ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Α'- ΕΝΟΧΙΚΟ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 591/2026
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τις Δικαστές Ευαγγελία Τουπαδάκη, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Λύγκα, Εφέτη και Φωτεινή Λιάρα, Εφέτη - Εισηγήτρια και τη Γραμματέα Φωτεινή Μποροδήμου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 26η Σεπτεμβρίου 2025, για να δικάσει την κάτωθι υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: … (Α.Φ.Μ. …), κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Απόστολου Μπανιώτη, του Δικηγορικού Συλλόγου Γιαννιτσών (Α.Μ. …), που προκατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) … (Α.Φ.Μ. …) και 2) … (Α.Φ.Μ. …), κατοίκων …, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Βασιλικής Ρίζου, του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Α.Μ. …), που κατέθεσε προτάσεις.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι … και … άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου … κατά του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου … (1ος εναγόμενος), καθώς και των μη διαδίκων στην προκειμένη έκκλητη δίκη, … και … (2ος και 3ος αντίστοιχα των εναγόμενων), την από 16-10-2023 και με αριθμό κατάθεσης …/30-10-2023 αγωγή τους, ζητώντας τα σε αυτήν αναφερόμενα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αριθμό 31/05-12-2024 απόφασή του, αφού δίκασε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των ανωτέρω εναγομένων, … και …, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Ο εναγόμενος, …, ως εν μέρει ηττηθείς πρωτοδίκως διάδικος, εκκαλεί την απόφαση αυτή με την από 01- 01-2025 και με αριθμό κατάθεσης ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου … …/03-01-2025 έφεσή του, ζητώντας την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η ασκηθείσα και εναντίον του αγωγή. Η ανωτέρω έφεση προσδιορίσθηκε να συζητηθεί με τη με αριθμό κατάθεσης …/26-02-2025 πράξη της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26-09-2025).
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε, από την οικεία σειρά του πινακίου και συζητήθηκε, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω. Ειδικότερα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά κατάθεσε στις 25-09-2025 δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσίβλητων παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε στις προτάσεις, που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν αυτές δεκτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει: «Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομόδικους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομόδικους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται». Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατ’ εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Επί αναγκαστικής ομοδικίας, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, με την παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους επάγεται αποτελέσματα και για τους λοιπούς, αυτό δε υπό την έννοια ότι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ως ασκούντες αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, μολονότι αυτοί δεν το άσκησαν, ήτοι θεωρούνται και αυτοί διάδικοι. Συνεπώς, δεν απαιτείται από τον νόμο η έφεση που ασκείται από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους να απευθύνεται, με ποινή το απαράδεκτο, και κατά των ιδίων αυτού ομοδίκων, αφού σε αντίθετη περίπτωση ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανίζεται να έχει ταυτοχρόνως την ιδιότητα του εφεσίβλητου και του εκκαλούντος, πράγμα που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο (ΟλΑΠ 63/1981, ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 1696/2023, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 1059/2019, Δημοσίευση Νόμος). Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, της πλασματικής άσκησης του ένδικου μέσου, οι αναγκαίοι ομαδικοί του εκκαλούντος πρέπει, κατ’ άρθρο 76 παρ.3 ΚΠολΔ, υποχρεωτικά να καλούνται στην κατ’ έφεση δίκη, αφού και αυτοί, όπως λέχθηκε, θεωρούνται ότι άσκησαν έφεση, αλλιώς η συζήτηση είναι απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 1696/2023, ΑΠ 1714/2022, ΑΠ 1229/2019, ΑΠ 705/2015, ΤρΕφΚερκ 7/2025, ΤρΕφΑΘ 2190/2024, ΤρΕφΑΘ 213/2024, Δημοσίευση Νόμος). Εξάλλου, ως προς τους αναγκαίους ομόδικους, που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 727/2017, Δημοσίευση Νόμος). Τέλος, περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υφίσταται, πλην των άλλων, και μεταξύ των εναγομένων σε αγωγή για τον κανονισμό διοίκησης επικοίνου, διότι το αντικείμενο της δίκης επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση (Π. Γέσιου-Φαλτσή, Η ομοδικία εις την πολιτικής δίκην, έκδοση 1998, παραγρ. 39, σελ. 231, X. Μαστροκώστας σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, τόμος I, έκδοση 2010, άρθρο 790, αριθμ.9 και I. Καράκωστας, Αστικός κώδικας, Ερμηνεία-Σχόλια-Νομολογία, Ειδικό Ενοχικό, τόμος 60ζ, έκδοση 2009, άρθρο 790, αριθμ.10).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 01-01-2025 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/03-01-2025 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αριθμό έκθεσης προσδιορισμού …/26-02-2025 στο παρόν Δικαστήριο) έφεση του εν μέρει ηττηθέντος πρωτοδίκως πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, στρεφόμενη κατά της με αριθμό 31/05-12-2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, την από 16-10-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …/30-10-2023 αγωγή των … και … και ήδη εφεσιβλήτων, κατά των … (ήδη εκκαλούντος), … και …, ερήμην του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με αντικείμενο τον κανονισμό διοίκησης επικοίνου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.1, 496, 498, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1,517 και 518 παρ.1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 03-01-2025 (βλ. την προαναφερόμενη με αριθμό …/03-01-2025 πράξη κατάθεσης της αρμόδιας Γραμματέα κάτω από το δικόγραφο της έφεσης), ενώ η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 19-12-2024, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …/19-12-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, ήτοι το κρινόμενο ένδικο μέσο ασκήθηκε πριν την παρέλευση των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της τελευταίας. Επιπλέον, αρμόδια και παραδεκτά η έφεση φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 19 και 498 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, όπως ρητά μνημονεύεται στη συνταχθείσα από τη Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προαναφερόμενη έκθεση κατάθεσης δικογράφου ένδικου μέσου. Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, οι οποίοι είναι αναγκαίοι ομόδικοι του πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, δεν άσκησαν έφεση, ωστόσο ο τελευταίος κοινοποίησε σε αυτούς αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με κλήση να παραστούν κατά την ορισθείσα για τη συζήτησή της δικάσιμο (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τις με αριθμούς … και …/06-03-2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο …., που προσκομίζει με επίκληση ο εκκαλών, όπως δε στην αμέσως προηγηθείσα με αριθμό 1 νομική σκέψη αναφέρεται, στην έφεση του εκκαλούντος- πρώτου εναγομένου δεν νομιμοποιούνται παθητικά οι ομόδικοί του, δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι το ένδικό μέσο τυγχάνει απαράδεκτο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εντούτοις, οι κληθέντες ως άνω αναγκαίοι ομόδικοι του εκκαλούντος δεν εμφανίσθηκαν, οπότε θεωρείται, κατ’ άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ ότι παρίστανται αντιπροσωπευόμενοι από τον παριστάμενο εκκαλούντα και ως εκ τούτου θεωρείται ότι άσκησαν και αυτοί την έφεση, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα με αριθμό 1 νομική σκέψη. Ενόψει μάλιστα της ερημοδικίας τους πρέπει να ορισθεί και παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση που ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας (ΤρΕφΑΘ 687/2025, Δημοσίευση Νόμος και για το επιτρεπτό άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον απολειπόμενο και αντιπροσωπευόμενο διάδικο Β. Βαθρακοκοίλης, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Α', άρθρα 1-220, έκδοση 1996, άρθρο 76, αριθμ. 22, σελ.519-520). Κατόπιν των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ), με την επισήμανση ότι, εν προκειμένω, έφεση άσκησε ο δικαζόμενος αντιμωλία στον πρώτο βαθμό πρώτος εναγόμενος και όχι κάποιος εκ των έτερων δικαζόμενων ερήμην εναγομένων και ως εκ τούτου, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και υφίστατο ευχέρεια των πληρεξούσιων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (ΑΠ 635/2020, ΑΠ 1478/2019, Δημοσίευση Νόμος). Ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί μη νόμιμης παράστασης των εφεσιβλήτων, ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, λόγω παράστασης με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
2.α. Κατά το άρθρο 787 ΑΚ, καθένας των κοινωνών δικαιούται σε χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον από αυτήν δεν παρακωλύεται η σύγχρηση των λοιπών, ενώ κατά το άρθρο 788 ΑΚ, η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς. Τροποποίηση της ομόφωνης απόφασης των κοινωνών μπορεί να υπάρξει με μεταγενέστερη απόφαση της πλειοψηφίας ή με δικαστική απόφαση, όταν νεότερα γεγονότα επιβάλλουν την αλλαγή του τρόπου διοίκησης, ήτοι υφίσταται αντικειμενικός λόγος τροποποίησης, λόγω μεταβολής των συνθηκών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 789 ΑΚ, με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών, λαμβανομένη κατά το μέγεθος των μερίδων, μπορεί να καθορισθεί ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού αντικειμένου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 790 ΑΚ, αν η διοίκηση και η χρησιμοποίηση του κοινού πράγματος δεν καθορίσθηκε με κοινή συμφωνία ή με πλειοψηφία (των κοινωνών), καθένας από τους κοινωνούς έχει δικαίωμα να ζητήσει να την κανονίσει το δικαστήριο, με τον τρόπο που είναι ο πιο πρόσφορος και συμφέρει περισσότερο όλους τους κοινωνούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι ο δικαστικός καθορισμός του τρόπου διοίκησης του κοινού πράγματος, ο οποίος δεν τείνει στη διάγνωση ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά αποτελεί ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου, που αποβλέπει στην εξεύρεση του περισσότερο πρόσφορου και επωφελούς για όλους τους κοινωνούς τρόπου διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού πράγματος, προϋποθέτει αδυναμία συμφωνίας των κοινωνών, έστω κατά πλειοψηφία, ισχύει δε ενόσω υφίσταται η κοινωνία και μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με συμφωνία όλων των κοινωνών (και όχι της πλειοψηφίας αυτών) ή με νέα δικαστική απόφαση επί μεταβολής των συνθηκών. Κατά την άσκηση της ρυθμιστικής του αυτής παρέμβασης, το δικαστήριο δεν υπόκειται σε περιορισμούς και ενδεικτικά μόνον καθορίζεται η δυνατότητα διορισμού διαχειριστή, οφείλει όμως να μην παραβιάζει τις κείμενες διατάξεις των νόμων. Έτσι το δικαστήριο, στο οποίο μπορεί να προσφύγει κάθε κοινωνός, επικαλούμενος μεταξύ των άλλων και την έλλειψη απόφασης όλων ή της πλειοψηφίας τους, κανονίζει την διοίκηση ή την χρησιμοποίηση του κοινού κατά τον τρόπο που είναι πιο πρόσφορος και συμφέρει όλους τους κοινωνούς, έχοντας και τη δυνατότητα, για την καλύτερη επιτυχία του κοινού σκοπού των κοινωνών, να διορίσει διαχειριστή, η εξουσία του οποίου, καθοριζόμενη στην απόφαση, περιλαμβάνει κάθε πράξη διοίκησης και διαχείρισης του κοινού που τείνει στην προς το συμφέρον των κοινωνών εκμετάλλευση, χρησιμοποίηση, κάρπωση και αύξηση της αξίας αυτού, και επομένως και την εκμίσθωση αυτού, ως και την είσπραξη των μισθωμάτων του κοινού πράγματος. Η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η (οριστική) ρύθμιση της διοίκησης του κοινού, ασκείται ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, επειδή το αντικείμενό της δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα (άρθρο 18 ΚΠολΔ) και εκδικάζεται κατά τη συνήθη τακτική διαδικασία, ενώ σε αυτήν πρέπει να αναφέρονται: α) η ύπαρξη κοινωνίας μεταξύ των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται περιγραφή του ιστορικού της γέννησης της κοινωνίας, β) η έλλειψη απόφασης της παμψηφίας ή/πλειοψηφίας ή ότι η υπάρχουσα απόφαση είναι άκυρη ή δεν είναι πλέον κατάλληλη και πιο συμφέρουσα για τους κοινωνούς (η προϋπόθεση αυτή αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και το βάρος της απόδειξης ότι δεν υπάρχει απόφαση των κοινωνών το φέρει ο ενάγων), γ) ισχυρισμός του ενάγοντας ότι βρίσκεται στη συννομή του κοινού πράγματος και δ) υπόδειξη από τον ενάγοντα του περισσότερου πρόσφορου και συμφέροντος, κατά την κρίση του, τρόπου διοικήσεως και διαχειρίσεως του κοινού, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη. Τότε μόνο είναι δυνατή η δικαστική παρέμβαση, που έχει ως σκοπό την αναπλήρωση της ελλείπουσας απόφασης των κοινωνών, όταν υπάρχει πραγματική ή νομική αδυναμία των κοινωνών να καθορίσουν την τακτική διοίκηση του κοινού (ΑΠ 1686/2022, όπ.π., ΑΠ 845/2021, ΤρΕφΑΘ 366/2025, ΤρΕφΛαρ 83/2022, Δημοσίευση Νόμος), β. Εξάλλου, καθόσον, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 789 ΑΚ, η πλειοψηφία των κοινωνών, δυνάμει της οποίας μπορεί να καθορισθεί ο τρόπος της τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης, που αρμόζει στο κοινό αντικείμενο, υπολογίζεται με βάση το μέγεθος των μερίδων και όχι κατά κεφαλές, εάν η μερίδα ενός κοινωνού είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των μερίδων των λοιπών κοινωνών, μπορεί αυτός εγκύρως να λάβει απόφαση σχετικά με ζητήματα, τα οποία άπτονται της τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης του επικοίνου, ενώ αυτή (μερίδα) εκλαμβάνεται όχι με την οικονομική της αξία, αλλά ως ποσοστό του δικαιώματος επί του κοινού πράγματος. Η σχετική απόφαση της πλειοψηφίας συνιστά συλλογική πράξη και άρα πολυμερή δικαιοπραξία, που σχηματίζεται από τις επιμέρους δηλώσεις βουλήσεως των κοινωνών και ως εκ τούτου μπορεί να πάσχει από ακυρότητα ή ακυρωσία, όπως και κάθε άλλη δικαιοπραξία, ενώ λόγο ακυρότητας της απόφασης της πλειοψηφίας συνιστά και ο μη νόμιμος σχηματισμός της, η δε ακυρότητα είναι αυτοδίκαιη. Κατά τον σχηματισμό της πλειοψηφίας δεν υπολογίζεται η μερίδα εκείνου του κοινωνού, του οποίου τα συμφέροντα συγκρούονται με αυτά της ολότητας, ενώ, περαιτέρω, αν η απόφαση των κοινωνών για την εκμετάλλευση του κοινού δεν επιδρά, ούτε επηρεάζει την τύχη της μερίδας κάποιου από αυτούς, η τελευταία δεν συνυπολογίζεται για το σχηματισμό της πλειοψηφίας. Αυτό συμβαίνει όταν η χρήση του κοινού παραχωρείται σε έναν από τους κοινωνούς, κατόπιν σύμβασης μίσθωσης, εντολής, χρησιδανείου κ.λ.π., οπότε η μερίδα του, εφόσον δεν επηρεάζεται από το περιεχόμενο της σχετικής απόφασης, δεν προσμετράται στο σχηματισμό της (ΑΠ 845/2021, όπ.π., ΑΠ 662/2018, Δημοσίευση Νόμος). Τυχόν παραβίαση των όρων του άρθρου 789 ΑΚ ή αντίθεση της απόφασης της πλειοψηφίας προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, παράγει σχετική μόνο ακυρότητα υπέρ των απαρτιζόντων τη μειοψηφία μερίδων κοινωνών και παρέχει δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, κατ’ άρθρο 790 ΑΚ, χωρίς να θίγεται εντεύθεν το κύρος της δικαιοπραξίας, που καταρτίσθηκε, μεταξύ της πλειοψηφίας (ως διαχειριζόμενης το κοινό) και τρίτου (ΑΠ 164/2024, Δημοσίευση Νόμος). Σε περίπτωση ακυρότητας της απόφασης μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο ο καθορισμός της διοίκησης του κοινού πράγματος (790 ΑΚ), από οποιονδήποτε κοινωνό, καθώς και αξίωση αποζημίωσης [Β.Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Ερμηνεία, Νομολογία ΑΚ (κατ’ άρθρο), τόμος Γ, Ειδικό Ενοχικό, έκδοση 2006, άρθρο 789, αρ.24].
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785,786, 787,792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα), που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού, η δε σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται, όμως, να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν, παράνομα και υπαίτια, εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή πολύ περισσότερο, αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού. Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ήτοι ακινήτου που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα ή έδρα επιχείρησης, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια, που προσδιορίζετε με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση απόδοσης μισθωμάτων. Κατά τα λοιπά, ο τρόπος, που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα, είναι, κατ' αρχήν, αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό αποκλείει, στην πράξη, τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί, κατά την κρίση και το συμφέρον του. Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επί αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία, προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου, του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς, αρκεί η αναφορά. Άλλο στοιχείο και, μάλιστα, αναφορά, στη σχετική αγωγή, συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου ή αναφορά των μισθωτικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή αυτού ή λεπτομερής περιγραφή της κατάστασης τούτου ή ακόμα και αναφορά των παραμέτρων, που δικαιολογούν την κατ’ έτος αναπροσαρμογή της μισθωτικής του αξίας, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις. Δεν απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται στην αγωγή άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το, πέραν της μερίδας του, ποσοστό, βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως. Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο κοινωνός που έκανε την αποκλειστική χρήση. Εξάλλου, ο κοινωνός, όταν ασκεί αγωγή αποζημίωσης κατά άλλου κοινωνού για το όφελος που αποκόμισε, δεν είναι υποχρεωμένος να εκθέτει και να αφαιρεί τις δαπάνες του εναγόμενου και να απαιτεί το υπόλοιπο, διότι, οι δαπάνες δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αγωγής του, αλλά μπορεί να τις απαιτήσει ο εναγόμενος και κατ’ ένσταση (ΑΠ 891/2024, ΑΠ 225/2024, ΑΠ 23/2024, ΑΠ 567/2023, ΑΠ 316/2021, Δημοσίευση Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας από 16-10-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/30-10-2023 αγωγή τους, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου της και του αιτητικού της, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι … και … ιστορούσαν ότι οι ίδιοι και οι εναγόμενοι, … (ήδη εκκαλών), … και …, τυγχάνουν συγκύριοι και συννομείς του περιγραφόμενου σε αυτήν ακινήτου, και ειδικότερα έκαστος εξ αυτών (εναγόντων), κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου και έκαστος εκ των εναγομένων, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου. Ότι αρχικός κύριος του κοινού ακινήτου τους ήταν ο δικαιοπάροχός τους, …, παππούς από τη μητρική γραμμή των ιδίων (εναγόντων), πατέρας του πρώτου και του δεύτερου των εναγομένων και σύζυγος της τρίτης, ο οποίος (αρχικός κύριος) απεβίωσε στις 07-09-2016, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ότι στις 31-12-2015, ήτοι πριν τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους και σε χρόνο που το ανωτέρω ακίνητο δεν είχε περιέλθει ακόμη στην συγκυριότητά τους, συνήφθη μεταξύ αυτού (αρχικού κυρίου) και του πρώτου εναγόμενου σύμβαση μίσθωσης του επικοίνου, για χρονικό διάστημα από 01-01-2015 έως 31-12-2021, έναντι ετήσιου μισθώματος ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, που υπολείπεται κατά πολύ της μισθωτικής αξίας του. Ότι τόσο πριν, όσο και μετά τη λύση της προαναφερόμενης σύμβασης μίσθωσης, με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειάς της, οπότε και ο πρώτος εναγόμενος όφειλε να αποδώσει στους λοιπούς συγκυρίους το μίσθιο, κατά τις ιδανικές μερίδες τους, προσπάθησαν αυτοί (ενάγοντες) να έλθουν σε συνεννόηση με τους εναγομένους, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού για τον τρόπο της τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης, που αρμόζει στο ακίνητό τους, ωστόσο αυτό δεν κατέστη εφικτό, λόγω της απροθυμίας του δεύτερου και της τρίτης εξ αυτών να ασχοληθούν με το σχετικό ζήτημα και πρωτίστως της άρνησης του πρώτου, ο οποίος συνέχιζε να κάνει χρήση του επικοίνου, χωρίς δικαίωμα και χωρίς να τους αποδίδει την αναλογούσα στις μερίδες τους ωφέλεια. Ότι ο πλέον ενδεδειγμένος και επωφελής τρόπος διαχείρισης του ακινήτου τους είναι η μίσθωση αυτού, το δε μηνιαίο μίσθωμα, που είναι εφικτό να επιτευχθεί ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, καθ’ όλη τη διάρκεια της προαναφερόμενης από 01-01-2015 σύμβασης μίσθωσης, ήταν ασυνεπής στην καταβολή του τμήματος του μισθώματος, που αναλογούσε στο ιδανικό μερίδιό τους επί του μισθίου και ανερχόταν μόλις στο ποσό των τριάντα ένα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών του ευρώ (31,25 ευρώ) για έκαστο εξ αυτών. Ότι ως εκ τούτου, η περαιτέρω εκμίσθωση του επικοίνου στον ως άνω αντίδικό τους δεν συνιστά τον πιο πρόσφορο και συμφέρον για όλους τους κοινωνούς τρόπο διοίκησης και χρησιμοποίησής του. Ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η αδιαφορία του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων για την τύχη του επικοίνου συνιστά έγκριση της αυθαίρετης, αποκλειστικής και χωρίς αντάλλαγμα χρήσης του τελευταίου εκ μέρους του πρώτου εναγομένου και ότι ως εκ τούτου υφίσταται απόφαση της πλειοψηφίας για τη διαχείριση του ακινήτου τους, συνιστάμενη στη συνέχιση της εκμίσθωσής του στον ίδιο, η εν λόγω απόφαση είναι αυτοδικαίως άκυρη, καθώς στον σχηματισμό της πλειοψηφίας δεν έπρεπε να συμμετέχει ο παραπάνω αντίδικός τους, διότι, πέραν της ιδιότητας του κοινωνού, έφερε και την ιδιότητα του μισθωτή -αντισυμβαλλομένου των λοιπών κοινωνών, η δε ακυρότητα αυτή επιτρέπει στους ίδιους (ενάγοντες), υπό την επίκλησή της, να αιτηθούν τον δικαστικό καθορισμό της διοίκησης του ακινήτου τους. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν: ι) αναγνωρισθείσας σε κάθε περίπτωση της ακυρότητας της συμφωνίας των τριών (3) λοιπών κοινωνών, για την συνέχιση της μίσθωσης του επικοίνου στον πρώτο εξ αυτών - συγκοινωνό (σε περίπτωση, που κριθεί ότι υφίσταται τέτοια συμφωνία), να διαταχθεί η εκμίσθωσή του σε τρίτον, με μηνιαίο μίσθωμα ανερχόμενο τουλάχιστον στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, υποχρεούμενου του εναγομένου να παραδώσει αυτό (επίκοινο) στο πρόσωπο, που θα επιμεληθεί την εκμίσθωσή του, ιι) να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις περί κοινωνίας, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ μηνιαίως, στο οποίο συμποσούται η μισθωτική αξία του ιδανικού τους μεριδίου επί του κοινού ακινήτου, για χρονικό διάστημα είκοσι (20) μηνών από την 01-01-2022 (επομένη της λήξης της μίσθωσης, που ο αντίδικός τους συνήψε με τον αρχικό κύριο του ακινήτου-παππού τους),επικαλούμενοι ότι η άνευ ανταλλάγματος ως άνω χρήση του συνεχίσθηκε τουλάχιστον έως την άσκηση του δικογράφου τους, ήτοι να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ [(6.000,00 ευρώ X 12,50%=) 750,00 ευρώ X 20 μήνες = 15.000,00 ευρώ] και δη νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο δικόγραφό τους. Τέλος, ζήτησαν να καταδικασθούν οι αντίδικοί τους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων τους. Επί του ανωτέρω δικογράφου εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμό 31/2024 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας, αφού κρίθηκε ότι παραδεκτά σωρεύονται αγωγή καθορισμού χρήσης κοινού και αγωγή αποδοτέας ωφέλειας, έγινε εν μέρει δεκτό και από την άποψη της ουσιαστικής βασιμότητάς της και ειδικότερα: ι) διορίσθηκε ο πρώτος ενάγων διαχειριστής του επίκοινου ακινήτου, ώστε με την εν λόγω ιδιότητά του να προβεί στην εκμίσθωσή του σε τρίτον, βάσει έγκυρης σύμβασης μίσθωσης, με μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόμενο τουλάχιστον στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και ακολούθως να εισπράττει τα μισθώματα, να τα αποδίδει εγκαίρως στους λοιπούς κοινωνούς, κατά την αναλογία της ιδανικής μερίδας τους επί του ακινήτου, να ασκεί δικαστικά τις εξουσίες, που απορρέουν από τη μίσθωση και εν γένει να διοικεί και να διαχειρίζεται το ακίνητό τους, με τον τρόπο, που αρμόζει στη φύση και στον προορισμό του και προς το συμφέρον όλων, ιι) υποχρεώθηκε ο πρώτος εναγόμενος, καθώς και κάθε τρίτος, που έλκει δικαιώματα από αυτόν ή επ’ ονόματί του κατέχει το επίκοινο, να το παραδώσει στον πρώτο των εναγόντων, ορισθέντα ως διαχειριστή αυτού, ιιι) αναγνωρίσθηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων υποχρεούται να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των έξι χιλιάδων διακοσίων πενήντα (6.250) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση, ενώ καταδικάσθηκαν οι εναγόμενοι στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, τα οποία προσδιορίσθηκαν στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ. Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονείται ο πρώτος εναγόμενος με την ένδικη έφεσή του και για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εναντίον του ασκηθείσα αγωγή. Σημειώνεται ότι η σχετική διαφορά ορθά δικάσθηκε κατά την τακτική διαδικασία, και όχι με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-μισθωτικών διαφορών και ως προς το ως άνω αίτημά περί αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγόμενου περί καταβολής αποζημίωσης, διότι με αυτήν ζητείτο η αντιστοιχούσα στις μερίδες των εναγόντων ωφέλεια, λόγω αποκλειστικής χρήσης του επικοίνου από τον πρώτο εναγόμενο και όχι αποζημίωση χρήσης, μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, κατ’ άρθρο 601 ΑΚ (ΑΠ 1686/2022, Δημοσίευση Νόμος). Άλλωστε, κατά το άρθρο 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό, αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται, η δε διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν αυτό διαπιστώσει, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν μεν καθ’ ύλην αρμόδιο, πλην, όμως, εφάρμοσε εσφαλμένη διαδικασία. Έτσι, η διαδικασία, που πρέπει να εφαρμοσθεί, κρίνεται από το εφετείο, αυτεπάγγελτα, χωρίς να έχει επίδραση η διαδικασία, που εφαρμόσθηκε εσφαλμένα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο [ΑΠ 1379/1996, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (- Μαργαρίτης), ΚΠολΔ (2000), άρθρο 535 αριθμ. 2]. Κατόπιν των ανωτέρω, ο δεύτερος (2ος) λόγος έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, δυνάμει του οποίου ο εκκαλών-πρώτος εναγόμενος ψέγει την εκκαλούμενη απόφαση λόγω μη εκδίκασης της αγωγής αποδοτέας ωφέλειας κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου (2ου) λόγου της κρινόμενης έφεσης (κατά τη γενόμενη από το παρόν Δικαστήριο αρίθμηση) ο εκκαλών- εναγόμενος βάλλει κατά της εκκαλουμένης, ισχυριζόμενος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, διότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται: ι) ακυρότητα της απόφασης της πλειοψηφίας, αναφορικά με τη διοίκηση του κοινού ακινήτου και δη τη μίσθωση αυτού στον ίδιο και ιι) ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) ήταν στη συννομή του ακινήτου. Ωστόσο, ο λόγος αυτός έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αμφότερα τα ως άνω στοιχεία εμπεριέχονται στην αγωγή, κατά τα προεκτεθέντα, η οποία είναι πλήρως ορισμένη, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω με αριθμό 2 νομική σκέψη. Εξάλλου, ο πέμπτος (5ος) λόγος της κρινόμενης έφεσης (κατά τη γενόμενη από το Δικαστήριο αρίθμηση), περί ελλιπούς αιτιολογίας της εκκαλουμένης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι δεν άγει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Και αυτό διότι όπως προκύπτει από το άρθρο 534 του ΚΠολΔ, το ουσιώδες της απόφασης δεν είναι οι αιτιολογίες, αλλά το διατακτικό αυτής, το δε δικαστήριο, ενόψει του ότι οι αιτιολογίες που πλήττονται δεν έχουν τα προσόντα διατακτικού και δεν δημιουργούν δεδικασμένο, εφόσον διαπιστώσει ότι το διατακτικό της είναι ορθό αλλά οι αιτιολογίες εσφαλμένες ή ελλιπείς, θα αντικαταστήσει τις αιτιολογίες ή θα συμπληρώσει αυτές (εφόσον η απόφαση πλήττεται και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εν προκειμένω) και θα απορρίψει την έφεση.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 περ. α' του Ν. 4242/2014 «Οι μισθώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 και συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του π.δ. 34/1995, με την εξαίρεση των άρθρων 5-6, 16-18, 20-26, 27 παρ. 2, 28-40, 43, 46 και 47 αυτού. Οι μισθώσεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν για τρία (3) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, και μπορεί να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματα της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση της. Οι μισθώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π,δ. 34/1995 και έχουν συναφθεί, παραταθεί ή ανανεωθεί, ρητώς ή σιωπηρώς, πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων και των μισθώσεων των οποίων έχει λήξει η δωδεκαετής διάρκεια και δεν έχουν παρέλθει εννέα (9) μήνες από τη λήξη της, διέπονται από τις διατάξεις αυτού, όπως τροποποιείται κατά το παρόν άρθρο». Εξάλλου, με το άρθρο 20 του Ν. 4242/2014 ορίσθηκε ως ημερομηνία έναρξης των διατάξεών του η ημερομηνία δημοσίευσης του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ήτοι η 28- 02-2014 (ΦΕΚ Α' 50/28-02-2014). Με τις νεότερες ως άνω ρυθμίσεις η διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων, ήτοι των μισθώσεων που εμπίπτουν στην προστασία του π.δ.34/1995 και οι οποίες ορίζονται στα άρθρα 1-3 αυτού, ισχύουν για τρία (3) έτη και όχι για δώδεκα (12), όπως προβλεπόταν μέχρι σήμερα και η τριετής διάρκεια είναι ο ελάχιστος χρόνος για τον οποίο ισχύει η μίσθωση, δεσμεύει δε τόσο τρν εκμισθωτή όσο και το μισθωτή. Η τριετής διάρκεια που προβλέπει ή ρύθμιση δεν δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν οι ίδιοι θέλουν να συμφωνήσουν μεγαλύτερη διάρκεια και με νεότερη συμφωνία είναι δυνατό η λύση της σύμβασης και πριν από τη λήξη της τριετούς διάρκειας. Ορίζεται, επιπλέον, ότι οι μισθωτικές συμβάσεις που συνάπτονται στο εξής θα διέπονται από τη συμφωνία των μερών και τις διατάξεις του ΑΚ σε συνδυασμό με συγκεκριμένες του π.δ. 34/1995, που δεν αφορούν τη διάρκεια και το δικαίωμα καταγγελίας (αιτιολογική έκθεση του Ν. 4242/2014). Έτσι, μετά την ισχύ του νέου νόμου, εφαρμόζεται μεταξύ των άλλων η διάταξη του άρθρου 608 παρ. 1 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λήγει μόλις περάσει αυτός ο χρόνος, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο», καθώς και η διάταξη του άρθρου 611 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που η μίσθωση ορίστηκε για ορισμένο χρόνο, μετά την παρέλευση του οποίου ο μισθωτής εξακολουθεί και καταβάλει το μίσθωμα και ο εκμισθωτής δεν εναντιώνεται θεωρείται ότι η σύμβαση μίσθωσης παρατείνεται σιωπηρώς και γίνεται αορίστου χρόνου (ΑΠ 971/2022, Δημοσίευση Νόμος). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 612 παρ.1, 619, 620, 632, 641 και 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή και κατά συνέπεια, σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου), μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά (άρθρα 1846,1847, 1850,1857,1940 ΑΚ), χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (άρθρα 1846, 1192,1198 ΑΚ - ΑΠ 413/2023, ΑΠ 758/2021, ΑΠ 619/2019, ΑΠ 1819/2017, Δημοσίευση Νόμος).
5. Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και, γενικώς, στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες, που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσής του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη της ΑΚ 281 (ΟλΑΠ 2/2019, Δημοσίευση Νόμος). Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης, προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Επιπλέον, το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, πληρούται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που ο φορέας ενός δικαιώματος επιδεικνύει αντιφατική συμπεριφορά (venire contra factum proprium), ήτοι όταν προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου - η οποία μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή και παράλειψή του - μεταβάλλεται στην συνέχεια κατά τρόπο απρόσμενο και αδικαιολόγητο, την στιγμή δηλαδή που είχε δημιουργηθεί σε άλλον κοινωνό η εύλογη πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά του, επιφέροντας πλέον την ανατροπή της κατάστασης- εντύπωσης που έχει δημιουργηθεί, με επαχθείς για τον άλλον κοινωνό συνέπειες. Εντούτοις δεν είναι κάθε αντιφατική συμπεριφορά εξ ορισμού αντίθετη στην καλή πίστη, αφού οι κοινωνοί, κατ’ ενάσκηση της ιδιωτικής τους αυτονομίας, είναι κατ’ αρχήν ελεύθεροι να μεταγιγνώσκουν ή να μεταβάλλουν κάποια προηγούμενη συμπεριφορά τους, ακόμη δε και να αντιφάσκουν ευθέως προς αυτήν. Συνεπώς, μόνον εάν συντρέχουν οι ιδιαίτερες περιστάσεις διαφύλαξης της δικαιολογημένης επένδυσης εμπιστοσύνης, μπορεί να καθίσταται επιλήψιμη η αντίφαση στην συμπεριφορά ενός προσώπου, διαφορετικά δεν υπάρχει, κατ’ αρχήν, κάτι μεμπτό σε αυτήν. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 5/2011, Δημοσίευση Νόμος). Όμως, η άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν αυτή υπερβαίνει τα στη διάταξη αυτή αναφερόμενα όρια, έχει εφαρμογή στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από τον δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός επιδιώκει την παροχή έννομης προστασίας για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμά του και όχι όταν ο αντίδικός του αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη ή άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 4/2001, Δημοσίευση Νόμος) ή όταν επικαλείται απλώς νομική αβασιμότητα του αγωγικού δικαιώματος, αποκρούοντας δηλαδή την εφαρμογή του ως μη αναγνωριζόμενου από το νόμο, καθόσον, ειδικότερα, εάν μεν το δικαίωμα αυτό είναι νόμιμο, μπορεί να ενασκηθεί και εναντίον της βουλήσεως του υπόχρεου, οπότε ελέγχεται ενδεχόμενη καταχρηστικότητα της ασκήσεώς του, εάν, όμως, είναι ανυπόστατο ή αντίκειται στο νόμο, δεν μπορεί εκ μέρους του αμφισβητούντος αυτό να γίνει λόγος περί καταχρήσεως. Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί καταχρηστικής ασκήσεώς «υποτιθέμενου» δικαιώματος, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά άρνηση της αγωγής, η δε διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του, καθόσον είναι λογικώς αδύνατη η καταχρηστική άσκηση ανυπάρκτου δικαιώματος. Τέλος, περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση άλλης ένστασης, καταλυτικής του τελευταίου, δεν μπορεί να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 59/2025, ΑΠ 167/2024, Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 567/2023, όπ.π.).
6. Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι «Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες», το δε δεύτερο ότι «Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ). Όπως συνάγεται δε από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να/περ)λαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντας, στην οποία α να φέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησης» τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 603/2024, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057/2019, ΑΠ 84/2019, Δημοσίευση Νόμος).
7. Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, που προβλέπει αντικατάσταση των εσφαλμένων αιτιολογιών και απόρριψη της έφεσης, εάν το διατακτικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται ορθό, δεν παρέχει στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με έφεση απόφασης, τη δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της έφεσης όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης. Έτσι, εάν ο εναγόμενος παραπονείται με την έφεσή του, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη κάποια ένστασή του, το εφετείο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει την νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης και εάν την κρίνει νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη να απορρίψει την έφεση και να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να την εξαφανίσει, αλλά οφείλει να περιορισθεί μόνο στην έρευνα του διατυπούμενου με το σχετικό λόγο της έφεσης παραπόνου και εάν κρίνει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ως αόριστη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη, είναι υποχρεωμένο να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, μόνο δε μετά την εξαφάνισή της και διακράτηση της υπόθεσης, προς εξέταση της ουσίας της (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να ερευνήσει τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης. Εάν, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, το εφετείο περιοριστεί να αντικαταστήσει, στην περίπτωση αυτή, την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, δηλαδή λαμβάνει υπόψη λόγο έφεσης και συνεπώς «πράγμα», κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκε και έτσι ιδρύεται ο από το εδάφιο α' της τελευταίας αυτής διάταξης (άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Σε αντίθετη λύση δεν οδηγεί μόνο το γεγονός ότι εάν η σχετική ένσταση είναι καταχρηστική δε δημιουργείται δυσμενέστερο δεδικασμένο για τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, διότι κατά το άρθρο 330 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται όχι μόνο στις καταχρηστικές ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν, αλλά και σ' εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, ως ένσταση δε που δεν προτάθηκε θεωρείται και εκείνη που απορρίφθηκε ως αόριστη. Η διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 534 του ίδιου κώδικα, απαγορεύει, κατά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, πριν από την εξαφάνισή της, την έκδοση απόφασης επιβλαβέστερης για τον εκκαλούντα, και συνεπώς απόφασης με δυσμενέστερο γι’ αυτόν δεδικασμένο, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, δεν επιτρέπει υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί μέσα στα όρια αυτά, οπότε μόνο δεν απαγορεύεται η έκδοση απόφασης (πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης), με ισοδύναμο προς την πρωτόδικη δεδικασμένο, η οποία δεν είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 829/2007, ΤρΕφΑΘ 3135/2010, Δημοσίευση Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθμό …/05-03-2024 ένορκη βεβαίωση του …, η οποία ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου …, με επιμέλεια των εναγόντων, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγόμενων (βλ. τις με αριθμούς …, … και …/28-02-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …), τη με αριθμό …/22-02-2024 ένορκη βεβαίωση του … και της …, που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη …., με επιμέλεια του παριστάμενου πρώτου εναγομένου, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγόντων, με επίδοση σχετικής κλήσης για τη λήψη της στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των τελευταίων (βλ. τη με αριθμό …/19-02-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο … - περί του νομότυπου χαρακτήρα της εν λόγω κλήσης της πληρεξούσιας δικηγόρου και αντικλήτου των εναγόντων - βλ. ΑΠ 1276/2021, Δημοσίευση Νόμος), την από 18-09-2025 και με αριθμό πρωτοκόλλου … ένορκη βεβαίωση του … και την από 18-09- 2025 και με αριθμό πρωτοκόλλου … ένορκη βεβαίωση του …, οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον της δικηγόρου …, κατ’ άρθρο 421 ΚΠολΔ, ομοίως με επιμέλεια του παριστάμενου πρώτου εναγομένου, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγόντων (βλ. τις με αριθμούς … και …/03-09-2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …), από όλα τα έγγραφα, που με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν οι παριστάμενοι διάδικοι στην παρούσα έκκλητη δίκη, ορισμένα εκ των οποίων (εγγράφων) ειδικότερα κατωτέρω αναφέρονται, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 76/2019, ΑΠ 64/2019 και ΑΠ 1257/2016, Δημοσίευση Νόμος) - σημειουμένου ότι οι ανωτέρω με αριθμούς πρωτοκόλλου … και … ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και: i) η με αριθμό πρωτοκόλλου …/04-09-2025 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ..., που εξέδωσε η Ληξίαρχος του Δήμου …, ii) το με αριθμό πρωτοκόλλου …/20-09-2016 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου …, iii) οι με αριθμούς …/28-01-2015 και …/25-05-2021 αποδείξεις υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης, iv) τα από 03-01-2015 δύο (2) ιδιωτικά συμφωνητικά παράτασης σύμβασης μίσθωσης, v) το από 10-01-2017 έγγραφο της «Δ.Ε.Η. Α.Ε.», με τίτλο «Διακανονισμός Ανεξόφλητου Ποσού», vi) το από 10-01-2017 έγγραφο της «Δ.Ε.Η. Α.Ε.» με τίτλο «απόδειξη είσπραξης» και vii) το από 29-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με επιμέλεια του παριστάμενου πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, διότι αφενός στην κατ’ έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων, άρα και ένορκων βεβαιώσεων, που έχουν ληφθεί νομοτύπως (όπως εν προκειμένω), ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 692/2017, ΑΠ 204/2017, Δημοσίευση Νόμος) και αφετέρου διότι κρίνεται ότι η μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια- και από την κάτωθι ειδικά αναφερόμενη ομολογία του εκκαλούντος- πρώτου εναγομένου, αποδείχθηκαν τα κάτωθι αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, …. και …, του πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος … και των δευτέρου και τρίτου εναγομένων, … και …, αντίστοιχα, υφίσταται σχέση κοινωνίας επί του με αριθμό 196 αγροτεμαχίου, β' κατηγορίας, έκτασης, κατά τον τίτλο κτήσεώς του, 10.750 τ.μ., και κατά νεώτερη εμβαδομέτρησή του, στο πλαίσιο της κτηματογράφησής του, 10.861 τ.μ., κείμενου στη θέση …, εντός του οποίου υφίστανται: α) ένα κτίριο-ψυγείο/εμβαδού, κατά τη με αριθμό …/1978 άδεια ανοικοδόμησής του, η οποία εκδόθηκε από τη Νομαρχία …, 1.640 τ.μ, β) ένα κτίριο - διαλογητήριο φρούτων, εμβαδού, κατά την ως άνω άδεια, 1.364 τ.μ. και γ) γραφεία, εμβαδού, κατά την ως άνω άδεια, 52 τ.μ, ενώ κατά νεώτερη εμβαδομέτρησή τους, στο πλαίσιο της κτηματογράφησης του ακινήτου, τα ως άνω οικοδομήματα, είναι συνολικού εμβαδού 3.844,32 τ.μ. (και όχι 1.640+1364+52=3.056 τ.μ., όπως προσδιορίσθηκε στην άδεια ανοικοδόμησής τους). Το προπεριγραφόμενο ακίνητο (αγροτεμάχιο, μετά των επί αυτού κτισμάτων), το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ …, ανήκε στον …, παππού από τη μητρική γραμμή των εναγόντων, πατέρα του πρώτου και του δεύτερου των εναγομένων και συζύγου της τρίτης εξ αυτών. Ειδικότερα, ο ανωτέρω … κατέστη κύριος του προπεριγραφόμενου αγροτεμαχίου, δυνάμει του με αριθμό …/12-11-1977 συμβολαίου του συμβολαιογράφου …, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο II και με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …, και ανήγειρε με δαπάνες του, εντός αυτού, τα ανωτέρω κτίσματα, όπου έδρευε έως και το έτος 2010, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, επιχείρησή του με την επωνυμία «ΨΥΓΕΙΑ ΑΛΠΕΙΣ …» και αντικείμενο την αποθήκευση και συντήρηση φρούτων στις ψυκτικές εγκαταστάσεις της. Ο εν λόγω αρχικός κύριος απεβίωσε στις 07-09-2016, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ενώ κατά τον χρόνο θανάτου του, μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήταν η σύζυγός του -τρίτη εναγόμενη …, κατά ποσοστό 25%, και τα τρία τέκνα του, ήτοι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, … και …, και η μη διάδικος στην προκειμένη δίκη …, κατά ποσοστό ομοίως 25% έκαστος εξ αυτών. Ωστόσο, η τελευταία (θυγατέρα του αποβιώσαντος) αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά, με τη με αριθμό …/05-01-2017 δήλωσή της ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου …, οπότε και υπεισήλθαν στην τελευταία (κληρονομιά), κατά το εν λόγω ποσοστό της (25%), τα πέντε (5) τέκνα της και συγκεκριμένα οι δύο ενάγοντες, … και …, η …, ο … και η …. Ακολούθως, τα αδέλφια των εναγόντων (…) αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά, με τις με αριθμούς …/19-01-2017, …/19-01-2017 και …/27-02-2017, αντίστοιχα, δηλώσεις τους, ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου …. Σε αποποίηση της επαχθείσας κληρονομιάς προέβη και ο πρώτος των εναγόντων, …, με τη με αριθμό …/31-05-2017 δήλωσή του ενώπιον του ως άνω Γραμματέα, ωστόσο αυτή ήταν άκυρη ως εκπρόθεσμη (άρθρο 1850 ΑΚ), καθόσον ασκήθηκε μετά την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από την 05-01-2017, οπότε και ο παραπάνω διάδικος πληροφορήθηκε την επαγωγή σε αυτόν της κληρονομιάς και τον λόγο της επαγωγής αυτής (αποποίηση από τη μητέρα του της κληρονομιάς του πατέρα της). Ως εκ τούτου, λόγω μη εμπρόθεσμης αποποίησης της επαχθείσας κληρονομιάς, ο πρώτος ενάγων απέκτησε οριστικώς την κληρονομική ιδιότητα. Επομένως, αμφότεροι οι ενάγοντες κατέστησαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος παππού τους, κατά ποσοστό 12,50% έκαστος. Εν συνεχεία, οι ίδιοι κατέστησαν και συγκύριοι, κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, της εν λόγω κληρονομιάς, στην οποία περιλαμβάνεται και το ως άνω αγροτεμάχιο, δυνάμει της με αριθμό …/27-12-2018 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου …, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και με αριθμό... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. Ομοίως, συγκύριοι του αυτού ακινήτου κατέστησαν και ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων, αμφότεροι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του …, όπως αναφέρθηκε, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ο μεν δεύτερος δυνάμει της με αριθμό …/18-04-2018 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στον τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του παραπάνω Υποθηκοφυλακείου, η δε τρίτη δυνάμει της με αριθμό …/21-12-2020 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αριθμό … των ανωτέρω βιβλίων. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος, …, καίτοι δεν αποποιήθηκε ποτέ την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά του πατέρα του, δεν προέβη σε ρητή αποδοχή αυτής, με συμβολαιογραφική πράξη και ως εκ τούτου, στο κτηματολογικό φύλλο του επικοίνου, ως δικαιούχος κυριότητας αυτού, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, φερόταν «άγνωστος ιδιοκτήτης». Ωστόσο, δυνάμει της με αριθμό …/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου … (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), που εκδόθηκε με αίτηση των εναγόντων, διατάχθηκε η διόρθωση της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου … και πλέον εμφανίζεται ως συγκύριος του επικοίνου ο πρώτος εναγόμενος, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αρχικός κύριος του επικοίνου, …, εκμίσθωσε το ανωτέρω ακίνητό του, για το χρονικό διάστημα από 01-01-2015 έως 31-12-2022 στον πρώτο εναγόμενο (ήδη εκκαλούντα) υιό του, …, έναντι ετήσιου μισθώματος τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ [ήτοι μηνιαίου διακοσίων πενήντα (250) ευρώ], προς τον σκοπό λειτουργίας επιχείρησης ψυγείου-διαλογητηρίου συμφερόντων του (ενόψει της ύπαρξης σε αυτό του αναγκαίου εξοπλισμού). Το ανωτέρω συμφωνηθέν μίσθωμα δεν ανταποκρινόταν στην αξία του ακινήτου (κατωτέρω θα γίνει αναφορά στην αιτία προσδιορισμού αυτού σε τόσο χαμηλό ύψος), ωστόσο οι ενάγοντες (ήδη εφεσίβλητοι), υπεισερχόμενοι, μετά τον θάνατο του αρχικού κυρίου - εκμισθωτή, στην εν λόγω μισθωτική σχέση, η οποία είναι κληρονομητή, όπως στην ανωτέρω με αριθμό 4 νομική σκέψη αναφέρεται, καίτοι πίστευαν δικαιολογημένα, ενόψει των ως άνω χαρακτηριστικών του επικοίνου, ότι μπορούσε να επιτευχθεί η εκμίσθωσή του σε κάποιον τρίτο, με μεγαλύτερο μίσθωμα, ανέμεναν τη λύση της ως άνω σύμβασης μίσθωσης, προς αποφυγή διενέξεων με τον ανωτέρω οικείο τους, λόγω της στενής συγγενικής σχέσης, που τους συνέδεε. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του έτους 2022, ενόψει της επικείμενης λήξης της μίσθωσης, ο πρώτος ενάγων, … (ηλικίας κατά τον ως άνω χρόνο 23 ετών), εκπροσωπώντας και τον έτερο ενάγοντα, αδελφό του, … (ηλικίας, κατά τον ως άνω χρόνο 20 ετών), επισκέφθηκε μαζί με τον πατέρα τους, … (πρόκειται για τον ενόρκως βεβαιούντα στην προαναφερόμενη με αριθμό …/05-03-2024 ένορκη βεβαίωση) το μίσθιο και πραγματοποίησαν συνάντηση με τον πρώτο εναγόμενο, στον οποίο εξέθεσαν την επιθυμία τους να επιτευχθεί η εκμετάλλευση του ακινήτου τους έναντι μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη μισθωτική αξία του, με μισθωτή ακόμη και τον ίδιο (πρώτο εναγόμενο). Η σχετική πρότασή τους όχι μόνο δεν βρήκε σύμφωνο τον τελευταίο, αλλά καθόσον ο ίδιος επιθυμούσε να παραμείνει στο μίσθιο και μετά την λήξη της μίσθωσης, με το ως άνω χαμηλό μίσθωμα των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ετησίως, εξεμάνη και απευθυνόμενος σε αυτούς με τις απειλητικές φράσεις «θα πάρω την καραμπίνα και θα σας καθαρίσω», «όποτε θέλω το βάζω φωτιά και το καίω το ακίνητο, είναι δικό μου, ελάτε μετά να το πάρετε, στάχτες θα βρείτε», επιτέθηκε στον πρώτο ενάγοντα - ανιψιό του, πιάνοντάς τον από τον λαιμό και εντέλει τους εκδίωξε από τον χώρο των γραφείων της επιχείρησής του. Πρέπει δε να αναφερθεί, επιπλέον, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ως άνω μίσθωσης ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν συνεπής στην καταβολή προς τους ενάγοντες του αναλογούντος, στο μερίδιό τους, μέρους του μισθώματος, το οποίο ανερχόταν μόλις στο ποσό των εξήντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτών του ευρώ (62,50 ευρώ), για αμφότερους, ήτοι στο ποσό των τριάντα ένα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών του ευρώ (31,25 ευρώ) για έκαστο εξ αυτών (250,00 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα X 25% ποσοστό αμφοτέρων επί του επικοίνου = 62,50 : 2 = 31,25). Ακολούθησαν και άλλες προσπάθειες των εναγόντων να βρεθεί εξωδικαστικά λύση στο ζήτημα της επικερδούς αξιοποίησης του επικοίνου, χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα, λόγω της άτεγκτης στάσης του πρώτου εναγομένου. Εξάλλου, στη σχετική προσπάθειά τους οι ενάγοντες δεν είχαν τη συμπαράσταση του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων, οι οποίοι, καίτοι ήταν συγκύριοι του κοινού ακινήτου (έκαστος εξ αυτών, όπως προαναφέρθηκε, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου) και σαφώς θα επωφελούνταν από την εκμίσθωσή του έναντι υψηλότερου μισθώματος, δεν επεδείκνυαν κανένα ενδιαφέρον για την επωφελέστερη εκμετάλλευσή του, κυρίως λόγω της επιθυμίας τους να μην έλθουν σε σύγκρουση με τον πρώτο εναγόμενο, αδελφό και υιό αντίστοιχα αυτών. Ωστόσο, δυνάμει των από 03- 01-2023 δύο (2) ιδιωτικών συμφωνητικών, που υπεγράφησαν μόνο από τους τρεις (3) εναγομένους, συμφωνήθηκε μεταξύ τους, η παράταση της αρχικής μίσθωσης για εννέα (9) έτη, ήτοι από 01-01-2023 έως 31-12-2031, έναντι ετήσιου μισθώματος, ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και πάλι. Μάλιστα, στα εν λόγω συμφωνητικά, περιλήφθηκε και όρος περί δυνατότητας του μισθωτή -πρώτου εναγομένου να παρατείνει μονομερώς τη μίσθωση, με τους ίδιους όρους, έως τις 31-12-2040. Σε αμφότερα τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία είχαν ακριβώς τους ίδιους όρους, απλώς έκαστο εξ αυτών αφορούσε αντίστοιχα την ιδανική μερίδα (επί του μισθίου) εκάστου εκ των ανωτέρω δεύτερου και τρίτης των εναγομένων - συγκυριών - εκμισθωτών, αναφέρεται αφενός στην αρχική μισθωτική σχέση, που ιδρύθηκε από τον … υπεισήλθαν άπαντες, ήτοι και οι τρεις (3) συμβαλλόμενοι, κατά ποσοστό 25% έκαστος και ότι υπό αυτά τα δεδομένα συμφωνήθηκε η κατά τα παραπάνω συνέχιση της μίσθωσης του ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο [στα εν λόγω έγγραφα γίνεται βεβαίως λόγος για παράταση της αρχικής μίσθωσης, ωστόσο, καθόσον η λήξη αυτής επήλθε αυτοδικαίως, μετά την παρέλευση της αρχικά συμφωνηθείσας διάρκειάς της, στις 31-12-2022 (βλ. το 28-01-2015 αντίγραφο υποβληθείσας δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης της ΑΑΔΕ), κατ’ ουσίαν επρόκειτο για νέα μίσθωση, δεδομένου ότι δεν νοείται παράταση ήδη λήξασας μίσθωσης - για το ζήτημα της διάρκειας επαγγελματικής μίσθωσης, που συνήφθη μετά την 28-02-2014, ήτοι υπό το καθεστώς του Ν. 4242/2014, βλ. τα αναφερόμενα στην ανωτέρω με αριθμό 4 νομική σκέψη]. Όμως, η κατάρτιση των ανωτέρω από 03-01-2023 συμβάσεων μίσθωσης από τους έχοντες την πλειοψηφία του επικοίνου ως άνω συγκοινωνών-εναγομένων συνιστά πράξη διοίκησης του κοινού ακινήτου, και ως εκ τούτου ερευνητέο είναι το ζήτημα της εγκυρότητας της σχετικής απόφασης, κατ’ άρθρο 789 ΑΚ και ειδικότερα της δυνατότητας σχηματισμού πλειοψηφίας για τη λήψη οιασδήποτε απόφασης σχετικά με την διοίκηση του επικοίνου, ζήτημα το οποίο και οι ίδιοι οι ενάγοντες έθεσαν με το δικόγραφό τους, επικαλούμενοι ότι, καθόσον η ψήφος του πρώτου εναγομένου, ως ωφελούμενου από τη σύμβαση, δεν θα έπρεπε να προσμετρηθεί για τον σχηματισμό πλειοψηφίας, υπήρχε αδυναμία των λοιπών δύο εναγομένων, ως μη εχόντων την πλειοψηφία (αμφότεροι τυγχάνουν συγκύριοι του επικοίνου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου) να αποφασίσουν εγκύρως για τον προσήκοντα τρόπο διοίκησης και εκμετάλλευσης αυτού. Πράγματι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω με αριθμό 2β νομική σκέψη, καθόσον η συγκεκριμένη σύμβαση αφορούσε την παραχώρηση της χρήσης του κοινού πράγματος, δυνάμει μίσθωσης, σε έναν από τους κοινωνούς, η μερίδα του δεν έπρεπε να συνυπολογισθεί για τον σχηματισμό της πλειοψηφίας και ως εκ τούτου ο κατά τα παραπάνω μη νόμιμος σχηματισμός της καθιστά την απόφαση άκυρη, δεδομένου και του ότι είναι καταφανές ότι αυτή δεν θα είχε ληφθεί χωρίς τη συμμετοχή του πρώτου εναγομένου, που όμως δεν νομιμοποιούνταν προς τούτο. Και ναι μεν η εν λόγω ακυρότητα, με βάση και τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, είναι σχετική υπέρ των απαρτιζόντων τη μειοψηφία των μερίδων των κοινωνών, ωστόσο, εν προκειμένω, οι εν λόγω κοινωνοί και ήδη ενάγοντες ρητά επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους την ακυρότητα αυτή και δη ότι απόφαση περί μίσθωσης του επικοίνου, λαμβανομένη με συνυπολογισμό, για τον σχηματισμό της πλειοψηφίας, και της μερίδας του εναγομένου, ωφελούμενου από τη σχετική σύμβαση, είναι άκυρη. Εξάλλου, ενόψει του ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) ρητά δήλωσαν την αντίθεσή τους στη συνέχιση της μίσθωσής του από τον πρώτο εναγόμενο, έναντι του τόσο χαμηλού ενοικίου, δεν επήλθε σιωπηρή αναμίσθωση του επικοίνου, κατ’ άρθρο 611 ΑΚ, που προβλέπει ότι «Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά την παρέλευση του χρόνου, που συμφωνήθηκε, ο μισθωτής εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιώνεται», όπως αβάσιμα ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίσθηκε, ενώ η πάροδος της συμφωνηθείσας διάρκειας της μίσθωσης επέφερε αυτοδίκαια και τη λύση της, χωρίς να απαιτείται η καταγγελία της, όπως στην ανωτέρω με αριθμό 4 νομική σκέψη αναφέρεται, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο εναγόμενος είναι, ομοίως, απορριπτέα ως αβάσιμα. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο εν λόγω διάδικος παραλλάσσει τη θέση του, στο πλαίσιο της εκ μέρους του άρνησης της αγωγής, επικαλούμενος, άλλοτε ότι η μίσθωση κατέστη αορίστου χρόνου, κατ’ άρθρο 611 ΑΚ και άλλοτε ότι παρατάθηκε, με απόφαση της πλειοψηφίας, έως τις 31-12-2031. Περαιτέρω, λαμβανομένης της θέσης του κοινού ακινήτου, της έκτασής του, του εμβαδού των υπαρχόντων επ' αυτού κτισμάτων και του εξοπλισμού τους, της πληθώρας συναφών επιχειρήσεων, που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της Έδεσσας και του μισθώματος, που καταβάλλεται για ανάλογης έκτασης ακίνητα στην περιοχή, η μισθωτική αξία του επικοίνου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ μηνιαίως. Την κρίση του Δικαστηρίου περί του στοιχείου αυτού επιρρωνύει ιδιαίτερα το ότι το επίκοινο μισθώθηκε το έτος 2011, ήτοι σε περίοδο βαθιάς οικονομικής ύφεσης, από τον αρχικό κύριο … στην εταιρία με την επωνυμία «… ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.», έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων (4.200) ευρώ, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου, για το χρονικό διάστημα από 01-05- 2011 έως 31-12-2011, ενώ, περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 01-01-2012 έως 31-12-2013 το μηνιαίο μίσθωμα θα ανερχόταν στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5/000) ευρώ και για κάθε επόμενο έτος θα καταβαλλόταν προσαυξημένο κατά ποσοστό 3%. Αντιθέτως, την κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω δεν κλονίζουν τα όσα ο παριστάμενος πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται, περί κλοπής διαφόρων αντικειμένων -αναγκαίων για τη λειτουργία επιχείρησης ψυγείων- διαλογητηρίων- που υφίσταντο στο επίκοινο, από τους διαχειριστές της ως άνω προηγούμενης μισθώτριας εταιρίας, ήτοι τους … και …, και περαιτέρω λεηλάτησής του από άγνωστους δράστες, που κατά τους ισχυρισμούς του ως άνω διαδίκου, το κατέστησαν ένα «γυμνό ακίνητο με ντουβάρια». Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, ο πρώτος εναγόμενος επικαλείται τα στοιχεία της με αριθμό ABM …/925 δικογραφίας, που σχηματίσθηκε σε βάρος των ανωτέρω. Ωστόσο, ενώ κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας, που έλαβε χώρα, ο πατέρας του και τότε κύριος του ακινήτου, …, εξετασθείς ως μάρτυρας ενώπιον της Ειρηνοδίκη …, έκανε λόγο για κλοπή όλου του βιομηχανικού εξοπλισμού, τον οποίο, ωστόσο, δεν προσδιόρισε, εντέλει οι ως άνω διαχειριστές της άλλοτε μισθώτριας εταιρίας παραπέμφθηκαν να δικασθούν για υπεξαίρεση, με φερόμενο χρόνο τέλεσης την 01-11-2014, 12.768 πλαστικών κλουβών πολλαπλής χρήσης, συνολικής αξίας 43.982,00 ευρώ και για κλοπή διαφόρων κλειδιών του μηχανοστασίου, συνολικής αξίας 9.740,00 ευρώ, ενώ περαιτέρω, ο συγκοινωνός πρώτος εναγόμενος μόλις την 01-02-2017, ήτοι δύο (2) έτη μετά την έναρξη της δικής του μίσθωσης, αγόρασε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…. Α.Β.Ε.Ε.» μηχανολογικό εξοπλισμό, συνολικής αξίας πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αποτελούμενο από 1. καλιμπραδόρο φρούτων (ένα τεμάχιο), 2.ταινίες rabi back (8 τεμάχια), 3. αλυσομεταφορέα (4 τεμάχια), 4. στεγνωτήριο (1 τεμάχιο), 5. πλυντήριο (1 τεμάχιο), 6. ταξινομητή (1 τεμάχιο), 7. ραουλιέρα μεταφοράς (1 τεμάχιο), 8. ραουλιέρα διαλογής (1 τεμάχιο), 9. ταινία τροφοδοσίας (2 τεμάχια), 10. ταινία μεταφοράς με μοτέρ (1 τεμάχιο), 11. ταινία καλιμπραδόρου (1 τεμάχιο), 12. πατάρι με σκάλα για πατάρι (4 τεμάχια), 13. ανεβατόρι (1 τεμάχιο), 14. τέντες (6 τεμάχια) και 15. πίνακα ελέγχου (2 τεμάχια). Επιπλέον, στις από 03-01-2022 προαναφερόμενες δύο συμβάσεις μίσθωσης, που συνήφθησαν μεταξύ των εναγομένων (ακύρως, όπως προαναφέρθηκε) αναφέρεται ρητά ότι το μίσθιο ακίνητο ήδη από το έτος 2015, ήτοι κατά την έναρξη της μίσθωσής του στον πρώτο εναγόμενο, αποτελούνταν, μεταξύ των άλλων, «από είκοσι δύο (22) ψυκτικούς θαλάμους και προθαλάμους, ελεύθερο χώρο διαλογής 350 τ.μ., πέντε (5) ανυψωτικά μηχανήματα (κλαρκ), χώρους γραφείων, εν λειτουργία, μετ’ επίπλων, εμβαδού 50 τ.μ. και ράμπες περιμετρικά του κτίσματος εκ των τριών πλευρών και όλου του ακινήτου. Συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε παραλάβει ένα «λεηλατημένο» κενό κτίριο, όπως αβάσιμα επικαλείται. Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος προέβαλε, επικουρικά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, αιτούμενος την απόρριψή της και επικαλούμενος, για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασής του: α) ότι υπάρχει σιωπηρή απόφαση των κοινωνών για τη διαχείριση του επικοίνου και συγκεκριμένα απόφαση παράτασης της ήδη υπάρχουσας, πριν τη δημιουργία της κοινωνίας, μίσθωσης του ακινήτου στον ίδιο, β) ότι πριν τη μίσθωση του ακινήτου από τον ίδιο, αυτό είχε εκμισθωθεί από τον δικαιοπάροχό τους, αρχικό κύριο Γ. στην αναφερόμενη και ανωτέρω εταιρία με την επωνυμία «… ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.», η οποία, κατά την αναχώρησή της από αυτό, έκλεψε διάφορα αντικείμενα (μνεία του ζητήματος αυτού έγινε αμέσως παραπάνω) και άφησε ανεξόφλητο χρέος προς τη Δ.Ε.Η. ύψους 92.320.25 ευρώ, ο ίδιος δε (πρώτος εναγόμενος), όταν το έτος 2015 μίσθωσε το επίκοινο, προκειμένου να κάνει χρήση αυτού και να επιτύχει την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος, που είχε διακοπεί από την πάροχο ανώνυμη εταιρία, συνήψε διακανονισμό με την τελευταία για την σταδιακή εξόφλησή του και εντέλει, ήδη κατά τον χρόνο άσκησης της εναντίον του αγωγής, εξόφλησε αυτό (αναφορά στο εν λόγω ζήτημα θα γίνει και κατωτέρω), γ) ότι οι ενάγοντες, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2016 έως το έτος 2024, δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια αναφορικά με το επίκοινο, δημιουργώντας σε αυτόν την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν τα δικαιώματά τους από την κοινωνία, η δε εντέλει άσκησή τους προκαλεί στον ίδιο αφόρητες συνέπειες και κυρίως την οικονομική εξαθλίωσή του. Με αυτό το περιεχόμενο, ο ως άνω ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου, τον οποίο παραδεκτώς επαναφέρει με τον τέταρτο (4°) λόγο (κατά τη γενόμενη από το Δικαστήριο αρίθμηση) της κρινόμενης έφεσής του, δυνάμει του οποίου ο εν λόγω διάδικος επιχείρησε να θεμελιώσει την ερειδόμενη στο άρθρα 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Ειδικότερα, ως προς το υπό στοιχείο (α) σκέλος του, ο σχετικός ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, καθόσον, με βάση και τα αναφερόμενα στην ανωτέρω με αριθμό 5 νομική σκέψη, εάν αυτός, που προτείνει την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αρνείται τα περιστατικά, που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνον υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του, εν προκειμένω δε ο πρώτος εναγόμενος κατ’ ουσίαν αρνήθηκε το δικαίωμα των εναγόντων να επιδιώξουν τον δικαστικό καθορισμό της διοίκησης του επικοίνου, επικαλούμενος ότι υφίσταται έγκυρη απόφαση πλειοψηφίας για το ζήτημα αυτό, που αποκλείει την προσφυγή στο δικαστήριο και τη γέννηση αξίωσης για απόδοση ωφέλειας. Ομοίως, ο παραπάνω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και ως προς τα υπό στοιχεία (β) και (γ) σκέλη του, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αυτή νομική σκέψη, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια των εναγόντων και η επέλευση δυσμενών οικονομικών συνεπειών γι’ αυτόν, ακόμη αν πράγματι υφίσταντο, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, ως μη νόμιμο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου τετάρτου (4ου) λόγου της έφεσης. Ενόψει των παραπάνω παραδοχών, συντρέχουν οι προϋποθέσεις κανονισμού της διοίκησης του επικοίνου από το Δικαστήριο. Λαμβανομένων υπόψιν του συνεχούς ενδιαφέροντος των εναγόντων για την επωφελή εκμετάλλευση αυτού, της προαναφερόμενης στάσης των εναγομένων και ιδιαίτερα της επιμονής του πρώτου εξ αυτών να συνεχίσει να καταβάλλει το ανωτέρω ιδιαίτερα χαμηλό μίσθωμα των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ετησίως, της ασυνέπειάς του στην καταβολή στους ενάγοντες ακόμη και του αναλογούντος σε αυτούς μέρους του ανωτέρω ιδιαίτερα χαμηλού μισθώματος, ο πλέον συμφέρον τρόπος διοίκησης του επικοίνου, ο οποίος εξασφαλίζει πλήρως την αναλογία των ίσων μερίδων των διαδίκων στα ωφελήματα αυτού, είναι ο διορισμός διαχειριστή, χωρίς αμοιβή, με τις κατωτέρω εξουσίες. Κατάλληλο πρόσωπο για τη θέση αυτή είναι ο πρώτος ενάγων, …, ο οποίος παρέχει τα εχέγγυα χρηστής διοίκησης και διαχείρισης, κατόπιν συνεκτίμησης και της διαρκούς προσπάθειας του για το ζήτημα της αξιοποίησης του επικοίνου, και ως εκ τούτου, πρέπει να ορισθεί διαχειριστής αυτού, αορίστως και χωρίς αμοιβή, προκειμένου να προβεί, με την ως άνω ιδιότητά του, σε μίσθωσή του σε τρίτους, με ελάχιστο μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, να εισπράττει τα μισθώματα και να αποδίδει εγκαίρως σε όλους τους συγκυρίους αυτά, κατά την αναλογία της ιδανικής τους μερίδας στο ακίνητο, καθώς και να ασκεί δικαστικά τις αξιώσεις, που απορρέουν από τη μίσθωσή του και εν γένει να διοικεί και να διαχειρίζεται το τελευταίο, με τον τρόπο, που αρμόζει στη φύση και στον προορισμό του και προς το συμφέρον όλων των διαδίκων. Σε αυτόν (πρώτο ενάγοντα, …) και υπό την ιδιότητα του διαχειριστή, πρέπει να υποχρεωθεί ο πρώτος των εναγομένων, καθώς και κάθε τρίτος που έλκει τα δικαιώματά του από αυτόν ή επ’ ονόματί του το κατέχει, να παραδώσει το ως άνω ακίνητο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έστω με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου πρώτου (1ου) λόγου της έφεσης. Περαιτέρω, από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι από την 01-01-2023 (και όχι από 01-01-2022, όπως προφανώς από παραδρομή αναφέρεται στην αγωγή), οπότε και έληξε αυτοδικαίως η μίσθωση που είχε συνάψει ο πρώτος εναγόμενος με τον δικαιοπάροχο των διαδίκων, μέχρι και την 30- 10-2023, ο πρώτος εναγόμενος έκανε αποκλειστική χρήση του επικοίνου, στεγάζοντας σε αυτό τη δική του επιχείρηση ψυγείων-διαλογητηρίων, χωρίς, ωστόσο, να υφίσταται έγκυρη απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών, για εκμίσθωσή του στον ίδιο. Όπως προαναφέρθηκε, η μισθωτική αξία του ακινήτου ανέρχεται, αλλά και ανερχόταν κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ μηνιαίως και επομένως η μισθωτική αξία της μερίδας εκάστου εκ των εναγόντων ανερχόταν στο ποσό των εξακοσίων είκοσι πέντε (625) ευρώ, κατά μήνα (5.000,00 ευρώ X 12,50%), ήτοι για το χρονικό διάστημα των δέκα (10) μηνών (1-1-2023 έως και 30-10-2023) στο ποσό των έξι χιλιάδων διακοσίων πενήντα (6.250) ευρώ (625,00 ευρώ/μήνα X 10 μήνες - 6.250,00 ευρώ), ποσό το οποίο δικαιούτο καθένας των εναγόντων να λάβει από τον πρώτο εναγόμενο. Ακόμη, ο πρώτος εναγόμενος, προέβαλε, επικουρικά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής του, ύψους 23.080,06 ευρώ, προς την απαίτηση των εναγόντων για αποζημίωση, την οποία επαναφέρει με τον τρίτο (3°) λόγο της έφεσής του, ισχυριζόμενος, για τη θεμελίωσή της, τα όσα και παραπάνω εκτέθηκαν σχετικά με την ανάληψη εκ μέρους του, της ως άνω οφειλής προς τη «Δ.Ε.Η. Α.Ε.» και ειδικότερα ότι το έτος 2015, οπότε και ο ίδιος παρέλαβε τη χρήση του επικοίνου ως μισθωτής, ο δικαιοπάροχός όλων - εκμισθωτής του και αρχικός κύριος του ακινήτου βαρυνόταν με οφειλή προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΔΕΗ Α.Ε.», ύψους 92.320,25 ευρώ, προερχόμενη από κατανάλωση ρεύματος εκ μέρους της ως άνω προηγούμενης μισθώτριας του ακινήτου, ήτοι της εταιρίας με την επωνυμία «… ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.», οφειλή την οποία δεν εξόφλησε εγκαίρως, αλλά ούτε και κατά την αποχώρησή της από το μίσθιο. Ότι ο ίδιος, προκειμένου, κατά τον παραπάνω χρόνο, να κάνει χρήση του μισθίου και να επιτύχει την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος, που είχε διακοπεί από την πάροχο «ΔΕΗ Α.Ε.», λόγω του χρέους, συνήψε διακανονισμό με την τελευταία για τη σταδιακή εξόφληση του χρέους και εντέλει ήδη, κατά τον χρόνο άσκησης της εναντίον του αγωγής, εξόφλησε αυτό, καίτοι, ως καθολικός διάδοχος του αρχικού κυρίου του ακινήτου, βαρυνόταν μόλις με το ποσό των 23.080,06 ευρώ (92.320,25 X 25%), και ως εκ τούτου κατέβαλε επιπλέον το ποσό των 69.240,19 (92.320,25 - 23.080,06) ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 23.080,06 ευρώ βάρυνε τους ενάγοντες, ως καθολικούς διαδόχους του …, κατά το ποσοστό της μερίδας τους. Με αυτό το περιεχόμενο, η ανωτέρω ένσταση είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ και 262 ΚΠολΔ, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε αυτήν ως αόριστη, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος συνομολογεί, με τις από 27-02-2024 νομίμως κατατεθείσες, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προτάσεις του, αλλά και με το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσής του, κατά τη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης μεταξύ του ιδίου και του πατέρα του - εκμισθωτή - ιδιοκτήτη του ακινήτου …, το μίσθωμα προσδιορίσθηκε στο προαναφερόμενο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με τον όρο της ανάληψης του χρέους του τελευταίου προς τη «Δ.Ε.Η. Α.Ε.». Ως εκ τούτου, μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της «Δ.Ε.Η. Α.Ε.» συνήφθη σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους (άρθρο 471 ΑΚ), δεδομένης της ξεκάθαρης βούλησης του πρώτου εναγομένου να απαλλαγεί ο τότε ιδιοκτήτης του ακινήτου-πατέρας του από τη σχετική ευθύνη, στο πλαίσιο της μεταξύ του ειδικότερης συμφωνίας, για χαμηλό μίσθωμα. Ενόψει των ανωτέρω, το σχετικό χρέος, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 73.861,25 ευρώ και όχι στο ποσό 92.320,25 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος εναγόμενος, ουδόλως βάρυνε τους ενάγοντες, κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας (25% για αμφότερους, 12,50% για έκαστο) και ως εκ τούτου -πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα πράγματι η πλήρης εξόφλησή του από τον πρώτο εναγόμενο (στην από 10-01-2017 εκτύπωση του σχετικού λογαριασμού φέρεται οφειλόμενη η 10η από τις 36 δόσεις του διακανονισμού, ύψους εκάστης εξ αυτών 2.051,00 ευρώ, και δεν προσκομίζεται βεβαίωση για την πλήρη καταβολή όλων των δόσεων)- η ανάληψη εκ μέρους αυτού (εναγομένου) της υποχρέωσης αποπληρωμής του δεν μπορεί να θεμελιώσει ουσιαστικά βάσιμη ένσταση συμψηφισμού έναντι της ανωτέρω αξίωσης καθενός των εναγόντων σε βάρος του, και ως εκ τούτου η ανωτέρω ένσταση είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την ως άνω ένσταση συμψηφισμού ως αόριστη, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως προαναφέρθηκε. Κατά τα αναφερόμενα, όμως, στην ανωτέρω με αριθμό 7 νομική σκέψη, η απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού κατ’ ουσίαν, ενώ κατά την εκκαλουμένη είχε απορριφθεί ως αόριστη, δεν μπορεί να γίνει με αντικατάσταση αιτιολογίας, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ και χωρίς να έχει ασκηθεί αντίθετη έφεση ή αντέφεση από τους εφεσίβλητους, διότι τότε το Εφετείο υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα. Συνακόλουθα, κατ’ αποδοχή του τρίτου (3ου) λόγου της έφεσης, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή εν μέρει κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της περί της απόρριψης της προταθείσας ένστασης συμψηφισμού ως αόριστης, ενώ δεν θα εξαφανιστεί (και) κατά τη διάταξή της, περί δικαστικής δαπάνης, διότι η διάταξη αυτή συνέχεται αναγκαίως με τα αιτήματα της αγωγής, ως προς τα οποία ουδόλως εξαφανίζεται η εκκαλουμένη απόφαση (πρβλ ΕφΠειρ 333/2016, ΕφΠειρ 713/201 δ/ΕφΑθΌΟδ3/2011, Δημοσίευση Νόμος) και εν συνεχεία, κατά την διακράτηση της υπόθεσης, κατά το ως άνω μέρος της (κρίση επί της ένστασης συμψηφισμού), να απορριφθεί η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού, από ουσιαστική πλέον άποψη. Τέλος, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον εκκαλούντα του κατατεθέντος από αυτόν παράβολου για την άσκηση της ένδικης έφεσης (ανεξαρτήτως αν η τελική κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως είναι ή όχι ευνοϊκότερη γι’ αυτόν - βλ. σχετικώς ΑΠ 532/2016, Δημοσίευση Νόμος), τα δε δικαστικά έξοδα των διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. α' και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ, αντιμωλία των διαδίκων, την από 1-1-2025 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου … …/3-1-2025 και με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου …/26-2-2025) έφεση κατά της με αριθμό …/5-12-2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου … (τακτικής διαδικασίας), αντιπροσωπευομένων των μη ασκησάντων έφεση, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, … και … αντίστοιχα, από τον εκκαλούντα -πρώτο εναγόμενο, αναγκαίο ομόδικό τους.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τους ως άνω, … και …, στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον εκκαλούντα του καταβληθέντος, κατά την άσκηση της έφεσης, παράβολου (με αριθμό … παράβολο), ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη, με αριθμό 31/5-12-2024, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …, κατά το μέρος αυτής, που απέρριψε ως αόριστη την προταθείσα από τον πρώτο εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την εν λόγω ένσταση συμψηφισμού ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα συνολικά δικαστικά τους έξοδα, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε, στη Θεσσαλονίκη, την 13η Φεβρουάριου 2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, την 7η Απριλίου 2026, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ