Αριθμός 6/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νίκη Κατσιαούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο, Γεώργιο Μικρούδη Εισηγητή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως ..., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.)", όπως μετονομάσθηκε ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σαραμαντά, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ... του ...., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύμερο ΗΛΙΑ, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής το λόγο έλαβε η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, η οποία δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και διά της Προεδρεύουσάς του απέρριψε το αίτημα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 20-12-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 20-12-2023 (.../2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 283/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και άλλων δύο εναγουσών (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με την οποία εδίωκαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με σχέση εξηρτημένης εργασίας με την εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ. Η αγωγή αυτή απερρίφθη αρχικώς ως νόμω αβάσιμη με την 251/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων την από 22-3-2023 έφεση (μόνον) η νυν αναιρεσίβλητη, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, αφού έκανε την έφεση τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε δεκτή την αγωγή, ως νόμω και ουσία βάσιμη ως προς την παραπάνω ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη. Ήδη το αναιρεσείον αιτείται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως με την υπό κρίση αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 21-12-2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης, ούτε έχει παρέλθει διετία από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 31-10-2023), γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
1) Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 2336/1995 (ΦΕΚ 189/Α/12-9-1995): Από το σχολικό έτος 1995-1996 και εφεξής το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 του ν.δ/τος 1221/1972 (ΦΕΚ 147 Α) εκπαιδευτικό προσωπικό του Ο.Α.Ε.Δ., προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και αμείβεται με ωριαία αντιμισθία, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ο Α.Ε.Δ.. Για την πρόσληψη του προσωπικού αυτού, καθώς και την επιλογή των εκπαιδευομένων των Σχολών Μαθητείας, IΕΚ και Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης του Ο.Α.Ε.Δ., είναι δυνατόν να καθοριστούν κριτήρια επιλογής με υπουργική απόφαση που εκδίδεται άπαξ, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. Επίσης με το άρθρο 16 του Ν. 2643/1998: Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 2336/1995 αντικαθίσταται ως εξής: Η περίπτωση της παραγράφου 2γ του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α) ισχύει από της δημοσιεύσεως του προηγούμενου νόμου και για το εκπαιδευτικό προσωπικό του ΟΑ.ΕΔ. Από το σχολικό έτος 1998 1999 και εφεξής το προβλεπόμενο στο άρθρο 4του ν δ/τος 1221/1972 (ΦΕΚ 147 Α') εκπαιδευτικό προσωπικό του OA.Ε.Δ, προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και αμείβεται με ωριαία αντιμισθία, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ..." 2) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, 21 παρ.1, 2 και 3 του Ν.2190/1994, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (10-7-2001), τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001), και τέλος τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α 134/19-7-2004), με τις οποίες ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ανωτέρω κοινοτική Οδηγία για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/2011 και 8/2011).
Στην περίπτωση αυτή, η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18-4-2001) και της 1999/70 Οδηγίας (10-7-2001) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011). Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης, καθ' όσον δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή η χρονική ενότητα (ΑΠ 25/2025, 1610/2022).
Ωσαύτως, με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω π.δ. 164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ιδίου διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Επομένως, εάν δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/γμα προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 αυτού δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε τοιαύτες αορίστου χρόνου δεν δύναται να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 25/2025, 1610/2022).
3α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2024, 3/2022). 3β) Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. (ΑΠ 1755/2024, 46/2012).
Με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε και εκ του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, διότι το Εφετείο δεχόμενο την αγωγή της νυν αναιρεσίβλητης ως ουσία βάσιμη, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παραδοχή της έφεσής της, παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, 3 παρ. 2 Ν. 2336/1995, 16 του Ν. 2643/1998, 5 παρ.1, 6, 11 παρ. 1, 2, 3 και 5 του Π.Δ/τος 164/2004, 648 ΑΚ 8 Ν. 2112/1920 και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της πληττομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η ενάγουσα προσελήφθη και παρείχε την εργασία της στο εναγόμενο ΝΠΔΔ από το έτος 1993, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός κλάδου ΔΕ Αισθητικής (ΔΕ 01) μέχρι το έτος 2013 και από το έτος 2014 στον κλάδο ΤΕ Αισθητικής (ΤΕ 01.20), κατά πλήρες ωράριο εργασίας, στο μάθημα Αισθητικής (διδασκαλία μαθημάτων και εργαστηριακές ασκήσεις, ήτοι ενδεικτικά: μακιγιάζ και αποτρίχωση, εργαστήριο αισθητικής, περιποίηση προσώπου, αισθητική σώματος, μανικιούρ πεντικιούρ κλπ), στις εκπαιδευτικές μονάδες του εναγομένου στην πόλη των .... [στο Κέντρο Τεχνικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΤΕΚ), στην Τεχνική Επαγγελματική Κατάρτιση (TEE), στις Επαγγελματικές Σχολές (ΕΠΑ.Σ.), στις Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης (Σ.Ε.Κ) και στο Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ) του Ο.Α.Ε.Α.]. Σημειώνεται ότι με το Ν. 4921/2022 το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ο.Α.Ε.Α., μετονομάσθηκε σε "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης". Στα πλαίσια των συμβάσεων εργασίας της, η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της υποκείμενη πάντα στις εντολές, οδηγίες και στον έλεγχο των προϊσταμένων της, ήτοι του Διευθυντή και Υποδιευθυντή του εναγομένου ΝΠΔΔ (Ο.Α.Ε.Δ.), όπως ακριβώς και το μόνιμο προσωπικό, επιφορτισμένη με τα ίδια καθήκοντα προσέλευσης και αποχώρησης σε συγκεκριμένη ώρα, δυνάμει του προβλεπόμενου παρουσιολογίου, τήρησης του καθορισμένου από την υπηρεσία της πλήρους νομίμου ωραρίου, λογοδοσίας σε περίπτωση απουσίας, ακολουθώντας το πρόγραμμα επιτήρησης των προαυλίων χώρων στα διαλείμματα, ασχολούμενη με τη διόρθωση γραπτών και την επιτήρηση μαθητών στις εξετάσεις, έχοντας ισότιμη συμμετοχή στις γενικές συνελεύσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού με δικαίωμα ψήφου για όλα τα ζητήματα που προέκυπταν στις εκπαιδευτικές μονάδες του εναγομένου.
Ειδικότερα, συνήψε με το εναγόμενο είκοσι επτά (27) συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, για τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: 1) Από 04-10-1993 έως 17-06-1994, 1) 08-09-1994 έως 21-06-1995, 3) από 09-10-1995 έως 28-06-1996, 4) από 04-10-1996 έως 30-06-1997, 5) από 12-10-1997 έως 30-06-1998, 6) από 01-10-1998 έως 30-06-1999, 7) από 06-10-1999 έως 30-06-2000, 8) από 16-10-2000 έως 29-06-2001, 9) από 16-01-2002 έως 18-06-2002, 10) από 24-10-2002 έως 30-06-2003, 11) από 06-10-2003 έως 02-07-2004, 12) από 04-10-2004 έως 30-06-2005, 13) από 03-10-2005 έως 30-06-2006, 14) από 02-10-2006 έως 22-06-2007, 15) από 02-10-2007 έως 13-06-2008, 16) από 01-10-2008 έως 12-06-2009, 17) από 21-09-2009 έως 15-06-2010, 18) από 06-10-2010 έως 15-06-2011, 19) από 04-102011 έως 14-06-2012, 20) από 02-12-2013 έως 26-06-2014, 21) από 11-11-2014 έως 30-06-2015, 22) από 10-11-2015 έως 30-06-2016, 23) από 05-12-2016 έως 30-06-2017, 24) από 27-02-2018 έως 22-06-2018, 25) από 22-01-2019 έως 09-05-2019, 26) από 24-10-2019 έως 30-06-2020 και 27) από 02-11-2020 έως 18-06-2021. Οι πρώτες οκτώ (8) από τις ανωτέρω επίμαχες συμβάσεις εργασίας είχαν καταρτιστεί πριν την 18-04-2001 (ισχύς του Αναθεωρημένου Συντάγματος), ενώ πριν την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 (19-07-2004) είχαν ήδη καταρτιστεί οι πρώτες ένδεκα (11) από τις ανωτέρω συμβάσεις και συνέχιζαν με τους ίδιους όρους εργασίας και συνθήκες να καταρτίζονται και οι επόμενες (συμβάσεις) και, ως εκ τούτου, το σύνολο των προαναφερομένων συμβάσεων μπορούν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της, το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν κατά τα προαναφερόμενα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ, ο δε καθορισμός του είδους τους, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να καθορίζει τη διάρκεια της εργασίας της ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/1970 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Ως εκ τούτου, καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεων, ως προς τον χρονικό περιορισμό αυτών και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων αποτελεί εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, πλήρως αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα εμπίπτει στις προϋποθέσεις των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, αφού πληροί σωρευτικά τις κάτωθι προϋποθέσεις: α) Έχει ενεργό σύμβαση στις 19-07-2004 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Π.Δ. 164/2004), καθώς στην παράγραφο 5 του άρθρου 11 του εν λόγω Π.Δ./τος ορίζεται ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών πριν την έναρξη του παρόντος Διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις εκ της έναρξης του παρόντος" και η τελευταία (προ της έναρξης ισχύος του ανωτέρω ΠΔ/τος), και δη η ενδέκατη (11η) κατά σειρά σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, έληξε στις 02-07-2004, ήτοι λιγότερο από τρεις (3) μήνες πριν την 19-07-2004 και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στα οριζόμενα της παρ. 5 του άρθρου 11 του ίδιου ΠΔ/τος, συνακόλουθα δε, οι επίμαχες συμβάσεις εργασίας της ενάγουσας έχουν συνολικό χρόνο διάρκειας μεγαλύτερο των 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-07-2004) του ΠΔ/τος 164/2004, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων (βλ. συγκεκριμένα το συνολικό χρόνο διάρκειας που καταλαμβάνουν οι 11 πρώτες συμβάσεις εργασίας της ενάγουσας), ο οποίος (ανωτέρω συνολικός χρόνος διάρκειας μεγαλύτερος των 24 μηνών) προσδίδει την απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των επίμαχων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της ενάγουσας έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, ήτοι στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, με την ίδια ειδικότητα (ήτοι, στον κλάδο ΔΕ Αισθητικής και ΤΕ Αισθητικής) και με τους ίδιους όρους εργασίας, όπως αναγράφονταν και στην αρχική σύμβαση της, γ) το αντικείμενο της σύμβασης της αφορά δραστηριότητες οι οποίες, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ, και δ) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της ενάγουσας έχει παρασχεθεί κατά το εκάστοτε ωράριο εργασίας της (πλήρες), σε καθήκοντα ίδια με αυτά που αναγράφονταν και στην αρχική σύμβαση της.
Συνεπώς, εφόσον η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ και πληροί τις προϋποθέσεις των ως άνω μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, οι επίμαχες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να προσλάβουν ενιαία τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου".
Με τις παραπάνω παραδοχές ωστόσο η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκ πλαγίου (δηλαδή με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, 3 παρ. 2 Ν. 2336/1995, 16 του Ν. 2643/1998, 5 παρ.1, 6, 11 παρ. 1, 2, 3 και 5 του Π.Δ/τος 164/2004, 648 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920. Τούτο δε διότι, κατά την εξέταση του παραπάνω αμφισβητούμενου ζητήματος της από μέρους της αναιρεσίβλητης εργαζομένους καλύψεως παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διαλαμβάνει ελλιπείς παραδοχές με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συγκεκριμένα: α) δεν γίνεται καμία αναφορά για το ποιες ήταν οι ανάγκες του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ σε προσωπικό ως προς την ειδικότητα της αναιρεσίβλητης (αισθητικός), β) αν και γίνεται μνεία στην απόφαση (σελ. 21) ότι η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη, καίτοι ωρομίσθια, απασχολήθηκε "κατά πλήρες ωράριο εργασίας" και ότι η κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου "δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας", δεν αναφέρονται εν τούτοις καθόλου οι ώρες απασχόλησης της αναιρεσίβλητης σε σχέση με κάθε επιμέρους συναφθείσα σύμβαση, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι στην (επίσκοπουμένη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου) υπό κρίση αγωγή μνημονεύονται διαφορετικές ώρες απασχολήσεως κατ' έτος (ενδεικτικώς 242 ώρες κατά το εκπαιδευτικό έτος 1993-1994, 132 ώρες κατά το εκπαιδευτικό έτος 1999-2000 κοκ) γ) αν οι συμφωνημένες ώρες απασχόλησης ήταν σταθερές ή εξαρτώντο από τον αριθμό των εγγεγραμμένων σπουδαστών εκάστου έτους, αλλά και από τον αριθμό του μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού της συγκεκριμένης ειδικότητας (ο οποίος επίσης δεν αναφέρεται), δ) μολονότι γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη ήταν "όπως ακριβώς και το μόνιμο προσωπικό, επιφορτισμένη με τα ίδια καθήκοντα προσέλευσης και αποχώρησης σε συγκεκριμένη ώρα", δεν διαλαμβάνονται παραδοχές ως προς τις ώρες εργασίας του μόνιμου προσωπικού με συμβάσεις αορίστου χρόνου, τόσο κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού έτους, όσο και του θέρους, ώστε να αντιπαραβληθούν με τις αντίστοιχες της αναιρεσίβλητης, δεδομένης της απασχολήσεως της τελευταίας ως ωρομίσθιας, αλλά και των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως για ύπαρξη κενού διαστήματος τους θερινούς μήνες, που, με εξαίρεση τις δύο πρώτες ως άνω συμβάσεις, υπερέβαιναν το τρίμηνο, ήτοι κατά κανόνα υπερέβαιναν το διάστημα των εκπαιδευτικών διακοπών (ενδεικτικώς η έναρξη της 2ης συμβάσεως άρχεται στις 8-9-1994, ήτοι με την έναρξη του εκπαιδευτικού έτους, της 5ης συμβάσεως άρχεται στις 12-10-1997, ήτοι μετά πάροδο ενός μηνός από την έναρξη του εκπαιδευτικού έτους, ενώ της 9ης συμβάσεως άρχεται στις 16-1-2002, ήτοι στο μέσον της εκπαιδευτικής περιόδου). Με βάση τα ανωτέρω καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αμέσως ανωτέρω διατάξεων ως προς το εξαχθέν αποδεικτικό πόρισμα (κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος ως προς το εκπαιδευτικό του προσωπικό), διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σημείο αυτό ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να μην δύναται να ελεγχθεί αν υπήρξε παραβίαση των αμέσως παραπάνω διατάξεων, αν δηλαδή συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στέρησε κατά το σημείο αυτό την απόφασή του νόμιμης βάσης, ο δε παραπάνω μοναδικός λόγος ως προς την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης ώστε να παρέλκει η έρευνα της έτερης, από τον αρ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ επικαλούμενης πλημμέλειας, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, από δικαστή άλλον εκείνου που δίκασε.
Τέλος πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματος, να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσειοντος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 283/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ