τον σκοπό που επιδιώκει μέσω της εν λόγω επεξεργασίας, το είδος των δεδομένων που προτίθεται να συλλέξει και τους αποδέκτες της επεξεργασίας. Σε κάθε περίπτωση, ο επιδιωκόμενος με την επεξεργασία σκοπός πρέπει να είναι συγκεκριμένος και επαρκώς αιτιολογημένος, ώστε να καθίσταται σαφές ότι η επεξεργασία είναι πρόσφορη και αναγκαία, και ότι έχουν ληφθεί υπόψη οι επιπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων που επιδιώκεται να ληφθούν. Πέραν αυτού, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να ενημερώνει, με εμφανή και κατανοητό τρόπο, κάθε πρόσωπο που πρόκειται να εισέλθει στην εμβέλεια του συστήματος βιντεοεπιτήρησης, περί του ότι αυτός εισέρχεται σε χώρο που βιντεοσκοπείται. Προς τούτο, πρέπει ο εργοδότης να φροντίσει για την ανάρτηση εντός του χώρου εργασίας σε επαρκή αριθμό και εμφανές μέρος ευδιάκριτων πινακίδων, οι οποίες θα εξασφαλίζουν ότι όποιο φυσικό πρόσωπο εισέρχεται στον υπό επιτήρηση χώρο έχει ενημερωθεί πριν την είσοδό του σε αυτόν. Περαιτέρω, σημειωτέον ότι, όπως διευκρινίζεται από την ανωτέρω Οδηγία (άρθρο 6), απαγορεύεται η εγκατάσταση συστήματος βιντεοεπιτήρησης σε χώρους όπου θεωρείται ότι αυτή προσβάλλει τον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος στην προστασία της ιδιωτικής ζωής. Ειδικότερα, ο εργοδότης δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να λαμβάνει εικόνα από χώρους στους οποίους τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν αυξημένες προσδοκίες για την ιδιωτικότητά τους, όπως από: α) χώρους και προθάλαμους τουαλετών ανεξάρτητα του είδους της επιχείρησης ή του φορέα που ευρίσκονται οι χώροι αυτοί και β) αποδυτήρια και λουτρά προσωπικού ή πελατών. Ειδικά για την αποφυγή κλοπών, ο εργοδότης οφείλει να εξετάσει τη λήψη εναλλακτικών και ηπιότερων μέτρων προς τον σκοπό εξυπηρέτησής του εκ μέρους του επιδιωκόμενου σκοπού, όπως τη χρήση ερμαρίων που κλειδώνουν ή διαχωρισμένων χώρων φύλαξης. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί ο εργοδότης να τοποθετήσει σύστημα βιντεοεπιτήρησης με το οποίο είναι δυνατή η λήψη δεδομένων ήχου, και μόνο αφότου προηγουμένως ο ίδιος προβεί σε ειδική αιτιολόγηση του μέτρου αυτού, και η Αρχή το κρίνει ως απολύτως απαραίτητο για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού (π.χ. επιτρεπτή η τοποθέτηση και λειτουργία συσκευών λήψης και μετάδοσης ήχου σε δωμάτιο νοσοκομείου ή ιδρύματος όπου φιλοξενούνται βρέφη, επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα συνεχούς παρουσίας αρμόδιου προσωπικού στο συγκεκριμένο δωμάτιο και επειδή θα πρέπει να υπάρξει άμεση επέμβαση σε περίπτωση που ακουστεί η φωνή/то κλάμα ενός βρέφους). Περαιτέρω, επιτρέπεται στον εργοδότη να τοποθετήσει στον χώρο εργασίας κάμερες με δυνατότητα στρέψης (στριψίματος) και εστίασης, μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται η παρακολούθηση κινήσεων φυσικών προσώπων σε πραγματικό χρόνο προκειμένου για την άμεση επέμβαση προς αποτροπή κάποιου συμβάντος (π.χ. νυχτερινή ασφάλεια σε μεγάλους χώρους, όπως εργοστάσια, αποθήκες κ.α.) και εφόσον έχουν ληφθεί όλα τα απαιτούμενα τεχνικά μέτρα για τον περιορισμό της περιοχής λήψης στην απολύτως απαραίτητη (π.χ. με χρήση λειτουργίας απόκρυψης περιοχών - λειτουργία «μάσκας»). Πέραν των ανωτέρω, η ως άνω Οδηγία θέτει περιορισμό αναφορικά με τον επιτρεπόμενο χρόνο τήρησης εκ μέρους του εργοδότη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ελήφθησαν μέσω εικονοληπτικών μηχανών. Ειδικότερα, όπως ορίζεται (άρθρο 8) τα δεδομένα πρέπει να καταστρέφονται το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες, αν από τα ληφθέντα δεδομένα δεν προκύπτει επέλευση συμβάντος που εμπίπτει στον επιδιωκόμενο σκοπό (ΕφΑθ 7751/2020 ΤΝΠ QUALEX). Έτι ειδικότερα, η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης με τη λήψη ή και καταγραφή εικόνας ή και ήχου διά της συλλογής, διατήρησης, αποθήκευσης, πρόσβασης και διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συνιστούν ως επιμέρους πράξεις επεξεργασίας, επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής κατ' άρθρα 9 Σ., 7 ΧΘΔΕΕ και 8 ΕΣΔΑ καθώς και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ άρθρα 9Α Σ., 8 ΕΣΔΑ και 8 ΧΘΔΕΕ, όπως έκρινε η Αρχή με την υπ' αριθ. 3/2020 Γνωμοδότησή της. Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές 3/2019 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (εφεξής ΕΣΠΔ), σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω βιντεοσυσκευών, προκειμένου να κριθεί η νομιμότητα της εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος βιντεοεπιτήρησης πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 6 υπ' αριθμ. 1 του Κανονισμού (ЕЕ) 2016/679 Προστασίας Δεδομένων (Γενικός κανονισμός προστασίας δεδομένων - εφεξής ΓΚΠΔ) και θα πρέπει σε προηγούμενο χρόνο της εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος να τεκμηριωθεί εσωτερικά η νομιμότητα της επεξεργασίας και μάλιστα κατά τον προσδιορισμό του σκοπού της επεξεργασίας ενδέχεται να χρειαστεί σχετική αξιολόγηση για κάθε κάμερα ξεχωριστά, ανάλογα με το σημείο τοποθέτησής της. Ειδικότερα στις Κατευθυντήριες αυτές Γραμμές ορίζονται τα εξής: «5: Η βιντεοεπιτήρηση δεν είναι εξ ορισμού αναγκαία εφόσον υπάρχουν άλλα μέσα για την επίτευξη του υποκείμενου σκοπού. Στην αντίθετη περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος να μεταβληθούν οι πολιτισμικοί κανόνες και επομένως να εδραιωθεί ως γενική αρχή η έλλειψη της ιδιωτικότητας (...)», «20: Το έννομο συμφέρον πρέπει να υφίσταται πραγματικά και να αφορά παρόν ζήτημα (δηλαδή το συμφέρον δεν πρέπει να είναι πλασματικό ή υποθετικό). Πρέπει να υφίσταται πραγματική κατάσταση κινδύνου -όπως ζημιές ή σοβαρά συμβάντα στο παρελθόν- πριν από την έναρξη της επιτήρησης. (...)» και «24. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι κατάλληλα, συναφή και να περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποίηση των δεδομένων»), βλέπε άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ). Πριν από την εγκατάσταση συστήματος βιντεοεπιτήρησης, ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει πάντα να εξετάζει ενδελεχώς αν αυτό το μέτρο είναι, κατά πρώτον, κατάλληλο για την επίτευξη του επιθυμητού στόχου και, κατά δεύτερον, επαρκές και αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών του. Μέτρα βιντεοεπιτήρησης θα πρέπει να επιλέγονται μόνον εάν ο σκοπός της επεξεργασίας δεν θα μπορούσε εύλογα να εκπληρωθεί με άλλα μέσα, τα οποία θίγουν σε μικρότερο βαθμό τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων». Σύμφωνα με το άρθρο 27 υπ’ αριθμ. 7 του ν.4624/2019 «Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής εντός των χώρων εργασίας, είτε είναι δημοσίως προσβάσιμοι είτε μη, επιτρέπεται μόνο εάν είναι απαραίτητη για την προστασία προσώπων και αγαθών. Τα δεδομένα που συλλέγονται μέσω κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως κριτήριο για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι ενημερώνονται εγγράφως, είτε σε γραπτή είτε σε ηλεκτρονική μορφή για την εγκατάσταση και λειτουργία κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής εντός των χώρων εργασίας» [25/2024 ΑΠΔΠΧ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων τους και δη α) την με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του δικηγόρου .... Γ., β) την με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του δικηγόρου ... Γ. γ) την με αριθμό ...2024 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών …, που λαμβάνεται νομότυπα υπόψη καθώς η λήψη ένορκων βεβαιώσεων σε διαφορετικές πόλεις δεν πάσχει από ακυρότητα, ούτε είναι δυνατόν να αποκρουσθεί ως καταχρηστική, δεδομένου ότι κατ’ άρθρο 422 § 2 ΚΠολΔ οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να παρασταθούν κατά τη λήψη τους, δίχως να προβλέπεται καμία κύρωση για την περίπτωση του ανέφικτου της παράστασής τους (ΕφΑιγ 27/2021, Χ.-Ι. Χατζηδημητρίου, Μορφές ανισχύρου κατά την αποδεικτική διαδικασία πολιτικής δίκης, 2025, § 5, σ. 459, αρ. 373 = sakkoulas-online gr ) δ) την με αριθμό ….2024 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου .…., ε) την με αριθμό …..2024 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, καθώς και από όλα τα έγγραφα που με σαφή επίκληση νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι στο παρόν Δικαστήριο {πλην των έγγραφων αποτυπώσεων και του σχετικού με αριθμό 10 της εναγόμενης που αφορά σε επτάλεπτη λήψη χωρίς ήχο από τον χώρο του καταστήματος που δεν ήταν προσβάσιμος στο κοινό από κάμερα που ήταν στραμμένη σταθερά στον χώρο του διαδρόμου μεταξύ των γραφείων των εργαζόμενων της επιχείρησης, καθώς σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο V μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, καίτοι το σύστημα βιντεοπιτήρησης στην επιχείρηση της εναγόμενης λειτουργούσε κατά την ομολογία της (261ΚπολΔ), που δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από την ενάγουσα, κατόπιν σχετικής προς τούτο αδείας, ωστόσο η συγκεκριμένη κάμερα κατέγραφε και αποθήκευε στο αρχείο συμπεριφορές των εργαζόμενων σχετιζόμενες με την εργασιακή τους στάση και απόδοση, χωρίς μάλιστα να αποδεικνύεται ότι είχαν ειδικά ενημερωθεί προς τούτο, το ανεπίτρεπτο δε, αυτό δεν μπορεί να καμφθεί ούτε με την αρχή της αναλογίας, καθόσον υφίσταται και έτερο αποδεικτικό του εριζόμενου συμβάντος μέσο (αυτόπτης μάρτυρας εργαζόμενος της επιχείρησης και η ίδια η φερόμενη ως παθούσα) με την πρόσθετη επισήμανση ότι δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για διαφορά της διάταξης του άρθρου 12 N. 4808/2021 κατά ρητή παράγραφο της οποίας υπάρχει ευθεία αντιστροφή του βάρους απόδειξης, οπότε και ο εργοδότης και εν προκειμένω η εναγόμενη θα μπορούσε πρόσφορα να υποστηρίξει με την αρχή της αναλογίας τη χρήση του μέσου αυτού προς απόκρουση ενδεχόμενης αγωγής της φερόμενης ως παθούσας εργαζόμενης, …}, μερικά από τα οποία έγγραφα θα μνημονευθούν κατωτέρω χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε για την ουσιαστική διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και αφού γίνει υπόμνηση ότι όλα τα άνω αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 106, 335, 338-340, 346 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται από το Δικαστήριο και ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 201/2021, ΑΠ 88/2021, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 64/2019 ΝΟΜΟΣ) και ότι δεν είναι αναγκαίο να αντικρούει ειδικά κάθε αποδεικτικό στοιχείο ή να αιτιολογεί γιατί βάρυνε περισσότερο στην κρίση του κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 395/2020, ΑΠ 1230/2020 ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιείται στον τομέα του λιανικού εμπορίου και διατηρεί πανελλαδικά αλυσίδα καταστημάτων (υπερμάρκετ) απασχολώντας πολυάριθμο προσωπικό. Στις 2.11.2007 η ενάγουσα προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, και συγκεκριμένα σε καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας βάσης και επί 4 ώρες ημερησίως. Η πρόσληψη της έγινε προκειμένου να απασχοληθεί στο τμήμα «ΤΑΜΕΙΟ- ΡΑΦΙΑ-ΠΑΓΚΟΙ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ». Τον πρώτο καιρό η ενάγουσα απασχολήθηκε ως ταμίας στο κατάστημα που διατηρεί η εναγόμενη επί της οδού ...στην πόλη της..., γνωστό και ως …, ενώ από τα μέσα του έτους 2008 ξεκίνησε να εργάζεται στην εναγόμενη υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ασκώντας, προφανώς λόγω της ευαρέσκειας της εναγόμενης ως προς αποδοτικότητά της, καθήκοντα υπεύθυνης ταμείων. Τα καθήκοντα της υπεύθυνης ταμείων είναι η εξυπηρέτηση πελατών στα ταμεία του καταστήματος και η εποπτεία και η γενικότερη οργάνωση του τμήματος των ταμείων, ώστε να εξασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία τους, εκτελώντας πλήθος προπαρασκευαστικών εργασιών πριν το άνοιγμα του καταστήματος και αντίστοιχων εργασιών κατά το κλείσιμο του καταστήματος. Πιο αναλυτικά, πριν την έναρξη λειτουργίας του καταστήματος για το κοινό στις 8 το πρωί η ενάγουσα ως υπεύθυνη ταμείων, πρέπει να καταχωρίζει το price -off του καταστήματος (που είναι ο καθορισμός μειωμένης τιμής σε προϊόντα που κοντεύουν να λήξουν και σε οπωροκηπευτικά προϊόντα και φρούτα μη επαρκούς φρεσκάδας και την καταγραφή τους σε ηλεκτρονικό φάκελο) και τις τιμές διορθωτικού, να εκδίδει τα δελτία επιστροφής της κεντρικής αποθήκης και των τρίτων προμηθευτών, να εκτυπώνει τις πωλήσεις της προηγούμενης ημέρας καθώς και την εικόνα επισκεψιμότητας του καταστήματος, με ειδική αναφορά στις αγορές που πραγματοποιούν οι υπάλληλοι του καταστήματος, να επικοινωνεί με τα κεντρικά γραφεία για συνεχή ενημέρωση σχετικά με τις τιμές των προϊόντων, να καταχωρίζει τις παραγγελίες των φρέσκων προϊόντων και να αποστέλλει το σύνολο των παραγγελιών στην κεντρική αποθήκη και τους προμηθευτές, να καταχωρίζει τις καταστροφές της προηγούμενης ημέρας, να καταμετρά το χρηματοκιβώτιο αλλά και για τα χρήματα για τη χρηματαποστολή και να προετοιμάζει το ταμειακό διαθέσιμο του καταστήματος. Αντίστοιχα, όταν εργάζεται κατά την απογευματινή βάρδια, είναι επιφορτισμένη μετά τη λήξη της λειτουργίας του καταστήματος για το κοινό στις 9 μ.μ να ολοκληρώσει το κλείσιμο όλων των ταμείων του καταστήματος , δηλαδή να καταμετρήσει τα χρήματα, να συντάξει ταμειακές αναφορές, να καταχωρίσει παραστατικά (διατακτικές τροφίμων, κουπόνια, δωροεπιταγές). Σαφές είναι ότι ορισμένες από τις εργασίες αυτές η ενάγουσα μπορούσε να τις εκτελεί και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του καταστήματος για το κοινό όταν δεν εργάζεται στο ταμείο εξυπηρετώντας πελάτες ή όταν υπήρχε μειωμένη κίνηση πελατών στο κατάστημα. Επίσης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του καταστήματος για το κοινό πραγματοποιεί την καταμέτρηση και το κλείσιμο των ταμείων των μερικώς απασχολούμενων υπαλλήλων ταμιών, το ωράριο των οποίων αρχίζει και λήγει κατά τη διάρκεια της ημέρας, δηλαδή πριν το κλείσιμο του καταστήματος. Επιπλέον, η ενάγουσα ως υπεύθυνη ταμείων έχει την ευθύνη ανοίγματος και κλεισίματος του καταστήματος σε περίπτωση απουσίας, με άδεια ή ρεπό, του διευθυντή και του υποδιευθυντή του καταστήματος (βλ. για τα καθήκοντα και τις επιμέρους εργασίες που εκτελεί η ενάγουσα ως υπεύθυνη ταμείων την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων … και ….). Μέχρι και το τέλος περίπου του 2022 η ενάγουσα ως υπεύθυνη ταμείων, προσερχόμενη ή αποχωρώντας από την εργασία της, δεν χτυπούσε «κάρτα» (timer), όπως οι υπόλοιποι υπάλληλοι του καταστήματος, ωστόσο υπόκειτο σε έλεγχο ωραρίου από τους ιεραρχικώς προϊσταμένους της, διευθυντή και υποδιευθυντή του καταστήματος (οι οποίοι επίσης δεν χτυπούσαν κάρτα), ενώ στα «timer» η ενάγουσα εμφανιζόταν, μέχρι και το τέλος περίπου του 2022, με προκαθορισμένο ωράριο είτε από ώρα 08:00 έως ώρα 16:00, όταν εργάζονταν στην πρωινή βάρδια, είτε από ώρα 13:00 έως ώρα 21:00 όταν εργάζονταν κατά την απογευματινή βάρδια. Τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ενισχύονται από την από 03.11.2022 οδηγία της διοίκησης της εργοδότριας επιχείρησης προς όλα τα καταστήματα σχετικά με την κάρτα ωρομέτρησης υπεύθυνων τμημάτων, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, από όπου προκύπτει η έναρξη υποχρεωτικής χρήσης κάρτας κατά την έναρξη και λήξη της απασχόλησης για τους υπευθύνους τμημάτων από το Νοέμβριο του 2022 και η παροχή οδηγιών για αλλαγές στο σύστημα ωρομέτρησης Timer client της κατηγορίας εργασίας των υπευθύνων από την επιλογή 3 που είναι "Standard" στην επιλογή ένα που είναι "Μελλοντική Χρήση» και διαγραφή των standard κινήσεων 08:00 - 16:00). Ενόψει των παραπάνω αρμοδιοτήτων και καθηκόντων της ενάγουσας και με βάση τις συνθήκες της εργασιακής της απασχόλησης προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2018 — 31.12.2019 εργαζόταν στο ως άνω κατάστημα εργαζόταν καθημερινά, κατά την πρωινή βάρδια, από ώρα 07.00 έως ώρα 16.30 και κατά την απογευματινή βάρδια, από ώρα 12.30 έως ώρα 22.00, δηλαδή απασχολούνταν, κατά μέσο όρο, επί τουλάχιστον εννέα (9 1/2) ώρες ημερησίως και επί σαράντα πέντε (47 1/2) ώρες εβδομαδιαίως, ενώ από 1.1.2020 - 31.12.2022 και μετά από απόφαση του διευθυντή του άνω καταστήματος σε γενόμενες διαμαρτυρίες εργαζομένων αναφορικά με το ωράριο εργασίας, οι ώρες απασχόλησής της εβδομαδιαίως μειώθηκαν σε σαράντα πέντε (45) κατά μέσο όρο και εργάζονταν κατά την πρωινή βάρδια από ώρα 06:00 έως ώρα 15:00 και κατά την απογευματινή βάρδια από ώρα 12:30 έως ώρα 21:30, δηλαδή απασχολούνταν, κατά μέσο όρο, επί τουλάχιστον εννέα (9) ώρες ημερησίως. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τα χρονικά όρια εργασίας της ενάγουσας αποδεικνύονται συνδυαστικά από την κατάθεση του μάρτυρα της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος εργάζονταν στην εναγόμενη επιχείρηση επί σειρά ετών και δη από το έτος 2016 στη θέση του υποδιευθυντή και έχει, επομένως, ιδία αντίληψη για το αυξημένο ωράριο εργασίας της ενάγουσας, και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της, επίσης υπαλλήλων της εναγόμενης, όλων ανηκόντων στο ίδιο επιχειρηματικό, οργανωτικό και διοικητικό περιβάλλον. Οι καταθέσεις αυτές σταθμίζονται, βεβαίως, ως προερχόμενες από εργαζόμενους που έχουν ασκήσει αγωγές κατά της εναγόμενης εργοδότριας εταιρείας για αντίστοιχες αξιώσεις τους, πλην, όμως, αξιολογούνται ως πειστικές για το λόγο ότι ενισχύονται και από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης, όπως: α) την από 03.11.2022 οδηγία της διοίκησης της εργοδότριας επιχείρησης προς όλα τα καταστήματα σχετικά με την κάρτα ωρομέτρησης υπεύθυνων τμημάτων, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα εργαζόμενη, από όπου προκύπτει η έναρξη υποχρεωτικής χρήσης κάρτας κατά την έναρξη και λήξη της απασχόλησης για τους υπεύθυνους τμημάτων από το Νοέμβριο του 2022 και η παροχή οδηγιών για αλλαγές στο σύστημα ωρομέτρησης Timer client της κατηγορίας εργασίας των υπευθύνων από την επιλογή 3 που είναι "Standard" στην επιλογή ένα που είναι «Μελλοντική Χρήση» και διαγραφή των standard κινήσεων 08:00 - 16:00, και β) πρόχειρα προγράμματα εργασίας που τηρούνταν σε καταστήματα της εναγόμενης. Η πιο πάνω κρίση για το παραπάνω ωράριο εργασίας της ενάγουσας κατά το ένδικο διάστημα δεν αντικρούεται από τις ένορκες κατά τα ανωτέρω βεβαιώσεις εργαζομένων σε αυτήν, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη, οι οποίες ουδόλως ανέφεραν συγκεκριμένα ποιο ήταν το καθημερινό ωράριο εργασίας της ενάγουσας, πλην μόνο περιορίστηκαν να σημειώσουν ότι η ενάγουσα αορίστως τηρούσε το νόμιμο ωράριο εργασίας, απορριπτομένων των αρνητικών ισχυρισμών της που επαναφέρονται και ως αυτοτελής λόγος έφεσης αναγόμενος σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με την εκκαλουμένη για το θέμα της υπέρβασης του συμβατικά καθορισθέντος ωραρίου εργασίας της ενάγουσας. Αντιθέτως, από τη συσχέτιση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των ενόρκων βεβαιώσεων των δύο διαδίκων επιβεβαιώνεται η πιο πάνω κρίση της εκκαλουμένης σχετικά με το κεφάλαιο αυτό. Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ακόμη και εάν η ενάγουσα πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία δεν έχει αντίστοιχη αξίωση καταβολής αμοιβής εξαιτίας μη τήρησης της προβλεπόμενης από τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας αυτής (άρθρο 12.3) προηγούμενης εντολής ή έγκρισης της υπερωριακής εργασίας από τους προϊστάμενους των καταστημάτων, τυγχάνει αβάσιμος. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ουδόλως εφαρμόζονταν ο εν λόγω όρος του εσωτερικού κανονισμού, καθότι η εναγόμενη δεν προσκομίζει καμία τέτοια έγκριση ή εντολή που να αφορά έστω άλλους εργαζόμενους της επιχείρησής της. Επιπρόσθετα, η εκ μέρους της ενάγουσας παροχή εργασίας καθ' υπέρβαση του συμβατικού ή νόμιμου ωραρίου της έλαβε χώρα σε συμμόρφωσή της με σχετική απαίτηση της εναγόμενης, νόμιμα εκπροσωπούμενης. Ειδικότερα, με βάση όσα αναφέρθηκαν αναλυτικά παραπάνω, αποδεικνύεται ότι υπήρχε πάγια εντολή της κεντρικής διοίκησης της εναγόμενης, σύμφωνα με την οποία δεν τηρούνταν για τους υπευθύνους τμημάτων κάρτες παρουσίας ή ημερήσια παρουσιολόγια και δεν καταχωρούνταν στο timer client, εκ των εργαζομένων, οι υπεύθυνοι τμημάτων, οι διευθυντές και οι υποδιευθυντές. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη επενέβαινε με τρόπο καθοριστικό στο τρόπο αποτύπωσης του ωραρίου εργασίας των υπευθύνων τμημάτων. Συνεπώς, με πρωτοβουλία, εντολή και καθοδήγηση της κεντρικής διοίκησης της εναγόμενης δεν αναφερόταν καθημερινά το πραγματικό ωράριο εργασίας της ενάγουσας με τρόπο αντικειμενικό και ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Με βάση όλα τα παραπάνω σχηματίζεται πλήρης δικανική πεποίθηση ότι η ενάγουσα, κατά το ένδικο διάστημα, εργάζονταν τις ώρες που αναφέρθηκαν παραπάνω, επομένως, παρείχε υπερεργασία 5 ωρών και κατ' εξαίρεση (παράνομη) υπερωρία 2 1/2 ωρών την εβδομάδα για το αρχικό διάστημα, ως προαναφέρθηκε, εφόσον η εναγόμενη, όπως δεν το αμφισβητεί ειδικώς, δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού της (καταχώριση στο ειδικό βιβλίο υπερωριών, γνωστοποίηση στο Σ. ΕΠ. Ε.), κατά τα κατωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενα. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας υπό στοιχείο III, η ενάγουσα για τις ώρες της υπερεργασίας, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, δικαιούται αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%. Επίσης, για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση (παράνομης) υπερωρίας, η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% για το ένδικο διάστημα, αφαιρουμένων όμως των διαστημάτων κατά τους βάσιμους ισχυρισμούς της εναγόμενης που επαναφέρονται και αποτυπώνονται με ειδικό λόγο έφεσης της των 8 ημερών αργίας το έτος 2018, 9 ημερών αργίας το έτος 2019, 9 ημερών αργίας το έτος 2020, χρονικού διαστήματος από 15.9.2020 έως 4.10.2020 και 8.10.2020 έως 10.10.2020 που ήταν σε αναρρωτική άδεια, 17.8.2020 έως 28.8.2020 που ήταν σε κανονική άδεια,9 ημερών αργίας το έτος 2021 και 8 ημερών αργίας το έτος 2022, και θα αναφερθούν κατωτέρω αναλυτικά. Η ένσταση που πρότεινε νομοτύπως η εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία περί καταλογισμού των ένδικων απαιτήσεων της ενάγουσας από υπερεργασία στις υπέρτερες των νόμιμων καταβαλλόμενες αποδοχές και επαναφέρεται η ουσιαστική απόρριψη της ως ειδικός λόγος έφεσης κατά της εκκαλουμένης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα και κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε για το ένδικο διάστημα ρητή ή σιωπηρή συμφωνία για κάλυψη των επίμαχων αξιώσεων με τις ελαφρώς ανώτερες των νόμιμων καταβαλλόμενες αποδοχές. Συγκεκριμένα στην από 01.11.2007 σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων περιέχεται ο με στοιχεία 4 όρος που έχει το εξής, επί λέξει, περιεχόμενο: «Για τους εργαζόμενους με μισθούς μεγαλύτερους από τους οριζόμενους στην οικεία ΣΣΕ συμψηφίζεται κάθε προσαύξηση, επίδομα ή άλλη παροχή επί του βασικού μισθού». Περαιτέρω, στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της εναγόμενης επιχείρησης, που έχει εγκριθεί αρμοδίως και συμπληρώνει την ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, προβλέπεται στο άρθρο 16 με τίτλο «ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΕΣ» και στην παράγραφο 16.2 ότι «Στις καταβαλλόμενες αποδοχές καταλογίζεται, περιέχεται και συμψηφίζεται, εφόσον είναι υπέρτερες των εκάστοτε νόμιμων: 16.2.1. Οιαδήποτε αύξηση ή προσαύξηση κλπ. ακόμη και αν θεσπισθεί στο μέλλον, είτε ως αύξηση των ελάχιστων νόμιμων ορίων, είτε ως προσθήκη επιδομάτων, διορθωτικών ποσών κλπ. είτε ως διαφορετικός υπολογισμός επιδόματος ή άλλου στοιχείου. 16.2.2. Τα οιασδήποτε μορφής ή φύσης επιδόματα και παροχές δικαιούται ή/και θα δικαιούται ο εργαζόμενος, ανεξαρτήτως πηγής πρόβλεψής τους (π .X. νόμος, σ. σ. ε., δ. α., επιχειρησιακή συνήθεια, ρητή ή σιωπηρή συμφωνία κ. α.) όπως π. X. οικογενειακό, γάμου, ανθυγιεινό, επικίνδυνης εργασίας, ειδικών συνθηκών, προϋπηρεσίας, πολυετίας, υπηρεσίας στην εταιρεία, τριετίας, πενταετίας, σπουδών, πτυχίου κλπ., ακόμη κι αυτά που ενδέχεται να θεσπιστούν στο μέλλον (π. X. λόγω μεταβολής στην προσωπική, οικονομική ή άλλη κατάστασή του)». Από τη συσχέτιση των πιο πάνω εκτιθέμενων όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της εναγόμενης προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί καταλογισμού των αξιώσεων από παρασχεθείσα υπερεργασία με τις ανώτερες του νόμιμου μισθού καταβαλλόμενες αποδοχές, αλλά η μόνη συμφωνία καταλογισμού που συμφωνήθηκε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των πιο πάνω όρων, που ο ένας συμπληρώνει τον άλλο, αφορούσε αυξήσεις, κάθε είδους επιδόματα και προσαυξήσεις που προβλέπονται από τυχόν ισχύουσα Σ. Σ. Ε. ή διαιτητική απόφαση ή τυχόν μέλλουσα συλλογική κανονιστική ρύθμιση, καθώς και αμοιβή για πρόσθετη, κατ' είδος, εργασία εντός του νόμιμου ωραρίου, που συμψηφίζονται (καταλογίζονται) στον υπέρτερο καταβαλλόμενο μισθό. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι υπήρχε σιωπηρή συμφωνία καταλογισμού των αξιώσεων από παρασχεθείσα υπερεργασία με τις ανώτερες του νόμιμου μισθού καταβαλλόμενες αποδοχές, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι ανώτερες του νόμιμου μισθού καταβαλλόμενες αποδοχές δικαιολογούνταν από τα αυξημένα καθήκοντα της θέσης της ενάγουσας και του εποπτικού και οργανωτικού ρόλου της ως προς την εύρυθμη λειτουργία των ταμείων και όχι επειδή αποδεχόταν σιωπηρώς η ενάγουσα επί μακρό χρόνο συμψηφισμό με τις αξιώσεις από παρασχεθείσα υπερεργασία, όπως επικουρικώς ισχυρίζεται η εναγόμενη, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην ανωτέρω σχετική υπό στοιχείο IV μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Επομένως, απορριπτομένου του σχετικού ειδικού λόγου έφεσης (περί συμψηφισμού), με βάση όλα τα προαναφερόμενα, η ενάγουσα δικαιούται τα κάτωθι ποσά για τις ακόλουθες αιτίες: I. Για το χρονικό διάστημα από 1.1 .2018 31.12.2019 : [Α] Για ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ: [(1.240,94 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός 25 ημέρες) X (6:40)=] 7,44 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο+ 1,48 ευρώ για προσαύξηση 8,92 ευρώ το προσαυξημένο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο X 5 ώρες υπερεργασίας/εβδομάδα= 44,60 ευρώ X 4 εβδομάδες ανά μήνα= 178,40 ευρώ X 19 μήνες και δύο εβδομάδες (αφαιρουμένων των μηνών Ιουλίου - Αυγούστου 2018 και αντίστοιχα του έτους 2019, που απουσίασε με άδεια αναψυχής και των αργιών του έτους 2018 και 2019, = 3.478,80 ευρώ, και [В]. Για ΚΑΤ' ΕΞΑΙΡΕΣΗ (ΠΑΡΑΝΟΜΗ) ΥΠΕΡΩΡΙΑ: [(1.240,94 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός : 25 ημέρες) X (6:40)=] 7,44 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 5,95 ευρώ για προσαύξηση 13,39 ευρώ X 2 1/2 ώρες παράνομης υπερωρίας ανά εβδομάδα= 33,475 ευρώ X 4 εβδομάδες ανά μήνα= 133,90 X 19 μήνες και δύο εβδομάδες= 2.410,20 ευρώ. II. Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2020 - 31.12.2022 : Για ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ: [(1.240,94 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός : 25 ημέρες) X 7,44 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο* 1 ευρώ για προσαύξηση 8,92 ευρώ το προσαυξημένο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο X 5 ώρες υπερεργασίας/εβδομάδα= 44,60 ευρώ X 4 εβδομάδες ανά μήνα= 178,40 ευρώ X 34 μήνες και δύο εβδομάδες (αφαιρουμένου του χρονικού διαστήματος που προαναφέρθηκε κατά το οποίο η ενάγουσα απουσίαζε λόγω covid και των αργιών) = 6.145,80 ΕΥΡΩ. Επομένως, το συνολικό ποσό που δικαιούται η ενάγουσα από την εναγόμενη για τις προαναφερόμενες αιτίες ανέρχεται συνολικό ποσό των 12.034,80 ευρώ, ενώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αξίωση της ενάγουσας για την διεκδίκηση των ανωτέρω αποζημιώσεων της, ουδόλως, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο IV μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ελέγχεται ως καταχρηστική, καθώς ούτε το σχετικό δικαίωμα της αποδυναμώθηκε, ούτε δημιουργήθηκε εύλογη πεποίθηση στην εναγόμενη εργοδότρια, η οποία και διαψεύσθηκε με την άσκηση της σε βάρος της αγωγής, δημιουργώντας της όλως επαχθείς οικονομικές συνέπειες, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης που επαναφέρεται ως λόγος έφεσης, ως αβασίμου. Για την αμοιβή για την παρασχεθείσα υπερεργασία η τοκοφορία του κάθε επιμέρους ποσού ανά μήνα υπερεργασίας ορίζεται από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον κατά τον οποίο παρασχέθηκε η υπερεργασία (βλ. άρθρ. 655 ΑΚ σε συνδυασμό προς τα άρθρ. 648 και 649 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το N. 3248/1995 και ΑΠ 945/2001 ΕΕργΔ 2002.168), δηλαδή για την υπερεργασία του Ιανουάριου 2018 από 01.02.2018, για την υπερεργασία Φεβρουάριου 2018 από 01.2.2018 κ.ο.κ, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά διαλαμβάνονται στην ανωτέρω σχετική υπό στοιχείο IV μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω, αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης εξαιτίας παροχής κατ' εξαίρεση (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης, η τοκοφορία πρέπει να ορισθεί από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (βλ. ΑΠ 653/2000 ΕλλΔνη 2001.125), δηλαδή από 08.11.2023 (βλ. την με αριθμ. ….2023 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ….). Αναφορικά με το έτερο κεφάλαιο της υπόθεσης, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι την 30η.6.2024 έλαβε χώρα επεισόδιο εκδήλωσης στον χώρο του άνω καταστήματος και κατά τη διάρκεια της εργασίας της ενάγουσας, της ... ... και του μάρτυρα της ενάγουσας. Ειδικότερα, το μεσημέρι της 30ης.06.2023 έλαβε χώρα αρχικά φραστικό επεισόδιο μεταξύ της ίδιας της ενάγουσας και της υφιστάμενής της και εργαζόμενης στο ίδιο κατάστημα ... ..., με αφορμή επικείμενο διάλλειμα που θα πραγματοποιούσε η δεύτερη και για την πραγματοποίηση του οποίου ανέμενε την επιστροφή της ενάγουσας από τον χώρο των γραφείων. Συνομιλώντας δε η άνω εργαζόμενη με έτερη συνάδελφό της, υπέπεσε στην αντίληψη της ενάγουσας ότι συζητούσαν για την ίδια, οπότε και η ενάγουσα κατέστησε εμφανές ενώπιον πελατών του καταστήματος στην άνω εργαζόμενη ότι είχε γίνει δέκτης του άνω αρνητικού σχολίου που αφορούσε το πρόσωπό της. Ακολούθησε δε έντονη λεκτική διαμάχη μεταξύ τους, η οποία συνεχίστηκε στο γραφείο του υποδιευθυντή του καταστήματος ..., ο οποίος χρειάστηκε να παρέμβει για να διακοπεί η λογομαχία, χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, αμφότερες, ενάγουσα και η εργαζόμενη ..., προέβησαν σε εκατέρωθεν φραστικές επιθέσεις στον κοινό διάδρομο ανάμεσα στα γραφεία του προσωπικού σε ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα χειροδίκησε σε βάρος της υφισταμένης της. Σαφής και κατηγορηματικός ως προς την απουσία χειροδικίας σε βάρος της ... ... ήταν από την αρχή τόσο της ποινικής σε βάρος της τελευταίας προδικασίας, όσο και της συναφούς αστικής δίκης σε βάρος της νυν εναγόμενης εργοδότριας ο μόνος παρών στο περιστατικό της έντονης φραστικής λογομαχίας εκατέρωθεν, ...ς, υποδιευθυντής του καταστήματος της εναγόμενης, όπου εργάζονταν αμφότερες οι εργαζόμενες, ο οποίος και ουδέν έννομο συμφέρον είχε για τη λήψη της θέσης αυτής στην κατάθεσή του. Σαφές κατέστη ότι στην περίπτωση της έντονης αυτής λογομαχίας υπήρξε σωματική επαφή μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, η οποία όμως έλαβε χώρα στα πλαίσια αμοιβαίας εκτόνωσης του τεταμένου κλίματος και όχι με σκοπό προσβολής της σωματικής ακεραιότητας έκαστου των εμπλεκομένων, της ατομικότητας του, ή ως ένδειξη σωματοποιημένης απειλής επιγενόμενου κακού ή ως έκφραση ιεραρχικής σωματικής επιβολής. Σαφές ομοίως κατέστη ότι η ενάγουσα μέχρι τις 30.6.2023 σε ουδέν παράπτωμα υπέπεσε κατά την εργασία της, ουδεμία αρνητική αξιολόγηση είχε αναφορικά με την αποδοτικότητα ή τη συμπεριφορά της έναντι των λοιπών εργαζομένων στο κατάστημα της εναγόμενης, ουδεμία νύξη, σύσταση ή υποβάθμιση της υπεύθυνης θέσης της έλαβε χώρα, και ουδέν παράπονο διατυπώθηκε από μέρους έτερης εργαζόμενης σε βάρος της στο διηνεκές του χρόνου που εργαζόταν ως υπεύθυνη ταμείων, ο δε, διαδρομών αυτός χρόνος κρίνεται ως ικανός για να δημιουργήσει στο παρόν Δικαστήριο ότι πρόκειται για μία συγκροτημένη και μετριοπαθή, συνεργάσιμη υπάλληλο. Σαφές επίσης κατέστη ότι μεταξύ της ενάγουσας και στη ... ... από την αρχή της μεταξύ τους συνεργασίας εμφανίσθηκε πρόβλημα σε προσωπικό επίπεδο μεταξύ τους, όπως γλαφυρά η ίδια εκθέτει με την ένορκη της βεβαίωση, με την πρόσθετη επισήμανση ότι για τα αισθήματα απαρέσκειας μεταξύ τους ευθύνονται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη (336 παρ.4 ΚπολΔ) αμφότερες οι εμπλεκόμενες, οι οποίες σαφώς και δεν ήταν υποχρεωμένες να συμπαθούν η μία την άλλη, ωστόσο δεν έπρεπε να δημιουργήσουν το τεταμένο αυτό κλίμα στον χώρο εργασίας τους στις 30.6.202J, δίχως να έχει αποδειχθεί προγενέστερο περιστατικό όμοιο του ανωτέρω εκτυλιχθέντος, στα όρια που προπεριγράφηκαν. Σαφές ομοίως κατέστη ότι η ... ..., καίτοι εμφανίζεται από μέρους της εργαζόμενης ως πλήρως δικαιωμένη στη θέση της για το περιστατικό στις 30.6.2024, εντούτοις λίγους μήνες μετά μετακινήθηκε σε έτερο κατάστημα της εναγόμενης εργοδότριας, περιστατικό που δημιουργεί εντύπωση στο παρόν Δικαστήριο. Παράλληλα εντύπωση προκαλεί στο παρόν Δικαστήριο και το γεγονός της μη υποβολής σχετικής έγκλησης σε βάρος της ενάγουσας από την ... ..., η οποία και είχε στη διάθεση της ως ιδιαίτερα κρίσιμο υπέρ της το γεγονός της απόλυσης της ενάγουσας, ή την άσκηση σε βάρος της αγωγής για όσα στο διηνεκές της συνεργασίας τους υπέστη με κορωνίδα το περιστατικό της 30.6.2025 και αιχμή του δόρατος την απόλυση της ενάγουσας από την εναγόμενη κατά πλήρη υιοθέτηση της θέσεως επί του περιστατικού της ... .... Στον αντίποδα η ενάγουσα θεωρώντας τις θέσεις της ως προς το περιστατικό της 30.6.2025 αληθείς αύθις μετά την απόλυση της από την εναγόμενη κατέθεσε σε βάρος της ... ... έγκληση, η οποία και εκδικάζεται ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ... εντός του τρέχοντος έτους. Σε πλήρη ακολουθία με τα ανωτέρω αποδεικτικά πορίσματα και σε συνάρτηση με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι η επιλογή της εναγόμενης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας με την ενάγουσα με επίκληση του σχετικού περιστατικού mobbing κρίνεται ελεγκτέα με βάση τις αρχές που οριοθετούνται σχετικά από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ και ειδικότερα κατά την πτυχή της επιλογής του ηπιότερου για τον απολυτέο μέσου. Τούτο διότι, όπως αποδεικνύεται περιστατικό mobbing δεν έλαβε χώρα στις 30.6.2023 ως προαναφέρθηκε σχετικά, η δε εναγόμενη εκτιμώντας μονομερώς την έκταση του περιστατικού και φοβούμενη προφανώς τις προθέσεις της «καταγγέλλουσας» και τον ενδεχόμενο αρνητικό αντίκτυπο στη φήμη και στο όνομά της από μία ενδεχόμενη καταγγελία, της οποίας σημειωτέον η ίδια θα είχε το βάρος απόδειξης του εναντίου, καθόσον στις σχετικές δίκες του εργασιακού εκφοβισμού υπάρχει αντιστροφή του βάρους απόδειξης υπέρ του καταγγέλλοντος, έσπευσε να εξαντλήσει την αυστηρότητα της ως προς την επιλογή του μέσου και επιλέγοντας αυτό της απόλυσης καταστρατήγησε την αναγκαιότητα, καταλληλότητα και προσφορότητα του επιλεγέντος μέσου, αυτού της απόλυσης που σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι το έσχατο μέσο επιλογής του εργοδότη, τη στιγμή που όπως προαναφέρθηκε σχετικά, περιστατικό mobbing δεν έλαβε χώρα, η επίκληση της απώλειας της εμπιστοσύνης της εναγόμενης στο πρόσωπο της ενάγουσας δεν ευσταθεί ως λόγος αλλά αποτελεί πρόφαση της εσπευσμένης απόφασής της και ενδεχομένως παράφραση επί το υπερβάλλον του γράμματος και του πνεύματος του σχετικού νόμου περί mobbing, σε κάθε δε, περίπτωση λόγω του αρνητικού ομολογουμένως κοινή υπαιτιότητι κλίματος στις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ της ενάγουσας και της ... ... (και μη παροράται μόνο με αυτήν) ως πρόσφορο, ικανό, αναγκαίο και ανάλογο με τις περιστάσεις, την έκταση και το είδος του περιστατικού, του μεμονωμένου του γεγονότος και της εργασιακής διαδρομής της ενάγουσας μέτρο θα ήταν αυτό της μετακίνησης της στο έτερο κατάστημα της εναγόμενης στην πόλη της ..., μετακίνηση που άλλωστε έλαβε χώρα και για την φερόμενη κατά την πεποίθηση της εναγόμενης ως «θύμα» του περιστατικού, ... ... για λόγους που αγνοεί το παρόν Δικαστήριο, δημιουργούν όμως εντυπώσεις. Αυτή όμως η επιλογή δεν δόθηκε στην ενάγουσα και ούτε επιλέχθηκε από την εναγόμενη καθιστώντας για όλους τους ανωτέρω λόγους την γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ως καταχρηστική για παράβαση των όρων της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ υπό το πρίσμα της επιλογής του ηπιότερου μέσου, με την πρόσθετη επισήμανση ότι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ουδόλως επηρεάστηκε από την ιεραρχική δομή των παραπτωμάτων στο εσωτερικό πειθαρχικό δίκαιο της εναγόμενης. Άλλωστε και στην περίπτωση της επικαλούμενης απώλειας της εμπιστοσύνης της εναγόμενης ως εργοδότριας, η απώλεια της εμπιστοσύνης και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, λαμβάνει χώρα όχι κατά την υποκειμενική αντίληψη και κρίση του καταγγέλλοντος εργοδότη, αλλά με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που τις δικαιολογούν και που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης, θεμελιώνοντας μία αρνητική πρόγνωση ως προς τη λειτουργία της στο μέλλον, η οποία και θα εξανεμίζονταν με την τοπική απομάκρυνση των πρωταγωνιστών, ήτοι με τη μετακίνηση της ενάγουσας. Προς επίρρωση των ανωτέρω δεν θα πρέπει να διαλάθει το γεγονός ότι η στέρηση από τον εργαζόμενο, χωρίς δικαιολογημένη αιτία, της θέσης εργασίας, μέσα από την οποία αναπτύσσει την επαγγελματική του δραστηριότητα και γενικότερα την προσωπικότητά του και εξασφαλίζει τα προς το ζην, έρχεται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές και αξίες της συνταγματικής έννομης τάξης (άρθρο 5 παρ. 1 , 22 παρ. 1 Συντ). Βέβαια, το κύρος της ενέργειας του εργοδότη, που οδηγεί στο αποτέλεσμα αυτό δε θα κριθεί άμεσα, με βάση τις διατάξεις του Συντάγματος που άμεσα ή έμμεσα ανάγουν τη θέση εργασίας σε προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ελλείψει ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων, η άσκηση της καταγγελίας θα ελεγχθεί με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Εξάλλου ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που ενεργοποιούνταν οι διατάξεις του νόμου περί εργασιακού εκφοβισμού ορίζεται ότι : « Όταν εργαζόμενος ή με άλλη σχέση απασχολούμενος κατά το άρθρο 3 παραβιάζει την απαγόρευση βίας και παρενόχλησης του άρθρου 4, ο εργοδότης υποχρεούται να λάβει τα απαραίτητα πρόσφορα και ανάλογα μέτρα κατά περίπτωση σε βάρος του καταγγελλόμενου, προκειμένου να εμποδιστεί και να μην επαναληφθεί παρόμοιο περιστατικό ή συμπεριφορά. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν τη σύσταση συμμόρφωσης, την αλλαγή θέσης, ωραρίου, τόπου ή τρόπου παροχής εργασίας ή την καταγγελία της σχέσης απασχόλησης ή συνεργασίας, με την επιφύλαξη της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ”. Σε περίπτωση λοιπόν ακυρότητας της καταγγελίας για οποιονδήποτε λόγο, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του και να καταβάλλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 839/2019, 179/2016, 601/2013). Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα που τελεί σε υπερημερία και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, παύει α) με την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, σε κατάσταση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη, και δ) με την καθ' οιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης. Επομένως, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μία άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αυτή παύει με μία έγκυρη νέα καταγγελία (ΑΠ 839/2019, 400/2017). Επομένως η από 7.8.2023 γενόμενη καταγγελία της σύμβαση εργασίας της ενάγουσας τυγχάνει για τους ανωτέρω λόγους άκυρη με συνέπεια να οφείλονται από την εναγόμενη εργοδότρια που τελεί σε υπερημερία μισθοί υπερημερίας για το αξιούμενο χρονικό διάστημα από 8.8.2023 έως και 7.8.2024. Ειδικότερα η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα ποσό 14.891,28 ΕΥΡΩ για μηνιαίους μισθούς (1240,94 επί 12 μήνες), ποσό 1240,94 ΕΥΡΩ για επίδομα αδείας 2023, 51,69 και 25,84 ΕΥΡΩ για αναλογία επιδόματος αδείας 2023, 646,31 ΕΥΡΩ για επίδομα Πάσχα 2024 και 620,47 ΕΥΡΩ για επίδομα αδείας 2024, ήτοι συνολικά το ποσό των 17.450,69 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο κατά για τους μισθούς από τη λήξη έκαστου μηνάς που κατέστη έκαστος αυτών απαιτητός, του επιδόματος Πάσχα από 30.4.2024 και της άδειας από 1.7 έκαστου έτους. Επίσης λόγω της υπερημερίας της θα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της απειλούμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 300,00 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της. Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω θα πρέπει η έφεση της ενάγουσας να γίνει δεκτή κατόπιν ουσιαστικής παραδοχής του αντίστοιχου λόγου της που αφορά στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την αξιολόγηση της συμπεριφοράς της εναγόμενης εργοδότριας κατά την υπαγωγή της στη ρήτρα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ όπως και της εναγόμενης για μέρος της επικασθείσας αποζημίωσης λόγω υπερεργασίας και υπερωρίας (αφαίρεση χρονικών διαστημάτων αργιών και covid), να εξαφανισθεί στο σύνολό της η με αριθμό 348/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., να κρατηθεί η υπόθεση κατ'αρθρ. 535 παρ.1 ΚπολΔ από το παρόν Δικαστήριο για να δικασθεί στην ουσία της, και να γίνει μερικά δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Ακόμη το επικουρικό παρεπόμενο αίτημα της εναγόμενης εκκαλούσας που διατυπώνεται στο εφετήριο της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και αφορά στην καταβολή του προσωρινά εκτελεστού ποσού με την εκκαλουμένη τυγχάνει απορριπτέο, διότι υπολείπεται τους επιδικασθέντος με την παρούσα ποσού σε βάρος της. Τέλος τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας θα πρέπει κατά μέρος αυτών αναλόγως της ήττας και νίκης έκαστης των διαδίκων, να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης (178,183 ΚπολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την ένωση και τη συνεκδίκαση των με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως ... και .../2025 εφέσεων

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά αμφότερες τις εφέσεις

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας ουσιαστικά μερικά αμφότερες τις εφέσεις.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ τη με αριθμό 348/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου... ως ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας αναφέρεται.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ο, τι κρίθηκε στο σκεπτικό ως απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ μερικά την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 7.8.2023 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εναγόμενη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα ως μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 17.450,69 ΕΥΡΩ για το χρονικό διάστημα από 8.8.2023 και μέχρι 7.8.2024 με το νόμιμο τόκο κατά για τους μισθούς από τη λήξη έκαστου μηνάς που κατέστη έκαστος αυτών απαιτητός, του επιδόματος Πάσχα από 30.4.2024 και της άδειας από 1.7 έκαστου έτους.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας απειλούμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 300,00 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της, αρχομένης της ως άνω υποχρέωσης από την επομένη της επίδοσης της παρούσας σε αυτήν.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 12.034,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για την αμοιβή για την παρασχεθείσα υπερεργασία ανά μήνα υπερεργασίας από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον κατά τον οποίο παρασχέθηκε η υπερεργασία και για την αξίωση αποζημίωσης εξαιτίας παροχής κατ' εξαίρεση (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ΕΥΡΩ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στη Θεσσαλονίκη στις 29 Απριλίου 2026.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ