ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 613/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2025, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Πρόεδρος, Σπυριδούλα Χρυσικοπούλου, Μαρίνα Παπαδοπούλου, Χρήστος Ντουχάνης, Άννα Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Βασίλειος Αραβαντινός, Όλγα Ζύγουρα, Ταξιαρχία Κόμβου, Παρασκευή Μπραΐμη, Βασιλική Κίντζιου, Όλγα Παπαδοπούλου, Ρωξάνη Γιαννουλάτου, Χριστίνα Σιταρά, Αγορίτσα Σδράκα, Νικόλαος Σκαρβέλης, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Ειρήνη Σταυρουλάκη, Κασσιανή Μαρίνου, Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη, Άννα Μπόνου, Γεωργία Ανδριοπούλου, Μαρία Σταματοπούλου, Σουλτάνα Κωνσταντίνου, Χρήστος Παπανικολάου, Σταυρούλα Λαμπροπούλου, Ιωάννης Παπαγιάννης, Αθανάσιος Ασημακόπουλος, Σύμβουλοι, Χαράλαμπος Κομνηνός, Μαρία Δρίβα, Αλίκη Πασιπουλαρίδου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Χρήστος Παπανικολάου και Αθανάσιος Ασημακόπουλος καθώς και η Πάρεδρος Αλίκη Πασιπουλαρίδου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2007. Γραμματέας ο Νικόλαος Αθανασίου.

Για να δικάσει την από 8 Νοεμβρίου 2024 αίτηση:

των: 1. Πανελλήνιου Συλλόγου Εργαζομένων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (ΠΑΝ.ΣΥ.ΕΡ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι (Απ. Παύλου 10Β) και 2. δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής» (Π.Ο.Π.Ο.Κ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα (Πατησίων 30), οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Μαργαρίτα Παναγοπούλου (Α.Μ. 33498), που τη διόρισαν με πληρεξούσια,

κατά των: 1. Υπουργού Υγείας, ο οποίος παρέστη με τη Μαρία Μπασδέκη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και 2. Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ο οποίος παρέστη με τις: α) Σοφία Διαμαντοπούλου, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και β) Αλεξάνδρα Λαμπροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 20 Φεβρουαρίου 2025 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 1, 14, 20Α, 21 παρ. 1 και 2 και 23 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες συνδικαλιστικές οργανώσεις επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. ΕΑΛΕ/Γ.Π.42349/5.9.2024 (ΦΕΚ Β΄ 5267/18.9.2024) απόφαση του Υπουργού Υγείας, β) η υπ’ αριθμ. ....19.9.2024 (συνεδρίαση ...) απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και γ) η υπ’ αριθμ. .../10.10.2024 βεβαίωση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Βασιλικής Κίντζιου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία των αιτουσών συνδικαλιστικών οργανώσεων, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και τις αντιπροσώπους του καθ’ ου Οργανισμού και του Υπουργού, οι οποίες ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (…/2024 ειδικό έντυπο e-παραβόλου).

2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σε μείζονα σύνθεση, με την από 20.2.2025 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, λόγω της όλως εξαιρετικής σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 περ. γ και 20Α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύουν.

3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως αναπτύχθηκε με τα από 8.4.2025, 11.4.2025 και 16.5.2025 υπομνήματα, ζητείται η ακύρωση α) της ΕΑΛΕ/Γ.Π.42349/5.9.2024 απόφασης του Υπουργού Υγείας με αντικείμενο, κατά τον ομώνυμο τίτλο της, την «Εξαίρεση Κατηγοριών παροχών υγείας, προκειμένου οι εν λόγω δαπάνες να ελέγχονται και να εκκαθαρίζονται σε πραγματικό χρόνο από ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς που ειδικεύονται στον κλινικό έλεγχο και στον έλεγχο δαπανών υγείας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 34 του ν. 5086/2024» (Β΄ 5267/18.9.2024) και β) της 236/19.9.2024 (συνεδρίαση 978) απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) με θέμα «Έγκριση σκοπιμότητας και της αντίστοιχης δαπάνης για τη διενέργεια Διεθνούς Ηλεκτρονικού Διαγωνισμού για την υλοποίηση του έργου “Παροχή υπηρεσιών ελέγχου σε πραγματικό χρόνο και εκκαθάρισης παρόχων και παροχών υγείας από ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς”». Ζητείται, επίσης, η ακύρωση της ΔΑ1Α/194/10.10.2024 «βεβαίωσης του Προϊσταμένου Οικονομικών Υπηρεσιών» της Διεύθυνσης Οικονομικών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. περί εγγραφής στον προϋπολογισμό του Οργανισμού οικονομικών ετών 2025-2027 (ΚΑΕ ....) της πίστωσης για τη διενέργεια του ανωτέρω διαγωνισμού, προϋπολογισθείσας συνολικής δαπάνης 39.760.128,00 ευρώ με Φ.Π.Α., η οποία, ως προπαρασκευαστική-βεβαιωτική πράξη δημοσιολογιστικού χαρακτήρα (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1255/1976), στερείται εκτελεστότητας και προσβάλλεται απαραδέκτως.

4. Επειδή, όπως παγίως γίνεται δεκτό, κατά την έννοια του άρθρου 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά διοικητικής πράξης, κανονιστικής ή ατομικής, απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον, απαιτείται δηλαδή η ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του αιτούντος προσώπου ή φορέα συλλογικής δραστηριότητας με την πράξη. Η ύπαρξη του ιδιαίτερου αυτού δεσμού κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως στον αιτούντα δημιουργώντας γι’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, από τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των επερχόμενων από την προσβαλλόμενη πράξη έννομων αποτελεσμάτων και της συγκεκριμένης νομικής κατάστασης στην οποία τελεί ο αιτών ή της συγκεκριμένης ιδιότητας την οποία έχει και επικαλείται. Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον των νομικών προσώπων για την προσβολή διοικητικής πράξης με αίτηση ακυρώσεως κρίνεται, κυρίως, επί τη βάσει των επιδιωκόμενων, σύμφωνα με τη συστατική πράξη ή το καταστατικό τους, συγκεκριμένων σκοπών και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης πράξης (βλ. Σ.τ.Ε. Ολ. 511/2024 σκ. 14, 512/2024 σκ. 13, 750, 752/2023 σκ. 5, 751/2023 σκ. 7, 1145-6/2022 σκ. 7, 1403/2022 σκ. 11, 1404/2022 σκ. 12, 1405/2022 σκ. 14, 310, 312-3/2021 σκ. 5, 1367/2021 σκ. 6, 2114/2021 σκ. 6, 1756/2019 σκ. 13, 1055-6, 1161-2/2017 σκ. 11, 1308-9/2017 σκ. 10, 2913/2017 σκ. 5, 1156/2016 σκ. 5, 1745-6/2016 σκ. 7, 1909/2014 σκ. 6, 3317/2014 σκ. 7, 3350/2013 σκ. 4, 1212/2010 σκ. 8, 2855-6/1985 σκ. 3). Περαιτέρω, ο καθορισμός από τον νομοθέτη ή, δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδότησης, από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας -όπως του τρόπου άσκησης αρμοδιοτήτων- ανάγεται στην κανονιστική σχέση μεταξύ Κράτους και υπαλλήλων, ως οργάνων του, ή μεταξύ νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και οργάνων του και δεν παρέχει σε συνδικαλιστικό όργανο των υπαλλήλων ή σε αυτούς ατομικώς έννομο συμφέρον για τη δικαστική προσβολή των σχετικών πράξεων, εκτός εάν αφορούν ευθέως εργασιακά θέματα ή άπτονται της υπηρεσιακής κατάστασής τους. Προκειμένου περί κανονιστικών πράξεων οι οποίες δεν έχουν ευθέως το αντικείμενο αυτό, αλλά έχουν ευρύτερο οργανωτικό χαρακτήρα, το έννομο συμφέρον των συνδικαλιστικών οργανώσεων εξαρτάται από το αν οι ρυθμίσεις των πράξεων αυτών επάγονται δυσμενείς συνέπειες για τους εργαζομένους-μέλη τους. Στην τελευταία περίπτωση πρέπει να προβάλλεται, ειδικότερα, για ποιούς λόγους οι σχετικές ρυθμίσεις επηρεάζουν δυσμενώς τα μέλη τους (πρβλ. Σ.τ.Ε. 806/2025 7μ. σκ. 9, 1381/2024 7μ. σκ. 9, 2062/2024 σκ. 7, 2415/2023 7μ. σκ. 4, 442/2022 Ολ. σκ. 10, 1145/2022 Ολ. σκ. 8, 367/2021 σκ. 6, 1172/2021 7μ. σκ. 4, 2678/2021 σκ. 7, 1844/2019 7μ. σκ. 9, 1097/2018 7μ. σκ. 9, 2201/2017 7μ. σκ. 5, 386/2016 Ολ. σκ. 19, 1658/2013 σκ. 7, 3198/2013 σκ. 5, 1089/2008 7μ. σκ. 5, 847/2002 7μ. σκ. 6, 1985/2002 σκ. 4, 1999/2000 7μ. σκ. 8, 1521/1999 7μ. σκ. 6, 5067/1997 Ολ. σκ. 4). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που ο νομοθέτης ή, κατ’ εξουσιοδότησή του, η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση επιλέγει να οργανώσει την παροχή της υπηρεσίας με την ανάθεση της άσκησης αρμοδιότητας σε ιδιωτικό φορέα (πρβλ. Σ.τ.Ε. 806/2025 7μ. σκ. 9, 1145/2022 Ολ. σκ. 8, 1237/2019 σκ. 4).

5. Επειδή, ο ν. 4368/2016 (Α΄ 21) διαλαμβάνει στο άρθρο 90 παρ. 7 -όπως η παράγραφος αυτή, διαδοχικώς τροποποιηθείσα, ισχύει κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο- ρυθμίσεις για τον έλεγχο και την εκκαθάριση των δαπανών των παρόχων υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες αφορούν σε δαπάνες των φαρμακείων για την παροχή φαρμάκων αποκλειστικά σε ασφαλισμένους του Οργανισμού (περ. α) και σε δαπάνες των λοιπών παρόχων υγείας και φαρμακείων για τις παροχές πλην φαρμάκων (περ. β). Ειδικότερα, η διάταξη της ως άνω περίπτωσης β της παραγράφου 7 του άρθρου 90 του ν. 4368/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 του ν. 4931/2022 (Α΄ 94), ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «Οι δαπάνες που πραγματοποιούνται από τους λοιπούς συμβεβλημένους με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παρόχους υγείας, καθώς και από τα φαρμακεία πλην αυτών για φάρμακα, υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκκαθαρίζονται με δειγματοληψία, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να αφορά ποσοστό μικρότερο του πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού αριθμού των υποβαλλόμενων δικαιολογητικών δαπανών ασφαλισμένων εκάστου παρόχου και, κατ’ ελάχιστο, αριθμό δέκα (10) δικαιολογητικών δαπάνης. Αν κατά την ανωτέρω εκκαθάριση εκάστου παρόχου διαπιστωθεί ποσοστό μη αποδεκτών δικαιολογητικών δαπανών ασφαλισμένων, το ποσοστό αυτό ανάγεται στο σύνολο της υποβληθείσας δαπάνης του παρόχου, με αντίστοιχη περικοπή στην πράξη τελικής εκκαθάρισης… [ακολουθούν ρυθμίσεις περί εξαιρούμενων, προσωρινώς και οριστικώς, της διαδικασίας εκκαθάρισης δημόσιων φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας και λοιπών]».

6. Επειδή, περαιτέρω, η διάταξη της περίπτωσης γ της παραγράφου 7 του ως άνω άρθρου 90 του ν. 4368/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το τιτλοφορούμενο «Κλινικός και διοικητικός έλεγχος και εκκαθάριση δαπανών υγείας σε πραγματικό χρόνο...» άρθρο 34 του ν. 5086/2024 (Α΄ 23/14.2.2024), ορίζει τα εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Υγείας κατόπιν εισήγησης του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., δύνανται να εξαιρούνται από την περ. β) του παρόντος κατηγορίες παρόχων υγείας και παροχών υγείας, προκειμένου οι εν λόγω δαπάνες να ελέγχονται και να εκκαθαρίζονται σε πραγματικό χρόνο από ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς που ειδικεύονται στον κλινικό έλεγχο και στον έλεγχο δαπανών υγείας. Με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δύνανται να ανατίθενται ο κλινικός, διοικητικός έλεγχος και η εκκαθάριση των δαπανών υγείας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υπουργικής απόφασης του πρώτου εδαφίου σε ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς που εξειδικεύονται στον κλινικό έλεγχο και στον έλεγχο δαπανών υγείας, τηρουμένων των διατάξεων περί δημοσίων συμβάσεων, έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Ο κλινικός και διοικητικός έλεγχος σε πραγματικό χρόνο (real-time audit), καθώς και η εκκαθάριση των δαπανών που προβλέπονται στην υπουργική απόφαση του πρώτου εδαφίου διεξάγονται τόσο κατά την έναρξη όσο και κατά τη διάρκεια λήψης των παροχών υγείας. Αντικείμενο ελέγχου αποτελεί ιδίως η συμμόρφωση των παρεχόμενων υπηρεσιών με τους όρους του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Οργανισμού και των συμβάσεων των παρόχων υγείας με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Ο κλινικός έλεγχος συνίσταται στην τεκμηρίωση της ιατρικής αναγκαιότητας και καταλληλότητας της λήψης των παροχών υγείας βάσει των παραδοχών της διεθνούς ιατρικής πρακτικής και δεοντολογίας. Ο διοικητικός έλεγχος και η εκκαθάριση συνίσταται στον έλεγχο της νομιμότητας και κανονικότητας των δαπανών και στην επαλήθευση της τήρησης των τιμών αποζημίωσης σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Για τον σκοπό του κλινικού και διοικητικού ελέγχου, ο ιδιωτικός ελεγκτικός φορέας του δευτέρου εδαφίου συστήνει ηλεκτρονικό φάκελο αποζημίωσης, ο οποίος λειτουργεί στα πληροφοριακά συστήματα του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στα οποία ο ιδιωτικός ελεγκτικός φορέας αποκτά, μέσω του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., διαβαθμισμένη πρόσβαση. Ο ηλεκτρονικός φάκελος αποζημίωσης περιέχει κάθε αναγκαίο στοιχείο τεκμηρίωσης του ελέγχου παροχής υπηρεσιών υγείας και ιδίως προσωπικά ιατρικά και οικονομικά δεδομένα που σχετίζονται με τη δαπάνη της παροχής υγείας, σε συμμόρφωση με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) και τις προβλέψεις της ελληνικής νομοθεσίας. Το ύψος της αποζημίωσης του παρόχου υπηρεσιών υγείας προσδιορίζεται βάσει του κλινικού και διοικητικού ελέγχου που διενεργείται από ελεγκτικό φορέα του δευτέρου εδαφίου. Το τελικό πόρισμα του ιδιωτικού ελεγκτικού φορέα ανά περιστατικό αποστέλλεται ηλεκτρονικά στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και αποτελεί προϋπόθεση για την αποζημίωση του περιστατικού. Σε περίπτωση συμφωνίας του παρόχου υπηρεσιών υγείας με τα αποτελέσματα του τελικού πορίσματος, το αποτέλεσμα ενσωματώνεται στην τελική πράξη εκκαθάρισης που εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για την αποπληρωμή του. Σε περίπτωση διαφωνίας με τα αποτελέσματα του τελικού πορίσματος, η διαφωνία επιλύεται ενώπιον της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών, η οποία αποτελείται από έναν (1) ιατρό εκπρόσωπο του ιδιωτικού ελεγκτικού φορέα και έναν (1) ιατρό εκπρόσωπο του εκάστοτε παρόχου υπηρεσιών υγείας. Το αποτέλεσμα του τελικού πορίσματος που προκύπτει με ομοφωνία, καταγράφεται σε πρακτικό και υπογράφεται και από τα δύο (2) μέλη της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών, είναι δεσμευτικό για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ενσωματώνεται στο πληροφοριακό του σύστημα και στην τελική πράξη εκκαθάρισης που εκδίδεται από την αρμόδια Υπηρεσία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για την αποπληρωμή. Αν δεν υπάρξει συμφωνία των μελών της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών, τα μέλη αυτά διατυπώνουν αιτιολογημένα τη γνώμη τους σε πρακτικό, που υπογράφεται από κοινού, και η υπόθεση παραπέμπεται σε τριμελή δευτεροβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών στην οποία συμμετέχουν ιατροί των δύο (2) μερών και ένας (1) ιατρός εγνωσμένου κύρους που προέρχεται από τον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος είναι αποδεκτός από τα δύο (2) μέρη. Η διαφωνία επιλύεται με πλειοψηφία. Το μέρος του οποίου η αιτιολόγηση απορρίφθηκε, καταβάλλει την αμοιβή του ιατρού εγνωσμένου κύρους για την επανεξέταση του περιστατικού. Το οριστικό αποτέλεσμα της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών και το οριστικό αποτέλεσμα της δευτεροβάθμιας Επιτροπής δεν υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής Ενστάσεων της παρ. 7Α και αποτελούν το οριστικό ποσό αποζημίωσης του παρόχου υπηρεσιών υγείας, το οποίο ενσωματώνεται στην τελική πράξη εκκαθάρισης που εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για την αποπληρωμή του. Μετά από τον οριστικό προσδιορισμό του ποσού αποζημίωσης των δαπανών υγείας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί μηχανισμού αυτόματης επιστροφής (clawback) και περί εκπτώσεων (rebate), καθώς και οι κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις. Στις κατηγορίες παρόχων και παροχών υγείας που ελέγχονται και εκκαθαρίζονται σε πραγματικό χρόνο σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν εφαρμόζονται οι πάσης φύσεως διαδικασίες ιατρικών εγκρίσεων και προεγκρίσεων από ελεγκτικά όργανα του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, στις κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις ή σε οδηγίες του Οργανισμού, με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας του Ανώτατου Υγειονομικού Συμβουλίου, ως προς την ιατρική αναγκαιότητα. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διατηρεί την εποπτεία του ελέγχου σε πραγματικό χρόνο και της εκκαθάρισης των δαπανών υγείας από τον ιδιωτικό ελεγκτικό φορέα του δευτέρου εδαφίου, μέσω της αξιολόγησης των διενεργούμενων από τον φορέα κλινικών και διοικητικών ελέγχων στη βάση στατιστικών δεδομένων και βασικών δεικτών ποιότητας (Key Performance Indicators-ΚPIs) που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και του ιδιωτικού ελεγκτικού φορέα. Με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ορίζονται ειδικότερα τα θέματα της διαδικασίας εκκαθάρισης, της τροποποίησης των όρων των συμβάσεων των παρόχων υγείας και της διενέργειας της εποπτείας του ιδιωτικού ελεγκτικού έργου από τις υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. καθώς και τεχνικά θέματα που άπτονται της διαβαθμισμένης πρόσβασης των παρόχων υγείας.».

7. Επειδή, στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τη σχετική τροπολογία/προσθήκη, με το άρθρο 4 της οποίας εισήχθησαν οι προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 5086/2024, σε αντικατάσταση του άρθρου 90 παρ. 7 περ. γ του ν. 4368/2016, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ως προς την «ταυτότητα» της θεσπιζόμενης ρύθμισης (βλ. «Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης» παρ. Α): «1. … Με την αξιολογούμενη ρύθμιση επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός του συστήματος ελέγχου των δαπανών υγείας του … Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μέσω της εισαγωγής διαδικασιών κλινικού και διοικητικού ελέγχου σε πραγματικό χρόνο (real time) πριν από το στάδιο της τιμολόγησης και της ενταλματοποίησης της δαπάνης υγείας. Το υφιστάμενο σύστημα ελέγχου των δαπανών υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες προς την κατεύθυνση της προστασίας του δημοσίου χρήματος, πλην όμως απέχει σημαντικά από αυτό που επιτάσσουν οι σύγχρονες εξελίξεις τόσο στο πεδίο του κλινικού ελέγχου σε πραγματικό χρόνο (real-time audit) όσο και στο πεδίο του ψηφιακού ελέγχου (digital audit)… Με την προτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται, για πρώτη φορά, ο έλεγχος πριν από το στάδιο της τιμολόγησης και της ενταλματοποίησης της δαπάνης υγείας, και εκτιμάται ότι, αφενός, θα περιοριστούν οι δαπάνες υγείας, με στόχο την εξοικονόμηση πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό και, αφετέρου, θα υπάρξει αύξηση του επιπέδου εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι των υπηρεσιών υγείας. Και τούτο, διότι με την εκ των προτέρων επιβεβαίωση της αναγκαιότητας της παροχής, της νοσηλείας και των ιατρικών εξετάσεων, καθώς και με τον έλεγχο της ορθής χρήσης υλικών και φαρμάκων διασφαλίζονται ιατρικώς και τεκμηριωμένα η παροχή υγείας και η νοσηλεία για τον ασθενή και, ως εκ τούτου, θα αποφεύγεται τυχόν προκλητή ζήτηση παροχών υγείας [ως τέτοια νοούμενη, κατ’ άρθρο 2 παρ. 13 του Ε.Κ.Π.Υ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., «η ζήτηση που δεν αντιστοιχεί σε υπαρκτές ανάγκες υγείας του ασθενή»], τυχόν εισαγωγή ψευδών περιστατικών, ενώ συγχρόνως επιτυγχάνονται ο εξορθολογισμός της τιμολόγησης και η αποδοτικότερη χρήση των πόρων, προκειμένου αυτοί να χρησιμοποιηθούν σε άλλες αναγκαίες και καινοτόμες παροχές υγείας…2. … Από τις διαδικασίες ελέγχου και εκκαθάρισης που εφαρμόζουν οι υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υποθέσεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. απουσιάζει, σε όλα τα στάδια, από την έναρξη έως το τέλος της λήψης της παροχής υγείας, η διενέργεια κλινικών και διοικητικών ελέγχων σε πραγματικό χρόνο επί του συνόλου μιας κατηγορίας παρόχων υγείας, όπως ενδεικτικά των νοσηλειών, των ειδικών επεμβάσεων ή μιας κατηγορίας παροχών υγείας, όπως ενδεικτικά συγκεκριμένες ή εξειδικευμένες κατηγορίες διαγνωστικών εξετάσεων ή βιοδεικτών υψηλού κόστους. Επομένως, το κενό αυτό στην αλληλουχία των σταδίων του απαιτούμενου ελέγχου και της εκκαθάρισης επιδιώκει να καλύψει και να αντιμετωπίσει η προτεινόμενη ρύθμιση… 3. … [η οποία] αφορά … [τ]ους παρόχους υπηρεσιών υγείας που συμβάλλονται και συναλλάσσονται με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και έμμεσα τους δικαιούχους περίθαλψης Ε.Ο.Π.Υ.Υ... 6. … Με τη ρύθμιση επιλέγεται η πρακτική του κλινικού και διοικητικού ελέγχου σε πραγματικό χρόνο που ακολουθείται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες στην Ελλάδα και σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προς τον σκοπό της περιστολής της δαπάνης… 8. … οι στόχοι της αξιολογούμενης ρύθμισης [είναι] i) βραχυπρόθεσμοι: … Περιορισμός των δαπανών υγείας…[ακολουθεί παράθεση των αναφερόμενων στην παρ. Α.1: «Με την εκ των προτέρων επιβεβαίωση … εξορθολογισμός της τιμολόγησης»] ii) μακροπρόθεσμοι: … Εξοικονόμηση πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό, αποδοτικότερη χρήση των πόρων που εξοικονομούνται … και αύξηση του επιπέδου εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι των υπηρεσιών υγείας. 9. … προβλέπεται χρήση υφιστάμενων πληροφοριακών συστημάτων, αλλά και παραμετροποίηση αυτών, προκειμένου να εφαρμοστούν οι σύγχρονες εξελίξεις τόσο στο πεδίο του κλινικού ελέγχου σε πραγματικό χρόνο (real-time audit) όσο και στο πεδίο του ψηφιακού ελέγχου (digital audit)… 13. … Η προτεινόμενη διάταξη επιδιώκει τη θεσμοθέτηση σύγχρονης μορφής ελέγχου των δαπανών υγείας, η οποία συνδυάζει διεθνώς καθιερωμένες και εξειδικευμένες πρακτικές προελέγχου δαπανών υγείας με την παράλληλη εισαγωγή μέσων ψηφιακού ελέγχου… Το αποτέλεσμα του … κλινικού και διοικητικού ελέγχου ενσωματώνεται στην τελική πράξη εκκαθάρισης που εκδίδεται από την αρμόδια Υπηρεσία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για την αποπληρωμή του. Σε περίπτωση, ωστόσο, διαφωνίας μεταξύ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και του παρόχου, θα ενεργοποιείται διαδικασία ενώπιον Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών, στα πρότυπα των σύγχρονων πρακτικών ελέγχου των δαπανών υγείας σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής… [επαναλαμβάνονται τα σχετικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στην παρ. Α.1] 15. … η διενέργεια προγραμματισμένων και σε καθημερινή βάση κλινικών και διοικητικών ελέγχων σε παρόχους υγείας από εξειδικευμένους ελεγκτικούς φορείς δαπανών υγείας συνιστά τον πλέον κατάλληλο τρόπο εξοικονόμησης πόρων για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.».

8. Επειδή, κατ’ εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 90 παρ. 7 περ. γ εδ. πρώτο του ν. 4368/2016, όπως ισχύει, εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη ΕΑΛΕ/Γ.Π.42349/5.9.2024 κανονιστική απόφαση του Υπουργού Υγείας με τίτλο «Εξαίρεση Κατηγοριών παροχών υγείας, προκειμένου οι εν λόγω δαπάνες να ελέγχονται και να εκκαθαρίζονται σε πραγματικό χρόνο από ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς που ειδικεύονται στον κλινικό έλεγχο και στον έλεγχο δαπανών υγείας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 34 του ν. 5086/2024» (Β΄ 5267/18.9.2024). Η θεσπιζόμενη με την υπουργική απόφαση ρύθμιση έχει ως εξής:«… αποφασίζεται η εξαίρεση από την περ. β) της παρ. 7 του άρθρου 90 του ν. 4368/2016… [εξαίρεση δηλαδή από το ισχύον σύστημα του εκ των υστέρων -μετά την υποβολή της μηνιαίας δαπάνης των νοσηλειών- δειγματοληπτικού ελέγχου δαπανών σε κατ’ ελάχιστο ποσοστό 5%] των ακόλουθων κατηγοριών συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιδιωτικών παρόχων υπηρεσιών υγείας: α) Ιδιωτικές Γενικές, Μεικτές και Ειδικές Κλινικές, πλην των Ψυχιατρικών Κλινικών και β) Ιδιωτικά Κέντρα Αποθεραπείας-Αποκατάστασης Κλειστής Νοσηλείας και αφορά στο σύνολο των παρεχόμενων υπηρεσιών τους προς τους δικαιούχους περίθαλψης Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για Δευτεροβάθμια Φροντίδα Υγείας, προκειμένου οι εν λόγω δαπάνες να ελέγχονται και να εκκαθαρίζονται σε πραγματικό χρόνο από ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς που ειδικεύονται στον κλινικό έλεγχο και στον έλεγχο δαπανών υγείας».

9. Επειδή, η επίμαχη ρύθμιση της ΕΑΛΕ/Γ.Π.42349/2024 απόφασης του Υπουργού Υγείας θεσπίσθηκε μετά από τη, μνημονευόμενη στο προοίμιό της, 196/1.8.2024 (συνεδρίαση 970η) απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με την οποία είχε προταθεί ρύθμιση ταυτόσημου περιεχομένου με την παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη. Η εν λόγω πρόταση του Δ.Σ. διατυπώθηκε καθ’ υιοθέτηση της ΔΒ3/οικ.19615/31.7.2024 κοινής εισήγησης των Διευθύνσεων Στρατηγικού Σχεδιασμού καθώς και Ελέγχου και Εκκαθάρισης του Οργανισμού. Στην υπηρεσιακή εισήγηση προς το Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. -η οποία ερείδεται ιδίως σε πόρισμα που συνέταξε ειδικώς συγκροτηθείσα, με απόφαση της Διοικήτριας του Οργανισμού, ομάδα εργασίας (βλ. 1/22.7.2024 πρακτικό, Παράρτημα Α)- αναφέρεται ότι από μελέτη των οικονομικών δεδομένων των ετών 2021, 2022 και 2023 σε σχέση με την προκαλούμενη δαπάνη προ rebate, την υποβαλλόμενη δαπάνη μετά rebate και τις περικοπές δαπανών μετά από έλεγχο και εκκαθάριση, καθώς και των στατιστικών δεδομένων δαπανών των συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιδιωτών παρόχων για υπηρεσίες υγείας των ανωτέρω ετών, όπως αντλήθηκαν από το πληροφοριακό σύστημα του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προέκυψε ότι «Για την τριετία 2021-2023 ο μέσος όρος περικοπών δαπανών μετά από έλεγχο και εκκαθάριση με την υφιστάμενη διαδικασία, δηλαδή τον δειγματοληπτικό έλεγχο στο 5% του συνόλου των νοσηλειών, ήταν 3,8 εκ. ευρώ (στο 0,87%) για τις νοσηλείες σε συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές και σχεδόν μηδενικός για τα ΚΑΑ-ΚΝ [Κέντρα Αποθεραπείας-Αποκατάστασης Κλειστής Νοσηλείας]». Περαιτέρω, κατά τα αναφερόμενα στην ίδια εισήγηση, ενόψει των διαλαμβανομένων στην από 2.11.2023 «Πρόταση βελτιστοποίησης του πλαισίου και της διαδικασίας κλινικού και διοικητικού ελέγχου» που διαμόρφωσε ιδιωτική ιατρική εταιρεία δυνάμει σχετικής σύμβασης έργου με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., θεωρήθηκε ότι «λαμβάνοντας υπόψη έναν … ρεαλιστικό στόχο για περιορισμό των δαπανών στο 8% για τις ιδιωτικές κλινικές, σημαίνει, με βάση την προκαλούμενη προ rebate δαπάνη έτους 2023 (463,6 εκ. ευρώ), μία εξοικονόμηση κατά 37 εκ. ευρώ». Επιπλέον, σύμφωνα με την ανωτέρω υπηρεσιακή εισήγηση, «με την προτεινόμενη διαδικασία θα επιτυγχάνεται ιατρικώς τεκμηριωμένη νοσηλεία για τον ασθενή και αποφυγή της προκλητής ζήτησης υπηρεσιών υγείας, με την επιβεβαίωση ή όχι της αναγκαιότητας της νοσηλείας καθώς θα ελέγχεται η ορθή χρήση των ιατρικών εξετάσεων, των υλικών και των φαρμάκων κατά τη διάρκεια αυτής. Επιπρόσθετα, για τα ΚΑΑ-ΚΝ από τη συνεχή πλέον ελεγκτική διαδικασία σε όλη τη διάρκεια της νοσηλείας και όχι μόνο κατά την εισαγωγή, όπως διενεργείται με το υφιστάμενο πλαίσιο, δύναται να προκύψουν πρόσθετες εξοικονομήσεις στην προκαλούμενη δαπάνη, ενώ θα υπάρξει σίγουρα διοικητικό και διαχειριστικό όφελος, καθώς θα απελευθερώσει ανθρώπινους πόρους που θα μπορούν να διατεθούν σε άλλες ελεγκτικές διαδικασίες του Οργανισμού». Συναφώς, στην ως άνω εισήγηση επισημαίνονται τα εξής: «… σήμερα ο έλεγχος στην κλειστή περίθαλψη (Δευτεροβάθμια Φροντίδα Υγείας) διενεργείται μετά την υποβολή της μηνιαίας δαπάνης των νοσηλειών σε δείγμα 5% επί του συνόλου και οι τυχόν περικοπές ανάγονται στη συνέχεια στο σύνολο, ενώ με την προτεινόμενη διαδικασία θα υφίστανται πλέον οι αναγκαίοι ανθρώπινοι πόροι για τον έλεγχο στο σύνολο (100%) των νοσηλειών και μάλιστα πριν την πρόκληση της εν λόγω δαπάνης … Με την υφιστάμενη διαδικασία τα προς έλεγχο παραστατικά υποβάλλονται από τους συμβεβλημένους παρόχους προς την ανάδοχο εταιρεία Αρχειοθήκη Α.Ε. που έχει αναλάβει το έργο «Παροχή Υπηρεσιών Αποθήκευσης και Διαχείρισης Αρχείου Ε.Ο.Π.Υ.Υ.». Με τον έλεγχο σε πραγματικό χρόνο που προβλέπει η νέα διαδικασία, δεν θα είναι αναγκαία πλέον η υποβολή δικαιολογητικών καθώς και η σάρωση και στη συνέχεια η φύλαξή τους από την Αρχειοθήκη Α.Ε., με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση οικονομικών αλλά και διαχειριστικών πόρων για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.». Επίσης, στο προοίμιο της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης γίνεται μνεία της Β2β,Β1α/Γ.Π.43190/22.8.2024 εισήγησης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας περί της δημοσιονομικής επίπτωσης της επίμαχης ρύθμισης κατ’ άρθρο 24 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) και παρατίθεται το ακόλουθο περιεχόμενο της εν λόγω εισήγησης: «αναμένεται μείωση της υποβαλλόμενης δαπάνης για Ιδιωτικές Κλινικές (ΚΑΕ 0673.01) και Κέντρα Αποκατάστασης Κλειστής Νοσηλείας (ΚΑΕ...), η οποία θα προκαλέσει μείωση εσόδων ισόποσα, καθώς οι σχετικές κατηγορίες εντάσσονται στον μηχανισμό αυτόματης επιστροφής (clawback). Επίσης, από τη μη αναγκαιότητα υποβολής δικαιολογητικών από τους συμβεβλημένους παρόχους προς την ανάδοχο εταιρεία, προκαλείται εξοικονόμηση πόρων, η οποία δεν δύναται να προσδιοριστεί καθώς εξαρτάται από το αποτέλεσμα του ελέγχου και των εκκαθαρίσεων. Ως εκ τούτου, δεν προκαλείται επιπρόσθετη δαπάνη στον ετήσιο προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ενδεχόμενη δε απώλεια εσόδου δεν αλλάζει το δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, … δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού» (βλ. σχετικώς και την απευθυνόμενη στο Υπουργείο Υγείας ΔΑ1Α/142/οικ.20400/13.8.2024 «Οικονομική Έκθεση επί Σχεδίου Υ.Α. αναφορικά με την εκκαθάριση και τον έλεγχο δαπανών παρόχων υγείας σε πραγματικό χρόνο από ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς» της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υποθέσεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ).

10. Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δυνάμει του άρθρου 90 παρ. 7 περ. β του ν. 4368/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 4931/2022, θεσπίσθηκε σύστημα εκκαθάρισης των δαπανών συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παρόχων υπηρεσιών υγείας -φαρμακείων για παροχές πλην φαρμάκων και λοιπών παρόχων (πέραν των φαρμακείων για την παροχή φαρμάκων, στα οποία αφορά η περίπτωση α)- με τη μέθοδο δειγματοληπτικού ελέγχου σε κατ’ ελάχιστο ποσοστό 5% του συνόλου των υποβαλλόμενων μηνιαίως δικαιολογητικών δαπανών ασφαλισμένων εκάστου παρόχου. Από το εν λόγω σύστημα εκκαθάρισης με δειγματοληψία εκ των υστέρων, μετά δηλαδή την πραγματοποίηση της παρεχόμενης υπηρεσίας υγείας και την τιμολόγησή της από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προβλέφθηκε, με τη διάταξη της περίπτωσης γ της παραγράφου 7 του ως άνω άρθρου 90 του ν. 4368/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 34 του ν. 5086/2024, η δυνατότητα θέσπισης συστήματος ελέγχου και εκκαθάρισης από εξειδικευμένους ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς (ι.ε.φ.) σε πραγματικό χρόνο -κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια λήψης της υπηρεσίας υγείας, πριν δηλαδή από το στάδιο της τιμολόγησης και ενταλματοποίησης της δαπάνης υγείας- του συνόλου, τουτέστιν σε ποσοστό 100%, των δαπανών συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατηγοριών παρόχων υγείας και παροχών υγείας που εξαιρούνται του συστήματος της περίπτωσης β με απόφαση του Υπουργού Υγείας, κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού. Βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ΕΑΛΕ/Γ.Π.42349/2024 απόφαση του Υπουργού Υγείας, η οποία καθόρισε τις εξαιρούμενες κατηγορίες παρόχων υγείας και παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Ειδικότερα, ο εισαγόμενος με το άρθρο 34 του ν. 5086/2024 καθολικός έλεγχος δαπανών των εξαιρούμενων παροχών υγείας συγκεκριμένων κατηγοριών παρόχων υγείας σε πραγματικό χρόνο (real-time audit) αφορά αφενός στην τεκμηρίωση της ιατρικής αναγκαιότητας και καταλληλότητας της λήψης των παροχών υγείας βάσει των παραδοχών της διεθνούς ιατρικής πρακτικής και δεοντολογίας (κλινικός/ιατρικός έλεγχος) και αφετέρου στον έλεγχο της νομιμότητας και κανονικότητας των δαπανών και στην επαλήθευση της τήρησης των τιμών αποζημίωσης σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (διοικητικός/οικονομικός έλεγχος και εκκαθάριση). Επί τη βάσει του αποτελέσματος του διενεργούμενου από τον ιδιωτικό ελεγκτικό φορέα κλινικού και διοικητικού ελέγχου, το οποίο καταχωρίζεται σε ηλεκτρονικό φάκελο αποζημίωσης εντός των πληροφοριακών συστημάτων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προσδιορίζεται το ποσό της αποζημίωσης που δικαιούται ο πάροχος υπηρεσιών υγείας ανά περιστατικό. Το εν λόγω ποσό αποζημίωσης ενσωματώνεται στην τελική πράξη εκκαθάρισης που εκδίδει η αρμόδια υπηρεσία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για την αποπληρωμή του παρόχου, σε περίπτωση συμφωνίας του με το αποτέλεσμα του τελικού πορίσματος του ελεγκτικού φορέα. Σε περίπτωση διαφωνίας, καθορίζεται διαδικασία επίλυσής της ενώπιον ειδικής Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, που απολήγει στον προσδιορισμό του οριστικού ποσού αποζημίωσης του παρόχου, το οποίο ενσωματώνεται στην τελική πράξη εκκαθάρισης που εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για την αποπληρωμή του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 34 του ν. 5086/2024, το ανωτέρω ιδιωτικό ελεγκτικό έργο υπόκειται στην εποπτική αρμοδιότητα του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος διατηρεί την -εξειδικευόμενη με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού- εποπτεία του ελέγχου σε πραγματικό χρόνο και της εκκαθάρισης των δαπανών υγείας από τον ιδιωτικό φορέα, μέσω της αξιολόγησης των διενεργούμενων από τον φορέα κλινικών και διοικητικών ελέγχων στη βάση στατιστικών δεδομένων και βασικών δεικτών ποιότητας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και του ιδιωτικού ελεγκτικού φορέα. Η εισαγωγή του ανωτέρω συστήματος καθολικού ελέγχου και εκκαθάρισης δαπανών υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε πραγματικό χρόνο υπαγορεύθηκε από την ανάγκη βελτίωσης και εκσυγχρονισμού της σχετικής ελεγκτικής διαδικασίας στο πλαίσιο των σύγχρονων και διεθνώς καθιερωμένων πρακτικών προελέγχου δαπανών υγείας με παράλληλη χρήση μέσων ψηφιακού ελέγχου καθώς και από την ανάγκη κάλυψης των εγγενών αδυναμιών του κατ’ άρθρο 90 παρ. 7 περ. β του ν. 4368/2016 εφαρμοζόμενου συστήματος δειγματοληπτικού ελέγχου σε ποσοστό 5% των υποβαλλόμενων δικαιολογητικών και εκκαθάρισης δαπανών συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παρόχων υγείας (βλ. σχετικώς την Β2β/οικ.38642/2016 κοινή υπουργική απόφαση, Β΄ 1536). Παράλληλα, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, «η διενέργεια [σε πραγματικό χρόνο] προγραμματισμένων και σε καθημερινή βάση κλινικών και διοικητικών ελέγχων σε παρόχους υγείας από εξειδικευμένους [ιδιωτικούς] ελεγκτικούς φορείς δαπανών υγείας συνιστά τον πλέον κατάλληλο τρόπο εξοικονόμησης πόρων για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.». Ειδικότερα, η θέσπιση με το άρθρο 90 παρ. 7 περ. γ του ν. 4368/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του ν. 5086/2024, του ως άνω συστήματος ελέγχου και εκκαθάρισης για τις εξαιρούμενες από το σύστημα της περίπτωσης β παροχές υγείας -και συγκεκριμένα για τις καθορισθείσες με την προσβαλλόμενη ΕΑΛΕ/Γ.Π/42349/2024 υπουργική απόφαση παροχές Δευτεροβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Δ.Φ.Υ., κλειστής νοσηλείας), στο σύνολό τους, σε συμβεβλημένες με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιδιωτικές κλινικές γενικές, μεικτές και ειδικές, πλην ψυχιατρικών κλινικών, καθώς και σε συμβεβλημένα ιδιωτικά κέντρα αποθεραπείας και αποκατάστασης κλειστής νοσηλείας, οι οποίες αποτελούν τις πλέον δαπανηρές παροχές ανά ΑΜΚΑ ασθενούς- αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος συναρτώμενων με την προστασία της οικονομικής επάρκειας και βιωσιμότητας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. καθώς και την προσφορότερη και αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής του, ως αγοραστή υπηρεσιών υγείας. Με το εν λόγω σύστημα σκοπείται η πραγμάτωση στόχων οι οποίοι συνίστανται α) βραχυπρόθεσμα μεν στον πληρέστερο και τεκμηριωμένο έλεγχο των παροχών υγείας και νοσηλείας του ασθενούς και στην ταχύτερη εκκαθάριση των σχετικών δαπανών καθώς και στον περιορισμό των δαπανών αυτών με τον εξορθολογισμό της τιμολόγησης και την αποφυγή προκλητής ζήτησης παροχών υγείας και εισαγωγής ψευδών περιστατικών, β) μακροπρόθεσμα δε στην εξοικονόμηση πόρων και την αποδοτικότερη χρήση τους σε άλλες αναγκαίες και καινοτόμες παροχές υγείας προς όφελος των ασφαλισμένων, καθώς και στην αύξηση του επιπέδου εμπιστοσύνης των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας (βλ. σκέψεις 5-9, ιδίως τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ήδη άρθρου 34 του ν. 5086/2024 και στα προπαρασκευαστικά στοιχεία της ΕΑΛΕ/Γ.Π/42349/2024 υπουργικής απόφασης, βλ. επίσης το ΔΒ3/Φ504/4/οικ.9221/14.4.2025 έγγραφο απόψεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς το Δικαστήριο).

11. Επειδή, το πρώτο αιτούν σωματείο με την επωνυμία «Πανελλήνιος Σύλλογος Εργαζομένων στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας» (ΠΑ.ΣΥ.ΕΡ. ΕΟΠΥΥ) αποτελεί, όπως προκύπτει από το προαποδεικτικώς προσκομισθέν καταστατικό, πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με μέλη τους υπηρετήσαντες, μόνιμους και/ή συμβασιούχους αορίστου χρόνου, υπαλλήλους του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.) εφόσον υπήχθησαν ήδη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και τους υπηρετούντες, μόνιμους και/ή συμβασιούχους αορίστου χρόνου, υπαλλήλους του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 4.1. του καταστατικού. Στους σκοπούς του σωματείου περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, «η διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών … και συνδικαλιστικών Συμφερόντων των μελών του», «… η από κοινού διεκδίκηση των αιτημάτων τους...», «η παροχή κάθε δυνατής υποστήριξης στα μέλη», «η εξέταση των προβλημάτων που πηγάζουν από την εργασιακή σχέση...» και «η οργανωμένη προβολή των απόψεων του σωματείου πάνω σε θέματα που αφορούν τον κλάδο». Την εκπλήρωση των καταστατικών σκοπών επιδιώκει το σωματείο και «με την αναφορά στις διοικητικές και άλλες αρχές για κάθε ζήτημα που αφορά τους σκοπούς του, τα μέλη του, τις εργασιακές και γενικότερα τις επαγγελματικές σχέσεις και τα συμφέροντα των μελών του» (βλ. άρθρο 3 παρ. Α περ. 3.1.-3.3., 3.5., 3.9. και παρ. Β περ. δ του καταστατικού). Η δεύτερη αιτούσα «Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής» (Π.Ο.Π.Ο.Κ.Π.) συνιστά, σύμφωνα με το προαποδεικτικώς προσκομισθέν καταστατικό, δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση. Μέλη της είναι το σύνολο των πρωτοβάθμιων -όπως το ανωτέρω σωματείο- ενιαίων πανελλήνιων Συλλόγων εργαζομένων στις υπηρεσίες και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής (βλ. άρθρα 1 και 4 του καταστατικού). Στους σκοπούς της αιτούσας Ομοσπονδίας ανήκουν, κατά το άρθρο 2 του καταστατικού, πλην άλλων, «ο συντονισμός και η ενιαία ανάπτυξη της δράσης των μελών της για τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών … κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων» (παρ. 1), «η εξύψωση του … επαγγελματικού, κοινωνικού επιπέδου ως και η βελτίωση των συνθηκών και όρων εργασίας των εργαζομένων» (παρ. 3) και «η συμβολή στην προάσπιση … των ατομικών, κοινωνικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων» (παρ. 6). Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του καταστατικού, «Μέσα για την πραγματοποίηση των σκοπών είναι: 1. Η οργάνωση και ο συντονισμός των αγώνων των εργαζομένων των Σωματείων μελών της Ομοσπονδίας με όλες τις μορφές πάλης … και με όλα τα πρόσφορα μέσα. 2. ...».

12. Επειδή, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως, οι αιτούσες, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, συνδικαλιστικές οργανώσεις επικαλούνται τους ανωτέρω καταστατικούς σκοπούς και ισχυρίζονται κατά πρώτον με το κύριο δικόγραφο, όπως αναπτύχθηκε με το από 8.4.2025 υπόμνημα, ότι η επιχειρούμενη με τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 5086/2024 και τις προσβαλλόμενες πράξεις εκχώρηση, κατά παράβαση του Συντάγματος, σε ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς της κρατικής αρμοδιότητας ελέγχου και εκκαθάρισης των δαπανών υγείας συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιδιωτικών παρόχων υγείας για παροχές Δευτεροβάθμιας Φροντίδας Υγείας στους ασφαλισμένους του Οργανισμού θίγει τα επαγγελματικά συμφέροντα των υπαλλήλων-μελών. Και τούτο διότι, κατά τα προβαλλόμενα, «δεν διασφαλίζεται η αυξημένη συμμετοχή των υπαλλήλων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στον δημόσιο έλεγχο των δαπανών του», αλλά αυτοί «αποκλείονται παντελώς από τη διαδικασία εκκαθάρισης, καίτοι έχουν την απόλυτη γνώση των οικείων διαδικασιών και λειτουργούν ως εγγυητές του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στα οικεία θεσμοθετημένα στάδια», κατά τρόπο ώστε «ο κοινός και κανονιστικός νομοθέτης [να] αντιμετωπίζουν τους εργαζόμενους του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως μη ικανούς να φέρουν εις πέρας τον δημόσιο έλεγχο των οικείων δαπανών, τη στιγμή που ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μέσω της κατάλληλης εκπαίδευσης, θα μπορούσε να διακρατήσει ο ίδιος ως ασφαλιστικός οργανισμός την οικεία αρμοδιότητα επενδύοντας στον δημόσιο χαρακτήρα του». Τούτο έχει ως αποτέλεσμα «η συγκεκριμένη ρύθμιση για την ανάθεση του ελέγχου, κλινικού και διοικητικού, σε ι.ε.φ. … [να] απαξιώνει συλλήβδην τους υπαλλήλους του Οργανισμού», οι οποίοι, εντεύθεν, «θίγονται καταφανώς … από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις», «ενόψει του ότι δεν καταλείπεται κανένα στάδιο δημοσίου δικαίου ελέγχου ή εποπτείας υπέρ των οργάνων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.». Συναφώς υποστηρίζεται ότι με την «ανάθεση -μεταξύ άλλων- του διοικητικού ελέγχου και της εκκαθάρισης των εξαιρούμενων … παρόχων- παροχών υγείας σε ι.ε.φ., κατά πλήρη υποκατάσταση των εργαζομένων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., … αποψιλώνονται οι αρμοδιότητές [τους] … θίγεται το κύρος και η αποτελεσματικότητά [τους] …, αφού εμφανίζονται ως μη ικανοί να αντεπεξέλθουν στη δημόσια αποστολή τους», καθώς και ότι «με τον τρόπο αυτό, μέσω της επίμαχης διάταξης του άρθρου 34 του ν. 5086/2024, θίγεται η επαγγελματική υπόσταση των υπαλλήλων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που αν και διαθέτουν αναπτυγμένες γνώσεις στο αντικείμενο και πολύχρονη εμπειρία, μπαίνουν στο περιθώριο, καθώς επιλέγεται χωρίς προφανή λόγο η αντικατάστασή τους από υπαλλήλους του ιδιωτικού ελεγκτικού φορέα».

13. Επειδή, από τα ανωτέρω (βλ. σκ. 5-10) συνάγεται ότι οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις που θεσπίζει το άρθρο 90 παρ. 7 περ. γ του ν. 4368/2016 και εξειδικεύει η κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα προσβαλλόμενη ΕΑΛΕ/Γ.Π.42349/2024 απόφαση του Υπουργού Υγείας έχουν οργανωτικό χαρακτήρα, ο οποίος συναρτάται με το εισαγόμενο νέο σύστημα. Συγκεκριμένα, οι οργανωτικές ρυθμίσεις αφορούν στον καθορισμό α) της άσκησης των αρμοδιοτήτων ελέγχου και εκκαθάρισης των δαπανών Δ.Φ.Υ. σε πραγματικό χρόνο για τους συμβεβλημένους με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παρόχους υπηρεσιών υγείας που εξαιρούνται του δειγματοληπτικού ελέγχου (ιδιωτικές κλινικές πλην ψυχιατρικών και ιδιωτικά κέντρα αποθεραπείας-αποκατάστασης κλειστής νοσηλείας) και β) των προσδιοριστικών στοιχείων άσκησης των αρμοδιοτήτων αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το αντικείμενο του κλινικού και διοικητικού ελέγχου, η τηρητέα διαδικασία και ο υπεύθυνος για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η οποία ανατίθεται σε εξειδικευμένο ιδιωτικό ελεγκτικό φορέα υπό την εποπτεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., κατόπιν διαγωνισμού προς ανάδειξη αναδόχου. Περαιτέρω, ο πληττόμενος με την κρινόμενη αίτηση καθορισμός του τρόπου άσκησης των ως άνω αρμοδιοτήτων δημόσιας υπηρεσίας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου) με την υπαγωγή σε ιδιωτικό φορέα του σχετικού ελεγκτικού έργου και της εκκαθάρισης που ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των υπαλλήλων του Οργανισμού -επιλογή υπαγορευόμενη, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, από λόγους δημοσίου συμφέροντος- ανάγεται σε ζήτημα περί του προσφορότερου τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας και ουδόλως συνιστά αμφισβήτηση της επαγγελματικής επάρκειας των υπαλλήλων ή υποβάθμιση του υπηρεσιακού κύρους τους ως ελεγκτικών οργάνων. Η εν λόγω ρύθμιση δεν αφορά ευθέως εργασιακά θέματα, ούτε επάγεται μεταβολή επί το δυσμενέστερον του εργασιακού καθεστώτος που διέπει τους υπαλλήλους του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Το έργο που αναλαμβάνει ο αναδεικνυόμενος, κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας, ως κατάλληλος ι.ε.φ. περιορίζεται στην άσκηση ελεγκτικών καθηκόντων τα οποία συνίστανται, όπως προεκτέθηκε, στον κλινικό/ιατρικό και διοικητικό/οικονομικό έλεγχο -σε πραγματικό χρόνο- του συνόλου των δαπανών Δ.Φ.Υ. των συγκεκριμένων κατηγοριών παρόχων. Ο έλεγχος διενεργείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και τελεί υπό την εποπτεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος ορίζει τα ειδικότερα θέματα αυτής με απόφαση του Δ.Σ. (μη εισέτι εκδοθείσα) και διατηρεί παράλληλα τις κατά νόμον κυρωτικές αρμοδιότητες. Επί τη βάσει των αποτελεσμάτων του, προσδιορίζεται το εκκαθαριζόμενο ποσό αποζημίωσης του συμβεβλημένου παρόχου δυνάμει της τιμής αποζημίωσης του κλειστού ενοποιημένου νοσηλίου (ΚΕΝ), κατόπιν καθορισμού του χαρακτήρα του, και συντάσσεται από τον ι.ε.φ. σχετικό πόρισμα. Με την ανάθεση των προαναφερόμενων καθηκόντων σε ι.ε.φ. δεν επέρχεται απώλεια θέσεων εργασίας ή άλλη προσβολή των εργασιακών δικαιωμάτων των υπαλλήλων του Οργανισμού, ενώ δεν επηρεάζονται δυσμενώς οι συνθήκες εργασίας τους, ούτε αποψιλώνεται, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αιτούσες, το υπηρεσιακό αντικείμενό τους, καθόσον αυτό περιλαμβάνει ευρύτατο φάσμα καθηκόντων, το οποίο ουδόλως θίγεται από την επίμαχη ρύθμιση, και μάλιστα κατά τρόπο ώστε να επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασής τους ή δραστικός περιορισμός των αρμοδιοτήτων τους. Ειδικότερα, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. είναι αρμόδιος, μεταξύ άλλων, για τον έλεγχο και την εκκαθάριση σε όλα τα στάδια των πάσης φύσεως και κατηγορίας δαπανών υγείας των άμεσα και έμμεσα ασφαλισμένων καθώς και όλων των παρόχων υπηρεσιών υγείας -όπως νοούνται στο άρθρο 2 παρ. 9 του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας (Ε.Κ.Π.Υ.) του Οργανισμού, με ενδεικτική παράθεση φυσικών και νομικών προσώπων- εξαιρουμένων των συγκεκριμένων κατηγοριών παρόχων που υπήχθησαν, με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, στο σύστημα του άρθρου 90 παρ. 7 περ. γ του ν. 4368/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν. 5086/2024. Συναφώς, κατά τα αναφερόμενα στο .../14.4.2025 έγγραφο απόψεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς το Δικαστήριο και μη αμφισβητούμενα από τις αιτούσες, ο Οργανισμός επεξεργάζεται «ανά μήνα … περίπου 55.000 διακριτές υποβολές δαπανών από τους συμβεβλημένους παρόχους, οι οποίες ελέγχονται και εκκαθαρίζονται με το υφιστάμενο σύστημα. Από αυτές περί τις 150 υποβολές αφορούν σε Ιδιωτικές Κλινικές και Κέντρα Αποκατάστασης και Αποθεραπείας Κλειστής Περίθαλψης, συνεπώς στο νέο σύστημα ελέγχου [από τους ι.ε.φ.] θα περάσουν μόνο αυτές και όλες οι υπόλοιπες παραμένουν στο υφιστάμενο σύστημα». Εξάλλου, και μετά την ανάθεση σε ιδιωτικό φορέα του ως άνω ελεγκτικού έργου επί των εξαιρούμενων παρόχων, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εξακολουθεί να είναι αρμόδιος για την έκδοση της «τελικής πράξης εκκαθάρισης», στην οποία ενσωματώνεται το αποτέλεσμα του πορίσματος του ι.ε.φ. ή, σε περίπτωση διαφωνίας, το αποτέλεσμα της Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Η διοικητική αυτή πράξη εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων, αφού ληφθούν υπόψη τα κατά νόμον στοιχεία προσδιορισμού του τελικού ποσού εκκαθάρισης με την εφαρμογή επί του εκκαθαριζόμενου από τον ι.ε.φ. ποσού αποζημίωσης των σχετικών διατάξεων, όπως εκείνων περί μηχανισμού αυτόματης επιστροφής (claw back) και εκπτώσεων (rebate). Το στάδιο ενταλματοποίησης του εν λόγω εκκαθαρισθέντος ποσού αποζημίωσης του παρόχου απολήγει στην έκδοση από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. του χρηματικού εντάλματος πληρωμής κατόπιν φορολογικών και ασφαλιστικών παρακρατήσεων, όπως φόρου εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών. Περαιτέρω, στις γεωγραφικές ενότητες των Περιφερειακών Διευθύνσεων (Πε.Δι.) του Οργανισμού -οι οποίες, σύμφωνα με τον επίσημο κατάλογο των υπηρεσιακών μονάδων του, ανέρχονται σε εξήντα δύο (62)- το Τμήμα Παροχών Ασθενείας ασκεί εντός της περιοχής ευθύνης του αρμοδιότητες στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο έλεγχος και η καθ’ ολοκληρίαν εκκαθάριση δαπανών υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Πρόκειται για αρμοδιότητες πέραν εκείνων που αφορούν στον έλεγχο και την εκκαθάριση των υπηρεσιών Δ.Φ.Υ. από ιδιωτικές κλινικές (γενικές, μεικτές και ειδικές, πλην ψυχιατρικές) και ιδιωτικά ΚΑΑ-ΚΝ, τις οποίες -πριν την επίμαχη μεταβίβαση του ελεγκτικού έργου σε ι.ε.φ. με το νέο σύστημα- το εν λόγω Τμήμα ασκούσε κατασταλτικά και δειγματοληπτικά σε ποσοστό 5%, επικουρούμενο, όπως αναφέρουν οι αιτούσες (βλ. το κύριο δικόγραφο και το από 8.4.2025 υπόμνημα), από υπαλλήλους όλων των τμημάτων των Πε.Δι. στο πλαίσιο υπερωριακής απογευματινής απασχόλησης. Και μετά τη θέση σε ισχύ του νέου συστήματος για τους ως άνω εξαιρούμενους παρόχους, το οποίο συμβάλλει στην αποσυμφόρηση των τοπικών υπηρεσιών και, εντεύθεν, στην επιτάχυνση της εκκαθάρισης των οικείων δαπανών, το Τμήμα Παροχών Ασθενείας κάθε Πε.Δι. παραμένει επιφορτισμένο με ευρύ αντικείμενο αρμοδιοτήτων υψηλού διοικητικού φόρτου και καίριας σημασίας για τον πολίτη. Οι αρμοδιότητες αυτές αφορούν ιδίως τον καθολικό (100%) διοικητικό έλεγχο, κατόπιν ιατρικού ελέγχου από ιατρούς των Πε.Δι., καθώς και την καθολική και καθ’ ολοκληρίαν εκκαθάριση ατομικών αιτημάτων άμεσα και έμμεσα ασφαλισμένων του Οργανισμού προς αποζημίωση δαπανών τους σε μη συμβεβλημένους παρόχους, όπως και λοιπών ατομικών αιτημάτων. Καλύπτονται ενδεικτικά οι ακόλουθες παροχές υγείας: Υπηρεσίες περίθαλψης στο εξωτερικό, υπηρεσίες ειδικής αγωγής σε ιδιώτες θεραπευτές και ιδιωτικά κέντρα ειδικών θεραπειών (λογοθεραπείες, εργοθεραπείες, ψυχοθεραπείες κ.τ.λ.), αγορά οπτικών ειδών-γυαλιών οράσεως, πρόσθετη περίθαλψη (ακουστικά βαρηκοΐας, ορθοπεδικά είδη, τεχνητά μέλη, αναπηρικά αμαξίδια, είδη αναπνευστικής υποστήριξης), αναλώσιμο υγειονομικό υλικό (επιθέματα, καθετήρες, υλικά στομίας κ.τ.λ.), καθώς και έξοδα μετακίνησης αιμοκαθαιρόμενων και καρκινοπαθών από και προς τη μονάδα θεραπείας. Επιπροσθέτως, ο Οργανισμός εξακολουθεί να ασκεί πολυεπίπεδες αρμοδιότητες επιτελικής και εποπτικής φύσεως ως προς τον έλεγχο και την εκκαθάριση των δαπανών υγείας συμβεβλημένων παρόχων μέσω της Διεύθυνσης Ελέγχου και Εκκαθάρισης, η οποία αποτελεί κεντρική υπηρεσία και απαρτίζεται, μεταξύ άλλων, από τα Τμήματα Ελέγχου και Εκκαθάρισης Π.Φ.Υ., Ελέγχου και Εκκαθάρισης Δ.Φ.Υ. καθώς και Κλινικού Ελέγχου (βλ. κυρίως παρ. Α υποπαρ. 3 περ. α, β, γ και παρ. Β υποπαρ. Β1 περ. α-ζ της .../2021 απόφασης του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. «Διάρθρωση των υπηρεσιών του … Ε.Ο.Π.Υ.Υ.», Β΄ 6164, όπως ίσχυε μέχρι την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης). Ειδικότερα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο .../14.4.2025 έγγραφο απόψεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς το Δικαστήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τις αιτούσες, το Τμήμα Κλινικού Ελέγχου «[όχι μόνο] δεν θα αποψιλωθεί, αλλά τουναντίον θα χρειαστεί περαιτέρω ενίσχυση … [καθόσον] ανά μήνα ελέγχει υποβολές 98 ιδιωτών παρόχων κλειστής νοσηλείας κατά μέσο όρο. Ο αριθμός των νοσηλειών που ελέγχονται είναι 4.000 κατά μέσο όρο (δείγμα 5% του συνόλου των υποβολών) ανά μήνα. Από την έναρξη εφαρμογής (υλοποίηση από 1.1.2025) αποζημίωσης δαπανών όλων των δημόσιων νοσοκομείων και των επτά (7) Υ.ΠΕ. με το νέο αποζημιωτικό σύστημα των DRG ελέγχονται επιπλέον 9.500 νοσηλείες ανά μήνα κατά μέσο όρο (δείγμα 5% του συνόλου των περιστατικών ανά μήνα)». Αναφορικά με τα ανωτέρω, οι αρμοδιότητες του Τμήματος Κλινικού Ελέγχου διευρύνθηκαν πράγματι ουσιωδώς, με την προσθήκη στις προϋφιστάμενες νέων οι οποίες συνίστανται στην άσκηση τόσο ιατρικού ελέγχου στο πλαίσιο εκκαθάρισης των δαπανών υγείας των δημόσιων νοσοκομείων, όσο και εποπτείας επί του έργου των ι.ε.φ. Συγκεκριμένα, κατόπιν της σταδιακής και ήδη πλήρους εφαρμογής του συστήματος κοστολόγησης νοσοκομειακών υπηρεσιών (Συ.Κ.Ν.Υ.) για το σύνολο των υγειονομικών περιφερειών (Υ.ΠΕ.) στις οποίες υπάγονται τα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), το Τμήμα Κλινικού Ελέγχου ασκεί ιατρικό έλεγχο επί των δαπανών Δ.Φ.Υ. των δημόσιων νοσοκομείων κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης των αποζημιούμενων από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. νοσηλειών που εμπίπτουν στο εν λόγω σύστημα κοστολόγησης και ταξινομούνται σε διαγνωστικά ομοιογενείς ομάδες (DRG), των οποίων η αποπληρωμή διενεργείτο με τη μέθοδο του πρόχειρου λογιστικού ελέγχου βάσει Κ.Ε.Ν. (βλ. κυρίως άρθρο 90 παρ. 7 περ. β του ν. 4368/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4931/2022, τις κ.υ.α. Γ2δ/21693/2021, Β΄ 1435, Γ2δ/Γ.Π.21605/2021, Β΄ 2241, και Γ2δ/67340/2023, Β΄ 7261, καθώς και παρ. Α υποπαρ. Α5 περ. 5 της .../2025 απόφασης του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., Β΄ .../7.4.2025 και παρ. Α υποπαρ. Α4 περ. 5 της.../2025 απόφασης του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., Β΄.../28.4.2025). Επίσης, με την 22/2025 απόφαση του Δ.Σ. του Οργανισμού (Β΄ 746/20.2.2025) συμπληρώθηκαν οι προβλεπόμενες στην 806/804/2021 όμοια απόφαση αρμοδιότητες του Τμήματος Κλινικού Ελέγχου (παρ. Α υποπαρ. 3 περ. γ υποπερ. 1-7), ενόψει -κατά τα αναφερόμενα στις παραγράφους 5 και 6 του προοιμίου της- της αναγκαιότητας προσθήκης επιπλέον αρμοδιοτήτων βάσει του άρθρου 34 του ν. 5086/2024 και της ανάγκης διασφάλισης της εύρυθμης και αποδοτικής λειτουργίας των υπηρεσιών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Στο πλαίσιο αυτό, το Τμήμα απέκτησε δέσμη αρμοδιοτήτων εποπτικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνει την καθιέρωση πλαισίου εποπτείας των ι.ε.φ. βάσει στατιστικών δεδομένων και ποιοτικών δεικτών (KPIs), την παρακολούθηση και τον συντονισμό του προπεριγραφόμενου έργου τους, την αξιολόγηση των πορισμάτων τους και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Διαφορών, καθώς και την παρακολούθηση της εκτέλεσης των συμβάσεων του Οργανισμού με τους ι.ε.φ. (βλ. παρ. Α υποπαρ. 3 περ. γ υποπερ. 8-11 της 806/804/2021 απόφασης και τις μεταγενέστερες, ως άνω, σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. .../2025 και .../2025). Συνεπώς, ενόψει αυτών, σε συνδυασμό με τα γενόμενα δεκτά στην τέταρτη σκέψη, οι αιτούσες, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν προσβάλλουν παραδεκτώς τις προσβαλλόμενες πράξεις, με την πρώτη των οποίων εξειδικεύονται οι προαναφερόμενες οργανωτικές νομοθετικές ρυθμίσεις και με τη δεύτερη εξ αυτών υλοποιούνται (διά της εγκρίσεως σκοπιμότητας και της αντίστοιχης δαπάνης για τη διενέργεια του διαγωνισμού ανάδειξης αναδόχου ι.ε.φ.), διότι ελλείπει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον σε σχέση και με τους προπαρατιθέμενους καταστατικούς σκοπούς τους. Ούτε, άλλωστε, από τα καταστατικά των αιτουσών προκύπτει η ύπαρξη σκοπού συνισταμένου στην προάσπιση ή στη μέριμνα για τη διαφύλαξη και διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ένδικης υπηρεσίας ελέγχου και εκκαθάρισης των δαπανών συγκεκριμένων κατηγοριών παρόχων υγείας συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ..

14. Επειδή, προς δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, οι αιτούσες προβάλλουν, το πρώτον με το από 11.4.2025 υπόμνημα, ότι το διοικητικό προσωπικό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. θα υποστεί οικονομική ζημία από την ανάθεση ελεγκτικών καθηκόντων σε ιδιωτικούς φορείς για τους παρόχους που εξαιρούνται βάσει της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης. Ειδικότερα, υποστηρίζεται -κατ’ επίκληση, ενδεικτικώς, της ΔΒ1Δ/33/οικ.5206/26.2.2025 απόφασης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. καθώς και μισθοδοτικών καταστάσεων (βλ. την επόμενη σκέψη)- ότι «οι διοικητικοί υπάλληλοι που μετέχουν στα συνεργεία εκκαθάρισης Κλινικών-ΚΑΑ θα απολέσουν το ποσό υπερωριών που λαμβάνουν εκ της υπερωριακής συμμετοχής τους [πέραν του τακτικού ωραρίου και της υπερωριακής απασχόλησης] στα συνεργεία εκκαθάρισης των δαπανών των εξαιρούμενων παροχών-παρόχων υγείας», το οποίο, κατά τα αναφερόμενα, εκτιμάται σε 600 ευρώ ανά υπάλληλο το δίμηνο. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, παρά τα περί του αντιθέτου αβασίμως υποστηριζόμενα από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον με το από 11.4.2025 υπόμνημα, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία εμπροθέσμως -δηλαδή τουλάχιστον δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης- συνοδευόμενο από σχετικά στοιχεία. Τούτο διότι, κατά την έννοια των άρθρων 25 παρ. 2 και 33 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 11 και 13 του ν. 5119/2024 (Α΄ 103), η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών που αφορούν ακόμη και το παραδεκτό της αιτήσεως ακυρώσεως, όπως εκείνων περί συνδρομής εννόμου συμφέροντος, και η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να γίνει τουλάχιστον δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, δηλαδή μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο είναι επιτρεπτή η κατάθεση υπομνήματος (πρβλ. Σ.τ.Ε. 982/2018 7μ. σκ. 13, 1170/2017 σκ. 8, 3025/2013 σκ. 13, 825/2010 σκ. 10, 858/2008 σκ. 9, 3802/2000 σκ. 15, επί των -αντίστοιχου, κατά βάση, περιεχομένου- προϊσχυσάντων άρθρων 25 παρ. 2 και 33 παρ. 2 του π.δ. 18/1989).

15. Επειδή, δεν θεμελιώνει έννομο συμφέρον των αιτουσών για την άσκηση της αιτήσεως η προβαλλόμενη οικονομική βλάβη των διοικητικών υπαλλήλων του Οργανισμού από την απώλεια πρόσθετης αμοιβής που ελάμβαναν απασχολούμενοι σε συνεργεία απογευματινής εργασίας με αντικείμενο την ανατεθείσα σε ι.ε.φ. εκκαθάριση των δαπανών ιδιωτικών κλινικών και ΚΑΑ-ΚΝ. Τούτο διότι, όπως προκύπτει και από την...26.2.2025 απόφαση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οργάνωσης και Σχεδιασμού Αγοράς Υπηρεσιών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με θέμα τη «Σύσταση συνεργείων υπαλλήλων απογευματινής εργασίας για την εκκαθάριση των πάσης φύσεως δαπανών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. βάσει του ν. 4368/2016 για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2025» -την οποία επικαλούνται οι αιτούσες- τα συνεργεία αυτά έχουν παροδικό και μη μόνιμο χαρακτήρα. Η σύστασή τους συναρτάται άμεσα με την εκάστοτε συσσώρευση εκκρεμών προς εκκαθάριση δαπανών και την επιτακτική υπηρεσιακή ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση μέσω απασχόλησης του προσωπικού και πέραν του τακτικού ωραρίου. Τα μεταβαλλόμενα αυτά υπηρεσιακά δεδομένα αξιολογούνται κατά περίπτωση από τον Οργανισμό ανάλογα με την εκάστοτε υφιστάμενη έκταση των εκκρεμοτήτων (βλ. σχετικώς και το .../2025 έγγραφο απόψεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς το Δικαστήριο). Ενόψει αυτών, η προβαλλόμενη οικονομική βλάβη παρίσταται άδηλη, μελλοντική και αβέβαιη και, εντεύθεν, το έννομο συμφέρον των αιτουσών δεν είναι άμεσο και ενεστώς αλλά μελλοντικό και ενδεχόμενο, μη δυνάμενο να στοιχειοθετήσει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον προς άσκηση της αιτήσεως. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι, αφενός, από την ανωτέρω απόφαση συνάγεται ότι το έργο των υπαλλήλων της κεντρικής υπηρεσίας και των περιφερειακών διευθύνσεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συγκροτούν τα συνεργεία του διμήνου Μαρτίου-Απριλίου 2025 εκτείνεται στην εκκαθάριση «των πάσης φύσεως δαπανών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.» (μέσω οκτώ θεματικών συνεργείων για ποικίλες κατηγορίες, όπως ατομικά αιτήματα, ραδιοφάρμακα και ακτινοθεραπείες, καθώς και διά συνεργείων σε δεκατρείς περιφερειακές ενότητες αρμοδιότητας των Πε.Δι.), αφετέρου δε, από τις προσκομισθείσες μισθοδοτικές καταστάσεις («μηνιαία εκκαθαριστικά») οκτώ υπαλλήλων προκύπτει η αναγραφή ποσών που αντιστοιχούν σε «υπερωρίες» γενικώς, χωρίς να εξειδικεύεται ότι αυτά αφορούν υπερωριακή απασχόληση σε συνεργεία εκκαθάρισης δαπανών ιδιωτικών κλινικών και ΚΑΑ-ΚΝ, όπως εσφαλμένως διατείνονται οι αιτούσες.

16. Επειδή, με το εισαγωγικό δικόγραφο, όπως ο σχετικός ισχυρισμός εξειδικεύθηκε με τα παραδεκτώς κατατεθέντα από 8.4.2025 και 16.5.2025 υπομνήματα πριν και μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης, αντιστοίχως, οι αιτούσες συνδικαλιστικές οργανώσεις διατείνονται προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους ότι, ενόψει του κατ’ άρθρο 34 του ν. 5086/2024 δεσμευτικού για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελέσματος του τελικού πορίσματος του ι.ε.φ., «στο πλαίσιο της προβλεπόμενης διαδικασίας εκκαθάρισης όπου δεν συμμετέχει (ασκώντας εποπτικό ή ελεγκτικό ρόλο) ο υπάλληλος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανακύπτει το πρόσθετο ζήτημα της δημοσιονομικής του ευθύνης εξ απόψεως νομοθεσίας δημοσίου λογιστικού…, καθόσον ενεργεί ως δημόσιος υπόλογος δεσμευόμενος να ενταλματοποιήσει μια δαπάνη την οποία δεν έχει εκκαθαρίσει, ούτε έχει ελέγξει, ούτε -πολύ περισσότερο- έχει εξουσία να αρνηθεί να ενταλματοποιήσει». Ως εκ τούτου, υποστηρίζεται ότι «προσβάλλονται τα εργασιακά συμφέροντα των μελών του πρώτου αιτούντος σωματείου, που προασπίζεται, σύμφωνα με το καταστατικό της, και η δεύτερη αιτούσα Ομοσπονδία, αφού … οι υπάλληλοι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. … χωρίς να διενεργήσουν ιατρικό και διοικητικό έλεγχο σε μια υποβολή ιδιωτικής κλινικής … καλούνται να υπογράψουν πράξη εκκαθάρισης και, κατ’ επέκταση, ένταλμα πληρωμής μιας δαπάνης που δεν έχουν εξουσία οι ίδιοι να ελέγξουν, φέροντας την πλήρη εν τούτοις ευθύνη ως δημόσιοι υπόλογοι σε περίπτωση παράτυπης πληρωμής», συνακολούθως δε «αυτό … θέτει σε κίνδυνο τους υπαλλήλους και θίγει τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα...».

17. Επειδή, υπό το καθεστώς ισχύος του ν. 4820/2021 «Οργανικός Νόμος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και άλλες ρυθμίσεις» (Α΄ 130), η ευθύνη των δημοσιολογιστικώς υπεύθυνων συναρτάται με τα ειδικότερα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί, ούτως ώστε κάθε πρόσωπο να ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις που ανάγονται στη δική του σφαίρα ευθύνης. Ειδικότερα, ο εκκαθαριστής και ο εντολέας πληρωμής ευθύνονται αν προκάλεσαν έλλειμμα στη δημόσια διαχείριση λόγω παράτυπης πληρωμής χρημάτων, η οποία οφείλεται σε σφάλματα κατά την εκκαθάριση ή την εντολή πληρωμής από δόλο, βαρεία ή ελαφρά αμέλεια (βλ. κυρίως άρθρα 141, 142, 144, 146 του ν. 4820/2021 και αιτιολογική έκθεση του οικείου σχεδίου νόμου). Τουναντίον, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 144 παρ. 3 εδ. δεύτερο του ίδιου νόμου, ο εκκαθαριστής και ο εντολέας πληρωμής «[δ]εν ευθύνονται αν στήριξαν την εκκαθάριση ή την εντολή πληρωμής σε νομοτύπως εκδοθείσες βεβαιώσεις αρμόδιων κατά τον νόμο οργάνων, στις οποίες διαπιστώνεται η συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων διενέργειας της δαπάνης». Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι δεν στοιχειοθετείται, όπως νόμω αβασίμως υποστηρίζουν οι αιτούσες, δημοσιολογιστική ευθύνη του υπαλλήλου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ως δημόσιου οργάνου που εκδίδει την τελική πράξη εκκαθάρισης, για σφάλματα σχετικά με τον καθορισμό του εκκαθαριζόμενου ποσού κατόπιν κλινικού και διοικητικού ελέγχου, τα οποία ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης του ιδιωτικού ελεγκτικού φορέα. Και τούτο διότι η τελική πράξη εκκαθάρισης, υπογραφόμενη και συνυπογραφόμενη αρμοδίως, εκδίδεται -σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα (βλ. ειδικότερα σκέψη 10)- επί τη βάσει του ποσού που έχει προσδιορισθεί και βεβαιωθεί στο πόρισμα του ι.ε.φ. το οποίο ενσωματώνεται στην τελική πράξη. Η πράξη δηλαδή αυτή ερείδεται σε σχετική βεβαίωση του ι.ε.φ., ως αρμόδιου κατά τον νόμο οργάνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 3 εδ. δεύτερο του ν. 4820/2021, αδιακρίτως του χαρακτήρα του οργάνου ως δημόσιου, ιδιωτικού ή διφυούς. Ουδεμία, άλλωστε, νομική επιρροή ασκεί στην εφαρμογή της διάταξης αυτής η απουσία ρύθμισης σχετικής με δημοσιολογιστική ευθύνη του ι.ε.φ. ή/και του υπαλλήλου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στον ν. 4368/2016, όπως ούτε και στην κατ’ εξουσιοδότηση προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, αναφορικά με την οργάνωση του νέου συστήματος κλινικού και διοικητικού ελέγχου καθώς και εκκαθάρισης σε πραγματικό χρόνο από ι.ε.φ. του συνόλου των δαπανών Δ.Φ.Υ. των εξαιρούμενων παρόχων υπηρεσιών υγείας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο εκκαθαριστής και ο εντολέας πληρωμής ευθύνονται αν η παράτυπη πληρωμή οφείλεται σε σφάλματα κατά την εκκαθάριση ή την εντολή πληρωμής που ανάγονται στη δική τους σφαίρα ευθύνης. Ωστόσο στις περιπτώσεις που η υπό εκκαθάριση δαπάνη είναι μη νόμιμη αλλά στηρίζεται σε απόφαση νομικής δέσμευσης, ο εκκαθαριστής και ο εντολέας πληρωμής ευθύνονται μόνον αν η σχετική δέσμευση ήταν προδήλως εκτός των αρμοδιοτήτων του οργάνου που την έλαβε, ενώ δεν ευθύνονται αν στήριξαν την εκκαθάριση ή την εντολή πληρωμής σε νομοτύπως εκδοθείσες βεβαιώσεις αρμοδίων κατά νόμο οργάνων, στις οποίες διαπιστώνεται η συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων της δαπάνης. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν υπέχουν δημοσιολογιστική ευθύνη, για σφάλματα μη εμπίπτοντα στη σφαίρα ευθύνης τους, οι υπάλληλοι των οικονομικών υπηρεσιών του Οργανισμού, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα ενταλματοποίησης της δαπάνης κατά τα στάδια που έπονται εκείνου της εκκαθάρισης και συνίστανται στην έκδοση, βάσει της εκκαθαρισμένης δαπάνης, του χρηματικού εντάλματος πληρωμής και, τελικώς, στην πληρωμή της (Ελ.Σ. 491/2025 σκ. 2, 12, 905/2023 σκ. 6.1., 1186/2023 σκ. 3Β, 1342/2023 σκ. Ε, 1333/2023 σκ. 4, 38).

18. Επειδή, μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός, Τ. Κόμβου, Ό. Παπαδοπούλου, Ε. Σταυρουλάκη, Κ. Μαρίνου, Μ.-Α. Τσακάλη και Σ. Κωνσταντίνου, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη, στην οποία προσχώρησε και ο Πάρεδρος Χ. Κομνηνός: Οι ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 7 περ. γ΄ του ν. 4368/2016, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 34 του ν. 5086/2024, εξειδικεύονται και υλοποιούνται από τις δύο πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις, αντιστοίχως. Οι πράξεις αυτές αφορούν τον τρόπο άσκησης του κλινικού και του διοικητικού ελέγχου των δαπανών υγείας προς ασφαλισμένους του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και την ανάθεσή του σε ιδιωτικούς ελεγκτικούς φορείς (ι.ε.φ.) ως προς τις δαπάνες της Δευτεροβάθμιας Φροντίδας Υγείας που εξαιρούνται από το πάγιο σύστημα ελέγχου και εκκαθάρισης, δηλαδή τις δαπάνες για τις παρεχόμενες υπηρεσίες από ιδιωτικές κλινικές (πλην ψυχιατρικών) και ιδιωτικά κέντρα αποθεραπείας και αποκατάστασης κλειστής νοσηλείας, οι οποίες είναι σημαντικές, αφού αφορούν τις πλέον δαπανηρές παροχές υγείας ανά ΑΜΚΑ ασθενούς. Συνεπώς, οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν περιορίζονται σε αμιγώς οργανωτικά ζητήματα, αλλά επιφέρουν ουσιώδεις μεταβολές επί το δυσμενέστερον στην υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μελών της πρώτης αιτούσας πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, η οποία είναι μέλος της δεύτερης αιτούσας δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης. Και τούτο, διότι οι ρυθμίσεις αυτές συνάπτονται με τις κύριες αρμοδιότητες που κατά νόμον ασκούσαν έως τη θέσπισή τους οι υπάλληλοι των οικείων υπηρεσιών του ανωτέρω ν.π.δ.δ. ως προς τις εξαιρούμενες κατηγορίες δαπανών, οι οποίες πλέον τους αφαιρούνται (πρβ. Σ.τ.Ε. 750/2023 Ολ., 806/2025 7μ.). Επιπλέον, βάσει των ως άνω ρυθμίσεων, οι υπάλληλοι των οικονομικών υπηρεσιών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δεσμεύονται από το αποτέλεσμα του διενεργούμενου από τους ιδιωτικούς φορείς ελέγχου, το οποίο μόνον οι συμβεβλημένοι πάροχοι υγείας μπορούν να αμφισβητήσουν ενώπιον των ειδικώς προβλεπόμενων «Επιτροπών Επίλυσης Διαφορών». Περαιτέρω, οι ανωτέρω υπάλληλοι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. υποχρεούνται να «ενσωματώνουν» το πόρισμα των ι.ε.φ. ή -κατά περίπτωση- το πρακτικό των ως άνω επιτροπών στις «τελικές πράξεις εκκαθάρισης» και κατ' ακολουθίαν στις εντολές πληρωμής που εκδίδουν, για τις οποίες ωστόσο εξακολουθούν να φέρουν δημοσιολογιστική ευθύνη. Η ευθύνη δε αυτή ουδόλως αναιρείται από τη δυνατότητα που διατηρεί ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σχετικά με την προβλεπόμενη αξιολόγηση των ι.ε.φ. «στη βάση στατιστικών δεδομένων και βασικών δεικτών ποιότητας». Ειδικότερα, ο νόμος (η ως άνω διάταξη της περ. γ΄ της παρ. 7 του άρθρου 90 του ν. 4368/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν. 5086/2024) δεν ορίζει ότι τη δημοσιολογιστική ευθύνη για το έλλειμμα -που προκαλείται από σφάλμα του ιδιώτη που έχει διενεργήσει τον ως άνω έλεγχο και έχει συντάξει το σχετικό πόρισμα- υπέχει ο ιδιώτης (ι.ε.φ.), ώστε να θεωρείται ότι ο εκκαθαριστής ή ο εντολέας πληρωμής (ήτοι δημόσιο όργανο) δεν υπέχει ευθύνη δυνάμει του άρθρου 144 παρ. 3 εδ. δεύτερο του ν. 4820/2021 (διάταξη που, κατά το γράμμα της, αφορά νομότυπες βεβαιώσεις αρμόδιων δημοσίων οργάνων). Επομένως, τη δημοσιολογιστική ευθύνη εξακολουθεί να φέρει το δημόσιο όργανο (υπάλληλος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που υπογράφει την πράξη εκκαθάρισης ή την εντολή πληρωμής της δαπάνης, χωρίς όμως να έχει οιαδήποτε εξουσία ελέγχου του πορίσματος του ιδιώτη ελεγκτή. Κατά την έκδοση των προαναφερθεισών πράξεων, οι ανωτέρω υπάλληλοι φέρουν την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου (υπολόγου Ν.Π.Δ.Δ.) - δημοσιονομικώς υπεύθυνου προσώπου κατά την έννοια του άρθρου 142 παρ. 2 περ. γ΄ του ν. 4820/2021. Ως εκ τούτου, τα ανωτέρω δημόσια όργανα ευθύνονται -ακόμη και για ελαφρά αμέλεια (βλ. Ελ.Σ. 10/2026, 491/2025 κ.ά.) και με την προσωπική τους περιουσία- για τα ελλείμματα στη διαχείριση του Οργανισμού που συνίστανται στις μη νόμιμες πληρωμές προς τρίτους και τα οποία προκύπτουν εξαιτίας σφαλμάτων του ιδιώτη ελεγκτή κατά τη διενέργεια του ανατιθέμενου σ’ αυτόν με τις επίμαχες ρυθμίσεις ελέγχου. Τα ελλείμματα δε αυτά καταλογίζονται σε βάρος των εν λόγω δημοσίων οργάνων (άρθρα 145 του ν. 4820/2021 και 152 του ν. 4270/2014). Και ναι μεν κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 142 και 144 παρ. 3 εδ. δεύτερο του ν. 4820/2021, οι εκκαθαριστές και οι εντολείς πληρωμών απαλλάσσονται για πράξεις ή παραλείψεις που δεν ανάγονται στη σφαίρα της δικής τους ευθύνης, τέτοια, όμως, περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον η τελική πράξη εκκαθάρισης και η εντολή πληρωμής ανήκουν κατά τα προεκτεθέντα στη σφαίρα ευθύνης των δημοσίων οργάνων (υπάλληλοι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.). Ενόψει τούτων, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, οι αιτούσες συνδικαλιστικές οργανώσεις που, σύμφωνα με τα καταστατικά τους, σκοπό έχουν, μεταξύ άλλων, την προστασία των εργασιακών συμφερόντων των υπαλλήλων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τα οποία θίγονται ουσιωδώς από τις δύο πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως.

19. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, οι αιτούσες συνδικαλιστικές οργανώσεις, όπως βασίμως προβάλλει ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στερούνται εννόμου συμφέροντος για την προσβολή των υπό τα στοιχεία α και β προσβαλλόμενων πράξεων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών τους. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της. Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς και θα έπρεπε να εξεταστεί περαιτέρω κατά τη βασιμότητά της.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει συμμέτρως στις αιτούσες συνδικαλιστικές οργανώσεις τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας», ανερχόμενη, για έκαστο εξ αυτών, στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2025

 

Ο Πρόεδρος

Μιχαήλ Πικραμένος

 

Ο Γραμματέας

Νικόλαος Αθανασίου

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 2026.

 

Ο Πρόεδρος

Μιχαήλ Πικραμένος

 

Η Γραμματέας

Σταυρούλα Χάρου