ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΟ61/2025

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2024, με δικαστή την Ιωάννα Τσιάκα, Εφέτη Δ.Δ. και γραμματέα τη Μαρία Κασσωτάκη, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την έφεση με χρονολογία κατάθεσης 29-6-2021 (Α.Β.Ε.Μ…/12-7-2021),

του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, για το οποίο παραστάθηκε η Δικαστική Πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αικατερίνη Μπασιαρίδου, με την κατατεθείσα στις 14-11-2024 έγγραφη δήλωση κατ’ άρθρο 133 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει,

κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «...», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός …. και ήδη ….), όπως εκπροσωπείται νομίμως, για την οποία παραστάθηκε η πληρεξούσιά της, δικηγόρος…., Ευγενία Κοντέλη με την κατατεθείσα στις 14-11-2024 έγγραφη δήλωση κατ’ άρθρο 133 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει και

κατά της.../2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, η οποία νομίμως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. …/2024 προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με αυτήν και για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά τον νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται, παραδεκτώς, η εξαφάνιση της .../2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ... Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή αγωγή της εφεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, ενεργούσας καθ’ υποκατάσταση (κατ’ άρθρο 14 του ν. 2496/1997) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα ... Α.Ε.», και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει ως αποζημίωση, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής την 1η-8-2011 έως 30-4-2019 και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ.1 του ν.4607/2019 από την 1η-5-2019 έως την πλήρη εξόφληση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ), το ποσό των 58.122,09 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ασφαλιστική αποζημίωση που κατέβαλε στην ασφαλισμένη της ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία προς κάλυψη ζημιών, οι οποίες προκλήθηκαν στο υποκατάστημα της τελευταίας στη ... επί της οδού ... αριθ...εξαιτίας παράνομων παραλείψεων των αστυνομικών οργάνων κατά τη διάρκεια επεισοδίων, τα οποία έλαβαν χώρα στις 8-12-2008 στην ίδια πόλη.

2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και δε συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (βλ. Α.Ε.Δ. 5/1995, Σ.τ.Ε. 1971/2021 7μ., 609/2020, 2839/2017, 1085/2016 7μ., 2202/2014, 3839/2012 7μ., 3333/2012 κ.ά.). Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (βλ. Σ.τ.Ε. 1971/2021 7μ., ΣτΕ 76, 15/2018, 877/2013 7μ.). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (βλ. Σ.τ.Ε. 1971/2021 7μ., 877/2013 7μ. κ.ά.). Περαιτέρω, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς αποζημίωση κατά την ανωτέρω διάταξη απαιτείται οι παραβιασθείσες, κατά τα προβαλλόμενα, διατάξεις να μην έχουν τεθεί αποκλειστικά και μόνο χάριν του γενικού συμφέροντος (ΣτΕ 1491/2010, 1677, 648/2008). Κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 1971/2021 7μ., 2112/2019, 76, 1581/2018, 1253, 484/2018, 2091/2017, 3292/2017, 1608/2016, 1055/2016, 710/2016, 877/2013 7μ., 442, 1219/2012 κ.ά.). Ζημία που προκαλείται από απρόοπτο, τυχαίο ή έκτακτο περιστατικό δε συνδέεται αιτιωδώς με την αποδιδόμενη στο εναγόμενο παράνομη πράξη ή παράλειψη (ΣτΕ 1965/2021 7μ., 2776/2016 κ.ά.). Εξάλλου, κάθε γεγονός, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αιφνίδιο και απρόβλεπτο και δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας (ΣτΕ 1965/2021 7μ., 2383/2018, πρβλ. Α.Π. 171/2013, 342/1981 Ολ.), η οποία είναι αόριστη νομική έννοια (ΣτΕ 1965/2021 7μ., 160/2020, 2383/2018, 540/2015). Τούτου παρέπεται ότι στην αγωγή που στηρίζεται στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. η ανωτέρα βία αποτελεί απαλλακτικό από την αντικειμενική ευθύνη του Δημοσίου λόγο, που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας και της ζημίας και όχι απαλλακτικό λόγο που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης ή παράλειψης των οργάνων του Δημοσίου (ΣτΕ 1965/2021 7μ. και πρβλ. Α.Π. 755/2009, με την οποία έχει κριθεί ότι επί αντικειμενικής ευθύνης η ανωτέρα βία λειτουργεί ως λόγος διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και Α.Π. 599/2018 και 513/2006).

3. Επειδή, ο ν. 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις.» (Α΄ 41), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε στο άρθρο 1 ότι «Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων, έχει ως αποστολή: α. Την κατοχύρωση και διατήρηση της δημόσιας τάξης. β. Την προστασία της δημόσιας και κρατικής ασφάλειας. γ. ...», στο άρθρο 8 ότι «1. Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφάλειας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος, και έχει ως αποστολή: α. Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β. Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας. 2. ... 3. Η άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης περιλαμβάνει ιδίως: α. Τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας και την παροχή έννομης προστασίας στους πολίτες και συνδρομής στις αρχές. β. Την τήρηση της τάξης στους δημόσιους χώρους και στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συναθροίσεις και την προστασία των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των πολιτών κατά τις εκδηλώσεις αυτές. γ. ... 4. ... 5. Η άσκηση της αστυνομίας δημόσιας ασφάλειας περιλαμβάνει ιδίως: α. Τη δίωξη των εγκλημάτων κατά της ζωής, της προσωπικής ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων. β. ... στ. Την επιτήρηση των τόπων όπου συχνάζουν οι ύποπτοι διάπραξης εγκλημάτων και τον έλεγχο των προσώπων αυτών. ζ. … 6. ... 7. … 8. ...» και στο άρθρο 9 ότι «1. Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφάλειας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους. Για την εκτέλεση της αποστολής της εφοδιάζεται με τα αναγκαία μέσα και εξοπλισμό. Το αστυνομικό προσωπικό της έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς του κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους. 2. Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους. 3. Το προσωπικό του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα. 4. …».

4. Επειδή, περαιτέρω, το π.δ. 141/1991 «Αρμοδιότητες οργάνων και υπηρεσιακές ενέργειες του προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και θέματα οργάνωσης Υπηρεσιών.» (Α΄ 58), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε στο άρθρο 93 ότι «1. Η προληπτική ενέργεια αποτελεί το πρώτιστο καθήκον της Ελληνικής Αστυνομίας. Αποσκοπεί στην πρό(σ)ληψη των αξιόποινων πράξεων και δυστυχημάτων και την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης, ευταξίας και απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών. 2. Η κατασταλτική ενέργεια εκδηλώνεται σε περιπτώσεις τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης αξιόποινων πράξεων, είτε ως δικαστική προανάκριση είτε ως καταδιωκτική ενέργεια και αποσκοπεί στη ματαίωση των αξιοποίνων πράξεων ή τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών τους, την εξιχνίαση των τελουμένων εγκλημάτων, την ανακάλυψη και σύλληψη των δραστών και την ανεύρεση και κατάσχεση των πειστηρίων και των προϊόντων του εγκλήματος. 3. Η αποτελεσματικότητα τόσο της προληπτικής όσο και της κατασταλτικής ενέργειας δείχνει τις ικανότητες και την υπηρεσιακή απόδοση των αρμόδιων οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας.», στο άρθρο 129 (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν το στοιχείο 1 της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 αυτού καταργηθεί με το άρθρο 12 του π.δ. 73/2020, Α΄ 167) ότι «1. Συνάθροιση θεωρείται η συγκέντρωση πολλών ατόμων για τον ίδιο σκοπό, μετά από προηγούμενη συνεννόηση, για τη λήψη απόφασης και κοινή ενέργεια. 2. Συγκέντρωση θεωρείται η μάλλον συμπτωματική και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση συρροή πολλών προσώπων στο ίδιο μέρος, για σκοπούς διαφορετικούς απ’ αυτούς της συνάθροισης, όπως είναι η ψυχαγωγία, η παρακολούθηση θρησκευτικών τελετών ή αθλητικών εκδηλώσεων, η εμπορία κ.λπ. 3. Οι συναθροίσεις διακρίνονται σε δημόσιες και ιδιωτικές. α. Δημόσιες είναι οι συναθροίσεις στις οποίες μπορεί να συμμετέχει ελεύθερα οποιοσδήποτε ή στις οποίες καλούνται να συμμετέχουν ορισμένες κατηγορίες προσώπων, χωρίς να προσκαλούνται ατομικά και διακρίνονται σε (1) Δημόσιες συναθροίσεις στο ύπαιθρο, όταν γίνονται σε ανοικτό και μη περιτοιχισμένο χώρο. (2) Δημόσιες συναθροίσεις σε κλειστό χώρο, ... β. … 4. Οι συγκεντρώσεις, ανάλογα με το σκοπό για τον οποίο πραγματοποιούνται, διακρίνονται σε ψυχαγωγικές, θρησκευτικές, αθλητικές, επαγγελματικές κ.λπ.», στο άρθρο 130 (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν η παράγραφος 3 αυτού καταργηθεί με το άρθρο 12 του π.δ. 73/2020) ότι «1. … 2. … 3. Παράσταση της Αστυνομίας στις δημόσιες συναθροίσεις σε ανοικτό χώρο: Στις συναθροίσεις αυτές η Ελληνική Αστυνομία παρίσταται και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα τάξης, ασφάλειας και τροχαίας για την προστασία της συνάθροισης και των συναθροιζομένων από οποιαδήποτε προσβολή, την ανεμπόδιστη άσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα, την πρόληψη εκτροπής των συναθροιζομένων σε παράνομες πράξεις και την αποτροπή διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής, στο βαθμό που αυτή δεν είναι απαραίτητη για την πραγματοποίηση της συνάθροισης. 4 Παράσταση της Αστυνομίας στις συγκεντρώσεις. Η Ελληνική Αστυνομία παρίσταται στις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος συγκεντρώσεις για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων τάξης, ασφάλειας και τροχαίας, ανεξάρτητα αν αυτές γίνονται στο ύπαιθρο ή σε κλειστό χώρο.», στο άρθρο 131 [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν τροποποιηθεί με την προσθήκη νέας παραγράφου 2 και την αναρίθμηση της παραγράφου 2 σε παράγραφο 3 με το άρθρο 1 του π.δ. 120/2013 (Α΄ 164) και πριν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου αυτού καταργηθούν με το άρθρο 12 του π.δ. 73/2020] ότι «1. Από τις συναθροίσεις, μπορεί να απαγορεύονται προληπτικά, με αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή ή Αστυνομικού Διευθυντή του νομού, μόνο οι υπαίθριες, γενικά μεν αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. 2. Η πραγματοποίηση συγκεντρώσεων δεν προστατεύεται από το Σύνταγμα και επομένως επιτρέπεται η απαγόρευσή τους από την Αστυνομία, τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για κάθε είδους συγκέντρωση.» και στο άρθρο 132 (πριν το άρθρο αυτό καταργηθεί με το άρθρο 12 του π.δ. 73/2020) ότι «1. Από την Ελληνική Αστυνομία επιτρέπεται η διάλυση των συγκεντρώσεων και των παρανόμων συναθροίσεων. Παράνομες συναθροίσεις, μη προστατευόμενες από το Σύνταγμα, είναι: α. Οι υπαίθριες συναθροίσεις που έχουν απαγορευτεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου. β. Όλες οι δημόσιες συναθροίσεις, από τη στιγμή που παύουν να είναι ήσυχες και χωρίς όπλα και εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων. 2. Η διάλυση των συγκεντρώσεων και των παράνομων δημόσιων συναθροίσεων γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Κανονισμού διάλυσης δημόσιων συναθροίσεων.».

5. Επειδή, εξάλλου, το π.δ. 14/2001 «Οργάνωση Υπηρεσιών Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 12), όπως ίσχυε εν προκειμένω, όριζε στο άρθρο 4 [πριν το άρθρο αυτό αντικατασταθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του π.δ. 99/2009 (Α΄ 125) και την παράγραφο 5 του άρθρου 1 του π.δ. 26/2011 (Α΄ 75)] ότι «1. Η Διεύθυνση Γενικής Αστυνόμευσης διαρθρώνεται στα εξής Τμήματα: α. ... β. ... γ. 3ο Τμήμα Επιχειρήσεων ... 2. ... 3. ... 4. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Επιχειρήσεων είναι οι ακόλουθες: α. ... β. Η εκπόνηση σχεδίων και οδηγιών για τη λήψη μέτρων τάξης σε δημόσιες συγκεντρώσεις, συναθροίσεις, αθλητικές και λοιπές εκδηλώσεις και η καθοδήγηση των περιφερειακών Υπηρεσιών στην εφαρμογή τους. γ. Η εκπόνηση σχεδίων αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών που προκύπτουν από τη διατάραξη της δημόσιας τάξης. δ. Η παροχή κατευθύνσεων και οδηγιών για την εκπόνηση σχεδίων προστασίας και ασφάλειας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, των δημοσίων υπηρεσιών και των οργανισμών και επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. ε. Η καθοδήγηση των περιφερειακών Υπηρεσιών στην εκτέλεση επιχειρήσεων, λήψη μέτρων και εφαρμογή σχεδίων, καθώς και ο συντονισμός της δράσης τους, η παρακολούθηση της χρησιμοποιούμενης τακτικής σε κάθε συγκεκριμένο συμβάν που αφορά τις επιχειρήσεις, η εξαγωγή και αξιοποίηση συμπερασμάτων, καθώς και η μελέτη μεθόδων αστυνομικής τακτικής και πρακτικής και η διατύπωση υποδειγμάτων για τις επιχειρήσεις. στ. ... ζ. Η διαρκής λήψη και μετάδοση πληροφοριών για όλα τα συμβάντα αστυνομικού ενδιαφέροντος σε όλη την επικράτεια. Για το σκοπό αυτό στα πλαίσια του Τμήματος λειτουργεί κέντρο επιχειρήσεων το οποίο στελεχώνεται με ειδικά εκπαιδευμένο αστυνομικό προσωπικό της Διεύθυνσης Γενικής Αστυνόμευσης και έχει ως αποστολή: (1) Την ταχεία ενημέρωση της ηγεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλων αρμοδίων αρχών σε θέματα αστυνομίας ασφάλειας και τάξης, διοικητικής υποστήριξης και πολιτικής άμυνας και κάθε είδους εκτάκτων ή επειγόντων και σοβαρών γεγονότων ή συμβάντων, σύμφωνα με τα σχέδια ενεργειών που ισχύουν και τις ειδικότερες διατάξεις και οδηγίες που δίδονται. (2) Την παρακολούθηση των αστυνομικών επιχειρήσεων μεγάλης σπουδαιότητας και την άμεση ενημέρωση της ηγεσίας. ...», στο άρθρο 9Β, το οποίο προστέθηκε ως άρθρο 31Α με το άρθρο 2 του π.δ. 245/2005 (Α΄ 296) και αναριθμήθηκε σε άρθρο 9Β με το άρθρο 1 του π.δ. 189/2006 (Α΄ 194), ότι «1. Η Διεύθυνση Χειρισμού Κρίσεων έχει ως αποστολή τον επιτελικό σχεδιασμό, την οργάνωση και τη δοκιμασία του συστήματος χειρισμού κρίσιμων περιστατικών ... 2. ... 3. Η Διεύθυνση Χειρισμού Κρίσεων διαρθρώνεται στα εξής Τμήματα: α. ... γ. 3ο Τμήμα Ανάλυσης Πληροφοριών και Εκτίμησης Απειλών. δ. 4ο Τμήμα Σχεδιασμού Ασκήσεων. 4. … 5. … 6. Οι αρμοδιότητες του 3ου Τμήματος Ανάλυσης Πληροφοριών και Εκτίμησης Απειλών είναι οι ακόλουθες: α. Η παρακολούθηση και ανάλυση γεγονότων τα οποία μπορούν να προκαλέσουν κρίσεις στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, η εισήγηση λήψης μέτρων αντιμετώπισής τους και η έκδοση προς τούτο σχεδίου αναζήτησης πληροφοριών για την υποβοήθηση των αρμόδιων Υπηρεσιών του Σώματος. β. Η εκπόνηση και διαρκής ενημέρωση ειδικού Τεύχους Κινδύνων Εσωτερικής Ασφάλειας για γεγονότα ή μορφές εγκληματικής συμπεριφοράς που μπορεί να εξελιχθούν ή να προκαλέσουν κρίσεις ... γ. ... δ. ... ε. Η επεξεργασία, ανάλυση και αξιοποίηση πληροφοριακού και επιστημονικού υλικού και η εκπόνηση σχετικών μελετών, προτάσεων και εκτιμήσεων, αναφορικά με τα αίτια εκδήλωσης κρίσιμων περιστατικών και τις μεθόδους διαχείρισής τους. ... στ. ... 7. Οι αρμοδιότητες του 4ου τμήματος Σχεδιασμού Ασκήσεων είναι οι ακόλουθες: α. Η σχεδίαση ασκήσεων ετοιμότητας, διυπηρεσιακού ή διακλαδικού χαρακτήρα, τοπικής, περιφερειακής, εθνικής ή διεθνούς εμβέλειας, σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο ... β. … γ. … 8. … 9. …» και στην παράγραφο 1 του άρθρου 17 ότι «Η Διεύθυνση Πληροφορικής έχει ως αποστολή το σχεδιασμό μηχανογραφημένων πληροφοριακών συστημάτων ... για την υποβοήθηση του έργου των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας.».

6. Επειδή, οι προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 2800/2000 και του π.δ. 141/1991, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπουν, μεταξύ άλλων, και στην προστασία της περιουσίας των πολιτών (ΣτΕ 1971/2021 7μ., 1491/2010, 1677/2008 κ.ά.). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η προστασία της περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια που εκδηλώνονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε μορφής μαζικής κινητοποίησης πολιτών αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, η εκπλήρωση της οποίας δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρειά τους. Επομένως, αν τα αστυνομικά όργανα παραλείψουν παντελώς να επέμβουν για να προστατεύσουν την περιουσία πολίτη, η οποία απειλείται υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η παράλειψή τους αυτή είναι παράνομη (Σ.τ.Ε. 952/2010). Δε νοείται δε στην περίπτωση αυτή υπέρβαση των άκρων ορίων ή κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των αστυνομικών οργάνων (βλ. Σ.τ.Ε. 307/2007), αφού πάντως τέτοια υπέρβαση των άκρων ορίων ή κακή άσκηση προϋποθέτει την άσκησή της. Διακριτική ευχέρεια διαθέτουν τα αστυνομικά όργανα μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσουν, δηλαδή ως προς την επιλογή του είδους των μέτρων που πρέπει να λάβουν προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσης, δυνάμενα κατόπιν εκτίμησης να επιλέξουν και να εφαρμόσουν το καταλληλότερο για τη συγκεκριμένη περίπτωση επιχειρησιακό σχέδιο. Τα όρια της ανωτέρω διακριτικής ευχέρειας τίθενται από τους κανόνες δικαίου που προβλέπουν την ευχέρεια αυτή και καθορίζουν το περιεχόμενό της, καθώς και από τις γενικές αρχές του δικαίου, ο δε τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας επιλέγεται από τα αστυνομικά όργανα κατόπιν εξειδίκευσης αόριστων αξιολογικών εννοιών, τόσο νομικών (π.χ. τα «αναγκαία μέτρα» του άρθρου 130 παρ. 3 και 4 του π.δ. 141/1991), όσο και τεχνικών (π.χ. τα «σχέδια προστασίας και ασφάλειας» του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 14/2001). Υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας συντρέχει αν τα αστυνομικά όργανα, καθ’ ον χρόνο επιχειρούν προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσής τους, λαμβάνουν μεν μέτρα για να προστατεύσουν την ιδιωτική περιουσία, τα μέτρα, όμως, αυτά δεν είναι τα αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ. Σ.τ.Ε. 322/2009 7μ., 1590/2010).

7. Επειδή, εξάλλου, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., του ν. 2800/2000 και των π.δ. 141/1991 και 14/2001 συνάγεται ότι απαλλάσσεται το Δημόσιο από την αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση, αν η φθορά ή η καταστροφή της περιουσίας των πολιτών που προκαλείται κατά τη διάρκεια βίαιων επεισοδίων οφείλεται σε περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της ανωτέρας βίας, δηλαδή σε γεγονότα αιφνίδια (τυχηρά) και απρόβλεπτα στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα οποία δεν μπορούν να αποτραπούν με μέτρα και της πλέον εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης που επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Σ.τ.Ε. 1965/2021 7μ., 1049/2016 κ.ά.). Η περίπτωση ανωτέρας βίας αποτελεί απαλλακτικό από την ευθύνη του Δημοσίου λόγο, που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της ζημίας, και όχι απαλλακτικό λόγο, που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης ή της παράλειψης, όπως είναι η περίπτωση της κατάστασης ανάγκης κατά το άρθρο 285 του Α.Κ. Δε συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας βίαια επεισόδια ιδιαιτέρως μεγάλης έντασης και έκτασης, που κλιμακώνονται και εξαπλώνονται σταδιακά και λαμβάνουν χώρα σε πολλά σημεία ταυτοχρόνως, με συνέπεια τη διάσπαση των αστυνομικών δυνάμεων και, κατ’ επέκταση, τη μείωση της αποτελεσματικότητάς τους, αν αυτά τα επεισόδια μπορούσαν να προβλεφθούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και να τεθούν υπό έλεγχο εγκαίρως, πριν δηλαδή εξαπλωθούν και καταστούν ανεξέλεγκτα, με τη λήψη άμεσων, αναγκαίων και πρόσφορων μέτρων. Και τούτο, ενόψει του υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης και οργάνωσης, της επαγγελματικής εξειδίκευσης, καθώς και των υψηλών τεχνολογικών δυνατοτήτων και της υλικοτεχνικής υποδομής της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.), η οποία τελούσα πάντα σε ετοιμότητα και εγρήγορση, αναμένεται αφενός μεν να συγκεντρώνει τις απαιτούμενες για την εκπλήρωση της αποστολής της πληροφορίες, να είναι εξοικειωμένη με τους διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες επιχειρησιακής εμπλοκής και να έχει καταστρώσει εκ των προτέρων σχέδια άμεσης δράσης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση όχι μόνο συνήθων, αλλά και ασυνήθων και έκτακτων περιπτώσεων, αφετέρου δε να εφαρμόζει τα ανωτέρω σχέδια και κανόνες κατόπιν σαφών εντολών από την ηγεσία. Ειδικότερα, το στοιχείο της προβλεψιμότητας ως προς βίαια επεισόδια ιδιαιτέρως μεγάλης έκτασης και έντασης και ως προς τις αντίστοιχης έκτασης και βαρύτητας ζημιογόνες συνέπειές τους υφίσταται αν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδίως δε με βάση τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες, τα βίαια επεισόδια εν γένει, ως κοινωνικό φαινόμενο, αποτελούν συνήθη ή τουλάχιστον δεν αποτελούν ασυνήθη κατάσταση και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ή πληροφορίες για μαζική κινητοποίηση εξαγριωμένων ή αγανακτισμένων πολιτών ή κοινωνικών ομάδων μετά την επέλευση γεγονότος ικανού να δημιουργήσει οξεία αντίδραση και μεγάλη κοινωνική έκρηξη. Περαιτέρω, το στοιχείο του αναπότρεπτου δεν υφίσταται, αν τα βίαια επεισόδια κλιμακώνονται σταδιακά, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η δυνατότητα στις αστυνομικές δυνάμεις να εμποδίσουν την εξάπλωση και την κορύφωση της έντασής τους με την έγκαιρη λήψη και ορθή εκτέλεση των ενδεδειγμένων στη συγκεκριμένη περίπτωση προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων στο πλαίσιο των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος και δεδομένης της επιχειρησιακής ετοιμότητάς τους. Πολλώ μάλλον, δε συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας, όταν για το ίδιο γεγονός που πυροδότησε τη διαμαρτυρία έχουν ήδη λάβει χώρα βίαια περιστατικά μεγάλης έντασης και έκτασης, καθώς και εκτεταμένες φθορές και καταστροφές, είτε στην ίδια περιοχή, είτε σε άλλη, εφόσον και στην περίπτωση αυτή ανά πάσα στιγμή μία τέτοια εξέλιξη είναι αναμενόμενη με μεγάλη πιθανότητα και, άρα, είναι δυνατόν να προβλεφθεί και να αποτραπεί με άμεση ενέργεια και λήψη όλων των ενδεδειγμένων μέτρων, λαμβανομένης υπόψη και της εξουσίας των αστυνομικών οργάνων να επιβάλλουν περιορισμούς στη διεξαγωγή συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων ή να διαλύουν συγκεντρώσεις ή συναθροίσεις, οι οποίες, ως εκ του ότι εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων, είναι παράνομες (ΣτΕ 1965/2021 7μ., 2053/2023).

8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεξέταση των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του ανηλίκου ..., που προκλήθηκε από πυροβολισμό από ειδικό φρουρό της Ελληνικής Αστυνομίας στην περιοχή των Εξαρχείων στην Αθήνα, στις 6.12.2008, πραγματοποιήθηκαν σε πόλεις της Ελλάδας, πορείες και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, κατά την διάρκεια των οποίων έλαβαν χώρα βίαια επεισόδια. Λόγω των εν λόγω συνθηκών κινητοποιήθηκαν οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας. Η Διεύθυνση Αστυνομίας ..., συγκεκριμένα, έθεσε από τις 7.12.2008 σε κατάσταση επιφυλακής το σύνολο των αστυνομικών δυνάμεων της Υπηρεσίας της και έδωσε εντολές για ανάκληση των ημερησίων αναπαύσεων και αδειών (σχ. το υπ’ αριθ. Πρωτ. ...8-5-2018 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας ...). Στις 8-12-2008 και ώρα 18:00΄ πραγματοποιήθηκε στην πόλη της...προγραμματισμένη συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας ατόμων του ευρύτερου αντιεξουσιαστικού χώρου, η οποία ήταν γνωστή στην Αστυνομία (βλ. το προαναφερόμενο έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας ... και το από 8-12-2008 και ώρα 11:00 σήμα της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας ..., με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην ανωτέρω Διεύθυνση ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η ως άνω πορεία με την κατά τα ανωτέρω συμμετοχή ατόμων του αντιεξουσιαστικού χώρου). Για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των προσώπων και των ευπαθών στόχων κατά τη διάρκεια της ανωτέρω πορείας η ως άνω αρμόδια αστυνομική αρχή της πόλης σχεδίασε επιχειρησιακά τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων πρόληψης. Ειδικώς για την κρίσιμη εν προκειμένω ημέρα της 8ης.12.2008 προβλέφθηκε η ανάπτυξη των αστυνομικών δυνάμεων καθ’ όλο το μήκος της πορείας, με λήψη μέτρων τάξης, ασφάλειας και ρύθμισης της κυκλοφορίας στο οδικό δίκτυο. Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προγραμματισμένης πορείας της 8ης.12.2008, σύμφωνα με το αριθμ. πρωτ. Το ...9.12.2008 έγγραφο του Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας ... προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., έλαβαν χώρα εκτεταμένα επεισόδια σε κεντρικές οδούς της πόλης. Ειδικότερα, κατά τις ώρες 18:40 (της 8ης-12-2008) έως 00:40 (της 9ης-12-2008) πεντακόσια και πλέον νεαρά άτομα, κυρίως του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου, τα οποία φορούσαν κουκούλες και κράνη μοτοσικλετιστών και έφεραν σακίδια ώμου, τα οποία περιείχαν πέτρες, μπουκάλια κ.λ.π. αντικείμενα και κρατώντας αυτοσχέδια ρόπαλα (μεταλλικά ή ξύλινα), αφού συγκεντρώθηκαν έξω από την ... Σχολή (....) πραγματοποίησαν πορεία σε κεντρικούς δρόμου της ... Σε κάθε κατάστημα τράπεζας που βρισκόταν στη διαδρομή τους (συνολικά 36 καταστήματα) προέβησαν σε θραύση των υαλοπινάκων και καταστροφή του εξοπλισμού τους (γραφεία ΑΤΜ), ενώ σε έξι από αυτά, κάνοντας χρήση αυτοσχέδιων εμπρηστικών βομβών (Μολότωφ) προκάλεσαν την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή τους. Οι ανωτέρω, προκάλεσαν επίσης ζημίες στο Δικαστικό Μέγαρο ..., στη Λέσχη Αξιωματικών, στο Κεντρικό Ταχυδρομείο, στα γραφεία της Ολυμπιακής Αεροπορίας και σε τουλάχιστον δύο εμπορικά καταστήματα και ένα περίπτερο. Οι συμμετέχοντες στην πορεία επιτέθηκαν επίσης στις παραβρισκόμενες αστυνομικές δυνάμεις, εκσφενδονίζοντας κατ’ αυτών κατ’ επανάληψη μεγάλο αριθμό από πέτρες, ξύλα, μπουκάλια, θραύσματα πεζοδρομίων και υαλοπινάκων, εμπρηστικές βόμβες μολότωφ. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω επεισοδίων της 8ης-12-2008 συνελήφθησαν δεκαεννέα (19) άτομα τα οποία συνελήφθησαν για διάπραξη παραβάσεων σχετικών με εμπρησμούς, διακεκριμένες φθορές, κλοπές, εξυβρίσεις, στάση, παραβίαση φύλαξης (σχετ. το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. πρωτ. … έγγραφο του Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας ...). Τα εν λόγω επεισόδια επαναλήφθηκαν και την επομένη (9-12-2008) κατά τις ώρες 19:00 έως 23:00, από διακόσια (200) κατά προσέγγιση νεαρά άτομα, του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου, που συγκεντρώθηκαν στο ίδιο σημείο προκειμένου να πραγματοποιήσουν πορεία σε κεντρικούς δρόμου της ..., κατά τη διάρκεια της οποίας προέβησαν σε παρόμοιες καταστροφές τραπεζικών καταστημάτων που βρέθηκαν στη διαδρομή της πορείας, ενώ οι αστυνομικές δυνάμεις που επιχειρούσαν προέβησαν στη σύλληψη έξι (6) ατόμων ομοίως για διάπραξη παραβάσεων σχετικών με εμπρησμούς, διακεκριμένες φθορές, κλοπές, εξυβρίσεις, στάση, παραβίαση φύλαξης (σχ. το αριθμ. πρωτ. το …. έγγραφο του Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας ... προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...). Μεταξύ των τραπεζικών καταστημάτων που επλήγησαν κατά τη διάρκεια των επεισοδίων της 8ης.12. 2008 ήταν και το επί οδού ... υποκατάστημα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας «Τράπεζα ... Α.Ε.». Δυνάμει των ...-… και ...-…. ασφαλιστηρίων συμβολαίων, διάρκειας από 20.11.2008 έως 28.2.2009, που είχαν συναφθεί μεταξύ της εταιρείας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα ... Α.Ε.» και της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας (για την ασφαλιστική κάλυψη των κτιρίων των καταστημάτων, των επίπλων και λοιπού εξοπλισμού των καταστημάτων και του ηλεκτρονικού εξοπλισμού αυτών), η τελευταία κατέβαλε στην πρώτη αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, κατά τα προεκτιθέμενα, στο ως άνω κατάστημά της, συνολικού ποσού 58.122,09 ευρώ, υποκατασταθείσα έτσι αυτοδικαίως εκ του νόμου στα δικαιώματα αυτής έναντι του υπαίτιου των συγκεκριμένων ζημιών. Η ανωτέρω ασφαλιστική αποζημίωση καταβλήθηκε στην ανωτέρω εταιρεία κατόπιν πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από την εταιρεία εμπειρογνωμόνων «…. ΕΠΕ».

9. Επειδή, με την από 3-5-2011 αγωγή που άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., όπως αυτή αναπτύχθηκε με τα νομίμως κατατεθέντα από 25-5-2018 υπόμνημα και από 31-5-2018 συμπληρωματικό υπόμνημα, η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ενεργώντας καθ’ υποκατάσταση της ασφαλισμένης της, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας «Τράπεζα ... Α.Ε.», κατ’ άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 58.122,09 ευρώ (=40.890,31 ευρώ + 17.231,78 ευρώ), το οποίο κατέβαλε ως ασφαλιστική αποζημίωση στην ως άνω ασφαλισμένη της προς κάλυψη υλικών ζημιών που προκλήθηκαν στο προαναφερόμενο υποκατάστημα της τελευταίας επί της οδού ... 3, στη ..., κατά τη διάρκεια επεισοδίων που έλαβαν χώρα στις 8.12.2008 και τα οποία, όπως υποστηρίζει, παρανόμως παρέλειψαν να αποτρέψουν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Συγκεκριμένα, τα ανωτέρω ποσά κατέβαλε στην ασφαλισμένη τραπεζική εταιρεία δυνάμει του ….-... ασφαλιστηρίου συμβολαίου και σύμφωνα με τους γενικούς και ειδικούς όρους αυτού, σύμφωνα με τους οποίους η εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία είχε αναλάβει, για τη χρονική περίοδο από 20.11.2008 έως 28.2.2009, την ασφαλιστική κάλυψη αφενός μεν των κτιρίων καταστημάτων της εν λόγω ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, μεταξύ των οποίων και το κατάστημα ... της εν λόγω τράπεζας επί της οδού ... , με συνολικά καλυπτόμενο κεφάλαιο ύψους 18.002.270 ευρώ, αφετέρου δε των επίπλων και λοιπού εξοπλισμού των καταστημάτων της ως άνω τράπεζας, με συνολικά καλυπτόμενο κεφάλαιο ύψους 791.490 ευρώ, μεταξύ άλλων κινδύνων και κατά του κινδύνου πρόκλησης υλικών ζημιών από κακόβουλες ενέργειες τρίτων, στάση, απεργία, οχλαγωγία και πολιτικές ταραχές, με απαλλαγή υπέρ της ενάγουσας ποσού 500 ευρώ για κάθε ζημιογόνο γεγονός από τους ως άνω κινδύνους. Επιπροσθέτως, δυνάμει του ΑΤΕ-... ασφαλιστηρίου συμβολαίου και σύμφωνα με τους γενικούς και ειδικούς όρους αυτού, η εφεσίβλητη είχε αναλάβει, για την ίδια ως άνω χρονική περίοδο από 28.2.2008 έως 28.2.2009 και μέχρι του συνολικού ποσού των 13.169.400 ευρώ, την ασφαλιστική κάλυψη του ηλεκτρονικού εξοπλισμού των καταστημάτων και υπηρεσιών της ως άνω τράπεζας για τους ίδιους ως άνω κινδύνους. Το ανωτέρω ποσό ζήτησε η εφεσίβλητη νομιμοτόκως από 19.3.2010, ημερομηνία κατά την οποία κατέβαλε στην ως άνω ασφαλισμένη της την ασφαλιστική αποζημίωση για τις καλυπτόμενες εκ της ασφαλίσεως ζημίες, άλλως από την επίδοση της αγωγής (1.8.2011 – βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμό … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...) και μέχρι την εξόφληση. Υποστήριξε δε, ότι τα αστυνομικά όργανα επέδειξαν έλλειψη επιχειρησιακής ετοιμότητας και απάθεια για τις καταστροφές στο εν λόγω τραπεζικό υποκατάστημα, όπως γενικότερα σχεδόν σε ολόκληρη την πόλη της ... εκείνες τις κρίσιμες ώρες, χωρίς να επέμβουν και χωρίς να επιχειρήσουν καν την αποτροπή, άλλως τον μετριασμό των επελθουσών ζημιών, κατά παράβαση του νόμου και του υπηρεσιακού τους καθήκοντος. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι τα αστυνομικά όργανα δεν είχαν μεριμνήσει να λάβουν προληπτικά, ή άλλα κατασταλτικά μέτρα, παρότι η συγκέντρωση ήταν ήδη γνωστή και προγραμματισμένη, υπήρχαν δε σαφείς ενδείξεις για τα επικείμενα επεισόδια, καθόσον είχαν λάβει χώρα παρόμοια στην Αθήνα, μετά τη δολοφονία του μαθητή και, επομένως, η Αστυνομία έπρεπε να επιδείξει μείζονα της συνήθους προσοχή, για τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης και την προστασία των πολιτών και των περιουσιών τους. Τουναντίον, κατά την εφεσίβλητη, η Αστυνομία παρέταξε τον κύριο όγκο των διαθέσιμων δυνάμεών της μπροστά και πέριξ της Αστυνομικής Διεύθυνσης ... με σκοπό να προστατέψει κυρίως αυτήν, αφήνοντας όμως τελείως ανυπεράσπιστα και αφύλακτα κεντρικά σημεία της πόλης, όταν δε ξέσπασαν εν τέλει τα επεισόδια τήρησε παθητική στάση, απέναντι στους ταραξίες. Η εφεσίβλητη προς απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών της, καθώς και του ύψους της ζημίας της, προσκόμισε πρωτοδίκως: α) Τα προαναφερόμενα ...-... και ...-... ασφαλιστήρια συμβόλαια με διάρκεια ασφάλισης από 20.11.2008 έως 28.2.2009, β) Την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από την εταιρεία «…. ΕΠΕ», γ) δύο (2) εξοφλητικές αποδείξεις ποσών 40.890,31 ευρώ και 17.231,78 ευρώ, ήτοι συνολικώς ποσού 58.122,09 ευρώ και δ) ΄Αρθρα εφημερίδων σχετικά με τα επεισόδια που έλαβαν χώρα μετά το θανάσιμο τραυματισμό του νεαρού μαθητή.... Αντιθέτως, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ….2018 έκθεση απόψεων και με το νομίμως κατατεθέν στις 22-5-2018 υπόμνημα, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, προβάλλοντας 1) ότι αυτή είναι αόριστη (άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΔΔ), διότι δεν περιλαμβάνει σαφή παρανομία των αστυνομικών οργάνων του Δημοσίου, ούτε συντρέχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στις αποδιδόμενες παραλείψεις και τις επελθούσες ζημίες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την εν λόγω αιτίαση, είναι αόριστες και κατά ποσόν αναπόδεικτες και απροσδιόριστες, 2) ότι δεν συντρέχει αποζημιωτική του ευθύνη, διότι δεν υφίσταται παράνομη παράλειψη των αστυνομικών και πυροσβεστικών οργάνων, καθώς όλη η δύναμη της αστυνομίας τέθηκε σε γενική επιφυλακή και κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία της 8ης.12.2008 χρησιμοποιήθηκε όλο το ανθρώπινο δυναμικό της Αστυνομικής Διεύθυνσης ..., καθώς είχαν δοθεί εντολές για ανάκληση των ημερήσιων αναπαύσεων και των αδειών, ήδη από την προηγουμένη των επεισοδίων, ήτοι από την Κυριακή 7.12.2008, κατά τη διάρκεια, δε, των επεισοδίων, οι αστυνομικές δυνάμεις προέβησαν σε συγκεκριμένες ενέργειες προς αποτροπή των ζημιών και προς προστασία των έννομων αγαθών των πολιτών, επισημαίνοντας ότι η Αστυνομία είχε, σε κάθε περίπτωση, τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει μεταξύ περισσότερων λύσεων, για την αντιμετώπιση των επεισοδίων και η στάση της μπορεί να ελεγχθεί μόνο από την πλευρά της τυχόν υπέρβασης των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας, 3) Στα προκείμενα επεισόδια συνέτρεξαν λόγοι ανωτέρας βίας, υπό την έννοια ότι επρόκειτο για ασυνήθη περιστατικά ταραχών, τα οποία υπερέβαιναν κατά πολύ τις διαθέσιμες αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες ενήργησαν μέσα στα υφιστάμενα υπηρεσιακά σχέδια, με υπερένταση των προσπαθειών τους και για πολλές ώρες, κάνοντας κατά περίπτωση χρήση δακρυγόνων, ενώ με δεδομένο ότι ανάλογα επεισόδια σημειώθηκαν στο σύνολο της Επικράτειας, είχε καταστεί αδύνατη η ενίσχυση των αστυνομικών δυνάμεων της ... με προσωπικό από όμορους νομούς, 4) Η ζημία της εφεσίβλητης είναι αναπόδεικτη, αμφισβήτησε δε το ύψος και την έκτασή της και 5) ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ασφαλισμένης εταιρείας κατ’ άρθρο 300 του Α.Κ. Προς απόδειξη των ανωτέρω, το Δημόσιο επικαλέστηκε και προσκόμισε: 1) Το …..2008 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας ... προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., σχετικά με την υποβολή δικογραφίας για τα αναφερόμενα σε αυτό δεκαεννέα (19) πρόσωπα, τα οποία συνελήφθησαν για παραβιάσεις των άρθρων 45, 98, 170, 179, 187, 382 και 362 Π.Κ., κατά τα επίμαχα επεισόδια της 8ης-12-2008, 2) Το ….2008 έγγραφο της ίδιας ως άνω Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας προς τον ως άνω Εισαγγελέα Πρωτοδικών, σχετικά με την υποβολή δικογραφίας για τα αναφερόμενα σε αυτό έξι (6) πρόσωπα, τα οποία συνελήφθησαν για παραβιάσεις των άρθρων 45, 98, 170, 179, 187, 382 και 362 Π.Κ., κατά τα επεισόδια της 9ης-12-2008 και 3) Το …6.4.2009 έγγραφο της ίδιας Υποδιεύθυνσης προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., σχετικά με την υποβολή δικογραφίας για το αναφερόμενο σε αυτό πρόσωπο, το οποίο είχε συλληφθεί για παραβιάσεις των άρθρων 45, 94, 170, 179, 187, 361 και 382 Π.Κ., κατά τα επίμαχα επεισόδια της 8ης προς 9η.12.2008, στο κατάστημα τράπεζας ....

10. Επειδή, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού απέρριψε την ένσταση του Δημοσίου περί αοριστίας της αγωγής, έλαβε υπόψη ότι α) στην προκείμενη περίπτωση, οι αστυνομικές αρχές γνώριζαν εκ των προτέρων, όπως συνομολογεί το ήδη εκκαλούν, ότι στις 8.12.2008 επρόκειτο να πραγματοποιηθεί πορεία, με συμμετοχή και ατόμων του ευρύτερου αναρχικού – αντιεξουσιαστικού χώρου, σε κεντρικούς δρόμους της ..., όπως είναι η οδός ..., όπου βρισκόταν το επίμαχο υποκατάστημα της ασφαλισμένης τραπεζικής εταιρίας «Τράπεζα ... Α.Ε.», β) ενόψει της γενικότερης κατάστασης που είχε διαμορφωθεί εκείνες τις ημέρες στη Χώρα, λόγω του επισυμβάντος στις 6.12.2008 θανάσιμου τραυματισμού του ανήλικου .... στην Αθήνα, ήταν αναμενόμενο ότι κατά τη διάρκεια της ως άνω πορείας θα λάμβαναν χώρα εκτεταμένα επεισόδια, με αποτέλεσμα να ελλείπει το στοιχείο του αιφνιδιασμού της Αστυνομίας, γ) από κανένα στοιχείο του φακέλου, δεν προέκυπτε συγκεκριμένη και ειδική προετοιμασία των αστυνομικών δυνάμεων ούτε κατάρτιση επιχειρησιακού σχεδίου αστυνομικής επέμβασης για την αντιμετώπιση, αποτροπή ή περιορισμό των επεισοδίων της 8ης.2.2008, ενώ ο ισχυρισμός του (ήδη) εκκαλούντος ότι είχε τεθεί σε επιφυλακή το σύνολο των διαθέσιμων αστυνομικών δυνάμεων και είχαν ανακληθεί από την προηγούμενη ημέρα οι ημερήσιες αναπαύσεις και άδειες, χωρίς να προσδιορίζεται ο συνολικός αριθμός των διαθέσιμων αστυνομικών ούτε ο ακριβής αριθμός των αστυνομικών που διατέθηκαν, τελικά, για την αντιμετώπιση των επεισοδίων και ο εξοπλισμός αυτών είναι αόριστος, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να διακριβωθεί εάν η αποτροπή και καταστολή των επίμαχων επεισοδίων υπερέβαινε ή όχι τις δυνάμεις της Αστυνομίας, δ) από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυπταν συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβησαν τα αστυνομικά όργανα προς αποτροπή των ζημιών ούτε ότι οι αστυνομικοί απείχαν μεν από κάθε ενέργεια προς τον σκοπό, όμως, προστασίας δικαιώματος κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα, αξίας υπέρτερης από εκείνη του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Κατόπιν τούτων, έκρινε ότι, στην κρινόμενη περίπτωση, οι αστυνομικές δυνάμεις δεν είχαν λάβει τα κατάλληλα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα που επιβάλλονταν, λόγω των περιστάσεων, για την αποτελεσματική φύλαξη των ευρισκόμενων στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της ... περιουσιών των πολιτών και, συνεπώς, παραβιάσθηκε το κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 2800/2000 επιβαλλόμενο καθήκον της Ελληνικής Αστυνομίας για διασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας, για τήρηση της τάξης στους δημόσιους χώρους και στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συναθροίσεις και για προστασία των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των πολιτών κατά τις εκδηλώσεις αυτές. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η πλημμελής αυτή άσκηση των καθηκόντων τους τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ήτοι τις ζημίες που υπέστη το επίμαχο κατάστημα, τις οποίες η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεώθηκε να καλύψει, συνακόλουθα δε κρίθηκε ότι θεμελιώνεται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση της εφεσίβλητης, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, η οποία κρίθηκε ότι αποδείχθηκε από τα κατά τα ανωτέρω έγγραφα στοιχεία, ενώ απορρίφθηκε, λόγω των ανωτέρω περιστάσεων που λήφθηκαν υπόψη, ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί συνδρομής ανωτέρας βίας, επίσης δε απορρίφθηκε η ένσταση του εκκαλούντος περί συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος της ασφαλισμένης τραπεζικής εταιρείας. Με τα δεδομένα αυτά, έγινε δεκτή η αγωγή υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία το ποσό των (40.890,31 ευρώ + 17.231,78 ευρώ) 58.122,09 ευρώ, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% κατά το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26-6/10-7-1944, ΦΕΚ Α΄ 139) για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής, δηλαδή από 1-8-2011 έως τις 30-4-2019 και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α΄65), κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου και νόμου, από την 1-5-2019 μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής το εκκαλούν άσκησε την κρινόμενη έφεση και ζητεί την εξαφάνισή της.

11. Επειδή, εξάλλου, σε εκτέλεση της υπ’ αριθ…./2024 προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, περί προσκόμισης στοιχείων αναγκαίων, για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, προσκομίστηκαν: α) τα αναφερόμενα στο πρωτοδίκως υποβληθέν από 25-5-2018 υπόμνημα της εφεσίβλητης εταιρείας υπό στοιχεία 2 έως 10 και χρήσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης σχετικά, τα οποία η τελευταία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει επικαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα οποία συνεκτίμησε τούτο, προκειμένου να αχθεί στην παραδοχή της αγωγής της, ήτοι, μεταξύ άλλων αα. Τα προαναφερόμενα ...-... και ...-... ασφαλιστήρια συμβόλαια με διάρκεια ασφάλισης από 20.11.2008 έως 28.2.2009, αβ. η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από την εταιρεία «…. ΕΠΕ», αγ. δύο (2) εξοφλητικές αποδείξεις ποσών 40.890,31 ευρώ και 17.231,78 ευρώ, ήτοι συνολικώς ποσού 58.122,09 ευρώ και β) το αναφερόμενο στο υποβληθέν κατ΄ έφεση από 20-1-2023 υπόμνημά της υπ’ αριθ. ….-2008 «Σήμα» του Αναπληρωτή Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας ..., προς την Αστυνομική Διεύθυνση ..., με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην εν λόγω Υπηρεσία, στις 8-12-2008 και ώρα 11:00, η πραγματοποίηση συγκέντρωσης στην πλατεία Ταχυδρομείου και πορείας, το απόγευμα της ίδιας ημέρας και ώρα 18:00, από άτομα του ευρύτερου αναρχικού – εντιεξουσιαστικου χώρου.

12. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ζητά την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης. Προς τούτο υποστηρίζει ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, πλημμελή αιτιολογία και κακή εκτίμηση των αποδείξεων κρίθηκε ότι θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου, ενώ δεν συνέτρεξε παρανομία των οργάνων του, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ζημιογόνο συμβάν και πάντως συνέτρεξαν λόγοι ανωτέρας βίας που αίρουν την ευθύνη του προς αποζημίωση. Συγκεκριμένα, προβάλλει ότι όσον αφορά την 8η Δεκεμβρίου 2008, οι αστυνομικές δυνάμεις προέβησαν άμεσα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και ανέπτυξαν τις προσήκουσες και τις ενδεδειγμένες τακτικές, βάσει της διαθέσιμης πληροφόρησης, για την αντιμετώπιση των επεισοδίων (όπως, ιδίως, ανάπτυξη δυνάμεων κατά μήκος της πορείας, χρήση χημικών και δακρυγόνων, διενέργεια μεγάλου αριθμού συλλήψεων και συγκεκριμένα 26 συνολικά ατόμων, για τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα), εντούτοις οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ήταν πρωτοφανείς σε συχνότητα, διάρκεια και ένταση, η συμμετοχή των προσώπων σε αυτές ήταν μαζική και οι πράξεις βίας ήταν σε τέτοιο βαθμό απρόβλεπτες και συντονισμένες, ώστε ήταν αδύνατο, λόγω ανωτέρας βίας, να αποτραπούν. Ειδικότερα, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι το σύνολο του αστυνομικού προσωπικού της Αστυνομικής Διεύθυνσης ... είχε τεθεί από τις 7-12-2008 σε κατάσταση επιφυλακής κατόπιν σχετικής εντολής της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ, με δεδομένο ότι εκδηλώνονταν διαμαρτυρίες σε ολόκληρη την επικράτεια, ήταν αδύνατη η ενίσχυση των αστυνομικών δυνάμεων της πόλης με προσωπικό από όμορους νομούς, επειδή τούτο θα έθετε σε διακινδύνευση την τήρηση της δημόσιας τάξης στους νομούς εκείνους. Επιπροσθέτως, επισημαίνει ότι αν και υπήρξε πληροφόρηση ως προς τη συγκέντρωση που είχε προγραμματιστεί για τις 8-12-2008 μόλις στις 11:00 της ίδιας ημέρας, λήφθηκαν εγκαίρως τα κατά τα ανωτέρω αναγκαία μέτρα με στόχο την πρόληψη και την καταστολή των παράνομων ενεργειών και τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης, η μόνη δε περίπτωση κατά την οποία τα αστυνομικά όργανα απείχαν από ενέργειες αποτροπής των επεισοδίων ήταν όταν συνέτρεχαν κατά την εκτίμησή τους περιστάσεις υπό τις οποίες έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στην προστασία υπέρτερης αξίας εννόμων αγαθών (της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας). Ενόψει όλων των ανωτέρω, το εναγόμενο υποστηρίζει ότι τα αστυνομικά όργανα δεν βαρύνονται με οποιαδήποτε παράλειψη εκτέλεσης των νομίμων καθηκόντων τους, αφού εξάντλησαν τις υφιστάμενες υπηρεσιακές δυνατότητες και έλαβαν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή των παράνομων ενεργειών, την προστασία της ζωής και της ακεραιότητας των συμμετεχόντων στις διαμαρτυρίες, των λοιπών πολιτών και των αστυνομικών, συνεπώς, συνέτρεχε εν προκειμένω κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ανωτέρας βίας, συνεπαγόμενη την άρση της ευθύνης του προς αποζημίωση της εφεσίβλητης, καθώς οι δυνάμεις και τα μέσα της αστυνομίας δεν είναι απεριόριστα και ήταν αντικειμενικά αδύνατη η λήψη εξειδικευμένων μέτρων φρούρησης όλων ανεξαιρέτως των επιχειρήσεων και των ιδιοκτησιών στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της ... Κατόπιν των ανωτέρω, εσφαλμένα, όπως προβάλλει, απορρίφθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση ως αβάσιμοι οι κατά τα ανωτέρω ισχυρισμοί του, με την εσφαλμένη ειδικότερα αιτιολογία ότι είναι αόριστη η επίκληση των μέτρων τα οποία έλαβε για την αντιμετώπιση των επίμαχων επεισοδίων, λόγω μη αναφοράς συγκεκριμένα του αριθμού των αστυνομικών οργάνων που επιχειρούσαν κατά την κρίσιμη ημέρα, ούτε των μέτρων ειδικώς που έλαβαν ή του εξοπλισμού που χρησιμοποίησαν, ενώ μόνη η θέση σε επιφυλακή και αξιοποίηση του συνόλου των δυνάμεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης ... αρκεί, η δε εξειδίκευση των μέτρων που λαμβάνονται για την επίτευξη του σκοπού της δημόσιας τάξης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων οργάνων του. Ομοίως, λόγω των προεκτιθέμενων περιστάσεων που αφορούν στη μαζικότητα, αυξανόμενη κλιμάκωση και ένταση των επεισοδίων, με εσφαλμένη αιτιολογία με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του περί συνδρομής λόγων ανωτέρας βίας, που καθιστούσαν αδύνατη την πρόληψη του επίμαχου ζημιογόνου γεγονότος, με συνέπεια την μη στοιχειοθέτηση ευθύνης του προς αποζημίωση.

13. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα και σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και ερμηνεύθηκαν, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα εξής : Μετά το γεγονός του θανάσιμου τραυματισμού του μαθητή ...., το βράδυ της 6ης-12-2008, και τη γενικευμένη έναρξη εκδηλώσεων διαμαρτυρίας (πορειών και διαδηλώσεων) σε πόλεις όλης της Χώρας, μεταξύ των οποίων και στη ..., όπου πραγματοποιήθηκε αυτή της 8ης-12-2012 και ώρα 18:00 στο κέντρο της ..., η οποία ήταν εκ των προτέρων γνωστή στην αστυνομία (όπως συνομολογείται από το εκκαλούν), οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές υλοποίησαν έναν γενικό σχεδιασμό για την τήρηση της δημόσιας τάξης, ο οποίος (σχεδιασμός) συνίστατο στην κινητοποίηση του συνόλου του αστυνομικού προσωπικού και στη λήψη μέτρων όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά στην έκθεση απόψεων του εκκαλούντος, ήτοι στην ανάπτυξη δυνάμεων κατά μήκος της πορείας, στη χρήση χημικών και δακρυγόνων και στη διενέργεια συλλήψεων 19 (κατά την επίμαχη ημερομηνία) ατόμων. Εντούτοις, ο σχεδιασμός αυτός δεν ήταν επαρκής, όπως αποδείχθηκε από τα επεισόδια και τις βιαιοπραγίες που εκδηλώθηκαν κατά την ημέρα εκείνη και είχαν τις συνέπειες που περιγράφονται στην προαναφερόμενη σηματική αναφορά του Διευθυντή της Αστυνομικής Διεύθυνσης ..., ιδίως διότι δεν συμπεριέλαβε συγκεκριμένα προληπτικά μέτρα, τα οποία, καταλλήλως υλοποιούμενα από τα αστυνομικά όργανα, θα απέτρεπαν τη δράση των ατόμων που, εξερχόμενα του πλήθους της πορείας, προέβαιναν σε εγκληματικές δραστηριότητες, δεδομένου ότι ήταν γνωστό από την προηγούμενη ημέρα και αναμενόμενο ότι θα ελάμβαναν χώρα τέτοιας μορφής και έντασης περιστατικά στο κέντρο της ... λόγω των γεγονότων της 6ης.12.2008, και δεν υφίστατο οποιοδήποτε ένδειξη περιορισμού ή εξασθένησής τους. Εξάλλου, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας εάν τα αστυνομικά όργανα κατά τις απογευματινές ώρες της 8ης.12.2008, όταν ήταν σε εξέλιξη η πορεία, προχώρησαν στη λήψη μέτρων που θα κατέτειναν στο να τεθούν τα επεισόδια υπό έλεγχο εγκαίρως, πριν δηλαδή εξαπλωθούν και καταστούν ανεξέλεγκτα, λαμβανομένης υπόψη και της εξουσίας των αστυνομικών οργάνων να επιβάλλουν περιορισμούς στη διεξαγωγή συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων ή να διαλύουν συγκεντρώσεις ή συναθροίσεις, οι οποίες, ως εκ του ότι εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων, είναι παράνομες. Αντιθέτως, τα μέτρα που λήφθηκαν κατά την εν λόγω ημερομηνία από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, όπως αυτά περιγράφονται παραπάνω, αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά και ακατάλληλα για την αντιμετώπιση των επιθέσεων κατά της ιδιωτικής περιουσίας, με αποτέλεσμα η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων και παράλληλα η παράλειψη λήψης των πρόσφορων και αναγκαίων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρων να συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Αστυνομίας να λαμβάνει τα κατάλληλα σε κάθε περίσταση μέτρα, ώστε να τηρήσει την κατά νόμον γενική και δέσμια υποχρέωσή της για προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών και είναι, ως εκ τούτου, παράνομη, κατ' απόρριψη του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος. Περαιτέρω, το εκκαλούν αβασίμως υποστηρίζει ότι συνέτρεχε εν προκειμένω κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ανωτέρας βίας, συνεπαγόμενη την άρση της ευθύνης του προς αποζημίωση της ενάγουσας, καθόσον, αν και επρόκειτο για ασυνήθη περίπτωση, με την έννοια ότι το περιστατικό που προκάλεσε τις γενικευμένες διαμαρτυρίες και τις αντιδράσεις ήταν έκτακτο, απρόσμενο και αιφνίδιο, η εκτροπή των ατόμων του αποκαλούμενου αναρχικού- αντιεξουσιαστικού χώρου, με αφορμή τις διαμαρτυρίες, σε πράξεις βίας και σε εγκληματικές ενέργειες σε βάρος ιδίως της ιδιοκτησίας των πολιτών ήταν προβλέψιμη, όσον αφορά δε στην κρινόμενη περίπτωση έλαβε χώρα την τρίτη ημέρα από την έναρξη των επεισοδίων, άρα αναιρούσε έτι περαιτέρω το στοιχείο του αιφνιδιασμού και εδραίωνε την υποχρέωση των αστυνομικών αρχών να λάβουν τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της, ενώ δεν αποδεικνύεται κατά τρόπο ορισμένο ότι ο σχεδιασμός και η εφαρμογή των μέτρων αυτών υπερέβαινε τις δυνατότητες των αστυνομικών δυνάμεων, ενόψει ιδίως των μέσων που διέθεταν τα όργανα του εκκαλούντος, λόγω του υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης και οργάνωσης, της επαγγελματικής εξειδίκευσης, καθώς και των υψηλών τεχνολογικών δυνατοτήτων και της υλικοτεχνικής υποδομής της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά τα γενόμενα δεκτά στην έβδομη σκέψη. Κατόπιν των ανωτέρω, οι ζημίες που προκλήθηκαν στο επίμαχο κατάστημα της τράπεζας «... Α.Ε.» κατά τη διάρκεια της πορείας που πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της 8ης-12-2008 συνδέονται αιτιωδώς με τις προαναφερόμενες παραλείψεις της Αστυνομίας να τηρήσει την ως άνω γενική υποχρέωσή της για λήψη των κατάλληλων μέτρων προστασίας της ιδιωτικής περιουσίας, ο δε κατά τα ανωτέρω αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παράνομων παραλείψεων των οργάνων της Αστυνομίας και της επελθούσας ζημίας δεν διακόπηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, από τη συνδρομή περιστάσεων ανωτέρας βίας. Επομένως, θεμελιώνεται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθύνη του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση της εφεσίβλητης εταιρείας, ενεργούσας καθ' υποκατάταση της ζημιωθείσας ασφαλισμένης της εταιρείας, όπως ορθά κρίθηκε, με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, με την εκκαλούμενη απόφαση.

14. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν και εφόσον δεν προβάλλεται άλλη αιτίαση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της, το δε Ελληνικό Δημόσιο πρέπει, εκτιμωμένων των περιστάσεων, να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης.

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την έφεση.

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη ... στις 31-1-2025, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ