ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 623/2024

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την εξής σύνθεση: Άννα Καλογεροπούλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Παρασκευή Μπραΐμη, Άννα Μπόνου, Σύμβουλοι, Ευαγγελία Τζιράκη, Θεοφανεία Ρίζου Έκαρτ, Πάρεδροι. Γραμματέας η Βασιλική Κατσιώνη.

Για να δικάσει την από 15 Οκτωβρίου 2020 αίτηση:

της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «... Ι.Κ.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «...», που εδρεύει στη .... Αττικής (....), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ιωάννη Λιναρίτη (Α.Μ. ...), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Νικόλαο Παπαντίνα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 259/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Παρασκευής Μπραΐμη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Eπειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (κωδικός πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου .....2020), ζητείται η αναίρεση της 259/2020 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 158/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών (μεταβατική έδρα...). Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, η υποχρέωση εις ολόκληρον του Ελληνικού Δημοσίου, της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου και της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων να της καταβάλουν νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής το συνολικό ποσό των 481.574,37 ευρώ προς ανόρθωση της υλικής ζημίας, που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων αυτών, συνιστάμενη στην υπαγωγή τμήματος ιδιόκτητης χορτολιβαδικής εκτάσεώς της, κειμένης στα ... Νομού .., στη διοίκηση και διαχείριση της Διευθύνσεως Δασών της Περιφερείας Ιονίων Νήσων και στην ένεκα τούτου αδυναμία οικοδομήσεως και αξιοποιήσεως της εκτάσεως αυτής. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ζήτησε με την αγωγή της να αναγνωριστεί η υποχρέωση των ως άνω νομικών προσώπων να της καταβάλουν το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη συνεπεία των ανωτέρω, συνισταμένης στην προσβολή της επαγγελματικής της φήμης.

2. Επειδή, η έφεση της αναιρεσείουσας στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο θεώρησε ως εφεσίβλητο μόνο το Ελληνικό Δημόσιο. Συνεπώς, εφόσον η ως άνω Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν θεωρήθηκε διάδικος στη δίκη ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην κατ’ αναίρεση δίκη και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση απαραδέκτως στρέφεται κατά αυτής (Σ.τ.Ε. 186/2021, 651, 362/2018, 3794/2014).

3. Επειδή, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Αˊ 8), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Αˊ 213) και ακολούθως η παράγραφος 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Αˊ 240), αν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλει η διάταξη της παρ. 3. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Εξάλλου, αν ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη νομολογίας ή αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς υφιστάμενη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, νομολογία, πρέπει η έλλειψη ή η αντίθεση αυτή να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υποθέσεως, αλλά να αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν η ερμηνεία αυτή διατυπώνεται στη μείζονα ή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση (ΣτΕ 2749,2318,530/2022, 2240,585,228/2021 κ.ά.).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ....2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... ......, η πρώην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «....Ο.Ε.», την οποία διαδέχθηκε η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, αγόρασε από τον ... ... του ... ένα «αγροτεμάχιο» (όπως αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο), εκτός ορίων οικισμού, εκτάσεως 7.465 τ.μ. στη θέση «....» της κτηματικής περιφέρειας... του δημοτικού διαμερίσματος ... του πρώην Δήμου .... ..., αντί τιμήματος 30.000 ευρώ. Όπως βεβαιώνεται στο από μηνός Ιανουαρίου του έτους 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ...., το εν λόγω ακίνητο ήταν, κατά τον χρόνο της αγοραπωλησίας, άρτιο και οικοδομήσιμο. Ακολούθως, με το υπ’ αριθμ. ....2005 συμβόλαιο της ανωτέρω Συμβολαιογράφου, η ως άνω εταιρεία αγόρασε έτερο αγροτεμάχιο στην ίδια θέση, εκτάσεως 1.080 τ.μ., εκτός ορίων οικισμού μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο σύμφωνα με το από Απριλίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του ανωτέρω μηχανικού, αντί τιμήματος 950,40 ευρώ, ενώ με το υπ’ αριθμ. ....2005 συμβόλαιο της ίδιας Συμβολαιογράφου, η ίδια εταιρεία αγόρασε, μεταξύ άλλων, έτερο αγροτεμάχιο στην ίδια θέση, εκτάσεως 806,84 τ.μ., εκτός ορίων οικισμού, αντί τιμήματος 710,02 ευρώ. Τα προαναφερόμενα τρία ακίνητα αποτελούν, κατόπιν συνενώσεώς τους, ένα ενιαίο ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 9.448,34 τ.μ. Πριν την αγοραπωλησία του πρώτου από τα ανωτέρω τρία ακίνητα, εκτάσεως 7.465 τ.μ., είχε εκδοθεί, κατόπιν της ...2003 αιτήσεως του τότε ιδιοκτήτη του (και μετέπειτα πωλητή του) ... ..., η υπ’ αριθμ. πρωτ. .....2003 πράξη του Διευθυντή Δασών Νομού ... της Περιφερείας Ιονίων Νήσων περί χαρακτηρισμού εκτάσεως, σύμφωνα με την οποία, αφ’ ενός μεν, έκταση 5.641 τ.μ. του επίμαχου ακινήτου, καλυπτόμενη από αγρωστώδη και χορτολιβαδικά φυτά, χαρακτηρίσθηκε ως μη δάσος ή δασική, ως αποτελούσα χορτολιβαδική έκταση (κατ’ άρθρο 3 παρ. 6 β΄ του ν. 998/1979), αφ’ ετέρου δε έκταση 1.824 τ.μ. του ίδιου ενιαίου ακινήτου, καλυπτόμενη από τρία ελαιόδενδρα, αγρωστώδη φυτά και βαθμίδες καλλιέργειας, χαρακτηρίσθηκε ως μη δάσος ή δασική, ως αποτελούσα γεωργικώς καλλιεργούμενη έκταση (κατ’ άρθρο 3 παρ. 6 α΄ του ν. 998/1979), όπως αναφέρεται δε στο τελικό μέρος της εν λόγω πράξεως: «με την προκείμενη πράξη δεν θίγονται εμπράγματα δικαιώματα του Δημοσίου ή των ιδιωτών» και αυτή «δεν αποτελεί στοιχείο απόδειξης ιδιωτικών εμπράγματων δικαιωμάτων». Κατά της ανωτέρω πράξεως δεν ασκήθηκαν αντιρρήσεις, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων ούτε από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Ιονίων Νήσων ούτε από τον τότε κύριο του ακινήτου, ... ..., ούτε από οποιονδήποτε ιδιώτη. Η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία υπέβαλε στις 3.8.2005 αίτηση ενώπιον της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης... για χορήγηση άδειας οικοδομής, προκειμένου να ανεγείρει συγκρότημα κατοικιών με υπόγειο και πισίνα επί του ως άνω ενιαίου ακινήτου, μεταξύ δε των δικαιολογητικών που της ζητήθηκαν για την εξέταση της αιτήσεως ήταν «τελεσιδικία δασαρχείου» και «πιστοποιητικό ιδιοκτησίας». Σε εκτέλεση των ανωτέρω και κατόπιν υποβολής της από 8.11.2005 αιτήσεως της εταιρείας «.... ΟΕ» περί χορηγήσεως «βεβαίωσης τελεσιδικίας» και της από 14.11.2005 «αίτησης θεραπείας» του πωλητή ... ... για χορήγηση «βεβαίωσης τελεσιδικίας» της .....2003 πράξεως χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών..., με το υπ’ αριθμ. πρωτ. .....2005 έγγραφο («βεβαίωση») του ανωτέρω Διευθυντή, αφ’ ενός μεν επικυρώθηκε το περιεχόμενο της εν λόγω πράξεως, αφ’ ετέρου δε, αναφορικώς με το τμήμα εκτάσεως 5.641 τ.μ. του επίμαχου ακινήτου που χαρακτηρίσθηκε ως χορτολιβαδικό, ορίσθηκε ότι τούτο τελεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως η διάταξη αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3208/2003. Όπως δε περαιτέρω σημειώνεται στην επίμαχη «βεβαίωση»: α) για να θεωρείται οριστικά λυμένο το ιδιοκτησιακό ζήτημα του ανωτέρω τμήματος της έκτασης, ο επικαλούμενος εμπράγματο δικαίωμα επ’ αυτού πρέπει να προσκομίσει στη Διεύθυνση Δασών διοικητική ή δικαστική απόφαση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του ν. 3208/2003, β) ο ενδιαφερόμενος δύναται να καταθέσει αίτηση ενώπιον της Διεύθυνσης Δασών για τη διοικητική έρευνα αναγνώρισης δικαιώματος κυριότητας, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 3 και το άρθρο 8 του ν. 998/1979, προσκομίζοντας τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 509/1980 δικαιολογητικά και γ) ο ενδιαφερόμενος επίσης δύναται να ασκήσει αγωγή κυριότητας κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου. Εξ άλλου, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου, ήτοι στις 4.11.2005, απορρίφθηκε σιωπηρώς η, κατά τα ανωτέρω, από 3.8.2005 αίτηση περί χορηγήσεως οικοδομικής αδείας, ο δε φάκελος επεστράφη από τη Διοίκηση στην εταιρεία στις 3.5.2006. Στη συνέχεια, η ίδια εταιρεία «.... ΟΕ» άσκησε στις 11.6.2007 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί του επίμαχου τμήματος, εμβαδού 5.641 τ.μ., του, κατά τα ανωτέρω, ακινήτου. Η εν λόγω αγωγή έγινε δεκτή με την .../2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την αιτιολογία ότι από τη δικογραφία δεν προέκυψε ότι η επίδικη έκταση υπήρξε ποτέ αδέσποτη ή ανεξουσίαστη ή ότι το Δημόσιο άσκησε σε αυτή οποιαδήποτε πράξη νομής για θεμελίωση της κυριότητάς του, κατά τις αρχές της έκτακτης χρησικτησίας, τόσο υπό το καθεστώς του Ιονίου Αστικού Κώδικα, όσο και υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα, ενώ ο πωλητής του ακινήτου, κατά τον χρόνο πωλήσεως και μεταβιβάσεώς του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, είχε ήδη καταστεί νόμιμος κύριος τούτου. Έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανωτέρω αποφάσεως απορρίφθηκε τύποις με την 171/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη (σχετ. το υπ’ αριθμ. ....2016 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Εφετείου Πατρών). Κατόπιν τούτου, η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών αγωγή, με την οποία ζήτησε τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη σκέψη ποσά ως αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίσθηκε ότι υπέστη από την μακρόχρονη παράνομη δέσμευση της περιουσίας της και τη συνακόλουθη στέρηση του δικαιώματος εκμεταλλεύσεώς της. Ειδικότερα, με την αγωγή της η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι ο Διευθυντής Δασών Νομού... της Περιφερείας Ιονίων Νήσων με το από .....2005 έγγραφό του, δυνάμει του οποίου ορίσθηκε ότι τμήμα 5.641 τ.μ. του ιδιόκτητου ακινήτου της τελεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση της ως άνω Διευθύνσεως, υπέπεσε σε διττή παρανομία, ήτοι παρανόμως υπέλαβε ότι η επίμαχη έκταση, ως χορτολιβαδική, αφ’ ενός μεν είναι, κατά τεκμήριο, δημόσια, αφ’ ετέρου δε ότι ανήκει στη διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας. Επιπλέον, κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, συνεπεία του ανωτέρω εγγράφου, μη νομίμως απορρίφθηκε το αίτημά της περί χορηγήσεως οικοδομικής αδείας, με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα να στερηθεί το νόμιμο δικαίωμα εκμεταλλεύσεως της περιουσίας της και, συνακολούθως, να υποστεί τεράστια υλική και ηθική βλάβη. Η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ότι η φερόμενη ως παράνομη και ζημιογόνος συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου έλαβε χώρα στις 3.5.2006 (ήτοι κατά την ημερομηνία επιστροφής στην αναιρεσείουσα του φακέλου της από την Διοίκηση) και ότι η ημερομηνία αυτή ήταν ο ακριβής χρόνος απορρίψεως της αιτήσεως της αναιρεσείουσας περί χορηγήσεως οικοδομικής αδείας και, συνακολούθως, ο χρόνος γενέσεως των ένδικων αξιώσεών της προς αποζημίωση. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η αγωγή κατατέθηκε ενώπιόν του στις 4.4.2017, έκρινε ότι η, κατά τα ανωτέρω, αρχόμενη στις 31.12.2006 παραγραφή των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσείουσας είχε ήδη συμπληρωθεί στις 31.12.2011. Περαιτέρω, έκρινε ότι δεν υπήρξε διακοπή της ως άνω παραγραφής με την άσκηση της από 11.6.2007 διεκδικητικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την αιτιολογία ότι η άσκηση της αγωγής αυτής δεν υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 93 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού περιπτώσεις, με τη συνδρομή των οποίων επέρχεται διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 3, 71 παρ. 1, 78 και 80 παρ. 2 του ν. 2717/1999 (ΚΔΔ) καθώς και τα άρθρα 90 παρ. 1, 91, 92 και 93 περ. α΄ του ν. 2362/1995 (Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού) και έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την έννοια της περιπτώσεως α΄ του άρθρου 93 του ν. 2362/1995 η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής κατά της διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, της οποίας η παρανομία αποτελεί τη βάση της αποζημιωτικής αξιώσεως. Με την έφεσή της η αναιρεσείουσα προέβαλε, ως προς το ζήτημα διακοπής της παραγραφής, ότι μη νομίμως κρίθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ότι η από 6.7.2011 άσκηση της διεκδικητικής αγωγής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... δεν διέκοψε την παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 93 περ. α΄ του ν. 2362/1995, αφού με αυτήν έλαβε, το πρώτον, χώρα η δικαστική διαπίστωση της παράνομης συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και αναγνωρίσθηκε η κυριότητά της επί της διεκδικούμενης εκτάσεως. Συναφώς, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται όχι μόνον όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά που άγει στην ικανοποίηση της αγωγικής αξιώσεως, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας επί διαφόρου αντικειμένου, επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξιώσεως, όπως εν προκειμένω. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι η παραγραφή αξιώσεως αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου έγκαιρη άσκηση ενδίκου βοηθήματος με αίτημα την ακύρωση της φερομένης ως παράνομης πράξεως ή παραλείψεως, η οποία αποτελεί τη βάση της αντίστοιχης αγωγικής αξιώσεως και δεν συμπληρώνεται έως την άσκηση της αγωγής, αφού στη διοικητική δίκη δεν υφίσταται παραγραφή εν επιδικία. Ως εκ τούτου, κατά την κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, εύλογη προϋπόθεση για τη διακοπή της παραγραφής αποτελεί, προεχόντως, η ταυτότητα της νομικής βάσεως μεταξύ των δύο ένδικων βοηθημάτων (αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής και αγωγής αποζημιώσεως), ασκουμένων ενώπιον δικαστηρίων της αυτής δικαιοδοσίας, εν προκειμένω, δε, τέτοια ταυτότητα μεταξύ της διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσείουσας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων με αίτημα την αναγνώριση εμπράγματου δικαιώματός της και της, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, αποζημιωτικής αγωγής της ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δεν υφίσταται, όπως εσφαλμένως υπέλαβε η αναιρεσείουσα. Επιπροσθέτως, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι το διοικητικό δικαστήριο της αποζημιωτικής αγωγής έχει τη δυνατότητα, εφόσον δεν υφίσταται σχετικό δεδικασμένο, να κρίνει παρεμπιπτόντως τόσο περί του κύρους της φερόμενης ως παράνομης και ζημιογόνου εκτελεστής διοικητικής πράξεως (άρθρο 80 παρ. 2 ΚΔΔ), όσο και περί ζητημάτων δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, εάν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς, εν πάση δε περιπτώσει, το ίδιο δικαστήριο δύναται να αναστείλει την πρόοδο της δίκης, εάν παρεμπίπτοντα ζητήματα πρόκειται να κριθούν με δύναμη δεδικασμένου σε δίκη, η οποία εκκρεμεί στο κατά δικαιοδοσία αρμόδιο δικαστήριο (άρθρο 3 ΚΔΔ). Κατόπιν αυτών, το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας είχε υποπέσει στη νόμιμη πενταετή παραγραφή, όπως, ορθώς αν και με διαφορετική αιτιολογία, έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εξής αιτιολογία: α) η αξίωση γεννήθηκε με την φερόμενη ως παράνομη τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη της από 3.8.2005 αιτήσεως της αναιρεσείουσας περί χορηγήσεως οικοδομικής αδείας, οπότε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη, η δε σχετική παραγραφή εκκίνησε στις 31.12.2005, ήτοι από το τέλος του έτους εντός του οποίου εκδηλώθηκε η ως άνω φερόμενη ως παράνομη και ζημιογόνος συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, β) δεν έλαβε χώρα οποιοδήποτε γεγονός για τη διακοπή της παραγραφής, αφού η αναιρεσείουσα δεν άσκησε ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου αίτηση ακυρώσεως κατά της ως άνω φερόμενης ως παράνομης και ζημιογόνου γι’ αυτήν εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξεως, ενώ η από 11.6.2007 άσκηση διεκδικητικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... δεν επάγεται, εν προκειμένω, διακοπή της παραγραφής και γ) ούτε η αναιρεσείουσα προέβαλε ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυπτε ότι αυτή εμποδίστηκε, εκ λόγων ανωτέρας βίας κατ’ άρθρο 92 ν. 2362/1995, να ασκήσει την αγωγή της μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής.

5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, ως εκ του χρόνου καταθέσεώς της (2020), διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3900/2010. Δεδομένου δε ότι με την αίτηση άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά με χρηματικό αντικείμενο, το οποίο αντιστοιχεί στo χρηματικό ποσό που διεκδίκησε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της και υπερβαίνει, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το νομοθετικό όριο των 40.000 ευρώ, για το παραδεκτό της ασκήσεώς της απαιτείται προβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας με το εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμών για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει.

6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και πλημμελώς εφάρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ) σχετικά με τον χρόνο γενέσεως της αξιώσεως της αναιρεσείουσας και ενάρξεως της παραγραφής αυτής. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού προβάλλεται έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε τις διατάξεις του ΑΚ που επικαλείται η αναιρεσείουσα, οι οποίες, άλλωστε, δεν είναι, εν προκειμένω, εφαρμοστέες (ΣτΕ 1214/2002 7μ., 4024/2010, 1314/2014), αλλά τις διατάξεις του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, όπως ήδη εκτέθηκε. Ενόψει αυτού απορριπτέος είναι και ο προαναφερθείς ισχυρισμός περί θεμελιώσεως του παραδεκτού του λόγου αυτού αναιρέσεως (ΣτΕ 762/2021, 56/2019).

7. Επειδή, ακολούθως, προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε το άρθρο 93 περ. α΄ του ν. 2362/1995 κρίνοντας ότι η παραγραφή αξιώσεως αποζημιώσεως κατά του Ελληνικού Δημοσίου διακόπτεται μόνο με την ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου έγκαιρη άσκηση ένδικου βοηθήματος με αίτημα την ακύρωση της φερόμενης ως παράνομης πράξεως ή παραλείψεως, η οποία αποτελεί τη βάση της αντίστοιχης αγωγικής αξιώσεως, και ότι, ως εκ τούτου, εύλογη προϋπόθεση για τη διακοπή της παραγραφής αποτελεί, προεχόντως, η ταυτότητα της νομικής βάσεως μεταξύ των δύο ένδικων βοηθημάτων (αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής και αγωγής αποζημιώσεως), ασκουμένων ενώπιον δικαστηρίων της αυτής δικαιοδοσίας. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού προβάλλεται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς την, μεταξύ άλλων, 666/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή ερμηνεύτηκε η κρίσιμη εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 93 περ. α΄ του ν. 2362/1995 ως εξής:«Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 93 περ. α΄ του ν. 2362/1995, στις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου ή των ΟΤΑ επέρχεται διακοπή της παραγραφής, όχι μόνο όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά που αφορά την ικανοποίηση της αξίωσης, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο, επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξίωσης, ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση, υπό την προϋπόθεση ότι στις δύο δίκες υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθόσον η υποβολή της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο αποτελεί διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, όταν ασκείται από τον δανειστή κατά του οφειλέτη της ένδικης αξιώσεως». Ο ως άνω ισχυρισμός είναι βάσιμος, διότι πράγματι υπάρχει αντίθεση ως προς την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 93 περ. α΄ του ν. 2362/1995 μεταξύ της αποφάσεως του Αρείου Πάγου και της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα με το από 18.1.2023 εμπροθέσμως κατατεθέν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο υπόμνημα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς και είναι περαιτέρω κατ’ ουσίαν εξεταστέος.

8. Επειδή, ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζει στο άρθρο 90 παρ. 1 ότι «Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής», στο άρθρο 91 ότι «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής…» και στο άρθρο 93 ότι «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο …, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ... β) …».

9. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αξίωση κατά του Δημοσίου ερειδόμενη στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΣτΕ 2549/2016, 4402/2015 και επί ομοίων διατάξεων του προηγούμενου Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού ΣτΕ 884/2022, 4034/2010 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 93 περ. α΄ του ν. 2362/1995, διακοπή της παραγραφής επέρχεται όχι μόνο όταν ασκείται ένδικο βοήθημα κατά της διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, της οποίας η παρανομία αποτελεί τη βάση της σχετικής αξιώσεως, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο, επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξιώσεως ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση (ΣτΕ 2317/2013, 4034/2010 και ΑΠ 631/2021, 666/2018, 599, 1704/2013, 1327/1986 Ολομ.).

10. Επειδή, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεχόμενο ότι κατά την έννοια της περιπτώσεως α’ του άρθρου 93 του ν. 2362/1995 η παραγραφή διακόπτεται μόνο με την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής κατά της διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, της οποίας η παρανομία αποτελεί τη βάση της αποζημιωτικής αξιώσεως, εσφαλμένως ερμήνευσε την ως άνω διάταξη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων με το από 18.1.2023 εμπροθέσμως κατατεθέν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο υπόμνημα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Για τον λόγο αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτού παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα του λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο πλήσσονται οι ειδικότερες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η υπόθεση δε που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο για νέα κρίση.

 

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 259/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και

Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εταιρείας που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2023

 

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος

Άννα Καλογεροπούλου

 

Η Γραμματέας

Βασιλική Κατσιώνη

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ής Απριλίου 2024.

 

Η Πρόεδρος του Α´ Τμήματος

Μαρίνα -Ελένη Κωνσταντινίδου

 

Η Γραμματέας

Βασιλική Κατσιώνη