ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΡΙΘΜΟΣ 679/2026

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Θεοδώρα Σακελλαρίου, Πρόεδρο Εφετών, Αλεξάνδρα Λιόλιου, Δέσποινα Σχοινοποιού — Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Ξανθίππη Μουράτη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 17 Οκτωβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, κατοίκου … (ΑΦΜ …), που παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Δακούρα (Α.Μ.Δ.Σ….), ο οποίος κατέθεσε δήλωση, κατ’ άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ. και προκατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ..., κατοίκου … (ΑΦΜ ...), η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αθανασίου Ζιώγα (….), ο οποίος κατέθεσε δήλωση, κατ’ άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ. και προκατέθεσε προτάσεις.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ... ..., με την από 20-7- 2021 αγωγή της, με αρ. κατάθεσης δικογράφου .../2021, απευθυνόμενη προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ζητεί να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Το ανωτέρω δικαστήριο, δικάζοντας κατ'αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε, αρχικά, τη με αρ. .../2022, μη οριστική απόφασή του, διά της οποίας διέταξε τον χωρισμό της ανωτέρω αγωγής, καθ’ ο μέρος αυτή αφορά στην επικαλούμενη από την ενάγουσα προσβολή της προσωπικότητάς της από τον εναγόμενο, δια του περιεχομένου των ένδικων αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προκειμένου να επισπευσθεί η συζήτησή της, από τον επιμελέστερο των διαδίκων, κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία και, καθ’ ο μέρος αυτή αφορά στην επικαλούμενη από την ενάγουσα προσβολή της προσωπικότητάς της, λόγω εξύβρισης, δυσφήμησης, απειλής και παραβίασης του απορρήτου της αλληλογραφίας, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, λόγω μη επίκλησης και προσκόμισης από την ενάγουσα του πρακτικού υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης (άρθρ. 6 παρ. 1 N. 4640/2019). Ακολούθως, η ενάγουσα επανέφερε προς συζήτηση την ανωτέρω αγωγή με την από 22-12-2022 κλήση της, με αρ. κατάθεσης δικ. .../2022, εκδοθείσας, μετά ταύτα, της με αρ. 9075/2024 οριστικής απόφασης του ανωτέρω δικαστηρίου, δικάζοντος κατ'αντιμωλία των διαδίκων, η οποία δέχθηκε, εν μέρει, ως βάσιμη κατ'ουσίαν, την ως άνω αγωγή. Την οριστική αυτή απόφαση προσβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ... ..., με την από 7.10.2024 και με αρ. κατ. …2025 έφεσή του, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αρ. κατ. … 2024, ζητώντας να γίνει δεκτή, για τους λόγους, που αναφέρονται σ’ αυτήν.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αρ. …/2024 οριστικής αποφάσεως (άρθρο 513 παρ. 1 β ΚΠολΔ.) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε εμπροθέσμως (άρθρα 499, 518 ΚΠολΔ.) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις προ πάσης επιδόσεως, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα ούτε οι ίδιοι οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση δε αυτής (5-7-2024) μέχρι την άσκηση της κρινόμενης έφεσης (22-10-2024) δεν έχει παρέλθει διετία (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1 β, 516, 517, 518 παρ. 2 και 520 ΚΠολΔ.). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρα 511, 513 § 1, 516 § 1, 517 και 520 § 1 ΚΠολΔ.) και να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ.), κατά το μέρος, που μεταβιβάζεται η υπόθεση στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 522 ΚΠολΔ.), καθόσον για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο, από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ., παράβολο, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου.

Με την από 20-5-2020 αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι σχεδιάστρια μόδας και διατηρεί ατομική επιχείρηση στη ….. Ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με τον εναγόμενο, η οποία έληξε, με δική της πρωτοβουλία, τον Δεκέμβριο του έτους 2019. Ότι, εξαιτίας του τερματισμού της προσωπικής τους σχέσης, ο τελευταίος δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «facebook» και «instagram», χρησιμοποιώντας ξένους λογαριασμούς, αναρτήσεις και απέστειλε στο προσωπικό της e-mail και στο προσωπικό κινητό της, μηνύματα, με περιεχόμενο συκοφαντικό και εξυβριστικό για την ίδια, έχει παραβιάσει προσωπικά της δεδομένα, έχει απειλήσει την ίδια και τον αναφερόμενο σύντροφό της, ενώ, παράλληλα, παρακολουθεί τις κινήσεις της, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι από την προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, που πραγματώνει την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ποινικών αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης, της εξύβρισης, της απειλής και της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών, συνιστά δε και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ζητεί: α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παραλείπει τη μελλοντική και απειλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς της και ειδικότερα να απέχει από κάθε πράξη εξύβρισης, βίας, δυσφήμησης συκοφαντικής δυσφήμησης, απειλής, προσβολής προσωπικών δεδομένων, παραβίασης της ιδιωτικής ... και οικιακής ειρήνης, καθώς και καταδίωξης σε βάρος της και σε βάρος συγγενικών, φιλικών και οικείων προσώπων β) να παύσει να παρενοχλεί την ίδια και τον κοινωνικό της περίγυρο, καθώς και να παύσει την, μ« οιονδήποτε τρόπο, επικοινωνία γ) να του απαγορευθεί να προσεγγίζει σ« απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων την ενάγουσα, τη μητέρα της, την οικία και τον τόπο εργασίας της και να απειληθεί κατ' αυτού, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης, που θα εκδοθεί, χρηματική ποινή, ποσού 1.000,00 ευρώ, για κάθε νέα παραβίαση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί, καθώς και προσωπική κράτηση διάρκειας έξι (6) μηνών δ) να υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 25.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και ε) να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας κατ'αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε, αρχικά, τη με αρ. .../2022, μη οριστική απόφασή του, διά της οποίας διέταξε τον χωρισμό της ανωτέρω ο αγωγής, καθ’ ο μέρος αυτή αφορά στην επικαλούμενη από την ενάγουσα προσβολή της προσωπικότητάς της από τον εναγόμενο, δια του περιεχομένου των ένδικων αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προκειμένου να επισπευσθεί η συζήτησή της, από τον επιμελέστερο των διαδίκων, κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία και, καθ’ ο μέρος αυτή αφορά στην επικαλούμενη από την ενάγουσα προσβολή της προσωπικότητάς της, λόγω εξύβρισης, δυσφήμησης, απειλής και παραβίασης του απορρήτου της αλληλογραφίας, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, λόγω μη επίκλησης και προσκόμισης από την ενάγουσα πρακτικού υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Ακολούθως, η ενάγουσα επανέφερε προς συζήτηση την ανωτέρω αγωγή της με την από 22-12-2022, κλήση της, με αρ. κατάθεσης δικ. .../2022, προσκομίζοντας το πρακτικό υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης (άρθρ. 6 παρ. 1 N. 4640/2019) εκδοθείσας, μετά ταύτα, της εκκαλούμενης, με αρ. 9075/2024 οριστικής απόφασης του ανωτέρω δικαστηρίου, δικάζοντος κατ'αντιμωλία των διαδίκων, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα, ειδικότερα, σε αυτήν, ακολούθως, δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή, ως βάσιμη κατ'ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο εναγόμενος, για τους λόγους, που αναφέρει στην ένδικη έφεσή του, οι οποίοι ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί καθ'ολοκληρίαν η αγωγή και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στα δικαστικά του έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ. συνάγεται ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α) την άρση της προσβολής β) την παράλειψή της στο μέλλον γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ.) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για τη θεμελίωση αξίωσης προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου, απαιτείται να συντρέχουν: α) προσβολή της προσωπικότητας β) η προσβολή να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είναι μικρότερης σπουδαιότητας ή ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική γ) να είναι υπαίτια, να οφείλεται δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ.) δ) να επήλθε ηθική βλάβη του προσβληθέντος και ε) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της επελθούσας ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 2/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η προσωπικότητα αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή tod επαγγέλματος του (ΑΠ 1211/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε εκδήλωσή της (πνευματική, σωματική, υγεία, ελευθερία, τιμή κ.λ.π.). Έτσι, η απόδοση σ£ κάποιον πράξεων, που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα πλαίσια της προστασίας της προσωπικότητας, τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητας του στη ..., δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο κατοχυρωμένο από τη διάταξη αυτή και προστατευόμενο ατομικό δικαίωμα της προσωπικότητας, περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ., θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή (ΑΠ 855/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, κατά το άρθρο 932 ΑΚ. σε συνδυασμό με το άρθρο 299 ΑΚ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δικανική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και της κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ. και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.) και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης. Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17- 4-2001 Ψήφισμα της Z' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: "οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται, είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη, που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε, έτσι, ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο και προηγουμένως, αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία, περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο, για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με τη ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται, έτσι, η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης, που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της, ως βασικής εγγύησης, για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια, που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πόσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης, σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση, δηλαδή, του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 9/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συγκεκριμένα, το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγοντας ως νομικό κανόνα την «αρχή της αναλογικότητας», επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε (ΟλΑΠ 43/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, όμως, συγχρόνως, δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει τον σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης (ΟλΑΠ 9/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 925/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, οι προσωπικές σχέσεις των μερών (ηλικία, φύλο κλπ.), η συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την αδικοπραξία κλπ. (ΑΠ 132/2006, ΑΠ 1143/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, στην αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία ο ενάγων υπέστη από τη μείωση της προσωπικότητάς του, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμός της με αυτήν, καθώς και ότι ο προσβολών τελούσε σε υπαιτιότητα. Ειδικότεροι, όμως, προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου κλπ., αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος) είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες). Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται για αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1445/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην περίπτωση που πρόκειται, από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που νομίμως και εμπροθέσμως προσκομίζουν και επικαλούνται με τις έγγραφες προτάσεις τους οι διάδικοι, τα οποία χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339, 395 σε συνδ. με 591 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ.), μερικά εκ των οποίων αναφέρονται, ειδικότερα, στη συνέχεια, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία και χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα προσκομισθέντα και επικαλούμενα από την ενάγουσα-εφεσίβλητη, σε έντυπη μορφή, αποτυπωμένα γραπτά μηνύματα αποστολής (sms), μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e- mails) και μηνύματα μέσω της εφαρμογής κοινωνικής δικτύωσης «viber», τα οποία έχουν ανταλλαχθεί μεταξύ των διαδίκων, των οποίων οι ίδιοι είναι αποστολείς και λήπτες, αντίστοιχα και λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, καθόσον δεν συνιστούν απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, διότι ακόμη και χωρίς την τήρηση της διαδικασίας άρσης απορρήτου, που προβλέπεται στο Π.Δ. 47/2005, τα γραπτά μηνύματα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να αντιμετωπιστούν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας από απόσταση, ενώ η μετάβαση από τη διαδικασία της επιστολής στην αποστολή του «sms» και του «email», έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας, με συνέπεια να μην προσβάλλονται τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου, όταν προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντίδικους και συνάμα συνομιλούντες μέσω γραπτών μηνυμάτων, στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης και τα οποία δεν παραβιάζουν το απόρρητο, καθώς υπάρχει η συναίνεση αποτύπωσης και αποθήκευσης γραπτών μηνυμάτων στη συσκευή τους, εν γνώσει του αποστολέα τους, παραδοχή η οποία οδηγεί στην προστασία του συνταγματικού δικαιώματος της παροχής δικαστικής προστασίας, καθώς και στο δικαιοπολιτικά ορθό αποτέλεσμα της απόδειξης της πραγματικότητας και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, αντιθέτως, οι κάτωθι προσκομιζόμενες από την ενάγουσα συνομιλίες, ήτοι: 1) από 01-01-2020 συνομιλία του εναγομένου με τη …. 2) από 27-01-2020 συνομιλία του εναγόμενου με την ... και 3) από 24-04- 2021 συνομιλία του εναγομένου με την …, στις οποίες δεν είναι συνομιλητής η ίδια η ενάγουσα αλλά έτερα τρίτα πρόσωπα, κρίνονται παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτό, καθώς με την επίκληση και προσκόμιση γραπτών μηνυμάτων τρίτων προσώπων παραβιάζεται το απόρρητο της επικοινωνίας, αφού ο τυχόν τρίτος αποστολέας του γραπτού μηνύματος αποστέλλει σε συγκεκριμένο άτομο-παραλήπτη το γραπτό του μήνυμα και γνωρίζει ότι μένει αποθηκευμένο στη δική του συσκευή και δεν γνωρίζει ούτε επιθυμεί (άρα δεν συναινεί) να χρησιμοποιείται και να είναι ορατό από άλλο άτομο, διαφορετικό από αυτό του επιθυμητού παραλήπτη του ούτε στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται περί των μοναδικών αποδεικτικών μέσων της ενάγουσας προς απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών (ΟλΑΠ 1/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ. 1 εδ. γ, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ.), από την υπ’ αρ. …. ένορκη βεβαίωση του ..., που ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …. και από την υπ’ αρ. …. ένορκη βεβαίωση της …., η οποία ελήφθη ενώπιον του συμβολαιογράφου ... …., τις οποίες νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η ενάγουσα-εφεσίβλητη (βλ. υπ’ αρ. …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, …., με συνημμένη σε αυτήν την από 14-09-2021 εξώδικη δήλωση με πρόσκληση προς εμφάνιση για τον χρόνο και τόπο λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς και γνωστοποίηση των μαρτύρων που θα εξεταστούν), από τις υπ’ αρ. ….. ένορκες βεβαιώσεις των …. και της Ε. και ...., αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …. και από την υπ’ αρ…. ένορκη βεβαίωση της …., η οποία ελήφθη ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., τις οποίες νομίμως μετ’ επικλήσεως με τις έγγραφες προτάσεις του προσκομίζει ο εναγόμενος-εκκαλών (βλ. υπ’ αρ. …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, με συνημμένη σε αυτήν την από 22-11- 2021 εξώδικη δήλωση με πρόσκληση προς εμφάνιση για τον χρόνο και τόπο λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς και γνωστοποίηση των μαρτύρων που θα εξεταστούν και από την υπ' αρ. …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …., με συνημμένη σε αυτήν την από 14-03-2023 εξώδικη δήλωση με πρόσκληση προς εμφάνιση για τον χρόνο και τόπο λήψης της ένορκης βεβαίωσης, καθώς και γνωστοποίηση της μάρτυρα που θα εξεταστεί), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι διατηρούσαν ερωτικό δεσμό από το έτος 2014 μέχρι τα τέλη του έτους 2019, οπότε η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, μετά την επιστροφή τους από ταξίδι που πραγματοποίησαν (από κοινού), κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2019, στο Παρίσι, ζήτησε από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα την οριστική διακοπή της σχέσης τους. Την διακοπή του ερωτικού τους δεσμού, όπως αποδεικνύεται από το σύνολο των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από την ενάγουσα μηνυμάτων, που απέστειλε σε αυτήν ο εναγόμενος, είτε με μορφή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) είτε μέσω της εφαρμογής viber, δεν αποδέχτηκε ο τελευταίος, ο οποίος, άλλοτε με πιο έντονο και άλλοτε με πιο συναισθηματικό ύφος, επιδίωκε τη συνέχιση της μεταξύ τους επικοινωνίας και εκδήλωνε το ενδιαφέρον του προς την ενάγουσα ακόμη και μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2020. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, στις 21-01-2020, απέστειλε στην ενάγουσα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), με το οποίο την εξύβρισε με τη φράση «...βόδι ε βόδι...», ενώ», ακολούθως, στις 31-01-2020, της απέστειλε εκ νέου μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), με το εξής, επί λέξει, περιεχόμενο: «...Ή θα έρθεις να εξηγηθούμε μια και καλή και να μου μιλήσεις. Διαφορετικά και εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω αλήθεια...», με το οποίο προκάλεσε στην ενάγουσα τρόμο και ανησυχία, καθώς δεν επρόκειτο για μεμονωμένη κίνηση αλλά εντασσόταν στο πλαίσιο γενικότερης προσπάθειας του εναγόμενου να κάμψει την επιθυμία της ενάγουσας για πλήρη διακοπή της προσωπικής τους σχέσης. Περαιτέρω, στις 03-04-2021, της απέστειλε γραπτό μήνυμα (sms) με το ακόλουθο περιεχόμενο: «...Ό,τι μου χεις κάνει εύχομαι να σου κάνουν μόνο αυτό...», ομοίως δε και στις 30 Απριλίου 2021 της απέστειλε μήνυμα με το εξής περιεχόμενο: «...Ξεφτιλισμένη εντελώς». Ο εναγόμενος δεν αρνείται την αποστολή των ανωτέρω μηνυμάτων και ισχυρίζεται, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς του, ότι έσφαλε η εκκαλουμένη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον διέλαθε της προσοχής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αμέριστη αγάπη του προς την ενάγουσα, η οποία εξακολούθησε και μετά το τέλος της ερωτικής τους σχέσης, συνεπώς, το κίνητρο έκαστης προσπάθειας επικοινωνίας του με την τελευταία, μετά το τέλος της σχέσης τους και η εκ μέρους του διατύπωση ή άλλοτε εκδήλωση κάποιων ενδεχομένως απρεπών σχολίων ή μηνυμάτων αγανάκτησης, οφείλονται στην δικαιολογημένη αγανάκτησή του μετά την αποκάλυψη της σχέσης της εναγόμενης με τον ... ..., χωρίς ουδεμία πρόθεση εκ μέρους του να θίξει την τιμή και την υπόληψη της εναγομένης ή να προσβάλει την προσωπικότητά της. Ωστόσο, το γεγονός ότι επί ένα περίπου έτος, μετά την διακοπή της ερωτικής σχέσης των διαδίκων, ο εναγόμενος παρενοχλούσε επίμονα και με ιδιαίτερη ένταση την ενάγουσα, ποικιλοτρόπως, με βάση τα προαναφερόμενα μηνύματα, προκάλεσε προσβολή στην προσωπικότητά της, μειώνοντας την ως άτομο και θίγοντας την τιμή και την αξιοπρέπεια της. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, αμέσως μετά τον χωρισμό του με την ενάγουσα, μη δυνάμενος να αποδεχτεί τον χωρισμό τους, προσέγγιζε τους οικείους της, επεμβαίνοντας κατά τρόπο παράνομο στην προσωπική της ... και δυσφημώντας αυτήν σε ευρύτερο κύκλο προσώπων. Ειδικότερα, τον Ιανουάριο του έτους 2020, ο εναγόμενος σε τηλεφωνική κλήση, που πραγματοποίησε με τη μητέρα της ενάγουσας, εξαπέλυσε σε βάρος της τελευταίας μειωτικές της τιμής και της υπόληψής της εκφράσεις, ενώ πραγματοποίησε και έτερες επαναλαμβανόμενες, προς τη μητέρα της, κλήσεις με όμοιο περιεχόμενο, εμφορούμενος από αισθήματα οργής και αγανάκτησης, όπως αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή της η μητέρα της ενάγουσας ... ..., παράλληλα δε, περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2020, συνάντησε τον πατέρα του νυν συντρόφου της ενάγουσας, ... ... και ισχυρίστηκε ψευδώς, αναφορικά με την ενάγουσα: «...με ποια έχει μπλέξει ο γιος σας, είναι μια κλέφτρα...», όπως καταθέτει, μετά σαφούς λόγου γνώσεως, ο μάρτυρας της ενάγουσας ... .... Λεκτέον δε, εν προκειμένω, ότι για την αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει, απορριπτομένων, μετά ταύτα, ως αβάσιμων, των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου, που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, καθόσον, η μεν πρώτη μάρτυρας καταθέτει για γεγονότα, που έλαβαν χώρα παρουσία της, ο δε δεύτερος μάρτυρας αναφέρει όσα του μεταφέρθηκαν από τον πατέρα του, ο οποίος υπήρξε αποδέκτης των κακόβουλων σχολίων του εναγομένου. Επιπλέον, ο εναγόμενος, τον Ιανουάριο του έτους 2021, ήτοι έναν χρόνο μετά τη λήξη του ερωτικού τους δεσμού, άνοιξε και διάβασε κλειστή επιστολή της ενάγουσας, η οποία είχε αποσταλεί σε αυτήν από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία … Τράπεζα της Ελλάδος, στην παλαιά διεύθυνση της κατοικίας της, αποστέλλοντας στην ενάγουσα σχετική φωτογραφία του περιεχομένου του εγγράφου, μέσω της εφαρμογής κοινωνικής δικτύωσης «viber», απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού του εναγόμενου ότι η κίνησή του αυτή, περί ανοίγματος της ως άνω επιστολής, έγινε εκ παραδρομής, ως κάτι εξαιρετικά σύνηθες εντός της διάρκειας της σχέσης τους, δεδομένου ότι το ένδικο περιστατικό έλαβε χώρα ένα (1) και πλέον έτος μετά τη διακοπή της σχέσης τους και αφότου η ενάγουσα του είχε γνωστοποιήσει ποικιλοτρόπως τη βούλησή της η λήξη της σχέση τους να είναι οριστική και μόνιμη. Έτι, περαιτέρω, καθ’ όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, ήτοι από τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2019 έως και τον μήνα Μάιο του έτους 2021, πλέον των ανωτέρω αναφερόμενων εξυβριστικών μηνυμάτων, ο εναγόμενος επεδίωκε τη διαρκή επαφή και επικοινωνία με την ενάγουσα, με τη χρήση τηλεπικοινωνιακών και ηλεκτρονικών μέσων, αποστέλλοντάς της συστηματικά πληθώρα μηνυμάτων, δια των οποίων δεν εξαπέλυε με υβριστικούς προς αυτή χαρακτηρισμούς, αλλά εξέφραζε την αγάπη του προς αυτήν, τον πόνο και την απόρριψη, που αισθάνεται από τον χωρισμό τους και το πόσο τη στήριξε καθ’ όλη τη διάρκεια του ερωτικού τους δεσμού, παρά τη σταθερά εκπεφρασμένη προς τούτο αντίθετη βούληση της ενάγουσας, παρενοχλώντας τη συστηματικά. Πρέπει να σημειωθεί ότι στα προαναφερθέντα μηνύματα, που ο εναγόμενος απέστειλε στην ενάγουσα, εμπεριέχονται ισχυρισμοί περί οφειλής προς αυτόν από την ενάγουσα ποσού είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.00,00 €), καθώς και ποσού εννέα χιλιάδων ευρώ (9.000,00 €), το οποίο διατραπεζικά κατέθεσε στην ενάγουσα σε λογαριασμούς, που η τελευταία διατηρεί στις τράπεζες ... και ... (βλ. προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα από 21-1-2020 και 29-01-2020 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails). Πλην, όμως, με νεότερα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία στη συνέχεια απέστειλε στην ενάγουσα, ανέφερε ότι δεν επιθυμεί την επιστροφή των ανωτέρω χρηματικών ποσών (βλ. προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα από 05-02-2020, 20- 02-2020, 22-02-2020 και 21-03-2020 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), ωστόσο, ακολούθως, επέδωσε σε βάρος της ενάγουσας τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ: …./2020 αγωγή του περί απόδοσης των ως άνω ποσών, από την οποία, εν συνεχεία, παραιτήθηκε (βλ. προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα από 27-07-2020 δήλωση παραίτησης από δικόγραφο), αποστέλλοντας σχετικά στην ενάγουσα, μέσω της εφαρμογής του μέσου κοινωνικής δικτύωσης «viber», γραπτό μήνυμα με το εξής επί λέξει περιεχόμενο: «...και η αγωγή ήταν να 'ρθεις και να μιλήσουμε..» (βλ. από 05-11-2020 μήνυμα μέσω της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης «viber»). Ωστόσο, ακολούθως, ο εναγόμενος αντιλαμβανόμενος πως, παρόλες τις ποικιλοτρόπως εκφρασθείσες πιέσεις και εκκλήσεις του, η ενάγουσα δεν επρόκειτο να διαφοροποιήσει την απόφασή της, ως προς τη λήξη της ερωτικής τους σχέσης, δεδομένου ότι είχε ήδη συνάψει ερωτική σχέση με τον ... ..., προχώρησε εκ νέου, στη διεκδίκηση των απαιτήσεών του σε βάρος της, ασκώντας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ:.../2021 αγωγή, με αντικείμενο αξιώσεις από συμβάσεις δανείου, συνολικού ποσού είκοσι έξι χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα ευρώ (26.580,00 €). Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη, αντιμωλία των διαδίκων, η με αρ. 14530/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του εναγομένου και υποχρέωσε την ενάγουσα να καταβάλει σ’ αυτόν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €), νομιμοτόκως από 03-07-2021 μέχρι την πλήρη εξόφληση, ποσό το οποίο, κατά τις παραδοχές της ως άνω απόφασης, της είχε δανείσει το έτος 2019, για το δε υπόλοιπο αιτούμενο με το ως άνω αγωγικό δικόγραφο ποσό, έγινε δεκτό ότι οι γενόμενες καταβολές πραγματοποιήθηκαν ένεκα δωρεάς. Η ανωτέρω απόφαση επικυρώθηκε με την υπ'αρ. .../2023 αμετάκλητη, πλέον, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, με βάση την ως άνω απόφαση, ο εναγόμενος επέβαλε συντηρητική κατάσχεση εις χείρας των κάτωθι ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, ήτοι της Τράπεζας ..., της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας ..., για το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων διακοσίων ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (22.200,68 €), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα, από 15-12-2022 δήλωση επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης. Εξάλλου, ο εναγόμενος, δυνάμει της υπ’ αρ. ..../2024 προσκομιζόμενης και επικαλούμενης από την ενάγουσα απόφασης του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας δεν προκύπτει να έχει ασκηθεί έφεση εκ μέρους του εναγομένου, κηρύχθηκε ένοχος, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της εξύβρισης μέσω διαδικτύου και σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής κατ’ εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι στην Θεσσαλονίκη 1) στις 24.04.2021, πρόσβαλε την τιμή της ενάγουσας με λόγο, μέσω διαδικτύου και συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, απέστειλε μήνυμα στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης (Instagram) από ψεύτικο προφίλ με την ονομασία «...» προς τη φίλη της εγκαλούσας ..., … ..., απευθύνοντας στο πρόσωπο της ανωτέρω εγκαλούσας τις εξυβριστικές φράσεις: «...ΤΕΤΟΙΑ ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΕΙΝΑΙ. ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΑΣΧΟΛΗΘΗΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΤΣΑΒΟΥΡΑ...», εκφράσεις δηλαδή που κατά την κοινή αντίληψη ενέχουν αμφισβήτηση της κοινωνικής και προσωπικής αξιοπρέπειας της εγκαλούσας και 2) α) στις 31.01.2020, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απέστειλε στην ενάγουσα μήνυμα, με το εξής περιεχόμενο: «Ή θα έρθεις να εξηγηθούμε μια και καλή να μου μιλήσεις. Διαφορετικά και εγώ δε ξέρω τι θα κάνω αλήθεια» β) τον Ιανουάριο του έτους 2020, τηλεφώνησε στη μητέρα της ανωτέρω εγκαλούσας, και της είπε τα εξής: «Θα κάνω την κόρη σας να εξαφανιστεί από την Ελλάδα, θα της καταστρέφω τη ..., της εύχομαι ό,τι χειρότερο, εύχομαι το παιδί της να πάθει κάτι άσχημο» γ) την 01.05.2021, απέστειλε στην ενάγουσα μήνυμα στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης (viber), αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Χαιρετισμούς στη μαμά σου... προχώρησα και εγώ. Η σύντροφος μου είναι έγκυος. Απλά στο λέω» και δ) στις 21.06.2021, επιδιώκοντας διαρκή επαφή με την ενάγουσα, προέβη σε αναπάντητη κλήση από σταθερό τηλέφωνο των ... στο κινητό της τηλέφωνο. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η προεκτεθείσα συμπεριφορά του εναγομένου ήταν παράνομη και προσβλητική της προσωπικότητας της ενάγουσας και δη των ειδικότερων εκφάνσεων της τιμής και της υπόληψής της ως ατόμου και της δημιούργησε προβλήματα στην προσωπική και κοινωνική της ..., αφού ο εναγόμενος την εξέθεσε ενώπιον του κοινωνικού της περίγυρου, με υπαινιγμούς για την τιμή και την ηθική της ακεραιότητα και τη φόρτισε ψυχολογικά, προκαλώντας της άγχος και στρες, για την αντιμετώπιση των οποίων πραγματοποιεί συμβουλευτικές συνεδρίες (βλ. προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της ψυχολόγου …), αφού για χρονικό διάστημα περί το ενάμιση έτος από τον χωρισμό τους δεν μπορούσε να αποδεχτεί αυτόν και της απέστειλε συστηματικά μηνύματα, ορισμένα εκ των οποίων με εξυβριστικό περιεχόμενο, τη δυσφήμησε σε τρίτα πρόσωπα και παραβίασε το απόρρητο των εγγράφων της, ενώ οι παραπάνω ισχυρισμοί και ενέργειες του εναγομένου προσέβαλαν την προσωπικότητα της ενάγουσας, σε βαθμό μη ανεκτό και εξωτερικεύτηκαν με τον τρόπο, που προαναφέρθηκε, με σκοπό να πλήξουν την προσωπικότητα της ενάγουσας. Ενισχυτικές της ανωτέρω κρίσεως είναι και οι καταθέσεις των εχόντων ιδίαν αντίληψη μαρτύρων αποδείξεως, ενώ οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, που περιλαμβάνονται στις ένορκες βεβαιώσεις τους, δεν κρίνονται αξιόπιστες, διότι αυτοί, εξεταζόμενοι περιέπεσαν σε αρκετές λογικές αντιφάσεις και δεν κατέθεσαν με σαφήνεια οτιδήποτε, που να αναιρεί την ανωτέρω κρίση. Κατ’ ακολουθίαν όλων των προαναφερόμενων, συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις ευθύνης, για ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αφενός, λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας από πλευράς του εναγομένου και, αφετέρου, λόγω τελεσθείσης αδικοπραξίας εκ μέρους του με την παραβίαση των άρθρων 333, 361, 363 και 370 ПК., καθόσον από την αξιολόγηση του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι η συμπεριφορά του τελευταίου ήταν παράνομη και υπαίτια, ως πληρούσα την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αδικημάτων. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων ως αβάσιμων των ισχυρισμών, που προβλήθηκαν από τον εκκαλούντα-εναγόμενο, ως και των αντίστοιχων πρώτου και δεύτερου εκ των λόγων της κρινόμενης έφεσής του, περί πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με τον τρίτο λόγο της εφέσεως, εξάλλου, αποδίδεται πλημμέλεια στην εκκαλουμένη ότι εσφαλμένως δέχθηκε πως, συνεπεία της αποδειχθείσας αδικοπραξίας του εναγομένου που τελέσθηκε σε βάρος της ενάγουσας, προκλήθηκε στο πρόσωπό της ηθική βλάβη και προσδιόρισε αυτή στο επιδικασθέν ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ, το οποίο είναι υπερβολικό, μη ανταποκρινόμενο στη βαρύτητα των προσβολών της τιμής της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός της έφεσης του εναγομένου, που άπτεται των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, ελήφθησαν υπόψη όλα τα προσδιοριστικά, εκ του νόμου, του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, κριτήρια, σε συνδυασμό με τη γενική αρχή του κράτους δικαίου περί μη παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί, κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, ελήφθησαν υπόψη για τον εν λόγω προσδιορισμό, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, ο βαθμός υπαιτιότητας του, η βαρύτητα και οι συνθήκες της προσβολής, καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, όπως αναλυτικά συνάγονται από τις ορθές αιτιολογίες της εκκαλουμένης, για τα κρίσιμα πραγματικά ζητήματα κατάφασης της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου. Τέλος, το επιδικασθέν στην ενάγουσα ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ, χωρίς την επιδίκαση τόκων, καθόσον στην υπό κρίση αγωγή δεν υπάρχει σχετικό αίτημα, αποτελεί εύλογη και ανάλογη της ηθικής βλάβης της ενάγουσας χρηματική ικανοποίηση, ενόψει των προαναφερθέντων κριτηρίων και του μέρους της αγωγής, που έγινε δεκτό και ως κατ'ουσία βάσιμο. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή, έπρεπε να γίνει δεκτή, εν μέρει και ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.

Κατόπιν αυτών η εκκαλουμένη, δεχόμενη ως αποδεδειγμένα τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα και, ακολούθως, εν μέρει την αγωγή, ως κατ' ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ, ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη, που αυτή υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε τον νόμο και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων των όσων αντιθέτων με την έφεση προβάλλονται, ως κατ' ουσία αβασίμων, καθώς και της εφέσεως στο σύνολό της, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς διερεύνηση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της ανωτέρω εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ.), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό και να καταδικαστεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, όπως ζητείται (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.)

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την από 7-10-2024 (αρ. εκθ. Κατ.δικ. .../21-3-2025) έφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά αυτήν και την ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ στην ουσία της.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού, ύψους εξακοσίων (600,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 16 Ιανουάριου 2026, με την ως άνω σύνθεση και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στις … Απριλίου 2026 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου στο ακροατήριο του, στη Θεσσαλονίκη, με την ακόλουθη σύνθεση: Αλεξάνδρα Λιόλιου, ως Προεδρεύουσα Εφέτη, Δέσποινα Σχοινοποιού-Εισηγήτρια και Ουρανία Ευαγγελίου, Εφέτες, λόγω απουσίας, με αναρρωτική άδεια, της Προέδρου Εφετών Θεοδώρας Σακελλαρίου, με την παρουσία της Γραμματέως, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΕΦΕΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ