ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 613/2026

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ελένη Κεχαγιά, Εφέτη, την οποία έχει ορίσει η Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σόνια Τουχτίδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 20η Οκτωβρίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, κατοίκου …., οδός …. αρ. 20, Α.Φ.Μ. …., ο οποίος παραστάθηκε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Γούλα (Α.Μ.Δ.Σ…..), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου δικαίου, Ο.Τ.Α., «Δήμος ......», όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο και εδρεύει στη ..., Α.Φ.Μ. …, ο οποίος παραστάθηκε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ταξιάρχη Κωστή (Α.Μ.Δ.Σ…..), που κατέθεσε προτάσεις και απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής εισφορών και ενσήμων, κατ' άρθρο 61 παρ. 3δ N. 4194/2013

Ο εφεσίβλητος άσκησε την από 28-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2021 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου.... κατά του ήδη εκκαλούντος Ο.Τ.Α. και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, με την .../2023 οριστική απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών - εναγόμενος Ο.Τ.Α. με την από 12-7-2023 έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου … με αριθμό έκθεσης ...-2023, αντίγραφο δε αυτής κατατέθηκε στον Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης ...-2023, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 15-4-2024 και εγγράφηκε στο πινάκιο. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20ης-1-2025, οπότε ματαιώθηκε. Ήδη, η έφεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 24- 2-2025 κλήση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό .../24-2-2025, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και εγγράφηκε στο πινάκιο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την από 24-2-2025 και με αριθμό κατάθεσης .../24-2-2025 κλήση, ο εφεσίβλητος - ενάγων νομοτύπως επαναφέρει προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την από 12-7-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2023 έφεση, η συζήτηση της οποίας κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 20ης-1 -2025 ματαιώθηκε (άρθρο 260 Κ.Πολ.Δ.).

II. Η κρινόμενη από 12-7-2023 έφεση κατά της .../2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου..., που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών, ασκήθηκε από τον ηττηθέντα εναγόμενο, Ο.Τ.Α., νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 495-498, 511, 516, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επιδόθηκε στον εκκαλούντα - εναγόμενο στις 5-7-2025, σύμφωνα με то …2025 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, …., το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο εφεσίβλητος- ενάγων, και η έφεση κατατέθηκε στην αρμόδια Γραμματεία του Πρωτοδικείου ... στις 12-7-2023, σύμφωνα με την πράξη, που υπάρχει στο τέλος αυτής. Για το παραδεκτό της άσκησής της προσκομίζεται, κατ' άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ι του ν. 3852/2010, η 26/21-7-2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εκκαλούντος Δήμου, κατόπιν εισήγησης της νομικής υπηρεσίας, για την άσκηση της έφεσης καθώς και την παράσταση του ως άνω δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής (αρ. πρωτ. …./1997 Απόφαση Δημάρχου ...) κατά τη συζήτηση της έφεσης, χωρίς να απαιτείται κατάθεση του παράβολου, που προβλέπεται από το άρθρο 495 παρ. 3.Α περ. β' Κ.Πολ.Δ. για το ένδικο μέσο της έφεσης, διότι λόγω της φύσης της διαφοράς (άρθρο 614 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) ρητά εξαιρείται από την υποχρέωση αυτή (άρθρο 495 εδ. τελ. Κ.Πολ.Δ.).

III. Με την από 28-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2021 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη .../2023 απόφαση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών - εξέθετε ότι το 1997 προσλήφθηκε από το Δημοτικό Ωδείο ..., που ανήκε στο Ν.Π.Ι.Δ. .... (και στη συνέχεια μετατράπηκε σε Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου ..., Κ....., στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της οποίας ακολούθως υπεισήλθε ο εναγόμενος Ο.Τ.Α.), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως καθηγητής μουσικής. Ότι δυνάμει είκοσι τριών αλλεπάλληλων και συνεχόμενων συμβάσεων η σύμβαση ανανεωνόταν διαρκώς και βάσει αυτών παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και τις 30-6-2021. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο Ο.Τ.Α. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεωθεί ο τελευταίος ν' αποδέχεται τις ίδιες, προσηκόντως προσφερόμενες, υπηρεσίες του. Τέλος, ζήτησε να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη..../2023 οριστική απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών-εναγόμενος Ο.Τ.Α. με την κρινόμενη έφεσή του για τον μοναδικό λόγο που αναφέρεται σ’ αυτήν και ανάγεται στην τυπική διατύπωση παραπόνου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, ζητεί δε, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στα δικαστικά του έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

IV. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α’ και 3 του N. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 669 και 672 του Α.Κ., συνάγεται ότι σε περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Οι εν λόγω διατάξεις του N. 2112/1920, όπως από αυτές προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007). Επακολούθησε ο Ν. 2190/1994, με το άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων. Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του N. 2527/1997, στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του N. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7- 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ A' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από τον νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, και των άρθρων 5 και 11 του, σε εφαρμογή της Οδηγίας, εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής. Τούτο δε, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7/1011 και 8/2011). Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής) και που παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 829/2019, ΑΠ 1196/2017, ΑΠ 1005/ 2017). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4- 2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου." Με το άρθρο 6 του ως άνω Π.Δ/τος ορίζεται ότι "1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. 2. Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οποιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς." Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 7 παρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος, οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 αυτού είναι αυτοδικαίως άκυρη. Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του N. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του N. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της ως άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολούμενου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημόσιου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ. 1 ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση." Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. ď της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης." (ΑΠ 15/2022, ΑΠ 538/2020, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015). Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΟλΑΠ 6/2001). Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΑΠ 888/2023 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, με παραπομπή σε ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 519/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος (πρώην Δημάρχου), που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την …2022 ένορκη βεβαίωση της …. ενώπιον της Ειρηνοδίκη ...., Π., που λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του εναγομένου (βλ. την ….2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης ….) και τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : O ενάγων είναι μουσικός, κάτοχος πτυχίων Ειδικού Αρμονίας και Αντίστιξης του Δημοτικού Ωδείου «......», Φ. του «...» και διπλωματούχος «Σύνθεσης» του Ωδείου «...». Το έτος 1997 προσλήφθηκε πρώτη φορά από το Δημοτικό Ωδείο ... «….», δυνάμει της ..../1997 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, προκειμένου να απασχοληθεί ως καθηγητής διδάσκοντας το μάθημα ανώτερων θεωρητικών, όπου και απασχολήθηκε από 29-9-1997 έως και 30-6-1998. Το προαναφερθέν Δημοτικό Ωδείο με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ..., που επικυρώθηκε με την …. απόφαση της Περιφερειακής Διοίκησης ..., λειτούργησε υπό τη μορφή του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου από το 1997 έως και το 2011, ως ένας από τους τομείς της Δημοτικής Επιχείρησης «Δημοτικός Πολιτιστικός Οργανισμός ...» (....), που μετατράπηκε σε κοινωφελή επιχείρηση και μετονομάσθηκε σε ...Το 2011 η τελευταία συγχωνεύθηκε δι' απορρόφησης από την Κοινωφελή Επιχείρηση Πολιτισμού Αθλητισμού και Περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.Α.Π.) του Δήμου ..., που συστάθηκε δυνάμει της 68/2011 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου ..., όμως, λύθηκε το 2012 (βλ. ΦΕΚ Β’ ...) και οι δραστηριότητές της αναλήφθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο ..., του οποίου το Δημοτικό Συμβούλιο, με την ..../2012 απόφαση, ενέκρινε τη μεταφορά του προσωπικού της Κ.Ε.Π.Α.Π. στον Δήμο, κατ' άρθρο 109 παρ. 7 N. 3852/2010, που προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 6 N. 3938/2011 και όριζε ότι «Σε περίπτωση λύσης κοινωφελούς επιχείρησης ή Δ.Ε.Υ.Α. και ανάληψης των δραστηριοτήτων της από τον οικείο δήμο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αυτού, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου μεταφέρεται στον αντίστοιχο φορέα με την ίδια σχέση εργασίας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου». Από το 1997, οπότε καταρτίστηκε η πρώτη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, μέχρι και τις 30-6-2021, ήτοι επί είκοσι τέσσερα (24) συνεχόμενα έτη, το ως άνω Δημοτικό Ωδείο, υπό την εκάστοτε νομική μορφή, απασχολούσε τον ενάγοντα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, για τη διδασκαλία μαθημάτων ανωτέρων θεωρητικών στους μαθητές του Δημοτικού Ωδείου ... «....». Συγκεκριμένα, ο ενάγων μετά την αρχικώς καταρτισθείσα σύμβαση ορισμένου χρόνου, απασχολήθηκε 1) από 14-9-1998 έως και 14- 6-1999, 2) από 14-9-1999 έως και 14-6-2000, 3) από 20-9-2000 έως και 20-6-2001,4) από 1-10-2001 έως και 30-6-2002, 5) από 12-9-2002 έως και 25-6-2003, 6) από 25-9-2003 έως και 25-6-2004, 7) από 25-9-2004 έως και 25-6-2005, 8) από 25-9-2005 έως και 25-6-2006, 9) από 14-9-2006 έως και 14-6-2007, 10) από 25-9-2007 έως και 25-6-2008, 11) από 25-9-2008 έως και 25-6-2009, συνάπτοντας όλες τις παραπάνω έντεκα συμβάσεις με τη .... 12) από 25-9-2009 έως και 25-6-2010 συνάπτοντας σύμβαση με την Κ.Ε....., 13) από 1-10-2010 έως και 30-6-2011 συνάπτοντας σύμβαση με την Κ.Ε....., 14) από 1-10-2011 έως και 30-6-2012 συνάπτοντας σύμβαση με την Κ.Ε.Π.Α.Π., 15) από 11-3-2013 έως και 30- 6-2013 16) από 1-11-2013 έως και 30-6-2014, 17) από 1-11-2014 έως και 30-6-2015,18) από 14-10-2015 έως και 30-6-2016, 19) από 1-10-2016 έως και 30-6-2017, 20) από 2-10-2017 έως και 30-6-2018, 21) από 1-10-2018 έως και 30-6-2019, 22) από 1-11-2019 έως και 30-6-2020, 23) από 1-11- 2020 έως και 30-6-2021, συνάπτοντας τις 15 έως 23 συμβάσεις με τον εναγόμενο Δήμο, ως ένας εκ του προσωπικού της Κ.Ε.Π.Α.Π., του οποίου εγκρίθηκε η μεταφορά στον Δήμο με την προαναφερθείσα .../2012 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ..., όπως αυτά αποδεικνύονται από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η με αρ. πρωτ. ….-2021 βεβαίωση του Αυτοτελούς Τμήματος Κοινωνικής Προστασίας Παιδείας και Πολιτισμού του εναγομένου, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, αλλά και ο εναγόμενος (είναι δε το μοναδικό έγγραφο που προσκομίζει ο τελευταίος). Με την εργασία αυτή, που παρείχε συστηματικά ο ενάγων σε εβδομαδιαία βάση και για συνεχές διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) ετών, που διακοπτόταν μόνο για χρονικό διάστημα ελάχιστων ημερών ή δύο-τριών μηνών, το οποίο συνέπιπτε κατά κανόνα, με την περίοδο των θερινών διακοπών των μαθητών του ωδείου, ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, οι οποίες, δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν διαφορετικά, καθόσον δεν υπήρχαν μόνιμοι καθηγητές, εφόσον τέτοιες θέσεις δεν προκηρύχθηκαν ποτέ. Συνεπώς, οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος με το Ν.Π.Ι.Δ. ...., Κ....., την κοινωφελή επιχείρηση Κ.Ε.Π.Α.Π. και τον διάδοχο αυτής - εναγόμενο, που καταρτίστηκαν το πρώτον στις 20- 9-1997 και, όπως συνάγεται και από την αδιάλειπτη παροχή των υπηρεσιών του, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες παροχής μουσικής παιδείας του αντισυμβαλλομένου του, υπό τη νομική μορφή που είχε σε κάθε χρονική στιγμή κατάρτισης εκάστης των συμβάσεων εργασίας, μπορούσαν να προσλάβουν, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παραγράφου αυτής υπό στοιχείο IV, τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου. Ο καθορισμός, του είδους των συμβάσεων αυτών εξακολουθητικά ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγόμενου να ρυθμίζει τη διάρκεια της εργασίας του τελευταίου. Με βάση τα ανωτέρω, η επιλογή από τον εναγόμενο του τύπου των ένδικων συμβάσεων ως μέσου πρόσληψης του ενάγοντος δεν δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση από κανένα αντικειμενικό λόγο, όπως θα ήταν η ανάγκη κάλυψης πρόσκαιρων ή προσωρινών αναγκών του, απέβη δε για τον ενάγοντα ιδιαιτέρως καταχρηστική, αφού επέτρεψε την παροχή της εργασίας του υπό μισθολογικούς και συνταξιοδοτικούς όρους κατά πολύ δυσμενέστερους από εκείνους βάσει των οποίων θα έπρεπε να γίνει η πρόσληψή του για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου. Συνεπώς, οι ως άνω συμβάσεις εργασίας κατ’ επίφαση χαρακτηρίστηκαν, κατά τη σύναψή τους, ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ επρόκειτο για μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου. Οι ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος, γεγονός που δεν αμφισβητείται άλλωστε και από το εναγόμενο, είχε εκκινήσει ήδη πριν την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους και συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που ομοίως έκρινε και αναγνώρισε ότι ο ενάγων συνδέεται με τον εναγόμενο Ο.Τ.Α. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε τον τελευταίο ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται από την αιτιολογία της απόφασης αυτής (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.) δεν έσφαλε, αλλ' ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

V. Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, η κρινόμενη, έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Εφόσον, δε, η έφεση απορρίφθηκε, ο εκκαλών Ο.Τ.Α. πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατά το άρθρο 281 παρ. 2 N. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 12-7-2023 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου ... με αριθμό έκθεσης ...-2023, αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ' ουσίαν.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα-εναγόμενο Ο.Τ.Α. στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου - ενάγοντος αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ