ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 7°
ΑΡΙΘΜΟΣ 58/2025
Αποτελούμενο από το Δικαστή Δημήτριο Μόκο, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και την Αγγελική Κυριαζή, Γραμματέα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 26’’ Νοεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... (….) Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτόρευσης Ασφαλίσεων» και το δ.τ. «... Α.Ε.», που εδρεύει στο …. Αττικής, επί της οδού …. με ΑΦΜ …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωνσταντινίδη.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….» και το δ.τ. «…. ALBE», που εδρεύει στο ... Αττικής, επί της οδού λεωφόρου …. και εκπροσωπείται νόμιμα με ΑΦΜ …., 2) ... ... του …., κατοίκου … Αττικής, οδός ... αρ. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τσακανίκα, ο οποίος ανακάλεσε δήλωση παράστασης του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) της μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «…..», που εδρεύει στο ... Αττικής, επί της οδού λεωφόρου ... αρ. 1 και λεωφόρος …. και εκπροσωπείται νόμιμα με ΑΦΜ …., η οποία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε η από 18.6.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../.../2021) αγωγή της εκκαλούσας, επ’ αυτής δε εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 703/2022 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η πρωτοδίκως ενάγουσα με την από 16.6.2023 έφεση της με αρ. κατ. .../.../30.8.2024 (αρ. προσδ. εφετείου .../.../2.9.2024).
Για την έφεση αυτή ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε, αφού ακούσθηκαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρόντων διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 271 παρ.1, 2 και 272 παρ. 1 τροποποιήθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 και το άρθρο 524 παρ. 1 με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015 και ισχύουν από 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου προκύπτει ότι. αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, αν κατά τη συζήτηση της έφεσης ερημοδικεί ο εφεσίβλητος, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, εφόσον ο ίδιος επέσπευσε τη συζήτηση, ή κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να ταραστεί σ’ αυτή. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το δε δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από το διάδικο που δεν εμφανίσθηκε, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτή, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος.
ΙΙ. а. і. Από τις διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 εδ. α, 7 παρ. 1, 8 και 13 του N. 3741/1929, "περί ιδιοκτησίας κατ ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού, και 1117 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχος η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα (ΑΠ 584/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, επί διαιρεμένης κυριότητας επί αυτοτελών οικοδομών, ορόφων ή διαμερισμάτων τούτων, που ανεγείρονται επί ενιαίου οικοπέδου και ο ακάλυπτος χώρος (αυλή, πρασιά, κήπος, προκηπιο, έδαφος φωταγωγού), ήτοι το τμήμα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 1577/1985, του οικοδομικού τετραγώνου που βρίσκεται ανάμεσα στη ρυμοτομική γραμμή και τη γραμμή δόμησης ή οικοδομική γραμμή (ΕφΠατρ 401/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 19/2007 Δικογρ 2007, 102), είναι αναγκαίως εκ του νόμου κοινό, για όλους τους ιδιοκτήτες των αυτοτελών οικοδομημάτων, ορόφων αυτών κλπ, έστω και αν μερικοί απ’ αυτούς δεν εξυπηρετούνται δια τούτου (ΑΠ 463/2003 ΤΝΠ ΔΣΑ). Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του ν. 3741/1929, προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοτνοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του N. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί. Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις. Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. Δεδομένου ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. ď του AK, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου. Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνετας κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οροφοκτησίας. Ωσαύτως, ως επιτρεπόμενη μεταβολή (ή προσθήκη επί των κοινών μερών της οικοδομής νοείται, ειδικότερα, η βελτίωση που αποβλέπει στην αποδοτικότερη χρήση του κοινού με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων υπέρ όλων κατ’ αρχήν των συνιδιοκτητών. Αν η βελτίωση αφορά ένα ή μερικούς μόνο από τους συνιδιοκτήτες, πρέπει να μην καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών. Το αν οι παραπάνω μεταβολές του κοινού μέρους είναι επιτρεπτές ή όχι, με την παραπάνω έννοια, το είδος και η έκταση των υπερβάσεων, που είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί ο κάθε συνιδιοκτήτης, το πότε η μεταβολή του συνήθους προορισμού κοινών μερών παρακωλύει τη χρήση των υπόλοιπων κοινωνών, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται τη μεταβολή, στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας (ΕφΑθ 1398/2023 ο.π.). Κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη παραβλάπτεται στη χρήση των κοινών πραγμάτων και μειώνεται η ασφάλεια της οικοδομής, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 505/2022, All 932/2021, ΑΠ 532/2019, ΑΠ 273/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1,13 παρ. 1 του ν. 3741/1929 και 9 του ν. 1562/1985, προκύπτει ότι η μεταβολή των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας, που έχουν κανονιστεί με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και τον κανονισμό, μπορεί να γίνει α) με ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών, που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (ΑΠ 1174/2023, 1158/2022, 1655/2018, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 298/2015, 1300/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ), β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, αν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον κανονισμό. Αναφορικά με την τελευταία αυτή περίπτωση, είναι δυνατή η ανάθεση με rov κανονισμό στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών του δικαιώματος τροποποίησης συγκεκριμένων όρων του κανονισμού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με καθορισμένη πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, και αν ακόμη η ανάθεση που γίνεται από τον κανονισμό είναι απεριόριστη, η τροποποίηση από την πλειοψηφία δεν μπορεί να θίγει δικαιώματα των (μειοψηφούντων) συνιδιοκτητών, τα οποία υφίστανται από το νόμο, τη σύσταση της οροφοκτησίας ή τον κανονισμό, διότι το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929 περιορίζει, ρητά, τα δικαιώματα που η παμψηφία μπορεί να εκχωρήσει σε ορισμένη πλειοψηφία μόνο σε αποφάσεις, οι οποίες αφορούν τη συντήρηση, βελτίωση ή χρήση των κοινών μερών και οι οποίες λαμβάνονται για το κοινό συμφέρον (ΑΠ 1174/2023, 683/2014, АП 1681/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ). Έτσι, δεν επιτρέπεται να τροποποιηθεί, από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, ο προσδιορισμός των αδιαίρετων - κοινών μερών της οικοδομής ή η συμφωνία χρήσης αυτών και, συνακόλουθα, η τροποποίηση αυτή του κανονισμού ή της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, είναι ανίσχυρη και δεν δεσμεύει τους διαφωνούντες, ακόμη και αν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί (ΑΠ 683/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ). Τα ίδια ισχύουν кт στην περίπτωση που οι συνιδιοκτήτες, κατ' απόκλιση του κανονισμού ή σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας συμφωνήσουν επί θεμάτων που ρυθμίζονται σε αυτόν, χωρίς να συνταχθεί προς τούτο συμβολαιογραφικό έγγραφο και να υποβληθεί σε μεταγραφή, οπότε, ναι μεν οι συμφωνίες αυτές δεν τροποποιούν τον κανονισμό кт δεν παράγουν τα οικεία αποτελέσματα, πλην όμως, αν ρυθμίζουν ενοχικές σχέσεις, ισχύουν μεταξύ των συμβαλλόμενων (περί των ανωτέρω ΑΠ 584/2023, ΑΠ 1158/2022, ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 298/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών εφαρμογής των αντίστοιχων διατάξεων του N. 3741/1929 εφαρμόζονται συμπληρωματικά και οι διατάξεις του ΓΟΚ, στην προκειμένη δε περίπτωση του ΓΟΚ/2000 (ν. 2831/2000 ΦΕΚ 140 / 13.6.2000), με τις οποίες ορίζεται ότι κοινής χρήσεως χώροι του κτιρίου και του οικοπέδου είναι οι χώροι που προορίζονται για χρήση από όλους τους ενοίκους του κτιρίου και ότι ο υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου πρέπει να είναι προσπελάσιμος από τους χώρους κοινής χρήσης του κτιρίου. Ειδικότερα, η εφαρμογή της πρώτης από τις πιο πάνω ρυθμίσεις προϋποθέτει στο πλαίσιο εφαρμογής και των διατάξεων του Ν. 3741/1929, ότι οι συγκεκριμένοι χώροι του οικοπέδου έχουν χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστοι με τον υπάρχοντα κανονισμό και εφόσον δεν υπάρχει κανονισμός ή κοινοχρησία προκύπτει από τη φύση του πράγματος και το σκοπό που αυτό υπηρετεί στη λειτουργία της οροφοκτησίας (ΑΠ 639/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 174/2024 ο.π.). Η ρύθμιση που εισάγεται με το ν. 3741/1929, ως προς την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσεως στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμισή του ιδιοκτησίας, εναρμονίζεται προς την ιδιαιτερότητα που δεσμεύει τις κατ' ορόφους ιδιοκτησίες και, προπαντός, εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της κατ’ ορόφους ιδιοκτησίας (ΑΠ 1174/2023, 1655/2018, 1295/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ). Από αυτά παρέπεται ότι οι διατάξεις αυτές, ως ειδικές κατισχύουν των γενικών διατάξεων των άρθρων 785 επ. ΑΚ, περί κοινωνίας (Α.Π. 1655/2018,689/1997 ΤΝΠ ΔΣΑ).
ii. Από τις ίδιες, επίσης, ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο κάθε συνιδιοκτήτης, που δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες αυτών, πράττει τούτο με τον όρο ότι δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών και δεν μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό αυτών ή δεν δημιουργούνται κίνδυνοι για τη στατική της οικοδομής ή των διαμερισμάτων της, δεν παρεμποδίζεται η σύγχρηση εκ μέρους των λοιπών οροφοκτητών, δεν επέρχονται μεταβολές στην αισθητική του κτιρίου και δεν θίγεται η ασφάλεια τους, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των χρηστών ηθών (ΑΠ 1174/2023,480/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ), εκτός αν με συμφωνία που τον δεσμεύει, αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχτηκε υπέρ μερικών μόνο ιδιοκτητών (ΌλΑΠ 23/2000, ΑΠ 264/2010, 1375/1991, ΕφΑΘ 174/2024 ΤΝΠ ΔΣΑ). Η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση του δικαιώματος του και των κοινών μερών του οικοδομήματος πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, δηλαδή απαιτείται η χρήση να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όχι μόνο να μην βλάπτεται η χρήση των κοινών μερών της οικοδομής από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, αλλά και οποιοδήποτε δικαίωμα αυτών από το θεσμό της οροφοκτησίας. Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπέρμετρα την εκ μέρους τους χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και τη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση έλλειψής της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και το σκοπό που αυτά υπηρετούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΕφΑΘ 6597/2022 ΓΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σε περίπτωση που κάποιος συνιδιοκτήτης προσβάλλεται στην χρήση των κοινών πραγμάτων, δύναται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, βάσει του άρθρου 947 ΚΠολΔ (ΑΠ 1174/2023, 1300/2014, 1090/2014, ΕφΑιγ. 41/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
iii. Επί οριζόντιας ιδιοκτησίας, η ως άνω ειδική συμφωνία, που δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες, με την οποία ορισμένοι αποκλείστηκαν από το δικαίωμα σύγχρησης των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής αυτό, το οποίο διαφυλάχθηκε για μερικούς μόνο από αυτούς, αυτή (συμφωνία) καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών (άρθρο 5 και 13 παρ. 1 του N. 3741/1929), αλλά για τον προορισμό που το τμήμα αυτό από τη φύση του έχει και προκύπτει από τις λειτουργικές χρησιμότητες του οικοδομήματος που ορίζονται από τον κανονισμό, την τοποθεσία του ακινήτου και τις τακτικές συνήθειες της περιοχής, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους (ΑΠ 932/2021, 25/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ). Η εν λόγω συμφωνία, συνήθως, περιλαμβάνεται στον καταρτιζόμενο με κοινή συναίνεση όλων κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθεί και στην ίδια τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Η συμφωνία αυτή ενέχουσα περιορισμό της κυριότητας των λοιπών συνιδιοκτητών φέρει τον χαρακτήρα δουλείας υπέρ του συνιδιοκτήτη, που απέκτησε την ανωτέρω αποκλειστική χρήση και είναι έγκυρη (άρθρο 13 παρ. 3 N. 3741/1929). Δεν είναι όμως πραγματική δουλεία με την στενή έννοια του όρου των άρθρων 1118 και 1119 του ΑΚ, αλλά με την έννοια ότι δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συμβληθέντων και αντιτάσσεται κατά των τρίτων (ΑΠ 547/2021, 454/2017, 447/2013, 318/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ). Στην τελευταία όμως περίπτωση το παρεχόμενο στον ιδιοκτήτη δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης κοινόκτητου πράγματος της οικοδομής δεν περιέχει και εξουσία άρσης του προβλεπόμενου προορισμού του (ΑΠ 619/1999, 922/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1398/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ).
В. і. Περαιτέρω, με τις διατάξεις το» ν. 4014/2011 "Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος", επιχειρήθηκε να ρυθμισθούν τα θέματα της αυθαίρετης δόμησης. Στην παρ. 1 του άρθρου 24 του άνω νόμου ορίστηκε ότι "1. α. Αναστέλλεται για τριάντα (30) χρόνια η επιβολή κυρώσεων μετά την καταβολή ενιαίου ειδικού προστίμου, το ύψος και η διαδικασία καταβολής του οποίου καθορίζεται στο παρόν άρθρο, ανάλογα με την κατηγορία παράβασης, για κτίρια των οποίων έχει ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός кт χρήσεων, που έχουν εγκατασταθεί, μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης του παρόντος στη Βουλή, ...2011, και έχουν ανεγερθεί καθ' υπέρβαση είτε της οικοδομικής άδειας είτε των όρων ή περιορισμών δόμησης του ακινήτου, είτε χωρίς οικοδομική άδεια, εφόσον η χρήση τους δεν απαγορεύεται από τις πολεοδομικές διατάξεις για τις χρήσεις γης που ισχύουν στην περιοχή του ακινήτου ή δεν απαγορευόταν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας ή κατά το χρόνο κατασκευής ή εγκατάστασης της αυθαίρετης χρήσης кт εφόσον το ακίνητο, η αυθαίρετη κατασκευή ή η αυθαίρετη αλλαγή χρήσης δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου...", στη δε παρ. 2 του ίδιου άρθρου 24, ορίστηκαν, όσον αφορά τα απαιτούμενα για τη ρύθμιση της αυθαίρετης κατασκευής ή της αυθαίρετης αλλαγής χρήσης δικαιολογητικά, καθώς και τη διαδικασία υποβολής τους, τα εξής: "Ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης ή συνιδιοκτήτης του ακινήτου, στο οποίο έχει εκτελεστεί η αυθαίρετη κατασκευή ή έχει εγκατασταθεί αυθαίρετη χρήση ή ο νομίμως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, υποβάλλει στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία φάκελο, στον οποίο περιλαμβάνονται τα εξής: α. Αίτηση, β. Υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στην οποία περιλαμβάνονται... ο αριθμός кт το έτος της οικοδομικής αδείας όπου υπάρχει, το εμβαδόν кт η χρήση της κατασκευής... η ημερομηνία ολοκλήρωσης της κατασκευής ή εγκατάστασης της χρήσης... γ. Παράβολο/ αποδεικτικό είσπραξης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 500 ευρώ για αυθαίρετη κατασκευή/χρήση μέχρι 50 τ.μ.... кт 6.000 ευρώ για κτίριο/χρήση μεγαλύτερη των 2.000 τ.μ: επί ποινή απαραδέκτου, για κάθε αυτοτελή ιδιοκτησία, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν επιστρέφεται, αλλά συμψηφίζεται με το ειδικό πρόστιμο που προβλέπεται στο παρόν άρθρο... δ) Έντυπο υπολογισμού του ειδικού προστίμου της δηλούμενης κατασκευής, όπως ορίζεται στην παράγραφο 6.... 3. Η υποβολή των παραπάνω α', γ' και δ' δικαιολογητικών γίνεται είτε απευθείας είτε με συστημένη επιστολή στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία ή στο ΚΕΠ του Δήμου από 1.10.2011 μέχρι 30.11.2011. Τα υπό β' δικαιολογητικά υποβάλλονται εντός τεσσάρων (4) μηνών από τις 30.11.2011... 5....". Με την 3341/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές του ν. 4014/2011 είχαν ως συνέπεια να ανατρέπεται, και σε κάθε περίπτωση να νοθεύεται, ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 24 του Συντάγματος ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός, και να επέρχεται αλλοίωση της λειτουργικότητας των οικισμών και επιδείνωση των όρων διαβιώσεως των κατοίκων, δεδομένου ότι η αναστολή κατεδάφισης του αυθαιρέτου επερχόταν με μόνη την υποβολή αίτησης του ενδιαφερομένου και των σχετικών δικαιολογητικών και την καταβολή του οριζόμενου στο νόμο ποσού ειδικού προστίμου, χωρίς την ειδική για κάθε αυθαίρετο κρίση αρμόδιου οργάνου της διοίκησης, ύστερα από εκτίμηση πολεοδομικών και κτιριολογικών κριτηρίων, που εξαρτώνται από το μέγεθος, τη χρήση, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής, καθώς και από τις επιπτώσεις της στο χώρο που την περιβάλλει, τη συνολική δηλαδή επιβάρυνση της περιοχής. Κατόπιν αυτού, τα θέματα της αυθαίρετης δόμησης ρυθμίστηκαν εκ νέου με τον ν. 4178/2013 "Αντιμετώπιση της Αυθαίρετης Δόμησης, Περιβαλλοντικό Ισοζύγιο και άλλες διατάξεις". Με το νόμο αυτό επανεισάγεται το πρότυπο των ρυθμίσεων που είχαν επιχειρηθεί με τον ν. 4014/2011 με προσθήκες νέων ρυθμίσεων (όπως η κατηγοριοποίηση των αυθαιρεσιών με το άρθρο 8, από την οποία συναρτάται η χορήγηση εξαίρεσης ή αναστολής από την κατεδάφιση) και διαφοροποιήσεις, είτε επί το επιεικέστερο [όπως, άρθρα 1 (παρ. 2, περ. ζ), 2 (παρ. 2 περ. α, δ, ζ, η, ι, ιστ), 3 (παρ. 9, 10, 11)], είτε επί το αυστηρότερο [όπως άρθρο 7 παρ. 2 για την απόδειξη χρόνου κατασκευής με βάση εισηγμένες στο ηλεκτρονικό σύστημα αεροφωτογραφίες της ...2011] για τις αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 7 του ν. 4178/2013 "Απόδειξη χρόνου κατασκευής αυθαιρέτων κατασκευών: 1. Υπάγονται στον παρόντα νόμο αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις για τις οποίες η αυθαίρετη κατασκευή ή η αυθαίρετη αλλαγή χρήσης έχει περατωθεί, κατά τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος πριν την ...2011...". Το άρθρο 8 προβλέπει τα εξής: "Ρύθμιση αναστολής και εξαίρεσης από κατεδάφιση. Από την ισχύ του παρόντος νόμου αναστέλλεται η είσπραξη και η επιβολή κάθε κύρωσης, για το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στον παρόντα νόμο ή και επέρχεται οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση, αναλόγως της κατηγορίας της αυθαίρετης κατασκευής, μετά την καταβολή του ενιαίου ειδικού προστίμου ή και του σχετικού παράβολου εφόσον προβλέπεται στον παρόντα νόμο, το ύψος και ο τρόπος καταβολής του οποίου καθορίζεται στον παρόντα νόμο. Η αναστολή ή και η εξαίρεση από την κατεδάφιση, κατά τις διατάξεις του παρόντος, ισχύει για κτίρια των οποίων έχει ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός και για χρήσεις που έχουν εγκατασταθεί, μέχρι ...2011 καθ' υπέρβαση είτε των διατάξεων του ν. 1577/1985 (A' 210) είτε της οικοδομικής άδειας είτε των όρων ή περιορισμών δόμησης του ακινήτου είτε χωρίς οικοδομική άδεια και εφόσον η χρήση τους δεν απαγορεύεται από τις πολεοδομικές διατάξεις για τις χρήσεις γης που ισχύουν στην περιοχή του ακινήτου κατά την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4030/2011 (A' 249) ή δεν απαγορευόταν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας ή κατά το χρόνο κατασκευής ή εγκατάστασης της αυθαίρετης χρήσης. Θεωρείται ότι η χρήση δεν απαγορευόταν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας εφόσον κατά τις κείμενες διατάξεις νομίμως χορηγήθηκε άδεια κατά παρέκκλιση της χρήσης γης της περιοχής Η με οποισνδήποτε τρόπο μεταβολή των χρήσεων γης σε χρόνο μεταγενέστερο της υπαγωγής κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου δεν επιδρά στο κύρος της υπαγωγής και δεν αποτελεί λόγο ανάκλησης και ακύρωσης αυτής". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ίδιου νόμου "Κατηγορίες αυθαιρέτων κατασκευών και χρήσεων Α. Κατηγορία 1... Β. Κατηγορία 2. Αυθαίρετες κατασκευές που υφίστανται προ της 1.1.1983. Υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου και εξαιρούνται οριστικά της κατεδάφισης αυθαίρετες κατασκευές οι οποίες ολοκληρώθηκαν προ του έτους 1983 με την καταβολή του παράβολου και του ενιαίου ειδικού προστίμου κατά τις διατάξεις του παρόντος. Για την υπαγωγή υποβάλλονται μόνο τα δικαιολογητικά των περιπτώσεων 1 έως 5,7, 10 και 11 του άρθρου 11 του παρόντος και αποτύπωση των κατόψεων του κτιρίου ή της ιδιοκτησίας και δεν απαιτούνται λοιπά στοιχεία και σχέδια. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρούσας κατηγορίας στην περίπτωση που στο ακίνητο ή στην αυτοτελή ιδιοκτησία υπάρχουν και άλλες αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγές χρήσης οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ή εγκαταστάθηκαν μεταγενέστερα του έτους 1983...". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου "Δικαιολογητικά υπαγωγής αυθαίρετης κατασκευής ή αυθαίρετης αλλαγής χρήσης στις διατάξεις του παρόντος. Εξουσιοδοτημένος Μηχανικός εισάγει στο πληροφοριακό σύστημα του παρόντος όλα τα στοιχεία και δικαιολογητικά που αφορούν την αυθαίρετη κατασκευή ή την αυθαίρετη αλλαγή χρήσης, συμπληρώνοντας τα φύλλα καταγραφής κατά το Παράρτημα A του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των επομένων άρθρων. Η υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος νόμου συνοδεύεται από τα εξής δικαιολογητικά, τα οποία φυλάσσει ο ιδιοκτήτης μετά την εισαγωγή τους στο πληροφοριακό σύστημα: 1. Αίτηση. Σε κάθε οικόπεδο ή γήπεδο η διαδικασία υπαγωγής αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαίρετης αλλαγής χρήσης στις διατάξεις του παρόντος μπορεί, κατ' επιλογή του ιδιοκτήτη, να γίνεται είτε με μία αίτηση υπαγωγής για το σύνολο των αυθαιρέτων κατασκευών ή χρήσεων είτε με περισσότερες αιτήσεις για κάθε μεμονωμένο αυτοτελή χώρο οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, που αποτελεί αντικείμενο μεταβίβασης. Την αίτηση υποβάλλει: α) ο φερόμενος ιδιοκτήτης του ακινήτου στο οποίο έχει εκτελεστεί η αυθαίρετη κατασκευή ή έχει εγκατασταθεί αυθαίρετη χρήση. Στην έννοια του φερόμενου ιδιοκτήτη περιλαμβάνονται ο ψιλός κύριος, ο επικαρπωτής με τη συναίνεση του ψιλού κυρίου, ο εργολάβος για τις σε αυτόν περιερχόμενες συνεπεία εργολαβικού προσυμφώνου ιδιοκτησίες, ο μισθωτής εφόσον έχει το δικαίωμα έκδοσης οικοδομικής άδειας από τη μισθωτική σύμβαση και επί νομικών προσώπων ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτών, β) ο νομίμως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη, γ) όσοι έχουν λάβει έγκριση εξαγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ν. 3147/2003, δ) ο συνιδιοκτήτης: ί) Επί αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαιρέτων αλλαγών χρήσης επί κοινοχρήστων χώρων ακινήτου, στο οποίο έχει συσταθεί οριζόντιος ή κάθετος ιδιοκτησία μετά από απόφαση της πλειοψηφίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της οροφοκτησίας, άλλως με απλή πλειοψηφία. ii) Επί αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαιρέτων αλλαγών χρήσης που έχουν εκτελεστεί ή εγκατασταθεί σε οριζόντια ή κάθετη συνιδιοκτησία και εντός τμημάτων αποκλειστικής χρήσης αυτών, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του ετέρου συνιδιοκτήτη, iii) Επί αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαιρέτων αλλαγών χρήσης σε χώρο ακινήτων για τον οποίο έχει συσταθεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση των συνιδιοκτητών, iv) Ένας εκ των συνιδιοκτητών για τα αυθαίρετα κτίσματα που κατέχει, εφόσον συνυποβληθεί μετά των λοιπών δικαιολογητικών και συμβολαιογραφικό προσύμφωνο συστάσεως διηρημένων ιδιοκτησιών, εκ του οποίου να προκύπτει ότι το αυτοτελές ή τα αυτοτελή οικοδομήματα με την κατάρτιση της οριστικής συστάσεως διηρημένων ιδιοκτησιών θα περιέλθουν εις την κυριότητα του...". Τέλος, κατά το άρθρο 24 του ιδίου νόμου "Αναστολή επιβολής κυρώσεων και είσπραξης προστίμων. 1. Για αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις, για τις οποίες υποβλήθηκαν τα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, αναστέλλεται η επιβολή προστίμων και κάθε διαδικασία επιβολής κυρώσεων, καθώς και η είσπραξη ήδη βεβαιωθέντων προστίμων από τις Δ.Ο.Υ. και το Ι.ΚΑ, μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας εξόφλησης των προστίμων...”. Οι ρυθμίσεις αυτές του άνω νόμου, που αναφέρονται στα αυθαίρετα του παρελθόντος, κρίθηκε ήδη ότι είναι συνταγματικώς ανεκτές (Ολ. ΣτΕ 1858/2015, σχετ. ΑΠ 154/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ).
ii. Η από πολεοδομική, όμως, άποψη νομιμοποίηση ή μη αυθαίρετων κατασκευών δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, από τον εναγόμενο η νομιμοποίησή τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινόχρηστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών και είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων της πολεοδομικής αρχής. Και τούτο, διότι, με τον τρόπο αυτό, οι εν λόγω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες (Α.Π. 1174/2023, 442/2019, 1655/2018, 1300/2014, ΕφΑΘ 1398/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ), ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας (ΑΠ 70/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ).
III.Στις ανωτέρω διαφορές για το ορισμένο της αγωγής, που ασκείται από τον οροφοκτήτη κατ' άλλου οροφοκτήτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.3 του ΚΠολΔ κατά την παραπάνω διαδικασία, απαιτείται, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. Ια του ΚΠολΔ, στο δικόγραφο της αγωγής να αναφέρεται ότι: α) τόσο ο ίδιος (ο ενάγων) όσο και ο εναγόμενος είναι κύριοι αυτοτελών και οριζοντίων ιδιοκτησιών της αυτής κοινής οικοδομής, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρεται στην αγωγή ο τίτλος ιδιοκτησίας των διαδίκων, πολύ περισσότερο όταν αυτή (ιδιοκτησία) δεν αμφισβητείται, β) η προέλευση (από το νόμο ή τη σύμβαση) του δικαιώματος ή της αξίωσης, των οποίων ζητείται η ικανοποίηση και ειδικότερα, εάν αυτά απορρέουν από τη σύμβαση, κυρίως από την πράξη συστάσεως της οροφοκτησίας και τον τυχόν συνταχθέντα Κανονισμό, θα πρέπει να αναφέρεται ρητά η σύμβαση αυτή και εάν έχει μεταγράφει νόμιμα, διότι τότε μόνο δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύεται και ο τόμος και ο αριθμός μεταγραφής στο οικείο υποθηκοφυλακείο, γ) η πρόβλεψη από την πράξη αυτή του συγκεκριμένου δικαιώματος ή της συγκεκριμένης υποχρεώσεως των συμβαλλομένων, των οποίων ζητείται η ικανοποίηση ή η αποκατάσταση και δ) ο χρόνος και ο τρόπος, που παραβιάστηκε η αντίστοιχη διάταξη της πράξεως αυτής (ΑΠ 174/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 186/1996 ΕλλΔνη 37.596, ΑΠ 523/1991 Ε.Δ.Π 1992.181, ΕφΑθ 543/2024 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜονΕφΑιγ 41/2021 ΕφΠειρ 112/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΚρητ 140/2014, ΕφΠειρ 629/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 4604/2011, ΕφΑΘ 6700/2011, ΕφΠατρ 979/2009, ΕφΑΘ 316/2008, 530/2006, ΕφΠειρ 91/2004, ΕφΑθ 2351/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IV.α. Από το συνδυασμό των άρθρων 522, 524 παρ.1, 527, 532, 533 και 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η υπόθεση ενώπιον του εφετείου, στο οποίο αυτή μεταβιβάζεται με την άσκηση της εφέσεως, κατά τα όρια που καθορίζονται από αυτήν (έφεση) και τους τυχόν προσθέτους λόγους, διέρχεται τρία στάδια κατά τα οποία εξετάζονται α) το παραδεκτό της εφέσεως (άρθρο 532 παρ. 1 Κ.ΠολΔ), β) το παραδεκτό έκαστου λόγου και γ) το βάσιμο (νομικό και ουσιαστικό) των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.ΠολΔ.). Το βάσιμο ή μη των λόγων της εφέσεως κρίνεται από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε στο εφετείο, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και εκείνο που για πρώτη φορά προσκομίζεται στην κατ' έφεση δίκη κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1461/2014, 1376/2013, 200/2013, 1844/2011, 398/2011, 2/2006, ΕφΛαρ 141/2021, 109/2021, 157/2020, 163/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ. 7792/2002 ΕλλΔνη 46.558 ΕφΑθ 5827/2004 ΕλλΔνη 46.243).
Β. Εξάλλου, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις ουσιαστικού ή ενίοτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται καταρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4 παρ. 1, 5,13 και 14 του v. 3741/1929, προκύπτει ότι προϋπόθεση του υποστατού κατά то νόμο και την ουσία αξίωσης, η οποία απορρέει από τις διατάξεις αυτές, ως και της υπαγωγής της αξίωσης προς εκδίκαση στην ειδική διαδικασία των άρθρων 848 επ. ΚΠολΔ και στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου είναι ότι η διαφορά από την εν λόγω αξίωση πηγάζει από τη σχέση της οροφοκτησίας και ανάγεται σε διαφορές μεταξύ ιδιοκτητών κύριων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών - ορόφων ή ιδιαιτέρων τμημάτων (διαμερισμάτων, καταστημάτων κ.λπ.) της ίδιας υφιστάμενης κοινής οικοδομής και όχι τρίτων. Έτσι, ως διάδικοι (ενάγοντες - εναγόμενοι) στις διαφορές αυτές νομιμοποιούνται μόνο εκείνοι οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ή το ένα από αυτά είναι διαχειριστής της πολυκατοικίας και το άλλο ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος (ΕφΑΘ 461/2022, ΕφΘεσ 1777/2020, ΕΠειρ 364/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
V.Κατά τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και, στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει, τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως 50.000 ευρώ υπέρ του δανειστή (όπως το ποσό αυτό ορίστηκε με το άρθρο 4 παρ 5 ν. 2298/1995 και η μετατροπή του σε ευρώ με τα άρθρα 3-5 ν. 2943/2001, άρθρο 52 παρ. 1 ν. 3994/2011) και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Η προεκτεθείσα διάταξη από την πλευρά του αντικειμένου της εκτέλεσης, προϋποθέτει υποχρέωση προς υλική πράξη, αφενός μεν μη δυναμένη να γίνει από τρίτο πρόσωπο, αφετέρου δε εξαρτωμένη αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη. Εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, το δικαστήριο και κατά τη διαδικασία κατά την οποία δικάζει την απαίτηση, αφού καταδικάσει τον οφειλέτη σε επιχείρηση της πράξης, συγχρόνως και με την ίδια απόφασή του οφείλει να προβλέψει και για την περίπτωση της μη συμμόρφωσης του οφειλέτη και να καταδικάσει αυτόν αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή μέχρι του ως άνω ποσού και σε προσωπική κράτηση μέχρι ενός έτους. Επομένως η καταδίκη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση χωρεί αυτεπαγγέλτως, υποχρεωτικώς και αθροιστικώς μέχρις ότου ο καθ’ ου η εκτέλεση εξαναγκασθεί να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο της απόφασης. Ο δανειστής δικαιούται να χρησιμοποιήσει τα δύο αυτά μέσα της έμμεσης εκτέλεσης ή οποιοδήποτε απ’ αυτά προς πειθαναγκασμό του καθ’ ου η εκτέλεση. Το δικαστήριο δεν απειλεί τη χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αλλά καταδικάζει τον οφειλέτη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση. Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου ... παρ. 1 Κ.Πολ,Δ., κατά την οποία «αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να ενεργήσει πράξη που μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο, ο δανειστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνη του οφειλέτη» παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την υλική πράξη, μετά την μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη, εφόσον αυτή μπορεί να γίνει και από τρίτο, με δαπάνη του οφειλέτη. Αν πρόκειται για δικαστική απόφαση καταδικάζεται ο οφειλέτης να επιχειρήσει την πράξη εντός ορισμένης προθεσμίας και συγχρόνως με την ίδια απόφαση, παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την πράξη, με δαπάνη του οφειλέτη, αν παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία ή αν στη διάρκεια αυτής ο οφειλέτης εκδηλώνει ρητά την άρνησή του για την εκπλήρωση της υποχρέωσής του. Πάντως, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της απόφασης η παροχή της δυνατότητας στο δανειστή της επιχείρησης της πράξης, καθόσον η δυνατότητα αυτή απορρέει απευθείας από την πιο πάνω διάταξη. Έτσι, εφόσον ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προς την ανωτέρω υποχρέωσή του γεννάται αυτόματα δικαίωμα του δανειστή να υποκαταστήσει τον οφειλέτη και να ενεργήσει αυτός την υλική πράξη. Το δικαίωμα αυτό αυτόματα ενεργοποιείται και υλοποιείται, δεδομένου ότι η άρνηση ή η παραμέληση του οφειλέτη, οδηγεί σε αδρανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά, ο δε δανειστής πρέπει να κοινοποιήσει επιταγή στον οφειλέτη, ο οποίος επιτάσσεται να επιχειρήσει την πράξη. Μετά την πάροδο της προθεσμίας που τάχθηκε, η οποία αποδεικνύεται ημερολογιακά, κατ’ άρθρο 915 εδ. β' Κ_Πολ.Δ., ο δανειστής δικαιούται να επιχειρήσει την πράξη. Η επιχείρηση της πράξης από το δανειστή, αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης. Επομένως, ενόψει του ότι η απόφαση που διατάσσει την ενέργεια ορισμένων υλικών πράξεων σε ιδιοκτησία άλλου, εκτελείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 945 Κ.Πολ.Δ., επειδή οι πράξεις αυτές μπορούν να διενεργηθούν και από τρίτο πρόσωπο και όχι μόνον από τον καθ’ ου η εκτέλεση, δεν έχει στην περίπτωση αυτή εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 946 Κ,ΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚπολΔ., όπως αυτή ισχύει μετά από την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή προβλέπονται ως μέσα έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης προς εξαναγκασμό του οφειλέτη σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του για παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης, η χρηματική ποινή και η προσωπική κράτηση. Ως παράλειψη θεωρείται η υποχρέωση του οφειλέτη να απόσχει από ορισμένη ενέργεια, στην οποία άλλως θα προέβαινε, αν δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος περιορισμός. Αντίθετα, ως ανοχή νοείται η υποχρέωση του οφειλέτη να υποστεί μία συγκεκριμένη ενέργεια, η οποία πηγάζει από το δανειστή και συνιστά δικαίωμα ενεργοποιούμενο και υλοποιούμενο. Η παράβαση γίνεται είτε θετικά με άμεση ενέργεια, είτε με απείθεια μη συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της απόφασης. Η διάταξη του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ. έχει εφαρμογή μόνο όταν το περιεχόμενο της παράλειψης ή ανοχής αφορά στο μέλλον και η υποχρέωση για παράλειψη ή ανοχή θεμελιώνεται σε δικαστική απόφαση (βλ, Α.Π. 1333/2020, 1627/2018, 527/2013, 1914/2011,1525/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 5835/2022 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Με την από 18.6.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../.../2021) ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εκκαλούσα - ενάγουσα εξέθεσε ότι δυνάμει της αναφερόμενης συμβολαιογραφικής πράξης έχει καταστεί κυρία οριζόντιας ιδιοκτησίας κείμενης στον πρώτο όροφο πολυώροφου κτιρίου στο ... Αττικής, το οποίο, επίσης, προσδιορίζεται ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο και το οποίο έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, διέπεται δε από κανονισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συνιδιοκτητών. Ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες της λεπτομερώς περιγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας στο ίδιο κτίριο, η δε τρίτη είναι μισθώτρια της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ότι αυτοί προέβησαν από κοινού στις εκτιθέμενες αυθαίρετες κατασκευές, καταλαμβάνοντας χώρο της πρασιάς της πολυκατοικίας και αλλάζοντας παρανόμως τη χρήση της, χρησιμοποιώντας την ως εξώστη του ισογείου καταστήματος, κατά παράβαση του κανονισμού, προσβάλλοντας το δικαίωμα σύγχρησης των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της ίδιας. Με βάσει τα ανωτέρω ζήτησαν: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να καθαιρέσουν την ως άνω κατασκευή σε όλη της την έκταση, β) να αποκαταστήσουν πλήρως τις βλάβες, που προκλήθηκαν κατά την κατασκευή και την τοποθέτησή της, από κάθε είδους υλικό και κάθε μέσο σταθεροποίησής της, γ) να επαναφέρουν τους κοινόχρηστους χώρο; και τμήματα στη αρχική τους μορφή και κατάσταση, δ) να απομακρύνουν τα εναπομείναντα υλικά, ε) να εκτελέσουν τις απαιτούμενες εργασίες με ασφάλεια και τήρηση των διατάξεων του νόμου, στ) να αποβάλουν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι την τρίτη εναγόμενη μισθώτρια από τον καταληφθέντα χώρο, ζ) άλλως να επιτραπεί στην ίδια (ενάγουσα) να πράξει τα ανωτέρω με δαπάνες των εναγόμενων, η) να αποδώσουν σε κοινή χρήση το τμήμα των κοινόκτητων και κοινόχρηστων, το οποίο μετέτρεψαν σε χώρους αποκλειστικής χρήσης κατά τον πιο πάνω τρόπο, θ) να επιβληθεί σε περίπτωση άρνησης των εναγόμενων να συμμορφωθούν προς την απόφαση, που θα εκδοθεί, χρηματική ποινή ποσού 150 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή καθώς και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδά της σε βάρος των εναγομένων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε: α) і) ότι με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή, παραδεκτός και αρμοδίως καθ’ ύλην και τόπο (άρθρα 17 αρ. 3 και 22, 29 παρ. 1 ΚΠολΔ), εισήχθη για συζήτηση ενώπιον του κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - διαφορών από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία (άρθρα 591, 614 παρ. 2, 615 επ. ΚΠολΔ), με το σκεπτικό ότι αφορά σε ρύθμιση της χρήσης κοινόχρηστου και κοινόκτητου πράγματος μεταξύ συνιδιοκτητών από τη σχέση της οροφοκτησίας, όπως άλλωστε και κρίνεται εκ νέου, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (ΊΙ α) εκτιθέμενα, απορριπτομένων των περί του αντιθέτων ισχυρισμών των εφεσιβλήτων, που περιέχονται στους επαναφερόμενους με το δικόγραφο των προτάσεων τους, πρωτοδίκως προβληθέντες σχετικούς ισχυρισμούς, με τους οποίους αυτοί, όπως εκτιμάται, παραπονούνται για εσφαλμένη κρίση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως προς τα ανωτέρω, για το λόγο ότι η ένδικη αγωγή συνιστά αγωγή εκ του άρθρου 1108 ΑΚ και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο, αλλά και για το ότι η διαδικασία δεν ήταν προσήκουσα, καθότι αρμόδιο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία, ενώ υφίσταται και ακυρότητα λόγω της μη εγγραφής της υπόθεσης στα βιβλία διεκδικήσεων και τούτο διότι η κρινόμενη υπόθεση με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα αφορά προσβολή οροφοκτήτη από έτερους οροφοκτήτες και δη λόγω προσβολής αυτού βάσει του κανονισμού ή της πράξης σύστασης δικαιώματος του για χρήση κοινόκτητου και κοινόχρηστου πράγματος, για την οποία ζητά άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον και επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και ουδόλως συνιστά αρνητική αγωγή για την οποία να απαιτείται εγγραφή στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων και ii) ότι πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την τρίτη εναγόμενη, με το σκεπτικό ότι αυτή ως μισθώτρια δεν νομιμοποιείται παθητικά στα πλαίσια της ένδικης διαφοράς, απορρέουσας από τη σχέση οροφοκτησίας, ακόμη και αν αποδέχθηκε τον κανονισμό, β) ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ως άνω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (Ill), όπως και νόμιμη, στηριζόμενη, στις διατάξεις, που αναφέρονται ανωτέρω στις νομικές σκέψεις υπό στοιχεία (I α. β και III) και σ’ αυτές των άρθρων 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, 54 ΕισΝΑΚ, 1002, 1117 ΑΚ, 176, 947 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων: і) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να εκτελέσουν τις απαιτούμενες εργασίες με ασφάλεια και τήρηση των διατάξεων του νόμου με το σκεπτικό ότι δεν συνιστά παραδεκτό αντικείμενο της ένδικης αγωγής, αλλά σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στις διατάξεις του νόμου, προβλέπονται κατά περίπτωση οι σχετικές συνέπειες και ii) να επιτραπεί στην ενάγουσα να το πράξει με δαπάνες των εναγόμενων με το σκεπτικό ότι αυτό είναι αόριστο διότι δεν γίνεται επίκληση των επιμέρους εργασιών και του κόστους εκάστης εξ αυτών. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Ως εκ τούτου η υπ’ αριθ. 703/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 2 ΚΠολΔ), είναι οριστική κατά την έννοια του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, καθότι περατώθηκε όλη η δίκη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απεκδύθηκε της εξουσίας του επ’ αυτής, οπότε και υπόκειται σε έφεση. Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα - ενάγουσα ως ηττηθείσα πρωτοδίκως διάδικος άσκησε την κρινόμενη από 16.6.2023 με αρ. κατ. .../.../30.8.2024 (αρ. προσδ. εφετείου .../.../2.9.2024) έφεσή της με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου της έφεσης στη γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στην εκκαλούσα, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται τέτοια και επιπλέον δεν παρήλθε η διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης την 2.9.2022 μέχρι την κατάθεση από την εκκαλούσα στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του εισαγωγικού δικογράφου της έφεσης, κατά τα ανωτέρω, στις 30.8.2024 (αρθ. 495 παρ. 1,511,513 παρ.1, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθρ. 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του N. 3994/25-7-2011). Η εκκαλούσα, επίσης, κατέβαλε το νόμιμο παράβολο σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο 3 του ν. 4335/2015 και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 35 παρ. 2 του N. 4446/2016 (ФЕК А 240/22-12-2016). Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθ. ….2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …., προκύπτει ότι η έφεση, με πράξη ορισμού δικασίμου για συζήτηση αυτής την ως άνω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη ημερομηνία, της 26.1.2024, επιδόθηκε προς την τρίτη εφεσίβλητη, επισπεύδεται δε από την εκκαλούσα. Πλην όμως, η τρίτη εφεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εν λόγω δικάσιμο. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (Γ), πρέπει, καθόσον η έφεση επιδόθηκε νόμιμα στην τρίτη εφεσίβλητη, να προχωρήσει η διαδικασία σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΕφΑΘ 1831/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ). Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να γίνει η ένδικη έφεση τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, κατά την ίδια διαδικασία, όπως και πρωτοδίκως, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (αρ ... παρ. 1 ΚΠολΔ), με τους οποίους η εκκαλούσα - ενάγουσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη απόφαση και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή της.
Ακολούθως και αναφορικά με συναφή δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αναφορικά με την προαναφερθείσα απόρριψη της ένδικης αγωγής ως προς την τρίτη εφεσίβλητη, ο οποίος εξετάζεται, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (IV α), στο παρόν δικονομικό στάδιο της εξέτασης του παραδεκτού της έφεσης ως προς την εν λόγω εφεσίβλητη, αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (TV β), ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης αυτής, καθώς στις διαφορές που πηγάζουν από τη σχέση της οροφοκτησίας και ανάγονται σε διαφορές μεταξύ ιδιοκτητών κύριων αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών - ορόφων ή ιδιαιτέρων τμημάτων (διαμερισμάτων, καταστημάτων κ,λπ.) της ίδιας υφιστάμενης κοινής οικοδομής, ως διάδικοι νομιμοποιούνται μόνο εκείνοι οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ή το ένα από αυτά είναι διαχειριστής της πολυκατοικίας και το άλλο ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, ενώ η συγκεκριμένη εφεσίβλητη ενάγεται, κατά τα ανωτέρω, με την ιδιότητα αυτής, ως μισθώτρια της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση έκρινε ομοίως και απέρριψε για τον ίδιο λόγο την ένδικη αγωγή ως προς την τρίτη εναγόμενη - τρίτη εφεσίβλητη, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της ηττηθείσας εκκαλούσας, λόγω της μη υποβολής της τρίτης εφεσίβλητης σε τέτοια εκ της μη παράστασής της ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
VI. Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 248/2019, 470/2018, 781/2017,226/2016, 845/2011,279/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Περαιτέρω, αναφορικά με το προαναφερθέν αγωγικό αίτημα περί του να επιτραπεί στην ενάγουσα σε περίπτωση που δεν καθαιρέσουν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι την αναφερόμενη στην αγωγή κατασκευή, να το πράξει η ίδια με δαπάνες των εν λόγω εναγομένων, το οποίο απορρίφθηκε ως αόριστο λόγω του ότι δεν γίνεται επίκληση των επιμέρους εργασιών και του κόστους εκάστης εξ αυτών, αυτό, ενόψει του αναφερόμενου αμέσως παραπάνω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (VI) μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης της εκκαλούσας - ενάγουσας (άρθρο 522 ΚΠολΔ), κρίνεται ορισμένο και νόμιμο και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (V) ειδικότερα εκτιθέμενα, στην περίπτωση, που οι εναγόμενοι οφειλέτες δεν συμμορφωθούν σε περίπτωση κρίσης περί της ουσιαστικής βασιμότητας των αιτούμενων με την ένδικη αγωγή ανωτέρω υποχρεώσεων τους, γεννάται αυτόματα δικαίωμα της εκκαλούσας - δανείστριας να υποκαταστήσει αυτούς και να ενεργήσει αυτή τις υλικές πράξεις, η δε επιχείρηση των εν λόγω πράξεων από το δανειστή, αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης, δεκτού γενομένου ως και κατ’ ουσίαν βάσιμου του συναφούς τρίτου λόγου έφεσης, όπως αντίστοιχα, δεκτής γενομένης ως και ουσιαστικά βάσιμης της κρινόμενης έφεσης, ενόψει του οποίου πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το εν λόγω κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε ως αόριστο το παραπάνω αγωγικό αίτημα και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, να εκδικασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ).
VII. Εξάλλου η αξίωση, με την οποία επιδιώκεται η συμμόρφωση στις διατάξεις της περί οριζοντίου ιδιοκτησίας νομοθεσίας, μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 442/2019, 70/2019, 2156/1984 ΤΝΠ ΔΣΑ). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση ή από τις μεσολαβήσασες περιστάσεις ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, καθόσον, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες, οι οποίες απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Ειδική περίπτωση καταχρήσεως δικαιώματος αποτελεί η αποδυνάμωση αυτού, η οποία προϋποθέτει: α) ύπαρξη δικαιώματος, β) την επί κάποιο χρόνο μη άσκηση αυτού και γ) συμπεριφορά του δικαιούχου τέτοιου είδους, η οποία, αντικειμενικά κρινόμενη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, παρέχει στο άλλο μέρος την εύλογη πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί, προκειμένου να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα σε ανατροπή της δημιουργηθείσας υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας επί μακρό χρόνο καταστάσεως. να εξέρχεται των τιθέμενων με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της καταστάσεως προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο, το ζήτημα δε του εάν οι συνέπειες, τις οποίες επάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να επάγεται δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΌλΑΠ, 2/2019, 6/2016, 5/2011, 7/2002, 8/2001 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 36.1531, ΑΠ 1112/2019, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 172/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 151/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 496/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1432/2010 ΕλλΔνη 52.492). Καθόσον αφορά στα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ κριτήρια ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, τα οποία τίθενται διαζευκτικώς, υπό την έννοια ότι αρκεί η πλήρωση έστω ενός, προκειμένου να διαγνωσθεί η κατάχρηση, ως «καλή πίστη» νοείται η ευθύτητα, εμπιστοσύνη και εντιμότητα, οι οποίες πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, δηλαδή η συμπεριφορά η επιβαλλόμενη στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοούμενη αντικειμενικός, ώστε να μην βλάπτει ο δικαιούχος κάποιον άλλον, δυσαναλόγως προς την ωφέλεια, την οποία αποκομίζει από την άσκηση του δικαιώματος του, αλλά να προτιμά ηπιότερο τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος. Ως κριτήριο των «χρηστών ηθών» χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά τη γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος και υγιώς σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου. Ο «κοινωνικός» και «οικονομικός» σκοπός του δικαιώματος συναρτάται προς την επιτελούμενη με το δικαίωμα λειτουργία, πέραν της εξυπηρετήσεως των ατομικών συμφερόντων του φορέα του, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως. Τέλος, «προφανής» είναι η υπέρβαση των ορίων ασκήσεως του δικαιώματος, όταν είναι έκδηλη, καταφανής. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει, όταν ο ασκών το δικαίωμα, δεν προσδοκά κάποιο συμφέρον ή, κατ’ άλλη έκφραση, όταν η υπέρβαση προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας (ΑΠ 1162/2019, 114/2019, 601/2013, 578/2012, 307/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτήν την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 783/2023, 2115/2022, 1475/2022, 144/2019, 1884/2013, ΕφΛαρ 6/2024 ΤΝΠ Νόμος), καθώς η εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ προϋποθέτει παραδοχή της αξίωσης και όχι άρνηση της ύπαρξης του δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 265/2015,314/2023,2215/2022,144/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων αφενός του μάρτυρα απόδειξης ... ... και αφετέρου ανταπόδειξης ... ..., που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου, των φωτογραφιών η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), χωρίς όμως, η ρητή αναφορά κάποιων εξ αυτών να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ,Πολ,Δ. (Ολ.Α.Π. 8/2005, All 42/2024 ΤΝΠ ΔΣΑ), τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη και από όσα ρητώς ή εμμέσως ομολογούνται από τους διαδίκους με τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261, 352 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Δυνάμει της υπ’ αριθ. ….2015 «τροποποίησης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμό κτιρίου» της συμ/φου Αθηνών Μαρία….., νόμιμα μεταγεγραμμένης στο Υποθηκοφυλακείο …. στο τόμο …. με α.α. 426 έχει υπαχθεί στο σύστημα της οροφοκτησίας οικοδομή, έχουσα: Β υπόγειο, Α' υπόγειο, ισόγειο, ημιώροφο, Α' όροφο, Β' όροφο και Γ' όροφο και η οποία ανεγέρθηκε σε οικόπεδο στο ... Αττικής, στο συνοικισμό ... εντός του υπ’ αριθ. (17) Ο.Τ., επί της διασταυρώσεως της Λεωφ. ... αριθμός 1 και Λεωφ. ..., επιφάνειας 615,96 τμ, που συνορεύει Βορειοανατολικά επί πλευράς ΓΔ μήκους μέτρων (22) με ιδιοκτησίες αγνώστων, Νοτιοανατολικά επί προσώπου ΓΒ μήκους μέτρων 37,30 με λεωφόρο ..., Νοτιοδυτικά επί προσώπου AB μήκους μέτρων 10,80 με τη λεωφόρο ... και Βορειοδυτικά επί πλευράς ΑΔ μήκους μέτρων 35,50 με ιδιοκτησία αγνώστων. Ακολούθως, με το υπ’ αριθ. .../...2016 συμβόλαιο της ιδίας συμ/φου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο …. στον τόμο …. με α.α. 31, η εκκαλούσα - ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία κατέστη κυρία μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας - γραφείου του «πρώτου (Α) υπέρ του ισογείου ορόφου» της ανωτέρω οικοδομής, η οποία, σύμφωνα με την ίδια ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, αποτελείται από τρεις χώρους και W.C., έχει επιφάνεια 259,60 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 170%ο εξ αδιαιρέτου και συνορεύει γύρωθεν με πρασιά και πέραν αυτής με την οδό ..., κλιμακοστάσιο, πλατύσκαλο ορόφου, χώρο ανελκυστήρα, πρασιά και πέραν αυτής με τη λεωφόρο ..., έχει δε ΚΑΕΚ .../0/4. Ειδικότερα με την ίδια ως άνω πράξη ορίστηκε ότι εκ της επιφάνειας των (259,60 τ.μ.): α) (152,55 τ.μ.) είναι σύμφωνα με την απ’ αριθ. …..1991 άδεια δόμησης του γραφείου πολεοδομίας …., β) (47,41 τ.μ.), που ήταν ημιϋπαίθριος χώρος τακτοποιήθηκε με την υπ’ αριθ. πρωτ. ….2011 αίτηση προς το πολεοδομικό γραφείο …., δυνάμει του ν. 3843/2010, γ) (17 τ.μ.), τακτοποιήθηκαν σύμφωνα με το ν. 4178/2013, λόγω κλεισίματος της οπής ανελκυστήρα και κατασκευάστηκε wc ανδρών γυναικών και δ) (42,32 τ.μ.) τακτοποιήθηκαν σύμφωνα με το ν. 4178/2013, λόγοι επέκτασης ορόφου (φύλλο 19 της πράξης σύστασης). Περαιτέρω, οι πρώτη και δεύτερος των εφεσιβλήτων - πρώτη και δεύτερος των εναγόμενων είναι συγκύριοι, μεταξύ άλλων, κατά ποσοστά 95% και 5%, αντίστοιχα, μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας στην ίδια οικοδομή και δη, σύμφωνα με την ίδια ως άνω πράξη σύστασης (φύλλο 16 της πράξης σύστασης), του υπό στοιχεία (1-2), καταστήματος «snack bar — καφετερία — ταχυφαγείο» του ισογείου, που αποτελείται από ενιαίο χώρο, ιματιοθήκη, WC ανδρών-γυναικών και WC αναπήρων, έχει επιφάνεια 156 τμ, ύψος 5,60 μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 300%ο και συνορεύει γύρωθεν με πρασιά και πέραν αυτής με την οδό ..., πρασιά και πέραν αυτής με τη λεωφόρο ..., όριο οικοπέδου, ανελκυστήρα αυτοκινήτων, (1-1) κατάστημα ίδιου ορόφου, κλιμακοστάσιο, πλατύσκαλο ορόφου και χώρο ανελκυστήρα, για την οποία εκδόθηκε η, με α α. δήλωσης 2802436 και με κατάσταση δήλωσης, οριστική υπαγωγή με Α/Α πρωτοκόλλου ... και ημερομηνία δημιουργίας 29.12.2014. Το κατάστημα περιήλθε κατά κυριότητα στην πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία δυνάμει της υπ’ αριθ. …...2016 πράξης δήλωσης άσκησης δικαιώματος προαιρέσεως, λύσης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και μεταβίβασης ακινήτων της ιδίας ως άνω συμ/φου Αθηνών, νόμιμα μεταγεγραμμένης στο Υποθηκοφυλακείο …. στον τόμο ... με α.α. ... και στον δεύτερο δυνάμει της υπ’ αριθ. ….2018 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμ/φου Αθηνών ….., νόμιμα καταχωρημένης στο Κτηματολογικό Γραφείο …. με αριθ. …..2018 με ΚΑΕΚ .../0/6. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τον ως άνω κανονισμό πολυκατοικίας (φύλλο 23 επ.) (άρθρο 1°) «Ο κανονισμός αυτός καθορίζει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας μεταξύ τους καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και δεσμεύει αυτούς και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους...» (άρθρο 2°) «Κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας» «Κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώρος πράγματα έργα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας είναι ενδεικτικά και όχι περιοριστικά: Το οικόπεδο, ο ακάλυπτος χώρος αυτού, τα θεμέλια, το δώμα, ο σκελετός της οικοδομής, οι μεσοτοιχίες, οι εξωτερικοί τοίχοι των άλλων κοινόχρηστων χώρων, το κλιμακοστάσιο, τα πλατύσκαλα και οι διάδρομοι κάθε ορόφου, το άνοιγμα του ανελκυστήρα και ο θάλαμος, το μηχανοστάσιο και το τροχαλιοστάσιό του, τα στηθαία, οι διακοσμήσεις κεντρικής εισόδου και των προσόψεων, η εσωτερική τηλεφωνική εγκατάσταση, οι εγκαταστάσεις και οι σωληνώσεις νερού, ηλεκτρικού και οποιοσδήποτε μορφής θέρμανση (...). Η δημιουργία πρασίνου στις πρασιές της πολυκατοικίας και του εν γένει ακαλύπτου χώρου αυτής ακόμη θα αποφασίζεται κατόπιν Γενικής Συνέλευσης των ιδιοκτητών αυτής. Στα παραπάνω κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, χώρους, έργα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας ή και σε κάθε άλλο πράγμα που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με την αρμονία και την αρχιτεκτονική το» κτηρίου, δεν επιτρέπεται καμία μετατροπή αφαίρεση ή προσθήκη χωρίς προηγούμενη απόφαση της Γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών», (άρθρο 3°) (...) «Στις δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται ενδεικτικά οι δαπάνες α) (...) γ) για τη συντήρηση και καλλωπισμό της πρασιάς και γενικά του ακάλυπτου χώρου της οικοδομής (...)». (άρθρο 4°) «Δικαιώματα, υποχρεώσεις και περιορισμοί χρήσης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κοινοχρήστων» «(...) Απαγορεύεται η κατάληψη έστω και προσωρινά κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της πολυκατοικίας με οποιοδήποτε αντικείμενο ή η χρησιμοποίηση για παιχνίδια ή η παραμονή σε αυτούς (...). Ο ιδιοκτήτης διαιρεμένης ιδιοκτησίας της οποίας τη χρήση με οποιονδήποτε τρόπο παραχώρησε ή μίσθωσε σε τρίτο, είναι υποχρεωμένος να κάνει γνωστούς στον τρίτο τους όρους, περιορισμούς και απαγορεύσεις του Κανονισμού αυτού και να τον υποχρεώνει με έγγραφο να τους τηρεί Σε περίπτωση παράβασης όρου ή απαγόρευσης του Κανονισμού από τον τρίτο, την ευθύνη την έχει ο ιδιοκτήτης, ο οποίος είναι υποχρεωμένος, όταν ειδοποιηθεί με έγγραφο από τον διαχειριστή να αποβάλλει αμέσως τον τρίτο από την οριζόντια ιδιοκτησία (...). Οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι πράγματα και εγκαταστάσεις πρέπει να είναι διαρκώς ελεύθεροι και καλά συντηρημένοι (...)». Ακολούθως, ενόψει του ότι με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται για κακή και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη απόφαση, αναφορικά με την αποδοχή από αυτήν ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της στηριζόμενης στο άρθρο 281 ΑΚ ένστασης των δύο πρώτων εναγόμενων - δύο πρώτων εφεσιβλήτων, εξετάζεται αρχικά, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (VI) εκτιθέμενα, βάσει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ, ως προς το ορισμένο και το νόμιμο αυτού, ο σχετικός, πρωτοδίκως προβληθείς και επαναφερόμενος με το δικόγραφο των προτάσεων των εν λόγω εφεσιβλήτων, ισχυρισμός αυτών, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εκκαλούσας για έγερση της ένδικης αγωγής, στον οποίο εξέθεσαν, όπως εκτιμάται, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στο ... ..., το έτος δε 2007 εκείνος προκειμένου να τύχει χρηματοδότησης η πρώτη εφεσίβλητη, το μεταβίβασε σε εταιρεία leasing και εκείνη το μίσθωσε. Ότι το έτος 2010, η πρώτη των εφεσιβλήτων και η δικαιοπάροχος του δευτέρου εξ αυτών μίσθωσαν στην αναφερόμενη εταιρεία το επίδικο ισόγειο κατάστημα. Ότι λόγω του ότι εσφαλμένα μισθώθηκε τότε το εν λόγω κατάστημα από τους ανωτέρω ως κυρίους, αυτοί προέβησαν σε νέο ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης από 1.3.2011, το οποίο τροποποιήθηκε κατά τα σχετικώς αναφερόμενα στις 10.2.2014. Ότι οι μισθωτές από το έτος 2010 όταν εγκαταστάθηκαν στο επίδικο κατάστημα τοποθέτησαν ξύλινο μεταλλικό εξώστη και τις μεταλλικές κατακόρυφες κολώνες, ήτοι κατασκεύασαν την διαλαμβανόμενη στην ένδικη αγωγή, κατασκευή. Ότι λόγω ανώμαλης εξέλιξης της μίσθωσης αποβλήθηκαν οι μισθωτές το έτος 2015 και στη συνέχεια στις 25.8.2016 (η πρώτη των εφεσιβλήτων και η δικαιοπάροχος του δευτέρου εξ αυτών) μίσθωσαν το επίδικο κατάστημα σε άλλη εταιρεία. Ότι με το υπ’ αριθ. .../2016 συμβόλαιο η εκκαλούσα - ενάγουσα αγόρασε από τους ανωτέρω, γραφείο στην επίδικη οικοδομή, προκειμένου με τα χρήματα της εν λόγω αγοραπωλησίας η πρώτη εφεσίβλητη να εξοφλήσει υποχρεώσεις της, κατά δε τον εν λόγω χρόνο η κατασκευή υφίστατο ήδη πέραν της εξαετίας. Ότι με την ιδιοκτήτρια της εκκαλούσας και το σύζυγό της, ο ιδιοκτήτης της πρώτης εφεσίβλητης είχε άριστες σχέσεις, κάθονταν δε μαζί στα τραπεζάκια επί του σκεπασμένου εξώστη στο επίδικο κατάστημα. Ότι ο ιδιοκτήτης της πρώτης εναγομένης είχε εξηγήσει στους ανωτέρω τα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει με τους μισθωτές του επίδικου καταστήματος, εκείνοι δε είχαν δείξει κατανόηση. Ότι ο σύζυγος της ιδιοκτήτριας της εκκαλούσας ... ... ήταν ιδιοκτήτης πολλών ακινήτων και ότι ο ... ... τον συμβουλευόταν αναφορικά με τα δικά του ακίνητα. Ότι στις αρχές του έτους 2021 ανέφερε στους ανωτέρω ότι προτίθεται να πωλήσει το επίδικο κατάστημα λόγω οικονομικών δυσχερειών και εκείνοι του ανέφεραν ότι επιθυμούσαν την αγορά αυτού μέσω της εκκαλούσας πλην όμως, η προταθείσα τιμή ήταν αρκετά χαμηλή ακόμη και ως προς την αντικειμενική αξία του. Ότι ο ιδιοκτήτης της πρώτης εφεσίβλητης διαφώνησε και ανέφερε ότι θα βρει έτερο αγοραστή, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι σχέσεις τους και του δηλώθηκε ότι είτε θα αποκτήσει το επίδικο κατάστημα η εκκαλούσα είτε κανείς και ότι θα εκδιώκεται οποιοσδήποτε αγοραστής ενδιαφέρεται να το αποκτήσει. Ότι κατόπιν αυτών κοινοποιήθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη την 26.3.2021 εξώδικη δήλωση της εκκαλούσας με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων την απομάκρυνση της επίδικης κατασκευής. Ότι άμεσα μίλησαν με τους εκπροσώπους της εκκαλούσας για το λόγο, που προέβη εκείνη σε τέτοια ενέργεια και ζήτησαν τη σχετική τροποποίηση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας καθότι συμφωνούσαν προς τούτο οι λοιποί συνιδιοκτήτες και τότε ο ... ... ανέφερε στο ... ... ότι δεν υπάρχει περίπτωση να συμφωνήσει και ότι θα χάσει τουλάχιστον 200.000 ευρώ εκτός αν του πουλούσε στον ίδιο. Ότι μέχρι την ημέρα που αρνήθηκαν να πωλήσουν το ακίνητο στην εκκαλούσα, εκείνη τους είχε δημιουργήσει εύλογα την πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε το δικαίωμά της αφού συναντούσε στην ύπαρξη της κατασκευής. Ότι η συναίνεση και η αποδοχή της επίδικης κατασκευής συνάγεται από το γεγονός ότι η εκκαλούσα είχε εκφράσει στο Γ. ... την άποψή της για τη μίσθωση του επίδικου καταστήματος, καθώς και πως θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετική διαμόρφωση αυτού. Ότι στις γενόμενες μεταξύ των ανωτέρω, συζητήσεις είχε γνωστοποιηθεί στον ιδιοκτήτη της εκκαλούσας ότι είχε νομιμοποιηθεί η επίδικη κατασκευή, για την οποία η εκκαλούσα είχε καταβάλει πρόστιμο 60.000 ευρώ. Ότι η ως άνω μεταγενέστερη συμπεριφορά της εκκαλούσας, η οποία αν και γνώριζε τα ανωτέρω αδράνησε και δεν άσκησε το σχετικό δικαίωμά της όλο αυτό το διάστημα, τείνει σε ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης, ήτοι άνω της δεκαετίας γεγονός που αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ενώ η τυχόν αφαίρεση της επίδικης κατασκευής θα σημάνει την πλήρη οικονομική καταστροφή των εκμισθωτών, καθότι η μισθώτρια έχει δηλώσει ότι θα καταγγείλει τη μίσθωση και θα αποχωρήσει από το επίδικο μίσθιο, καθώς και ότι το ύψος του μηνιαίου μισθώματος συναρτάται απόλυτα με την ύπαρξη και διατήρηση της επίδικης κατασκευής. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, κρίθηκε πρωτοδίκως ως νόμιμη ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, όπως άλλωστε και κρίνεται εκ νέου, καθότι διαλαμβάνονται τα απαραίτητα, σύμφωνα με τη σχετική ως άνω νομική σκέψη υπό στοιχείο (VII), στοιχεία του νομίμου αυτής, επ’ αυτού δε του ισχυρισμού λεκτέα τα ακόλουθα: Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι παρά τα προδιαληφθέντα στον κανονισμό της επίδικης οικοδομής, έχει κατασκευασθεί, σε επαφή με το προαναφερθέν ισόγειο κατάστημα (1-2) κυριότητας των δύο πρώτων των εφεσιβλήτων, παράνομα ξύλινος σταθερός εξώστης πάνω σε σταθερή μεταλλική βάση, ο οποίος καλύπτει ολόκληρο το πλάτος της πρασιάς της επίδικης οικοδομής, που βρίσκεται μεταξύ της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας και των ανωτέρω οδών και σε όλο το μήκος αμφοτέρων των όψεων του εν λόγοι καταστήματος και δη: α) προς τη λεωοφόρο ... μήκους 14 μέτρων (εκ των οπαίων τα 9,50 είναι η πρόσοψη του καταστήματος) και πλάτους 3,90 μέτρων και β) προς τη λεωφ. ... μήκους 15,90 μέτρων (εκ των οποίων 12 μέτρα είναι η πρόσοψη του καταστήματος) και πλάτους 4,50 μέτρων, έχει δε η επίδικη κατασκευή συνολική επιφάνεια 108,50 τ.μ. [(9,50 x 3,90 καλυπτόμενη επιφάνεια επί της οδού ...) + (12 χ 4,50 καλυπτόμενη επιφάνεια επί της λεωφόρου ...) + (3,90 χ 4,50, καλυπτόμενη επιφάνεια επί της γωνίας των ανωτέρω οδών)]. Ο εν λόγω εξώστης φέρει μεταλλικές κατακόρυφες κολώνες, ενώ έχουν τοποθετηθεί υαλοπίνακες, μεταλλικό σκέπαστρο κλπ, που καλύπτουν ολόκληρη την επιφάνεια της κοινόχρηστης και κοινόκτητης κλίμακας και πρασιάς μπροστά από το κατάστημα, ενώ τροποποιήθηκε και η κλίμακα δίπλα από την κεντρική είσοδο του κτιρίου, ώστε να εισέρχονται απευθείας οι πελάτες του καταστήματος από το εν λόγω πλατύσκαλο. Η συγκεκριμένη κατασκευή έγινε το 2010 από τους τότε μισθωτές του ανωτέρω καταστήματος, που λειτουργούσε ως καφετερία - snack bar και δη την εταιρεία με την επωνυμία «…. ΕΠΕ» και τον ..., οι οποίοι προέβησαν στην εν λόγω κατασκευή με την συναίνεση της πρώτης εφεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου του δευτέρου εφεσιβλήτου, καταλαμβάνοντας το χοίρο του προκηπίου - πρασιάς, που αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (II α), ειδικότερα εκτιθέμενα, καθώς αποτελεί το τμήμα, σύμφωνα με то άρθρο 2 του ν. 1577/1985, του οικοδομικού τετραγώνου που βρίσκεται ανάμεσα στη ρυμοτομική γραμμή και τη γραμμή δόμησης. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η πρώτη εφεσίβλητη και η δικαιοπάροχος του δευτέρου εξ αυτών είχαν υποβάλλει, αναφορικά με την ως άνω κατασκευή, την υπ’ αριθ. …..2014 δήλωση ένταξης — τακτοποίηση των εν λόγω αυθαιρέτων κατασκευών, βάσει των προδιαληφθέντων στη νομική σκέψη υπό στοιχείο (I β ì), διατάξεων στο ν. 4178/2013 και εν συνεχεία την υπ’ αριθ. ........ δήλωση ένταξης στο ν. 4495/2017, με τις οποίες τακτοποιήθηκε πολεοδομικά, μεταξύ άλλων, η εν λόγω αυθαίρετη κατασκευή και δη υπό φύλλο καταγραφής 7 με τίτλο «Λοιπές πολεοδομικές παραβάσεις» τακτοποιήθηκαν: «... αλλαγή χωροθέτησης δύο θέσεων στάθμευσης στην πρασιά, μη υλοποίηση δεντροφύτευσης βάσει διαγράμματος δόμησης, δημιουργία deck στο σύνολο της πρασιάς έμπροσθεν του καταστήματος 1-2, τοποθέτηση υαλοπετασμάτων ασφαλείας περιμετρικά του deck, κατασκευή κινητής τέντας στην οροφή της πέργκολας, τοποθέτηση τεντών και επιγραφών στην πρόσοψη της πέργκολας, κατασκευή εξωτερικής κλίμακας», πλην όμως, επίσης, σύμφωνα με την οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (I β ii) διαλαμβανόμενα με την πολεοδομική τακτοποίηση της σχετικής αυθαίρετης κατασκευής, αυτή δεν νομιμοποιείται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, οι ανωτέρω δε ενέργειες συνιστούν παράνομη κατάληψη του κοινοκτήτου και κοινοχρήστου ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου. Στη συνέχεια, το ανωτέρω κατάστημα μισθώθηκε από 1.9.2016 στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «….» και το διακριτικό τίτλο «….. Α.Β.Ε.Ε», με το 24.8.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δηλώθηκε στην ΑΑΔΕ με αριθ. .... Η τελευταία προέβη μεταξύ άλλων σε ανακαίνιση, χρωματισμό, τοποθέτηση ανοιγόμενων υαλοπετασμάτων (τζαμιών) σχεδόν σε όλη την επίδικη κατασκευή, χρησιμοποιώντας και αυτή, όπως και η προκάτοχός της, αυτήν ως χώρο για ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων και αφήνοντας ελεύθερο χώρο δίπλα στην κλίμακα της κεντρικής εισόδου της επίδικης οικοδομής για είσοδο των πελατών της προς το ως άνω κατάστημα. Οι συγκεκριμένες εργασίες ανακαίνισης από την τελευταία μισθώτρια έγιναν εν γνώσει των εκπροσώπων της εκκαλούσας συνιδιοκτήτριας στην επίδικη οικοδομή, καθότι αυτή είχε ήδη αγοράσει την ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία στον πρώτο όροφο της επίδικης οικοδομής, κατά τα ανωτέρω, μικρό χρονικό διάστημα πριν (...2016). Όμως, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ήδη πριν από την ως άνω αγορά της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου της επίδικης οικοδομής και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για αυτήν (αγορά), οι εκπρόσωποι της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, είχαν αντιδράσει στην ύπαρξη της επίδικης κατασκευής με την τότε μορφή της, ήτοι πριν την, κατά τα ανωτέρω, ανακαίνισή της από την νέα ως άνω μισθώτρια εταιρεία του υπό στοιχείο (I - 2) καταστήματος του ισογείου της επίδικης οικοδομής, είχε δε υπάρξει από την πλευρά των πωλητών αρχικά η διαβεβαίωση ότι μέχρι την εγκατάσταση της εκκαλούσας στην οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου, θα απομακρυνόταν η επίδικη κατασκευή από το παραπάνω σημείο του ακινήτου, στη συνέχεια δε και μετά τη σχετική εγκατάσταση της εκκαλούσας, που έγινε μετά την πάροδο περίπου ενάμιση έτους, ο ... ... εκ νέου ζήτησε προσωπικά στους εκπροσώπους της εκκαλούσας, λόγοι οικονομικών προβλημάτων που είχε η πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία, να καθυστερήσει για ένα έως ενάμιση έτος, η εν λόγω απομάκρυνση της επίδικης κατασκευής, προκειμένου να διευθετηθούν τα ως άνω οικονομικά προβλήματα Στο μεσοδιάστημα και μέχρι και το έτος 2019 η εκκαλούσα μέσω των εκπροσώπων της, προέβαινε σε προφορικές διαμαρτυρίες για τη μη απομάκρυνση της επίδικης κατασκευής, από την πλευρά δε των δύο πρώτων εφεσιβλήτων υπήρχε η συνεχής διαβεβαίωση για την απομάκρυνση της εν λόγω αυθαίρετης κατασκευής, με την παράκληση αυτών να εξακολουθήσει η διευκόλυνση στα ως άνω οικονομικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε η πρώτη εξ αυτών, για πρώτη δε φορά το έτος 2020 υπήρξε από την πλευρά των κυρίων του ως άνω καταστήματος η αναφορά ότι δεν προχωρήσουν σε καθαίρεση της επίδικης κατασκευής, για το λόγο δε αυτό η εκκαλούσα απέστειλε προς την πρώτη εφεσίβλητη την από 19.3.2021 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση και πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία την 26.3.2021 (βλ. την υπ’ αριθ. ….2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών …..), με την οποία, μεταξύ άλλων, ζήτησε την καθαίρεση της ευρισκόμενης στην πρασιά της ως άνω οικοδομής, επίδικης κατασκευής. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω στηρίζεται, ιδίως, στη σαφή και κατηγορηματική, ως προς τα ανωτέρω, κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συνεπικουρείται δε αναφορικά με τη μορφή της επίδικης κατασκευής από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, που αποτυπώνουν αυτήν και δη τον εξωτερικό χώρο της (1-2) οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου, τόσο στο παρελθόν όσο και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία κατάθεση (του μάρτυρα απόδειξης) κρίνεται πειστικότερη, μη αναιρούμενη από την εκ διαμέτρου αντίθετη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία δεν ενισχύεται από οπουδήποτε άλλα προσκομιζόμενα από τους δύο πρώτους εφεσίβλητους αποδεικτικά στοιχεία και τούτο διότι σε περίπτωση βασιμότητας του βασικού ισχυρισμού του μάρτυρα ανταπόδειξης Γ. ... περί του ότι η διαμάχη με την εκκαλούσα ξεκίνησε λόγω της άρνησης του ιδίου να πωληθεί σ’ αυτήν (εκκαλούσα) η οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχείο (1-2) του ισογείου σε τιμή χαμηλότερη της αντικειμενικής αξίας της, καθότι όπως ανέφερε ο ίδιος «...μου έκανε προσφορά (ο εκπρόσωπος της εκκαλούσας) η οποία δεν με συνέφερε. Είχα (προσφορά) για 950.000 (ευρώ)...», τότε ενόψει του πολύ μεγάλου ύψους του διαλαμβανόμενου ποσού, ευχερώς θα προσκομιζόταν η σχετική αλληλογραφία, μεταξύ του υποψηφίου αγοραστή και των πωλητών, καθόσον σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν νοείται να υφίσταται βάσιμη προσφορά αγοράς εμπορικού ακινήτου — καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, σύμφωνα με την πράξη σύστασης, που εγγίζει το ένα εκατομμύριο ευρώ, χωρίς οιασδήποτε μορφής αλληλογραφία κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων των μερών, εκ της οποίας να προκύπτουν σαφώς οι θέσεις αυτών. Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι τμήμα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου της επίδικης οικοδομής κυριότητας της εκκαλούσας είχε, κατά τα ανωτέρω, νομιμοποιηθεί από τους τότε κυρίους αυτής, πριν από τη σύνταξη της ανωτέρω τροποποιητικής πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών το έτος 2015 και κατ’ αναγκαία ακολουθία πριν από την πώληση αυτής στην εκκαλούσα το έτος 2016, ουδόλως δυνατοί να ενισχύσει τη θέση των εφεσιβλήτων περί της αποδοχής της εκκαλούσας αναφορικά με την ύπαρξη της επίδικης κατασκευής και τη μεταγενέστερη μεταστροφή της στάσης αυτής με την επίδοση του ως άνω εξωδίκου, καθώς σε κάθε περίπτωση, κατά τη σύναψη του σχετικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, είχε ήδη προηγηθεί το σύνολο των ενεργειών των τότε κυρίων της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας αναφορικά με τη νομιμοποίηση των προαναφερθέντων τμημάτων αυτής, η δε εκκαλούσα ως αγοράστρια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στις συγκεκριμένες διαδικασίες, το σύνολο των οποίων είχε ολοκληρωθεί τουλάχιστον κατά το έτος 2015, όταν και συντάχθηκε η ως άνω πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών. Άλλωστε ούτε και από μόνον το ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος προέβη σε σύναψη σύμβασης με τον κτηματομεσίτη …. την 8.1.2021 προκειμένου ο τελευταίος να βρει αγοραστές για το επίδικο κατάστημα (1-2) του ισογείου της ως άνω οικοδομής, όπως τούτο προκύπτει από το σχετικό προσκομιζόμενο από τους δύο πρώτους εφεσιβλήτους έγγραφο εντολής ανάθεσης για πώληση ακίνητου, δυνατοί να ενισχύσει τη θέση των δύο πρώτων εφεσιβλήτων περί του ότι ο λόγος για τον οποίο υπήρξε μεταστροφή της στάσης της εκκαλούσας, ήταν η άρνηση των εφεσίβλητων να πωλήσουν σε εκείνη το κατάστημα υπό στοιχείο (1-2) του ισογείου της επίδικης οικοδομής. Επιπροσθέτως, αναφορικά με τον ειδικότερο ισχυρισμό των δύο πρώτων εφεσιβλήτων ότι ζήτησαν από τους εκπροσώπους της εκκαλούσας τη σχετική τροποποίηση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας (με αποκλειστική χρήση της πρασιάς της επίδικης οικοδομής από τους ίδιους), καθότι συμφωνούσαν προς τούτο οι λοιποί συνιδιοκτήτες, πέραν του ότι η ουσιαστική βασιμότητα αυτού δεν προέκυψε από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, σε κάθε περίπτωση, αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς ενόψει των ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (II α iii) διαλαμβανομένων, καθότι και εάν ακόμη παρεχόταν το σχετικό δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στους δύο πρώτους εφεσιβλήτους επί της κοινόκτητης πρασιάς - προκηπίου της επίδικης οικοδομής, τούτο δεν περιέχει και εξουσία προς αυτούς περί άρσης του προβλεπόμενου προορισμού αυτής. Συνεπώς, ουδόλως αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των περιεχομένων στη σχετική ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ως άνω ισχυρισμών των δύο πρώτων εναγόμενων — δύο πρώτων εφεσιβλήτων και για το λόγο αυτό, η κρινόμενη ένσταση τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο εν προκειμένω, δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω ένστασης και ακολούθως, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, για το λόγο δε αυτό, δεκτού γενομένου του σχετικού πρώτου λόγου έφεσης, ως και κατ’ ουσίαν βασίμου και καθότι έχει εξαφανισθεί, κατά τα ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ’ ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον δε ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε η βασιμότητα των ισχυρισμών της εκκαλούσας - ενάγουσας περί της κατασκευής στην κοινόχρηστη και κοινόκτητη πρασιά - προκήπιο της επίδικης οικοδομής, του προαναφερθέντος αυθαίρετου εξώστη από τους δύο πρώτους εφεσιβλήτους, κυρίους της (1-2) οριζόντιας ιδιοκτησίας - καταστήματος του ισογείου ορόφου της εν λόγω οικοδομής, επί της οποίας υφίσταται πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμός πολυκατοικίας, η οποία κατασκευή παραβλάπτει τα δικαιώματα συγχρησης στον εν λόγω κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής, της συνιδιοκτήτριας στην επίδικη οικοδομή - εκκαλούσας, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή και να υποχρεωθούν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι - δύο πρώτοι εφεσίβλητοι εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την επομένη της επίδοσης της παρούσας απόφασης και με τη συνδρομή επιβλέποντος μηχανικού, να προβούν στην καθαίρεση, του παρανόμως, εντός της κοινόκτητης και κοινόχρηστης πρασιάς της οικοδομής, που βρίσκεται στο ... Αττικής, στο συνοικισμό ... εντός του υπ’ αριθ. (....) ОТ. και επί της διασταυρώσεως της Λεωφ. ... αριθμός ... και ….. ..., κατασκευασθέντος ξύλινου σταθερού εξώστη επί σταθερής μεταλλικής βάσης, ο οποίος καλύπτει ολόκληρο το πλάτος της πρασιάς της εν λόγω οικοδομής, που βρίσκεται μεταξύ της (1-2) οριζόντιας ιδιοκτησίας - καταστήματος του ισογείου και των ανωτέρω οδών και σε όλο το μήκος αμφοτέρων των όψεων του εν λόγω καταστήματος και δη: α) προς τη λεωφόρο ..., μήκους 14 μέτρων (εκ των οποίων τα 9,50 είναι η πρόσοψη του καταστήματος) και πλάτους 3,90 μέτρων και β) προς τη λεωφόρο ..., μήκους 15,90 μέτρων (εκ των οποίων 12 μέτρα είναι η πρόσοψη του καταστήματος) και πλάτους 4,50 μέτρων, έχει δε η κατασκευή αυτή, συνολική επιφάνεια 108,50 τ.μ [(9,50 x 3,90 καλυπτόμενη επιφάνεια επί της οδού ...) + (12 χ 4,50 καλυπτόμενη επιφάνεια επί της λεωφ. ...) + (3,90 χ 4,50 καλυπτόμενη επιφάνεια επί της γωνίας των ανωτέρω οδών)] και φέρει (ο εν λόγω εξώστης) μεταλλικές κατακόρυφες κολώνες, ενώ έχουν τοποθετηθεί υαλοπίνακες και μεταλλικό σκέπαστρο, που καλύπτουν ολόκληρη την επιφάνεια της κοινόχρηστης και κοινόκτητης κλίμακας και πρασιάς μπροστά από το κατάστημα, έχει δε τροποποιηθεί και η κλίμακα δίπλα από την κεντρική είσοδο του κτιρίου, ώστε να εισέρχονται απευθείας οι πελάτες του καταστήματος από το εν λόγω πλατύσκαλο, να αποκαταστήσουν τις βλάβες, που προκλήθηκαν κατά την κατασκευή και την τοποθέτησή της παραπάνω παράνομης κατασκευής, από κάθε είδους υλικό και κάθε μέσο σταθεροποίησής της και να απομακρύνουν τα εναπομείναντα υλικά, όπως και να επαναφέρουν τους κοινόχρηστους χώρους και τμήματα της ανωτέρω οικοδομής στην αρχική τους μορφή και κατάσταση, άλλως, σε περίπτωση που είτε παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία των τριών (3) μηνών από την επομένη της επίδοσης της παρούσας απόφασης είτε στη διάρκεια της προθεσμίας αυτής οι δύο πρώτοι εναγόμενοι - δύο πρώτοι εφεσίβλητοι εκδηλώσουν ρητά την άρνησή τους για την εκπλήρωση της ως άνω υποχρέωσής τους να επιτραπεί στην ενάγουσα - εκκαλούσα να προβεί αντί των δύο πρώτων εναγόμενων - δύο πρώτων εφεσιβλήτων και με έξοδα αυτών στις ανωτέρω εργασίες, υποχρεούμενων αυτών να ανεχθούν τις εργασίες αυτές με την απειλή σε βάρος τους για κάθε παράβαση, χρηματικής ποινής εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Επίσης, στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αποδοχή της έφεσης θα πρέπει η πρωτοβάθμια απ’ αριθ. 703/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να εξαφανιστεί και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της, - πλην της τρίτης εφεσίβλητης, ως προς την οποία κρίθηκε απαράδεκτη η έφεση και ισχύει η σχετική διάταξη περί δικαστικών εξόδων της πρωτοβάθμιας απόφασης -, τα οποία, επομένως θα καθορισθούν από την αρχή, δεδομένου ότι πλέον απαιτείται καθορισμός της δικαστικής δαπάνης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 183,176,178,179 Κ.Πολ.Δ.), τα δε δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας τους και να επιβληθεί ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης της εκκαλούσας - ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος των δύο πρώτων εναγόμενων - δύο πρώτων εφεσιβλήτων, κατά τα ιδιαίτερα, κάτωθι στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, οριζόμενα. Τέλος, μετά την αποδοχή της έφεσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που η εκκαλούσα προκατέβαλε κατά την κατάθεση αυτής (έφεσης) (βλ. άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και την εκ νέου ανπκ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του συγκεκριμένου άρθρου με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ A 240/22-12-2016] λόγω του χρόνου κατάθεσης της έφεσης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.6.2023 με αρ. κατ. .../.../30.8.2024 (αρ. προσδ. εφετείου .../.../2.9.2024) έφεση, ως προς την τρίτη εφεσίβλητη.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία την από 16.6.2023 με αρ. κατ. .../.../30.8.2024 (αρ. προσδ. εφετείου .../.../2.9.2024) έφεση ως προς τους δύο πρώτους εφεσιβλήτους.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 703/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 2 ΚΠολΔ).
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της ουσίας την 18.6.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../.../2021) αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους δύο πρώτους εναγόμενους - δύο πρώτους εφεσιβλήτους εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την επομένη της επίδοσης της παρούσας απόφασης και με τη συνδρομή επιβλέποντος μηχανικού; α) να προβούν στην καθαίρεση, του παρανόμως, εντός της κοινόκτητης και κοινόχρηστης πρασιάς της οικοδομής, που βρίσκεται στο ... Αττικής, στο συνοικισμό ... εντός του υπ’ αριθ. (....) Ο.Τ. και επί της διασταυρώσεως της Λεωφ. ... αριθμός ... και ….. ..., κατασκευασθέντος ξύλινου σταθερού εξώστη επί σταθερής μεταλλικής βάσης, ο οποίος καλύπτει ολόκληρο το πλάτος της πρασιάς της εν λόγω οικοδομής, που βρίσκεται μεταξύ της (1-2) οριζόντιας ιδιοκτησίας - καταστήματος του ισογείου και των ανωτέρω οδών και σε όλο το μήκος αμφοτέρων των όψεων του εν λόγω καταστήματος και δη: α) προς τη λεωφόρο ..., μήκους 14 μέτρων (εκ των οποίων τα 9,50 είναι η πρόσοψη του καταστήματος) και πλάτους 3,90 μέτρων και β) προς τη λεωφόρο ..., μήκους 15,90 μέτρων (εκ των οποίων 12 μέτρα είναι η πρόσοψη του καταστήματος) και πλάτους 4,50 μέτρων, έχει δε η κατασκευή αυτή, συνολική επιφάνεια 108,50 τ.μ. [(9,50 x 3,90 καλυπτόμενη επιφάνεια επί της οδού ...) + (12 χ 4,50 καλυπτόμενη επιφάνεια επί της λεωφ. ...) + (3,90 χ 4,50 καλυπτόμενη επιφάνεια επί της γωνίας των ανωτέρω οδών)] και φέρει (ο εν λόγω εξώστης) μεταλλικές κατακόρυφες κολώνες, ενώ έχουν τοποθετηθεί υαλοπίνακες και μεταλλικό σκέπαστρο, που καλύπτουν ολόκληρη την επιφάνεια της κοινόχρηστης και κοινόκτητης κλίμακας και πρασιάς μπροστά από το κατάστημα, έχει δε τροποποιηθεί και η κλίμακα δίπλα από την κεντρική είσοδο του κτιρίου, ώστε να εισέρχονται απευθείας οι πελάτες του καταστήματος από то εν λόγω πλατύσκαλο, β) να αποκαταστήσουν τις βλάβες, που προκλήθηκαν κατά την κατασκευή και την τοποθέτησή της παραπάνω παράνομης κατασκευής, από κάθε είδους υλικό και κάθε μέσο σταθεροποίησής της, γ) να απομακρύνουν τα εναπομείναντα υλικά και δ) να επαναφέρουν τους κοινόχρηστους χώρους και τμήματα της ανωτέρω οικοδομής στην αρχική τους μορφή και κατάσταση, άλλως, σε περίπτωση που είτε παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία των τριών (3) μηνών από την επομένη της επίδοσης της παρούσας απόφασης είτε στη διάρκεια της προθεσμίας αυτής οι δύο πρώτοι εναγόμενοι - δύο πρώτοι εφεσίβλητοι εκδηλώσουν ρητά την άρνησή τους για την εκπλήρωση της ως άνω υποχρέωσής τους, επιτρέπει στην ενάγουσα — εκκαλούσα να προβεί αντί των δύο πρώτων εναγόμενων - δύο πρώτων εφεσιβλήτων και με έξοδα αυτών στις ανωτέρω εργασίες, υποχρεούμενων αυτών να ανεχθούν τις εργασίες αυτές με την απειλή σε βάρος τους για κάθε παράβαση, χρηματικής ποινής εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας - εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων - δύο πρώτων εφεσιβλήτων, το οποίο ορίζει σε εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου έφεσης στην εκκαλούσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, και αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 8.1.2025, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ