Αριθμός απόφασης 6771/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Παναγιώτη Τζιούβα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίσθηκε με κλήρωση.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2026, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής με την επωνυμία «Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας» (ΑΠΑ), που εδρεύει στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών «Ελ. Βενιζέλος» … στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …., η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά των πληρεξουσίων του ΝΣΚ Χαράλαμπου Τσόγκα και Γεωργίας Διαμαντοπούλου.
ΤΩΝ ΚΑΘΏΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ …», που εδρεύει στο …. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ …», που εδρεύει … Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Κ. του …. κατοίκου … Αττικής (,….), με ΑΦΜ …., 4) Δ. του …., κατοίκου … Αττικής (οδός ….), με ΑΦΜ …. 5) σωματείου με την επωνυμία: «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ …, που εδρεύει στην …Αττικής (……) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …, 6) Ε. του …., κατοίκου …. Αττικής (……), με ΑΦΜ …………..,...) Α. του …, κατοίκου … Αττικής (οδός…..), με ΑΦΜ……, οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο οι τρίτος (3ος), έκτη (6η), εικοστή (20η), εικοστή τρίτη (23η), τριακοστή πρώτη (31η), τριακοστή δεύτερη (32η), τριακοστή όγδοη (38η) και τεσσαρακοστός έκτος (46ος) μετά, οι δε λοιποί διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Απόστολου Παπακωνσταντίνου, πλην της εικοστής όγδοης (28ης), η οποία εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 9-9-2026 αίτησή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../……./2026, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εκφωνήθηκε από το έκθεμα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί αυτοί, όπως τους εξειδίκευσαν περαιτέρω στα έγγραφα σημειώματα τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ….18-9-2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία προσκομίζει η αιτούσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, στο οποίο υπήρχε καταχωρημένη πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εικοστή όγδοη (28η) καθ’ ης η αίτηση Α. Ωστόσο, η εικοστή όγδοη (28η) καθ’ ης η αίτηση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο έκθεμα, δεν παραστάθηκε νομότυπα στο Δικαστήριο, καθώς δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως είναι απαραίτητο και σε δίκες ασφαλιστικών μέτρων, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε στον ΚΠολΔ ο Ν. 4335/2015. Επομένως, η εικοστή όγδοη (28η) καθ’ ης η αίτηση, η οποία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς συζήτηση της υπόθεσης και δεν παραστάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να ερευνηθεί περαιτέρω η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (βλ. Μαρτίνο/Σβύνο, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδοση 2022, άρθρο 686, αριθ. 6, σελ. 41, Δ. Κράνη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ2, έκδοση 2020, άρθρο 690, αριθ. 3, σελ. 71-72).
II.1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ: «Το δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, έως τη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, έχει δικαίωμα, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφασή του, εφόσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή της». Η μεταβολή των συνθηκών υπό την έννοια του ως άνω II άρθρου, αποτελεί λόγο κάμψης του δεδικασμένου και αναλόγως δικαιολογεί είτε αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα είτε νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, όταν η αρχική απόφαση είναι απορριπτική (ΜΠρΑθ 1547/2025, ΜΠρΡοδ 377/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, «Ερμηνεία Κώδικα Πολ. Δικονομίας», έκδοση 2000, τόμος Η, άρθρο 696, αριθμοί 5-6, σελ. 1361). Μεταβολή πραγμάτων δεν συνιστά οποιοδήποτε νεότερο γεγονός που αναφέρεται «στον κύκλο των συναφών ενδιαφερόντων του αιτούντος», αλλά γεγονός που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το περιεχόμενο του κριθέντος δικαιώματος και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα, στα οποία στηρίχθηκε η προηγούμενη απόφαση, ώστε να μορφώνεται αντίθετη ή διάφορη κρίση. Η μεταβολή πραγμάτων μπορεί να συναρτάται είτε με την ασφαλιζόμενη απαίτηση (ένσταση ουσίας) είτε στις ειδικές προϋποθέσεις των ασφαλιστικών μέτρων είτε σε δικονομική προϋπόθεση (απόρριψη κύριας αγωγής). Ως νέα, όμως, στοιχεία θα πρέπει να θεωρούνται κρίσιμα περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση επί της κριθείσας διαφοράς και τα οποία πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το περιεχόμενο του ασφαλιστέου δικαιώματος και σε λογική συνάρτηση προς τα γεγονότα, στα οποία στηρίχθηκε η προηγούμενη απόφαση, ώστε να μορφώνεται αντίθετη ή διαφορετική κρίση (ΜΠρΑθ 1547/2025, ΜΠρΘεσ 5357/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, συνιστά μεταβολή πραγμάτων που μπορεί να δικαιολογήσει την υπό του δικαστηρίου ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης, εκτός άλλων: α) η έλλειψη του κινδύνου για τον οποίο χορηγήθηκε το ασφαλιστικό μέτρο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση παρέλευσης αρκετού χρόνου από τότε που διατάχθηκε το ασφαλιστικό μέτρο, δίχως να επακολουθήσει η διαγνωστική δίκη για το ασφαλισθέν δικαίωμα, β) η ελάττωση ή η αύξηση της περιουσίας του οφειλέτη και συνεπώς η μετάπτωση αυτού από αφερέγγυο σε φερέγγυο και αντιθέτως, γ) η υπό του καθ' ου η αίτηση προσφορά άλλου ασφαλιστικού μέτρου που να εξασφαλίζει εξίσου τον αιτούντα, δ) η συναίνεση του καθ' ου η αίτηση, έστω και χωρίς την συνδρομή της μεταβολής των πραγματικών περιστατικών (ΜΠρΑθ 1547/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά την αληθινή έννοια του άνω όρου, ως νέα στοιχεία, που συνιστούν μεταβολή των πραγμάτων, θεωρούνται και τα προϋπάρξαντα, προΰφιστάμενα της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία τώρα αποκαλύφθηκαν και γενικώς όλα όσα δεν τέθηκαν υπό την κρίση του δικαστηρίου από ανυπαίπα συμπεριφορά του διαδίκου, τα οποία, αν είχαν τεθεί υπόψη του, θα εμφάνιζαν διαφορετική πραγματική κατάσταση και θα απέληγαν σε διαφορετική κρίση (ΜΠρΑΘ 1547/2025, ΜΠρΙωαν. 142/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα προϋπάρξαντα, όμως, αυτά στοιχεία, τα οποία το πρώτον αποκαλύπτονται κατά τη συζήτηση της αίτησης περί ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης, θα πρέπει, για να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, να φέρονται στο φως της δημοσιότητας με κάποιο αποδεικτικό μέσο (π.χ. έγγραφο), το οποίο προϋπήρχε της ανακλητέας απόφασης (ΜΠρΑΘ 1547/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν θεωρούνται συνεπώς νέα στοιχεία, γιατί δεν συνιστούν μεταβολή πραγμάτων που να δικαιολογούν την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης: α) οι πραγματικές πλημμέλειες αυτής, δηλαδή η κακή ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, β) η προσαγωγή κατά τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης το πρώτον νέων αποδεικτικών μέσων για πραγματικά περιστατικά που προϋπήρχαν της ενώπιον του δικαστή εκδίκασης της αίτησης, εκτός αν πρόκειται για αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα κ.λπ.) των ίδιων πραγμάτων, των οποίων, όμως, στοιχείων ο αιτών έλαβε γνώση μετά την έκδοση της απόφασης ή είχε και προηγούμενη γνώση τούτων, πλην όμως δεν μπορούσε να προσαγάγει αυτά από δικαιολογημένη αιτία (ΜΠρΑΘ 1547/2025, ΜΠρΛαμ. 652/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως από λόγους ανώτερης βίας, ή πρόκειται για αποδεικτικά στοιχεία που ανάγονται στο κύρος και την αποδεικτική αξία των στοιχείων, πάνω στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για την έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται η ανάκληση ή μεταρρύθμιση, γ) οι νομικές πλημμέλειες της απόφασης, δηλαδή τα νομικά σφάλματα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των νόμων καθόσον και στην περίπτωση αυτή, η επιδιώκουσα την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης αίτηση θα επείχε θέση ένδικου μέσου (έφεσης), το οποίο με θετική του διάταξη απαγορεύει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 699 ΚΠολΔ), και συνεπώς με την παραδοχή μιας τέτοιας αίτησης θα επερχόταν αναδίκαση της υπόθεσης κατά καταστρατήγηση της περί αποκλεισμού των ένδικων μέσων διάταξης του ως άνω άρθρου, δ) η μεταβολή της νομολογίας των δικαστηρίων κατά την ερμηνεία διάταξης νόμου (ΜΠρΑΘ 1547/2025, περί όλων των ανωτέρω βλ. και Δ. Κράνη σε Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ2, υπό άρθρο 696, αριθ. 8, σελ. 115 με τις εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία).
II.2. Αντιθέτως, ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ακόμη και για νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες αυτής συγχωρείται στην περίπτωση της ανακλητικής αίτησης του άρθρου 697 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο, ενώ διαρκεί η εκκρεμοδικία, μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Η εκκρεμοδικία, δηλαδή, της κύριας υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο θεμελιώνει εξουσία του τελευταίου προς ανάκληση ή μεταρρύθμιση, ολική ή μερική, της απόφασης που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, σε κάθε χρόνο, ανεξαρτήτως στάσης ή μη της δίκης και με αυτοτελή ακόμη αίτηση, όχι, δε, μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, και, μάλιστα, χωρίς περιορισμούς, ήτοι για κάθε λόγο και ανεξάρτητα από τη μεταβολή των πραγμάτων, ακόμα και χωρίς επίκληση και πιθανολόγηση νέων στοιχείων (βλ. ΕφΘεσ 256/2026, ΕφΑθ 578/2025, ΕφΠειρ 364/2025, ΠΠρΑθ 2609/2025, ΠΠρΑθ 955/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση, δηλαδή, του άρθρου 697 ΚΠολΔ, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία της κύριας αγωγής, ο έχων έννομο συμφέρον διάδικος, μπορεί να αιτηθεί την ανάκληση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και χωρίς να επικαλεσθεί μεταβολή πραγμάτων ή ανεξαρτήτως αυτής της μεταβολής, ακόμη και για οιαδήποτε πλημμέλεια (νομική ή πραγματική) της ανακαλούμενης απόφασης (ΜΕφΛαρ. 57/2022, ΜΠρΑΘ 1547/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για να μπορεί, όμως, να λειτουργήσει με τέτοια ευρύτητα, ως υποκατάστατο των απαγορευμένων από τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ ένδικων μέσων, η προβλεπόμενη από το άρθρο 697 ΚΠολΔ ανάκληση ή μεταρρύθμιση, η οποία πάντως δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα, πρέπει το δικαστήριο της κύριας δίκης να είναι ανώτερο από αυτό που εξέδωσε την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ, αν είναι ισόβαθμο, πρέπει η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης να συζητείται συγχρόνως με την κύρια υπόθεση ή έστω μεταγενέστερα, αλλιώς απαιτείται συνεκδίκαση, αφού μόνο τότε υπάρχει πλήρης εποπτεία του νομικού και πραγματικού υλικού της όλης υπόθεσης, η οποία και δικαιολογεί την ανάκληση ή μεταρρύθμιση για οποιονδήποτε λόγο και από δικαστήριο ισόβαθμο προς αυτό που εξέδωσε την ανακαλούμενη ή μεταρρυθμιζόμενη απόφαση, αντίθετα, δε, αν η αίτηση ανάκλησης συζητείται πριν από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, απαιτείται για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση απόφασης ισόβαθμου δικαστηρίου μεταβολή των πραγμάτων, αφού σε διαφορετική περίπτωση καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. Δ. Κράνη σε Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ2, υπό άρθρο 697 αρίθ. 4, σελ. 121-122, ΠΠρΑθ 2609/2025, ΠΠρΑθ 955/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ.3. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 688 παρ. 2 ΚΠολΔ, η αίτηση για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να περιέχει κατά τρόπο ευσύνοπτο ένα τουλάχιστον νόμιμο λόγο ανάκλησης ή μεταρρύθμισης, αλλιώς απορρίπτεται ως αόριστη ή ενδεχομένως, ως μη νόμιμη. Πρόσθετοι λόγοι μπορούν να προταθούν με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο μπορεί να υποβληθεί και η αρχική αίτηση (686 ΚΠολΔ), ήτοι με δικόγραφο, τηρούμενης της προδικασίας που απαιτείται στην εν λόγω διαδικασία και όχι για πρώτη φορά με το έγγραφο σημείωμα, το οποίο συνήθως κατατίθεται εντός προθεσμίας που ορίζει το δικαστήριο μετά τη συζήτηση της σχετικής αίτησης (βλ. Δ. Κράνη σε Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ2, υπό άρθρο 688 αρίθ. 2, σελ. 66). Παγίως γίνεται δεκτό ότι δικονομικές πλημμέλειες της αίτησης για λήψη ασφαλιστικού μέτρου δύναται να θεραπευθούν, άλλως αναπληρωθούν, μέχρι τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο. Η συμπλήρωση με το σημείωμα ή με παραπομπή στην κυρία αγωγή που δεν ενσωματώνεται στην αίτηση, δεν είναι παραδεκτή και ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, γιατί αναφέρεται στην έλλειψη προδικασίας και στερεί από τον καθ’ ου η αίτηση τη δυνατότητα να απαντήσει σε όσα συμπληρώθηκαν με το σημείωμα (ΜΠρΑθ 1547/2025, όπου και περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία, βλ. και Αθ. Πανταζόπουλο σε I. Χαμηλοθώρη, Γ. Ορφανίδη, Ασφαλιστικά Μέτρα έκδοση 2023, αρ. 130, σελ. 67).
II.4. Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ, αν απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοια της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται. Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εισάγεται η αίτηση ερμηνείας δικαστικής απόφασης, θα εξετάσει, σε πρώτη φάση, αν πράγματι η απόφαση είναι ασαφής, αόριστη και με αμφίβολο νόημα. Μόνο τότε, ήτοι, αν διαγνωστεί j ότι η απόφαση δεν είναι «σαφής» αλλά έχει ανάγκη ερμηνείας, θα προχωρήσει στην ερμηνεία της απόφασης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του Δικαστή (και όχι το νόημα της απόφασης καθ’ εαυτό), λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που ερμηνεύεται (αγωγή, προτάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης). Δεν ερευνάται, δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι αποφάνθηκε. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης δεν είναι δυνατό να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας, Για το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται κατά την ερμηνεία να επανεκτιμηθούν οι αποδείξεις που είχαν διεξαχθεί. Το Δικαστήριο μάλιστα δεν έχει εξουσία με ερμηνεία ή προσθήκη νέας διάταξης να αλλοιώσει την ουσία της απόφασης και την έννοια της, όπως και να συμπληρώσει παραλείψεις σε αιτήματα που είχαν υποβάλει οι διάδικοι, επειδή αυτό θα ανέτρεπε το δεδικασμένο. Το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της απόφασής του περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθινής έννοιας της, δηλαδή στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν αυτές επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασής του. Σημειώνεται ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όπου χωρεί διόρθωση δικαστικής απόφασης, δεν χωρεί ερμηνεία της και αντίστροφα. Κατά την ερμηνεία, συνεπώς, αναζητείται η βούληση των δικαστών που εξέδωσαν την απόφαση που ερμηνεύεται με βάση τα στοιχεία γενικά της δίκης (ΟλΑΓΙ 12/2009, ΑΠ 480/2022, ΑΠ 1781/2023, ΕφΑΘ 235/2026 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
III.1. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση, η αιτούσα εκθέτει ότι, επί της υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης …./2025 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που κατέθεσαν οι καθ’ ων η αίτηση εναντίον της και η οποία συζητήθηκε σπς 22-4-2026, εκδόθηκε η υπ' αριθ.3966/2026 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία και για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, μεταξύ των οποίων ότι η στιγμιαία υπέρβαση θορύβου των 70 db από τα αεροσκάφη που επιχειρούν στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών Ελευθέριος Βενιζέλος (στο εξής ΔΑΑ) αποτελεί σοβαρή περιβαλλοντική ρύπανση, η ίδια (αιτούσα) υποχρεώθηκε προσωρινά να θέσει σε ισχύ και να εφαρμόσει μηχανισμό α) παρακολούθησης της τήρησης της διαδικασίας NADP- Α καθώς και καταγραφής και ελέγχου των τυχών παραβάσεων αυτής και επιβολής των αντίστοιχων κυρώσεων και β) παρακολούθησης της τήρησης της απαγόρευσης χρήσης μεγίστης ανάστροφης ώσης από τα αεροσκάφη και επιβολής των αντίστοιχων κυρώσεων, εντός τεσσάρων μηνών από την επίδοση της απόφασης. Ότι, κατά την εξέταση των προϋποθέσεων, του περιεχομένου και της έκτασης του τρόπου συμμόρφωσής της με την ανωτέρω απόφαση, η αιτούσα, αφού συγκέντρωσε νέα στοιχεία, συνέταξε την υπ’ αριθ. πρωτ. …./24-8-2026 τεχνική έκθεσή της Προϊστάμενης του Τμήματος Κανονισμών και Εποτπείας Προστασίας Περιβάλλοντος της Διεύθυνσης Ασφάλειας από Έκνομες Ενέργειες και Προστασίας Περιβάλλοντος της ίδιας (αιτούσας). Ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ως άνω έκθεση ήταν αδύνατο να υπάρξουν ή να προβληθούν κατά την εκδίκαση της αρχικής αίτησης, καθώς τα μέτρα επιβλήθηκαν το πρώτον σε βάρος της αιτούσας με την ως άνω απόφαση. Ότι εκ των εν λόγω στοιχείων έχει επέλθει ουσιώδης μεταβολή των πραγμάτων. Ότι, ειδικότερα, κατά το χρόνο συζήτησης της αρχικής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση, δεν είχαν ακόμη συγκεντρωθεί, οριστικοποιηθεί ή αποτυπωθεί συγκεντρωτικά τα στοιχεία εφαρμογής του νεότερου κανονιστικού πλαισίου της αιτούσας, ούτε είχαν ολοκληρωθεί οι σχετικές εποπτικές διαδικασίες. Ότι τα στοιχεία αυτά αποτυπώθηκαν στην ως άνω υπ’ αριθ. πρωτ. …/24-8-2026 τεχνική έκθεσή και καταδεικνύουν ότι η αιτούσα διαθέτει ήδη κατάλληλο μηχανισμό εποπτείας, αναφορικά με την τήρηση της διαδικασίας NADP-A. Ότι, περαιτέρω, η υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση πρέπει να ανακληθεί ως προς την κρίση της ότι η υπέρβαση των 70 dB στιγμιαίου θορύβου αεροσκαφών αποτελεί μορφή σοβαρής περιβαλλοντικής ρύπανσης που στοιχειοθετεί προσβολή προσωπικότητας των καθ’ ων η αίτηση, επειδή έως σήμερα δεν έχει θεσπισθεί εθνική διάταξη ανώτατου ορίου εκπομπής στιγμιαίου θορύβου αεροσκαφών,ενώ, ακόμη και αν θεσπιζόταν τέτοιο ανώτατο όριο, αυτό δεν θα μπορούσε να ορισθεί σε στιγμιαία στάθμη 70 dB, διότι αφενός σε όσες χώρες έχει θεσπισθεί αντίστοιχο όριο, αυτό κυμαίνεται μεταξύ 87 και 99 dB, και αφετέρου σε περίπτωση που το όριο αυτό οριζόταν στα 70 dB δεν θα μπορούσε να επιχειρήσει σε ελληνικό αερολιμένα κανένα αεροσκάφος, πλην των υπερελαφρών, γεγονός που θα οδηγούσε σε διατάραξη των συγκοινωνιών. Ότι, περαιτέρω, δεν υφίσταται κίνδυνος και, συνεπώς, ελλείπουν οι προϋποθέσεις επιβολής του ως άνω υπό στοιχ. α' ασφαλιστικού μέτρου που της επιβλήθηκε, διότι η τήρηση της διαδικασίας NADP-A παρακολουθείται από την αιτούσα ήδη από το έτος 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του 2025 έως Απρίλιο του 2026, τα οποία δεν είχαν συλλεχθεί και δεν ήταν δυνατό να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της προαναφερθείσας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων των καθ’ ων η αίτηση. Ότι στο εγχειρίδιο αεροναυτικών πληροφοριών Ελλάδος υφίσταται σύσταση για χρήση ελάχιστης ανάστροφης ώσης κατά την προσγείωση των αεροσκαφών, σύμφωνα με τις ασφαλείς διαδικασίες λειτουργίας του αεροσκάφους, και όχι απαγόρευση χρήσης μεγίστης ανάστροφης ώσης, όπως I διαλαμβάνει η εκδοθείσα ως άνω υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Ότι, γενικότερα, οι διαδικασίες μείωσης θορύβου δεν πρέπει να υπερισχύουν της ασφάλειας των πτήσεων, με αποτέλεσμα να μην δύναται η αιτούσα να θεσπίσει απαγόρευση δυνατότητας χρήσης μεγίστης ανάστροφης ώσης, όταν αυτό απαιτείται για την ασφαλή ολοκλήρωση της προσγείωσης ενός αεροσκάφους. Ότι, συνεπώς, υφίσταται αδυναμία εφαρμογής από μέρους της του διαταχθέντος ασφαλιστικού μέτρου της απαγόρευσης χρήσης μέγιστης ανάστροφης ώσης κατά την προσγείωση των αεροσκαφών, χωρίς παραβίαση εκ μέρους της δεσμευτικών κανόνων αεροπορικής ασφάλειας του Ενωσιακού Δικαίου, των κανόνων Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO), των υποχρεώσεων της ίδιας ως Εθνικής Εποπτικής Αρχής και διεθνών υποχρεώσεων της Ελλάδας. Ότι, επιπλέον, στην προσπάθεια της να εξετάσει τη δυνατότητα εφαρμογής του μέτρου της απαγόρευσης χρήσης μέγιστης ανάστροφης ώσης, η αιτούσα αντάλλαξε αλληλογραφία με τους μεγάλους αερολιμένες εντός και εκτός Ευρώπης και διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει σε κάποιο Διεθνές Αεροδρόμιο αντίστοιχος μηχανισμός ελέγχου της χρήσης μέγιστης ανάστροφης ώσης και επιβολής κυρώσεων μόνο εξ αυτού του λόγου. Ότι, από τα νέα αυτά στοιχεία που συγκέντρωσε η αιτούσα, καθίσταται πρόδηλο ότι η τελική ευθύνη της απόφασης για τη χρήση της ανάστροφης ώσης ανήκει αποκλειστικά στον κυβερνήτη του αεροσκάφους και οποιοσδήποτε μηχανισμός παρακολούθησης ή επιβολής συμμόρφωσης θα μπορούσε, έστω και ακούσια, να αποθαρρύνει το πλήρωμα του αεροσκάφους να προβεί στην κατάλληλη χρήση της ανάστροφης ώσης όταν αυτή υπαγορεύεται από λόγους ασφαλείας, με ανεπιθύμητες και ανυπολόγιστες επιπτώσεις στην επιχειρησιακή ασφάλεια των πτήσεων. Ότι, επίσης, με βάση στοιχεία που συνέλεξε μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, δεν είναι εφικτή τεχνικά η ανάπτυξη μηχανισμού για την παρακολούθηση του συστήματος ανάστροφης ώσης των αεροσκαφών κατά την προσγείωση, ούτε υφίσταται παρόμοιος μηχανισμός σε έτερα ευρωπαϊκά αεροδρόμια, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η εφαρμογή του διαταχθέντος σχετικού ασφαλιστικού μέτρου και από τεχνικής άποψης. Ότι συνεπώς είναι αναγκαία η ανάκληση, άλλως η μεταρρύθμιση της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης. Ότι, επικουρικώς, η υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες και είναι ασαφής, καθώς η απόφαση δεν μνημονεύει εξαιρέσεις ή αποκλίσεις από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στην αιτούσα, ούτε είναι σαφές ποια είναι η έκταση και το περιεχόμενο των διατασσάμενων μέτρων και ποιο το κριτήριο, με βάση το οποίο ενδέχεται να καταδικαστεί η αιτούσα σε χρηματική ποινή, με αποτέλεσμα να χρήζει ερμηνείας η απόφαση. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, η αιτούσα ζητεί να ανακληθεί η υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στο σύνολό της, λόγω ουσιώδους μεταβολής των πραγμάτων, που επήλθε μετά την έκδοσή της, άλλως επικουρικώς να μεταρρυθμισθεί η ίδια απόφαση, ώστε οι ήδη εφαρμοζόμενοι από την αιτούσα μηχανισμοί παρακολούθησης, ελέγχου και επιβολής κυρώσεων, οι οποίοι λειτουργούν σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 29115/5-10-2025 κανονιστική απόφαση και το εθνικό, ενωσιακό και διεθνές κανονιστικό πλαίσιο, να θεωρούνται επαρκείς για την πλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το διατακτικό της ίδιας ως άνω απόφασης, άλλως επικουρικότερα να ερμηνευθεί το διατακτικό της ίδιας ως άνω υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης και να αποσαφηνισθεί η αληθής έννοια της ως προς την έκταση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στην αιτούσα, ιδίως ως προς το εάν αυτές καταλαμβάνουν περιπτώσεις, κατά τις οποίες συγκεκριμένες επιχειρησιακές ενέργειες ή αποκλίσεις από διαδικασίες περιορισμού θορύβου υπαγορεύονται από λόγους ασφάλειας πτήσεων ή από άλλες επιβαλλόμενες από την εθνική, ενωσιακή ή διεθνή αεροπορική νομοθεσία επιχειρησιακές ανάγκες. Τέλος, η αιτούσα ζητεί να καταδικασθούν οι καθ’ ων η αίτηση στη δικαστική της δαπάνη.
III.2. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση εισάγεται αρμοδίως στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 683, 696 παρ. 3 και 318 του ΚΠολΔ), το οποίο είναι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προς ανάκληση - μεταρρύθμιση - ερμηνεία απόφαση και εκδικάζεται κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ., 316 και 318 του ΚΠολΔ). Ωστόσο, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολο της, ως μη νόμιμη. Τούτο, διότι οι λόγοι που παραθέτει στο δικόγραφό της αιτούσα δεν συνιστούν νόμιμους λόγους ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της εκδοθείσας υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αιτούσα αρχικά ισχυρίζεται ότι δεν έχει θεσπισθεί νομοθετικά στο ελληνικό δίκαιο μέγιστο όριο εκπομπής στιγμιαίου θορύβου αεροσκαφών (Lmax) και ότι η στιγμιαία ηχητική όχληση των 70 dB δεν συνιστά μορφή σοβαρής περιβαλλοντικής ρύπανσης που δύναται να προσβάλλει την προσωπικότητα των καθ’ ων η αίτηση, όπως εσφαλμένα υπέλαβε η υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, διότι σε αυτή την περίπτωση δεν θα μπορούσαν να επιχειρούν στον ΔΑΑ τα περισσότερα επιβατικά αεροσκάφη, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η εφαρμογή των επιβληθέντων ασφαλιστικών μέτρων, καθώς θα οδηγούσε σε παράνομη παρακώλυση των συγκοινωνιών. Η εν λόγω αιτίαση, ως λόγος ανάκλησης της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης κατ’ άρθρο 696 παρ. 3 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Τούτο, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί της ενάγουσας, έστω και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν συνιστούν μεταβολή των πραγμάτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η κρίση του Δικαστηρίου περί του γεγονότος ότι η στιγμιαία ηχητική όχληση άνω των 70 dB εντός κατοικημένων περιοχών από αεροσκάφη που επιχειρούν στον ΔΑΑ συνιστά μορφή σοβαρής περιβαλλοντικής ρύπανσης, έστω και αν υποτεθεί ότι συνιστά νομικό ή ουσιαστικό σφάλμα της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης, δεν δύναται να ανακληθεί με αίτηση του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, χωρίς τη συνδρομή της προϋπόθεσης της μεταβολής των πραγμάτων, όπως στη μείζονα πρόταση της παρούσας αναφέρεται (υπό στοιχ. ΙΙ.1), καθώς σε αυτή την περίπτωση η αίτηση ανάκλησης θα υποκαθιστούσε τα απαγορευμένα στην διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ένδικα μέσα. Η δε διαπίστωση ότι τα περισσότερα επιβατικά αεροσκάφη κατά την απογείωσή τους είναι πιστοποιημένα να παράγουν θόρυβο ανώτερο από τα 70 dB δεν αποτελεί νεότερο, μεταγενέστερο της εκδοθείσας υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης πραγματικό περιστατικό, αλλά περιστατικό που προϋπήρχε της απόφασης και το οποίο μάλιστα η αιτούσα είχε προβάλλει κατά την αρχική συζήτηση της υπ’ αριθ. …./2025 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων των νυν καθ' ων η αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αιτούμενη να ανακληθεί απόφαση (βλ. το σημείωμα της νυν αιτούσας κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθ. …/2025 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, το οποίο προσκομίζουν οι καθ’ ων η αίτηση). Σημειώνεται, δε, ότι η ως άνω κρίση της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων περί της έννοιας της σοβαρής περιβαλλοντικής ρύπανσης δεν καθιστά τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάχθηκαν από το Δικαστήριο αδύνατα να εφαρμοσθούν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα, καθώς η υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση υποχρεώνει την αιτούσα να εφαρμόσει μηχανισμό παρακολούθησης της τήρησης της διαδικασίας NADP-A καθώς και καταγραφής και ελέγχου των τυχών παραβάσεων αυτής (διαδικασίας NADP-A) και επιβολής των αντίστοιχων κυρώσεων, ήτοι να εκτελέσει τα σχετικά καθήκοντά της, όπως προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις και την υπ’ αριθ. 29115/2025 απόφαση της ίδιας της απούσας, και όχι να εξασφαλίσει με οποιονδήποτε τρόπο την αποτροπή εκπομπής στιγμιαίων θορύβων ανώτερων των 70 dB από τα αεροσκάφη που επιχειρούν στον ΔΑΑ. Περαιτέρω, η απούσα ισχυρίζεται ότι ως άνω το διαταχθέν με την υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο υποχρεώνεται προσωρινά να εφαρμόσει μηχανισμό παρακολούθησης της τήρησης της διαδικασίας NADP-A καθώς και καταγραφής και ελέγχου των τυχόν παραβάσεων αυτής και επιβολής των αντίστοιχων κυρώσεων, τηρείται ήδη εκουσίως από την ίδια, η οποία από το έτος 2025 ελέγχει συστηματικά και αδιαλείπτως σε μηνιαία βάση τα αεροσκάφη που επιχειρούν στον ΔΑΑ, με τον τρόπο και τις διαδικασίες που αναλυτικά αναφέρει στο δικόγραφο της αίτησης, και ότι για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2025 έως τον Απρίλιο του έτους 2026 πραγματοποίησε συνολικά ελέγχους σε 19.061 πτήσεις και επέβαλε 112 διοικητικά πρόστιμα, συνολικού ποσού 560.000 ευρώ, σύμφωνα α στοιχεία που ομοίως παραθέτει στο δικόγραφο της αίτησης και τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν είχαν συλλεχθεί κατά την εκδίκαση της υπ’ αριθ. …/2025 αίτησης, διότι εκκρεμούσε η οριστικοποίησή τους. Ότι, συνεπώς, πρέπει να ανακληθεί το ως άνω επιβληθέν ασφαλιστικό μέτρο, διότι έχει παύσει να υφίσταται κίνδυνος και ανάγκη για προσωρινή δικαστική προστασία των καθ’ ων η αίτηση. Οι ισχυρισμοί αυτοί της αιτούσας, κατά το μέρος που η τελευταία επικαλείται ότι υφίσταται μεταβολή των πραγμάτων επειδή δεν υπάρχει πλέον ο επικείμενος κίνδυνος, στον οποίο στηρίχθηκε η υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση για να διατάξει το αιτούμενο να ανακληθεί ασφαλιστικό μέτρο, είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, διότι τα περιστατικά που επικαλείται η αιτούσα, βάσει των οποίων, κατά την κρίση της, πιθανολογείται η συμμόρφωση της προς το διατακτικό της ως άνω υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης, είναι γεγονότα προγενέστερα της απόφασης (η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του έτους 2026), αλλά και προγενέστερα της συζήτησης της υπ’ αριθ. …/2025 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων των νυν καθ' ων η αίτηση, η οποία (συζήτηση) έλαβε χώρα στις 22-4-2026. Κατά το μέρος, δε, που η αιτούσα ισχυρίζεται ότι αδυνατούσε να προσκομίσει κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων τα στοιχεία περί εφαρμογής εκ μέρους της των κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου της τήρησης της διαδικασίας NADP-A, επειδή τα στοιχεία αυτά δεν είχαν συλλεχθεί κατά την εκδίκαση της αίτησης, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ομοίως απορριπτέος ως μη νόμιμος. Τούτο, διότι, όπως στη μείζονα πρόταση της παρούσας αναφέρεται (υπό στοιχ. II.1), τα προΰπάρξαντα της απόφασης στοιχεία, τα οποία το πρώτον αποκαλύπτονται κατά τη συζήτηση της αίτησης περί ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης, θα πρέπει, για να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, να φέρονται στο φως της δημοσιότητας με κάποιο αποδεικτικό μέσο (π.χ. έγγραφο), το οποίο προϋπήρχε της ανακλητέας απόφασης. Εν προκειμένω, όμως, η αιτούσα δεν προσκομίζει κάποιο προϋφιστάμενο έγγραφο ελέγχου, από το οποίο προκύπτουν οι ισχυρισμοί της και το οποίο δεν μπορούσε από ανυπαίτια αδυναμία της να προσκομίσει κατά την αρχική δίκη της υπ’ αριθ. …/2025 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αλλά προσκομίζει την υπ’ αριθ. …./24-8-2026 τεχνική έκθεσή της υπαλλήλου της, Γ., η οποία έκθεση συντάχθηκε μετά την έκδοση της κρινόμενη απόφασης και συνεπώς αποτελεί απλά νεότερο αποδεικτικό μέσο, η προσκόμιση του οποίου δεν αποτελεί λόγο ανάκλησης της εκδοθείσας απόφασης. Άλλωστε, είναι αντιφατικός ο ισχυρισμός ότι η αιτούσα, που συνιστά την υπηρεσία που προέβη στους επικαλούμενους ελέγχους και που η υπάλληλός της συνέταξε την τεχνική έκθεση που περιλαμβάνει τα επικαλούμενα ως καινοφανή στοιχεία, βρισκόταν σε αδυναμία να προβάλλει τα στοιχεία αυτά κατά την εκδίκαση της υπ’ αριθ. …./2025 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων απλά και μόνο επειδή δεν είχαν οριστικοποιηθεί τα επιβληθέντα πρόστιμα. Περαιτέρω, η αιτούσα, αναφορικά με το έτερο ασφαλιστικό μέτρο που της επιβλήθηκε, ισχυρίζεται ότι απαγόρευση χρήσης μέγιστης ανάστροφης ώσης κατά τη διαδικασία προσγείωσης των αεροσκαφών δεν προβλέπεται ούτε από το ελληνικό ούτε από το διεθνές δίκαιο, ούτε άλλωστε δύναται να προβλεφθεί αντίστοιχη απαγόρευση, καθώς η ανάστροφη ώση διασφαλίζει την ασφαλή προσγείωση των αεροσκαφών, σε περιπτώσεις που η χρήση της απαιτείται από τις συνθήκες που επικρατούν, γεγονός που αποτελεί επιχειρησιακή απόφαση του Κυβερνήτη. Ότι, επιπλέον κατά την εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής του ασφαλιστικού μέτρου της απαγόρευσης της χρήσης μέγιστης ανάστροφης ώσης κατά την προσγείωση, διαπιστώθηκε, κατόπιν αλληλογραφίας της με μεγάλα διεθνή αεροδρόμια και διεθνείς οργανισμούς, η ανυπαρξία αντίστοιχου μηχανισμού παρακολούθησης της χρήσης ανάστροφης ώσης στη διεθνή πρακτική, με αποτέλεσμα να καθίσταται τεχνικά αδύνατη η εφαρμογή του επιβληθέντος ασφαλιστικού μέτρου. Και οι εν λόγω ισχυρισμοί της αιτούσας, κατά το μέρος που βάσει αυτών ζητείται η ανάκληση, άλλως η μεταρρύθμιση, της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως νόμω αβάσιμοι. Ειδικότερα, το επικαλούμενο νομικό σφάλμα της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης, η οποία διαλαμβάνει ότι, βάσει της υπ’ Αερολιμενικής Διάταξης 2 (άρθρο 22 παράρτημα 9) καθώς και βάσει του Εγχειριδίου Αεροναυτικών Πληροφοριών του ΔΑΑ, υφίσταται απαγόρευση χρήσης μέγιστης ανάστροφης ώσης κατά την προσγείωση αεροσκαφών στον ΔΑΑ, αντί του ορθού ήτοι ότι αναφέρεται πως «η χρήση της αναστροφής ώσης των αεροσκαφών κατά την προσγείωση πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο, συμβατό με τους κανόνες ασφάλειας των πτήσεων», δεν συνιστά, σύμφωνα με τη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε (υπό στοιχ. II.1) λόγο ανάκλησης της ίδιας απόφασης κατ’ άρθρο 696 παρ. 3 ΚΠολΔ. Εξάλλου, επισημαίνεται για μία ακόμη φορά ότι η υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση δεν υποχρεώνει την αιτούσα να επιβάλλει απαγόρευση χρήσης μεγίστης ανάστροφης ώσης, υποκαθιστώντας τις αντίστοιχες ισχύουσες διατάξεις, αλλά την υποχρεώνει προσωρινά «...να εφαρμόσει μηχανισμό... β) παρακολούθησης της απαγόρευσης χρήσης μεγίστης ανάστροφης ώσης από τα αεροσκάφη και επιβολής αντίστοιχων κυρώσεων», εφόσον βέβαια συντρέχουν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις για την επιβολή κυρώσεων. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι είναι τεχνικά αδύνατη η παρακολούθηση της χρήσης ανάστροφης ώσης από τα αεροπλάνα που επιχειρούν στον ΔΑΑ είναι, επίσης, απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Τούτο, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 της ως άνω υπ’ αριθ. 29115/2025 απόφασης της ίδιας της αιτούσας (ΦΕΚ Β' 5580/2025), «...η εκτέλεση πτήσεων με καταστρατήγηση των μέτρων και διαδικασιών περιορισμού θορύβου, που δημοσιεύονται στο Εγχειρίδιο Αεροναυτικών Πληροφοριών Ελλάδας (ΑΙΡ Greece) και ειδικότερα στο κεφάλαιο περί διαδικασιών περιορισμού θορύβου, συνιστά παράβαση και επισύρει κυρώσεις στους υπεύθυνους για την παράβαση φορείς (αεροπορικές εταιρείες, ιδιοκτήτες ιδιωτικών αεροσκαφών ή εκμεταλλευόμενους αεροσκάφη, Φορείς Διαχείρισης Αερολιμένων, Φορείς Παροχής Υπηρεσιών Αεροναυτιλίας)...», ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, «η διαπίστωση της παράβασης των μέτρων και διαδικασιών περιορισμού θορύβου πραγματοποιείται από την αρμόδια Διεύθυνση της Α.Π.Α., κατόπιν τακτικών επιθεωρήσεων ή έκτακτων ελέγχων που διεξάγει το αρμόδιο Τμήμα Κανονισμών και Εποπτείας Προστασίας Περιβάλλοντος και οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος της Αρχής στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, ή κατόπιν έγγραφης ενημέρωσης από τις υπηρεσίες του Πύργου Ελέγχου, ή από τις αρμόδιες Διευθύνσεις του Αερολιμένα, ή από καταγγελίες πολιτών ή με οποιοδήποτε άλλο επιβεβαιωμένο τρόπο...». Μεταξύ των μέτρων που περιλαμβάνονται στο ΑΙΡ Greece και στο κεφάλαιο περί διαδικασιών περιορισμού θορύβου, είναι και το μέτρο της χρήσης ελάχιστης ανάστροφης ώσης κατά την προσγείωση ανάλογα με την ασφάλεια των πτήσεων. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι, ενώ έχει αρμοδιότητα να διαπιστώσει την παράβαση, μεταξύ άλλων, του ως άνω μέτρου της χρήσης της ελάχιστης δυνατής ανάστροφης ώσης κατά την προσγείωση των αεροσκαφών βάσει της ως άνω απόφασής της, παρόλα αυτά δεν μπορεί τεχνικά να πραγματοποιήσει την ως άνω υποχρέωσή της, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος και ειδικότερα ως αντίθετος με τα διαλαμβανόμενα στην ίδια την υπ’ αριθ. 29115/2025 απόφαση της αιτούσας. Κατόπιν τούτων, το σύνολο των ισχυρισμών, στους οποίους η αιτούσα επιχειρεί να στηρίξει την κρινόμενη αίτηση ανάκλησης, άλλως μεταρρύθμισης της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως νόμω αβάσιμοι. Μόλις αξίζει να επισημανθεί ότι όλες τις προαναφερθεισες αιτιάσεις που προβάλλει η αιτούσα για την ανάκληση της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, θα μπορούσαν να προβληθούν παραδεκτά και νόμιμα, εφόσον η αίτηση ανάκλησης ασκείτο κατά τους ορισμούς του άρθρου 697 ΚΠολΔ, ήτοι απευθυνόταν ενώπιον του Δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης, ήτοι ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο (σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην κρινόμενη αίτηση) εκκρεμεί η υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης …./2025 κύρια αγωγή των καθ' ων η αίτηση, με αντικείμενο την οριστική δικαστική προστασία της προσωπικότητάς τους, η οποία έχει προσδιορισθεί προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 12-11-2026. Το ως άνω Δικαστήριο της κύριας δίκης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρότασης της παρούσας (υπό στοιχ. IΙ.2) θα μπορούσε, καθώς είναι ανώτερο, να ανακαλέσει ελεύθερα την υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 696 παρ. 3, ήτοι χωρίς να είναι απαραίτητη η επίκληση από την αιτούσα μεταβολής των πραγμάτων και έχοντας τη δυνατότητα να ελέγξει τα νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, λειτουργώντας ουσιαστικά ως υποκατάστατο των απαγορευμένων από τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ ενδίκων μέσων. Η αίτηση, δε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών θα μπορούσε να κατατεθεί και να συζητηθεί κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία και ανεξαρτήτως της συζήτησης της κύριας δίκης, όπως επίσης στη μείζονα πρόταση της παρούσας αναφέρεται (υπό στοιχ. ΙΙ.2). Παρά ταύτα, η αιτούσα επέλεξε ρητώς με την κρινόμενη αίτησή της να προβάλει τους ως άνω ισχυρισμούς της στο παρόν Δικαστήριο κατά τη διαδικασία του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, χωρίς όμως οι εν λόγω ισχυρισμοί να αποτελούν μεταβολή των πραγμάτων, όπως αναλυτικά ανωτέρω εκτίθεται. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση τόσο κατά την κύρια βάση της, όσο και κατά την πρώτη επικουρική της βάση είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη (βλ. μείζονα πρόταση υπό στοιχ. II.3). Τέλος, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη και ως προς την δεύτερη επικουρική της βάση, ήτοι κατά το μέρος που η αιτούσα ζητεί να προβεί το παρόν Δικαστήριο σε ερμηνεία της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης. Τούτο, διότι, το διατακτικό της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, όπως αυτό περιγράφεται κατά λέξη στην κρινόμενη αίτηση, είναι σαφές και ορισμένο και δεν χρήζει οποιοσδήποτε ερμηνείας ή διασάφησης (βλ. μείζονα πρόταση υπό στοιχ. II.4). Μόλις αξίζει εκ νέου να σημειωθεί ότι με το διατακτικό της υπ’ αριθ. 3966/2026 απόφασης δεν υποχρεώνεται η αιτούσα να αποτρέψει την εκπομπή θορύβου άνω των 70 dB στα αεροσκάφη που επιχειρούν στον ΔΑΑ, ούτε να απαγορεύσει τη χρήση της μεγίστης αντίστροφης ώσης κατά την προσγείωση των ίδιων αεροσκαφών, όπως αβάσιμα η αιτούσα διαλαμβάνει στην αίτησή της, αλλά κατά λέξη υποχρεώνεται η αιτούσα «... να θέσει σε ισχύ και να εφαρμόσει μηχανισμό α) παρακολούθησης της διαδικασίας NADP-A καθώς και καταγραφής και ελέγχου των τυχόν παραβάσεων αυτής και επιβολής των αντίστοιχων κυρώσεων και β) παρακολούθησης της τήρησης της απαγόρευσης χρήσης μεγίστης ανάστροφης ώσης από τα αεροσκάφη και επιβολής των αντίστοιχων κυρώσεων...». Η εν λόγω υποχρέωσή της αιτούσας προφανώς πρέπει να εκτελεστεί σύμφωνα με τους εθνικούς και διεθνείς κανόνες δικαίου και με σεβασμό στην ασφάλεια των αεροπορικών συγκοινωνιών, χωρίς να χρήζει το γεγονός αυτό διευκρίνησης από το παρόν Δικαστήριο, καθώς είναι αυτονόητο. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση ερμηνείας της ως άνω απόφασης, η οποία είναι σαφής και ορισμένη. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων καθώς η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εικοστής όγδοης καθ’ ης η αίτηση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 19 Οκτωβρίου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ