ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 19ο - ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 697/2026

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2025, με δικαστές τις Μαρία Δαμασκηνάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Σταυρούλα Φίλη και Γιολέν Ελέν Καραθανάση (εισηγήτρια), Πρωτοδίκες Δ.Δ. και γραμματέα τη Βασιλική Λάππα, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την αγωγή που κατατέθηκε στις 24.02.2023, η οποία ασκείται κατά χωρισμό δικογράφου (αριθμός κατάθεσης αρχικού δικογράφου …./2016, με ημερομηνία κατάθεσης 18.11.2016),

του …., κατοίκου … (οδός ….), ο οποίος δεν παραστάθηκε,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του δικαστικού πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αναστασίου- Δημητρίου Φιστικλή.

Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που παραστάθηκε και εμφανίστηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, η κρινόμενη αγωγή νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση μετά τη δημοσίευση της υπ’ αριθμ..../2024 (Τμήμα 19ο Τριμελές) προδικαστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου και την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με αυτή. Με την αγωγή αυτή, που ασκήθηκε κατόπιν της υπ’αριθμ. 16377/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε ο χωρισμός του αρχικού δικογράφου ασκηθέντος από περισσότερους, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ζητείται, κατόπιν μετατροπής του αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στο ακροατήριο κατά την δικάσιμο της 8ης.02.2024 (βλ. σχετ. τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου της 08.02.2024), να αναγνωριστεί, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Φ.Ε.Κ. Α΄ 164 – ΕισΝΑΚ), η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλλει στον ενάγοντα, εκπαιδευτικό του κλάδου ΠΕ17.02 (06) - Μηχανολόγων, συμπεριληφθέντα στον πίνακα διοριστέων του διαγωνισμού του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) που προκηρύχθηκε με τη .../2008 Προκήρυξη (Φ.Ε.Κ. - Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π..../15.10.2008), το χρηματικό ποσό των εκατό σαράντα δύο χιλιάδων επτακοσίων εξήντα δύο ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (142.762,62), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση ισόποσης περιουσιακής ζημίας που υπέστη από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς του, παράλειψη των οργάνων του εναγομένου να τον διορίσει σε θέση μόνιμου εκπαιδευτικού, ήδη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2009, το οποίο ποσό αντιστοιχεί στο σύνολο των αποδοχών που στερήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 01.09.2009 έως 31.10.2016. Άλλως και επικουρικώς, ζητεί ως αποζημίωση για την ζημία από την παράλειψη διορισμού του το αργότερο κατά το σχολικό έτος 2010-2011, το ποσό των εκατό είκοσι τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (124.264,82), ενώ πλέον των ανωτέρω ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ., προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την ως άνω αιτία.

2. Επειδή, νομίμως έλαβε χώρα η συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης κατ’ άρθρο 34 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), παρά την απουσία του ενάγοντος, ο οποίος είχε κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την παρούσα δικάσιμο (σχ. το από 12.03.2025 αποδεικτικό επίδοσης της υπ’αριθμ. ΚΛ2402/07.03.2025 κλήσης της επιμελήτριας Δικαστηρίων …. προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος ….).

3. Επειδή, η κρινόμενη αγωγή περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατ’ άρθρο 73 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 2717/1999 (Φ.Ε.Κ. Α’ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) και, ειδικότερα, περιέχει καθορισμό της έννομης σχέσης από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις του ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου, σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και της αποδιδόμενης στα όργανα του εναγομένου παράνομης συμπεριφοράς, ακριβή περιγραφή της περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος, καθώς και σαφώς καθορισμένο αίτημα. Ειδικότερα, στην αγωγή προσδιορίζεται ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδηλώθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, η παράνομη παράλειψη διορισμού του (έναρξη του σχολικού έτους 2009-2010, άλλως του σχολικού έτους 2010-2011), καθώς και η σειρά κατάταξής του στον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού (…), αναλύονται δε οι αποδοχές (βασικός μισθός, επιδόματα) που ισχυρίζεται ότι απώλεσε, ενώ εξειδικεύεται και η αιτία της ηθικής του βλάβης. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αναλύονται στο παραδεκτώς κατατεθέν την 06.02.2024 υπόμνημά του.

4. Επειδή, περαιτέρω, στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται στο άρθρο 71 παρ. 1 ότι: «Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου.», στο άρθρο 78 ότι: «Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αγωγή για αξίωση που θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης δεν είναι απαράδεκτη αν, κατά της πράξης ή της παράλειψης αυτής, δεν ασκήθηκε το από τις κείμενες διατάξεις προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα. Στην περίπτωση αυτήν, κατά την εκδίκαση της αγωγής έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 80.» και στο άρθρο 80 παρ. 2 ότι: «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής.». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι επί αγωγής αποζημίωσης τα διοικητικά δικαστήρια, αν δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς τη νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, επί της οποίας θεμελιώνεται η αξίωση προς αποζημίωση, ελέγχουν παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής. Συνεπώς, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας ή αίτησης ακύρωσης, η οποία δεν έχει ασκηθεί, ο έλεγχος της νομιμότητας της εν λόγω πράξης ή παράλειψης από το δικαστήριο της αγωγής αποζημίωσης γίνεται εντός των ορίων που καθορίζουν οι κείμενες διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν την προσφυγή ή την αίτηση ακύρωσης (ΣτΕ 2260/2013 Ολομ.,1524/2023 7μ., 841/2015, 2176/2012 κ.ά.). Δεδικασμένο υπάρχει μόνο όταν τα αρμόδια για τον έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω πράξεων ή παραλείψεων δικαστήρια (Συμβούλιο της Επικρατείας ή διοικητικά δικαστήρια) έχουν κρίνει κατ’ ουσίαν επί της αχθείσας ενώπιόν τους διαφοράς. Συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο της αγωγής αποζημίωσης δεν μπορεί να εξετάσει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα των εκτελεστών διοικητικών πράξεων ή παραλείψεων, στην παρανομία των οποίων θεμελιώνεται η αξίωση προς αποζημίωση, αν το Συμβούλιο της Επικρατείας (ή το διοικητικό δικαστήριο) έχει ήδη αποφανθεί, μετά από ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, για τη νομιμότητά τους, με απόφασή του επί ασκηθείσας κατ’ αυτών αίτησης ακυρώσεως, ακυρωτική ή απορριπτική, από την οποία απορρέει, κατά το άρθρο 50 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, δεδικασμένο ως προς το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε με αυτήν. Αντιθέτως, αν το Συμβούλιο της Επικρατείας (ή το διοικητικό δικαστήριο) έχει απορρίψει αίτηση ακυρώσεως κατά των πράξεων ή παραλείψεων αυτών ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, χωρίς να έχει κρίνει κατ’ ουσίαν επί της αχθείσας ενώπιόν του διαφοράς, το διοικητικό δικαστήριο της αγωγής αποζημίωσης μπορεί να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω πράξεων ή παραλείψεων, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς τη νομιμότητά τους. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, το δεδικασμένο από ακυρωτική ή απορριπτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή του διοικητικού δικαστηρίου) καλύπτει τα κριθέντα από το Δικαστήριο αυτό ζητήματα, ενώ ως κριθέν θεωρείται το ζήτημα, το οποίο βρίσκεται σε συνάρτηση προς το γενόμενο δεκτό από την απόφαση συμπέρασμα και αποτελεί αναγκαίο τούτου έρεισμα, όχι όμως και άλλα περιστατικά αφηγηματικώς αναφερόμενα, τα οποία δεν είναι αναγκαία για τη συναγωγή του συμπεράσματος της απόφασης που διατυπώνεται στο διατακτικό (βλ. ΣτΕ 217/2016 Ολομ.,1908/2023 κ.ά.). Τέλος, ειδικώς από τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., η οποία επαναλαμβάνει όσα ορίζονταν στο άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 1868/1989 (Α’ 230), προκύπτει ότι ο παρεμπίπτων έλεγχος που ασκεί το διοικητικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αγωγής αποζημίωσης, η οποία έχει ως νομική βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, περιορίζεται στην νομιμότητα μόνον της πράξης ή παράλειψης, από την οποία απορρέει η αξίωση προς αποζημίωση, δεν μπορεί δε να επεκταθεί και σε άλλες πράξεις ή παραλείψεις (βλ. ΣτΕ1908/2023, 1833/2012, πρβλ. ΣτΕ 3916/2001).

5. Επειδή, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενεργείας οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Οι ως άνω προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (βλ. ΣτΕ 2305/2023, 370/2023, 658/2022 κ.ά.). Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (βλ. ΣτΕ 1911/2022 Ολομ., 479-481/2018 Ολομ., 231/2024 7μ. κ.α.). Ειδικότερα, ο ανωτέρω αιτιώδης σύνδεσμος υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (βλ. ΣτΕ 1269/2024 7μ., 1529/2023 Ολομ., 2306/2023, 1109/2022 7μ κ.α.). Περαιτέρω, η αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ περιλαμβάνει την αποκατάσταση της θετικής και της αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος (βλ. ΣτΕ 1651/2024, 2210/2023, 2531/2007 7μ, κ.ά.), ενώ κατά το άρθρο 298 Α.Κ., ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (βλ. ΣτΕ 2126/2024, 1651/2024, 460/2023 κ.α.). Ειδικότερα, στην περίπτωση που ορισμένο άτομο δεν παρέχει τις υπηρεσίες του, ως όργανο του Κράτους, και τούτο συμβαίνει συνεπεία παράνομης πράξης του Ελληνικού Δημοσίου, δικαιούται το άτομο αυτό να αξιώσει από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη εκ του ότι κατά τη διάρκεια της παράνομης μη απασχόλησής του σε δημόσια υπηρεσία δεν εισέπραξε τις αποδοχές τις οποίες θα εισέπραττε, εάν δεν είχε παρανόμως αποκλεισθεί από τη δημόσια υπηρεσία (πρβλ. ΣτΕ 103/2021, 1987/2018, 3258/2015, 4387/2014 κ.ά.). Συνεπώς, σε περίπτωση παράλειψης διορισμού, στις αποδοχές περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσης και οιασδήποτε μορφής επιδόματα, εφόσον, πάντως, καταβάλλονται παγίως και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στους τελούντες σε ενεργό υπηρεσία (πρβλ. ΣτΕ103/2021 7μ, 1987/2018 7μ, 3258/2015, 4387/2014 κ.ά.). Άλλωστε, η αποζημίωση από την προαναφερόμενη αιτία αποτελείται από το σύνολο των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του υπαλλήλου, εφόσον η εν λόγω παροχή, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της ως αποζημίωσης από αδικοπραξία, δεν παύει κατά τούτο να αποτελεί, στην πραγματικότητα, εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που υπόκειται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, στις νόμιμες κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών ταμείων και σε φόρο εισοδήματος (πρβλ. ΑΕΔ 33/1999, ΣτΕ 879/2017, 296/2015 κ.ά.), πλην όμως δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης για αποζημίωση ο υπολογισμός των ως άνω νόμιμων κρατήσεων και για αυτό δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο που την επιδικάζει, αλλά παρακρατούνται από το Δημόσιο κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (βλ. ΔΕφΑθ 3584/2024, 1944/2024, 3597/2023 κ.ά.). Η επιδίκαση της εν λόγω αποζημίωσης δεν κωλύεται από το ότι ο ενδιαφερόμενος κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα δεν παρέσχε - ούτε άλλωστε είχε τη δυνατότητα να παράσχει - πραγματική υπηρεσία στο Δημόσιο (πρβλ. ΣτΕ 2671/2014, 3629-3631/2001). Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξαρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σε αυτόν αναδρομικές ως άνω αποδοχές. Και τούτο, διότι η λόγω της παράνομης παραμονής του εκτός υπηρεσίας αναγκαία εκ μέρους του επαγγελματική επανεκτίμηση και η άσκηση από αυτόν βιοποριστικής δραστηριότητας, άλλης, πάντως, έναντι της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, διακόπτει, ως εκ της φύσεως της ανθρώπινης εργασίας, τον κατά νόμον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παρανομίας της Διοίκησης, και καθιστά τις σχετικές ωφέλειες απότοκες, όχι του γεγονότος εκείνου, αλλά της αυτόνομης ανάληψης βιοποριστικής δράσης. Τούτο δε άσχετα, κατ’ αρχήν, από τη συνάφεια ή μη της ασκηθείσας δραστηριότητας προς τη συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία. Εκτός και αν η αναληφθείσα δραστηριότητα παρουσιάζει τέτοιο εξαιρετικό βαθμό ομοιότητας προς τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δημόσιας θέσης (σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου σε οργανική θέση του ίδιου τόπου με αυτόν της συγκεκριμένης θέσης την οποία απώλεσε και αμειβόμενη από το Ελληνικό Δημόσιο, μη αρκούντων ακόμη και των ίδιων τυχόν καθηκόντων μεταξύ της ασκηθείσας δραστηριότητας και της συγκεκριμένης δημόσιας θέσης), ώστε, λαμβανομένων υπόψη και των εκάστοτε ιδιαίτερων συνθηκών, να συνιστά, κατ’ ουσίαν την ίδια με αυτήν εργασία. Στην εξαιρετική αυτή και μόνον περίπτωση δεν διασπάται ο αιτιώδης σύνδεσμος και χωρεί συμψηφισμός ζημίας και ωφέλειας (πρβλ. ΣτΕ 416/2024, 529/2024, 1241, 1244/2023 7μ., ΔΕφΑθ 595/2024, 2092/2024 κ.α.). Εξάλλου, ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός που θεμελιώνει την ένσταση συνυπολογισμού ωφέλειας και ζημίας λαμβάνεται υπόψη μόνον όταν το εναγόμενο Δημόσιο τον επικαλεστεί (βλ. ΣτΕ 45/2025 7μ, 1202/2022).

6. Επειδή, επιπλέον, στο άρθρο 57 του Α.Κ. ορίζεται ότι: «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. … Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.», στο άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα ότι: «Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, … .» και στο άρθρο 932 ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. …». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση παράνομης πράξης ή παράλειψης οργάνου του Ελληνικού Δημοσίου κατά την άσκηση της εξουσίας που του έχει ανατεθεί, το δικαστήριο, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, μπορεί να επιδικάσει στο ζημιωθέντα εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (πρβλ. ΣτΕ 1648/2024, 2125/2022, 2604/2021 κ.α.). Ειδικότερα, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ. παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (όπως ιδίως το είδος και τις συνθήκες τέλεσης της παρανομίας, το είδος, τη βαρύτητα και τις συνέπειες της προσβολής, την ηλικία του παθόντος, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση αυτού, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε στον παθόντα ηθική βλάβη (πρβλ. ΣτΕ 1929/2024, 1648/2024 κ.ά.). Επίσης, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να επιδικασθεί και σε εκείνον του οποίου έχει προσβληθεί η προσωπικότητα από παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (βλ. ΣτΕ 1109/2022 7μ, 552/2022, 621/2021, 1326/2017 κ.ά.).

7. Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό· ... Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο»· κατά την παρ. 7, προστεθείσα με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής: «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ... γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. …». Τέλος, κατά την παρ. 6 του άρθρου 118, προστεθείσα με το ίδιο Ψήφισμα: «Προβλεπόμενες ή διατηρούμενες στο νόμο 2190/1994, όπως αυτός ισχύει, εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν.».

8. Επειδή, με την παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος, προστεθείσα με το Ψήφισμα της 6ης.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, κατοχυρώνονται οι αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά το διορισμό των δημόσιων υπαλλήλων, οι οποίες συνάγονται, καταρχήν, και από τις γενικότερες διατάξεις της παρ. 1 του ίδιου άρθρου και αποτελούν ειδικότερη έκφραση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντάγματος). Ειδικότερα, η πρόσληψη υπαλλήλων α) γίνεται με δύο τρόπους, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και β) υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Ο έλεγχος μπορεί είτε να είναι πλήρης είτε να αφορά τη νομιμότητα της διαδικασίας του διαγωνισμού ή της επιλογής και να περιλαμβάνει τον έλεγχο νομιμότητας της πράξης με την οποία τελειούται η οικεία, κατά περίπτωση, διαδικασία· μέσω δε αυτού, ενόψει της φύσης της διαδικασίας ως σύνθετης διοικητικής ενέργειας, ελέγχεται η νομιμότητα και των προηγούμενων σταδίων αυτής (βλ. σχετ. Π.Ε. 230/2008 Ολομ.). Ενόψει των ανωτέρω, η μεταβατικού χαρακτήρα και εξαιρετική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος πρέπει να ερμηνευθεί στενά, ως έχουσα την έννοια ότι εξακολουθούν να ισχύουν, και μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, οι προβλεπόμενες στο ν. 2190/1994 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 28) εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π., εφόσον δεν είχαν καταργηθεί ή τροποποιηθεί όχι μόνο άμεσα, με ευθεία αναφορά στις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά και έμμεσα, με μεταγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις, μέχρι την ψήφιση στις 6.4.2001 του αναθεωρημένου Συντάγματος. Επομένως, για να κριθεί η συμβατότητα με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος νομοθετικών ρυθμίσεων μεταγενέστερων της συνταγματικής αναθεώρησης, με τις οποίες μεταβάλλονται οι προϋποθέσεις και ο τρόπος διορισμού των μόνιμων εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, θα ληφθούν υπόψη όχι μόνο η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. γ΄ του ν. 2190/1994, η οποία εξαίρεσε τους διορισμούς αυτούς από την αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π., αλλά και η όλη εξέλιξη του νομοθετικού καθεστώτος επί του ζητήματος αυτού και, ειδικότερα, οι μεταγενέστερες του νόμου αυτού και προγενέστερες της συνταγματικής αναθεώρησης διατάξεις, με τις οποίες έμμεσα τροποποιήθηκε ή και καταργήθηκε η τελευταία διάταξη (βλ. ΣτΕ 527/2015 Ολομ, 3593-3595/2008 Ολομ.).

9 . Επειδή, με το άρθρο 6 του ν. 3255/2004 (Α΄ 138) ορίστηκαν τα ακόλουθα: «1. … 2. α) Από την έναρξη του σχολικού έτους 2005-2006 και εφεξής, οι διορισμοί εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στις κενές οργανικές θέσεις πραγματοποιούνται ως εξής: αα) σε ποσοστό 60% από όσους επιτυγχάνουν στο διαγωνισμό του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και κατά τη σειρά της βαθμολογίας, ββ) σε ποσοστό 40% από ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών, ο οποίος συντάσσεται για κάθε έτος και στον οποίο κατατάσσονται κατά σειρά που εξαρτάται από την πραγματική προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Αν δεν υπάρχουν υποψήφιοι για διορισμό στην κατηγορία της υποπεριπτώσεως αα΄ οι κενές θέσεις πληρούνται, μέχρι να εξαντληθούν, με διορισμό υποψηφίων της κατηγορίας της υποπεριπτώσεως ββ΄. β) … 3. … 4. Όσοι από τους αναπληρωτές του ενιαίου πίνακα συμπλήρωσαν κατά τις κείμενες διατάξεις στις 30-6-2004 πραγματική προϋπηρεσία αναπληρωτή ή ωρομισθίου εκπαιδευτικού τουλάχιστον 30 μηνών διορίζονται, κατά προτεραιότητα έναντι των εγγεγραμμένων στον πίνακα της περίπτωσης ββ΄ της παρ. 2α του παρόντος άρθρου, το αργότερο μέχρι και το σχολικό έτος 2007-2008 με σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία στις 30-6-2004. Ο αριθμός των διοριζομένων κατά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα, πέρα των οριζόμενων ποσοστών με τις διατάξεις της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. ... 5. ... ». Στη συνέχεια, με το άρθρο 5 του ν. 3687/2008 (Α΄ 159) ορίστηκαν τα εξής: «1. Όσοι εκπαιδευτικοί συμπληρώνουν την 30-6-2008 πραγματική προϋπηρεσία τουλάχιστον τριάντα (30) μηνών προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, διορίζονται από το σχολικό έτος 2008-2009 και το αργότερο μέχρι και το σχολικό έτος 2012-2013, σε αναλογία που ορίζεται κατ’ έτος στο ένα πέμπτο (1/5) του συνολικού αριθμού των ως άνω εκπαιδευτικών και με σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία την 30-6-2008, κατά προτεραιότητα έναντι των εγγεγραμμένων στον πίνακα της περίπτωσης ββ΄ της παραγράφου 2α΄ του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 ... και της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και πέραν των οριζόμενων ποσοστών με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 2. Εκπαιδευτικοί που συμπληρώνουν είκοσι τέσσερις (24) μήνες πραγματικής προϋπηρεσίας προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, και έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., διορίζονται από το σχολικό έτος 2008-2009 και εφεξής στον κλάδο επιτυχίας τους και μόνο, σύμφωνα με τις ανάγκες της Υπηρεσίας, και με σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία, κατά προτεραιότητα έναντι των εγγεγραμμένων στον πίνακα της περίπτωσης ββ΄ της παραγράφου 2α΄ του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 και μετά τους εκπαιδευτικούς της προηγούμενης παραγράφου πέραν των οριζόμενων ποσοστών με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. … 3. … ». Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 3848/2010 (Α΄ 71) ορίστηκε ότι οι κενές θέσεις εκπαιδευτικών και οι λειτουργικές ανάγκες της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας δημόσιας εκπαίδευσης καλύπτονται από όσους συγκεντρώνουν βαθμολογία πάνω από τη βάση σε διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π., κατά τα οριζόμενα στις επόμενες διατάξεις του ίδιου νόμου. Με τα άρθρα 2 και 3 του νόμου αυτού ορίστηκαν τα σχετικά με την ανά διετία διενέργεια διαγωνισμού από το Α.Σ.Ε.Π. και τη σύνταξη των αντίστοιχων τελικών πινάκων κατάταξης εκπαιδευτικών. Με τις δε μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 9 του ίδιου ν. 3848/2010 ορίστηκαν τα εξής: «1. Κατά την περίοδο έως και το σχολικό έτος 2011-2012 οι διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση γίνονται σε ποσοστό 60% από τους ισχύοντες πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. και σε ποσοστό 40% από τους κατά την παράγραφο 2 ενιαίους πίνακες προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών με πραγματική προϋπηρεσία. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να παρατείνεται η μεταβατική περίοδος του προηγούμενου εδαφίου έως τη διενέργεια του πρώτου διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Οι ενιαίοι πίνακες προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως παύουν να τροφοδοτούνται με νέα στοιχεία προϋπηρεσίας από την 1η Ιουλίου 2010 και ισχύουν μέχρι την κατάρτιση των πινάκων που προβλέπονται στο άρθρο 3. 3. … 8. Μέχρι και το σχολικό έτος 2014-2015 όσοι εκπαιδευτικοί συμπλήρωσαν την 30ή Ιουνίου 2008 πραγματική προϋπηρεσία τουλάχιστον τριάντα (30) μηνών προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, διορίζονται επιπλέον, εφόσον υπάρχουν εκπαιδευτικές ανάγκες και δεν έχουν διοριστεί κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, κατά σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. 9. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν. 3687/2008 καταργείται. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ισχύει μέχρι την κατάρτιση του πρώτου πίνακα του άρθρου 3 του παρόντος νόμου. 10. … ». Η ανωτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 3848/2010, μεταβατική περίοδος για τους διορισμούς (μόνιμων) εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση παρατάθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφίου β΄ της ίδιας παραγράφου, με την 21406/Δ2/2012 απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (Β΄ 615) έως και το σχολικό έτος 2012-2013, με την 49104/Δ1/2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (Β΄ 1017) έως και το σχολικό έτος 2013-2014 και με την 80110/Δ1/2014 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1435) έως και το σχολικό έτος 2014-2015. Επίσης, με την 130262/Ε1/18-8-2015 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1765) παρατάθηκε η ως άνω μεταβατική περίοδος της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν.3848/2010 έως και το σχολικό έτος 2015 – 2016, κατά το μέρος που αφορούσε στους διορισμούς μόνιμων εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση από τους ισχύοντες πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π.. Τέλος, με την 139997/Ε2/1-9-2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 2845) παρατάθηκε η εν λόγω μεταβατική περίοδος της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν.3848/2010 έως και το σχολικό έτος 2016 – 2017, κατά το μέρος, ομοίως, που αφορούσε στους διορισμούς μόνιμων εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση από τους ισχύοντες πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π..

10. Επειδή, περαιτέρω, στο π.δ. 154/1996 (Α’ 115), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 15 του ν. 1566/1985 (Α’ 167), ορίζεται στο άρθρο 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 144/1997 (Α’ 127), ότι: «1. Ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, μέχρι τέλος Μαΐου κάθε σχολικού έτους γνωστοποιεί στον ημερήσιο τύπο και στα λοιπά μέσα μαζικής ενημέρωσης τις περιοχές κατά κλάδο και ειδικότητα όπου θα γίνουν διορισμοί εκπαιδευτικών στη δημόσια πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και καλεί τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν σχετική δήλωση. Στην πιο πάνω ανακοίνωση ορίζονται οι καταληκτικές ημερομηνίες εγγραφής στους πίνακες διοριστέων για την πρόσκληση των ενδιαφερομένων που μπορούν να διαφοροποιούνται για τους διορισμούς σε δυσπρόσιτα σχολεία. 2. Στην ίδια ανακοίνωση τάσσεται προθεσμία υποβολής των δηλώσεων στις αρμόδιες κατά περίπτωση Δ/νσεις Εκπ/σης. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής η δήλωση δεν επιτρέπεται να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί. Μαζί με τις δηλώσεις και μέσα στην οριζόμενη προθεσμία οι υποψήφιοι επιτρέπεται να υποβάλουν συμπληρωματικά δικαιολογητικά. [...] 3. Οι υποψήφιοι για διορισμό στη Β/θμια Εκπ/ση καθώς και οι υποψήφιοι των κλάδων Αγγλικής, Φυσικής Αγωγής και Μουσικής της Α/θμιας Εκπ/σης έχουν δικαίωμα να δηλώσουν μέχρι 30 περιοχές διορισμού ή δυσπρόσιτα σχολεία κατά σειρά προτίμησης διατηρώντας παράλληλα και το δικαίωμά τους να δηλώσουν και όλες τις λοιπές περιοχές καθώς και όλα τα δυσπρόσιτα σχολεία, με σχετική σημείωση στο ειδικό μέρος της αίτησης. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα να δηλώσουν ως υποψήφιοι και για διορισμό κατά περιοχές και για διορισμό στα δυσπρόσιτα σχολεία. Οι υποψήφιοι για διορισμό στην Α/θμια Εκπ/ση (δάσκαλοι και Νηπ/γοί) έχουν δικαίωμα να δηλώσουν όλες τις περιοχές διορισμού και μέχρι 30 δυσπρόσιτα σχολεία κατά σειρά προτίμησης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου αυτής. 4.[...] 6. Ο αριθμός των προς πλήρωση θέσεων κατά κατηγορία και κλάδο και η περαιτέρω κατανομή των θέσεων αυτών κατά ειδικότητα και κατηγορία διορισμού (κατά περιοχές ή σε δυσπρόσιτα σχολεία) καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων με βάση τις εκπ/κές ανάγκες και την παρεχόμενη από το αρμόδιο όργανο έγκριση πρόσληψης, οσάκις αυτό απαιτείται από την ισχύουσα νομοθεσία μέχρι 15 Ιουλίου. [...] 7. Οι εκπ/κοί διορίζονται με βάση τη δήλωση προτίμησης και τη σειρά εγγραφής τους στους πίνακες διοριστέων α) κατά περιοχές και τίθενται στη διάθεση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου και β) στα δυσπρόσιτα σχολεία με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1143/81. 8.[...] 9. Οι διορισμοί του εκπ/κού προσωπικού της Α/θμιας και Β/θμιας Εκπ/σης γίνονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 10. Η περί διορισμού απόφαση δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και γνωστοποιείται στους διορισμένους με σχετική ανακοίνωση στο ημερήσιο τύπο. Με την ίδια ανακοίνωση καλούνται οι διοριζόμενοι να προσέλθουν εντός της υπό των διατάξεων της αριθμ. Δ2/20690/6-8-87 απόφασης που κυρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 1771/1988 (Α’ 71/88), προβλεπόμενες προθεσμίες για να ορκισθούν και για να αναλάβουν υπηρεσία προσκομίζοντας τα από το νόμο προβλεπόμενα δικαιολογητικά. 11. Όσοι παραλείπονται από τους διορισμούς είτε διότι δεν υπέβαλαν δήλωση προτίμησης, είτε διότι στις Δ/νσεις Εκπ/σης που δήλωσαν ότι επιθυμούν να διορισθούν, διορίσθηκαν άλλοι υποψήφιοι, που προηγούνται στους πίνακες διοριστέων, διατηρούν τη σειρά τους για επόμενους διορισμούς. 12.[...]». Οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ/τος 154/1996 εξακολούθησαν να ισχύουν και να εφαρμόζονται και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2525/1997 (βλ. ΣτΕ 8/1999 7μ. σκ. 12, πρβλ. ΣτΕ 2743/2017, 1960/2017 σκ. 2 κ.α.) και εφαρμόζονταν μεταξύ άλλων στην ένδικη διαδικασία διορισμού. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι εγγεγραμμένοι στους πίνακες διοριστέων και έχοντες κατ’ αρχήν δικαίωμα διορισμού καλούνταν με δημόσια ανακοίνωση του Υπουργού Παιδείας να υποβάλουν εντός ορισμένης προθεσμίας σχετική δήλωση προτίμησης, δικαιούμενοι να δηλώσουν ως υποψήφιοι για διορισμό τόσο κατά περιοχές όσο και σε συγκεκριμένα δυσπρόσιτα σχολεία, οι δε διορισμοί γίνονταν με βάση τις δηλώσεις προτίμησης και τη σειρά εγγραφής των δηλούντων στους οικείους πίνακες (πρβλ. και την όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία της διαδικασία διορισμών των επιτυχόντων στο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. εκπαιδευτικών, όπως ρυθμιζόταν με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του ν. 3848/2010 και ήδη ρυθμίζεται με τα άρθρα 56 έως 63 του ν. 4589/2019-Α' 13). Ενόψει τούτων, οι εγγεγραμμένοι στους πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2008 είχαν κατ’ αρχήν – ανεξαρτήτως της σειράς κατάταξής τους στον οικείο πίνακα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 2525/1997 – δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία διορισμών προς κάλυψη του συνόλου των κενών οργανικών θέσεων του αντίστοιχου κλάδου (τόσο κατά περιοχές όσο και σε συγκεκριμένα δυσπρόσιτα σχολεία), δεδομένου ότι οι διορισμοί των εκπαιδευτικών γίνονταν βάσει σχετικών δηλώσεων προτίμησης και δεν αποκλειόταν εκ προοιμίου από αυτούς κανένας επιτυχών στον οικείο διαγωνισμό (πρβλ. ΣτΕ 23/2023, σκ. 18, 1730/2022 σκ. 18, 1734-1735/2022 σκ. 17, 2743/2017 επταμ. σκ. 8).

11. Επειδή, με την 527/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της πιλοτικής δίκης του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213) και δημοσιευθείσα στις 16.02.2015, κρίθηκε, κατόπιν αξιολόγησης της όλης εξέλιξης του νομοθετικού καθεστώτος του διορισμού εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ότι η μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, κατά το μέρος που προβλέπει ότι οι διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών γίνονται, κατά το χρόνο που αυτή ισχύει, σε ποσοστό 40% από ενιαίους πίνακες αναπληρωτών με πραγματική προϋπηρεσία (πρβλ. και τη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ του ν. 3255/2004), με αποτέλεσμα τον περιορισμό των διορισμών από τους πίνακες διοριστέων του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., αντίκειται στις αρχές τις ισότητας και της αξιοκρατίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 103 παρ. 7 του Συντάγματος). Τούτο, κατά το σκεπτικό της απόφασης αυτής, για τους εξής λόγους: α) Με το άρθρο 118 παρ. 6 του Συντάγματος εξακολούθησαν μεν να ισχύουν, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, οι προβλεπόμενες στο ν. 2190/1994 εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων η κατά το άρθρο 14 παρ. 2 περ. γ΄ εξαίρεση από τον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. των διορισμών των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, πλην, η εξαίρεση αυτή περιλαμβάνει, όσον αφορά στους αναπληρωτές ή ωρομίσθιους, μόνο τους εγγεγραμμένους στον πίνακα του άρθρου 138 του ν. 2725/1999 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 121), από τον οποίο διορίστηκαν ως μόνιμοι, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση (6.4.2001), αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι του ν. 1566/1985 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 167). Συνιστά, δηλαδή, στην ουσία, η εξαίρεση αυτή επέκταση νομοθετικής ρύθμισης προγενέστερης της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 και δεν εκτείνεται σε νέες ρυθμίσεις μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, ασύνδετες προς το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τις 6.4.2001. Τέτοια ρύθμιση αποτελεί ο διορισμός μόνιμων εκπαιδευτικών από πίνακες αναπληρωτών κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, ο οποίος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος∙ και β) ναι μεν ο διορισμός μόνιμων εκπαιδευτικών από πίνακες αναπληρωτών κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010 αποτελεί επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια (κατάταξη σε πίνακα αναπληρωτών με βάση την πραγματική προϋπηρεσία του εκπαιδευτικού), η δε προϋπηρεσία και η εμπειρία συνιστούν τέτοια κριτήρια, η απόκτηση, όμως, της προϋπηρεσίας αυτής ανάγεται σε προσλήψεις αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίες δεν είχαν υπαχθεί στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής και, ενόψει και των σχετικών διάσπαρτων στη νομοθεσία διατάξεων, δεν προκύπτει ότι έχουν γίνει με αξιοκρατικές εγγυήσεις. Τα ανωτέρω ισχύουν και όσον αφορά στο διορισμό ως μόνιμων α) εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων και β) εκπαιδευτικών με εικοσιτετράμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίοι έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. (άρθρο 9 παρ. 8 και 9 του ν. 3848/2010). Η προϋπηρεσία, πάντως, αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού επιτρεπτώς, καταρχήν (πρβλ. ΣτΕ 3593-3595/2008 Ολομ.), λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να προσαυξηθεί η βαθμολογία σε διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. για το διορισμό σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών (άρθρο 1 παρ. 7 του ν. 2834/2000, Φ.Ε.Κ. Α΄ 160, και, ήδη, άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3848/2010), ενώ έχει λειτουργήσει ως κριτήριο για την εκ νέου πρόσληψη εκπαιδευτικών ως αναπληρωτών ή ωρομισθίων και την απόκτηση, ως εκ τούτου, περαιτέρω σχετικής προϋπηρεσίας κ.ο.κ.. Τέλος, όσον αφορά ειδικώς τους προαναφερθέντες εκπαιδευτικούς με εικοσιτετράμηνη πραγματική υπηρεσία, οι οποίοι έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., ανεπιτρέπτως αυτοί προτιμώνται, έναντι άλλων επιτυχόντων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., ως εκ της προϋπηρεσίας τους και της λήψης απλώς της βαθμολογικής βάσης στον ίδιο ή, πολύ περισσότερο, σε προηγούμενο διαγωνισμό, διότι ελλείπει η απαραίτητη σύγκριση μεταξύ των επιτυχόντων, η οποία θα επέτρεπε το διορισμό κάθε φορά των αξιότερων υποψηφίων (πρβλ. ΣτΕ 2396-2398/2004 Ολομ.). Συνεπώς, η ανωτέρω ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010, καθώς και οι ειδικότερες σχετικές ρυθμίσεις των παρ. 8 και 9 του ίδιου άρθρου, τυγχάνουν, κατά τα κριθέντα με την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντισυνταγματικές και, ως εκ τούτου, ανίσχυρες.

12. Επειδή, σε συνέχεια της ανωτέρω, 527/2015 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις 2491-2492/2015 αποφάσεις του Γ΄ Τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι και οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ και παρ. 4 του ν. 3255/2004, με τις οποίες προβλέφθηκε η κάλυψη κενών οργανικών θέσεων με διαδικασίες μη υπαγόμενες στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. (ήτοι σε ποσοστό 40% από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών και από τους αναπληρωτές που συμπλήρωσαν στις 30.06.2004 προϋπηρεσία τριάντα μηνών) είναι αντισυνταγματικές και ανίσχυρες, για τους ίδιους λόγους που είχαν κριθεί ως αντισυνταγματικές και οι, ταυτοσήμου περιεχομένου, διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και παρ. 8 του ν. 3848/2010. Ακολούθως, με την 2743/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Eπταμελούς Σύνθεσης) κρίθηκε - με ευθεία παραπομπή στην 527/2015 απόφαση της Ολομέλειας - ότι οι, έχουσες ταυτόσημο περιεχόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 8 και 9 του ν. 3848/2010 αλλά και τις αντίστοιχες του ν. 3255/2004, διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 του ν. 3687/2008 [«Θέματα προσωπικού Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 159)] δεν ήταν συνταγματικώς ανεκτές.

13. Επειδή, τέλος, στον ν.2362/1995 («Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις», Φ.Ε.Κ. Α’ 247) ορίζονται, στο άρθρο 90 ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. … 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της. 4. …», στο άρθρο 91 ότι: « Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. …», στο άρθρο 93 ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως … γ) Με την υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως … . δ) Με την επίδοση επιταγής για εκτέλεση, όπου αυτή επιτρέπεται. ε) Με την έκδοση τίτλου πληρωμής. … στ) Με την αναγνώριση της απαιτήσεως υπό του Δημοσίου με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών. …» και στο άρθρο 94 ότι: «… Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια.». Περαιτέρω, στον ν.4270/2014 [«Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις», Φ.Ε.Κ. Α’ 143], που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 183 παρ. 1 και παρ. 2γ’ του ίδιου νόμου, για απαιτήσεις που γεννώνται μετά την 1η.1.2015, ορίζεται, στο άρθρο 140 ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170), παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. … 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της. 4…», στο άρθρο 141 ότι: «Η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού. …», στο άρθρο 143 ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α. Με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β. Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης … γ. Με την υποβολή αίτησης προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαίτησης … . δ. Με την επίδοση επιταγής για εκτέλεση, όπου αυτή επιτρέπεται. ε. Με την έκδοση τίτλου πληρωμής. … στ. Με την αναγνώριση της απαίτησης από το Δημόσιο με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών…» και στο άρθρο 144 ότι: «… Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια.». Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι οποιασδήποτε φύσης μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων ή πάσης φύσης προσωπικού κατά του Ελληνικού Δημοσίου, είτε αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτών είτε στις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου, είτε για αγωγή αποζημίωσης κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξαιτίας παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας οργάνων του Δημοσίου, ως προϋπόθεσης για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, υπόκεινται σε διετή παραγραφή, η οποία εκκινεί από τη γένεση της κάθε αξίωσης και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου οι εν λόγω αξιώσεις γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη (πρβλ. ΑΕΔ 32/2008, ΣτΕ1499/2021, 390/2019, 1065/2017, 1084/2016 7μ., 1174/2014 7μ.). Συναφώς, στο άρθρο 42 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 3528/2007 (Φ.Ε.Κ. Α’ 26) Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. ορίζεται ότι: «Ο μισθός προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζεται διαφορετικά ο χρόνος καταβολής του μισθού», ενώ στο άρθρο 15 της 2/37345/0004/4.6.2010 (Φ.Ε.Κ. Β’ 784) κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και Οικονομικών ορίζεται ότι: «Οι αποδοχές των υπαλλήλων που μισθοδοτούνται με τη διαδικασία της παρούσας απόφασης καταβάλλονται στις 27 και 13 εκάστου μηνός…». Τέλος, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου διακόπτεται μόνο με τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο αυτό τρόπους (βλ. ΣτΕ 520/2024, 1531/2023).

14. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων, εκπαιδευτικός του κλάδου ΠΕ17.02 Μηχανολόγων, συμμετείχε στον διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. έτους 2008, δυνάμει της../2008 προκήρυξης που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. .../15.10.2008. Με την εν λόγω προκήρυξη προκηρύχθηκε η διεξαγωγή διαγωνισμού, προκειμένου να καταρτιστούν πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών λειτουργών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για τα σχολικά έτη 2009-2010 και 2010-2011. Ειδικότερα, προκηρύχθηκαν, μεταξύ άλλων, και 63 θέσεις του κλάδου ΠΕ 17.02. Οι θέσεις αυτές αντιστοιχούσαν στο, κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. αα΄ του ν. 3255/2004, ποσοστό 60% του συνόλου των προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων του οικείου κλάδου, ο δε αριθμός τους καθορίστηκε για την ως άνω διετία με την υπ΄αριθμ. 109363/Δ2/25.08.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1738/28.08.2008), αφού λήφθηκε υπόψη και εγκρίθηκε η προκαλούμενη δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό. Ο ενάγων εγγράφηκε στους πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. ΠΕ17.02 Μηχανολόγων με σειρά κατάταξης … από τους 50 που κρίθηκαν τελικά διοριστέοι στον ίδιο κλάδο (βλ. τον σχετικό πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., ΦΕΚ .../18.12.2009). Ακολούθως, με το ΦΕΚ.../22.12.2009 διορίστηκαν για το σχολικό έτος 2009-2010 32 εκπαιδευτικοί από τον πίνακα διοριστέων Α.Σ.Ε.Π. της κατηγορίας του ενάγοντος, στους οποίους, όμως, δεν περιλαμβανόταν ο ενάγων. Εξάλλου, ο ενάγων δεν υπέβαλε αίτηση- δήλωση προτίμησης για το σχολικό έτος 2009-2010, ενώ υπέβαλε αιτήσεις προτίμησης για τον διορισμό του κατά τα επόμενα σχολικά έτη. Εν τω μεταξύ, εκπαιδευτικοί εγγεγραμμένοι στους πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. έτους 2008, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο ενάγων, άσκησαν στις 21.09.2010 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αίτηση ακύρωσης, κατά των υπ΄αριθμ. ...../12.08.2010, ..../Δ1/20.08.2010 και ..../20.08.2010 Υπουργικών Αποφάσεων (ΦΕΚ.../2010), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. .../2016 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Τμήμα Η΄, Ακυρωτικός Σχηματισμός), με την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η παράλειψη διορισμού ορισμένων αιτούντων (ανάμεσα στους οποίους και ο ενάγων), κατά το σχολικό έτος 2010-2011, οφείλεται στην κάλυψη μέρους των καθορισθεισών για το έτος αυτό θέσεων των κλάδων τους, από εκπαιδευτικούς προερχόμενους από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών με πραγματική προϋπηρεσία, σε ποσοστό 40%, η οποία έγινε μη νομίμως, κατ’ εφαρμογή της αντισυνταγματικής διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010. Για τον λόγο αυτό, το Διοικητικό Εφετείο, με την τελευταία ως άνω απόφασή του, μεταξύ άλλων, ακύρωσε, την προσβαλλόμενη, ενώπιόν του, .../12.08.2010 Υ.Α., κατά το μέρος, μεταξύ άλλων, που αφορούσε στην, για τους ανωτέρω λόγους, παράλειψη διορισμού του αιτούντος, και ήδη ενάγοντος, κατά το προαναφερόμενο σχολικό έτος, και ανέπεμψε, περαιτέρω, την υπόθεση στη Διοίκηση, για να ενεργήσει τα νόμιμα, σύμφωνα με τα κριθέντα στην απόφαση αυτή και τη σειρά που κατείχαν οι αιτούντες στον πίνακα διοριστέων, σε συνδυασμό με τις δηλωθείσες προτιμήσεις. Περαιτέρω, ο ενάγων άσκησε, μαζί με άλλους, στις 15.10.2010 τη με αριθμό .../2010 αίτηση ακυρώσεως για την ακύρωση του πίνακα διοριστέων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για το σχολικό έτος 2010-2011, καθ’ ο μέρος δεν συμπεριελήφθησαν σε αυτόν οι αιτούντες, εκπαιδευτικοί, με την ιδιότητά των ως πολυτέκνων γονέων, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 3692/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται θέμα υποχρέωσης προκαθορισμού και γενικότερα ορισμού είτε από το νομοθέτη, είτε από τη Διοίκηση συγκεκριμένου ποσοστού, το οποίο θα καλύψουν οι υπαγόμενοι στην ειδική κατηγορία πολυτέκνων επί του συνόλου των θέσεων των διοριζομένων εκπαιδευτικών, ούτε ως εκ τούτου απαιτείται ειδική αιτιολογία. Επιπροσθέτως, άσκησε, μαζί με άλλους, στις 09.11.2012 τη με αριθμό .../2012 αίτηση ακυρώσεως για την ακύρωση της πρόσκλησης υποψηφίων εκπαιδευτικών του Υπουργείου Παιδείας για διορισμό σε κενές οργανικές θέσεις σχολείων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης κατά το σχολικό έτος 2012-2013, της πρόσκλησης υποψηφίων εκπαιδευτικών κλάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μόνο κατά το μέρος που αφορά ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς που εμπίπτουν στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3194/2003, της απόφασης του Υπουργείου Παιδείας για τη κατανομή των θέσεων για διορισμό το σχολικό έτος 2012-2013 εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης κατά κλάδο και ειδικότητα, και της παράλειψης της Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, να προβεί, κατά το σχολικό έτος 2012-2013 στο διορισμό τους. Η αίτηση απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 2468/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με το αιτιολογικό ότι κατά το κρίσιμο σχολικό έτος 2012-2013 δεν προκηρύχθηκαν θέσεις, ούτε πραγματοποιήθηκαν διορισμοί από τους κλάδους και τις ειδικότητες των αιτούντων εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και συνεπώς αυτοί στερούνται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ασκηθείσας αιτήσεως, καθόσον η παράλειψη διορισμού τους δεν συντελέστηκε με τον διορισμό άλλων εκπαιδευτικών του κλάδου και της ειδικότητάς τους κατ’ εφαρμογήν της ποσόστωσης 60%-40% του ενιαίου πίνακα αναπληρωτών ή από ειδικές κατηγορίες, κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 και 10 του Ν. 3848/2010, όπως αβάσιμα υποστηρίξαν οι ίδιοι και συνεπώς οι αιτούντες αυτοί δεν θα είχαν διορισθεί σε καμία περίπτωση κατά το εν λόγω έτος. Άλλωστε, κρίθηκε ότι η κάλυψη θέσεων εκπαιδευτικών από συγκεκριμένους κλάδους, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι κλάδοι των αιτούντων, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Π.Δ. 154/1996, από το οποίο καταλείπεται διακριτική ευχέρεια στη Διοίκηση να καθορίζει αυτή, ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες, τον αριθμό και τον τρόπο κατανομής των προς πλήρωση με διορισμούς θέσεων κατά κλάδους, ειδικότητες και κατηγορίες διοριζομένων ανάλογα με τη διάθεση και κατανομή των κρατικών πόρων. Τέλος, ο ενάγων άσκησε στις 14.12.2016 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μαζί με άλλους εκπαιδευτικούς αίτηση ακυρώσεως με αριθμό κατάθεσης 1838/2016, για την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ….2016 αρνητικής απάντησης της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στο …..2016 αίτημά τους περί αναδρομικού διορισμού τους από 18.08.2009, κατ’ επίκληση της 527/2015 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και περί αναγνώρισης χρόνου προϋπηρεσίας από 18.08.2009 μέχρι την ημερομηνία διορισμού, για την οποία, μετά την προδικαστική 731/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 1521/2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση απορρίφθηκε εκ του λόγου ότι υποχρέωση για τη Διοίκηση να επανεξετάσει την υπόθεση του διορισμού των εκπαιδευτικών από 18.08.2009, θα γεννάτο, εάν η αίτηση των ήδη αιτούντων για την επανεξέταση της εν λόγω υπόθεσης και την ανάκληση του οικείων αποφάσεων διορισμού εκπαιδευτικών κατά παράλειψη των αιτούντων, είχε υποβληθεί εντός ευλόγου χρόνου από τη δημοσίευση, στις 16.02.2015, της 527/2015 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντικείμενο της οποίας ήταν η συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1, 8 και 9 του Ν. 3848/2010 ως προς το διορισμό εκπαιδευτικών από τους αντίστοιχους πίνακες αναπληρωτών, καθώς και της εντεύθεν παράλειψης διορισμού εκπαιδευτικών από τους ισχύοντες πίνακες «διοριστέων» του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2008 και ως προς την οποία, ως εκ τούτου, συντρέχουν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις ταυτότητας διατάξεων και της ομοιότητας ατομικών διοικητικών πράξεων. Οι αιτούντες, όμως, κατά την ανωτέρω απόφαση, υπέβαλαν την εν λόγω αίτηση προς τη Διοίκηση την 01.08.2016, μετά παρέλευση 17 περίπου μηνών από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης. Το χρονικό, όμως, αυτό διάστημα, όπως έγινε δεκτό με την ως άνω απόφαση, δεν δύναται να κριθεί εύλογο, ενόψει του ευλόγου ενδιαφέροντος των αιτούντων, λαμβανομένης υπόψη και της ευρείας δημοσιότητας που έλαβε η δημοσίευση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων, δεδομένου ότι το κριθέν ζήτημα αφορούσε μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικών, καθώς και των λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που συνέτρεχαν εν προκειμένω και οι οποίοι συνίσταντο στην ανάγκη ολοκλήρωσης των κατ’ έτος διαδικασιών διορισμών από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας. Ως εκ τούτου, στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα κριθέντα με την ως άνω απόφαση, δεν γεννήθηκε υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάσει τα αιτήματα των ήδη αιτούντων εκπαιδευτικών για την ανάκληση των οικείων υπουργικών αποφάσεων διορισμού εκπαιδευτικών του κλάδου τους μη υπαγομένων στη διαδικασία Α.Σ.Ε.Π., καθώς και για τον αναδρομικό διορισμό τους από 18.08.2009. Συνεπώς, όπως κρίθηκε, δεν συνέτρεχε, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας όταν, εξάλλου, η έκδοση των μεταγενέστερων αποφάσεων 123/2016, 752/2016, 902/2016 και 186/2016 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο επιλήφθηκε σε εφαρμογή της 527/2015 απόφασης δεν μεταθέτει, σε κάθε περίπτωση, την αφετηρία για τον υπολογισμό του ευλόγου χρόνου εντός του οποίου δικαιολογείται η υποβολή του σχετικού αιτήματος, καθόσον για λόγους ασφάλειας δικαίου δεν είναι δυνατό να παρατείνεται η υποχρέωση της Διοίκησης να ανακαλεί παράνομες διοικητικές πράξεις μετά την πάροδο ευλόγου χρονικού διαστήματος από την έκδοσή τους. Σε συμμόρφωση με την προαναφερόμενη 902/2016 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../...2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με την οποία ο ενάγων διορίστηκε αναδρομικά από 23.08.2010, ως μόνιμος εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με διετή δοκιμαστική θητεία, με βαθμό Γ΄ και με το εισαγωγικό για κάθε κλάδο μισθολογικό κλιμάκιο, με περιοχή διορισμού τη Διεύθυνση ... με αριθμό βεβαίωσης στο μητρώο ανθρώπινου δυναμικού ….2016 (ΦΕΚ Γ΄ ….).

15. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, όπως αναπτύσσεται με τα νομίμως κατατεθέντα στις 13.02.2024 και 24.09.2025 υπομνήματα, ο ενάγων ισχυρίζεται κατ’ αρχάς ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπ. ββ΄ του ν.3255/2004 και του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, οι οποίες προβλέπουν την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων μονίμων εκπαιδευτικών σε ποσοστό 40% από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών, κατ' ανάλογο περιορισμό του αριθμού του θέσεων που καλύπτονται από επιτυχόντες του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., είναι ανίσχυρες ως αντίθετες με τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 118 παρ. 6 του Συντάγματος και στην αρχή της αξιοκρατίας και, ως εκ τούτου, είναι μη εφαρμοστέες. Ομοίως αντισυνταγματικές και ανίσχυρες τυγχάνουν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, και οι ειδικότερες διατάξεις των παρ. 8 και 9 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε ο διορισμός σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών: α) εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων και β) εκπαιδευτικών με εικοσιτετράμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίοι έχουν λάβει βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. Προς επίρρωση των ως άνω ισχυρισμών δε, ο ενάγων επικαλείται τις κρίσεις της 527/2015 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και των 2491-2492/2015 αποφάσεων του Γ΄ Τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η παράλειψη του Υπουργείου Παιδείας να προβεί στον διορισμό του κατά το σχολικό έτος 2009-2010 και, πάντως, το αργότερο έως την έναρξη του σχολικού έτους 2010-2011, σύμφωνα με τις προβλέψεις της προκήρυξης του επίδικου διαγωνισμού, ήταν παράνομη, ως αντιβαίνουσα στη συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων. Συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς του, εάν κατά τα σχολικά έτη 2009–2010 και 2010–2011, τα οποία αφορά ο επίδικος διαγωνισμός του 2008, δεν είχαν λάβει χώρα, κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω αντισυνταγματικών διατάξεων, διορισμοί εκπαιδευτικών από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών, καθώς και από τους πίνακες εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη και εικοσιτετράμηνη υπηρεσία, αυτός, ενόψει της σειράς κατάταξής του στους οικείους πίνακες διοριστέων (… θέση), θα είχε διοριστεί σε θέση του κλάδου του, κατά το σχολικό έτος 2009–2010 και, πάντως, το αργότερο έως την έναρξη του σχολικού έτους 2010–2011. Εξάλλου, ο ενάγων ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η Διοίκηση επέχει, και όσον αφορά την καταβολή αποδοχών, αυτοτελώς υποχρέωση προς συμμόρφωση με τις 123/2016, 186/2016, 752/2016, 902/2016 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι υπουργικές αποφάσεις των διορισμών εκπαιδευτικών κατά τα σχολικά έτη 2010-2011 και 2011-2012, κατά περίπτωση, κατά παράλειψη του ίδιου ως διοριστέου, αλλά και με την 527/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ και παρ. 4 του ν. 3255/2004 και 9 παρ. 1, 8 και 9 του Ν. 3848/2010, κατ’ εφαρμογή των οποίων κατά τα σχολικά αυτά έτη διορίσθηκαν μόνιμοι εκπαιδευτικοί εκτός του πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π.. Για τον λόγο αυτό αιτείται για την περιουσιακή ζημία που υπέστη από τη στέρηση των αποδοχών, που θα ελάμβανε εάν είχε διοριστεί κατά τα σχολικά έτη 2009–2010 ή, επικουρικώς, 2010–2011, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει ως αποζημίωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση το συνολικό ποσό των 142.762,62 ευρώ, άλλως, το ποσό των 124.264,82 ευρώ, που αντιστοιχεί στις συνολικές αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 01.09.2009 έως 31.10.2016, άλλως, από 01.09.2010 έως 31.10.2016 και, συγκεκριμένα: α) για τη χρονική περίοδο από 01.09.2009 έως και 31.08.2010, ήτοι για 12 μήνες, το ποσό των 18.497,80 ευρώ [1.458,15 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 985 ευρώ ο βασικός μηνιαίος μισθός + 100 ευρώ το κίνητρο απόδοσης + 288,14 ευρώ το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης + 85,01 ευρώ το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας) Χ 12 μισθούς = 17.497,80 ευρώ + 1000 ευρώ τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας = 18.497,80 ευρώ], β) για τη χρονική περίοδο από 01.09.2010 έως και 31.10.2011, ήτοι για 14 μήνες, το ποσό των 21.414,10 ευρώ [1.458,15 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 985 ευρώ ο βασικός μηνιαίος μισθός + 100 ευρώ το κίνητρο απόδοσης + 288,14 ευρώ το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης + 85,01 ευρώ το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας) Χ 14 μισθούς = 20.414,10 ευρώ+ 1000 ευρώ τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας = 21.414,10 ευρώ], γ) για τη χρονική περίοδο από 01.11.2011 έως και 31.10.2014, ήτοι για 36 μήνες, το ποσό των 61.276,60 ευρώ [1.674,35 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 1.201,20 ευρώ ο βασικός μηνιαίος μισθός + 100 ευρώ το κίνητρο απόδοσης + 288,14 ευρώ το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης + 85,01 ευρώ το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας) Χ 36 μισθούς = 60.276,60 ευρώ + 1000 ευρώ τα επιδόματα (δώρα) Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας για το έτος 2011-2012 = 61.276,60 ευρώ], δ) για τη χρονική περίοδο από 01.11.2014 έως και 31.08.2015, ήτοι για 10 μήνες, το ποσό των 16.734,50 ευρώ, ε) για τη χρονική περίοδο από 01.09.2015 έως και 31.12.2015, ήτοι για 4 μήνες, το ποσό των 7.418,12 ευρώ [1.854,53 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 1.381,38 ευρώ ο βασικός μηνιαίος μισθός + 100 ευρώ το κίνητρο απόδοσης + 288,14 ευρώ το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης + 85,01 ευρώ το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας) Χ 4 μισθούς = 7.418,12 ευρώ], και στ) για τη χρονική περίοδο από 01.01.2016 έως και 31.10.2016, ήτοι για 10 μήνες, το ποσό των 17.421,50 ευρώ [1.742,15 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 1.269 ευρώ ο βασικός μηνιαίος μισθός + 100 ευρώ το κίνητρο απόδοσης + 288,14 ευρώ το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης + 85,01 ευρώ το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας) Χ 10 μισθούς = 17.421,50 ευρώ]. Περαιτέρω, ως προς την παραγραφή των αξιώσεών του, ο ενάγων προβάλλει ότι αυτή έχει διακοπεί από 01.09.2009 έως 01.11.2014 με την κατάθεση αιτήσεων ακυρώσεως κατά των οικείων Υ.Α. διορισμών, ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι πενταετής. Επίσης, υποστηρίζει ότι ως αποτέλεσμα της παράνομης παράλειψης διορισμού του περιήλθε επί μακρόν σε προσωπικό και επαγγελματικό αδιέξοδο, καθώς ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 40-55 ετών και καλείται να αντιμετωπίσει πλήθος οικογενειακών και οικονομικών υποχρεώσεων, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη και για τον λόγο αυτό αιτείται να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ.

16. Επειδή, από την πλευρά του, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με τις υπ’ αριθμ. …2019 (επί της κοινής αρχικής αγωγής περισσότερων προσώπων μεταξύ των οποίων και ο ενάγων,) και …..2023 εκθέσεις απόψεών, καθώς και με το νομίμως κατατεθέν στις 06.02.2024 υπόμνημά του, ζητεί την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής ως αβάσιμης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας των κρίσιμων εν προκειμένω νομοθετικών διατάξεων, με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που επικαλείται ο ενάγων, δεν συνεπάγεται την υποχρέωση της Διοίκησης για τη διενέργεια αναδρομικών διορισμών από τα έτη 2009-2010, ούτε υποχρέωση της Διοίκησης περί ανάκλησης των υπουργικών αποφάσεων διορισμού κατά τα έτη 2009-2010 και 2010-2011. Περαιτέρω, προβάλλει ότι ο ενάγων, καίτοι είχε δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για να διοριστεί κατά τα κρίσιμα σχολικά έτη, δεν προβάλλει ούτε αποδεικνύει ότι είχε υποβάλει τέτοια αίτηση για το σχολικό έτος 2009-2010, κατόπιν των σχετικών προσκλήσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, επιδιώκοντας πράγματι το διορισμό του και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι η προβαλλόμενη στην αγωγή ζημία του έχει προέλθει από τη μη διάθεση, στον ίδιο, των θέσεων που παρανόμως καλύφθηκαν με αναπληρωτές εκπαιδευτικούς των λοιπών κατηγοριών (εκτός του ελέγχου του Α.Σ.Ε.Π.). Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος είναι στο σύνολό τους παραγεγραμμένες, καθώς οι επιζήμιες γι’ αυτόν συνέπειες επήλθαν στις 18.08.2009, ημερομηνία δημοσίευσης του ΦΕΚ της Υ.Α. από την οποία ο ενάγων παραλείφθηκε από διορισμό, δεδομένου και ότι δεν μεσολάβησε, μέχρι την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, καμία ενέργεια του ενάγοντος ικανή να διακόψει την παραγραφή τους. Επικουρικώς δε, υποστηρίζει ότι πρέπει να λάβει χώρα, κατ’ άρθρο 298 Α.Κ., συμψηφισμός των αποδοχών που θα ελάμβανε αν είχε διοριστεί κατά τα κρίσιμα σχολικά έτη με τις αποδοχές που ο ενάγων αποκόμισε από την απασχόλησή του ως μισθωτός, όπως αυτό προκύπτει από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος του, διότι, κατά τα προβαλλόμενα, η εν λόγω ωφέλεια τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ζημιογόνο παράλειψη διορισμού του ενάγοντος αφού, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επίδικη παρανομία και ο ενάγων είχε διορισθεί εξαρχής, δεν θα είχε αναζητήσει άλλη εργασία και, άρα, δεν θα είχε αποκομίσει τα εισοδήματα αυτά. Τέλος, ισχυρίζεται ότι τα επιμέρους αγωγικά κονδύλια παρίστανται αόριστα, ενώ τονίζει ότι δεν καταβλήθηκαν στον ενάγοντα αναδρομικές αποδοχές, κατόπιν του αναδρομικού διορισμού του από 23.08.2010, διότι οι αποδοχές αυτές συμψηφίστηκαν με τα εισοδήματά του από μισθωτές υπηρεσίες.

17. Επειδή, υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν, όπως ερμηνεύθηκαν, με την 10649/2024 προδικαστική απόφασή του, το Δικαστήριο έλαβε, καταρχάς, υπόψη ότι, σύμφωνα με τα κριθέντα με την 527/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και με τις 2491-2492/2015 και 2743/2017 (Επταμελούς Σύνθεσης) αποφάσεις αυτού, οι διορισμοί εκπαιδευτικών από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών, καθώς και από τους πίνακες εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη ή εικοσιτετράμηνη προϋπηρεσία, οι οποίοι συνεπάγονταν τη μη διάθεση των αντίστοιχων θέσεων προς πλήρωση στους επιτυχόντες και περιληφθέντες στους οριστικούς πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., ήταν μη νόμιμοι, ως στηριζόμενοι στις αντισυνταγματικές και, ως εκ τούτου, ανίσχυρες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ του ν. 3255/2004, του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 του ν. 3687/2008 και του άρθρου 9 παρ. 1, 8 και 9 του ν. 3848/2010. Για να συντρέξει, ωστόσο, όπως έκανε δεκτό, παράνομη παράλειψη διορισμού ορισμένου εκπαιδευτικού, επιτυχόντος διαγωνισμού Α.Σ.Ε.Π., σε μόνιμη θέση, απαιτείται ο μη διορισμός του να οφείλεται, συγκεκριμένα, στην κάλυψη μέρους των καθορισθεισών θέσεων με τους ανωτέρω, μη νόμιμους διορισμούς εκπαιδευτικών (πρβλ. ΔΕφΑθ 902, 752, 186/2016). Ειδικότερα, κατά τα κριθέντα από το Δικαστήριο, για να θεωρηθεί ως μη νόμιμη η παράλειψη διορισμού εκπαιδευτικού επιτυχόντος σε διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π., θα πρέπει οι ως άνω μη νόμιμοι διορισμοί να έχουν λάβει χώρα σε τέτοιο αριθμό, ώστε, εάν οι αντιστοιχούσες σ’ αυτούς θέσεις είχαν καλυφθεί μέσω διορισμού επιτυχόντων του Α.Σ.Ε.Π., ο συγκεκριμένος επιτυχών, βάσει της σειράς κατάταξής του στον οικείο πίνακα επιτυχόντων του Α.Σ.Ε.Π., να καλείτο να διοριστεί. Στην ένδικη υπόθεση, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι κατά το σχολικό έτος 2009-2010 διορίστηκαν από τον κλάδο ΠΕ17.02 – Μηχανολόγων, 32 εκπαιδευτικοί από τον ισχύοντα πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., 3 εκπαιδευτικοί κατά το σχολικό έτος 2010-2011, 3 εκπαιδευτικοί κατά το σχολικό έτος 2011-2012 και 4 εκπαιδευτικοί κατά το σχολικό έτος 2014-2015, ενώ ο ίδιος ο ενάγων έφερε την θέση …. στο πίνακα διοριστέων. Περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης διορισμού του ενάγοντος ήδη από τις 01.09.2009, προκύπτει ότι έχουν διοριστεί κατά τα ανωτέρω σχολικά έτη, με σειρά προτεραιότητας οι 1ος, 2ο, 3ος, 4η, 6ος, 7ος,8ος,, 9ος, 10ος,11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20η, 22ος, 23ος, 24ος, 25ος, 26η, 27η, 28ος, 29η, 30ος, 32ος, 33ος, 34ος, 35ος, 37η, 38ος, 39ος, 40ος, 41ος, 42ος, 43ος, 44ος, 47ος, και 48ος από τον πίνακα διοριστέων, κατά παράκαμψη του ενάγοντος (με σειρά ….), χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η αιτία αυτού. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο έκρινε αναγκαίο, προκειμένου να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να διατάξει, σύμφωνα με τα άρθρα 151, 152 και 155 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., τη συμπλήρωση των στοιχείων της δικογραφίας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο υποχρέωσε να προσκομισθούν, εντός προθεσμίας 60 ημερών από την επίδοση, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (Τμήμα 19ο): α) από τον ενάγοντα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει εάν ο, κατά παράκαμψη της σειράς του, μη διορισμός του κατά τα ανωτέρω σχολικά έτη οφείλεται στην επικαλούμενη από αυτόν παρανομία, ήτοι λόγω της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ και παρ. 4 του Ν. 3255/2004, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1, 8 και 9 του Ν. 3848/2010 και β) από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στοιχεία, από τα οποία να προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους κατά τα ανωτέρω σχολικά έτη ο ενάγων δεν διορίστηκε, κατά παράκαμψη της σειράς προτεραιότητας των διορισθέντων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π..

18. Επειδή, σε εκτέλεση της 10649/2024 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, ο ενάγων, μεταξύ άλλων, προσκόμισε: α) την υπ’αριθμ. ….2010 αίτηση- δήλωση του για ένταξη στους πίνακες γονέων άνω των τριών τέκνων (που είναι ανήλικα ή σπουδάζουν ή υπηρετούν στρατιωτική θητεία έως 30.06.2010), β) την υπ’αριθμ. …..2010 αίτηση- δήλωση προτίμησης περιοχών για μόνιμο διορισμό του κατά το σχολικό έτος 2010-2011 από τον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., γ) την υπ’αριθμ. …..2010 αίτηση- δήλωση προτίμησης περιοχών για μόνιμο διορισμό του κατά το σχολικό έτος 2010-2011 από τον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., δ) την υπ’αριθμ. ….2011 αίτηση- δήλωση προτίμησης περιοχών για μόνιμο διορισμό του κατά το σχολικό έτος 2011-2012 από τον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., ε) την από 26.08.2012 αίτηση- δήλωση προτίμησης περιοχών για μόνιμο διορισμό του κατά το σχολικό έτος 2012-2013 και στ) την υπ’αριθμ. …..2014 αίτηση- δήλωση προτίμησης περιοχών για μόνιμο διορισμό του κατά το σχολικό έτος 2013-2014 από τον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. . Εξάλλου, από την πλευρά του, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, προσκόμισε την υπ’αριθμ. …..2016 αίτηση- δήλωση προτίμησης περιοχών για μόνιμο διορισμό του από τον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., την οποία υπέβαλε ο ενάγων.

19. Επειδή, εξάλλου, με το από 24.09.2025 υπόμνημα που κατέθεσε στο πλαίσιο της νέας συζήτησης της υπόθεσης κατά την παρούσα δικάσιμο, ο ενάγων προβάλλει ότι η προσκόμιση των αιτήσεων διορισμού δεν είναι κρίσιμη για την απόδειξη της ζημίας, την οποία έχει υποστεί, διότι αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την έκδοση των αντισυνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 και του άρθρου 9 του ν. 3848/2009. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται ότι οι αιτήσεις διορισμού αφορούσαν μόνο τις θέσεις που αντιστοιχούσαν στον πίνακα διοριστέων (60%) και για τις οποίες κλήθηκε να εκδηλώσει συμμετοχή, και όχι για τις θέσεις οι οποίες δόθηκαν κατ’ εφαρμογή των ως άνω αντισυνταγματικών διατάξεων. Περαιτέρω, ο ενάγων τονίζει ότι κατά το σχολικό έτος 2009-2010, διορίστηκαν συνολικά 73 εκπαιδευτικοί, εκ των οποίων οι 32 προέρχονταν από τον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. , ενώ ο ίδιος, έχοντας σειρά κατάταξης …, μετά βεβαιότητας, κατά τους ισχυρισμούς του, θα είχε διοριστεί σε θέση μόνιμου εκπαιδευτικού κατά το έτος αυτό. Εξάλλου, ακόμα και εάν θεωρηθεί ότι λόγω της μη υποβολής αίτησης προτίμησης για το ως άνω σχολικό έτος θα αποκλείονταν από το διορισμό, αυτός θα είχε διοριστεί κατά τα σχολικά έτη 2010-2011 έως και 2014-2015, για τα οποία υπέβαλλε τις αντίστοιχες αιτήσεις, καθώς κατά τα έτη αυτά πραγματοποιήθηκαν επιπλέον 43 διορισμοί. Τέλος, ο ενάγων προβάλλει ότι ο αναδρομικός διορισμός του από 23.08.2010 σε θέση μόνιμου εκπαιδευτικού στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, με την υπ’ αριθμ. .../...2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, η οποία εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την 902/2016 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν οδήγησε σε πλήρη αποκατάστασή του, καθώς δεν του έχουν καταβληθεί οι αναδρομικές αποδοχές και, συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή διατηρεί το αντικείμενό της. Ειδικότερα, τονίζει ότι το εναγόμενο, συνυπολογίζοντας στα ποσά που δικαιούταν να λάβει τις αποδοχές που ο ίδιος έλαβε από μισθωτές υπηρεσίες, δεν προέβη σε καμία καταβολή των αναδρομικών αποδοχών, όπως τούτο επιβεβαιώνεται με το από 06.02.2024 υπόμνημα του εναγομένου. Ωστόσο, ο ενάγων προβάλλει ότι με την υπ’αριθμ. 1241/2023 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επαναπροσδιορίσθηκαν τα όρια του συνυπολογισμού κέρδους- ζημίας και κρίθηκε ότι δεν χωρεί πλέον συνυπολογισμός στην αποζημίωση των αποδοχών που έλαβε ο διοικούμενος από άλλη εργασία κατά τον χρόνο του παράνομου αποκλεισμού του από συγκεκριμένη δημόσια θέση, πλην της περίπτωσης της εξαιρετικής ομοιότητας των θέσεων αυτών, η οποία εξετάζεται όχι απλώς ως ομοιότητα καθηκόντων, αλλά και θέσης εργασίας εν γένει, ενώ ο ίδιος απασχολήθηκε ως μισθωτός σε ιδιωτική εταιρεία, θέση που διαφοροποιείται εκ των καθηκόντων της από αυτή του μονίμου εκπαιδευτικού στη δημόσια εκπαίδευση. Το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την υπ’αριθμ. ...2024 έκθεση απόψεών του, αναφέρει ότι ο ενάγων διορίστηκε αναδρομικά από 23.08.2010 και, συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή είναι άνευ αντικειμένου. Σε κάθε περίπτωση, τονίζει ότι ο ενάγων για το σχολικό έτος 2009-2010 δεν είχε υποβάλλει αίτηση- δήλωση προτίμησης για το διορισμό του, κατόπιν της υπ’αριθμ. 153286/Δ2/10.12.2009 εγκυκλίου- πρόσκλησης για μόνιμο διορισμό, παρά το γεγονός ότι είχε καταταγεί στην … σειρά του πίνακα διοριστέων. Κατά συνέπεια, ο μη διορισμός του ενάγοντος κατά το έτος 2009-2010 οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα.

20. Επειδή, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, κατ’ αρχάς, ότι η παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στο διορισμό των περιληφθέντων στους οικείους πίνακες διοριστέων σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών εντός των τασσόμενων από τη σχετική προκήρυξη προθεσμιών, δεν αντίκειται στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι η παράταση του χρόνου διορισμού των εγγεγραμμένων στους πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του διαγωνισμού του έτους 2008 πέραν του σχολικού έτους 2010–2011, καθώς και ο σταδιακός διορισμός τους, βάσει των εκπαιδευτικών αναγκών και των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας, σε επόμενα σχολικά έτη και σε χρόνο που δεν υπερβαίνει τον εύλογο από τη διενέργεια του διαγωνισμού δικαιολογείται ενόψει των νομοθετικών μεταβολών που επακολούθησαν του ένδικου διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. [βλ. ΣτΕ 1175/2014 7., ν. 3833/2010 (Α΄ 40), και ιδίως το άρθρο 11 του εν λόγω νόμου και την επ’ αυτού αιτιολογική έκθεση], καθώς και ενόψει της οξείας δημοσιονομικής κρίσης της χώρας (πρβλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ., ΔΕφΑθ 902, 186/2016).

21. Επειδή, όπως έχει κριθεί με τις προαναφερόμενες 527/2015 (Ολομέλειας) και 2491, 2492/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι διορισμοί εκπαιδευτικών από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών, από τον πίνακα εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη ή με εικοσιτετράμηνη προϋπηρεσία σε κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών και η μη διάθεση των θέσεων αυτών προς πλήρωση από τους εγγεγραμμένους στους οριστικούς πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. ήταν μη νόμιμοι, ως στηριζόμενοι στις ανίσχυρες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ και παρ. 4 του ν. 3255/2004 ή στις ανίσχυρες διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1, 8 και 9 του ν. 3848/2010. Ωστόσο, για να υπάρχει παράνομη παράλειψη διορισμού ορισμένου εκπαιδευτικού, επιτυχόντος του προαναφερθέντος διαγωνισμού Α.Σ.Ε.Π., απαιτείται ο μη διορισμός του να οφείλεται, όχι μόνο στον περιορισμό του αριθμού των προσλήψεων του ιδίου κλάδου, αλλά και στην κάλυψη μέρους των καθορισθεισών θέσεων με τους ανωτέρω μη νόμιμους διορισμούς εκπαιδευτικών (πρβλ. ΔΕφΑθ 186, 752, 902/2016). Ειδικότερα, για να θεωρηθεί ως μη νόμιμη η παράλειψη διορισμού εκπαιδευτικού που περιλήφθηκε στον οριστικό πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. απαιτείται να έχουν λάβει χώρα οι ως άνω μη νόμιμοι διορισμοί, σε τέτοιο αριθμό, ώστε, εάν θέσεις του αριθμού αυτού είχαν καλυφθεί μέσω του διορισμού εκπαιδευτικών από τον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., ο συγκεκριμένος επιτυχών, ενόψει της θέσης κατάταξής του στον σχετικό πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., να καλείτο να διοριστεί. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, από τον κλάδο ΠΕ17.02 του ενάγοντος, διορίστηκαν κατά το σχολικό έτος 2009–2010, συνολικά 32 εκπαιδευτικοί από τον ισχύοντα πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., ενώ ο ίδιος, αν και έφερε την θέση … στον ως άνω πίνακα διοριστέων, και συνεπώς βρισκόταν μεταξύ όσων θα διορίζονταν, δεν υπέβαλε αίτηση- δήλωση προτίμησης για το διορισμό του κατά το έτος αυτό, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον ίδιο. Συνεπώς, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, η παράλειψη διορισμού του ενάγοντος για το σχολικό έτος 2009-2010 δεν οφείλεται στον περιορισμό του συνολικού αριθμού διορισμών στον κλάδο του, αλλά ούτε και στην κάλυψη μέρους των καθορισθεισών θέσεων από εκπαιδευτικούς προερχόμενους από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών με πραγματική προϋπηρεσία, σε ποσοστό 40%, από εκπαιδευτικούς του πίνακα τριακονταμήνου, καθώς και από άλλους εκπαιδευτικούς εκτός πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., κατ’ εφαρμογή των αντισυνταγματικών, όπως προαναφέρθηκε, διατάξεων των ν. 3255/2004 και 3848/2010. Τούτων δοθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προβαλλόμενη στην αγωγή ζημία του ενάγοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αποδιδόμενη από τον ίδιο στα όργανα του εναγομένου παρανομία, ήτοι τη μη διάθεση, στον ίδιο, των θέσεων που παρανόμως καλύφθηκαν με αναπληρωτές εκπαιδευτικούς των λοιπών κατηγοριών (εκτός του ελέγχου του Α.Σ.Ε.Π.) και, συνεπώς, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά το μέρος που αφορά την παράλειψη διορισμού του ενάγοντος για το σχολικό έτος 2009-2010. Ωστόσο, για το σχολικό έτος 2010-2011, η παράλειψη διορισμού του ενάγοντος, που περιλήφθηκε στον οριστικό πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2008 του κλάδου ΠΕ17.02 Μηχανολόγων με σειρά κατάταξης …, οφείλεται όχι μόνον στον περιορισμό του συνολικού αριθμού διορισμών στον κλάδο του, αλλά και στην κάλυψη μέρους των καθορισθεισών θέσεων, από εκπαιδευτικούς προερχόμενους από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών με πραγματική προϋπηρεσία, σε ποσοστό 40%, από εκπαιδευτικούς του πίνακα τριακονταμήνου, καθώς και από άλλους εκπαιδευτικούς εκτός πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., κατ’ εφαρμογή των αντισυνταγματικών, όπως προαναφέρθηκε, παραπάνω διατάξεων των ν. 3255/2004 και 3848/2010, όπως, άλλωστε, κρίθηκε με την υπ’αριθμ. 902/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, από τον κλάδο ΠΕ17.02 του ενάγοντος, κατά το σχολικό έτος 2009-2010 διορίστηκαν 32 εκπαιδευτικοί από τον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., 21 εκπαιδευτικοί από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών, 10 εκπαιδευτικοί από τον πίνακα εκπαιδευτικών τριακονταμήνου, και άλλοι 10 εκπαιδευτικοί από πίνακα εκτός αυτού των διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., ενώ κατά το σχολικό έτος 2010-2011 διορίστηκαν 3 εκπαιδευτικοί από τον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., 2 εκπαιδευτικοί από τον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών και 1 εκπαιδευτικός από τον πίνακα εκπαιδευτικών Ειδικών Κατηγοριών Α΄. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά τα δύο παραπάνω σχολικά έτη, διορίστηκαν 35 εκπαιδευτικοί από τον πίνακα διοριστέων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. του κλάδου ΠΕ17.02, ενώ μη νομίμως διατέθηκαν 43 θέσεις (10+21+10+2) σε εκπαιδευτικούς περιληφθέντες σε άλλους πίνακες. Συνεπώς, με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει των συνολικά διορισθέντων 78 (35+43) εκπαιδευτικών, κατά τα σχολικά έτη 2009-2010 και 2010-2011, ο ενάγων, βάσει της σειράς κατάταξής του (….), έπρεπε να διοριστεί κατά το σχολικό έτος 2010-2011, για το οποίο υπέβαλλε και σχετική αίτηση- δήλωση προτίμησης. Ως εκ τούτου, από την ως άνω παράνομη παράλειψη διορισμού του υπέστη, κατ’ αρχήν, περιουσιακή ζημία ίση με το σύνολο των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων που καταβάλλονται παγίως και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στους τελούντες σε ενεργό υπηρεσία που θα είχε εισπράξει, εάν δεν είχε παραλειφθεί κατά τους διορισμούς του εν λόγω σχολικού έτους. Εξάλλου, ο αναδρομικός διορισμός του ενάγοντος στη δημόσια εκπαίδευση από τις 23.08.2010 δεν αίρει την ευθύνη του εναγομένου, ούτε επιφέρει διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην παράνομη παράλειψη διορισμού του και στην επελθούσα σε αυτόν ζημία, καθώς ο αναδρομικός αυτός διορισμός δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και την καταβολή από το εναγόμενο στον ενάγοντα των αποδοχών που αντιστοιχούν στο επίδικο χρονικό διάστημα και αξιώνει με την αγωγή του, ενώ όπως προβάλλει ο ενάγων και δεν αμφισβητεί ο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν έχουν καταβληθεί στον ενάγοντα αναδρομικές αποδοχές, λόγω του συμψηφισμού που διενήργησε η Διοίκηση με τα εισοδήματά του από μισθωτές υπηρεσίες κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.

22. Επειδή, περαιτέρω, ενόψει και των διατάξεων που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στη πέμπτη σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στο πλαίσιο του προσδιορισμού της πραγματικής εκτάσεως της αποθετικής ζημίας του ενάγοντος (κατά τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 105 του ΕισΝΑΚ και 298 του ΑΚ), η ωφέλεια την οποία αποκόμισε από την εργασία του από άλλη πηγή, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν είναι συμψηφιστέα με την οφειλόμενη σε αυτόν αποζημίωση. Ο δε ως άνω συμψηφισμός δεν χωρεί, προεχόντως, διότι η απασχόληση του ενάγοντος έλαβε χώρα στα πλαίσια διαφορετικού νομικού καθεστώτος συγκριτικά με εκείνο της θέσης μόνιμα διορισμένου εκπαιδευτικού και ενόψει της αυτόνομης ανάληψης βιοποριστικής δράσης και δεν συνδέεται αιτιωδώς προς το ζημιογόνο γεγονός της παρανομίας της Διοίκησης. Σε κάθε δε περίπτωση το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι τα καθήκοντα τα οποία ο ενάγων άσκησε κατά το διάστημα που βρέθηκε εκτός υπηρεσίας ταυτίζονται ή έστω ομοιάζουν ουσιωδώς από άποψης πραγματικών συνθηκών απασχόλησης με τα καθήκοντα τα οποία αυτός θα ασκούσε, αν δεν είχε παραλειφθεί ο διορισμός του ένεκα των παράνομων ενεργειών του εναγομένου (βλ. ΣτΕ 694/2024, 651/2024, 1241, 1244/2023 7μ, ΔΕφΑθ 412/2025, 565/2025, 595/2024). Συνεπώς, ο συμψηφισμός ζημίας και οφέλους του ενάγοντος δεν χωρεί εν προκειμένω, ελλείψει αιτιώδους συνδέσμου του ανωτέρω οφέλους προς την παρανομία της Διοίκησης.

23. Επειδή, κατά τα γενόμενα δεκτά στη δέκατη τρίτη σκέψη της παρούσας, τόσο οι αξιώσεις του ενάγοντος, οι οποίες αφορούν σε αποζημίωση για μισθολογικές αποδοχές που έπρεπε να του καταβληθούν από το Ελληνικό Δημόσιο σε περίπτωση που αυτό δεν είχε παραλείψει παράνομα το διορισμό του σε θέση μονίμου εκπαιδευτικού, όσο και η αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που απορρέει από την ίδια αδικοπρακτική συμπεριφορά, υπόκεινται αμφότερες στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν 2362/1995 και 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, η οποία αρχίζει την 1η και την 16η ημέρα κάθε αντίστοιχου μήνα, και μετά τη θέση σε εφαρμογή της υπ΄αριθμ. 2/37345/0004/4.6.2010 Κ.Υ.Α., την 27η και 13η ημέρα εκάστου μήνα, οπότε και θα έπρεπε να του καταβληθούν από το εναγόμενο τα σχετικά ποσά αποδοχών εφόσον είχε λάβει χώρα διορισμός του (άρθρο 42 του ν. 3528/2007 και άρθρο 15 της 2/37345/0004/4.6.2010 Κ.Υ.Α., σε συνδυασμό με το άρθρο 90 παρ. 3 του Κ.Δ.Λ.) ως προς τις κατά μήνα αποδοχές του επίδικου ευρύτερου χρονικού διαστήματος. Επιπλέον τούτων, ενόψει του ότι η κρινόμενη αγωγή ασκείται κατά χωρισμό του αρχικού δικογράφου της με ημερομηνία κατάθεσης 18.11.2016 (Α.Κ. 8057/2016) αγωγής, που διατάχθηκε με την 16377/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως χρονολογία άσκησής της θεωρείται, κατ΄ άρθρο 122 παρ. 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σε συνδυασμό με το άρθρο 115 παρ. 5 του ίδιου Κώδικα (η οποία παράγραφος έφερε αρχικά την αρίθμηση 4 και αναριθμήθηκε σε 5 με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2944/2001, ΦΕΚ Α΄ 222), ο χρόνος άσκησης και επίδοσης του αρχικού δικογράφου της αγωγής, στις 18.11.2016 (βλ. αντίγραφο της …..2016 έκθεσης επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ….). Εν προκειμένω, oι αξιώσεις του ενάγοντος, χρονικού διαστήματος από 01.09.2010 έως 31.10.2016 για απολεσθείσες αποδοχές, καθώς και των απαιτήσεών του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα, δεν υπέπεσαν σε παραγραφή, καθόσον η εν λόγω παραγραφή διακόπηκε με την υποβολή εκ μέρους του της ασκηθείσας στις 21.09.2010 αίτησης ακύρωσης κατά της παράλειψης του εναγόμενου να τον διορίσει κατά το σχολικό έτος 2010-2011, επί της οποίας δημοσιεύθηκε, στις 29.06.2016, η υπ’ αριθμ. 902/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ως μη νόμιμη η διάθεση κατά το σχολικό έτος 2010-2011 των καθορισθεισών θέσεων υπέρ των ως άνω εκπαιδευτικών (αναπληρωτών από τον ενιαίο πίνακα και με 24μηνη ή 30μηνη υπηρεσία), απ’ όπου και απέρρευσε η ζημία του και δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο επίδοσης (του αρχικού δικογράφου) της αγωγής (πρβλ. ΔΕφΑθ 1238/2023). Τούτο, διότι κατά την έννοια του άρθρου 93 περ. α του Ν. 2362/1995 και 143 περ. α΄ του Ν 4270/2014, η παραγραφή αξίωσης αποζημίωσης κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά, της διοικητικής πράξης ή παράλειψης, της οποίας η παρανομία αποτελεί τη βάση της σχετικής αποζημιωτικής αξίωσης (βλ. ΣτΕ 2070/2020, 4402/2015, 1287/2013, 2152/2010 7μ. κ.ά.) αρχόμενης νέας ισόχρονης παραγραφής με την περάτωση της σχετικής δίκης (πρβλ. ΣτΕ 2317/2013, 4402/2015, 1287/2013, 411/2010), καθώς και όταν το δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο, επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αγωγικής αξίωσης ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση (βλ. ΣτΕ 2317/2013, 295/2011, 4034/2010).

24. Επειδή, τέλος, ως προς το ύψος των αιτούμενων κονδυλίων του χρονικού διαστήματος από 01.09.2010 έως 31.10.2016, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας το ύψος των αποδοχών που θα ελάμβανε ο ενάγων, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, εάν είχε πράγματι αναλάβει υπηρεσία, ως μόνιμος εκπαιδευτικός, κατά το σχολικό έτος 2010-2011. Για το λόγο δε αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο υπολογισμός των αποδοχών που δικαιούται ο ενάγων για το ανωτέρω χρονικό διάστημα απαιτεί από τη φύση του τη διενέργεια πολύπλοκων αριθμητικών υπολογισμών, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, προκειμένου να σχηματίσει ασφαλή κρίση για την ένδικη διαφορά και, συγκεκριμένα, για το ακριβές ύψος της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 151, 152 και 155 του Κ.Δ.Δ. και να διατάξει τη συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου, σύμφωνα με όσα, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.

25. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατά το μέρος που αφορά στις αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 01.09.2009 έως 31.08.2010, ενώ πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης κατά το μέρος που αφορά στις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 01.09.2010 έως 31.10.2016, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος που αφορά στις αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 01.9.2009 έως 31.08.2010 ως αβάσιμη.

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης κατά τα λοιπά.

Υποχρεώνει τον ενάγοντα να προσκομίσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου (Τμήμα 19ο Τριμελές), εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την επίδοση της παρούσας απόφασης σε αυτόν, υπηρεσιακές βεβαιώσεις από τις οποίες να προκύπτουν, κατά μήνα και συνολικώς, τα ποσά των ακαθάριστων και καθαρών αποδοχών που θα ελάμβανε για το χρονικό διάστημα από 01.09.2010 έως 31.10.2016, εάν είχε εξ αρχής αναλάβει υπηρεσία ως μόνιμος εκπαιδευτικός του κλάδου ΠΕ17.02 Μηχανολόγων κατά το σχολικό έτος 2010-2011, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσης επιδομάτων τα οποία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα καταβάλλονταν παγίως και σε τακτά χρονικά διαστήματα στους εν ενεργεία εκπαιδευτικούς. Τις εν λόγω υπηρεσιακές βεβαιώσεις υποχρεούται το Ελληνικό Δημόσιο να χορηγήσει στον ενάγοντα, με την επίδειξη αντιγράφου της παρούσας απόφασης.

Παρέχει, παράλληλα, τη δυνατότητα στο εναγόμενο να προσκομίσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, εντός της ίδιας προθεσμίας (90 ημερών από την επίδοση αντιγράφου της παρούσας απόφασης σε αυτό), τα ίδια ως άνω στοιχεία.

Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, η υπόθεση θα εισαχθεί αρμοδίως προς συζήτηση σε νέα δικάσιμο, στην οποία θα κλητευθούν, με την επιμέλεια της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου, οι διάδικοι προκειμένου να παρασταθούν.

Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε εξ αποστάσεως με τη χρήση τεχνολογικών μέσων (κατ’ άρθρο 36 του Ν. 4745/2020, ΦΕΚ Α’ 214) στις 10.11.2025 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 29.01.2026

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ  Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

ΜΑΡΙΑ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑΚΗ ΓΙΟΛΕΝ ΕΛΕΝ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΛΑΠΠΑ

 

Ακριβές αντίγραφο

Αθήνα………………………..

 

Η Προϊσταμένη του 19ου τμήματος