ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΤΜΗΜΑ VΙΙ
ΑΠΟΦΑΣΗ 579/2019
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις
24 Απριλίου 2018 με την ακόλουθη σύνθεση: Άννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδρος,
Πρόεδρος του VII Τμήματος, ... Τσακανίκας (εισηγητής) και Ευφροσύνη
Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι, Λήδα Χαραλαμπίδου και Ιωάννης Νταλαχάνης,
Πάρεδροι, που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.
Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Παραστάθηκε
ο Επίτροπος Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Αντώνιος Νικητάκης,
ως νόμιμος αναπληρωτής της Γενικής Επιτρόπου Επικρατείας στο Ελεγκτικό
Συνέδριο, η οποία είχε κώλυμα.
Γραμματέας: Ιωάννης Αθανασόπουλος,
Γραμματέας του VII Τμήματος.
Για να δικάσει την από 8.6.2015 έφεση
(Α.Β.Δ: …./2015) του …. ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του
Ιάκωβου Μαθιουδάκη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ….),
κατά της .../27.4.2015 απόφασης
καταλογισμού του Οικονομικού Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Εκτάκτων και Ειδικών
Ελέγχων - Περιφερειακό Γραφείο ... της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής
Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών.
Με την απόφαση αυτή ο εκκαλών,
προϊστάμενος του Τμήματος Εξόδων της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου
..., καταλογίστηκε εις ολόκληρον με άλλα πρόσωπα, με
το ποσό των 195,589,26 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε έλλειμμα που διαπιστώθηκε
στη διαχείριση του ως άνω Δήμου, οικονομικού έτους 1998, πλέον νομίμων προσαυξήσεων ποσού 391.178,52 ευρώ, δηλαδή με το
συνολικό ποσό των 586.767,78 ευρώ.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το
Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος,
ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμου ...,
... Στράνη (Α.Μ./Δ.Σ.Α. ….), ο οποίος ζήτησε την
απόρριψή της,
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου,
Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ., ο οποίος ζήτησε ομοίως την απόρριψή
της και
Τον Επίτροπο Επικρατείας στο Ελεγκτικό
Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε τη μερική παραδοχή της έφεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος
και του Δήμου ... καθώς και εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου ζήτησαν επίσης
προθεσμία για να καταθέσουν υπόμνημα, που τους δόθηκε μέχρι τις 4.5.2018.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο
συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία,
Σκέφτηκε σύμφωνα με τον νόμο και
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
1. Για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης
έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. …./8.6.2015 σειράς Η΄ διπλότυπο
είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Α΄ ...).
2. Με την υπό κρίση έφεση, όπως αυτή
συμπληρώνεται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται εμπροθέσμως και κατά
τα λοιπά παραδεκτώς η ακύρωση της .../27.4.2015
απόφασης του Οικονομικού Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Εκτάκτων και Ειδικών Ελέγχων
- Περιφερειακό Γραφείο ... της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του
Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία ο εκκαλών καταλογίστηκε με τη ιδιότητα του
Προϊσταμένου του Τμήματος Εξόδων της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου
..., αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα λοιπά
αναφερόμενα στην απόφαση αυτή πρόσωπα, με το συνολικό ποσό των 586.767,78 ευρώ
(κεφάλαιο 195.589,26 ευρώ και προσαυξήσεις 391.178,52 ευρώ), που φέρεται ότι
αποτελεί έλλειμμα στη διαχείριση του ανωτέρω Δήμου οικονομικού έτους 1998. Η
υπό κρίση έφεση, στρεφόμενη μόνο κατά της ανωτέρω καταλογιστικής
απόφασης όχι δε και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου ..., υπέρ του
οποίου και για την αποκατάσταση ελλείμματός του εκδόθηκε η προσβαλλόμενη
απόφαση, δεν ασκεί έννομη επιρροή και ουδεμία ακυρότητα δημιουργεί, δοθέντος
ότι το μεν αντίγραφο του δικογράφου της κρινόμενης έφεσης επιδόθηκε, επιμελεία του εκκαλούντος, εντός εξαμήνου από την άσκησή
της, στο Ελληνικό Δημόσιο (βλ. την 3507 Γ΄ έκθεση επίδοσης του δικαστικού
επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ….) και στον Δήμο ... (βλ. την 5544 ΣΤ έκθεση
επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Ευστρατίου Δουκάκη), το
δε αμφότεροι οι ανωτέρω διάδικοι κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως να
παραστούν στην πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στις 9.5.2017 (βλ. σχετικά την από
3.2.2017 έκθεση επίδοσης του …., δικαστικού επιμελητή του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
και την από 31.1.2017 έκθεση επίδοσης του …., υπαλλήλου του Δήμου ...). Ως εκ
τούτου, η κρινόμενη έφεση είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί
περαιτέρω κατά την νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.
3.
Από τις διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και των άρθρων 1
παρ. 1, 22, 28, 38 παρ. 1,3 και 4, 42, 44, 46, 47, 48, 50, 51 και 80 του ν.
4129/2013 «Κύρωση του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο» (Α΄ 52),
συνάγεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, ως Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο
ανεξάρτητο από κάθε αρχή, εκδικάζει τα ένδικα μέσα από διαφορές σχετικές με τον
έλεγχο των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων αλλά και
ασκεί, κατά συνταγματική επιταγή, τον κατασταλτικό έλεγχο των λογαριασμών των
δημοσίων υπολόγων και των υπολόγων
των Ο.Τ.Α. και των λοιπών ν.π.δ.δ., που είναι
αυτοτελής και ανεξάρτητος από τον παράλληλο έλεγχο που ασκείται στις ίδιες
διαχειρίσεις από άλλα δημόσια όργανα, τα οποία πάντως, οφείλουν, μετά το πέρας
κάθε διενεργούμενου από αυτά ελέγχου, να υποβάλλουν τα διαχειριστικά στοιχεία
και το πόρισμά τους στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Κατά τον κατασταλτικό δε έλεγχο των
λογαριασμών μεταξύ άλλων και των δήμων, που υποβάλλονται στον αρμόδιο Επίτροπο
του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αυτός, αποφαινόμενος περί της ορθότητας ή μη αυτών,
κηρύσσει με πράξη του ως ορθώς έχοντες τους σχετικούς λογαριασμούς ή
καταλογίζει τον υπόλογο με το διαπιστωθέν έλλειμμα. Κατά της σχετικής πράξης
του Επιτρόπου επιτρέπεται η άσκηση, από τα δικαιούμενα προς τούτο πρόσωπα και
με τις διαγραφόμενες στις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεις, των περιοριστικά
προβλεπόμενων από τα άρθρα 48 και 80 του ως άνω ν. 4129/2013 ενδίκων μέσων της
αίτησης αναθεώρησης και της έφεσης ή η οίκοθεν αναθεώρηση ή ανάκληση αυτής.
Συνεπώς από τη χρονική στιγμή που οι λογαριασμοί των δημοσίων ή δημοτικών υπολόγων περιήλθαν στον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού
Συνεδρίου και αυτός, μετά από σχετικό έλεγχο, προχώρησε στην έκδοση πράξης, με
την οποία, αφού καταλόγισε το διαπιστωθέν από αυτόν έλλειμμα, κήρυξε κατά τα
λοιπά ως ορθώς έχοντες τους λογαριασμούς της διαχείρισης αυτής, τα λοιπά όργανα
ελέγχου διαχειρίσεων, στα οποία περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι του κλάδου
Οικονομικών Επιθεωρητών της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων του
Υπουργείου Οικονομικών (βλ. π.δ. 111/2014 σε συνδ. με
άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 3492/2006, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν.
4081/2012), επιλαμβανόμενα εκ των υστέρων σχετικού ελέγχου, εφόσον διαπιστώσουν
την ύπαρξη επιπλέον ελλείμματος, δεν δύνανται να προβούν στον καταλογισμό του,
αλλά οφείλουν τα όποια αντίθετα ευρήματα, καθώς και το πόρισμα του ελέγχου
τους, να τα υποβάλλουν ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκειμένου να κριθεί
αν συντρέχει περίπτωση οίκοθεν αναθεώρησης ή ανάκλησης της ως άνω πράξης, με
την οποία κηρύχθηκαν, κατά τα λοιπά, ως ορθώς έχοντες οι λογαριασμοί, χωρίς να
επιτρέπεται να ανατραπούν τα αποτελέσματά της με διοικητικό καταλογισμό (βλ. αποφ. Ελ. Συν. Ολομ. 778/1987, Ι Τμ. 1070/1990, 942/2015, IV Τμ.
412 και 1256/2005, 1768/2012, V Τμ. 3817/2013, πρβλ. Πρακτικά της 27ης Γεν. Συν. της Ολομ.
Ελ. Συν./27.7.1978). Αντιθέτως, τα ανωτέρω όργανα, εφόσον διαπιστώσουν, κατά
την κρίση τους, ότι για το σύνολο ή μέρος του ήδη διαπιστωθέντος από τον
Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ελλείμματος στην ελεγχόμενη δημόσια
διαχείριση ευθύνονται και άλλα εμπλεκόμενα σε αυτήν πρόσωπα, πλην εκείνων που
προσδιόρισε ο Επίτροπος με την πράξη ελέγχου των λογαριασμών της διαχείρισης
αυτής, νομίμως και αρμοδίως κατά χρόνον προβαίνουν
στον καταλογισμό τους, καθόσον με τον καταλογισμό αυτόν δεν ανατρέπονται τα
πορίσματα του ελέγχου που διενήργησε το Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με την
ορθότητα των ελεγχθέντων από αυτό λογαριασμών και το ύψος του μετενεκτέου χρηματικού υπολοίπου τους.
4. Στην προκειμένη περίπτωση η
προσβαλλόμενη καταλογιστική απόφαση εκδόθηκε κατόπιν
διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου ετών 1998 έως 2007 στον Δήμο ... από την
Οικονομική Επιθεώρηση Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας, οι διαπιστώσεις της
οποίας καταγράφονται στην 371/10.6.2014 πορισματική
έκθεσή της, η δε εντολή για τη διενέργεια του ελέγχου αυτού είχε δοθεί το 2008
με την αρ. πρωτ. …..2008
εντολή της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Δ.Δ., Ν.Π. και Δ.Ε.Κ.Ο του Υπουργείου
Οικονομικών. Αργότερα, δόθηκε εντολή διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου στους
λογαριασμούς του Δήμου ... και από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μετά
την ολοκλήρωση του οποίου εκδόθηκε, αναφορικά με τη διαχείριση του Δήμου οικονομικού
έτους 1998, η 2/2012 πράξη του Επιτρόπου - Προϊσταμένου της Ομάδας Ελέγχου
Δήμου ... του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την οποία α) καταλογίσθηκε αλληλεγγύως
μεταξύ άλλων το διαπιστωθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση έλλειμμα σε βάρος του
Δημάρχου Δημητρίου ..., του Αντιδημάρχου Οικονομικών …., του Προϊσταμένου
Διεύθυνσης της Ταμειακής Υπηρεσίας …. και του Διαχειριστή Πληρωμών ….που
θεωρήθηκε ότι ως υπόλογοι συντέλεσαν αιτιωδώς στην πρόκλησή του και το οποίο
συνίστατο στην πληρωμή δαπανών χωρίς την προηγούμενη έκδοση χρηματικών
ενταλμάτων αλλά κατόπιν των …. Ειδικών Εντολών Πληρωμής κατά παρέκκλιση της
προβλεπόμενης από το δημόσιο λογιστικό των δήμων νόμιμης διαδικασίας, β)
κηρύχθηκαν, κατά τα λοιπά, ορθώς έχοντες οι λογαριασμοί του Δήμου, και γ)
καθορίσθηκε το μετενεκτέο χρηματικό υπόλοιπο του
συγκεκριμένου οικονομικού έτους στο ποσό των 316.154.546 δραχμών ή 927.819,65
ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλό-μενη καταλογιστική απόφαση της Οικονομικής Επιθεώρησης Υπολοίπου
Κεντρικής Μακεδονίας, μη διαπιστώνοντας την ύπαρξη επιπλέον ελλείμματος στους
λογαριασμούς του Δήμου ... για το έτος 1998, αλλά διευρύ-νοντας
απλά τον κύκλο των υπόχρεων σε αναπλήρωση του ελλείμματος προσώπων που
διαπίστωσε προηγουμένως ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά τη διενέργεια
κατασταλτικού ελέγχου στους λογαριασμούς αυτούς, εκδόθηκε νομίμως, δοθέντος ότι
με αυτή δεν αναιρούνται ούτε επαναλαμβάνονται, αλλά αντιθέτως συμπληρώνονται τα
πορίσματα του διεξαχθέντος από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου
κατασταλτικού ελέγχου στους ανωτέρω λογαριασμούς, ενώ περαιτέρω δεν διακινδυνεύεται η ασφάλεια δικαίου, δοθέντος ότι δεν
υφίσταται περίπτωση έκδοσης αντιφατικών πράξεων για την ίδια διαχείριση ως προς
την ορθότητα των λογαριασμών το ύψος του τυχόν διαπιστωθέντος ελλείμματος και
του μετενεκτέου χρηματικού υπολοίπου της διαχείρισης.
5. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των
άρθρων 15, 17, 22, 25, 27 και 33 του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774/1980, ΦΕΚ 189 Α΄) καθώς και των άρθρων 54 παρ. 1
και 2 παρ. ε΄ και 56 παρ. 1 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού» (ΦΕΚ Α΄
247), που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνάγεται ότι δημόσιοι υπόλογοι είναι
οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, των
Ο.Τ.Α. ή των ν.π.δ.δ., καθώς και όσοι, με οποιονδήποτε
τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση (de facto υπόλογοι), διαχειρίζονται
χρήματα, αξίες ή υλικά που ανήκουν στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. ή σε ν.π.δ.δ. ή, εξαιτίας της φύσης των υπηρεσιακών τους
καθηκόντων θεωρούνται από ειδική διάταξη νόμου ως δημόσιοι υπόλογοι ή υπόλογοι
Ο.Τ.Α. ή ν.π.δ.δ. (Ελ. Συν. Ολομ.
1492/2000, VII Τμ. 1837/2008 κ.ά.). Ως εκ τούτου, για
τη θεμελίωση της ιδιότητας του υπολόγου αρκεί το
πραγματικό γεγονός της διενέργειας διαχειριστικών πράξεων ή παραλείψεων, που
καθιστά τον ενεργούντα αυτές αφενός υπόχρεο σε
λογοδοσία, αφετέρου υποκείμενο καταλογισμού σε περίπτωση διαπίστωσης
ελλειμμάτων στη διαχείρισή του. Για τα ελλείμματα δε που διαπιστώνονται στη
διαχείρισή του κατά τη νόμιμη διαδικασία, η ευθύνη του υπολόγου
τεκμαίρεται και εκτείνεται σε κάθε πταίσμα, εξικνούμενη
μέχρι του βαθμού της ελαφράς αμέλειας, ενώ απαλλάσσεται μόνον εάν αποδείξει ότι
δεν βαρύνεται ούτε με ελαφρά αφηρημένη αμέλεια,
δηλαδή ότι η συμπεριφορά του δεν αποκλίνει από την συμπεριφορά του μέσου
δημόσιου υπολόγου και εν προκειμένω του ιδίου
κοινωνικού κύκλου και εμπειρίας (Ελ. Συν. VII Τμ.
1790/2017). Σε περίπτωση που η υπαιτιότητα του υπολόγου
εξικνείται μέχρι του βαθμού της βαρείας αμέλειας, καταλογίζονται σε βάρος του
και οι εκάστοτε οριζόμενες από τις διατάξεις περί είσπραξης δημοσίων εσόδων
προσαυξήσεις. Εξάλλου, ως έλλειμμα διαχείρισης χρηματικού νοείται κάθε επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ της
ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με
τα εξαγόμενα από τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση νόμιμα διαχειριστικά
στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει, ενώ αιτία παραγωγής ελλείμματος
μπορεί να είναι και κάθε «ανοίκειος» πληρωμή, δηλαδή κάθε πληρωμή που μεταξύ
άλλων, είτε δεν στηρίζεται σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά, είτε για την
πραγματοποίησή της δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες (Ελ. Συν. Ολομ. 1037/1995, 1913/1992, IV Τμ.
160/2004). Ο καταλογισμός, δε του υπολόγου,
προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, και τη διαπίστωση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ
της διαχειριστικής δράσης του και του επελθόντος
ελλείμματος, υπό την έννοια ότι οι αποδιδόμενες σ’ αυτόν δημοσιονομικές
παραβάσεις ή παραλείψεις αποτέλεσαν αναγκαία συρροή αιτίας για την πρόκληση του
διαπιστωθέντος ελλείμματος (βλ. Ελ. Συν. Ολομ. 6444/
2015, 3055, 2976/2012, VII Τμ. 838/2017).
6. Το β.δ. της
17.5/15.6.1959 «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και
Κοινοτήτων» (Α΄ 114, διόρθ. σφαλμ.
Α΄ 145 και 197) ορίζει, στο άρθρο 46, ότι: «1. Παρ’ εκάστω
των … δήμων, συνιστάται δια του οργανισμού της εσωτερικής υπηρεσίας αυτού ιδία
δημοτική υπηρεσία ή γραφείον υπό την ονομασίαν Ταμείον, τελούν υπό την
άμεσον εποπτείαν των
αρμοδίων οργάνων του δήμου. 2. Το ούτω συνιστώμενον ταμείον διεξάγει, υπό την διεύθυνσιν
και προσωπικήν ευθύνην του
δημοτικού ταμίου και δι’ ειδικώς οριζομένων
προς τούτο εισπρακτορικών και διαχειριστικών οργάνων,
την ταμιακήν υπηρεσίαν,
κατά τα υπό των του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος
διατάξεων και υπό των τοιούτων του παρόντος ειδικώτερον
οριζόμενα. 3. …», στο άρθρο 48, ότι: «1. Εκάστου των κατά το προηγούμενον άρθρον συνιστωμένων ταμείων των δήμων, προΐσταται ο δι’ Αποφάσεως
του δημάρχου οριζόμενος δημοτικός ταμίας, ούτινος τα
καθήκοντα και αι αρμοδιότητες ορίζονται ειδικώτερον
ως εξής: - … - Εξοφλεί τα χρηματικά εντάλματα εντός των ορίων των δια του
προϋπολογισμού ή δι’ ειδικών αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου κεχορηγημένων πιστώσεων κατά τας κειμένας περί αυτών
διατάξεις του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος. …»,
στο άρθρο 49, ότι: «Δια την ευρυθμοτέραν και κανονικωτέραν λειτουργίαν της
υπηρεσίας εισπράξεως των δημοτικών εσόδων και πληρωμής των δημοτικών εξόδων
έκαστον δημοτικόν ταμείον
εφ' όσον υπηρεσιακαί ανάγκαι
επιβάλλουν διαιρείται εις γραφεία εις ά κατανέμεται η διεξαγωγή της υπηρεσίας
εν γένει κατά λόγον αρμοδιότητος
και αντικειμένου», στο άρθρο 50, ότι: «1. Έκαστον ταμείον
διαιρείται εις τα κάτωθι γραφεία: α/ εσόδων, όπερ
διεξάγει πάσαν υπηρεσίαν σχετιζομένην
με την επιμέλειαν της βεβαιώσεως και εισπράξεως
πάντων των εσόδων του δήμου και την τήρησιν των
λογιστικών βιβλίων. β/ εξόδων, όπερ διεξάγει τας λογιστικάς πράξεις τας σχετιζομένας
με την πληρωμήν των εξόδων του δήμου, την τήρησιν λογιστικών βιβλίων του ταμείου και την κατάρτισιν των μηνιαίων και ετησίων λογαριασμών της
διαχειρίσεως τούτου. 2. Τα γραφεία ταύτα, ών
προΐστανται ελεγκταί ή λογισταί
του ταμείου, λειτουργούν υπό την ενιαίαν διεύθυνσιν του δημοτικού ταμείου. 3. …», στο άρθρο 60, ότι:
«1. Αι πάσης φύσεως πληρωμαί εκ του δημοτικού
ταμείου, ενεργούνται ως ακολούθως: 2. Τα εφ’ εκάστου ταμείου εκδιδόμενα
χρηματικά εντάλματα προς πληρωμήν εξόδων του δήμου ως
και πας άλλος νόμιμος τίτλος πληρωμής παραδίδονται εις το λογιστικόν
γραφείον του ταμείου. Ο δημοτικός ταμίας βοηθούμενος
υπό του ελεγκτού ή λογιστού του γραφείου τούτου
ενεργεί υπό προσωπικήν αυτού ευθύνην
τον έλεγχον αυτών καθ’ όσον αφορά το νόμιμον και έγκυρον της
εντελλομένης δαπάνης κατά τας κειμένας διατάξεις, μεθ’ ο προβαίνει εις την πληρωμήν αυτών εις τους δικαιούχους. 3. …», στο άρθρο 61,
ότι «Ο αρμόδιος δια την πληρωμήν ταμιακός υπόλογος
εφ’ εκάστου πληρωνομένου υπ’ αυτού εντάλματος και εφ’
εκάστης εξοφλητικής αποδείξεως αναγράφει δια σφραγιστήρος
ή ιδιοχείρως την λέξιν "Επληρώθη"
και την χρονολογίαν καθ’ ην έλαβε χώραν
η πληρωμή βεβαιών συγχρόνως την πράξιν της εξοφλήσεως
δια της υπογραφής του», στο άρθρο 63, ότι: «Παρ’ εκάστω
δημοτικών ταμείων τηρούνται υποχρεωτικώς τα κάτωθι βιβλία: α/ Βιβλίον Καθημερινόν. β/ Βιβλίον Καθολικόν εσόδων. γ/ Βιβλίον Καθολικόν εξόδων. δ/ Βιβλίον εισπρακτέων εσόδων. ε/ Βιβλίον
τριπλοτύπων αποδεικτικών εισπρα-κτέων»,
και στο άρθρο 64, ότι: «1. Εν τω καθημερινώ θέλουσι καταχωρίζεσθαι κατά χρονολογικήν σειράν αι ενεργούμεναι
υπό των ταμίων εισπράξεις κατ’ Αποδεικτικόν
(γραμμάτιον εισπράξεως) και πληρωμαί
κατά χρηματικόν ένταλμα, σημειουμένων
των εισπράξεων και των πληρωμών εις ιδίας στήλας
εμφαίνουσας: α/ Το ονοματεπώνυμον του πληρώσαντος υποχρέου ή του πληρωθέντος δικαιούχου. β/ Το είδος του εσόδου ή του
εξόδου, το κεφάλαιον και άρθρον
του προϋπολογισμού. γ/ Τον αριθμόν του γραμματίου εισπράξεως ή του εντάλματος
πληρωμής και δ/ Το ποσόν του εσόδου ή δαπάνης. 2. Αι εν τω βιβλίω
τούτω εγγραφαί δέον να ενεργώνται
το βραδύτερον κατά το τέλος εκάστου δεκαημέρου». Από τις ανωτέρω διατάξεις
συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση λειτουργίας σε δήμο ιδίας ταμειακής
υπηρεσίας, η οποία έχει οργανωθεί σε πλείονα γραφεία,
ο προϊστάμενος του γραφείου, το οποίο είναι αρμόδιο για τον έλεγχο είτε των
χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής είτε των λοιπών νόμιμων τίτλων πληρωμής,
συνδράμει τον δημοτικό ταμία κατά τον έλεγχο νομιμότητας και εγκυρότητας έκαστης εντελλόμενης δαπάνης προκειμένου αυτή εν συνεχεία
να πληρωθεί από τον δημοτικό ταμία ή τον εκάστοτε αρμόδιο ταμειακό διαχειριστή.
Στο πλαίσιο αυτό αφενός ο ισχύων κατά τον κρίσιμο χρόνο Οργανισμός Εσωτερικής
Υπηρεσίας του Δήμου ... (95529/22.11.1974 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ΦΕΚ
1277 Β΄, όπως τροποποιήθηκε με την 46983/ 20.12.1990 απόφαση του Νομάρχη ...,
ΦΕΚ 32/28.1.1991 Β΄) όριζε ότι στη Διεύθυνση Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου
λειτουργεί Τμήμα Εξόδων, στα καθήκοντα του Προϊσταμένου του οποίου
περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων ο σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ/τος
1959 έλεγχος της πληρωμής των υπό της οικονομικής υπηρεσίας εκδιδομένων
χρηματικών ενταλμάτων, αφετέρου ο επίσης ισχύων κατά τον κρίσιμο χρόνο Ειδικός Κανονισμός
Λειτουργίας της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου ..., που εκδόθηκε κατ’
εξουσιοδό-τηση του προϊσχύοντος
Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου (βλ. 39026/19.4.1962 απόφαση του
Υπουργού Εσωτερικών, ΦΕΚ 186 Β΄), ψηφίστηκε με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου
και εγκρίθηκε με την 25397/1971 απόφαση του Νομάρχη ..., όριζε ότι ο
Προϊστάμενος του Τμήματος Εξόδων «ενεργεί τον έλεγχον
των διαβιβαζομένων υπό του Λογιστικού Τμήματος χρηματικών ενταλμάτων ή και
παντός ετέρου νομίμου τίτλου και την βάση τούτων πληρωμήν των δικαιούχων δια των οικείων κατ’ αντικείμενον διαχειριστών πληρωμών» και ότι ο ανωτέρω
έλεγχος συνίσταται στην εξακρίβωση α) της νομιμότητας και εγκυρότητας της
εντελλόμενης δαπάνης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, β) του νομότυπου της
υπογραφής του τίτλου πληρωμής, γ) της πληρότητας των δικαιολογητικών που
συνοδεύουν τον τίτλο πληρωμής και δ) της έκδοσης του τίτλου πληρωμής εις βάρος
και εντός των ορίων νομίμως διατεθείσας πιστώσεως του δημοτικού προϋπολογισμού.
Κατά συνέπεια ο προϊστάμενος του ανωτέρω γραφείου εμπλέκεται στη διαχειριστική
διαδικασία και ευθύνεται, σε περίπτωση δημιουργίας ελλείμματος από την πληρωμή
δαπάνης, στον έλεγχο της οποίας είχε αυτός προηγουμένως συμμετάσχει (βλ. Ελ.
Συν. Ολομ. 1340/2010, VII Tμ.
244/2011, 3061/2011, 838/2017).
7. Εξάλλου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 20
έως 28 του ιδίου ως άνω β.δ/τος της 17.5/15.6.1959
«Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων», για το
νομότυπο της εκταμίευσης των δημοτικών δαπανών απαιτείται προηγουμένως η έκδοση
από τον Δήμαρχο (και σε περίπτωση μεταβίβασης αρμοδιοτήτων από τον Αντιδήμαρχο
Οικονομικών) χρηματικού εντάλματος, που προσυπογράφεται από τον Προϊστάμενο της
οικονομικής-λογιστικής υπηρεσίας του Δήμου και στη συνέχεια αποστέλλεται, μαζί
με τα αποδεικνύοντα την απαίτηση δικαιολογητικά, στο
δημοτικό ταμείο προς πληρωμή. Ο Προϊστάμενος του δημοτικού ταμείου στη συνέχεια
υποχρεούται, προτού προβεί στην εξόφλησή του, να διενεργήσει έλεγχο της
νομιμότητας της εντελλόμενης δαπάνης βοηθούμενος από τον προϊστάμενο του
αρμόδιου για τον έλεγχο της νομιμότητας και εγκυρότητας των εντελλόμενων
δαπανών γραφείου της ταμειακής υπηρεσίας (Ελ. Συν. 2570/2008, 2176/2010,
244/2011, 939/2013, 954/2014, 2915/2014 και 2580/2016). Εξαίρεση στη διαδικασία
αυτή πληρωμής των δαπανών των δήμων εισάγεται με τις διατάξεις των άρθρων 38
και 39 του ανωτέρω β.δ/τος, οι οποίες επιτρέπουν την
προπληρωμή των δικαιούχων χωρίς να προηγηθεί η ανάληψη, η εκκαθάριση της
δαπάνης και η έκδοση χρηματικού εντάλματος, στις περιπτώσεις που η φύση των
δαπανών επιβάλλει την ταχεία και άμεση πληρωμή αυτών στις οποίες
συγκαταλέγονται μόνο οι αναφερόμενες στο άρθρο 39 ή στις κατ’ εξουσιοδότηση
αυτού εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, δηλαδή . Η
πληρωμή δε δαπάνης χωρίς την ύπαρξη χρηματικού εντάλματος και δίχως να
συντρέχει κάποια από τις αναφερθείσες εξαιρέσεις συνιστά ανοίκειο πληρωμή και
αποτελεί έλλειμμα στην οικεία διαχείριση (πρβλ. Ελ.
Συν. VII Τμ. 696/2018, 1091/2017).
8. Στο άρθρο 26 του ν. 3274/2004 «Οργάνωση
και λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού»
(Α΄ 195) ορίζεται ότι: «1. Θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που πληρώθηκαν μέχρι
31η Δεκεμβρίου 2003 από νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, δήμους και κοινότητες,
νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών, καθώς και συνδέσμους πρωτο-βάθμιων
Ο.Τ.Α., σε βάρος των προϋπολογισμών τους, εφόσον αυτές: α) προβλέ-πονται
από τις οικείες διατάξεις ή συνάδουν προδήλως με την αποστολή και τις
αρμοδιότητες των παραπάνω φορέων, β) έχουν εγκριθεί και βεβαιωθεί από τα
αρμόδια όργανα, γ) διενεργήθηκαν για σκοπό που έχει επιτελεσθεί και δ) δεν
έχουν ακυρωθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. 2. Καταλογισμοί που έχουν
γίνει εις βάρος αιρετών οργάνων ή υπαλλήλων των ανωτέρω φορέων (…) για δαπάνες
της προηγούμενης παραγράφου αίρονται, τυχόν δε βεβαιωθέντα ποσά από την ίδια
αιτία διαγράφονται», στο δε άρθρο 29 παρ. 8 του ν. 3448/ 2006 «Για την
περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα και τη ρύθμιση θεμάτων
αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης» (Α΄ 57)
ότι: «Η αληθής έννοια της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 3274/2004 (…) είναι ότι
θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που πληρώθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003 από
Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, Δήμους και Κοινότητες, (…) σε βάρος των
προϋπολογισμών τους, εφόσον: α) το είδος της δαπάνης προβλέπεται από τις
οικείες διατάξεις ή συνάδει με τις αρμοδιότητες και την εν γένει κοινωνική
αποστολή των παραπάνω φορέων, όπως απορρέουν από την κείμενη νομοθεσία,
ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πλημμέλεια ή παρά-λειψη
κατά τη σχετική διαδικασία, από την οποία και δημιουργήθηκε για τους παραπάνω
φορείς υποχρέωση εξόφλησης της οικείας δαπάνης, β) έχουν εγκριθεί και βεβαιωθεί
από τα αρμόδια όργανα, γ) αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο μέσο ότι ο σκοπός για
τον οποίο διενεργήθηκαν έχει εκπληρωθεί και δ) δεν έχουν ακυρωθεί σύμφωνα με
την κείμενη νομοθεσία». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευoμένων υπό το φως του άρθρου 102 παρ. 5 του
Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο το Κράτος οφείλει να λαμβάνει όλα τα
απαραίτητα μέτρα για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και των πόρων
που απαιτούνται για την εκπλήρωση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων
των οργα-νισμών τοπικής αυτοδιοίκησης,
διασφαλίζοντας, όμως, ταυτόχρονα τη διαφάνεια κατά τη διαχείριση των πόρων
αυτών, η θεσπιζόμενη με αυτές νομιμοποίηση των δαπανών, που διενεργήθηκαν σε
βάρος των προϋπολογισμών Δήμων, τελεί υπό τον όρο ότι κατά την πραγματοποίησή
τους δεν παραβιάσθηκε ουσιώδης διαδικαστικός τύπος. Όπως δε επανειλημμένως έχει
κριθεί από το Δικαστήριο τούτο (βλ. ενδεικτικά αποφ. Ολομ. Ελ. Συν. 2976/2012 και αποφ.
VII Τμ. 2570/ 2008, 2176/2010, 244/2011, 940/2013,
954/2014 και 2915/2014), τέτοιους ουσιώδεις τύπους συνιστούν, ακριβώς επειδή
αποσκοπούν στη διαφάνεια της χρηματικής διαχείρισης και στην αποτροπή του
κινδύνου διασπάθισης και παράνομης ιδιοποίησης των πόρων των οργανισμών τοπικής
αυτοδιοίκησης, και οι προβλεπόμενες από τους οικείους δημοσιολογιστικούς
κανόνες διατυπώσεις για τη διεξαγωγή της ταμειακής υπηρεσίας των οργανισμών
αυτών, όπως εκείνες των άρθρων 20-28, 38-39, και 60 του β.δ/τος
της 17.5/15.6.1959. Κατά συνέπεια, της θεσπισθείσας με τις προμνησθείσες
διατάξεις νομιμοποίησης εξαιρούνται οι δαπάνες που, στο πλαίσιο εξωταμειακής διαχείρισης και κατά κατάλυση της
συνταγματικής επιταγής για διαφάνεια στη διαχείριση του δημοτικού χρήματος,
πραγματοποιήθηκαν χωρίς χρηματικό ένταλμα και δίχως να συντρέχει κάποια από τις
αναφερθείσες εξαιρέσεις, βάσει των οποίων είναι δυνατή η πληρωμή τους χωρίς να
προηγηθεί η ανάληψη, η εκκαθάριση της δαπάνης και η έκδοση χρηματικού
εντάλματος, (Ελ. Συν. αποφ. 2580/2016, 940/2013).
9. Ο ν. 3801/2009 «Ρυθμίσεις θεμάτων
προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες
διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης» (ΦΕΚ Α΄ 163), όπως
τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 του ν. 4255/2014 (ΦΕΚ Α΄ 89), ορίζει στο άρθρο 37
ότι: «1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης
ενώπιον των Τμημάτων του (…), σε υποθέσεις από καταλογιστικές
πράξεις, που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αιτία σε βάρος των αιρετών οργάνων Δήμων
(…) ή σε βάρος υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων (…), από Υπουργούς
ή από μονομελή ή συλλογικά όργανα της Διοίκησης ή από όργανα του Ελεγκτικού
Συνεδρίου και αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μέχρι 1.7.2005, μπορεί
αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του βαρυνομένου με
τον καταλογισμό, που υποβάλλεται με το δικόγραφο του ένδικου μέσου ή των
προσθέτων λόγων αυτού, να μειώσει το ποσό του καταλογισμού ως το ένα δέκατο του
καταλο-γισθέντος ποσού, καθώς και να απαλλάξει τον
υπαίτιο από τις προσαυξήσεις ή τόκους επί του καταλογισθέντος
κεφαλαίου και αν ακόμη υφίσταται ελαφρά αμέλεια αυτού. Για την πιο πάνω μείωση
ή απαλλαγή το Δικαστήριο συνεκτιμά το βαθμό της υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, την προσωπική και οικογενειακή οικονομική
του κατάσταση, τη βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, τις συνθήκες τέλεσής
της και το επελθόν από αυτήν αποτέλεσμα. Το
Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει, επίσης, τον καταλογισθέντα
από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, αν κρίνει ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του καταλογισθέντος συγγνωστή πλάνη για το δημιουργηθέν
έλλειμμα. Επίσης, το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση των σχετικών καταλογισμών
λαμβάνει υποχρεωτικά υπόψιν αμετάκλητα απαλλακτικές ποινικές αποφάσεις,
βουλεύματα ή εισαγγελικές διατάξεις, με τις οποίες οι καταλογισθέντες
απηλλάγησαν από κάθε συναφή ποινική ευθύνη.
Εξαιρούνται των ρυθμίσεων της παρούσας καταλογιστικές
πράξεις, οι οποίες αφορούν αποδοχές και αποζημιώσεις εν γένει υπαλλήλων δήμων,
κοινοτήτων, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ιδρυμάτων αυτών, καθώς και
έξοδα παράστασης αιρετών οργάνων δήμων και κοινοτήτων». Από τις ανωτέρω
διατάξεις, οι οποίες πραγματώνουν τη συνταγματικά κατοχυρωμένη (βλ. άρθρο 25
παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) αρχή της
αναλογικότητας, συνάγεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, επιλαμβανόμενο έφεσης κατά
καταλογιστικής απόφασης, που έχει εκδοθεί σε βάρος
αιρετού οργάνου ή υπαλλήλου πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης για
τις χρήσεις έως την 1.7.2005, δύναται, υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω εξαιρέσεων,
είτε να περιορίσει το ποσό του καταλογισμού έως το 1/10 αυτού, απαλλάσσοντας
συγχρόνως τον καταλογισθέντα από τις επί του
ελλείμματος προσαυξήσεις, συνεκτιμώντας τη βαρύτητα της δημοσιονομικής
παράβασης και το πταίσμα του υπολόγου, σε συνδυασμό
με την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση, είτε να άρει, στο σύνολό του,
τον καταλογισμό, εφόσον κρίνει ότι στο πρόσωπο του υπολόγου
συνέτρεχε συγγνωστή πλάνη ως προς την επέλευση του ελλείμματος. Είναι δε, κατά
την έννοια της ανωτέρω διάταξης, συγγνωστή η πλάνη όταν ο υπόλογος όχι μόνο
αγνοεί, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει το μη νόμιμο χαρακτήρα των πράξεών του, έστω κι αν κατέβαλε, ενόψει των πνευματικών
και επαγγελματικών δυνατοτήτων του, την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή (VII Τμ. Ελ. Συν. 5016/2013, 1397/2014, 2468/2015 κ.ά.).
10. Α. Στην υπό κρίση υπόθεση από το
σύνολο των στοιχείων που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτουν τα
ακόλουθα: Με την …. απόφαση του Δημάρχου ... ο εκκαλών τοποθετήθηκε στη θέση
του Προϊσταμένου του Τμήματος Εξόδων της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας του
Δήμου ..., για το χρονικό διάστημα από 23.7.1998 έως 21.4.1999. Ακολούθως, με
αφορμή αναφορά που έγινε στην …. εκδοθείσα πορισματική έκθεση του Οικονομικού Επιθεωρητή …., σύμφωνα
με την οποία «ο Δήμος ... διά της Ταμειακής του Υπηρεσίας συστηματικά εξοφλούσε
δαπάνες προς τρίτους με μη προβλεπόμενες Ειδικές Εντολές του Αντιδημάρχου
Οικονομικών και επειδή η εξωθεσμική αυτή διαδικασία
ακολουθήθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, με ανεξέλεγκτες προφανώς συνέπειες,
το θέμα πρέπει να εξετασθεί…», διατάχθηκε με την …..2008 εντολή της Διεύθυνσης
Επιθεώρησης Δ.Δ., Ν.Π. και Δ.Ε.Κ.Ο. του Υπουργείου Οικονομικών, η διενέργεια
διαχειριστικού ελέγχου στον Δήμο ... οικονομικών ετών 1998 έως 2007. Στη
συνέχεια, κατόπιν διενέργειας ελέγχου των πληρωμών που είχαν γίνει με ειδικές
εντολές του Αντιδημάρχου Οικονομικών και εμφανίζονταν ως χρηματικά υπόλοιπα στα
απολογιστικά στοιχεία του Δήμου ... κατά τα οικονομικά έτη 1998 έως 2007,
συντάχθηκε η με αρ. πρωτ.
ΕΜΠ …./ 10.6.2014 πορισματική έκθεση του Οικονομικού
Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Υπολοίπου Κεντρικής
Μακεδονίας, ….. Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση, βάσει των απολογιστικών στοιχείων
που είχαν τεθεί στη διάθεση του ελέγχου και αφορούσαν την ανάλυση των
χρηματικών υπολοίπων την 31.12 κάθε έτους, το μέρος των χρηματικών αυτών
υπολοίπων που συνιστούσαν οι πληρωμές των ειδικών εντολών του οικείου έτους
χωρίς την έκδοση αντίστοιχων χρηματικών ενταλμάτων θεωρήθηκε ταμειακό έλλειμμα.
Αντιθέτως, όσες πληρωμές είχαν μεν διενεργηθεί από το Δήμο με ειδικές εντολές
χωρίς χρηματικά εντάλματα, αλλά στη συνέχεια ενταλματοποιήθηκαν
εντός του έτους πληρωμής και δεν εμπεριέχονταν στα χρηματικά υπόλοιπα εκάστου
έτους, δοθέντος ότι τα εν λόγω χρηματικά εντάλματα δεν είχαν αναθεωρηθεί από
τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θεωρήθηκε ότι δεν συνιστούσαν έλλειμμα
στην ταμειακή διαχείριση του Δήμου .... Ωστόσο, όσες πληρωμές είχαν γίνει με
ειδικές εντολές και μολονότι προέκυπτε, δυνάμει
προσκομισθέντων ενώπιον του ελέγχου στοιχείων, ότι είχαν τακτοποιηθεί με
χρηματικά εντάλματα, εντούτοις εμπεριέχονταν και στα χρηματικά υπόλοιπα έκαστου έτους, θεωρήθηκε, ομοίως, ότι συνιστούν έλλειμμα.
Επιπλέον, στο πλαίσιο του διενεργούμενου από τον ανωτέρω οικονομικό επιθεωρητή
διαχειριστικού ελέγχου ζητήθηκε από τη Διεύθυνση της Ταμειακής Υπηρεσίας του
Δήμου να υποβληθούν όσα χρηματικά εντάλματα είχαν εκδοθεί για την τακτοποίηση
των ανωτέρω ταμειακών ελλειμμάτων και ανάγονταν σε πληρωμές ειδικών εντολών που
είχαν γίνει τα έτη 1998 - 2007 (βλ. σελ 15-17 έκθεσης).
Ειδικότερα, με βάση την ανωτέρω πορισματική έκθεση,
το έτος 1998 εκδόθηκαν συνολικά 282 Ειδικές Εντολές από το Γραφείο του
Αντιδημάρχου Οικονομικών, …., με αποδέκτη τη Διεύθυνση της Ταμειακής Υπηρεσίας
του Δήμου ..., για πληρωμή σε πιστωτές του Δήμου ..., άνευ εκδόσεως χρηματικών
ενταλμάτων, συνολικού ποσού 1.807.825.786 δραχμών. Για κάθε μία εκ των
διενεργούμενων με τον τρόπο αυτό πληρωμών η Διεύθυνση της Ταμειακής Υπηρεσίας
του Δήμου ..., με έγγραφό της προς το Γραφείο του εκάστοτε Αντιδημάρχου Οικονομικών,
εξέφραζε τις αντιρρήσεις της, αναφέροντας τα εξής: «1. Στο άρθρο 60 του Β.Δ.
17-5/15.6.1959 (ΦΕΚ 114/Α 15.6.1959) ορίζεται ότι όλες οι πληρωμές από το
Δημοτικό Ταμείο γίνονται με χρηματικά εντάλματα. 2. Στα άρθρα 38 και 39 του
ανωτέρω Β.Δ. ορίζονται ρητά οι περιπτώσεις στις οποίες γίνονται πληρωμές χωρίς
την έκδοση χρηματικού εντάλματος στις οποίες όμως, δεν συμπεριλαμβάνεται η
αναφερομένη στο θέμα περίπτωση. 3. Με το υπ’ αριθμ.
172/1997 Π.Δ. (ΦΕΚ 146/10.7.1997 τ. Α) καθιερώθηκε η άσκηση προληπτικού ελέγχου
των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής, από 1.10.1997 (σχετική η 63/61102/8/9/97 Εγκ. της Δ.Ο.Υ. του Δήμου). 4. Ύστερα από τα ανωτέρω,
θεωρούμε, ότι η ως άνω πληρωμή χωρίς χρηματικό ένταλμα είναι προδήλως παράνομη
και δεν είναι δυνατόν να γίνει εκτελεστή». Στη συνέχεια, το Γραφείο του
Αντιδημάρχου Οικονομικών, με νεότερο έγγραφο προς τη Διεύθυνση της Ταμειακής
Υπηρεσίας, απαντούσε ότι, παρά τις εύλογες αντιρρήσεις που έθετε η Διεύθυνση
της Ταμειακής Υπηρεσίας, εμμένει στην ειδική εντολή για την πληρωμή άνευ
χρηματικού εντάλματος, γιατί το επιβάλλουν λόγοι επείγοντες και γενικότερου
συμφέροντος. Ακολούθως, η Διεύθυνση της Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου ..., μετά
το δεύτερο έγγραφο που λάμβανε από το Γραφείο του Αντιδημάρχου Οικονομικών,
προέβαινε, με τους διαχειριστές πληρωμών, στις εν λόγω πληρωμές σε διάφορους
πιστωτές του Δήμου ... χωρίς την έκδοση χρηματικού εντάλματος, ενώ ενημέρωνε με
έγγραφό της το Γραφείο του Δημάρχου ότι προχωρά στην εκτέλεση της εντολής ή ότι
ενήργησε τις εν λόγω πληρωμές κατ’ εντολή του Αντιδημάρχου Οικονομικών (βλ.
σελ. 22-25 πορισματικής έκθεσης). Εντέλει, σύμφωνα με
την πορισματική έκθεση (βλ. σελ
30-38), κατόπιν ελέγχου των υποβληθέντων εκ των υστέρων (μετά την πληρωμή των
δαπανών με βάση τις ειδικές εντολές) χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής και των
σχετικών με αυτά δικαιολογητικών και αντιπαραβολής αυτών με τις ως άνω ειδικές
εντολές, εντός του έτους 1998 έλαβαν χώρα, βάσει ειδικών εντολών ή και άνευ
εντολής, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες, καθώς διενεργήθηκαν χωρίς τα
προβλεπό-μενα από τις ισχύουσες
διατάξεις δικαιολογητικά δαπανών και χωρίς την έκδοση νομίμως θεωρηθέντων
χρηματικών ενταλμάτων από τον αρμόδιο Επίτροπο, οι ακόλουθες πληρωμές :
|
Α/Α |
Αριθμοί πρωτ.
ΕΕΠ Γραφείο Αν/χου |
Ημερο μηνία έκδοσης ΕΕΠ |
Ποσό για πληρωμή σε Δραχμές |
Ημερομηνία πληρωμής |
Ποσό που πληρώθηκε σε Δραχμές |
Διαχειριστής πληρωμής |
Ποσό που δεν ενταλματο ποιήθηκε σε Δραχμές |
|
8/4/1998 |
1.000.000 |
14/4/1998 |
1.000.000 |
150.154 |
|||
|
1 |
10/4/1998 |
2.100.000 |
14/4/1998 |
2.100.000 |
2.100.000 |
||
|
1/7/1998 |
620.000 |
2/7/1998 |
620.000 |
620.000 |
|||
|
23/10/1998 |
165.000 |
27/10/1998 |
165.000 |
165.000 |
|||
|
4/11/1998 |
382.000 |
5/11/1998 |
382.034 |
382.034 |
|||
|
4/12/1998 |
17.783.630 |
7/12/1998 |
2.573.286 |
2.573.286 |
|||
|
8/12/1998 |
8.951.408 |
8.951.408 |
|||||
|
9/12/1998 |
2.612.652 |
2.612.652 |
|||||
|
10/12/1998 |
883.856 |
883.856 |
|||||
|
11/12/1998 |
1.100.304 |
1.100.304 |
|||||
|
14/12/1998 |
740.128 |
740.128 |
|||||
|
9/12/1998 |
22.545.000 |
16/12/1998 |
4.950.095 |
4.950.095 |
|||
|
17/12/1998 |
3.996.800 |
3.996.800 |
|||||
|
18/12/1998 |
4.645.000 |
4.645.000 |
|||||
|
21/12/1998 |
2.724.968 |
2.724.968 |
|||||
|
21/12/1998 |
162.000 |
162.000 |
|||||
|
22/12/1998 |
3.996.800 |
3.996.800 |
|||||
|
23/12/1998 |
392.000 |
392.000 |
|||||
|
28/12/1998 |
1.578.205 |
1.578.205 |
|||||
|
29/12/1998 |
293.600 |
293.600 |
|||||
|
30/12/1998 |
852.000 |
852.000 |
|||||
|
9/12/1998 |
11.010.000 |
11/12/1998 |
1.410.000 |
1.410.000 |
|||
|
11/12/1998 |
1.800.000 |
1.800.000 |
|||||
|
16/12/1998 |
1.200.000 |
1.200.000 |
|||||
|
17/12/1998 |
640.000 |
640.000 |
|||||
|
24/12/1998 |
689.200 |
689.200 |
|||||
|
24/12/1998 |
4.660.497 |
4.660.497 |
|||||
|
29/12/1998 |
684.378 |
684.378 |
|||||
|
17/12/1998 |
10.000.000 |
18/12/1998 |
1.683.000 |
1.683.000 |
|||
|
22/12/1998 |
2.157.800 |
2.157.800 |
|||||
|
23/12/1998 |
4.889.240 |
4.889.240 |
|||||
|
28/12/1998 |
1.005.328 |
1.005.328 |
|||||
|
30/12/1998 |
929.580 |
929.580 |
|||||
|
24/12/1998 |
3.834.035 |
24/12/1998 |
804.795 |
804.795 |
|||
|
29/12/1998 |
2.117.779 |
2.117.779 |
|||||
|
30/12/1998 |
462.507 |
462.507 |
|||||
|
31/12/1998 |
677.804 |
677.804 |
|||||
|
ΣΥΝΟΛΑ |
69.439.665 |
70.532.044 |
69.682.198 |
||||
Οι πληρωμές αυτές, συνολικού ποσού
69.682.198 δραχμών, θεωρήθηκε ότι αποτελούν ανοίκειες πληρωμές και συνιστούν
ισόποσο έλλειμμα για το ταμείο του Δήμου ..., το οποίο ανάγεται στις
ημερομηνίες εκάστης πληρωμής.
Β. Αναφορικά δε με την ευθύνη του
εκκαλούντος για την πρόκληση των διαπιστωθέντων ως άνω ελλειμμάτων, ο οποίος
είχε ανωμοτί καταθέσει ενώπιον του διενεργούντος τον έλεγχο οικονομικού
επιθεωρητή στις 10.2.2014 και είχε υποβάλει τα …. υπομνήματα στο πλαίσιο
διενέργειας του ελέγχου, η πορισματική έκθεση ανέφερε
(βλ. σελ. 371-372) ότι α) βάσει του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου,
ως Προϊστάμενος του Τμήματος Εξόδων, όφειλε να ελέγχει τη νομιμότητα και
εγκυρότητα των πάσης φύσεως πληρωμών, είτε αυτές διενεργούνταν με χρηματικά
εντάλματα είτε με ειδικές εντολές, και να προσυπογράφει καθημερινά τα Ημερήσια
Δελτία Κίνησης του Ταμείου που τηρούσε το Τμήμα Εξόδων, στα οποία
συμπεριλαμβάνονταν οι πληρωμές με ειδικές εντολές συμμετέχοντας με τον τρόπο
αυτό εν τοις πράγμασι στη διαχειριστική διαδικασία
των πληρωμών αυτών και καθιστώντας τον εαυτό του de facto υπόλογο, β) Δοθέντος
ότι με τις ειδικές εντολές πληρωμής δεν προσκομίζονταν τα απαραίτητα
δικαιολογητικά εξόδων, αυτός, ως ελεγκτής των εξόδων, παρέλειπε ουσιαστικά τον
έλεγχο που αφορά στο νόμιμο και έγκυρο του τίτλου πληρωμής και την πληρότητα
των δικαιολογητικών, ενώ ουδέποτε πρόβαλε εγγράφως τις αντιρρήσεις του προς τον
Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας για τις εν λόγω πληρωμές. Κατά
συνέπεια παρέλειπε κατ’ εξακολούθηση να ασκεί ως όφειλε τα καθήκοντά του και
δεν απέτρεπε, όπως είχε υποχρέωση, τις πληρωμές με ειδικές εντολές,
αποδεχόμενος μία πάγια τακτική πληρωμών μη νόμιμων και έγκυρων δαπανών και ως
εκ τούτου έφερε βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ακολούθως,
με το με αρ. πρωτ. ….2015
έγγραφο της Διεύθυνσης Έκτακτων και Ειδικών Ελέγχων (Περιφερειακό Γραφείο ...)
της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, ο
εκκαλών κλήθηκε για ακρόαση ενόψει του επικείμενου καταλογισμού σε βάρος του
των διαπιστωθέντων ως άνω ελλειμμάτων εξαιτίας της ανωτέρω περιγραφείσας
διαχειριστικής συμπεριφοράς του, η οποία θεωρήθηκε ότι συντέλεσε αιτιωδώς στην
πρόκλησή του. Σχετικώς υπέβαλε τις …..2015 αντιρρήσεις του, ενώ, απορριπτομένων των ισχυρισμών του, με το με αρ. πρωτ. …..2015 έγγραφο της
αυτής ως άνω Διεύθυνσης που επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 20.4.2015, κλήθηκε
να καταθέσει στην Ταμειακή Υπηρεσία του Δήμου, εντός 48 ωρών, το συνολικό ποσό
των 586.767,78 ευρώ (195.589,26 ευρώ κεφάλαιο και 391.178,52 ευρώ προσαυξήσεις), που
αντιστοιχεί στο έλλειμμα που φέρεται ότι δημιουργήθηκε από εκταμίευση ποσών
κατόπιν ειδικών εντολών, για το χρονικό διάστημα από 23.7.1998 (οπότε ανέλαβε
καθήκοντα Προϊσταμένου του Τμήματος Εξόδων) έως 31.12.1998, και συγκεκριμένα
για τις κάτωθι ειδικές εντολές πληρωμής:
|
Α/Α |
Αριθμοί πρωτ. Ε.Ε.Π. Γραφείο Αν/χου |
Ημερομηνία έκδοσης Ε.Ε.Π. |
Ημερομηνία πληρωμής |
Έλλειμμα που προκλήθηκε σε Δραχμές |
|
4/11/1998 |
5/11/1998 |
382.034 |
||
|
4/12/1998 |
7/12/1998 |
2.573.286 |
||
|
8/12/1998 |
8.951.408 |
|||
|
9/12/1998 |
2.612.652 |
|||
|
10/12/1998 |
883.856 |
|||
|
11/12/1998 |
1.100.304 |
|||
|
14/12/1998 |
740.128 |
|||
|
9/12/1998 |
16/12/1998 |
4.950.095 |
||
|
17/12/1998 |
3.996.800 |
|||
|
18/12/1998 |
4.645.000 |
|||
|
21/12/1998 |
2.724.968 |
|||
|
21/12/1998 |
162.000 |
|||
|
22/12/1998 |
3.996.800 |
|||
|
23/12/1998 |
392.000 |
|||
|
28/12/1998 |
1.578.205 |
|||
|
29/12/1998 |
293.600 |
|||
|
30/12/1998 |
852.000 |
|||
|
9/12/1998 |
11/12/1998 |
1.410.000 |
||
|
11/12/1998 |
1.800.000 |
|||
|
16/12/1998 |
1.200.000 |
|||
|
17/12/1998 |
640.000 |
|||
|
24/12/1998 |
689.200 |
|||
|
24/12/1998 |
4.660.497 |
|||
|
29/12/1998 |
684.378 |
|||
|
17/12/1998 |
18/12/1998 |
1.683.000 |
||
|
22/12/1998 |
2.157.800 |
|||
|
23/12/1998 |
4.889.240 |
|||
|
28/12/1998 |
1.005.328 |
|||
|
30/12/1998 |
929.580 |
|||
|
24/12/1998 |
24/12/1998 |
804.795 |
||
|
29/12/1998 |
2.117.779 |
|||
|
30/12/1998 |
462.507 |
|||
|
31/12/1998 |
677.804 |
|||
|
ΣΥΝΟΛΟ |
66.647.044 δρχ. ή 195.589,26 ευρώ |
|||
Μετά την άπρακτη πάροδο της παραπάνω
προθεσμίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αρ. πρωτ. .../27.4.2015 απόφαση καταλογισμού, με την οποία
καταλογίστηκε εις βάρος του εκκαλούντος το ανωτέρω ποσό (195.589,26 ευρώ) καθώς
και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής συνολικού ύψους 391.178,52 ευρώ.
11. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα
έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο εκκαλών νομίμως κατ’ αρχήν
καταλογίστηκε με το ποσό του ανωτέρω ελλείμματος, δοθέντος ότι συνέβαλε
αιτιωδώς στη δημιουργία του, αφού κατ’ ουσίαν
επέτρεπε την πληρωμή ανοίκειων δαπανών χωρίς την έκδοση χρηματικών ενταλμάτων
και χωρίς περαιτέρω να συντρέχουν οι κατά τα άρθρα 38 και 39 του β.δ/τος, της 17.5/15.6.1959 νόμιμες προϋποθέσεις για την
προπληρωμή τους, τη συνδρομή των οποίων όφειλε να ελέγχει, διενεργώντας έτσι
πλημμελώς τον έλεγχο που αφορά στο νόμιμο και έγκυρο εκάστης εντελλόμενης
δαπάνης, για τον οποίο ήταν επιφορτισμένος σύμφωνα με το άρθρο 60 του ανωτέρω β.δ/τος τον ισχύοντα Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και τον
Ειδικό Κανονισμό Λειτουργίας της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου ....
Ενόψει, όμως, ότι ο εκκαλών, σύμφωνα με την …. βεβαίωση της Διεύθυνσης
Διαχείρισης Ανθρωπίνων Πόρων του Δήμου ..., απουσίασε λόγω κανονικής άδειας από
την εργασία του στις 23 και 24 Δεκεμβρίου 1998 και ως εκ τούτου δεν συνέβαλε με
πράξεις και παραλείψεις του στην εκταμίευση κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες μέρους
των ποσών που μη νομίμως εντέλλονταν με τις αριθ. 2025 - 2026, 2027 - 2028,
2041 - 2042 και 2049 - 2050 Ειδικές Εντολές Πληρωμής (Ε.Ε.Π.) του Αντιδημάρχου
Οικονομικών …. πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού λόγου που προβάλλεται με την
κρινόμενη έφεση και το από 25.4.2018 υπόμνημα του εκκαλούντος, να αφαιρεθεί από
το συνολικό ποσό του επίδικου καταλογισμού α) το ποσό των 392.000 δραχμών που
εκταμιεύθηκε στις 23.12.1998 βάσει των …./9.12.1998 Ε.Ε.Π., β) το ποσό των
689.200 δραχμών. και 4.660.497 δραχμών, που εκταμιεύθηκαν στις 24.12.1998 βάσει
των …. και …./ 9.12.1998 Ε.Ε.Π., γ) το ποσό των 4.889.240 δραχμών. που
εκταμιεύθηκε στις 23.12.1998 βάσει των …./17.12.1998 Ε.Ε.Π. και δ) το ποσό των
804.795 δραχμών. που εκταμιεύθηκε στις 24.12.1998 βάσει των …. και …./24.12.1998
Ε.Ε.Π., δηλαδή συνολικά το ποσό των 11.435.732 δραχμών.
12. Περαιτέρω, ο εκκαλών, κατ’ εκτίμηση
του περιεχομένου της κρινόμενης έφεσης, προβάλλει ότι δεν φέρει την ιδιότητα
του υπολόγου, καθώς δεν αναμίχθηκε στη διαχείριση του
Δήμου, αφού, όπως ισχυρίζεται, δεν είχε υποχρέωση να ελέγχει τις ουσιαστικές
προϋποθέσεις που αφορούν στη νομιμότητα έκδοσης των ειδικών εντολών πληρωμής,
δοθέντος ότι η συνδρομή του επείγοντος και το ειδικότερο αντικείμενο εκάστης
δαπάνης που δικαιολογούσαν την έκδοση των επίμαχων Ε.Ε.Π. από τον Αντιδήμαρχο
Οικονομικών δεν ανήκε στην αρμοδιότητά του αλλά στις αρμοδιότητες του Διευθυντή
της Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, είναι αβάσιμος και
απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 6, ο εκκαλών
ως προϊστάμενος του Τμήματος Εξόδων της Διεύθυνσης Ταμειακής Υπηρεσίας του
Δήμου, ήταν μεταξύ άλλων αρμόδιος για τον έλεγχο, πριν από την πληρωμή, της
νομιμότητας και εγκυρότητας κάθε δαπάνης που εντέλλονταν με χρηματικό ένταλμα ή
Ε.Ε.Π., ο οποίος (έλεγχος) περιλάμβανε, μεταξύ άλλων και την εξακρίβωση της
ουσιαστικής νομιμότητας της δαπάνης καθώς και των νόμιμων προϋποθέσεων για την
τυχόν προπληρωμή της με βάση τα άρθρα 38 και 39 του β.δ/τος
17.5/ 15.6.1959. Επιπλέον, ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης ότι η ευθύνη του εκκα-λούντος ως υπολόγου αίρεται,
διότι, κατόπιν των αντιρρήσεων του δημοτικού ταμία και του εγγράφου του
αρμόδιου Αντιδημάρχου Οικονομικών, με το οποίο ενέμενε στην πληρωμή δαπανών
άνευ χρηματικού εντάλματος για λόγους επείγοντος και γενικότερου συμφέροντος,
εκτελούσε νόμιμη εντολή του ιεραρχικώς προϊσταμένου του Διευθυντή της ταμειακής
υπηρεσίας του Δήμου, καθώς και του απώτερου προϊσταμένου του Αντιδημάρχου
Οικονομικών, είναι ομοίως αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο, διότι οι ανωτέρω ειδικές
εντολές, ανεξαρτήτως της ασάφειας και αοριστίας τους, καθόσον σε αυτές δεν
εξειδικεύονταν οι λόγοι επείγοντος και γενικότερου συμφέροντος που καθιστούσαν
επιβεβλημένη την διενέργεια εξωλογιστικών πληρωμών
χωρίς την έκδοση χρηματικών ενταλμάτων και την ύπαρξη των αναγκαίων
δικαιολογητικών που πιστοποιούσαν τις απαιτήσεις των πιστωτών έναντι του Δήμου,
δεν αίρουν την προβλεπόμενη από το νόμο και τους ειδικούς κανονισμούς
λειτουργίας των οικονομικών υπηρεσιών και της ταμειακής υπηρεσίας του Δήμου
υποχρέωση του εκκαλούντος να ελέγξει τις προϋποθέσεις για τη σύννομη πληρωμή
των δαπανών που εντέλλονταν με αυτές. Η τυχόν δε ευθύνη και άλλων προσώπων,
όπως εν προκειμένω του Αντιδημάρχου Οικονομικών …., που εξέδωσε τις εν λόγω μη
νόμιμες ειδικές εντολές πληρωμής, και του Διευθυντή της Ταμειακής Υπηρεσίας του
Δήμου …., ο οποίος προέβη δια των αρμόδιων ταμειακών διαχειριστών της ως άνω
υπηρεσίας στην πληρωμή τους και δεν υπέβαλε στη συνέχεια τις πληρωθείσες με αυτές δαπάνες στο Ελεγκτικό Συνέδριο για την
άσκηση κατ’ άρθρο 236 παρ. 3 του ισχύοντος τότε Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα
(π.δ. 410/1995) ειδικού κατά προτεραιότητα
κατασταλτικού ελέγχου, δεν απαλλάσσει την εκ του νόμου αυτοτελή και ανεξάρτητη
ευθύνη του εκκαλούντος στη δημιουργία του επίμαχου ελλείμματος (βλ. αποφ. Ολομ. Ελ. Συν. 1994/2016).
Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η ανωτέρω διάταξη του π.δ.
410/1995 είναι εφαρμοστέα μόνο στην περίπτωση πληρωμής δυνάμει χρηματικού
εντάλματος και όχι βάσει Ε.Ε.Π. όπως εν προκειμένω. Σε κάθε περίπτωση, ο
εκκαλών δεν τήρησε ούτε τα οριζόμενα στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 87 του τότε
ισχύοντος Κώδικα κατάστασης προσωπικού οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ν.
1188/1981, ΦΕΚ Α΄ 201), ώστε να απαλλαγεί από την ευθύνη του, αφού πριν από την
εκτέλεση των ανωτέρω εντολών δεν υπέβαλλε εγγράφως την αντίθεσή του προς τον
άμεσο προϊστάμενό του Διευθυντή της Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου …. ούτε
απέστειλε αναφορά σχετικά με το παράνομο των εντολών αυτών στον Δήμαρχο ... ...
(προϊστάμενο του Αντιδημάρχου Οικονομικών που τις συνέταξε). Επίσης, ο λόγος
της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει αφενός μεν ότι η μετά
την εξόφληση των επίμαχων ειδικών εντολών προσυπογραφή από αυτόν των Ημερήσιων
Καταστάσεων Πληρωμών του Ταμείου που περιείχαν την πληρωμή των εντολών αυτών
δεν συνδέεται αιτιωδώς με την εκταμίευση των χρημάτων και το διαπιστωθέν
έλλειμμα αφετέρου δε ότι προσυπέγραψε μέρος μόνο των καταστάσεων αυτών, είναι
απορριπτέος ως αλυσιτελής και ερειδόμενος επί
εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον ο επίδικος καταλογισμός στηρίζεται προεχόντως στην παράλειψη του εκκαλούντος να ελέγχει τη
νομιμότητα και εγκυρότητα παντός τίτλου πληρωμής που εισάγονταν στο Ταμείο του
Δήμου για εξόφληση και όχι στην προσυπογραφή από αυτόν των ημερήσιων
καταστάσεων πληρωμών του Ταμείου που συντάσσονταν εκ των υστέρων. Επιπλέον,
απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους
οποίους ο εκκαλών προβάλλει ότι αφενός η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου αιτιολογίας κατά το μέρος που με αυτή του
αποδίδονται πράξεις και παραλείψεις που δεν στοιχειοθετούν την ευθύνη του καθώς
και τον αναγκαίο αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα σε αυτές και στη δημιουργία του
ελλείμματος, αφετέρου κατά το χρόνο έκδοσης της καταλογιστικής
απόφασης δεν υφίστατο έλλειμμα στη διαχείριση του Δήμου λόγω μεταγενέστερης τακτοποίησης
του ελλείμματος με έκδοση το επόμενο οικονομικό έτος ισόποσων με τις επίμαχες
Ε.Ε.Π. χρηματικών ενταλμάτων Και τούτο, διότι Α) στην ΕΜΠ 371/10.6.2014 πορισματική έκθεση, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και
συμπληρώνει την αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταλογιστικής
απόφασης, εξειδικεύονται οι πράξεις και παραλείψεις του εκκαλούντος που
συνιστούν την ανάμειξή του στη διαχειριστική διαδικασία αφενός με την υπογραφή
των Ημερήσιων Καταστάσεων Πληρωμών του Ταμείου αφετέρου με την παράλειψη να διενεργήσει,
ως όφειλε, έλεγχο ως προς το νόμιμο και έγκυρο των εντελλόμενων με τις επίμαχες
Ε.Ε.Π. δαπανών, ενώ, περαιτέρω, προσδιορίζεται επακριβώς ο αιτιώδης σύνδεσμος
μεταξύ της ανωτέρω παράλειψης και της δημιουργίας του επίδικου ελλείμματος, το
οποίο θα μπορούσε να αποτραπεί με την άσκηση του ανωτέρω ελέγχου εκ μέρους του
εκκαλούντος. Β) Ανεξαρτήτως της έκδοσης τακτοποιητικών
χρηματικών ενταλμάτων τα επόμενα μετά το κρίσιμο οικονομικά έτη, το επίδικο
έλλειμμα, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, προκλήθηκε από εξωλογιστικές
εκταμιεύσεις που έλαβαν χώρα εντός του 1998 χωρίς τον προβλεπόμενο έλεγχο.
Τούτο δε, ασχέτως αφενός της αοριστίας του σχετικού λόγου, με τον οποίο δεν
γίνεται επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, όπως του αριθμού, του χρόνου εκδόσεως
και του ποσού εκάστου τακτοποιητικού χρηματικού
εντάλματος που αντιστοιχεί στις επίμαχες μη νόμιμες εκταμιεύσεις, αφετέρου του
γεγονότος ότι η διενέργεια εξωταμειακών πληρωμών με
μόνο δικαιολογητικό την ειδική έγγραφη εντολή του Αντιδημάρχου Οικονομικών δεν
καταλείπει δυνατότητα επαλήθευσης του ταμειακού υπολοίπου του Δήμου για κάθε
οικονομικό έτος και καθιστά εξ αντικειμένου αδύνατη την εξαγωγή ασφαλούς
συμπεράσματος περί του ότι η διαπιστωθείσα στην ελεγχόμενη χρήση έλλειψη
χρημάτων αποκαταστάθηκε. Εξάλλου, η παράκαμψη από τον εκκαλούντα των νόμιμων
διαδικασιών και η εκ μέρους του συμβολή στην εξωταμειακή
διαχείριση των χρηματικών διαθεσίμων του Δήμου υπό τις ειδικό-τερες μορφές, υπό τις οποίες αυτή εμφανίσθηκε στην
κρινόμενη υπόθεση, δεν καταλείπουν περιθώριο εφαρμογής των νομιμοποιητικών
διατάξεων του άρθρου 26 του Ν. 3274/2004, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν γνησίως από
το άρθρο 26 παρ.1 του Ν. 3274/2004, απορριπτομένου ως
αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Συναφώς πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών
προβάλλει ότι το εις βάρος του καταλογισθέν ποσό δεν
τελεί σε εύλογη σχέση προς τη συμπεριφορά που ο ίδιος επέδειξε ούτε ο επίδικος
καταλογισμός έλαβε υπόψη ότι εν προκειμένω το έλλειμμα που προκλήθηκε στο Δήμο
είναι τυπικό και όχι ουσιαστικό, με συνέπεια να παραβιάζεται η συνταγματική
αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, ανεξαρτήτως αν το επίδικο έλλειμμα είναι
τυπικό ή ουσιαστικό, ενόψει του ότι αφορά σε μη νόμιμες δαπάνες του Δήμου που
πληρώθηκαν πριν την 1.7.2005, έχουν κατ’ αρχήν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου
37 του ν. 3801/2009, οι οποίες, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που
καθορίζονται σε αυτές, πραγματώνουν σε υποθέσεις καταλογισμών δημοτικών υπολόγων την κατοχυ-ρωμένη στο
άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Στο πλαίσιο δε διερεύνησης
των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 37 του ν. 3801/2009 ο ισχυρισμός του
εκκαλούντος περί απαλλαγής του από τον επίδικο καταλογισμό λόγω συνδρομής στο
πρόσωπό του συγγνωστής πλάνης πρέπει να απορριφθεί διότι, λόγω της ιδιότητάς του ως Προϊσταμένου του Τμήματος Εξόδων και της
εντεύθεν ενασχόλησής του με τον έλεγχο και την πληρωμή των εξόδων του Δήμου,
όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει ότι οι επίμαχες δαπάνες που προκάλεσαν το
έλλειμμα δεν επιτρεπόταν να εκταμιευτούν χωρίς χρηματικά εντάλματα και τα
δικαιολογητικά που πρέπει να τα συνοδεύουν, συνεπώς τυχόν πλάνη του ως προς το
ζήτημα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί συγγνωστή κατά την έννοια της διάταξης του
άρθρου 37 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 3801/2009, όπως αβάσιμα
προβάλλει. Όμως, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τις αναφερόμενες στις διατάξεις
του άρθρου 37 παρ. 1 του ν. 3801/2009 περιστάσεις, ιδίως δε α) την επί σειρά
ετών ακολουθούμενη πρακτική πληρωμής δαπανών στο Δήμο ... χωρίς την έκδοση
χρηματικών ενταλμάτων αλλά κατόπιν ειδικών εντολών των Αντιδημάρχων, β) ότι ο
εκκαλών εξετέλεσε τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του
Τμήματος Εξόδων για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα και γ) το ύψος του καταλογισθέντος ποσού, σε συνδυασμό με την οικονομική
κατάσταση του εκκαλούντος, σύμφωνα με την οποία τα έσοδά του, όπως προκύπτουν
από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 2015 και
2016 που προσκομίζει, ανήλθαν σε 17.477,32 και 20.97,55 ευρώ, αντίστοιχα,
κρίνει ότι το ποσό του σε βάρος του καταλογισμού, όπως ανωτέρω μειώθηκε (βλ ανωτέρω σκέψη 11) πρέπει, πλην του ποσού των 3.258.090
δραχμών, το οποίο πρέπει να καταλογιστεί στο ακέραιο επειδή αφορά στην πληρωμή,
με βάση τις Ε.Ε.Π. 2049 - 2050, αναδρομικών εξόδων παράστασης Δημάρχου και
Αντιδημάρχων που εμπίπτουν στις κατηγορίες δαπανών οι οποίες εξαιρούνται ρητά
από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 37 του ν. 3801/2009, να μειωθεί στο 1/10 και
να τύχει απαλλαγής από τις επιβληθείσες προσαυξήσεις.
13. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να
γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση, να μεταρρυθμιστεί η προσβαλλομένη κατά το μέρος
που αφορά στον εκκαλούντα, να περιοριστεί με βάση τα προαναφερθέντα το ποσό του
σε βάρος του καταλογισμού σε 8.453.412 δραχμές ή 24.808,25 ευρώ (66.647.044
δρχ. - 11.435.732 δρχ. = 55.211.312 δρχ. - 3.258.690 δρχ. = 51.953.222 ευρώ Χ
1/10 = 5.195.322 δρχ. + 3.258.690 δρχ.) και, λόγω μερικής νίκης και ήττας των
διαδίκων να συμψηφιστεί η καταβληθείσα από αυτούς δικαστική δαπάνη.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται εν μέρει την έφεση.
Μεταρρυθμίζει την .../27.4.2015 απόφαση
του Οικονομικού Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Εκτάκτων και Ειδικών Ελέγχων -
Περιφερειακό Γραφείο ... της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του
Υπουργείου Οικονομικών κατά το μέρος που αφορά στον εκκαλούντα.
Περιορίζει το ποσό του καταλογισμού σε
βάρος του εκκαλούντος σε 24.808,25 ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του συνολικού
ποσού του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των
διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις
11 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε
δημόσια συνεδρίαση, στις 9 Απριλίου 2019.