ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ-ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 617/2026

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ελένη Κεχαγιά, Εφέτη, την οποία έχει ορίσει η Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σόνια Τουχτίδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 20η Οκτωβρίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: εταιρείας με την επωνυμία «… Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας» και τον διακριτικό τίτλο «…», όπως εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην …, Α.Φ.Μ. …., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κόκκινου (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, κατοίκου …, Α.Φ.Μ. …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Καραγεωργάκη (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Ο εφεσίβλητος άσκησε την από 26-6-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/26-6-2024 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εναγόμενης ήδη εκκαλούσας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δίκασε ερήμην της εναγόμενης κατά τη διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, με την 17010/2024 οριστική απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα - εναγόμενη με την από 12-3-2025 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό έκθεσης …/12-3-2025, αντίγραφο δε αυτής κατατέθηκε στον Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης …/19-3- 2025, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και εγγράφηκε στο πινάκιο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 :" Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο, που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως”. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της έφεσης κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, πλην, όμως, ερευνήθηκε η υπόθεση, σαν αυτός να ήταν παρών, προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει (με το δικόγραφο της έφεσης, αλλά και με αυτό των πρόσθετων λόγων), όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως, αν είχε παραστεί. Του παρέχεται, δηλαδή, η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά δικάστηκε σαν να ήταν παρών, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να ακουσθεί και να προβάλει στο Εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προβάλει πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες που, ενδεχομένως, επέφερε η απουσία του. Αν αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και πρέπει να εξαφανισθεί, ως προς όλες τις διατάξεις της. Μετά την εξαφάνιση της απόφασης, χωρεί νέα συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους είχε δικαίωμα να προτείνει και πρωτοδίκως, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 381/2023 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Επομένως, αρκεί η "τυπική” παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε σε πρώτο βαθμό και αν ο διάδικος δικάσθηκε σαν να ήταν παρών (ΑΠ 285/2023 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 12-3-2025 έφεση κατά της 17010/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ερήμην της εναγόμενης κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, ασκήθηκε από την εν μέρει ηπηθείσα εναγόμενη νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 495-498, 511, 516, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 12 Φεβρουάριου 2025, σύμφωνα με το …/12-2-2025 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Περαιά, …, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο εφεσίβλητος- ενάγων, και η έφεση κατατέθηκε στην αρμόδια Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 12 Μαρτίου 2025, σύμφωνα με την πράξη, που υπάρχει στο τέλος αυτής. Για το παραδεκτό της άσκησής της δεν απαιτείται κατάθεση του παραβόλου, που προβλέπεται από το άρθρο 495 παρ. 3.Α περ. β' Κ.Πολ.Δ. για το ένδικο μέσο της έφεσης, διότι λόγω της φύσης της διαφοράς (άρθρο 614 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) ρητά εξαιρείται από την υποχρέωση αυτή (άρθρο 495 εδ. τελ. Κ.Πολ.Δ.). Εφόσον, δε, η ήδη εκκαλούσα με την έφεσή της, μεταξύ άλλων, αρνείται την αγωγή και παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με βάση όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, που παρατίθεται στην αρχή της παραγράφου αυτής (υπό στοιχ. I), η έφεση, που αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατ' άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Ακολούθως, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη 17010/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, να κρατηθεί η υπόθεση από αυτό το Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί η από 26-6-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/26-6-2024 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα (άρθρα 533 παρ. 1 και 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

II.ί. Στοιχεία για να είναι ορισμένη η αγωγή απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτού, με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις, είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα και εφόσον ζητείται επιδίκαση διαφορών αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, θα πρέπει ν' αναφέρεται η εργασιακή σχέση, η ειδικότητα του ενάγοντος, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο και η χρονική διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, πέραν του συμβατικού εβδομαδιαίου ωραρίου και πέραν του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου, αντίστοιχα, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί, ποια περίπτωση υπέρβασης του νόμιμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση ή κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νόμιμου ωραρίου (ΑΠ 1105/2025 Τ.Ν.Π. Νόμος).

π. Για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από νυκτερινή εργασία, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, εκτός της σύμβασης εργασίας, του συμβατικού ή νόμιμου μισθού, που απαιτούνται για την εξεύρεση του ωρομισθίου, ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (από ώρες 22.00 μ.μ. έως 06.00 π.μ), οι διαφορές αποδοχών, οι προσαυξήσεις της νυκτερινής εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητο ν' αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες, κατά τις οποίες παρασχέθηκε η εργασία αυτή και ο αριθμός αυτών (ΑΠ 1105/2025 ό.π.). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή εργαζομένου, υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας 40 ωρών εβδομαδιαίως, με την οποία ζητείται αμοιβή και προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τη διάρκεια της νύκτα, για παροχή εργασίας ημέρες Κυριακής και για παροχή εργασίας ημέρες Σαββάτου, είναι η σύμβαση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, για την εξεύρεση του ωρομισθίου του, και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η αντίστοιχη οφειλή του εργοδότη επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 667/2019) και ειδικότερα α) ο αριθμός των ωρών της νυκτερινής εργασίας που παρείχε ο εργαζόμενος κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα (από 10.00 μ.μ. έως 06.00 πμ.) χωριστά τις καθημερινές, τα Σάββατα ή τις Κυριακές β) ο αριθμός των Σαββάτων απασχόλησης του (ως έκτης ημέρας της εβδομάδας) σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας και γ) ο αριθμός των Κυριακών απασχόλησης του (ΑΠ 1401/2024 Τ.Ν.Π. Νόμος).

iii. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, όπως η παρ.1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ.16 του Ν. 4504/1966 και η παρ.1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ΝΔ/τος 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση, είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται "κανονική άδεια", για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη. Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου, κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως (in nature) μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε, εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές άδειας). Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται, όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει (Ολ.Α.Π. 7/2019). Επίσης, υπάρχει πταίσμα και αν ο εργαζόμενος ζητήσει την ετήσια άδεια και ο εργοδότης τον εξαναγκάσει στην παροχή εργασίας κατά τον χρόνο, που έπρεπε να λάβει την άδεια, όχι όμως, και αν αυτός δεν έκανε χρήση της χορηγηθείσας αδείας ή απέφυγε να τη ζητήσει. Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη πταίσματος αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή της αστικής ποινής. Επομένως για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η προσαύξηση 100% των αποδοχών της μη ληφθείσας αδείας απαιτείται αναφορά περιστατικών, που θεμελιώνουν την, κατά τα ως άνω, υπαιτιότητα του εργοδότη στη μη χορήγηση της αδείας αυτής (ΑΠ 1555/2024 Τ.Ν.Π. Νόμος).

ίν. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ A 210/19.8.2005) με έναρξη ισχύος την 1.10.2005 (άρθρο 15 Ν. 3385/2005) και όπως οι παράγραφοι 1,3 και 5 αντικαταστάθηκαν και πάλι με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ A 115/15.7.2010) με έναρξη ισχύος την 15-7-2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010) και ίσχυε πριν την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 5 του ως άνω άρθρου (4) και της προσθήκης παραγράφου 6 σ' αυτό με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021 (ΦΕΚ A 101/19.6.2021)] ορίζονται τα εξής : Ί. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης ........ Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 4.Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα (9 ώρες ημερησίως) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ, δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), ο εργαζόμενος δικαιούται το "καταβαλλόμενο” ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι για κάθε ώρα "κατ' εξαίρεση” υπερωρίας (παράνομης υπερωρίας), ως άνω, ο εργαζόμενος δικαιούται "αποζημίωση", ευθέως από το νόμο (χωρίς πλέον να συνδέεται η ως άνω απαίτηση με αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως όριζε προηγουμένως η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 435/1976. Η εργασία, δε, του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης (ΑΠ 667/2019, ΑΠ 1412/2018), που είναι το οκτάωρο (ΑΠ 1752/2022 Τ.Ν.Π. Νόμος). Κατά το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 Ν. 4808/2011 και ισχύει από 19-6-2021 «Για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%).

Με την από 26-6-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/26-6-2024 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εξέθετε ότι τον Ιούλιο του 2016 προσλήφθηκε από την εναγόμενη-εκκαλούσα ως φύλακας ασφαλείας (security) με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, ωράριο οκτώ (8) ωρών ημερησίως, μηνιαίο μισθό ύψους 713 ευρώ και εργάστηκε μέχρι τις 28-12- 2022, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς. Ότι εργαζόταν α. τρεις καθημερινές, που εναλλάσσονταν κάθε εβδομάδα, από 18:00 έως 07:00, β. δύο Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα από τις 07:00 μέχρι τις 19:00 και γ. τα υπόλοιπα δύο Σάββατα και δύο Κυριακές του μήνα από τις 19:00 έως 07:00. Ότι για τα έτη 2018-2022 η εναγόμενη του οφείλει Α. αμοιβή και προσαυξήσεις από υπερεργασία κατά τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα, Β. αποζημίωση και προσαυξήσεις για παράνομη υπερωρία τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα, Γ. προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία και νυχτερινή εργασία τις Κυριακές, Δ. διαφορές από επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, Ε. διαφορές από επίδομα άδειας και αποζημίωση λόγω μη χορήγησης όλων των αναλογούντων ημερών άδειας αναψυχής, τις οποίες ζήτησε αυτούσιες από την εναγόμενη και αυτή αρνήθηκε να χορηγήσει. Με βάση τα ανωτέρω και παραθέτοντας τα ποσά που έλαβε για επιδόματα εορτών και αδείας, κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, ζήτησε α. να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλλει για κατ' εξαίρεση / παράνομες υπερωρίες ποσό 43.367,93 ευρώ, για διαφορές δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ποσό 3.794,51 ευρώ, ως αποδοχές άδειας και αποζημίωση για μη χορήγηση δώδεκα εκ των είκοσι δύο ημερών ετήσιας άδειας ποσό 4.859,05 ευρώ, και συνολικά το ποσό των 52.021,49 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β. να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλλει για υπερεργασία ποσό 7.315,36 ευρώ, για εργασία κατά τις νυχτερινές ώρες ποσό 10.731,68 ευρώ, για επίδομα αδείας 1.512,42 ευρώ και συνολικά το ποσό των 19.559,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, ζήτησε να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή, για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας προσκομίζεται το έντυπο έγγραφης ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση υπογεγραμμένο από τον ενάγοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του (άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019), είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653, 655, 345, 346 Α.Κ., 70 Κ.Πολ.Δ., 5 και 6 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 26.02.1975, 4 παρ. 2, 4 και 5 του Ν. 2874/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 και η παρ. 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010 και ίσχυσε μέχρι 18-6-2021, τροποποιήθηκε, δε, με το άρθρο 58 Ν. 4808/2021 που ισχύει από 19-6-2021 (παράνομη υπερωρία), 8 του ν. 3846/2010 (εργασία Σαββάτου) 1 παρ. 1, 7 και 10 του Β.Δ. 748/1966, 2 παρ. 1 του Ν. 435/1976, Υ.Α. 18310/1946, Υ.Α. 8900/1946, Υ.Α. 25825/1951 (εργασία Κυριακής), 10 Υ.Α. 19040/1981 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980 (δώρα εορτών), 4 παρ. 1 Α.Ν. 539/1945, Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 Ν.Δ. 4547/1966 (επίδομα άδειας και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας). Αντίθετα, η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς το κονδύλιο της αμοιβής και προσαύξησης για υπερεργασία (κατά τις καθημερινές, το Σάββατο και την Κυριακή) ποσού 7.315,36 ευρώ. Ειδικότερα, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, σαράντα ωρών εβδομαδιαίως και στην πράξη εργαζόταν τρεις ημέρες επί δεκατρείς ώρες κατά τις καθημερινές, ήτοι 39 ώρες εβδομαδιαίως. Συνεπώς, με βάση την υπό στοιχ. IIIv. νομική σκέψη, κατά την οποία υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα, ενώ δεν αποτελεί υπερεργασία η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, στην κρινόμενη περίπτωση, τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν θεμελιώνουν δικαίωμα αμοιβής για υπερεργασία. Συγκεκριμένα, κατά τις πέντε εργάσιμες, που μόνο αυτές λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της υπερεργασίας, δεν συμπληρώνονται ώρες εργασίας πέραν των σαράντα, ώστε οι επιπλέον ώρες 41-45 να δικαιολογούν πρόσθετη αμοιβή, ενώ δεν να αρκεί η υπέρβαση κατά μία ώρα της ημερήσιας οκτάωρης εργασίας. Η επικαλούμενη υπέρβαση των εννέα ωρών τις καθημερινές και του οκταώρου τα Σάββατα και τις Κυριακές συνιστά υπερωρία. Κατ' αποτέλεσμα, πρέπει να γίνει δεκτός και ο ισχυρισμός της εναγόμενης, δια του δευτέρου λόγου της έφεσής της, περί νομικής αβασιμότητας της αγωγής ως προς το κονδύλιο της αμοιβής υπερεργασίας για την ημέρα Κυριακή (έστω και αν η εναγόμενη εξειδικεύοντας τον ισχυρισμό αναφέρεται σε αιτούμενο από τον ενάγοντα συνολικό ποσό 2.334,80 ευρώ σε σύνολο 260 εβδομάδων, υποδεικνύοντας την σελίδα 8 της αγωγής, χωρίς τα στοιχεία αυτά να ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο της αγωγής). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, δια του πρώτου λόγου της έφεσης, ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το κονδύλιο για προσαυξήσεις από υπερωρία (καθημερινές, Σάββατα, Κυριακές και εργασία κατά τις νυχτερινές ώρες (καθημερινές, Σάββατα, Κυριακές), επικαλούμενη ότι ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή τις συνολικές ώρες ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας και δεν διασαφηνίζει πως προκύπτει ο συνολικός αριθμός ωρών νυχτερινής εργασίας σε καθημερινές ή Κυριακές, ήτοι σε ποιες ημέρες και ποιες ώρες παρείχε την εργασία του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, με βάση τα παρατιθέμενα στο αγώγικό δικόγραφο, εξειδικεύονται, όπως απαιτείται κατά την προηγηθείσα II.ί. νομική σκέψη, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, οι όροι της, η ειδικότητα και οι καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος για τον υπολογισμό του ωρομισθίου του, αλλά και η διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησής του, με αναφορά των ημερών και εβδομάδων των επιμέρους διαστημάτων και των συγκεκριμένων ωρών εργασίας κατά ημέρα και κατά εβδομάδα, ώστε να προκύπτουν οι ώρες υπερωριακής απασχόλησης, αξιώνεται δε διακριτώς αποζημίωση για αυτήν. Επίσης, αναφέρεται ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας, που παρέσχε ο ενάγων τις καθημερινές, τα Σάββατα και τις Κυριακές, σε μηνιαία βάση, για όλο το επίδικο διάστημα και τα ποσά των προσαυξήσεων της νυκτερινής εργασίας (25%), εργαζόμενος στα ωράρια που παραθέτει, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως αναφέρεται στην προπαρατεθείσα ll.il νομική σκέψη, να προσδιορίζονται, αναλυτικά, οι συγκεκριμένες ημέρες, κατά τις οποίες παρασχέθηκε η εργασία αυτή, δεδομένου ότι αφενός, ο προσδιορισμός του όρου νυκτερινή εργασία προβλέπεται στις κοινές υπουργικές αποφάσεις 18310/1946 και 25825/1951, αφετέρου ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου παροχής της νυκτερινής εργασίας είναι αδιάφορος για την ουσιαστική εκτίμηση της εν λόγω αγωγικής αξίωσης, αφού η δικαιούμενη αμοιβή του ενάγοντος δεν μεταβάλλεται, αλλά υπολογίζεται με τον ίδιο συντελεστή (25%), εφόσον αποδειχθεί ότι παρασχέθηκε εργασία, εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος. Με βάση τις ώρες εργασίας ανά ημέρα και τις ημέρες εργασίας ανά μήνα υπολογίζονται αθροιστικά τα αναγραφόμενα σ' αυτή (αγωγή) ποσά, α) αποζημίωσης και προσαυξήσεων για παράνομες υπερωρίες β) για προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας τις καθημερινές (περιλαμβανομένων των Σαββάτων), γ) για προσαυξήσεις νυκτερινής απασχόλησης τις Κυριακές. Η σαφής αναφορά των αναγκαίων προσδιοριστικών στοιχείων των ανωτέρω επιμέρους ένδικων αξιώσεων, ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. "σαφή έκθεση των γεγονότων που ...δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου" και "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς" και με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις προαναφερόμενες διατάξεις σκοπός, της παροχής δυνατότητας στο δικαστήριο της νομικής θεμελίωσης της αγωγής και στην εναγόμενη της ικανοποιητικής άμυνας. Ακόμη, η εναγόμενη δια του πέμπτου λόγου της έφεσης, ισχυρίζεται και ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το κονδύλιο για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας αναψυχής, επικαλούμενη ότι ο ενάγων δεν παραθέτει, αφενός ότι ζήτησε την άδεια αυτή προσδιορίζοντας και τα αιτούμενα χρονικά διαστήματα, αφετέρου ότι η άδεια δεν του χορηγήθηκε από υπαιτιότητα του εργοδότη. Ο ισχυρισμός της είναι, ομοίως, αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από το περιεχόμενο της αγωγής αποδεικνύεται ότι ο ενάγων επικαλέστηκε ότι είχε όλες τις προβλεπόμενες από τον α.ν. 539/1945 προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας, ότι ο ίδιος ζήτησε αυτούσια την άδεια από την εναγόμενη και αυτή αρνήθηκε να τη χορηγήσει. Το ιστορικό αυτό αρκεί για το ορισμένο της αγωγής κατά την παραπάνω υπό στοιχείο II.ί. νομική σκέψη (σχ. το σκεπτικό της ΑΠ 1555/2024 ό.π., κατά την οποία αρκεί η αναφορά των δύο αυτών στοιχείων), χωρίς να παρίσταται ανάγκη μνείας και του συγκεκριμένου αιτηθέντος χρονικού διαστήματος, είτε επιπλέον στοιχεία περί της υπαιτιότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη. Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος, που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, χωρίς να απαιτείται καταβολή δικαστικού ενσήμου για το καταψηφιστικό της σκέλος, εφόσον αυτό δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (άρθρο 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.).

III. Η εναγόμενη, δια του έβδομου λόγου της έφεσης, ισχυρίζεται ότι η άσκηση της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση περιουσιακών αξιώσεων του ενάγοντας, είναι καταχρηστική, καθόσον ο τελευταίος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για δήθεν μη καταβολή της προσήκουσας αμοιβής του, ότι άσκησε την ένδικη αγωγή μετά την παρέλευση επτά ετών, χωρίς να επιφυλαχθεί κατά την οικειοθελή του αποχώρηση, την οποία υπέγραψε κανονικά, χωρίς ποτέ να προβεί σε καταγγελία στις Αρχές είτε να διαπιστωθεί σε έλεγχο αυτών οποιαδήποτε υπέρβαση ωραρίου. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν είναι νόμιμος, όχι μόνον διότι η διάταξη του άρθρου 281 Α,Κ, δεν εφαρμόζεται όταν ο εναγόμενος αρνείται το αγωγικό δικαίωμα, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η εκκαλούσα - εναγομένη, παρότι επικαλείται καταχρηστικότητα κατά την ενάσκηση του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, αμφισβητεί ταυτόχρονα την ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος αυτού του τελευταίου, απορρέοντος από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και επειδή τα επικαλούμενα περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται κατά νόμο να συγκροτήσουν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. Η περιγραφόμενη στάση του ενάγοντας συνιστά απλή αδράνεια και όχι θετική συμπεριφορά του και δεν συνδυάζεται με άλλες ειδικές περιστάσεις, ώστε να δημιουργήσει στην εργοδότρια την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθούν αξιώσεις για μη καταβληθείσες πρόσθετες αμοιβές. Θετική συμπεριφορά που θα μπορούσε να στηρίξει τον ισχυρισμό της εναγόμενης περί κατάχρησης δικαιώματος του ενάγοντας, θα συνιστούσε η υπογραφή του τελευταίου σε μηνιαίες καταστάσεις υπερωριακής απασχόλησης, εφόσον τις σχετικές καταστάσεις συνέτασσε ο ίδιος και τις υπέβαλε προς έγκριση στην εργοδότρια, η οποία θα τις ενέκρινε και στη συνέχεια εκείνος αμφισβητούσε τον αριθμό των υπερωριών, που ο ίδιος υποστήριξε εξ αρχής ότι πραγματοποίησε. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης εκ του άρθρου 281 Α.Κ. πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

1V.L Σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ' αριθ. 19040/1931 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα. Περιλαμβάνονται, όμως, ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ' αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα. Δεν περιλαμβάνονται, όμως, η αμοιβή για την εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα, η αμοιβή αυτή, ακόμη και αν η εργασία κατά τις Κυριακές ή Σάββατα παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού (ΟλΑΠ 39-40/2002), με εξαίρεση βέβαια την ως άνω κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού για την εργασία κατά Κυριακές και εξαιρετέες εορτές, η οποία, στην περίπτωση κατά την οποία η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα, συνυπολογίζεται, ως από το νόμο απευθείας οφειλόμενη για την εξεύρεση του ύψους των παραπάνω επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας, κατά τα προαναφερόμενα (ΑΠ 1790/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος).

Η. Σύμφωνα με την ασφαλιστική και φορολογική νομοθεσία σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο προσδιορισμός του ύψους των μισθών και των πάσης φύσεως επιδομάτων ή λοιπών εργοδοτικών χρηματικών παροχών που εμπίπτουν στην έννοια των τακτικών αποδοχών γίνεται αφηρημένα, ήτοι σε ποσά που εκφράζουν αποδοχές, οι οποίες δεν καταβάλλονται πραγματικά σε κάθε συγκεκριμένο εργαζόμενο (μικτές αποδοχές). Από τον κατ’ αυτόν τον τρόπο προσδιορισμό των αποδοχών, με τις οποίες αφηρημένα δικαιούται να αμειφθεί ο εργαζόμενος, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατήσει και αποδώσει αρμοδίως τις ασφαλιστικές εισφορές και το φόρο εισοδήματος, που επιβαρύνουν τον εργαζόμενο λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες και εφαρμοζόμενες διατάξεις της ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας. Μόνον ύστερα από αυτό, ο εργοδότης δύναται να καταβάλει στα χέρια του δικαιούχου το εναπομένον υπόλοιπο (καθαρές αποδοχές). Εφ' όσον, λοιπόν, διεκδικούνται δικαστικώς δεδουλευμένες αποδοχές, έναντι των οποίων ουδέν έχει καταβληθεί, μετά τον προσδιορισμό τους σε μικτές αποδοχές, ο εργοδότης θα υποχρεωθεί μεν να καταβάλει το ποσό που προκύπτει, αλλά κατά την εκτέλεση, αφού παρακρατήσει τις ως άνω επιβαρύνσεις, θα καταβάλει στο δικαιούχο τις καθαρές αποδοχές και θα απαλλαγεί. Αν όμως, έναντι των δεδουλευμένων μικτών αποδοχών έχουν γίνει μερικότερες καταβολές καθαρών αποδοχών, για την εξεύρεση του οφειλόμενού υπολοίπου το δικαστήριο της ουσίας πρέπει είτε να αναγάγει τις εισέτι οφειλόμενες μικτές αποδοχές σε καθαρές και κατόπιν να αφαιρέσει τις ήδη καταβληθείσες, είτε να αναγάγει τις καταβληθείσες καθαρές αποδοχές σε μικτές και κατόπιν να τις αφαιρέσει από τις οφειλόμενες (ΑΠ 1749/2022 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις ... και .../7-10-2024 ένορκες βεβαιώσεις των … και της … και του …, αντίστοιχα, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγόμενης (βλ, την …/2-10-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …) και από τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα παρουσιολόγια, που υπέγραφε κατά τον κρίσιμο χρόνο ο ενάγων και έστελνε στην εναγόμενη, τα οποία αυτός επικαλείται και προσκομίζει και δεν φέρουν, μεν, την υπογραφή της εναγόμενης, αλλά είναι υποστατά, καθώς έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου, οπότε νομίμως λαμβάνονται υπόψη ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, που δεν πληροί τους όρους του νόμου και εκτιμάται ελεύθερα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα (σχ. ΑΠ 714/2022 Τ.Ν.Π. Νόμος, επί ανυπόγραφου εγγράφου), απορριπτομένου του ισχυρισμού της εναγόμενης, δια του τρίτου λόγου της έφεσης, ότι αυτά είναι ανίσχυρα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρία έχει αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών ασφάλειας. Για την εξυπηρέτηση της δραστηριότητας αυτής την 1-7-2016 σύναψε με τον ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου ο τελευταίος να απασχοληθεί ως φύλακας ασφαλείας (security), με πενθήμερη εργασία οκτώ (8) ωρών ημερησίως, εβδομαδιαίο ωράριο 40 ωρών και δηλωθέν ωράριο από Δευτέρα έως Παρασκευή από 19:00 έως 03:00. Οι μηνιαίες αποδοχές συμφωνήθηκαν ίσες με τον κατώτατο βασικό μισθό της εκάστοτε ισχύουσας Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κατ' εκείνο τον χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 586,08 ευρώ μεικτά και διαμορφώθηκε από 1-2-2019 σε 650 ευρώ μεικτά, από 1-1-2022 σε 663 ευρώ μεικτά και από 1-5-2022 σε 713 ευρώ μεικτά, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη και αποδεικνύεται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο όσο και από την ένορκη βεβαίωση της …, κατά την οποία ο ενάγων αμειβόταν με τον βασικό μισθό, αλλά και από το έντυπο αναγγελίας πρόσληψης του ενάγοντας, όπου αναγράφεται το ποσό των 586,08 ευρώ. Ο ισχυρισμός του ενάγοντας ότι ο μισθός του, που στα τέλη του 2022 ήταν 713 ευρώ, ανερχόταν στο ποσό αυτό από την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, δεν αποδείχθηκε. Η σύμβαση αυτή ήδη λύθηκε με την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντας στις 28-12-2022. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στις εγκαταστάσεις της (παραγωγικής) εταιρείας … στο … Θεσσαλονίκης κατά τις ώρες και ημέρες, που αυτή δεν βρισκόταν σε λειτουργία. Συγκεκριμένα, ο ενάγων εργαζόταν κατά τις καθημερινές, είτε τρεις είτε δύο ημέρες την εβδομάδα, οι οποίες (ημέρες) εναλλάσσονταν από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά τις ώρες 18:00 έως 07:00, ήτοι δεκατρείς ώρες κάθε φορά. Τα Σαββατοκύριακα εργαζόταν με εναλλασσόμενα ωράρια για δώδεκα ώρες, είτε από 07:00 - 19:00 είτε από 19:00 έως 07:00, σε βάρδιες με τον (ενόρκως βεβαιώσαντα) συνάδελφό του …, ο οποίος εργαζόταν στην έτερη βάρδια για την κάλυψη του εικοσιτετραώρου κατά το Σαββατοκύριακο, ενώ εργαζόταν και τις καθημερινές κατά τις ημέρες που δεν δούλευε ο ενάγων στις εν λόγω φυλασσόμενες εγκαταστάσεις. Ήτοι, ο ενάγων εργαζόταν κάθε μήνα δύο Σάββατα με ωράριο 07:00 - 19:00, άλλα δύο Σάββατα με ωράριο 19:00 έως 07:00, δύο Κυριακές ανά μήνα με ωράριο 07:00 -19:00 και άλλες δύο με ωράριο 19:00 έως 07:00. Επομένως, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατά τις πέντε καθημερινές εκάστου δεκαπενθημέρου εργαζόταν τέσσερις (4) ώρες, από 15:00 έως 19:00, καθ' υπέρβαση του ανώτατου νόμιμου ημερήσιου ωραρίου των εννέα (9) ωρών, ήτοι είκοσι (20) ώρες κάθε δεκαπενθήμερο και σαράντα (40) κάθε μήνα. Για μία Δευτέρα ανά δεκαπενθήμερο (ως συνέχεια της βραδινής βάρδιας της Κυριακής) εργαζόταν πέραν του καθ' υπέρβαση του ανώτατου νόμιμου ημερήσιου ωραρίου των οκτώ (8) ωρών για τέσσερις ώρες από 03:00 έως 07:00 (ζητεί δε, αποζημίωση και προσαύξηση για τις τρεις (3) ώρες από 04:00 έως 07.00). Επίσης, εργαζόταν τέσσερις (4) ώρες καθ' υπέρβαση του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου των οκτώ (8) ωρών τα Σάββατα και τις Κυριακές (απόγευμα Σαββάτου και Κυριακής 06:00 - 20:00 και πρωί Κυριακής 03:00-07:00 σε συνέχεια της απογευματινής βάρδιας του Σαββάτου), ήτοι δεκαέξι ώρες έκαστο δεκαπενθήμερο. Η εργασία αυτή των τεσσάρων ωρών για το χρονικό διάστημα έως 18-6-2021 συνιστά κατ' εξαίρεση υπερωρία, που αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% και για το χρονικό διάστημα από 19-6-2021 (με βάση τις διατάξεις του Ν. 4808/2021) συνιστά παράνομη υπερωρία, που αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 120%. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται λόγω κατ' εξαίρεση υπερωρίας/παράνομης υπερωρίας α. κατά τις καθημερινές 19.763,44 (2.536 + 8.002,80 + 2.230,80 + 1.401,60 4- 3.014,40 + 2.577,84) υπολογιζόμενο ως εξής, αα. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 31-1-2019, ήτοι για 40 ώρες X 10 μήνες= 400 ώρες X (ωρομίσθιο 3,52 + 3,52X80%) = 6,34 (καθόσον ο ενάγων επικαλούμενος ότι βρισκόταν σε άδεια δεν περιλαμβάνει στην αγωγή τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο) το ποσό των 2.536 ευρώ, αβ. για το χρονικό διάστημα από 1-2-2019 έως 18-6-2021, ήτοι για 20 ώρες X 57 δεκαπενθήμερα = 1.140 ώρες X (ωρομίσθιο 3,90 ευρώ + 3,90X80%) = 7,02 ευρώ, το ποσό των 8.002,80 ευρώ, αγ. για το χρονικό διάστημα από 18-6-2021 έως 31-12-2021, ήτοι για 20 ώρες X 13 δεκαπενθήμερα = 260 ώρες X (ωρομίσθιο 3,90 ευρώ 4- 3,90X120%) = 8,58 ευρώ], το ποσό των 2.230,80 ευρώ, αδ. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 30-4-2022, ήτοι για 20 ώρες X 8 δεκαπενθήμερα = 160 ώρες X (ωρομίσθιο 3,98 ευρώ 4-3,98X120%) = 8,76 ευρώ, το ποσό των 1.401,60 ευρώ, αε. για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 28-12-2022, ήτοι για 20 ώρες X 16 δεκαπενθήμερα = 320 ώρες X (ωρομίσθιο 4,28 ευρώ + 4,28X120%) = 9,42] το ποσό των 3.014,40 ευρώ, αστ. για τρεις ώρες από 04:00 έως 07:00 για μία Δευτέρα ανά δεκαπενθήμερο ποσό 2.577,84 ευρώ ως εξής, ί. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 31-1-2019, ήτοι για 3 ώρες X 20 δεκαπενθήμερα = 60 ώρες X (ωρομίσθιο 3,52 4- 3,52 X 80%) = 6,34], το ποσό των 380,40 ευρώ, ϋ. για το χρονικό διάστημα από 1-2- 2019 έως 18-6-2021, ήτοι για 3 ώρες X 57 δεκαπενθήμερα = 171 ώρες X (ωρομίσθιο 3,90 ευρώ 4- 3,90 X 80%) = 7,02 ευρώ, το ποσό των 1.200,42 ευρώ, ίίί. για το χρονικό διάστημα από 18-6-2021 έως 31-12-2021, ήτοι για 3 ώρες X 13 δεκαπενθήμερα 39 ώρες X (ωρομίσθιο 3,90 ευρώ 4- 3,90 X 120%) = 8,58 ευρώ, το ποσό των 334,62 ευρώ , ίν. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 30-4-2022, ήτοι για 3 ώρες X 8 δεκαπενθήμεραΧ 24 ώρες X (ωρομίσθιο 3,98 ευρώ + 3,98 X 120%) = 8,76 ευρώ, το ποσό των 210,24 ευρώ, ν. για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 28-12-2022 ήτοι για 3 ώρες X 16 δεκαπενθήμερα = 48 ώρες X (ωρομίσθιο 4,28 ευρώ + 4,28 X 120%) = 9,42 ευρώ, το ποσό των 452,16 ευρώ, β. κατά τα Σάββατα με ωράριο 07:00-19:00, λαμβανομένου υπόψη και ότι ο ενάγων ζητεί την αποζημίωση για την υπερωρία και την προσαύξηση για τρεις ώρες από 16:00 έως 19:00 (αντί για τέσσερις ώρες) επί του απλού καταβαλλόμενου ωρομισθίου (χωρίς προσαύξηση Σαββάτου), δικαιούται ποσό 2.577,84 (380,40 + 1.200,42 4- 334,62 4- 210,24 4- 452,16) ευρώ, υπολογιζόμενο ως εξής, βα. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 31-1-2019, ήτοι για 60 ώρες (3 ώρες X 20 δεκαπενθήμερα) το ποσό των 380,40 ευρώ και συγκεκριμένα, 60 ώρες X [ωρομίσθιο 3,52 4- (3,52 X 80%) = 6,34], ββ. για το χρονικό διάστημα από 1-2-2019 έως 18-6-2021, ήτοι για 171 ώρες ( 3 ώρες X 57 δεκαπενθήμερα) το ποσό των 1.200,42 ευρώ και συγκεκριμένα, 171 ώρες X [ωρομίσθιο 3,90 ευρώ 4- (3,90 X 80%) = 7,02], βγ. για το χρονικό διάστημα από 18-6-2021 έως 31-12-2021, ήτοι για 39 ώρες (3 ώρες X 13 δεκαπενθήμερα) το ποσό των 334,62 ευρώ [39 ώρες X [ωρομίσθιο 3,90 ευρώ 4- (3,90 X 120%) = 8,58], βδ. για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2022 έως 30-4-2022, ήτοι για 24 ώρες (3 ώρες X 8 δεκαπενθήμερα) το ποσό των 210,24 ευρώ, και συγκεκριμένα, 24 ώρες X ωρομίσθιο 3,98 ευρώ 4- (3,98 X 120%) = 8,76 ], βε. για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 28-12-2022 ήτοι για 48 ώρες (3 ώρες X 16 δεκαπενθήμερα) το ποσό των 452,16 ευρώ, και συγκεκριμένα, 48 ώρες X [ωρομίσθιο 4,28 ευρώ 4- (4,28 X 120%) = 9,42], γ. κατά τις Κυριακές με ωράριο 07:00-19:00 δικαιούται ποσό 3.886,86 (583,80 4- 1.846,80 4- 489,06 4-307,20 4- 660) ευρώ, με βάση το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο επί μηνιαίου μισθού στον οποίο συνυπολογίζεται η προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μηνιαίου μισθού για την τακτικά παρεχόμενη εργασία της Κυριακής, ανερχόμενη (η μηνιαία προσαύξηση) σε α. 70,33 ευρώ από 1-1-2018 έως 31-1-2019 [4 X 75% (586,08:25)], β. κατά 78,00 ευρώ από 1-2-2019 έως 31-12-2021 [4 X 75% (650:25)], γ. κατά 79,56 ευρώ από 1-1-2022 έως 30-4-2022 [4 X 75% (663:25)], δ. κατά 85,56 ευρώ από 1-5-2022 έως 28-12-2022 (4 X 75% (713:25)], και το ωρομίσθιο σε α. 3,94 ευρώ, β. σε 4,37 ευρώ, γ. σε 4,46 ευρώ και δ. σε 4,79 ευρώ. Εφόσον, δε, ο ενάγων ζητεί την προσαύξηση υπερωρίας για τρεις ώρες από 16:00 έως 19:00 (αντί τέσσερις ώρες), ευρώ, δικαιούται τα ακόλουθα ποσά, γα. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 31-1-2019, ήτοι για 3 ώρες X 20 Κυριακές = 60 ώρες X [καταβαλλόμενο ωρομίσθιο 3,94 ευρώ + (3,94X80% για προσαύξηση υπερωρίας) + (νόμιμο ωρομίσθιο 3,52X75% για προσαύξηση Κυριακής) 9,73 ευρώ, το ποσό των 583,80 ευρώ καθόσον δεν εργάστηκε τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο), γβ. για το χρονικό διάστημα από 1-2-2019 έως 17-6-2021, ήτοι για 3 ώρες X 57 Κυριακές =171 ώρες X 10,80 ευρώ [καταβαλλόμενο ωρομίσθιο 4,37 ευρώ + (4,37 X 80%) + (νόμιμο ωρομίσθιο 3,90 X 75%) = 10,80 ευρώ, το ποσό των 1.846,80 ευρώ, γγ. για το χρονικό διάστημα από 18-6-2021 έως31-12- 2021, ήτοι για 3 ώρες X 13 Κυριακές = 39 ώρες X [καταβαλλόμενο ωρομίσθιο 4,37 ευρώ + (4,37X120%) + (νόμιμο ωρομίσθιο 3,90X75 %) = 12,54 ευρώ, το ποσό των 489,06 ευρώ, γδ. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 30-4-2022, ήτοι για 3 ώρες X 8 Κυριακές = 24 ώρες X [(καταβαλλόμενο ωρομίσθιο 4,46 ευρώ + (4,46 X 120%) + (νόμιμο ωρομίσθιο 3,98 X 75%) = 12,80 ευρώ] το ποσό των 307,20 ευρώ], γε. για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 28-12-2022, ήτοι για 3 ώρες X 16 Κυριακές = 48 ώρες X [καταβαλλόμενο ωρομίσθιο 4,79 ευρώ + (4,79X120%) + (νόμιμο ωρομίσθιο 4,28X75%) = 13,75 ευρώ, το ποσό των 660 ευρώ], δ. τα Σάββατα με ωράριο 19:00-07:00, και λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων ζητεί την αποζημίωση και προσαύξηση υπερωρίας 80% / 120% για τρεις ώρες από 04:00 έως 07:00 της Κυριακής με προσαύξηση 75% (αντί για τέσσερις ώρες), δικαιούται το ποσό των 3.886,86 (583,80 +1.846,80 + 489,06 +307,20 + 660) ευρώ, ως εξής, δα. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 31-1-2019, ήτοι για (3 ώρες X 20 Κυριακές ), 60 ώρες καθόσον ο ενάγων δεν εργάστηκε τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο) το ποσό των 583,80 ευρώ [60 ώρες X (ωρομίσθιο καταβαλλόμενο 3,94 ευρώ + (3,94 X 80%) + ωρομίσθιο νόμιμο 3,52 X 75%) 9,73], δβ. για το χρονικό διάστημα από 1-2-2019 έως 17-6-2021, ήτοι για 171 ώρες (3 ώρες X 57 Κυριακές) το ποσό των 1.846,80 ευρώ [171 ώρες X (ωρομίσθιο καταβαλλόμενο 4,37 ευρώ + (4,37 ευρώ X 80%) + (ωρομίσθιο νόμιμο 3,90 X 75%)10,80 ευρώ], δγ. για το χρονικό διάστημα από 18-6-2021 έως 31-12-2021 ήτοι για 39 ώρες (3 ώρες X 13 Κυριακές) το ποσό των 489,06 ευρώ [39 ώρες X (ωρομίσθιο καταβαλλόμενο 4,37 ευρώ +(4,37 X 120%) + (ωρομίσθιο νόμιμο 3,98 X 75 %) = 12,54], δδ. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 30-4-2022 ήτοι για 24 ώρες (3 ώρες X 8 Κυριακές) το ποσό των 307,20 ευρώ [24 ώρες X (ωρομίσθιο καταβαλλόμενο 4,46 ευρώ + (4,46 X 120%) + (ωρομίσθιο νόμιμο 3,98 X 75%) = 12,80 ευρώ)], δε. για το χρονικό διάστημα από 1-5- 2022 έως 28-12-2022 ήτοι για 48 ώρες (3 ώρες X 16 Κυριακές) το ποσό των 660,00 ευρώ [48 ώρες X (ωρομίσθιο καταβαλλόμενο 4,79 ευρώ + (4,79 X 120%) + (ωρομίσθιο νόμιμο 4,28 X 75%) 13,75 ευρώ]. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται συνολικά για παράνομες υπερωρίες (αποζημίωση και προσαύξηση) το ποσό των 30.115 (19.763,44 + 2.577,84 +3.886,86 3.886,86) ευρώ. Επιπροσθέτως, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργάστηκε κατά τη νύχτα στο ωράριο 19:00-07:00 των καθημερινών και κατά το Σαββατοκύριακο στο ωράριο 19:00-07:00. Ειδικότερα, εργαζόταν κατά τη νύχτα (22:00 - 06:00) α. τις καθημερινές και τα Σάββατα 96 ώρες ανά μήνα και συγκεκριμένα, ί. τις καθημερινές 24 ώρες (ήτοι 3 ημέρες X 8 ώρες) εβδομαδιαίως ανά δύο εβδομάδες, καθώς και 22 ώρες [ήτοι 2 ημέρες X 8 ώρες = 16 ώρες + 6 ώρες της Δευτέρας 24:00-06:00] εβδομαδιαίως ανά δύο εβδομάδες, και ϋ. το Σάββατο 2 ώρες εβδομαδιαίως ανά δύο εβδομάδες από το ωράριο 19:00-07:00 (ήτοι τις ώρες 22:00-24:00) και β. την Κυριακή 16 ώρες μηνιαίως και συγκεκριμένα, 8 ώρες εβδομαδιαίως ανά δύο εβδομάδες (ήτοι, 6 ώρες από 24:00 έως 06:00 Κυριακής από το ωράριο 19:00-07:00 του Σαββάτου και 2 ώρες από 22:00 έως 24:00 εβδομαδιαίως ανά δύο εβδομάδες από το ωράριο της Κυριακής 19:00-07:00). Ως εκ τούτου, για τις ώρες αυτές δικαιούται την προσαύξηση 25% επί του νόμιμου ωρομισθίου, ενώ για την απασχόλησή του τη νύχτα της Κυριακής δικαιούται επιπλέον την προσαύξηση 75% της Κυριακής επί του νόμιμου ωρομισθίου, οι δε ως άνω προσαυξήσεις αν και αθροίζονται, υπολογίζονται αυτοτελώς. Συνεπώς, για το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων δικαιούται α. για προσαύξηση 25% απλής νυχτερινής εργασίας, 96 ωρών ανά μήνα (χωρίς να υπολογίζονται οι Κυριακές) τα κάτωθι ποσά: α.α. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 31-1-2019 ποσό 844,80 ευρώ [(96 ώρες Χ10 μήνες X 0,88 (ήτοι νόμιμο ωρομίσθιο 3,52 X 25%)] και για κάθε μήνα 84,48 ευρώ, αβ. για το χρονικό διάστημα από 1 -2-2019 έως 31-12-2021 ποσό 3.259,20 ευρώ [(96 ώρες X35 μήνες X 0,97 προσαύξηση (νόμιμο ωρομίσθιο 3,90 X 25%)], και για κάθε μήνα 93,12 ευρώ, αγ. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 30- 4-2022 ποσό 380,16 ευρώ [(96 ώρες X 4 μήνες X προσαύξηση 0,99 (ωρομίσθιο νόμιμο 3,98 X 25%)], και για κάθε μήνα 95,04 ευρώ, αδ. για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 28-12-2022 ποσό 821,76 ευρώ [(96 ώρες X 8 μήνες X προσαύξηση 1,07 (ωρομίσθιο νόμιμο 4,28 X 25%)] και για κάθε μήνα 102,72 ευρώ, ήτοι συνολικά για απλή νυχτερινή εργασία δικαιούται το ποσό των 5.015,95 (844,80 + 3.259,20 + 380,16 + 821,76) ευρώ. Επίσης, β. για προσαύξηση 25% + 75% νυχτερινής εργασίας κατά την Κυριακή δικαιούται: βα. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 31- 1-2019 ποσό 563,20 ευρώ, ήτοι 16 ώρες X 10 μήνες X 3,52 ευρώ [(νόμιμο ωρομίσθιο 3,52 X 25%) + (3,52 X 75%)], και για κάθε μήνα 56,32 ευρώ, ββ. για το χρονικό διάστημα από 1-2-2019 έως 31-12-2021 ποσό 2.184 ευρώ ήτοι 16 ώρες X 35 μήνες X 3,90 [(νόμιμο ωρομίσθιο 3,90 X 25%) * (3,90 X 75%)] και για κάθε μήνα 62,40 ευρώ, βγ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 30-4-2022 ποσό 254,72 ευρώ, ήτοι 16 ώρες X 4 μήνες X 3,98 ευρώ [(νόμιμο ωρομίσθιο 3,98 X 25%) + (3,98X75%)] και για κάθε μήνα 63,68 ευρώ, βδ. για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 28-12- 2022 ποσό 547,84 ευρώ, ήτοι 16 ώρες X 8 μήνες X 4,28 [(νόμιμο ωρομίσθιο 4,28 X 25%) + (4,28 Χ75%)] και για κάθε μήνα 68,48 ευρώ, ήτοι, δικαιούται για προσαύξηση νυχτερινής απασχόλησης την Κυριακή το ποσό των 3.549,76 (563,20 + 2.184 + 254,72 + 547,84) ευρώ. Συνολικά, για προσαύξηση νυχτερινής απασχόλησης δικαιούται το ποσό των 8.565,71 (5.015,95 + 3.549,76) ευρώ. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων παρείχε εργασία κάθε Κυριακή, που αμείβεται με προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μηνιαίου μισθού και συγκεκριμένα α. από 1-1-2018 έως 31-1-2019 με ποσό 70,33 ευρώ, β. από 1-2-2019 έως 31-12-2021 ποσού 78,00 ευρώ (ανά μήνα), γ. από 1-1-2022 έως 30-4-2022 ποσού 79,56 ευρώ (ανά μήνα), δ. από 1-5-2022 έως 28-12-2022 ποσού 85,56 ευρώ (ανά μήνα). Εφόσον, λοιπόν, ο ενάγων απασχολήθηκε κατά τρόπο τακτικό και σταθερό τη νύχτα και τις Κυριακές, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο IVJ. νομική σκέψη, οι προσαυξήσεις για αυτές αποτελούν τακτικές αποδοχές επί των οποίων υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών. Έτσι, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ενάγοντας διαμορφώνονται α. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 31-1-2019 στο ποσό των 586,08 + 84,48 + 56,32 + 70,33 = 797,21 ευρώ, β. για το χρονικό διάοτημα από 1-2-2019 έως 31-12-2021 στο ποσό των 650 + 93,12 + 62,40 + 63,68 + 78,00 = 947,20 ευρώ, γ. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 30-4-2022 στο ποσό των 663 + 95,04 + 63,68 + 79,56 = 901,28 ευρώ, δ. για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 28-12-2022 στο ποσό των 713 + 102,72 + 68,48 + 85,56 = 969,76 ευρώ. Συνακόλουθα, το Δώρο Χριστουγέννων α. για το έτος 2018 ανερχόταν σε 797,21 ευρώ + προσαύξηση με συντελεστή 1,04166 επιδόματος άδειας = 830,65 ευρώ. Καταβλήθηκαν στον ενάγοντα 610,50 ευρώ (μεικτά σύμφωνα με την υπό στοιχ. IV. Η. νομική σκέψη, που ορίζει ότι από μεικτές οφειλόμενες αποδοχές αφαιρούνται τα μεικτά μερικώς καταβληθέντα) και οφείλεται η διαφορά των 220,15 ευρώ, β. για τα έτη 2019, 2020, 2021 ανερχόταν σε 947,20 ευρώ + προσαύξηση με συντελεστή 1,04166 επιδόματος άδειας = 985,90 ευρώ. Καταβλήθηκαν στον ενάγοντα 669,95, 677,08 και 677,08 (μεικτά) ευρώ, αντίστοιχα, και οφείλεται η διαφορά των 315,95, 308,82 και 308,82 ευρώ (μεικτά) αντίστοιχα, γ. για το έτος 2022 ανερχόταν σε 969,76 ευρώ + προσαύξηση με συντελεστή 1,04166 επιδόματος άδειας = 1.009,14 ευρώ. Καταβλήθηκαν στον ενάγοντα 742,70 (μεικτά) ευρώ και οφείλεται η διαφορά των 266,44 ευρώ (μεικτά). Συνολικά, για διαφορές δώρων Χριστουγέννων οφείλονται 1.420,18 (220,15 + 315,95 + 308,82 + 308,82 + 266,44) ευρώ. Εξάλλου, το Δώρο Πάσχα α. για το έτος 2018 ανερχόταν σε 797,21:2 = 398,605 ευρώ + προσαύξηση με συντελεστή 1,04166 επιδόματος άδειας = 415,25 ευρώ. Καταβλήθηκαν στον ενάγοντα 267,09 ευρώ (μεικτά) και οφείλεται η διαφορά των 148,16 ευρώ, β. για τα έτη 2019, 2020, 2021 ανερχόταν σε 947,20 :2 = 473,60 ευρώ + προσαύξηση με συντελεστή 1,04166 επιδόματος άδειας = 493,33 ευρώ. Καταβλήθηκαν στον ενάγοντα 338,54, 338,54 και 338,54 (μεικτά) ευρώ, αντίστοιχα, και οφείλεται η διαφορά των 154,79 ευρώ, αντίστοιχα, γ. για το έτος 2022 ανερχόταν σε 901,28: 2= 450,64 ευρώ + προσαύξηση με συντελεστή 1,04166 επιδόματος άδειας = 469,43 ευρώ. Καταβλήθηκαν στον ενάγοντα 345,31 ευρώ (μεικτά) και οφείλεται η διαφορά των 124,12 ευρώ. Συνολικά, για διαφορές δώρων Πάσχα οφείλονται 736,65 (148,16 + 154,79 + 154,79 + 154,79 + 124,12) ευρώ. Επίσης, το επίδομα άδειας του ενάγοντος α. για το έτος 2018 ανερχόταν στο ποσό των 415,25 ευρώ. Καταβλήθηκαν 293,04 ευρώ (μεικτά) και οφείλεται η διαφορά των 122,21 ευρώ, β. για τα έτη 2019, 2020, 2021 ανερχόταν σε 493,33 ευρώ κατ' έτος. Καταβλήθηκαν 325, 325 και 325 ευρώ (μεικτά) και οφείλεται η διαφορά των 168,33 ευρώ κάθε έτος, ήτοι 504,99 ευρώ, γ. για το έτος 2022 ανερχόταν στο ποσό των 504,57 ευρώ. Καταβλήθηκαν 356,50 ευρώ (μεικτά) και οφείλεται η διαφορά των 148,07 ευρώ. Συνολικά, για διαφορές επιδόματος άδειας οφείλονται 775,27 (122,21 + 168,33 + 168,33 4- 168,33 + 148,07) ευρώ. Επίσης, αποδεικνύεται ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης η εναγόμενη χορηγούσε ετησίως στον ενάγοντα άδεια αναψυχής δέκα (10) ημερών αντί του νόμιμου χρόνου των είκοσι δύο (22) ημερών, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος ζητούσε και την χορήγηση των υπολοίπων ημερών αδείας και ως εκ τούτου οφείλει να του καταβάλει την αναλογία των αποδοχών αδείας για τις δώδεκα ημέρες. Συγκεκριμένα, α. για το έτος 2018 οφείλεται το ποσό των 434,84 ευρώ (αναλογία 12 ημέρων επί των τακτικών αποδοχών του διαστήματος της άδειας ποσού 797,21 ευρώ για τις 22 ημέρες), πλην όμως ζητείται το ποσό των 419,40 ευρώ, β. για καθένα από τα έτη 2019, 2020,2021 οφείλεται το ποσό των 16,65 (αναλογία 12 ημέρων επί των τακτικών αποδοχών του διαστήματος της άδειας ποσού 947,20 ευρώ για τις 22 ημέρες), πλην όμως ζητείται το ποσό των 507,60 ευρώ και γ. για το έτος 2022 οφείλεται το ποσό των 528,96 (αναλογία 12 ημέρων επί των τακτικών αποδοχών του διαστήματος της άδειας, ποσού 969,76 ευρώ για τις 22 ημέρες), πλην όμως ζητείται το ποσό των 487,30 ευρώ. Στα ανωτέρω ποσά θα πρέπει να προστεθεί και προσαύξηση 100% (αστική ποινή, Α.Ν. 539/1945 και Ν.Δ. 3/1957, Ν. 4808/2021, Εγκ. 64597/2021), διότι η μη χορήγηση μέρους της αδείας οφείλεται σε πταίσμα της εναγόμενης. Ως εκ τούτου, τα ποσά αυτά θα πρέπει να διαμορφωθούν ως εξής: α. για το έτος 2018 στο ποσό των (419,40 X 2) 838,80 ευρώ, β. για τα έτη 2019-2021 στο ποσό των (507,60 X 2) 1015,20 ευρώ X 3 έτη= 3,045,60 ευρώ και γ. για το έτος 2022 στο ποσό των (487,30 X 2) 974,60 ευρώ, ήτοι συνολικά για την ως άνω αιτία δικαιούται το ποσό των (838,80 + 1.015,20 + 1.015,20 + 1015,20 +974,60) 4.859 ευρώ.

V. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αγωγή θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και α. να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα για κατ' εξαίρεση/παράνομες υπερωρίες το ποσό των τριάντα χιλιάδων εκατόν δέκα πέντε (30.115) ευρώ, για διαφορές δώρου εορτών Χριστουγέννων ετών 2018-2022 το ποσό των χιλίων τετρακοσίων είκοσι ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (1.420,18), για διαφορές δώρου εορτών Πάσχα ετών 2018-2022 το ποσό των επτακοσίων τριάντα έξι ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (736,65), για αποδοχές άδειας και αποζημίωση για μη χορήγηση δώδεκα εκ των είκοσι δύο ημερών ετήσιας άδειας το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακόσιων πενήντα εννέα (4.859) ευρώ, και συνολικά το ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων εκατόν τριάντα ενός ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (37.131,83 = 30.115 + 1.420,18 + 736,65 + 4.859) ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 30.115 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 1.420,18 ευρώ από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από αυτό που αφορά κάθε δώρο Χριστουγέννων [220,15 (2018) + 315,95 (2019) + 308,82 (2020) + 308,82 (2021) + 266,44 (2022)], π.χ. από 1-1-2019 για το δώρο Χριστουγέννων έτους 2018 ποσού 220,15 κ.ο.κ., το ποσό των 736,65 ευρώ από την 1 η Μαΐου του έτους που αφορά κάθε δώρο Πάσχα [(148,16 (2018) + 154,79 (2019) + 154,79 (2020) + 154,79 (2021) + 124,12 (2022)], π.χ. από 1-5-2018 για το δώρο Πάσχα 2018 ποσού 148,16 ευρώ κ.ο.κ., και το ποσό των 4.859 ευρώ από την πρώτη του επόμενου έτους από εκείνο που κάθε επιμέρους ποσό αποδοχών άδειας [838,80 (2018) + 1.015,20 (2019) + 1.015,20 (2020) + 1.015,20 (2021)] αφορά, εκτός από τις αποδοχές άδειας ποσού 974,60 ευρώ του έτους 2022, κατά το οποίο λύθηκε η σύμβαση του ενάγοντας, που οφείλονται από την επομένη της λύσης της σχέσης εργασίας, ήτοι από τις 29-12-2022 και β. να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλλει για προσαύξηση αμοιβής για εργασία κατά τις νυχτερινές ώρες το ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (8.565,71), το ποσό των επτακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (775,27) για διαφορές επιδομάτων αδείας ετών 2018-2022 και συνολικά, το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων σαράντα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (9.340,98 = 8.565,71 + 775,27), εκ των οποίων το ποσό των 8.565,71 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και το ποσό των 775,27 ευρώ από την πρώτη του επόμενου έτους από εκείνο που κάθε επί μέρους ποσό επιδόματος (122,21 + 168,33 + 168,33 + 168,33) αφορά, εκτός από το επίδομα αδείας ποσού 148,07 ευρώ του έτους 2022 κατά το οποίο λύθηκε η σύμβαση του ενάγοντας, το οποίο οφείλεται από την επομένη της λύσης της σχέσης εργασίας, ήτοι από τις 29-12-2022. Λαμβανομένου, δε, υπόψη ότι, όταν εξαφανίζεται ολικώς ή μερικώς η εκκαλουμένη απόφαση, συνεξαφανίζεται αναγκαστικώς και η διάταξη αυτής περί της δικαστικής δαπάνης και προσδιορίζεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η καταβλητέα δΓ αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (βλ. ΑΠ 544/2021 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 192/1998 ΕλλΔικ 39.825), πρέπει συνεξαφανιζομένης της πρωτόδικης διάταξης περί δικαστικών εξόδων, να καταδικασθεί η εκκαλούσα - εναγόμενη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσιβλήτου - ενάγοντας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 191 παρ.2, 183 και 176, 178 παρ. 1 ΚΠολ.Δ., άρθρα 63 παρ. 1 ία, 68 παρ. 1, 69 παρ.1 εδ.α', 166 του ν. 4194/2013), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 12-3-2025 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό έκθεσης …/12-3-2025, αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 17010/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 26-1-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/26-6-2024 αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτήν.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων εκατόν τριάντα ενός ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (37.131,83), εκ των οποίων το ποσό των 30.115 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και τα ποσά των 1.420,18 ευρώ, των 736,65 ευρώ και των 4.859 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων σαράντα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (9.340,98), εκ των οποίων το ποσό των 8.565,71 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και το ποσό των 775,27 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα - εναγόμενη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσιβλήτου - ενάγοντας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ποσού δύο χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα (2.550) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων

τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

 

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ