ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ Γ΄ - ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 61/2026
Αποτελούμενο από τον δικαστή Κωνσταντίνο Μοτζάκη, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, και με γραμματέα τον Βασίλειο Βαμβουνάκη, δικαστικό υπάλληλο,
συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2024, ημέρα Πέμπτη και ώρα 12:30΄.
Για να δικάσει την έφεση με αριθμό κατάθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων ΕΦ ....2022 και αριθμό βιβλίου ενδίκων μέσων στο Διοικητικό Εφετείο Χανίων ΕΦ …2022,
της ... ... του ..., κατοίκου Χανίων (οδός …), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αντώνιο Χριστοφοράκη, στον οποίο χορήγησε δικαστική πληρεξουσιότητα με ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του από δημόσια αρχή,
κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-Ε.Φ.Κ.Α.), εδρεύοντος στην Αθήνα (οδός Αμερικής, αρ.12) και εκπροσωπούμενου από τον Διοικητή του, που παρέστη με τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Χρήστο Πραματευτάκη,
και κατά της 93/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων.
Κατά τη συζήτηση, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία και σκέφθηκε κατά το νόμο,
η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το με αρ. … δεσμευμένο e-παράβολο, ποσού 100 ευρώ), ζητείται η εξαφάνιση της 93/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απορρίφθηκε η με αρ. κατ. ....2019 προσφυγή της νυν εκκαλούσας, η οποία στρεφόταν κατά των κάτωθι συναφών πράξεων: α) της ...2019 Πράξης Επιβολής Προστίμου Υποτροπής, εκδοθείσας από την ελέγκτρια υπάλληλο του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Ασφάλισης (Π.Ε.Κ.Α.) ...του τότε καθ’ ου η προσφυγή και νυν εφεσίβλητου ν.π.δ.δ., με την οποία είχε επιβληθεί σε βάρος της τότε προσφεύγουσας και νυν εκκαλούσας, ως εργοδότριας, πρόστιμο ποσού 21.000 ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 και 3 του ν. 4554/2018 (Α΄ 130, διόρθωση σφαλμάτων Α΄ 132) και της 43614/996/2018 κοινής υπουργικής απόφασης της Υπουργού και των Υφυπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 3521), για την αποδιδόμενη σε βάρος της παράβαση, καθ’ υποτροπή, της μη αναγραφής σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού της ατομικής επιχείρησής της στα ... ενός φερόμενου ως εργαζομένου σε αυτήν, και β) της ...2019 Πράξης Επιβολής Προστίμου Τρίμηνης Ασφάλισης, του ίδιου ως άνω οργάνου του ίδιου Π.Ε.Κ.Α, με την οποία καταλογίσθηκε σε βάρος της ίδιας εργοδότριας ποσό 884,43 ευρώ, για την τρίμηνη ασφαλιστική τακτοποίηση του ίδιου φερόμενου ως εργαζομένου, κατ' επίκληση του άρθρου 5 παρ. 4 του ως άνω ν. 4554/2018. Εξάλλου, με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε και ότι η προσφυγή απαραδέκτως στρεφόταν κατά του οικείου ...2019 δελτίου ελέγχου των ελεγκτών του Π.Ε.Κ.Α. ..., διότι η πράξη αυτή δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα, ως προπαρασκευαστική για την έκδοση των ως άνω μόνων εκτελεστών και παραδεκτώς προσβληθεισών με την προσφυγή πράξεων (πρβλ. ΣτΕ 1809/2010 σκ. 3).
2. Επειδή, στο άρθρο 92 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/ 1999, Α΄ 97), όπως το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77) και το τρίτο εδάφιο με το άρθρο 25 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), ορίζεται ότι: «Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν σε χρηματικές διαφορές, αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Προκειμένου για απαιτήσεις αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένων κατά των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και για απαιτήσεις για κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το ανωτέρω όριο ορίζεται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το αμφισβητούμενο με την έφεση ποσό. Αν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά ως προς καθένα από τα ποσά αυτά….». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά ως προς καθένα από τα ποσά αυτά, όπως καθορίζονται με την πρωτόδικη απόφαση και ανεξαρτήτως αν τα αυτοτελή αυτά ποσά καταλογίστηκαν με μία διοικητική πράξη (ΣτΕ 1768/2020, 126/2014, 782/2013, 4242/2011, ΣτΕ Ολομ. 1756/2007 κ.ά.).
3. Επειδή, η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά στο αυτοτελές και διακεκριμένο ποσό προστίμου τρίμηνης ασφάλισης, ύψους 884,43 ευρώ, το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος της εκκαλούσας με τη δεύτερη ένδικη πράξη, είναι ανέκκλητη, εφόσον το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο ορίζεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις ως όριο για το εκκλητό της πρωτόδικης απόφασης. Κατά συνέπεια, για το λόγο αυτό που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη έφεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του αντίστοιχου κεφαλαίου της εκκαλούμενης απόφασης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
4. Επειδή, αντίγραφο της εκκαλούμενης απόφασης επιδόθηκε την 04.04.2022 στον πληρεξούσιο δικηγόρο της προσφεύγουσας και νυν εκκαλούσας Α., όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα … ..., ενώ η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε την 23.05.2022, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη κατάθεσης στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 126 παρ.2 του Κ.Δ.Δ.), ήτοι του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων. Επομένως, η έφεση ασκήθηκε εντός της προθεσμίας εξήντα ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία ορίζεται στο άρθρο 94 παρ.1 του Κ.Δ.Δ. Περαιτέρω, κατά το χρόνο έκδοσης των (ένδικων με την προσφυγή) πράξεων επιβολής προστίμου (26.08.2019), το διοικητικό όργανο που τις εξέδωσε (ελέγκτρια υπάλληλος του Π.Ε.Κ.Α. ...) ανήκε στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), ο οποίος είχε ιδρυθεί με το άρθρο 51 παρ.1 του ν. 4387/2016 (Α΄85) και είχε οριστεί η 1η.1.2017 ως ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του. Μεταγενέστερα, με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020 (Α΄ 43) προστέθηκε εμβόλιμο άρθρο 51Α στον ν. 4387/2016, με το οποίο ο «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.) μετονομάστηκε από την 01.03.2020 σε «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e – Ε.Φ.Κ.Α.), ο οποίος και παρέστη ως καθ’ ου στο ακροατήριο του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων την 12η Ιανουαρίου 2022, κατά τη συζήτηση της ασκηθείσας προσφυγής κατά των παραπάνω πράξεων, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Επομένως, νομίμως η κρινόμενη έφεση της πρώην προσφεύγουσας ... ... (νυν εκκαλούσας) στρέφεται κατά του e- Ε.Φ.Κ.Α. ως εφεσίβλητου. Γενικά, η κρινόμενη έφεση έχει ασκηθεί παραδεκτώς κατά το μέρος που στρέφεται κατά του κεφαλαίου της εκκαλούμενης απόφασης το οποίο σχετίζεται με το αυτοτελές και διακεκριμένο ποσό προστίμου, ύψους 21.000,00 ευρώ, το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος της εκκαλούσας με την ...2019 Πράξης Επιβολής Προστίμου Υποτροπής, εκδοθείσας από την ελέγκτρια υπάλληλο του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Ασφάλισης (Π.Ε.Κ.Α.) ... του εφεσίβλητου, και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα εκάστου λόγου της.
5. Επειδή, το άρθρο 43 παράγραφος 2 του Συντάγματος ορίζει ότι: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η δυνατότητα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Ειδικότερα, τίθεται ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή, αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Περαιτέρω, με την διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος επιτρέπεται η εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως, αλλά επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο ενεργεί η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΣτΕ Ολομ. 869/2025 σκ.9, 1804/2017 σκ.12, 1749/2016 σκ.14, 3299/2014 σκ.13, 235/2012 σκ.6, 1210/2010 σκ.13, 2815/2004 σκ.6, 1101/2002 σκ.6). Η αναφερθείσα ουσιαστική ρύθμιση μπορεί να υπάρχει τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (βλ. ΣτΕ Ολομ. 869/2025 σκ.9, 1804/2017 σκ.12, 1749/2016 σκ.14, 520/2015 σκ.14, 3013/2014 σκ.10, 2186/2013 σκ.4, 1210/2010 σκ.13 κ.ά.). Τέλος, για το συνταγματικό κύρος της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως δεν απαιτείται οπωσδήποτε να διαγράφει η ίδια ή με παραπομπή σε άλλη διάταξη νόμου βασικές αρχές και κατευθύνσεις στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η Διοίκηση κατά την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων αυτών (βλ. ΣτΕ 869/2025 σκ.9, 1804/2017 σκ.12, 3404/2014 σκ.10, 2304/1995 σκ.10, 1466/1995 σκ.5 ˙ πρβλ. όμως και ΣτΕ Ολομ. 478-480/1989, ΠΕ Ολομ. 6/2007), καθώς η απαίτηση αυτή εξαρτάται προφανώς από το αντικείμενο και την σημασία των ρυθμιζόμενων θεμάτων (ΣτΕ Ολομ. 869/2025 σκ.9).
6. Επειδή, ο ν. 4554/2018 (Α΄130/18.7.2018) όριζε στο άρθρο 5 [όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 του ν. 4635/2019 (Α΄ 167/30.10.2019)] ότι «1. Ειδικός Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων ή Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων ή ελεγκτής των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης ή αρμόδιος υπάλληλος του ΕΦΚΑ που διαπιστώνει τη μη αναγραφή εργαζομένου σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλει στον εργοδότη πρόστιμο ποσού δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων. ... 3. Σε περίπτωση υποτροπής του εργοδότη, η οποία διαπιστώνεται εντός τριών (3) ετών από τον πρώτο έλεγχο, το πρόστιμο της παραγράφου 1, ανά εργαζόμενο, επιβάλλεται προσαυξημένο ως εξής: α) κατά 100% για την πρώτη μετά την αρχική παράβαση και β) κατά 200% για κάθε μεταγενέστερη παράβαση από αυτήν της περίπτωσης α΄, που διαπιστώνεται σε έλεγχο διενεργούμενο σε διαφορετική ημερομηνία. 4. Σε κάθε παράβαση του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται ότι η σχέση εργασίας διήρκεσε τρεις (3) μήνες, εκτός εάν ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος αποδείξουν διαφορετικά. Με πράξη του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα καταλογίζονται, άνευ ετέρου και αναδρομικά από την ημερομηνία του ελέγχου, σε βάρος του εργοδότη το σύνολο των προβλεπόμενων κατά περίπτωση ασφαλιστικών εισφορών. Ως βάση υπολογισμού των εισφορών λαμβάνεται ο κατώτατος μισθός ή το κατώτατο ημερομίσθιο. 5. Οι διοικητικές κυρώσεις του παρόντος άρθρου επιβάλλονται πλέον των λοιπών κυρώσεων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία», στο άρθρο 6 [όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 66 του ν. 4635/2019] ότι «1. Αν, εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα του ελέγχου, ο εργοδότης προβεί στην πρόσληψη του εργαζομένου ή των εργαζομένων που διαπιστώθηκαν ως αδήλωτοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης, το πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 μειώνεται ως εξής:…» και στο άρθρο 8 [όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή πριν από την τροποποίηση και διαμόρφωσή του με το άρθρο 68 του ν. 4635/2019] ότι «1. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζεται η διαδικασία επιβολής των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων, η διαδικασία για την παροχή του δικαιώματος έκπτωσης, η προθεσμία για την εμπρόθεσμη καταβολή του μειωμένου προστίμου σε περίπτωση χορήγησης έκπτωσης, ο τρόπος και η διαδικασία ελέγχου τήρησης των προϋποθέσεων χορήγησης της έκπτωσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου. 2. Η ισχύς των άρθρων 5 έως 7 αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 1....». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 4554/2018, εκδόθηκε η 43614/996/09.08.2018 κοινή υπουργική απόφαση (κ.υ.α.) της Υπουργού και των Υφυπουργών Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄3521/21.8.2018), η οποία [όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 2 της 10694/364/4.3.2020 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β΄818/12.03.2020)] προέβλεπε στο άρθρο 1 ότι: «1. Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων (προστίμων) των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 4554/2018 (Α΄ 130), συντάσσεται και επιδίδεται Δελτίο Ελέγχου με το οποίο διαπιστώνεται παράβαση για αδήλωτη εργασία, και συντάσσεται και επιδίδεται Πράξη Επιβολής Προστίμου, κατά δέσμια αρμοδιότητα χωρίς προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων, με την οποία προσδιορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ανωτέρω παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 5 του ως άνω νόμου, το ύψος του προστίμου που αντιστοιχεί στη διαπιστωθείσα παράβαση. Η Πράξη Επιβολής Προστίμου κατά τα ανωτέρω κοινοποιείται, με απόδειξη, στον παραβάτη εργοδότη. 2. …. 3. Η Πράξη Επιβολής Προστίμου επιδίδεται στον εργοδότη εντός (7) εργάσιμων ημερών από την ημέρα επίδοσης του Δελτίου Ελέγχου ή από την ημέρα κοινοποίησης της σχετικής έκθεσης/εγγράφου σχετικά με τη διαπίστωση αδήλωτης εργασίας στο αρμόδιο Τ.Ε.Ε.Σ. Εντός της ιδίας προθεσμίας η Πράξη Επιβολής Προστίμου και το σχετικό δελτίο ελέγχου/έκθεση ελέγχου διαβιβάζονται προς την αρμόδια υπηρεσία του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), προκειμένου να καταλογισθούν οι προβλεπόμενες από την παράγραφο 4 του άρθρου 5 του ν. 4554/2018 ασφαλιστικές εισφορές. Για τον καταλογισμό των εν λόγω ασφαλιστικών εισφορών από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του Ε.Φ.Κ.Α., ως βάση υπολογισμού των εισφορών του τριμήνου λαμβάνεται ο κατώτατος μισθός ή το κατώτατο ημερομίσθιο, σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. Εάν αποδειχθεί απασχόληση πέρα των τριών (3) μηνών ή αποδοχές υψηλότερες από τις κατώτατες, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, για το ελεγχόμενο διάστημα καταλογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. 4. ... 6. Όταν ο εργοδότης προβαίνει στην πρόσληψη του εργαζομένου ή των εργαζομένων που διαπιστώθηκαν ως αδήλωτοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του ν. 4554/2018, καταβάλλει το επιβληθέν πρόστιμο μειωμένο κατά το ποσό που αντιστοιχεί ανά περίπτωση σε συνάρτηση με τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας των δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την ημέρα επίδοσης της Πράξης Επιβολής Προστίμου. 7. ... 10. Κατά των Πράξεων Επιβολής Προστίμου των παρ. 1 και 2, ανάλογα με το εκδόν την πράξη όργανο, κατά περίπτωση, και της Πράξεως Επιβολής Προστίμου της παρ. 3 της παρούσης ασκείται προσφυγή ουσίας ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου εντός εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της δεύτερης εξ αυτών, δια της οποίας περατούται η ως άνω περιγραφόμενη σύνθετη διοικητική ενέργεια επιβολής κυρώσεων για την αδήλωτη εργασία. ... Σε περίπτωση που με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακυρωθούν οι ως άνω Πράξεις Επιβολής Προστίμου, ο ασφαλισμένος που κατοχύρωσε ασφαλιστικά δικαιώματα δυνάμει της ακυρωθείσας Πράξης Επιβολής Προστίμου της παρ. 3 της παρούσης, θα δύναται, για λόγους χρηστής διοίκησης, να εξαγοράσει το χρόνο για τον οποίο καταλογίστηκαν ασφαλιστικές εισφορές δυνάμει της άνω Πράξης Επιβολής Προστίμου. Ως βάση υπολογισμού των εισφορών αυτών λαμβάνεται ο κατώτατος μισθός ή το κατώτατο ημερομίσθιο, κατά τις εκάστοτε ισχύουσες σχετικές διατάξεις». Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2874/2000 (Α΄286), προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη για αναγραφή όλων των εργαζόμενων της επιχείρησης σε πίνακα προσωπικού, ο οποίος κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας – Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης και σφραγισμένο από την υπηρεσία αντίγραφό του αναρτάται σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας. Στη συνέχεια, κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 17 παρ. 6 του ν. 3899/2010 (Α΄ 212), όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 138 παρ. Ε΄ του ν. 4052/2012 (Α΄ 41), εκδόθηκε η 5072/6/25.02.2013 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Β΄ 449), όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την 29502/85/01.09.2014 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Β΄ 2390) και τροποποιήθηκε με την οικ. 49327/ 10702/ 22.12.2014 απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού (Β΄ 3456), με την οποία προβλέφθηκε ότι κάθε εργοδότης που απασχολεί εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υποχρεούται να υποβάλλει ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ΣΕΠΕ - ΟΑΕΔ- ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με την ονομασία «ΕΡΓΑΝΗ» τα προβλεπόμενα στοιχεία σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις, με τα συνημμένα στην απόφαση έντυπα (άρθρο 1), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο πίνακας προσωπικού (Ε4) και ο συμπληρωματικός πίνακας προσωπικού νέας πρόσληψης (άρθρο 2).
7. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο ότι ο αναφερόμενος από τον αρμόδιο ελεγκτή ως εργαζόμενος, που δεν αναγράφεται σε πίνακα προσωπικού, συνδέεται με εργασιακή σχέση με τον εργοδότη, ο οποίος δύναται να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με την άσκηση προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Πρωτοδικείου, υποδεικνύοντας ότι ουδεμία σχέση εργασίας τον συνδέει με το πρόσωπο το οποίο ο ελεγκτής θεώρησε ως μισθωτό του, με συνέπεια να του αποδώσει την παράβαση της εργατικής νομοθεσίας περί μη αναγραφής του στον πίνακα προσωπικού. Οι διατάξεις αυτές έχουν υπαγορευθεί από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενους στην αποτελεσματική καταπολέμηση του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας, η οποία, αφ’ ενός μεν, παραβιάζει τα βασικά δικαιώματα των εργαζόμενων, με συνέπεια να μεταπίπτει η εργασία από κοινωνικό λειτούργημα σε αντικείμενο εμπορίας, αφ’ ετέρου δε, στερεί από τα ασφαλιστικά ταμεία σημαντικά έσοδα, με συνέπεια την αποδυνάμωση του ασφαλιστικού συστήματος, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο της σοβαρής δημοσιονομικής κρίσης που διέρχεται η Χώρα. Επιπρόσθετα, η αδήλωτη εργασία, η οποία στερεί και από το κράτος σημαντικά φορολογικά έσοδα, αποτελεί στρεβλωτικό παράγοντα της οικονομίας, καθόσον νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, με τη διαμόρφωση συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού. Εν όψει τούτων, κατά το μέρος που με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 4554/2018 προσδιορίζεται το επιβαλλόμενο στον εργοδότη πρόστιμο για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο στο ποσό των 10.500 ευρώ (πλέον του προστίμου τρίμηνης ασφάλισης του κάθε αδήλωτου εργαζόμενου) [και σε περίπτωση υποτροπής προσαυξημένο κατά 100% για την πρώτη μετά την αρχική παράβαση και 200% για κάθε μεταγενέστερη παράβαση], δεν θεσπίζεται κύρωση προδήλως απρόσφορη, ούτε η προβλεπόμενη κύρωση υπερακοντίζει τον επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, τον οποίο αποβλέπει να εξυπηρετήσει, δεδομένου ότι με το σοβαρό ύψος των προστίμων επιδιώκεται τόσο ο αυστηρός κολασμός του παραβάτη, όσο και η αποτροπή της παράνομης πρακτικής της αδήλωτης εργασίας από τους λοιπούς εργοδότες. Συνεπώς, το καθοριζόμενο από την ανωτέρω διάταξη πρόστιμο δεν δύναται να θεωρηθεί ως προδήλως δυσανάλογο για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ενόψει της σπουδαιότητας του διακυβευόμενου αγαθού της καταπολέμησης του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας, με τις εκτεθείσες σοβαρότατες για τους εργαζόμενους, το ασφαλιστικό σύστημα και τα δημόσια έσοδα δυσμενείς συνέπειες (πρβλ. ΣτΕ 2151/2017 επταμ.). Τούτο, ανεξαρτήτως του ότι, σε αντίθεση με το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, προβλέπεται πλέον ρητά η μείωση του προστίμου υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 6 του ν. 4554/2018. Η δε θέσπιση με τις ανωτέρω διατάξεις συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού των επιβαλλόμενων προστίμων, στα πλαίσια του οποίου τα αρμόδια διοικητικά όργανα δεν έχουν την ευχέρεια να προσδιορίζουν το ύψος αυτών αναλόγως των ειδικότερων συνθηκών της εκάστοτε τελούμενης παράβασης και του βαθμού υπαιτιότητας του παραβάτη, δεν αντίκειται καθ’ εαυτήν στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι με την πρόβλεψη επιβολής σταθερού ύψους προστίμου, ανάλογα με την, κατ’ εκτίμηση του νομοθέτη, βαρύτητα καθεμιάς παράβασης, οι εφαρμοζόμενες διατάξεις ενέχουν αυτές οι ίδιες στοιχεία αναλογικότητας (πρβλ. ΣτΕ 1195/2016, 1800/2012, ΣτΕ Ολομ. 3474/2011). Επιπλέον, το εν λόγω σύστημα διασφαλίζει την ύπαρξη διαφάνειας, σαφήνειας και ισότητας κατά την επιβολή των κυρώσεων (βλ. ΣτΕ 2221/2018, 2402/2010, ΣτΕ Ολομ. 3474/2011), με την αποφυγή της ανομοιόμορφης μεταχείρισης των εργοδοτών και της συνακόλουθης έλλειψης εμπιστοσύνης προς τις ελεγκτικές υπηρεσίες, σκοπός θεμιτός και σύμφωνος με την παραπάνω αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. ΣτΕ 2151/2017). Περαιτέρω, όταν η ίδια η Διοίκηση, θεμιτώς κατά το Σύνταγμα, εν όψει των αναφερθέντων, δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια να προσδιορίζει το ύψος του προστίμου αναλόγως των ειδικοτέρων συνθηκών της παράβασης, θέμα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ή του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας ως εκ του ότι το δικαστήριο που ελέγχει τη νομιμότητα της σχετικής πράξης της ως άνω αρχής δεν διαθέτει ούτε αυτό τέτοια εξουσία, δεν μπορεί να τεθεί. Επομένως, ακόμα και υπό την εκδοχή ότι το επίμαχο πρόστιμο αποτελεί, λόγω της φύσης και της σοβαρότητας που μπορεί να έχει κατά περίπτωση, κύρωση «ποινικής φύσης» κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασης της εν λόγω διάταξης (πρβλ. ΣτΕ 2221/2018, 2904/2015, ΣτΕ Ολομ. 3173/2014), δοθέντος μάλιστα ότι ο εργοδότης δύναται να ανατρέψει τις διαπιστώσεις του ελέγχου, κατόπιν άσκησης προσφυγής, δηλαδή ένδικου βοηθήματος πλήρους δικαιοδοσίας, με το οποίο καθίσταται δυνατή η επανεκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση της παράβασης (πρβλ. ΣτΕ 105/2011). Επίσης, το επίμαχο πρόστιμο δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι, εάν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, είναι επιτρεπτή η θέσπιση από το νομοθέτη ρυθμίσεων οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της περιουσίας που, κατ’ αρχήν, προστατεύεται από την εν λόγω διάταξη, εφ’ όσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι πρόσφορες για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου δημοσίου σκοπού και συμβατές με την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. ΣτΕ 1064/2018, 1195/2016, ΣτΕ Ολομ. 3173/2014), προϋποθέσεις που συντρέχουν στην περίπτωση επιβολής προστίμου για ανασφάλιστη εργασία, όπως εν προκειμένω. Τέλος, για την έκδοση της προβλεπόμενης από τις παραπάνω διατάξεις πράξης επιβολής προστίμου δεν απαιτείται, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ. 1 της προαναφερόμενης κ.υ.α. 43614/996/2018, προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων. Η ρύθμιση αυτή δεν παραβιάζει το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου, ούτε, επομένως, το άρθρο 6 παρ. 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που έχει το αυτό εύρος εφαρμογής (πρβλ. ΣτΕ 2164/2017, 1646/2014). Και τούτο, διότι η εν λόγω πράξη εκδίδεται κατά δέσμια αρμοδιότητα, όπως επίσης ρητά ορίζεται στο άρθρο 1 παρ.1 της ίδιας κ.υ.α., και η σχετική παράβαση δεν συναρτάται προς την υποκειμενική συμπεριφορά του εργοδότη αλλά ερείδεται στην απλή διαπίστωση του αντικειμενικού γεγονότος της μη καταχώρισης εργαζόμενου στον τηρούμενο από την επιχείρηση πίνακα προσωπικού (πρβλ. ΣτΕ 2164/2017, 1505/2010, 162/2009).
8. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 145 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) ορίζεται ότι: «1. Κάθε διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, εκτός αν ο νόμος που διέπει τη σχέση ορίζει διαφορετικά. Οι άλλοι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ανταποδείξουν. 2…», ενώ, περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 146, 148, 149 παρ. 1, 2, 171 παρ. 1, 3 και 176 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κ.Δ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα όλα τα προσκομιζόμενα ενώπιόν του στοιχεία, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους. Εξάλλου, όσον αφορά στην αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά ότι έγιναν από το δημόσιο όργανο ή ενώπιόν του και τα οποία μπορούν να αμφισβητηθούν μόνο με προσβολή τους για πλαστότητα, βάσει ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας (ΣτΕ 2376/2017, 1315/2014, 2997/2015). Αντίθετα, για όλα όσα το όργανο αυτό έπρεπε, λόγω των καθηκόντων του, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΣτΕ 1375/2020, 3018/2017, 2563/2016). Η δε συντασσόμενη από το αρμόδιο διοικητικό όργανο έκθεση ελέγχου αποτελεί δημόσιο έγγραφο. Όμως, όσα γεγονότα διαπίστωσε το ελεγκτικό όργανο κατά την άσκηση του ελεγκτικού του έργου και, ακολούθως, ανέγραψε στην έκθεση ελέγχου, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως γενόμενα από το ίδιο το όργανο ή ενώπιόν του, ως προς τα οποία και μόνον η βεβαίωση στην εν λόγω έκθεση αποτελεί πλήρη απόδειξη. Τα δικαστήρια εκτιμούν ελευθέρως την έκθεση ελέγχου ως προς τα ως άνω αναγραφέντα σε αυτήν γεγονότα, τα οποία διαπίστωσε το ελεγκτικό όργανο, χωρίς να δεσμεύονται από το περιεχόμενό της. Πολύ δε περισσότερο εκτιμούν ελευθέρως τις (επίσης αναγραφόμενες στην έκθεση ελέγχου) σχετικές κρίσεις, εκτιμήσεις και συμπεράσματα του ελεγκτικού οργάνου ως προς τα γεγονότα αυτά (ΣτΕ 501/2024, 1233/2019, 585/2019, 4216/2013).
9. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε από κλιμάκιο ελεγκτών του Π.Ε.Κ.Α. ..., στις 22.08.2019 (ημέρα Πέμπτη) και ώρα 20:00΄, στην ατομική επιχείρηση της εκκαλούσας με αντικείμενο «σνακ μπαρ» στα ..., επί της οδού ..., αρ.... διαπιστώθηκε να απασχολείται, μεταξύ άλλων προσώπων, και ο …., γεννηθείς την 20.02.1999, χωρίς να έχει αναγραφεί σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ...2019 οικείο δελτίο ελέγχου, ο ανωτέρω ...δήλωσε ενυπογράφως ειδικότητα «Β.ΣΕΡΒΙΤ.» (δηλαδή βοηθός σερβιτόρος), ημερομηνία πρόσληψης 21.08.2019 (δηλαδή την αμέσως προηγούμενη ημέρα του επιτόπιου ελέγχου), μορφή απασχόλησης «ΜΕΡΙΚΗ», καθώς και ότι δεν γνώριζε τις καθαρές αποδοχές του και το ακριβές ωράριο εργασίας του. Η υπογραφή του ως άνω ... ... τέθηκε ανεπιφύλακτα στο έντυπο πεδίο «ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ» του ως άνω δελτίου ελέγχου, δίπλα από τα παραπάνω αναγραφέντα ατομικά του στοιχεία. Αντίγραφο του δελτίου ελέγχου παρέλαβε ενυπογράφως ο ..., με την ιδιότητα «σύζυγος» [της ιδιοκτήτριας της επιχείρησης]. Κατόπιν τούτων, η ελέγκτρια υπάλληλος του Π.Ε.Κ.Α. ... του νυν εφεσίβλητου ν.π.δ.δ., ... ..., εξέδωσε την ...2019 Πράξη Επιβολής Προστίμου Υποτροπής, με την οποία επέβαλε σε βάρος της εκκαλούσας, ως εργοδότριας, πρόστιμο ποσού 21.000,00 ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 και 3 του ν. 4554/2018 (Α΄ 130, διόρθωση σφαλμάτων Α΄ 132) και της 43614/996/2018 κοινής υπουργικής απόφασης της Υπουργού και των Υφυπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 3521), για την αποδιδόμενη σε βάρος της παράβαση, καθ’ υποτροπή, της μη αναγραφής σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού της ατομικής επιχείρησής της στα ... ενός εργαζομένου σε αυτήν. Για την τεκμηρίωση της υποτροπής, η οποία οδήγησε σε προσαύξηση του ποσού του προστίμου κατά 100% (από 10.500,00 ευρώ σε 21.000,00 ευρώ), ελήφθη υπόψη ότι σε προγενέστερο επιτόπιο έλεγχο στην ίδια ατομική επιχείρηση της εκκαλούσας από ελεγκτές του Π.Ε.Κ.Α. Αττικής στις 30.08.2018 είχε διαπιστωθεί ότι αυτή είχε υποπέσει στην ίδια παράβαση (τότε για πρώτη φορά)˙ δηλαδή, τότε είχε βρεθεί να απασχολείται στην επιχείρησή της άλλος εργαζόμενος, ο …., τον οποίο δεν είχε καταχωρήσει σε πίνακα προσωπικού, γι’ αυτό και είχαν εκδοθεί σε βάρος της, ως εργοδότριας: i) η …. (και όχι …., όπως εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται στο σώμα της ως άνω πράξης επιβολής προστίμου υποτροπής) πράξη επιβολής προστίμου, ποσού 10.500 ευρώ, και ii) η ταυτάριθμη ...(δηλαδή με ίδιο αύξοντα αριθμό και ημερομηνία έκδοσης, και όχι …., όπως εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται στο σώμα της ως άνω πράξης επιβολής προστίμου υποτροπής) πράξη επιβολής προστίμου τρίμηνης ασφάλισης, ποσού 798,93 ευρώ. Αμφότερες οι πράξεις αυτές είχαν προσκομιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων) σε εκτέλεση της 391/2021 προδικαστικής απόφασης αυτού. Επιπλέον, η ίδια ως άνω ελέγκτρια υπάλληλος του Π.Ε.Κ.Α.... του νυν εφεσίβλητου ν.π.δ.δ., ... ..., εκτός από την προαναφερθείσα ...2019 Πράξη Επιβολής Προστίμου Υποτροπής, εξέδωσε και την ...2019 Πράξη Επιβολής Προστίμου Τρίμηνης Ασφάλισης, με την οποία, κατ’ επίκληση του άρθρου 5 παρ. 4 του ως άνω ν. 4554/2018, καταλόγισε σε βάρος της παραπάνω εργοδότριας ποσό 884,43 ευρώ, για την ασφαλιστική τακτοποίηση του ως άνω εργαζόμενου σε αυτήν (... ...), με 7 ημέρες απασχόλησης τον Μάιο 2019, 25 ημέρες απασχόλησης τον Ιούνιο 2019, 25 ημέρες απασχόλησης τον Ιούλιο 2019 και 18 ημέρες απασχόλησης τον Αύγουστο 2019. Στη συνέχεια, η παραπάνω εργοδότρια άσκησε την με αρ. κατ. ....2019 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία ζήτησε την ακύρωση των παραπάνω δύο πράξεων (...2019 και ...2019), προβάλλοντας διάφορους λόγους. Κατ’ αρχάς προέβαλε ότι αυτές εκδόθηκαν κατά παράβαση: α) του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ισχυριζόμενη ότι η επιβολή των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 του ν. 4554/2018 πράξεων συναρτάται με την υποκειμενική συμπεριφορά του εργοδότη, β) της αρχής της αναλογικότητας και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ισχυριζόμενη ότι το συνολικά επιβληθέν σε αυτήν ποσό, αλλά και ειδικότερα η προβλεπόμενη προσαύξηση του προστίμου κατά 100% λόγω υποτροπής, τελούν σε προφανή δυσαναλογία με τη διαπιστωθείσα, σε βάρος της, παράβαση και υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο με τις οικείες διατάξεις σκοπό, οδηγώντας στο κλείσιμο της επιχείρησής της και την αδυναμία κάλυψης των βιοτικών της αναγκών, και γ) του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ισχυριζόμενη ότι, επειδή η ως άνω διάταξη δεν επιτρέπει στα Διοικητικά Δικαστήρια να επιμετρήσουν την επιβλητέα ποινή κατ’ εκτίμηση των ιδιαίτερων συνθηκών της κάθε περίπτωσης, το προβλεπόμενο σε αυτή τη διάταξη πρόστιμο αποτελεί συγκεκαλυμμένη ποινική κύρωση που επιβάλλεται χωρίς τις εγγυήσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Οι λόγοι αυτοί απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι με την (ήδη εκκαλούμενη) 93/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, με παραπομπή στην ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η οποία είχε γίνει στη μείζονα σκέψη της εν λόγω δικαστικής απόφασης. Περαιτέρω, στο σώμα της ως άνω 93/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων αναφέρονται κατά λέξιν και τα εξής: «Επιπλέον, απορριπτέοι βαίνουν και οι προβαλλόμενοι από την προσφεύγουσα λόγοι περί παραβίασης των αρχών της επιείκειας, της χρηστής διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατ' ενάσκηση δέσμιας αρμοδιότητας της Διοίκησης και, συνεπώς, δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι αρχές αυτές (πρβλ. ΣτΕ 2915/2017 σκ. 8, 2809/2017 σκ. 5, 1331/2013 σκ. 8)…[Ε]πίσης απορριπτέος βαίνει και ο λόγος προσφυγής ότι η 43614/996/2018 ΥΑ, την οποία επικαλούνται οι προσβαλλόμενες πράξεις, έχει εκδοθεί καθ’ υπέρβαση των ορίων της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 4554/2018, και ως εκ τούτου, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. Και τούτο διότι…… η εν λόγω ΥΑ κείται εντός της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης και είναι σύμφωνη με το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως πάντως εάν ο λόγος προβάλλεται ή όχι λυσιτελώς, δοθέντος ότι, λόγω της σαφήνειας και πληρότητας των νομοθετικών διατάξεων, αυτές αρκούν ως νόμιμο έρεισμα για την επιβολή των επίδικων προστίμων….[Π]ροβάλλεται, επίσης, ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ακυρωτέες, αφενός (α) επειδή το οικείο δελτίο ελέγχου δεν επιδόθηκε νομίμως στην προσφεύγουσα, αλλά το παρέλαβε κατά το πέρας του ελέγχου ο πρώην σύζυγός της, που δεν έχει καμία επαγγελματική σχέση με την επιχείρησή της και απλά βρισκόταν σε αυτήν [προσκομίζοντας, προς απόδειξη, την 145/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) περί λύσης του γάμου τους], αφετέρου (β) επειδή οι προσβαλλόμενες πράξεις επιδόθηκαν στην προσφεύγουσα στις 15.10.2019, ήτοι μετά την παρέλευση της προθεσμίας των επτά (7) εργάσιμων ημερών από τη σύνταξη του από 22.08.2019 δελτίου ελέγχου, όπως προβλέπει το άρθρο 1 παρ. 3 της ΥΑ 43614/996/2018. Ο μεν (α) ως άνω λόγος βαίνει απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία κοινοποίηση της πράξης επιβολής προστίμου στον υπόχρεο μαζί (ταυτόχρονα) με τη σχετική έκθεση ελέγχου (πρβλ. ΣτΕ 212/2016 σκ. 4 και 6), ενώ εν προκειμένω δεν αμφισβητείται με την προσφυγή ότι η έκθεση ελέγχου περιήλθε σε γνώση της προσφεύγουσας με την παραλαβή της από τον πρώην σύζυγο αυτής, ως εκπρόσωπό της, ο οποίος ήταν παρών κατά τον έλεγχο. Αναφορικά δε με τον (β) λόγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οι προθεσμίες που τάσσονται για τις ενέργειες της Διοικήσεως, είναι ενδεικτικές, εκτός αν από τις διατάξεις που τις διέπουν, προκύπτει ότι αυτές είναι αποκλειστικές (πρβλ. ΣτΕ 708/2019 σκ. 11, 505/2016 σκ.10). Εν προκειμένω, δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο από τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 της ΥΑ 43614/996/2018, η οποία ενέχει έντονη υπόδειξη προς τα αρμόδια όργανα του καθ' ου να ολοκληρώσουν τη διαδικασία μέσα σε σύντομο, και πάντως εύλογο, χρόνο, όπως και έπραξαν, εν προκειμένω, με την έκδοση αμφότερων των προσβαλλόμενων πράξεων στις 26.08.2019 (εντός 2 εργάσιμων ημερών από τον έλεγχο) και την ταχυδρομική επίδοσή τους στην προσφεύγουσα εντός του ως άνω σύντομου χρόνου, ούτε άλλωστε η προσφεύγουσα επικαλείται ότι υπέστη οποιαδήποτε βλάβη από την επίδοση σε αυτήν των προσβαλλόμενων πράξεων (επιβολής προστίμου) μετά την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη προθεσμία των επτά (7) εργάσιμων ημερών από τη σύνταξη του δελτίου ελέγχου. Συνεπώς, και ο (β) λόγος πρέπει να απορριφθεί….[Ε]πίσης, απορριπτέος κρίνεται ο λόγος της προσφυγής περί έλλειψης ειδικούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των προσβαλλόμενων πράξεων, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού το Δικαστήριο, δικάζοντας την υπόθεση, ως διοικητική διαφορά ουσίας, ερευνά την υπόθεση κατά το νόμο και την ουσία, δυνάμενο να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου, καθώς και στην ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 3058/2013 σκ. 8, 2069/2012 σκ. 8). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι ουσία αβάσιμος, δοθέντος ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία που συνιστούν την πραγματική και νομική βάση της αποδιδόμενης παράβασης, η αιτιολογία τους δε νομίμως συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και, ιδίως, από το οικείο δελτίο ελέγχου και για την υποτροπή από τις προγενέστερες πράξεις επιβολής (προστίμου και εισφορών) (πρβλ. ΣτΕ 95/2016 σκ. 6, 2543/2015 σκ. 5). Ειδικότερα, για τις τελευταίες πράξεις αναφορικά με την υποτροπή δεν ασκεί επιρροή η εκ παραδρομής αναγραφή του αριθμού και έτους τους στην πρώτη προσβαλλόμενη πράξη, όπως αβασίμως προβάλλεται με την προσφυγή….[Τ]έλος, η προσφεύγουσα αρνείται ότι υπέπεσε στην αποδιδόμενη σε βάρος της παράβαση, προβάλλοντας ότι, κατά τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου, ουδεμία εργασιακή σχέση συνέδεε την επιχείρησή της με το συγκεκριμένο πρόσωπο που φέρεται ως εργαζόμενος στην επιχείρησή της. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, κατά την ώρα του ελέγχου το εν λόγω πρόσωπο, με το οποίο είχαν συμφωνήσει να συζητήσουν αργότερα στις 21:00΄ την ίδια μέρα το ενδεχόμενο πρόσληψής του ως βοηθό σερβιτόρου, ευρισκόταν στο κατάστημά της, με δική του πρωτοβουλία, προκειμένου να δει το εργασιακό περιβάλλον και τον τρόπο εργασίας των άλλων σερβιτόρων, περιμένοντας την ίδια για το συμφωνηθέν ραντεβού τους, γεγονός που, κατά τα προβαλλόμενα, ο ευρεθείς δήλωσε στους ελεγκτές και επιβεβαίωσαν και οι λοιποί εργαζόμενοι της επιχείρησης. Επίσης, υποστηρίζει ότι στο δελτίο ελέγχου δεν αναφέρονται ειδικότερα οι συγκεκριμένες εργασίες που το συγκεκριμένο πρόσωπο κατελήφθη να εκτελεί, ούτε οι αποδοχές και το ωράριο εργασίας του, ώστε να προκύπτει η εξαρτημένη σχέση εργασίας μεταξύ τους, ενώ εκ της νόμιμης απασχόλησης των λοιπών ευρεθέντων έξι (6) απασχολούμενων της προσφεύγουσας προκύπτει η τήρηση, από μέρους της, της εργατικής νομοθεσίας. Προς απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών της, η προσφεύγουσα επικαλείται και προσκομίζει την …. ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου ... …., του εν λόγω ευρεθέντος ως εργαζομένου –που ελήφθη κατά τις επιταγές του άρθρου 185 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ν. 2717/1999, Α΄ 97), κατόπιν επίδοσης σχετικής κλήσης στο εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ... ….- με την οποία, ο ως άνω μάρτυρας επιβεβαιώνει όσα ιστορεί η προσφεύγουσα στο δικόγραφό της και δηλώνει ότι προσελήφθη κανονικά στην επιχείρησή της ως βοηθός σερβιτόρου στις 24.08.2019 έως τέλη Οκτώβρη, που έκλεισε το κατάστημα λόγω πέρατος της καλοκαιρινής περιόδου. Αντιθέτως, το καθ’ ου η προσφυγή, με την από 24.03.2021 έκθεση απόψεων του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών ... και το υπόμνημα, ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και υπεραμύνεται της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων, υποστηρίζοντας ότι η προσφεύγουσα υπέπεσε στη διαπιστωθείσα τυπική παράβαση της μη αναγραφής εργαζομένου σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού και ότι η ίδια εργοδότρια σε προγενέστερο έλεγχο, στις 30.08.2018 της ΕΥΠΕΑ Αττικής, είχε υποπέσει στην ίδια παράβαση της αδήλωτης εργασίας και είχαν εκδοθεί προς τούτο οι ...χετικές πράξεις ….. ». Στη συνέχεια, η ως άνω 93/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων διατυπώνει την τελική κρίση της περί της απασχόλησης του ... ... κατά τον κρίσιμο χρόνο του επιτόπιου ελέγχου (22.08.2019) στην ατομική επιχείρηση της προσφεύγουσας, ως εξής: « [Σ]το ...2019 δελτίο ελέγχου των ελεγκτικών οργάνων του καθ' ου - το οποίο ως δημόσιο έγγραφο διαθέτει πλήρη αποδεικτική δύναμη για όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν ενώπιον των συντακτών του (άρθρο 171 του ΚΔΔ) - αναγράφεται ως ευρεθείς εργαζόμενος στην επιχείρηση της προσφεύγουσας, το προαναφερόμενο πρόσωπο, για το οποίο δεν επιδείχθηκε έντυπο Ε4 (πίνακας προσωπικού). Επομένως, …. κατ’ αρχήν, τεκμαίρεται (μαχητώς) ότι το ως άνω πρόσωπο συνδέεται με εργασιακή σχέση με την προσφεύγουσα, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της προσφεύγουσας ότι για την ύπαρξη του εν λόγω τεκμηρίου θα έπρεπε να εξειδικεύονται στο οικείο δελτίο οι συγκεκριμένες εργασίες, οι ακριβείς απολαβές και το ακριβές ωράριο του ευρεθέντος εργαζομένου (τα αντίστοιχα αυτών πεδία στο δελτίο ελέγχου, άλλωστε είναι, εν προκειμένω, συμπληρωμένα κατά δήλωση του τελευταίου). Περαιτέρω, η προσφεύγουσα δεν ανταποδεικνύει με ικανά στοιχεία τη μη απασχόληση του ανωτέρω προσώπου κατά τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου. Συγκεκριμένα, η προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση, εκτιμώμενη ελευθέρως κατ’ άρθρο 148 του ΚΔΔ, δεν αρκεί για να ανατρέψει το παραπάνω τεκμήριο εργασιακής σχέσης, δοθέντος ότι μάρτυρας είναι ο καταληφθείς εργαζόμενος και τελούσε εν δυνάμει σε υπηρεσιακή εξάρτηση έναντι της προσφεύγουσας, ενόψει, μάλιστα, του ότι σε ανύποπτο χρόνο, κατά τον επιτόπιο έλεγχο, ο ίδιος υπέγραψε ανεπιφύλακτα στο ανωτέρω δελτίο ελέγχου, στο πεδίο «υπογραφή εργαζομένου», δίπλα από τα, κατά δήλωσή του, στοιχεία της εργασιακής του κατάστασης, με δηλωθείσα, μάλιστα, ημερομηνία πρόσληψης την προηγούμενη ημέρα του ελέγχου (21.08.2019). Επίσης, λόγω του τυπικού χαρακτήρα της ένδικης παράβασης, είναι νομικά αδιάφορη η υποκειμενική συμπεριφορά της προσφεύγουσας, ….ενώ δεν ασκεί επιρροή για την επιβολή των ένδικων προστίμων, η τήρηση των λοιπών εργατικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων της τελευταίας για τους λοιπούς εργαζομένους της, ούτε η τυχόν μεταγενέστερη του ελέγχου πρόσληψη του προαναφερόμενου υπαλλήλου. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα υπέπεσε στην αποδιδόμενη παράβαση της μη αναγραφής εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού της επιχείρησής της. Επίσης, κρίνει -ενόψει της υποτροπής της προσφεύγουσας (σχετ. η ...πράξη επιβολής προστίμου για την ίδια παράβαση) και δεδομένου ότι …… δεν είναι δυνατή η επιμέτρηση του ποσού του προστίμου και ότι δεν προβάλλονται λόγοι κατά της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης- ότι νομίμως εκδόθηκαν σε βάρος της προσφεύγουσας οι προσβαλλόμενες πράξεις…..». Τοιουτοτρόπως, με την (ήδη εκκαλούμενη) 93/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ασκηθείσα προσφυγή στο σύνολό της.
10. Επειδή, ακολούθως, η πρώην προσφεύγουσα και νυν εκκαλούσα άσκησε την κρινόμενη έφεση, με την οποία ζητεί την ακύρωση της παραπάνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, προβάλλοντας ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, με αποτέλεσμα να απορρίψει τους λόγους της προσφυγής της. Αρχικά, η εκκαλούσα προβάλλει ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση στήριξε την κρίση της περί δήθεν ύπαρξης εργασιακής σχέσης μεταξύ αυτής ως εργοδότριας και του ... ... ως εργαζόμενου στην ατομική επιχείρησή της στο γεγονός και μόνο ότι αυτός είχε υπογράψει το ...2019 δελτίο επιτόπιου ελέγχου, δεδομένου ότι : α) στο δελτίο αυτό δεν αναγράφονται καθαρές αποδοχές και ημέρες και ώρες απασχόλησης ως προς τον ... ..., σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους (έξι τον αριθμό) ευρεθέντες κατά τον επιτόπιο έλεγχο εργαζόμενους, αλλά στα οικεία πεδία αναγράφεται η φράση «ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ», β) στο δελτίο αυτό αναγράφεται μεν η δήθεν ειδικότητα του ... ... ως βοηθού σερβιτόρου, δεν αναγράφονται όμως οι συγκεκριμένες υλικές ενέργειες τις οποίες αυτός κατελήφθη να πραγματοποιεί κατά την άφιξη των ελεγκτών στην ατομική επιχείρηση της εκκαλούσας και από τις οποίες θα συναγόταν το συγκεκριμένο είδος της υποτιθέμενης απασχόλησής του στην εν λόγω επιχείρηση. Σωρευτικώς, η εκκαλούσα προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη της την προσκομισθείσα …2019 ένορκη βεβαίωση του ανωτέρω ... ... του …. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων ... ..., μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του τότε καθ’ ου η προσφυγή και νυν εφεσίβλητου, και δεν δέχθηκε ως αληθινά όσα αναφέρει ο παραπάνω μάρτυρας, ότι δηλαδή : «….είδα μια αγγελία στα “….” που ζητούσαν σερβιτόρους και επικοινώνησα τηλεφωνικά με την κ. ... και μου είπε να συναντηθούμε στο μαγαζί της στην περιοχή της ... στη Χαλέπα για να συζητήσουμε. Μου είπε να πάω γύρω στις 9 η ώρα το βράδυ την Πέμπτη 22 Αυγούστου. Την ημέρα εκείνη, εγώ πήγα στο ραντεβού νωρίτερα, για τι ήθελα να δω πού είναι το μαγαζί, γιατί δεν ήξερα την περιοχή και το μαγαζί, επειδή ήταν σε κεντρικό σημείο της πόλης. Ήθελα να δω τον χώρο και πώς δούλευαν οι άλλοι σερβιτόροι. Όταν πήγα εκεί, μίλησα με κάποιον σερβιτόρο και του είπα ότι έχω ραντεβού με την κ. ... και μου είπε να περιμένω. Μετά από λίγο ήλθαν ένας άντρας και μία γυναίκα και μίλησαν με κάποιους από τους εργαζόμενους. Μετά ήλθαν προς το μέρος μου, μου είπαν ότι είναι από το Ι.Κ.Α. και κάνουν έλεγχο και με ρώτησαν το όνομά μου και αν εργαζόμουν εκεί. Αυτοί συνέχισαν να με ρωτούν από πότε δουλεύω, τι μεροκάματο παίρνω και πόσες ώρες δουλεύω. Τους απάντησα ότι δεν τα γνωρίζω αυτά, αφού ακόμα δεν είχα μιλήσει με την ιδιοκτήτρια και τους επανέλαβα ότι δεν εργαζόμουν εκεί. Άλλωστε ούτε κανένα δίσκο κρατούσα, ούτε έκανα κάτι άλλο. Αυτό λοιπόν που δηλώνω ανεπιφύλακτα και βεβαιώνω ενόρκως είναι ότι εγώ δεν ήμουν εργαζόμενος στην επιχείρηση της κ. ... ούτε την ημέρα εκείνη που έγινε ο επιτόπιος έλεγχος (22.08.2019) αλλά ούτε και πριν. Στην επιχείρηση της κ. ... εγώ άρχισα να εργάζομαι δύο μέρες μετά, δηλαδή από τις 24.08.2019, όταν και με προσέλαβε κανονικά ως βοηθό σερβιτόρου και μέχρι που έκλεισε το μαγαζί για την καλοκαιρινή περίοδο στα τέλη του Οκτώβρη. Τίποτα άλλο δεν έχω να προσθέσω». Προσθέτει επίσης η εκκαλούσα ότι κατά τον χρόνο που ελήφθη η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση (02.12.2019) ο εν λόγω μάρτυρας είχε σταματήσει την εργασία του στην ατομική επιχείρησή της και δεν έκτοτε δεν επαναπροσλήφθηκε, επομένως δεν μπορούσε να τεθεί σε αμφισβήτηση η αξιοπιστία της μαρτυρίας του λόγω δήθεν εργασιακής εξάρτησής του από αυτήν, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Περαιτέρω, η εκκαλούσα προβάλλει ότι η συμφωνία για το ύψος του μισθού είναι ουσιώδες εννοιολογικό στοιχείο της σύμβασης εργασίας, κατά τα άρθρα 648 επ. του Αστικού Κώδικα, και ότι χωρίς τη συμφωνία αυτή δεν νοείται σύμβαση εργασίας. Επομένως, κατά την εκκαλούσα, αφού βάσει των αναγραφόμενων στο δελτίο ελέγχου, ο υποτιθέμενος εργαζόμενος δεν γνώριζε το ύψος του μισθού του, δεν είχε ακόμη συμφωνηθεί μισθός, και επομένως δεν υφίστατο εννοιολογικά σύμβαση εργασίας, ώστε να μπορεί να τεθεί το παρεπόμενο ζήτημα της μη αναγραφής του συγκεκριμένου εργαζόμενου στον πίνακα προσωπικού της επιχείρησης, ενώ η αναγραφή στο δελτίο ελέγχου της 21.08.2019 ως δήθεν ημερομηνίας πρόσληψης είναι εντελώς αυθαίρετη, αφού ουδέποτε τη δήλωσε ο ίδιος ο ...τους ελεγκτές. Τέλος, η εκκαλούσα προβάλλει ότι μόνη η υπογραφή του δελτίου ελέγχου από τον ως άνω φερόμενο ως εργαζόμενο, δεν αποτελεί απόδειξη απασχόλησής του στην επιχείρηση, διότι μπορεί να οφείλεται στην πεποίθησή του ότι η υπογραφή αυτή αποτελεί μέρος της διαδικασίας ελέγχου. Αντίθετα ο εφεσίβλητος με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του, ζητεί την απόρριψη της έφεσης ως αβάσιμης, προβάλλοντας ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και ορθή.
11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι κατά τον γενόμενο επιτόπιο έλεγχο από κλιμάκιο ελεγκτών του Π.Ε.Κ.Α. ... του εφεσίβλητου στην ατομική επιχείρηση της εκκαλούσας στις 22.08.2019 και ώρα 20:00΄, ο ευρεθείς στο χώρο της επιχείρησης (κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος - σνακ μπαρ) ...του ... και της Σοφίας υπέγραψε ανεπιφύλακτα το επί τόπου συνταχθέν από τους ελεγκτές δελτίο ελέγχου, δίπλα από τα κατά δήλωσή του στοιχεία της εργασιακής του κατάστασης, όπως αυτά καταχωρίστηκαν στις αντίστοιχες έντυπες στήλες του δελτίου ελέγχου [ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ – ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ: Β. ΣΕΡΒΙΤ. (δηλαδή βοηθός σερβιτόρος) , ΜΟΡΦΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (ΜΕΡΙΚΗ/ΠΛΗΡΗΣ): ΜΕΡΙΚΗ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ: 21.08.2019, ΚΑΘΑΡΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ : ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ, ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ]. Ο εν λόγω ευρεθείς στον χώρο του ελέγχου δήλωσε αυθόρμητα στους ελεγκτές τα παραπάνω στοιχεία του. Το εν λόγω δελτίο ελέγχου, ως δημόσιο έγγραφο, παράγει πλήρη απόδειξη για το ότι ο ...δήλωσε ενυπογράφως τα παραπάνω στοιχεία του ενώπιον των ελεγκτών που συνέταξαν το δελτίο τούτο (άρθρο 171 παρ.1 του Κ.Δ.Δ.), ενώ η μεταγενέστερη ένορκη μαρτυρική κατάθεση του ίδιου ενώπιον συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 185 Κ.Δ.Δ. (και όχι «ένορκη βεβαίωση», όπως εσφαλμένα τιτλοφορείται) έγινε τρεισήμισι μήνες αργότερα, μετά από περίσκεψη και προετοιμασία του και χωρίς το στοιχείο του αιφνιδιασμού που ενείχε ο επιτόπιος έλεγχος, έστω και σε χρόνο κατά τον οποίο είχε λήξει η εργασιακή σχέση του με την εκκαλούσα. Επομένως, ορθώς με την εκκαλούμενη απόφαση η δήλωση του ... ... κατά τον επιτόπιο έλεγχο τεκμαίρεται περισσότερο αξιόπιστη από τη μεταγενέστερη μαρτυρική κατάθεσή του, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία. Άλλωστε, από το περιεχόμενο της εν λόγω μαρτυρικής κατάθεσης προκύπτει ότι ο παραπάνω μάρτυρας δεν αναφέρθηκε καθόλου στην εκ μέρους του υπογραφή του δελτίου ελέγχου και δεν προσπάθησε να την δικαιολογήσει, όταν μάλιστα στο δελτίο ελέγχου είχε καταχωριστεί ως (δηλωθείσα από τον ίδιο στους ελεγκτές) ημερομηνία πρόσληψής του η 20.02.2019, δηλαδή η αμέσως προηγούμενη του επιτόπιου ελέγχου ημέρα και ως (επίσης δηλωθείσα από τον ίδιο στους ελεγκτές) μορφή απασχόλησής του «μερική», τα οποία είναι στοιχεία διαφορετικά από τα αναφερόμενα στη μεταγενέστερη μαρτυρική κατάθεσή του. Το δε αναφερόμενο από την εκκαλούσα ότι ο μάρτυρας, υπογράφοντας το δελτίο ελέγχου, τελούσε σε πλάνη σχετικά με το νόημα της υπογραφής του, αποτελεί δική της αποκλειστικά εκτίμηση και ερμηνεία, την οποία δεν υιοθετεί ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας και η οποία δεν συνεπικουρείται από κανένα άλλο στοιχείο της δικογραφίας. Εξάλλου, από την εκ μέρους του ... ... (επίσης αυθόρμητη) δήλωση ότι δεν γνωρίζει τις ημέρες και ώρες εργασίας (της μερικής απασχόλησής του) και ότι δεν γνωρίζει τις καθαρές αποδοχές του, δεν συνάγεται έλλειψη απασχόλησής του στην ατομική επιχείρηση της εκκαλούσας κατά το χρόνο του ελέγχου, και επομένως μη υποχρέωση της τελευταίας για την αναγραφή του σε πίνακα προσωπικού της επιχείρησης, όπως αυτή υποστηρίζει. Και τούτο, διότι μπορεί, κατά την νομική έννοια, να υφίσταται σύμβαση εργασίας χωρίς ρητή συμφωνία για το ύψος του μισθού, οπότε λογίζεται ότι έχει συμφωνηθεί σιωπηρά μισθός, ύψους ίσου με τον συνηθισμένο μισθό (άρθρα 649 και 653 του Αστικού Κώδικα). Συνηθισμένος μισθός (ή παλαιότερα αποκαλούμενος «ειθισμένος μισθός») λογίζεται ο μισθός που καταβάλλουν οι εργοδότες σε άλλους εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας, ο οποίος μπορεί να είναι και ο προβλεπόμενος από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή τα καθοριζόμενα από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας όρια μισθών (βλ. ΑΠ 1328/2006, 802/2003). Επομένως, εν προκειμένω, αφού μάλιστα πρόκειται για μερική απασχόληση και με ημερομηνία πρόσληψης την αμέσως προηγούμενη του επιτόπιου ελέγχου, η μη οριστικοποίηση των ωρών μερικής απασχόλησης και του ύψους του μισθού του συγκεκριμένου εργαζόμενου κατά τον χρόνο του ελέγχου, δεν αναιρεί την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας [για την οποία άλλωστε δεν απαιτείται ορισμένος τύπος, αλλά μπορεί να καταρτιστεί ακόμη και σιωπηρά, με την παροχή της εργασίας από τον εργαζόμενο και την αποδοχή της από τον εργοδότη (βλ. ΑΠ 21/1980, Εφ.Αθ. 3366/2001)] και την παρεπόμενη υποχρέωση της εκκαλούσας ως εργοδότριας να αναγράψει τον εργαζόμενο σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού της επιχείρησης, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, δηλαδή υπέπεσε στην παράβαση την οποία της απέδωσαν οι ελεγκτές, όπως ορθώς διέγνωσε και η εκκαλούμενη απόφαση, όσα δε αντίθετα η εκκαλούσα ισχυρίζεται με τον εξεταζόμενο λόγο έφεσής της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
12. Επειδή, ακολούθως, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η 43614/996/2018 απόφαση της Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 3521), δυνάμει της οποίας της επιβλήθηκε το ένδικο πρόστιμο, εκδόθηκε με εξουσιοδότηση που είχε χορηγηθεί στην αρμόδια υπουργό με το άρθρο 8 του ν. 4554/2018, η οποία όμως ήταν γενική και αόριστη, κατά παράβαση του άρθρου 43 παρ.2 εδάφιο β΄ του Συντάγματος, ενώ έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε αντιθέτως. Όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι : Με το άρθρο 5 του ν. 4554/2018 προσδιορίζονται πλήρως οι ουσιαστικές προϋποθέσεις επιβολής του ένδικου προστίμου, το ύψος του και τα όργανα που το επιβάλλουν, δηλαδή δεν καταλείπεται στον οικείο Υπουργό περιθώριο για προσδιορισμό των παραπάνω στοιχείων, αλλά αρκούν οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου ως νόμιμο έρεισμα για την επιβολή του προστίμου, ενώ με το άρθρο 8 παρ.1 του ίδιου νόμου εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να καθορίσει μόνο τη διαδικασία επιβολής του. Με το παραπάνω περιεχόμενο η εν λόγω εξουσιοδότηση δεν είναι γενική και αόριστη αλλά ειδική και συγκεκριμένη, όπως απαιτεί το άρθρο 43 παρ.2 εδ. β΄ του Συντάγματος, και το αντικείμενό της (ρύθμιση της διαδικασίας επιβολής του προστίμου) αποτελεί ειδικότερο θέμα, το οποίο σύμφωνα με την ίδια ως άνω συνταγματική διάταξη, μπορεί να ανατεθεί σε άλλο, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανο της Διοίκησης, όπως και έγινε εν προκειμένω. Επομένως, νομίμως και ορθώς η εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ενώ ο εξεταζόμενος λόγος έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση, με την οποία δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Το καταβληθέν παράβολο πρέπει να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ.). Κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, η εκκαλούσα πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου (άρθρο 275 παρ. 1 περ. 5 του Κ.Δ.Δ.), τα οποία ο τελευταίος ζητεί με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Απαλλάσσει την εκκαλούσα από τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στα Χανιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου την 27η Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΤΖΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗΣ