ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΣΕ Γ΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 557/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια, στις 7 Δεκεμβρίου 2022, με την εξής σύνθεση: Άννα Λιγωμένου, Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Αντιπρόεδρος, Γεώργιος Βοΐλης, Βασιλική Σοφιανού, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Ασημίνα Σακελλαρίου, Νεκταρία Δουλιανάκη, Αντιγόνη Στίνη, Γρηγόριος Βαλληνδράς, Ευφροσύνη Παπαδημητρίου, Χριστίνα Κούνα, Ιωάννης Καλακίκος και Ελένη Σκορδά, Σύμβουλοι, εκτός από τις Συμβούλους Αικατερίνη Μποκώρου και Βασιλική Πέππα, που είχαν κώλυμα. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Ιωάννης Καλακίκος και Ελένη Σκορδά μετείχαν ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου, Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Υπηρεσία.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης, Επίτροπος Επικρατείας, ο οποίος εκπροσωπεί νομίμως τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Για να δικάσει την από 20.9.2021 (ΑΒΔ …./22.9.2021) αίτηση της Π. του ...., κατοίκου …. (οδός …), η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουκαλά (ΑΜ/ΔΣΑ …),

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η αναίρεση της .../2021 οριστικής απόφασης του IΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Και

Τον Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος ανέπτυξε την από 15.9.2021 έγγραφη γνώμη του και πρότεινε την απόρριψη της αίτησης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο, με την παρουσία της νομίμως ορισθείσας Γραμματέως Σταυρούλας Τσάλα, συνήλθε στις 23 Οκτωβρίου 2024 σε τηλεδιάσκεψη, με τη χρήση της επίσημης κρατικής πλατφόρμας e-Presence.gov.gr, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020, με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης.

Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Βασιλικής Σοφιανού και

Αφού σκέφθηκε κατά τον νόμο

Αποφάσισε τα εξής:

1. Για την υπό κρίση αίτηση καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. το …. ηλεκτρονικό παράβολο).

2. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της .../2021 οριστικής απόφασης του II Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, πρώην υπαλλήλου της Νομαρχίας ...., με την οποία ζητούσε τη μεταρρύθμιση της ..../2015 πράξης της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων Υπαλλήλων Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. και Ειδικών Κατηγοριών (Τμήμα Γ) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), με την οποία της κανονίστηκε σύνταξη από το Δημόσιο με βάση την από έτη 20-7-17 συνολική συντάξιμη υπηρεσία της, πληρωτέα από 13.8.2027, ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 3234/2004. Με την ως άνω έφεση η αναιρεσείουσα ζητούσε να συνυπολογισθούν στη συνολική συντάξιμη υπηρεσία της : α) το χρονικό διάστημα που είχε τεθεί σε αργία από έτη 2-9-26, β) ο χρόνος σπουδών της στη Σχολή Νοσηλευτικής …. του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου …., διάρκειας ενός (1) έτους, γ) ένα (1) έτος, λόγω αποχώρησής της από την υπηρεσία τον Ιούλιο του έτους 2010, αντί του Ιουνίου του έτους 2009 που ελήφθη υπόψη από τη συνταξιοδοτική διοίκηση και δ) πλασματικός χρόνος τριών (3) ετών λόγω τέκνων με εξαγορά, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 12 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010, ώστε με τον συνυπολογισμό των ανωτέρω διαστημάτων να συμπληρώσει κατά τον χρόνο εξόδου της από την ενεργό υπηρεσία (2010) πλέον των εικοσιπέντε ετών συνολική συντάξιμη υπηρεσία και να της καταβληθεί μειωμένη σύνταξη με τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας της, άλλως πλήρη σύνταξη με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της.

3. Η αίτηση αυτή, όπως αναπτύσσεται στο από 14.12.2022 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων.

4. Από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που προβλέπει ότι «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη», καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας», απορρέουν, μεταξύ άλλων, οι αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, του κοινωνικού κράτους δικαίου, της νομιμότητας, της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1277, 32/2018, 244/2017, ΣτΕ Ολ. 2649, 1738/2017, πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολ. 4731/2014, 640/2015 κ.ά., ΔΕΕ απόφ. της 18.11.2008, C158/07, Jacqueline Förster κατά HoofddirectievandeInformatieBeheerGroep, σκ. 67). Οι αρχές αυτές επιβάλλουν, ιδίως, αφενός την τήρηση της αρχής της νομιμότητας και αφετέρου την προβλέψιμη εφαρμογή των νομοθετικών και διοικητικών μέτρων που επιδρούν στην προστατευόμενη από το άρθρο 17 του Συντάγματος περιουσιακή σφαίρα και στις νόμιμες περιουσιακές προσδοκίες των ατόμων για την διασφάλιση σκοπών γενικού συμφέροντος (βλ. ΕλΣυν 525/2019, 2076, 1176/2018, πρβλ. ΣτΕ 2811/2012 7μ., 144, 1976/2015), στο μέτρο που η θέσπιση και εφαρμογή των μέτρων αυτών δικαιολογείται από άλλες συρρέουσες και βαρύνουσες στο συγκεκριμένο πεδίο νομοθετικής ή διοικητικής παρέμβασης συνταγματικές αρχές και στον βαθμό που, ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, τηρείται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αρχών αυτών και των δικαιωμάτων και των νόμιμων προσδοκιών των ατόμων (βλ. ΕλΣυν Ολ 599/2021, 1277, 32/2018, 244/2017, Πρακτ. της 4ης Ειδ.Συν/σης της 31.10.2012, ΣτΕ Ολ. 602/2003, ΣτΕ 1508/2002, αποφ. ΕΔΔΑ της 2.4.2015, Dimech κατά Μάλτας, σκ. 64, της 7.2.2013, Fabris κατά Γαλλίας, σκ. 66).

5. Στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», καθιερώνεται η αρχή της ισότητας, η οποία αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των τελούντων υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες προσώπων. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την άσκηση του νομοθετικού έργου, όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας καθενός με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, που είναι έλεγχος ορίων και όχι ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή την κατ’ εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (βλ. ΑΕΔ 1/2012, ΕλΣυν Ολ 1277, 32/2018, 244/2017, 2654/2013, 2340/2009, ΣτΕ Ολ. 1286/2012 κ.ά.).

6. Σε εκτέλεση της συνταγματικής θεσμικής εγγύησης για το ειδικό λειτουργικό, μισθολογικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών [βλ. τις διατάξεις των άρθρων 87 και επ. και 101 Α του Συντάγματος για την ιδιαίτερη θέση των δικαστικών λειτουργών και του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, των άρθρων 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, του άρθρου 16 του Συντάγματος για τους πανεπιστημιακούς, του άρθρου 21 του Συντάγματος για τους ιατρούς της δημόσιας υγείας, του άρθρου 103 του Συντάγματος για τους δημοσίους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους των ν.π.δ.δ., καθώς και τις ειδικές διαδικαστικές ρυθμίσεις των άρθρων 73 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος για την προπαρασκευή και τη νομοπαραγωγική διαδικασία επί των συνταξιοδοτικών νομοσχεδίων, του άρθρου 80 του Συντάγματος για τους όρους απονομής των συντάξεων και του άρθρου 98 παρ. 1 περ. στ΄ του Συντάγματος για την ειδική δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των διαφορών από την απονομή σύνταξης στους εμπίπτοντες στο ειδικό αυτό καθεστώς και ΕλΣυν Ολ. 1477, 504/2021, 2020/2020, 137/2019, 1277, 32/2018, 244/2017], ο νομοθέτης έχει διαχρονικά οργανώσει το ειδικό αυτό συνταξιοδοτικό σύστημα σε αρμονία προς τις απορρέουσες από το Σύνταγμα θεσμικές εγγυήσεις και αρχές [βλ. μεταξύ άλλων τις διατάξεις του α.ν. 1854/1951 της 23/23 Ιουνίου 1951 «Περί απονομής των Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» (Α΄ 182), του ν. 3163/1955 «περί συνταξιοδοτήσεως του προσωπικού του Ι.Κ.Α.» Α΄ 153 και τον Συνταξιοδοτικό Κώδικα, κωδικοποιηθέντα διαδοχικά με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 1041/1979 (Α΄ 292), του π.δ/τος 166/2000 (Α΄ 153) και το άρθρο μόνο του π.δ/τος 169/2007 (Α΄ 210)].

7. Στο πλαίσιο αυτό, η σύνταξη συνιστά ισόβια περιοδική παροχή, ως συνέπεια της απασχόλησης του αποχωρούντος από την υπηρεσία δημόσιου λειτουργού, υπαλλήλου ή στρατιωτικού που καταβάλλεται αντί του μισθού και ως συνέχεια αυτού, κατά το πρότυπο των συστημάτων επαγγελματικής ασφάλισης [βλ. ήδη τη νομοθετική αποτύπωση της αρχής αυτής στο άρθρο 2 του ν. 4387/2016, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 4670/2020, ΕλΣυν Ολ. 1477, 504/2021, 2020/2020, 1277, 32/2018, 244/2017, 4324/2014 και 157ο1/2011, ΕλΣυν Ολ Πρακτ. 1ης Ειδ. Συν/σεως της 20.4.2016, απόφ. ΔΕΕ της 26.3.2009, C-559/07 «Επιτροπή κατά Ελλάδος», σκ. 31, 32, 42, 52, της 1.4.2008, C-267/06 «Tadao Maruko κατά Versorgungsanstalt der deutschen Bühnen», αποφ. ΕΔΔΑ της 3.3.2011 «Klein κατά Αυστρίας», σκ. 57, της 2.2.2010 «Αizpurua Ortiz κλπ. κατά Ισπανίας», σκ. 38, της 22.10.2009 «Αποστολάκης κατά Ελλάδος», σκ. 29 και 35, απόφ. της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 13.7.1988, «Sture Stigson» και συγκριτικά αποφ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 27.9.2005, 2 BvR 1387/02, της 5.5.2005, 2BVL 17/09, άρθρο L1 του Γαλλικού Συνταξιοδοτικού Κώδικα (Loi 64-1339 1964-12-29) και αποφ. Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου της 28.5.2010, no 2010-QPC, Γαλλ. Συμβουλίου της Επικρατείας της 18.7.2006, no 274664], ενώ για την απονομή της εφαρμόζονται ενιαίοι κανόνες, προσαρμοσμένοι στην ιδιομορφία της σχέσης δημοσίου δικαίου που συνδέει την κατηγορία αυτή δικαιούχων με την υπηρεσία (βλ. αποφ. Ειδ. Δικ. άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος 1-4/2018, 34/2011, 105/2008, 112/2007, 112/2007, 32, 30, 22, 9, 3/2006, ΕλΣυν Ολ. 504/2021, 2020/2020, 137/2019, 1388, 1277, 32/2018, 244/2017). Εξάλλου, το ύψος της σύνταξης στο ειδικό αυτό συνταξιοδοτικό σύστημα, επιβάλλεται, κατ’ αρχήν, να τελεί σε εύλογη αναλογία προς τις αποδοχές ενεργείας, αναλόγως των ιδιαίτερων υπηρεσιακών συνθηκών εκάστης κατηγορίας, εξασφαλίζοντας μετά τον τερματισμό της ενεργού υπηρεσίας για τους δικαιούχους αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, ανάλογες της θέσης, των καθηκόντων, του χρόνου υπηρεσίας και της υπηρεσιακής τους εξέλιξης (βλ. σχετικά τη νομοθετική αποτύπωση της αρχής αυτής στα άρθρα 10 και 41 του β.δ/τος της 31ης Οκτωβρίου 1935, στα άρθρα 9 και 34 των διαδοχικά ισχυσάντων Συνταξιοδοτικών Κωδίκων του α.ν. 1854/1951, του π.δ/τος 1041/1979, του π.δ/τος 166/2000, Α΄ 153 και π.δ/τος 169/2007, Α΄ 210, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ΕλΣυν Ολ. 1975/2021, 2020/2020, 137/2019, 1277, 32/2018, 244/2017, ΕλΣυν Ολ. Πρακτ. 1ης Ειδ. Συν/σης της 20.4.2016, 9ης Γεν. Συν/σης της 27.5.2015).

8. Περαιτέρω, το δημοσίου δικαίου δικαίωμα σε σύνταξη των υπαγομένων στο ειδικό συνταξιοδοτικό σύστημα των δημόσιων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών, είτε συναρτάται νομοθετικά με την προηγούμενη καταβολή εισφορών είτε όχι, εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, ως γεγενημένη αξίωση, ενώ προστατεύονται και οι νόμιμες συνταξιοδοτικές προσδοκίες, βάσει της ως άνω συνταγματικής διάταξης σε συνδυασμό με τις αρχές του κοινωνικού κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (ΕλΣυν Τέταρτο Τμ. 957/2021 και στο πνεύμα αυτό ΕλΣυν Ολ. 1277, 32/2018, 244/2017).

9. Η συνταξιοδοτική δε παροχή, στον βαθμό που αποτελεί συνέχεια των αποδοχών (λειτουργικό κριτήριο, βλ. ΕλΣυν Ολ. 2020/2020, 1277, 32/2018, 244/2017), δεν συνδέεται με τον σχηματισμό διακριτού ασφαλιστικού κεφαλαίου από τις εισφορές των εν ενεργεία δημόσιων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών. Ειδικότερα, η δημοσίου δικαίου υποχρέωση καταβολής εισφορών – κρατήσεων από την αμοιβή των δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, μπορεί να θεσμοθετείται στο πλαίσιο του εν λόγω ειδικού συνταξιοδοτικού συστήματος, ως αναγκαστικός όρος για την παροχή σύνταξης στην κατηγορία αυτή δικαιούχων (βλ. άρθρα 6 του 1902/1990, Α΄ 138, και 20 παρ. 2 του ν. 2084/1992, Α΄ 165 και ήδη άρθρο 5 του ν. 4387/2016, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει), δύναται δε να επιβάλλεται ως προϋπόθεση για τη γένεση συνταξιοδοτικής προσδοκίας και την απονομή σύνταξης μετά την έξοδο από την υπηρεσία, ενόψει της αρχής της εν ευρεία εννοία ανταποδοτικότητας (βλ. ΕλΣυν Ολ. 32/2018, 244/2017, πρβλ. ΣτΕ 2083/2013, 3302, 3143, 1898, 475/2011, 3553/2010), με περαιτέρω ειδικό σκοπό την αναδιανεμητική χρηματοδότηση των συντάξεων της κατηγορίας αυτής, ενόψει των αρχών της επαγγελματικής και διαγενεακής κοινωνικής αλληλεγγύης. Στο πλαίσιο αυτό, οι εισφορές κρατήσεις, παρακρατούνται μεν από τις αποδοχές των δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων συνιστώντας τμήμα τους, πλην υπόκεινται σε ειδικούς συνταξιοδοτικούς κανόνες που διαφοροποιούνται από το ρυθμιστικό πλαίσιο των μισθολογικών απολαβών (βλ. υπό την έννοια αυτή ΕλΣυν Ολ. 32/2018, 244/2017, πρβλ. ΣτΕ Ολ. 1545/2008 και ήδη άρθρο 5 του ν. 4387/2016, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει), δεν τελούν σε ευθεία αναλογία (αμιγής ανταποδοτικότητα), αλλά σε κατ’ αρχήν εύλογη και δίκαιη αναλογία προς το ύψος της καταβλητέας σύνταξης, ενόψει των συνταγματικών αρχών της αναλογικής – διαφοροποιητικής ισότητας, της προβλεψιμότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας, αλλά και της συνταγματικής προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και προσδοκιών, κατ’ άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. σκέψεις 5 και 8 της παρούσας, ΕλΣυν Ολ. 32/2018, 244/2017, 1/2014, 2651/2011, 2298/2010, 1296/2006, 2366/2004, πρβλ. ΣτΕ Ολ. 1891, 1882, 1880/2019, ΣτΕ 3487/2008, 1022/2005, 1970/2002), η δε καταβολή τους στο στάδιο της ενεργού υπηρεσίας δεν εμποδίζει κατ’ αρχήν τον νομοθέτη να θεσπίζει μέτρα ή περιορισμούς στην καταβολή των ασφαλιστικών παροχών, ενόψει των αρχών διανεμητικής δικαιοσύνης που διέπουν, μεταξύ άλλων, και το συνταξιοδοτικό σύστημα, στον βαθμό που τηρούνται οι θεμελιώδεις αρχές προστασίας και διασφαλίζεται ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

10. Στο ίδιο πλαίσιο, ο νομοθέτης έχει, επίσης, κατ’ αρχήν την ευχέρεια, ενόψει της κατ’ άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης της Πολιτείας για εκπλήρωση του χρέους εθνικής, κοινωνικής ενδογενεακής και διαγενεακής αλληλεγγύης και προς διασφάλιση των αρχών της δημοσιονομικής βιωσιμότητας καθώς και της δίκαιης αποταμίευσης, να καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση, την απονομή και το ύψος των συντάξεων, δοθέντος ότι το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ή συντάξεις συγκεκριμένου ύψους (βλ. ΕλΣυν Ολ. 504/2021, 2020/2020, 137/2019, 287/2008 και πρβλ. ΣτΕ Ολ. 1286, 1283/2012). Οι όροι όμως αυτοί επιβάλλεται να είναι συναφείς προς τον υπηρετούμενο με αυτές δημόσιο σκοπό, σύμφωνοι με τις συνταγματικές εγγυήσεις του συνταξιοδοτικού δικαιώματος (βλ. σκέψεις 6 έως και 9 της παρούσας) και εντός των ορίων που διαγράφονται από τις αρχές του κοινωνικού κράτους δικαίου και της αναλογικότητας (βλ. σκέψη 4 της παρούσας), ώστε να μην θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος και οι συναπτόμενες με αυτό νόμιμες προσδοκίες (βλ. ΕλΣυν Τέταρτο Τμ. 957/2021, πρβλ. αποφ. Ειδ. Δικ. άρ. 88 παρ. 2 του Συντάγματος 1-4/2018, ΕλΣυν Ολ 137/2019, 1277, 32/2018, 244/2017, 4327/2014, ΣτΕ Ολ. 2287-2290/2015).

11. H λειτουργία της σύνταξης, υπό την προεκτεθείσα συνταγματική έννοια, ως στοιχείου της ειδικής νομικής σχέσης των δημόσιων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών με το Κράτος και ως συνέχειας των αποδοχών ενεργείας τους, που συνιστά τον πυρήνα της οργάνωσης και λειτουργίας του ειδικού συνταξιοδοτικού τους συστήματος, σαφώς διακρίνεται από τις παροχές που καταβάλλονται στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφάλισης, θεσμού κατοχυρωθέντος ρητά στο Σύνταγμα μόλις με την αναθεώρηση του 1975, που όριζε στο άρθρο 22 παρ. 4 αυτού ότι «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει» (ήδη άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, μετά τη δημοσίευση του από 6.4.2001 Ψηφίσματος της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής), η οποία συνίσταται, στην έναντι καταβολής εισφοράς, προστασία του ασφαλισμένου από την επέλευση κινδύνων (γήρας, ασθένεια, αναπηρία κ.λπ.) που μειώνουν ή εξαλείφουν την ικανότητά του να εργάζεται (ασφαλιστικοί κίνδυνοι) και, συνακόλουθα, τείνουν να υποβαθμίσουν τις συνθήκες διαβίωσής του [βλ. ΕλΣυν Ολ. 32/2018, 244/2017, ΣτΕ Ολ. 2287-2290/2015, βλ. συναφώς το άρθρο 9 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, το οποίο έχει υπογραφεί στη Νέα Υόρκη στις 19.12.1966 με τη φροντίδα των Ηνωμένων Εθνών και κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1532/1985, Α΄ 45, τη ΔΣΕ 102/1952, κυρωθείσα με τον ν. 3251 της 1/2-6-55, Α΄ 140, τη Διεθνή Σύμβαση «περί του Ευρωπαϊκού Κώδικος Κοινωνικής Ασφαλείας», που είχε υπογραφεί στο Στρασβούργο στις 16.4.1964 και κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1136/1981 (Α΄ 61), το άρθρο 12 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 1426/1984, Α΄ 34, καθώς και το άρθρο 34 παρ.1 και 2 του ΤΙΤΛΟΥ IV 34 του ΤΙΤΛΟΥ IV «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ» του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2007/C 303/01, 2010/C 83/02)]. Ενόψει αυτών, ο φορέας παροχής της σύνταξης των δημοσίων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών και ειδικότερα το Δημόσιο ή άλλος φορέας, που αναλαμβάνει κατά τον νόμο την παροχή σύνταξης στους αποχωρούντες από την υπηρεσία, δεν ενεργεί ως οργανισμός ή φορέας κοινωνικής ασφάλισης (βλ. ΕλΣυν Ολ. 32/2018, 244/2017, 992/2015, 918/2012, 3299/2013, ΣτΕ 2166/2022, 1296/2015, 2087/2012, 3037/2007, 1970/2002 κ.ά., ΕλΣυν Πρακτ. 1ης Ειδ. Συν/σης 20.4.2016).

12. Εξάλλου, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε μαζί με το εν λόγω Πρωτόκολλο με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) [βλ. ήδη και το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 76/2022 «Μεταγλώττιση-απόδοση στη δημοτική γλώσσα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της» (Α΄ 205)], ορίζει ότι: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της περιουσίας του. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί την περιουσία του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας … Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα των Κρατών να θέτουν σε ισχύ νόμους που κρίνουν αναγκαίους για τη ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Στo πλαίσιο αυτό, στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσης», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, επομένως, με τις διατάξεις αυτές και τα ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε έχουν αναγνωρισθεί με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε έχουν απλώς γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον μέχρι τον χρόνο της προσφυγής στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (βλ. ΕΔΔΑ, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, απόφ. της 20.11.1995, σκ. 28 επόμ., Draon κατά Γαλλίας, απόφ. της 6.10.2005, σκ. 65 επόμ., ΕλΣυν Ολ. 3023, 441/2012, 1031/2011, 2274/1997, ΣτΕ 3613/2013, 1285/2012 Ολ 730/2010, 6/2010, 2031/2009, 3428/2006, ΑΠ 40/1998). Στις απαιτήσεις δε αυτές περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις καθώς και οι νόμιμες προσδοκίες επί αποδοχών και συντάξεων, στον βαθμό που συνιστούν όρους απασχόλησης λειτουργών και υπαλλήλων του Κράτους και καταβάλλονται σ’ αυτούς είτε ως μισθός και δη ως άμεση απόρροια της εργασιακής τους σχέσης είτε αυτόματα ως κοινωνική παροχή, και ανεξαρτήτως της προηγούμενης καταβολής εισφορών ή μη (βλ. επί των αποδοχών απόφ. ΕΔΔΑ της 19.4.2007, Eskelinen κατά Φινλανδίας, σκ. 40 επ., ΣτΕ 6/2010, 2032/2009, ΑΠ Ολ. 104/2009 και επί των συντάξεων και κοινωνικών παροχών Stec κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφ. της 6.7.2005, Κοκκίνης κατά Ελλάδας, απόφ. της 6.11.2008, σκ. 29, Ρεβελιώτης κατά Ελλάδας, απόφ. της 4.12.2008, σκ. 27, Αποστολάκης κατά Ελλάδας, απόφ. της 22.10.2009, σκ. 29, Khoniakina κατά Γεωργίας, απόφ. της 19.6.2012, σκ. 69 επ., Κωσταδήμας κατά Ελλάδας, απόφ. της 26.6.2012, σκ. 29, ΕλΣυν Ολ. 137/2019, 3023, 441/2012, 1031/2011, 984, 166, 26/2010, 2274/1997).

13. Περαιτέρω, αν και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ εφαρμόζεται κατ’ αρχήν στην υφιστάμενη περιουσία του ατόμου και δεν γεννά το πρώτον δικαίωμα κτήσης περιουσίας (βλ. απόφ. ΕΔΔΑ της 7.7.2011, Stummer κατά Αυστρίας, παρ. 82), σε ορισμένες περιπτώσεις η «νόμιμη προσδοκία» κτήσης ενός περιουσιακού στοιχείου, όπως μίας συνταξιοδοτικής παροχής, μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο προστασίας της ως άνω διάταξης της Σύμβασης (βλ. μεταξύ άλλων, απόφ. ΕΔΔΑ της 11.7.2007, Anheuser-Busch Inc. κατά Πορτογαλίας, παρ. 65). Προκειμένου να ενταχθεί στο πεδίο προστασίας του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η περιουσιακή αυτή προσδοκία επιβάλλεται να είναι πιο συγκεκριμένη και ώριμη από μία απλή ελπίδα απόκτησης δικαιώματος και να στηρίζεται σε νομική διάταξη ή σε δικαστική απόφαση, τέτοια δε προσδοκία δεν θεμελιώνεται όταν πρόκειται για δικαιώματα ή αξιώσεις, η γέννηση των οποίων τελεί υπό όρους ή αιρέσεις που δεν πληρούνται από τον ενδιαφερόμενο (βλ. απόφ. ΕΔΔΑ της 10.7.2002, Gratzinger και Gratzingerova κατά Τσεχίας, παρ. 69 και 73). Επίσης, δεν θεμελιώνεται σχετική προσδοκία στις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για την απόληψη ορισμένης παροχής, όπως οι συνταξιοδοτικές – ασφαλιστικές (βλ. αποφ. ΕΔΔΑ της 27.4.1998, Bellet, Huertas και Vialatte), ή παύει να πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου για την συνέχιση καταβολής ορισμένης συνταξιοδοτικής παροχής (βλ. απόφ. της 28.4.2009, Rasmussen κατά Πολωνίας, παρ. 71).

14. Περαιτέρω, το σύστημα προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και των νομίμων προσδοκιών της ΕΣΔΑ δεν περιορίζει την κυριαρχική ευχέρεια των κρατών να αποφασίσουν σχετικά με το εάν θα επιφέρουν μεταβολές στο νομισματικό σύστημα ή αν θα θεσμοθετήσουν σύστημα ασφάλισης, ποιά χαρακτηριστικά θα του προσδώσουν, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα καθορίσουν τους όρους απονομής και το ύψος των συνταξιοδοτικών ασφαλιστικών παροχών (βλ. αποφ. ΕΔΔΑ της 26.6.2014, Sukhanov και Ilchenko κατά Ουκρανίας, της 3.6.2014, Kolesnyk κατά Ουκρανίας, παρ. 83, 89 and 91, της 3.6.2014, Fakas κατά Ουκρανίας, παρ. 34, 37-43, 48). Εάν, πάντως, ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θεσπίσει διατάξεις στις οποίες προβλέπεται η καταβολή ορισμένης συνταξιοδοτικής – ασφαλιστικής παροχής – είτε κατόπιν καταβολής εισφορών είτε όχι – τότε η σχετική νομοθεσία πρέπει να θεωρηθεί ότι εισάγει ένα περιουσιακό συμφέρον εμπίπτον στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. απόφ. ΕΔΔΑ της 13.12.2016, Béláné Nagy κατά Ουγγαρίας, παρ. 82, της 6.7.2005, Stec κατά Ηνωμένου Βασιλείου, παρ. 54). Περαιτέρω, η πληρωμή εισφορών σε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα μπορεί υπό συγκεκριμένες περιστάσεις να θεμελιώσει μία νόμιμη περιουσιακή προσδοκία σε ένα ποσοστό του σχηματιζόμενου ασφαλιστικού κεφαλαίου, όταν οι παροχές είναι ευθέως συναρτημένες με το ύψος των εισφορών, ακόμη όμως και αν θεωρηθεί ότι το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου εγγυάται, υπό ορισμένες περιστάσεις, σε πρόσωπα που έχουν καταβάλει εισφορές το δικαίωμα απόληψης μίας σύνταξης από το οικείο συνταξιοδοτικό σύστημα, σε κάθε πάντως περίπτωση δεν θεμελιώνεται δικαίωμα σε ορισμένο ύψος σύνταξης, ούτε απόλυτη οικονομική αντιστοίχιση μεταξύ εισφορών και ασφαλιστικών παροχών (βλ. απόφ. ΕΔΔΑ της 13.12.2016, Béláné Nagy κατά Ουγγαρίας, παρ. 83).

15. Εξάλλου, προκειμένου να είναι σύμφωνη με τη Σύμβαση μία επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, όπως το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλης φύσης κανονιστικές διατάξεις, να εξυπηρετεί λόγους δημοσίου συμφέροντος και να τηρείται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος αυτού και της προστασίας του σχετικού δικαιώματος. Δεν επιτυγχάνεται δίκαιη ισορροπία όταν ο ενδιαφερόμενος υφίσταται ένα προσωπικό και υπερβολικό βάρος (βλ. μεταξύ άλλων αποφ. ΕΔΔΑ της 5.9.2017, Fabian κατά Ουγγαρίας, παρ. 65, της 12.7.2005, Solodyuk κατά Ρωσίας, παρ. 30, της 12.10.2004, Kjartan Ásmundsson, παρ. 45). Κατά τον σχηματισμό της κρίσης σχετικά με το εάν επιβλήθηκε ένα υπερβολικό και δυσανάλογο βάρος, επιβάλλεται να συνεκτιμηθούν α) το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνεται το μέτρο και οι βαρύνουσες αρχές που το διέπουν, επί συνταξιοδοτικών δε μέτρων οι αρχές διανεμητικής δικαιοσύνης που διατρέχουν το συνταξιοδοτικό σύστημα και ιδίως οι επιμέρους πτυχές της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης που αποτελούν θεμέλια της οργάνωσης και λειτουργίας του (βλ. απόφ. ΕΔΔΑ της 15.4.2014, Stefanetti και άλλοι κατά Ιταλίας, παρ. 55, της 31.5.2011, Maggio και λοιποί κατά Ιταλίας, παρ. 61, της 21.4.2015, Γρηγορίου – Κανάρη κατά Ελλάδος, παρ. 42) και β) η μορφή, η ένταση, τα κριτήρια επιβολής των βαρών και της ρύθμισης και επέμβασης στα δικαιώματα, καθώς και οι προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις αλλά και η πραγματική διαδικασία που ακολουθήθηκε από τις αρμόδιες αρχές (όροι καταβολής εισφορών και ύψος αυτών, ολοσχερής απώλεια, αναστολή ή μείωση των συνταξιοδοτικών παροχών, όροι επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών και το εύλογο ή μη του χρόνου ικανοποίησης των απαιτήσεων, τυχόν διαφορετική μεταχείριση κατηγοριών). Όταν, κατόπιν εκτίμησης των κριτηρίων αυτών, διαπιστώνεται ότι η επέμβαση οδηγεί σε προσβολή του πυρήνα του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κατά τρόπο μάλιστα που το άτομο να υφίσταται απώλεια σημαντικού μέρους ή και του συνόλου του εισοδήματός του, τότε καταφάσκεται και η παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. απόφ. ΕΔΔΑ της 5.9.2017, Fabian κατά Ουγγαρίας, παρ. 65, της 13.12.2016, Béláné Nagy κατά Ουγγαρίας, παρ. 116 έως 118, της 12.10.2004, Kjartan Ásmundsson, παρ. 39).

16. Ο Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, που κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 169/2007 (Α΄ 210) και ίσχυε κατά τον χρόνο εξόδου της αναιρεσείουσας από την υπηρεσία (10.6.2009) στο Τμήμα Α΄ αυτού, που επιγράφεται «Πολιτικές Συντάξεις», και στο Κεφάλαιο Α΄, που φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα σε Σύνταξη», στο άρθρο 1, με τον τίτλο «Πολιτικοί υπάλληλοι Προϋποθέσεις του δικαιώματος σύνταξης», όριζε ότι «1. Ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος που λαμβάνει κάθε μήνα μισθό από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους δικαιούται σε ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο: (άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 1854/51) α) Αν απομακρυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο από την υπηρεσία και έχει εικοσιπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ εδ. πρώτο του α.ν. 1854/51) β) Αν απολυθεί και έχει εικοσαετή τουλάχιστον πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία (άρθρο 1 παρ. 1 περ. β΄ του α.ν. 1854/1951) γ) …».

17. Ακολούθως, στο Κεφάλαιο Β΄ του ίδιου Κώδικα προβλεπόταν στο άρθρο 9, με τον τίτλο «Συντάξιμος μισθός γενικά» ότι «1. Ως μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη λαμβάνεται ποσοστό του μηνιαίου μισθού ενεργείας του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που έφερε και εμισθοδοτείτο ο υπάλληλος κατά την έξοδο του από την υπηρεσία, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. (άρθρο 9 παρ. 1 α.ν. 1854/51, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρ. 6 παρ. 1 ν.δ. 3768/57 και 1 παρ. 1 ν. 1694/87) … 2. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ως μισθός νοείται ο βασικός μισθός ενεργείας του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που έφερε κατά την έξοδό του από την υπηρεσία μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, … (άρθρο 9 παρ. 2 του α.ν. 1854/51, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 36 παρ. 2 του ν. 1202/81, 2 παρ. 1 του ν. 2320/95 και 10 παρ. 1 του ν. 3075/02) … 4. Το ποσοστό της παρ. 1 αυτού του άρθρου, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη του υπαλλήλου, ορίζεται στα 80% του συνόλου των απολαβών που αναφέρονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. (άρθρο 9 παρ. 3 του α.ν. 1854/51 σε συνδ. με άρθρ. 1 παρ. 1 του ν.δ. 829/71), στο άρθρο 11, με τίτλο «Θεμελιωτική συντάξιμη υπηρεσία», ότι «1. Οι υπηρεσίες αυτών που υπάγονται στις διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις και αναγνωρίζονται από το Κώδικα αυτόν ως συντάξιμες, διακρίνονται σε πραγματικές και πλασματικές. Πραγματική συντάξιμη υπηρεσία είναι αυτή που παρέχεται πραγματικά και πλασματική είναι αυτή που από πλάσμα του νόμου θεωρείται σαν συντάξιμη (άρθρο 11 παρ. 1 του α.ν. 1854/51). 2. Πραγματική συντάξιμη υπηρεσία με την έννοια της προηγούμενης παραγράφου είναι αυτή που παρέχεται πραγματικά από αυτούς που διατελούν σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 1, 2 και 3 του Κώδικα αυτού (άρθρο 11 παρ. 2 του α.ν. 1854/51) … 7. Δε θεωρείται συντάξιμος … ο χρόνος της αργίας …, εκτός αν για τις περιπτώσεις αυτές επακολούθησε αθώωση ή απαλλαγή κατά περίπτωση, οπότε ο χρόνος αυτός θεωρείται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας (άρθρο 11 παρ. 5 του α.ν. 1854/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2703/1999)», στο άρθρο 12, με τίτλο «Συντάξιμη υπηρεσία που προσμετράται», ότι «1. Συντάξιμη λογίζεται και προσμετράται στις υπηρεσίες του προηγούμενου άρθρου: (άρθρο 12 παρ. 1 του α.ν. 1854/1951) α) … μθ) Ο χρόνος πρακτικής άσκησης κατά τη διάρκεια της φοίτησης των διπλωματούχων αδελφών νοσοκόμων, επισκεπτριών αδελφών και μαιών στις οικείες Σχολές από τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας τους, αν το πτυχίο χρησίμευσε ως προσόν διορισμού στην υπηρεσία από την οποία απομακρύνθηκαν και έχουν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης σε βάρος του Δημοσίου. … (άρθρα 41 παρ. 1 του ν. 1202/1981 και 10 παρ. 9 του ν. 3075/2002), στο άρθρο 14, με τίτλο «Έναρξη – τερματισμός απόδειξη υπηρεσίας» ότι «Η υπηρεσία υπολογίζεται από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της πράξης διορισμού του υπαλλήλου, εφόσον ανέλαβε υπηρεσία μέσα σε ένα (1) μήνα από την ημερομηνία αυτή, ή από την ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας, εφόσον αυτή πραγματοποιήθηκε μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης του διορισμού, μέχρι τη χρονολογία δημοσίευσης στην παραπάνω Εφημερίδα της απόλυσης ή της αποδοχής της παραίτησης ή μέχρι την ημέρα θανάτου του υπαλλήλου. … (άρθρο 14 παρ. 1 του α.ν. 1854/1951, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 2 παρ. 1 του ν. 1813/1988 και 2 παρ. 14 του ν. 2703/1999)» και στο άρθρο 15, με τίτλο «Υπολογισμός Σύνταξης» ότι «1. Η μηνιαία σύνταξη συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα του μηνιαίου συντάξιμου μισθού που καθορίζεται στο άρθρο 9 όσα είναι τα έτη της πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 11 και 12 του κώδικα αυτού … (άρθρο 15 του α.ν. 1854/1951, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 9 παρ. 1 και 2 του ν. 955/1979 και 2 του ν.δ/τος 64/1973 και αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 1 του ν. 1202/1981 και 4 του ν. 1694/1987)».

18. Περαιτέρω στο άρθρο 56 του Κεφαλαίου Γ΄ του ίδιου Κώδικα, με τίτλο «Ηλικία συνταξιοδότησης Χρόνος έναρξης πληρωμής της σύνταξης», στην παράγραφο 14, όπως αναριθμήθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 3660/2008 (Α΄ 78), προβλεπόταν ότι «Η σύνταξη όσων θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού αρχίζει να καταβάλλεται μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους» (άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 3234/2004, Α΄ 52 ).

19. Τέλος στο Κεφάλαιο Δ΄ του οικείου Κώδικα, που επιγράφεται «Κρατήσεις – Περιορισμοί – Παραγραφές» και στο άρθρο 59 αυτού, στο οποίο κωδικοποιήθηκαν, εκτός των άλλων, τα άρθρα 6 του ν. 1902/1990 (Α΄ 138) και 20 παρ. 2 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165), με τίτλο «Κρατήσεις για συντάξεις», προβλεπόταν στην παρ. 1 ότι «Στους δημόσιους υπαλλήλους, πολιτικούς και στρατιωτικούς, που διορίζονται ως τακτικοί υπάλληλοι ή κατατάσσονται ως στρατιωτικοί από 1ης Οκτωβρίου 1990 και μετά, καθώς και στους υπαλλήλους ειδικών κατηγοριών, που προσλαμβάνονται από την ίδια ημερομηνία και συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο, επιβάλλεται κράτηση υπέρ του Δημοσίου για σύνταξη στις μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές τους ίση με το ποσοστό που ισχύει κάθε φορά για τους ασφαλισμένους στην κοινή ασφάλιση του Ι.Κ.Α. …» και στην παρ. 9 ότι «Από 1ης Ιανουαρίου 1993 επιβάλλεται μηνιαία κράτηση για σύνταξη σε όλους τους υπαλλήλους των παρ. 1 και 8, που έχουν προσληφθεί μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 1990, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 3% στις αποδοχές της παραγρ. 2, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μετά την 1η Ιανουαρίου 1991 ποσοστιαίες αυξήσεις, αυξάνεται δε σε ποσοστό 5% από 1ης Ιανουαρίου 1994 και στο ποσοστό που ισχύει κάθε φορά ως εισφορά εργαζόμενου για τους ασφαλισμένους στην κύρια κοινή ασφάλιση του Ι.Κ.Α., από 1ης Ιανουαρίου 1995 και μετά. Όπου ενεργείται κράτηση για σύνταξη και είναι μικρότερη από το παραπάνω ποσοστό αναπροσαρμόζεται στο ποσοστό αυτό …».

20. Εξάλλου, στην παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180), με τον τίτλο «Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 169/2007», προβλέφθηκε ότι «α. Οι διατάξεις της παρ. 15 του άρθρου 11 του π.δ. 169/2007, που προστέθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010 (Α΄ 120/21.7.2010), αντικαταθίστανται, από της ισχύος τους, ως εξής: “15.α. Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2011 και μετά, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, ο οποίος ανέρχεται σε ένα (1) έτος για το πρώτο παιδί και σε δύο (2) έτη για κάθε επόμενο παιδί και μέχρι το τρίτο. Ο χρόνος αυτός λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση, καθώς και για την προσαύξηση της σύνταξης, με την προϋπόθεση ο υπάλληλος να έχει συμπληρώσει δεκαπενταετή πραγματική δημόσια υπηρεσία. β. Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης έχουν εφαρμογή και για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με συνυπολογισμό και του αναγνωριζόμενου, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χρόνου μέχρι την 31.12.2010. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν μπορεί να υπερβαίνει, με συνυπολογισμό και της λοιπής συντάξιμης υπηρεσίας, το χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης, κατά περίπτωση. γ. Ο ανωτέρω χρόνος αναγνωρίζεται ως συντάξιμος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 των άρθρων 17 και 20 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165), κατά περίπτωση. δ. …” β. … γ. Δικαιώματα που έχουν αναγνωριστεί με βάση τις αντικαθιστώμενες διατάξεις, μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, παραμένουν ισχυρά».

21. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα : Ενόψει της συνταγματικής θεσμικής εγγύησης για το ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημόσιων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών (βλ. σκέψεις 6 έως 11 της παρούσας), ο Συνταξιοδοτικός Κώδικας, όπως διαχρονικά ισχύει (βλ. ανωτέρω τις διατάξεις του ισχύοντος κατά τον χρόνο συνταξιοδότησης της αναιρεσείουσας π.δ/τος 169/2007), που αποτελεί οργανικό του Συντάγματος νόμο και θεσπίζει το πάγιο, βασικό σύστημα αναφοράς του καθεστώτος ασφάλισης και συνταξιοδότησης της κατηγορίας αυτής, κατ’ αρχήν οργανώνει το ειδικό αυτό συνταξιοδοτικό σύστημα, με πυρήνα τη λειτουργική συνέχεια της υπηρεσιακής τους σχέσης, καθιερώνοντας γι’ αυτούς καθεστώς προσιδιάζον σε σύστημα επαγγελματικής ασφάλισης (βλ. σκέψη 7 της παρούσας και ΕλΣυν Ολ. 32/2018, 244/2017, 4324/2014, 1571/2011, απόφ. ΔΕΕ της 26.3.2009, C-559/07, «Επιτροπή κατά Ελλάδος», σκ. 31, 32, 42, 52).

22. Στο πλαίσιο αυτό, με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ του οικείου Κώδικα (βλ. σκέψη 16 της παρούσας), θεσπίζεται ως γενικός κανόνας ότι ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος έχει συμπληρώσει εικοσιπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, δικαιούται ισόβια σύνταξη που βαρύνει το Δημόσιο Ταμείο, χωρίς να ενδιαφέρει ο ειδικότερος λόγος για τον οποίο απομακρύνεται ο υπάλληλος από την υπηρεσία. Κατά παρέκκλιση του κανόνα αυτού και για λόγους επιείκειας προς τον υπάλληλο που αποχωρεί από την υπηρεσία για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή του θεσπίζονται, ανάλογα με τον ειδικότερο λόγο αποχώρησης του υπαλλήλου, μειωμένες χρονικές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από αυτόν. Έτσι, εάν ο υπάλληλος «απολυθεί» από την υπηρεσία, αρκεί προς τούτο εικοσαετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, στην περίπτωση όμως αυτή η σύνταξη καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. Στον περιορισμό αυτό δεν υπάγονται όσοι απολύονται έχοντας ήδη συμπληρώσει εικοσιπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, για τους οποίους ισχύουν τα (γενικά) όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των υπαλλήλων που θεσπίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 56 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα.

23. Εξάλλου, στο πλαίσιο της ειδικής λειτουργικής σχέσης που συνδέει τον δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό με το κράτος γεννάται η νόμιμη προσδοκία καταβολής σύνταξης, που τελεί, σύμφωνα με το άρθρο 9 του οικείου Κώδικα, όπως ίσχυε, αποτελώντας το γενικό σύστημα αναφοράς, σε εύλογη αναλογία με τις αποδοχές ενεργείας, ενόψει και της οικείας συνταγματικής επιταγής (ΕλΣυν Ολ. 1277, 32/2018 και 244/2017, βλ. ήδη άρθρα 7 και 8 του ν. 4387/2016 για το νέο σύστημα υπολογισμού των συντάξεων των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων ως άθροισμα της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης, που εξακολουθεί όμως να συνιστά συνέχεια της αμοιβής τους κατ’ άρθρο 2 του ν. 4387/2016, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 4670/2020 και πρέπει να εξετάζεται αν τελεί σε εύλογη αναλογία με τις αποδοχές ενέργειας και επ’ αυτού βλ. ΕλΣυν Ολ. 2020/2020).Τούτο δε, με την συμπλήρωση των προϋποθέσεων του νόμου, μεταξύ των οποίων η καταβολή εισφορών, ως ποσοστού επί των μηνιαίως καταβαλλόμενων αποδοχών και η συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων θεμελίωσης του δικαιώματος (βλ. ΕλΣυν Ολ. 244/2017, απόφ. ΔΕΕ της 26.3.2009, C-559/07, Επιτροπή κατά Ελλάδος, αποφ. ΕΔΔΑ της 22.10.2009, «Αποστολάκης κατά Ελλάδος», σκ. 29 και 35).

24. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 11, 15 και 59 του οικείου Κώδικα, σε συνδυασμό προς το άρθρο 9 αυτού, συνάγεται ότι υπό το καθεστώς του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, που ίσχυε εν προκειμένω, η μηνιαία σύνταξη δεν υπολογιζόταν με βάση τις γενόμενες επί των αποδοχών εισφορές κρατήσεις για σύνταξη, αλλά με βάση το ποσοστό (τριακοστά πέμπτα) του μηνιαίου συντάξιμου μισθού, που αντιστοιχεί στον αριθμό των ετών πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, ενώ ο αριθμός των ετών στις αποδοχές των οποίων γίνονται οι εν λόγω κρατήσεις λαμβανόταν υπόψη τόσο για τη μισθολογική ή βαθμολογική εξέλιξη του υπαλλήλου, όσο και για τη χορήγηση σ’ αυτόν του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας μέχρι την αποχώρησή του από αυτήν, επηρεάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αυξητικά το ύψος του συντάξιμου μισθού, αλλά όχι το επ’ αυτού ποσοστό της σύνταξης καθ’ εαυτό (βλ. ΕλΣυν ΙΙ Τμ. 748/2018). Οι κρατήσεις, άλλωστε, αυτές, ενεργούμενες επί των αποδοχών ενεργείας του λειτουργού ή υπαλλήλου από τον εργοδότη, ήτοι το Δημόσιο ή άλλο ν.π.δ.δ., αποτελούσαν, κατ’ αρχήν, κοινό έσοδο του φορέα αυτού για την αντιμετώπιση του συνόλου των εξόδων του, σύμφωνα με την αρχή της καθολικότητας του προϋπολογισμού και την απορρέουσα από την τελευταία αρχή του μη ειδικού προορισμού των δημοσίων εσόδων, καθόσον, ενόψει της οικείας συνταγματικής θεσμικής εγγύησης, η καταβολή της σύνταξης τελεί υπό την εγγύηση του οικείου φορέα, στο πλαίσιο της υπηρεσιακής σχέσης, χωρίς να συνδέεται με τον σχηματισμό διακριτού ασφαλιστικού κεφαλαίου από τις εισφορές των εν ενεργεία δημοσίων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών (βλ. σκέψη 9 της παρούσας και ΕλΣυν Ολ. 244/2017, 1938/2009, ΙΙ Τμ. 1406/2024, 748/2018). Συνεπώς, κατά τον κανονισμό της μηνιαίας σύνταξης δεν λαμβάνονται υπόψη οι υπέρ του Δημοσίου κρατήσεις, οι οποίες επιβλήθηκαν στις μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές των λειτουργών και υπαλλήλων από 1.1.1993, ενώ ο νομοθέτης προβλέπει ότι, έναντι της εξασφάλισης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος στους δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους, είναι δυνατό να μη λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ύψους της σύνταξης ένα χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι γι’ αυτό έχουν καταβληθεί συνταξιοδοτικές εισφορές, οι οποίες καλύπτουν νόμιμα χρόνο ασφάλισης στο Δημόσιο. Στο πλαίσιο δε αυτό, ούτε προβλέπεται στις σχετικές ειδικές διατάξεις του Συνταξιοδοτικού Κώδικα υποχρέωση επιστροφής των οικείων εισφορών που δεν αξιοποιήθηκαν συνταξιοδοτικά, ούτε δύναται να θεμελιωθεί τέτοια αξίωση με βάση τις γενικές διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατ’ άρθρα 904 επ. του Αστικού Κώδικα, αφού οι εισφορές αυτές καταβλήθηκαν με νόμιμη αιτία, ήτοι την ασφαλιστέα στο Δημόσιο απασχόληση του μισθωτού, χωρίς αυτή να αίρεται ή να ματαιώνεται ή να λήγει από τη μη αξιοποίηση του χρόνου αυτού κατά τον καθορισμό του ύψους της σύνταξης (βλ. ΕλΣυν ΙΙ Τμ. 1406/2024, 748/2018, πρβλ. ΣτΕ Ολ. 3520, 3519/1992, ΣτΕ 348/2009, 3251/1996, 2750/1994). Η επιλογή δε αυτή του νομοθέτη α) παρίσταται συμβατή με τις προστατευτικές εγγυήσεις του περιουσιακού συνταξιοδοτικού δικαιώματος και των από αυτό απορρεουσών νομίμων προσδοκιών, καθώς και προς τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της σαφήνειας, της προβλεψιμότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας (βλ. σκέψεις 4 και 8 της παρούσας), καθόσον οι διαχρονικά ισχύουσες συνταξιοδοτικές διατάξεις, σε αρμονία προς τη συνταγματική αρχή της εύλογης αναλογίας σύνταξης και αποδοχών ενεργείας (βλ. σκέψη 7 της παρούσας), παγίως προέβλεπαν, ήτοι τόσο πριν όσο και μετά την υποδοχή του θεσμού των ασφαλιστικών εισφορών στο σύστημα, ότι το ύψος της σύνταξης, ως συνέχειας των αποδοχών, υπολογίζεται σε ποσοτική αντιστοιχία με τον μηνιαίο συντάξιμο μισθό, ο οποίος αποτελεί συνάρτηση της θέσης και της υπηρεσιακής εξέλιξης του δικαιούχου και όχι σε ευθεία αναλογία προς τα έτη υπηρεσίας ή προς τις καταβληθείσες εισφορές, β) άγει μεν σε επιβάρυνση του δικαιούχου με εισφορές καθ’ όλο το διάστημα απασχόλησης χωρίς να γεννάται νόμιμη προσδοκία συνταξιοδοτικής αξιοποίησης του συνολικού αυτού χρονικού διαστήματος, πλην η καταβολή εισφοράς για όλο το χρόνο απασχόλησης αποτελεί εύλογο και δικαιολογημένο βάρος, ως μέσο αναδιανεμητικής χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος, ενόψει των αρχών της πολυεπίπεδης κοινωνικής αλληλεγγύης (ενδοταμειακής, ενδογενεακής και διαγενεακής) και της δημοσιονομικής βιωσιμότητας που το διέπουν, από τις οποίες απορρέει και η αρχή της μη ευθείας (μη αμιγούς) ανταποδοτικότητας εισφορών – παροχών (βλ. αναλυτικά σκέψεις 9 και 10 της παρούσας, ΕλΣυν Ολ. 1/2014, 2651/2011, 2298/2010, 1296/2006, 2366/2004, πρβλ. ΣτΕ 1970/2002, 1022/2005, 3487/2008), γ) παρίσταται συμβατή και με την αρχή της αναλογικής – διαφοροποιητικής ισότητας στην προστασία του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κατ’ άρθρα 4 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. σκέψεις 5 και 8 της παρούσας), καθόσον μόνο το γεγονός της απασχόλησης και της απόληψης μισθού συνιστά εύλογη και θεμιτή αιτία επιβάρυνσης με εισφορές στο πλαίσιο του ειδικού συνταξιοδοτικού αυτού συστήματος και της αρχής της μη αμιγούς ανταποδοτικότητας που το διέπει, στον βαθμό δε που διασφαλίζεται ένα ποσό σύνταξης ανάλογο των αποδοχών ενεργείας, δεν εγείρεται ζήτημα αθέμιτης διαφοροποίησης με όσους λαμβάνουν το ίδιο ποσό σύνταξης αλλά έχουν τυχόν μικρότερο χρόνο υπηρεσίας και καταβολής εισφορών έχοντας αποχωρήσει από την υπηρεσία σε πρότερο χρόνο (ΕλΣυν ΙΙ Τμ. 1406/2024).

25. Περαιτέρω, η θεσμοθέτηση της υποχρέωσης καταβολής εισφορών για όλο το διάστημα της απασχόλησης του δημόσιου λειτουργού ή υπαλλήλου, ανεξαρτήτως της συνταξιοδοτικής αξιοποίησης του συνολικού αυτού χρόνου κατά τον καθορισμό του ύψος της σύνταξης, παρίσταται συμβατή με την ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα εναρμονίζεται με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής. Και τούτο, διότι α) θεσπίζεται με σαφή και προβλέψιμη ρύθμιση που εντάσσεται στο ευρύ κατά την έννοια της Σύμβασης περιθώριο εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη κατά την οργάνωση και διαρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και τους όρους διάθεσης των δημοσίων πόρων κατά την απονομή των συντάξεων υπό το φως των αρχών της κοινωνικής αλληλεγγύης και της βιωσιμότητας και αειφορίας του συστήματος, β) η καταβολή των εισφορών για το σύνολο του χρόνου απασχόλησης στον δημόσιο φορέα, ενόψει αφενός του μη αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα του συστήματος (βλ. αναλυτικά σκέψεις 9 και 24 της παρούσας) και αφετέρου της μη κατοχύρωσης από το εθνικό δίκαιο και από τη Σύμβαση δικαιώματος σε σύνταξη συγκεκριμένου ύψους ή ύψους ευθέως ανάλογου προς τις εισφορές, δεν γεννά νόμιμη περιουσιακή προσδοκία ούτε για συνταξιοδοτική αξιοποίηση του συνόλου του χρόνου, για τον οποίο καταβλήθηκαν εισφορές ούτε για επιστροφή των εισφορών που καταβλήθηκαν για το διάστημα που εν τέλει δεν αξιοποιήθηκε συνταξιοδοτικά, σύμφωνα με την υπαγορευόμενη από βαρύνουσες αρχές στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού δικαιώματος αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης και της βιωσιμότητας του συστήματος, γ) δεν θίγεται ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, στον βαθμό που το ύψος της σύνταξης τελεί σε αναλογία με τις αποδοχές ενεργείας και διασφαλίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός του δημοσίου σκοπού που υπηρετεί η καταβολή των εισφορών και αφετέρου του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και δ) δεν εισάγεται απαγορευόμενη δυσμενής διάκριση σε βάρος όσων δικαιούχων εξακολουθούν να απασχολούνται και να καταβάλλουν εισφορές ακόμη και μετά την συμπλήρωση των κρίσιμων χρονικών ορίων για την συνταξιοδότηση και τον κανονισμό πλήρους σύνταξης, καθόσον η υποχρέωση καταβολής εισφορών για όλο τον χρόνο νόμιμης απασχόλησης ανεξαρτήτως της συνταξιοδοτικής αξιοποίησης του χρόνου παρίσταται θεμιτή και δικαιολογημένη στο πλαίσιο οργάνωσης του εθνικού αυτού συνταξιοδοτικού συστήματος και δεν στερείται προδήλως λογικής βάσης (ΕλΣυν ΙΙ Τμ. 1406/2024).

26. Εξάλλου, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο διατάξεις του άρθρου 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος απαιτείται η συμπλήρωση ενός ελάχιστου χρόνου πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας (είκοσι πέντε έτη). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 και 2 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, ως πραγματική δημόσια υπηρεσία που οδηγεί σε θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη είναι εκείνη που παρέχεται πραγματικά από αυτούς που διατελούν σύμφωνα με τους όρους, μεταξύ άλλων, του άρθρου 1 του Κώδικα, ήτοι των δημοσίων λειτουργών και των τακτικών υπαλλήλων του κράτους και των ν.π.δ.δ., ενώ στο άρθρο 12 του οικείου Κώδικα απαριθμούνται οι πλασματικές υπηρεσίες που σύμφωνα με την παράγραφο 9 αυτού λογίζονται σαν πραγματικές κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 11 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (βλ. ΕλΣυν ΙΙ Τμ. 142/2018, 4960/2013, 1202/2012 κ.ά.) και προσμετρούνται για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Δεν δύναται δε να λογιστεί ως συντάξιμη, ούτε για τη θεμελίωση, ούτε για την προσμέτρηση στη συντάξιμη υπηρεσία χρόνος ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στις ανωτέρω διατάξεις. Στο πλαίσιο δε αυτό, με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 περ. μθ΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (σκέψη 17 της παρούσας) προβλέπεται η προσμέτρηση του χρόνου πρακτικής άσκησης κατά τη διάρκεια της φοίτησης των διπλωματούχων αδελφών νοσοκόμων, επισκεπτριών αδελφών και μαιών στις οικείες Σχολές από τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον το πτυχίο χρησίμευσε ως προσόν διορισμού στη θέση από την οποία απομακρύνθηκαν και θεμελιώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα σε βάρος του δημοσίου [βλ. και άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3865/2010 (με τη διάταξη αυτή προστέθηκε εδάφιο γ΄ στην παρ. 6 του άρθρου 11 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα), με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2011 και μετά, να αναγνωρίσουν συντάξιμο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, μεταξύ άλλων, και τον χρόνο σπουδών μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας σε μέσες επαγγελματικές σχολές, εφόσον δεν λογίζεται συντάξιμος με βάση άλλες διατάξεις].

27. Στο ίδιο πλαίσιο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες (σκέψη 17) διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 7 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπάλληλος διετέλεσε νόμιμα σε κατάσταση αργίας δεν θεωρείται συντάξιμος και δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συντάξιμης υπηρεσίας, εκτός αν επακολούθησε αθώωσή του, οπότε ο χρόνος αυτός θεωρείται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Η ρύθμιση αυτή, όπως παγίως έχει κριθεί από το Δικαστήριο (ΕλΣυν Ολ. 1141/2023, 44/2009 κ.ά.), δεν αντίκειται σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές, καθόσον δεν αποτελεί χρόνο υπηρεσίας που παρασχέθηκε πραγματικά, ενώ το γεγονός ότι κατά τον χρόνο αυτό ο υπάλληλος λαμβάνει μέρος των αποδοχών του, παρά το γεγονός ότι δεν παρέχει εργασία, δικαιολογείται από λόγους επιείκειας.

28. Εξάλλου, όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριο (βλ. ΕλΣυν Ολ. 5/2019), οι διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010, όπως αντικαταστάθηκαν από την έναρξη της ισχύος τους (21.7.2010) με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4002/2011, με τις οποίες προβλέφθηκε αφενός μεν για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2011 και μετά, η δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικού χρόνου λόγω παιδιών, τόσο για τη θεμελίωση όσο και για την προσαύξηση της σύνταξης, με την προϋπόθεση ότι ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει δεκαπενταετή συντάξιμη υπηρεσία, αφετέρου δε η δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικού χρόνου παιδιών σε όσους υπαλλήλους εξήλθαν από την υπηρεσία μετά την 21.7.2010 και θεμελιώνουν, με συνυπολογισμό και του αναγνωριζόμενου αυτού χρόνου, συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι την 31.12.2010, εντασσόμενες συστηματικά στο ευρύτερο πλέγμα διατάξεων με τις οποίες επήλθαν δυσμενείς αλλαγές στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των υπαλλήλων εν γένει, βάσει του νέου ασφαλιστικού καθεστώτος στο Δημόσιο (ν. 3865/2010), δεν καταλαμβάνουν τους υπαλλήλους που είχαν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος των διατάξεων του ν. 3865/2010 (21.7.2010), ανεξαρτήτως αν η αποχώρησή τους ήταν εκούσια ή ακούσια, χωρίς να έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Συνεπώς, οι τελευταίοι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν ως χρόνο «πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας» πλασματικό χρόνο παιδιών, ανερχόμενο σ’ ένα έτος για το πρώτο παιδί και σε δύο έτη για καθένα από τα επόμενα παιδιά και μέχρι το τρίτο, ούτε για τη θεμελίωση ούτε για την προσαύξηση της σύνταξης. Αντίθετη ερμηνεία θα ερχόταν σε αντίθεση με τον σκοπό θέσπισης των προαναφερόμενων διατάξεων, που συνίστατο στην προστασία των υπαλλήλων που είχαν ορισμένη συνταξιοδοτική προσδοκία, αυτοί, δηλαδή, οι οποίοι δεν θεμελίωναν μεν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του ν. 3865/2010, προσδοκούσαν (πλησίαζαν) ωστόσο την πλήρωση των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση τέτοιου δικαιώματος. Τέτοια όμως συνταξιοδοτική προσδοκία είχαν μόνο οι ευρισκόμενοι στην υπηρεσία υπάλληλοι, στους οποίους παρέχεται με τις επίμαχες διατάξεις η δυνατότητα, εκμεταλλευόμενοι την αναγνώριση πλασματικών ετών υπηρεσίας λόγω παιδιών, να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα και να λάβουν τη σύνταξη σε συντομότερο χρόνο, επωφελούμενοι της σταδιακής αύξησης της απαιτούμενης συντάξιμης υπηρεσίας και των χαμηλότερων ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης της μεταβατικής περιόδου από 1.1.2011 έως 31.12.2012. Αντίθετα, για τους υπαλλήλους που είχαν ήδη απομακρυνθεί από την υπηρεσία κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3865/2010 (21.7.2010), ανεξαρτήτως αν η αποχώρησή τους ήταν εκούσια ή ακούσια, δεν ανακύπτει ζήτημα διάψευσης ορισμένης συνταξιοδοτικής προσδοκίας ούτε επηρεάζεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, η συνταξιοδοτική τους κατάσταση από την μεταγενέστερη μεταβολή του διέποντος αυτή νομοθετικού καθεστώτος.

29. Ο Σύμβουλος Γεώργιος Βοΐλης διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Η ερμηνεία των νόμων και μάλιστα διατάξεων δημοσιονομικού και συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, που εν μέσω της πασίδηλης δημοσιονομικής κρίσης που διήλθε η χώρα μας επιβάρυναν οικονομικά τους πολίτες ή συνεπάγονταν δυσμενή μεταβολή της προσδοκίας ή του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος, ανήκει κατά συνταγματικά κατοχυρωμένο προνόμιο στους δικαστές που δικαιοδοτούν. Σε κάθε δε περίπτωση δεν μπορεί να βασίζεται προεχόντως στις διεξαχθείσες κατά την ψήφιση των νόμων στη Βουλή συζητήσεις, όπως μάλιστα καταγράφονται στα Πρακτικά των συζητήσεων αυτών, παρά μόνον όλως επικουρικώς, αλλ’ αντιθέτως, να γίνεται κυρίως με βάση τη γραμματική τους διατύπωση και εφόσον εξ αυτής προκύπτει ασάφεια, με βάση την πληθώρα των ερμηνευτικών εργαλείων που έχει στη διάθεσή του ο δικαστής, τα οποία είναι γνωστά και η απαρίθμησή τους στην παρούσα φάση δεν κρίνεται σκόπιμη. Mε τις προαναφερόμενες νομοθετικές διατάξεις (άρθρο 11 παρ. 15α π.δ. 169/2007, όπως προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010 και αντικαταστάθηκαν από την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4002/2011), ερμηνευόμενες κατά τη γραμματική τους διατύπωση και σε συνδυασμό με τον σκοπό θέσπισής τους, που ήταν σαφώς η διευκόλυνση συνταξιοδότησης για μικρό ακόμη χρονικό διάστημα με ευνοϊκό συνταξιοδοτικό καθεστώς των υπαλλήλων με ανήλικα τέκνα, παρασχέθηκε ένα δικαίωμα, ήτοι η δυνατότητα αναγνώρισης, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, τόσο για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης όσο και για την προσαύξηση αυτής πλασματικού χρόνου (1) έτους για το πρώτο παιδί και (2) έτη για κάθε επόμενο παιδί και μέχρι το τρίτο. Το δικαίωμα δε αυτό, ομοίως κατά τη ρητή διατύπωση του νόμου, παρασχέθηκε και σε όσους υπαλλήλους με ανήλικα τέκνα θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με συνυπολογισμό και του αναγνωριζόμενου αυτού χρόνου μέχρι την 31.12.2010, χωρίς να απαιτείται, ως πρόσθετη προϋπόθεση, οι υπάλληλοι αυτοί να υπηρετούσαν στις 21.7.2010 που δημοσιεύθηκε ο ν. 3865/2010, αφού για τη χορήγηση του εν λόγω προνομίου ο νομοθέτης θεσπίζει και αναφέρει ρητά την 31.12.2010 ως καταληκτικό χρονικό όρο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος με συνυπολογισμό και του αναγνωριζόμενου πλασματικού χρόνου από τον υπάλληλο με ανήλικα τέκνα. Αν ο νομοθέτης ήθελε η εν λόγω ρύθμιση να αφορά τους υπηρετούντες στις 21.7.2010 υπαλλήλους θα το είχε ορίσει ρητά και δεν θα όριζε με ειδική διάταξη άλλη ρητή ημερομηνία, ήτοι την 31.12.2010, από την οποία δεν μπορεί να υπάρξει καμία απόκλιση και μάλιστα με ερμηνεία μη συνάδουσα με δημοσιονομικές διατάξεις. Η γνώμη, όμως, αυτή δεν κράτησε.

30. Τέλος, ο ισχύων κατά τον κρίσιμο χρόνο Υπαλληλικός Κώδικας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), ορίζει στο άρθρο 8 παρ. 1 ότι «Δεν διορίζονται υπάλληλοι: α) Όσοι καταδικάστηκαν για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για … δωροδοκία …», στο άρθρο 147 ότι «Η υπαλληλική σχέση λύεται με το θάνατο, την αποδοχή της παραίτησης, την έκπτωση και την απόλυση του υπαλλήλου» και στο άρθρο 149 ότι «Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εφόσον με αμετάκλητη δικαστική απόφαση: α) καταδικασθεί σε ποινή τουλάχιστον πρόσκαιρης κάθειρξης ή σε οποιαδήποτε ποινή για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 8 του παρόντος … β) … Η έκπτωση επέρχεται από την ημερομηνία δημοσίευσης της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης. Για την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο δημόσιος υπάλληλος εκπίπτει από την υπηρεσία και επομένως λύεται η υπαλληλική του σχέση, εκτός άλλων, και όταν καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση για το αδίκημα της δωροδοκίας. Στην περίπτωση αυτή, η έκπτωση από την υπηρεσία και συνακόλουθα η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως από τη χρονολογία που η δικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη, η δε διοικητική πράξη που εκδίδεται στη συνέχεια περιορίζεται στην απλή διαπίστωση του νομικού αυτού αποτελέσματος και δεν επάγεται έννομες συνέπειες, οι οποίες έχουν επέλθει με το αμετάκλητο της ποινικής καταδίκης. Συνακόλουθα, η συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου τερματίζεται, σε κάθε περίπτωση, από τότε που η καταδικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη, με συνέπεια ο χρόνος υπηρεσίας που ενδεχομένως παρέχεται από τον υπάλληλο, μετά την, κατά τα ανωτέρω, λύση της υπαλληλικής του σχέσης, ανεξαρτήτως της καταβολής των αποδοχών του, να μην αναγνωρίζεται ως συντάξιμος και να μην μπορεί να προσμετρηθεί στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του (ΕλΣυν Ολ 1291/2020, 1594/2008, 7/2002).

31. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Τμήμα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα:

32. Η αναιρεσείουσα, πρώην υπάλληλος της Νομαρχίας ...., η οποία γεννήθηκε στις 13.8.1962 και είναι μητέρα δύο τέκνων που γεννήθηκαν τα έτη 1987 και 1989, υπηρέτησε ως τακτική υπάλληλος σε δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα και στη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση από 8.9.1987 έως 10.6.2009, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία της αυτοδικαίως λόγω της ποινικής της καταδίκης. Ειδικότερα, με τη ../2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η εκκαλούσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη με τη .../2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, οπότε με την ..../10.3.2010 πράξη του Νομάρχη …. διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη έκπτωση αυτής από την υπηρεσία, από 10.6.2009, ημερομηνία δημοσίευσης της ως άνω αμετάκλητης απόφασης. Εξάλλου, με τη ..../13.4.2004 απόφαση του Νομάρχη …., η αναιρεσείουσα είχε τεθεί σε δυνητική αργία από 13.4.2004, η οποία είχε παραταθεί με τις …./25.4.2005 και …./8.5.2006 όμοιες αποφάσεις και η οποία, τελικά, ήρθη από 9.2.2007, με την …./20.6.2007 απόφαση του Νομάρχη ….. Ακολούθως, εκδόθηκε η ..../2011 πράξη του ΓΛΚ, με την οποία απορρίφθηκε αρχικά η αίτησή της για κανονισμό σε αυτήν σύνταξης, με την αιτιολογία ότι απώλεσε το συνταξιοδοτικό της δικαίωμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 του π.δ.169/2007, η οποία (πράξη) στη συνέχεια ανακλήθηκε, με την έκδοση της ..../2015 πράξης της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων Υπαλλήλων Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. και Ειδικών Κατηγοριών (Τμήμα Γ) του Γ.Λ.Κ. Με την τελευταία πράξη κανονίστηκε στην αναιρεσείουσα σύνταξη, βάσει της από έτη 20-07-17 συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας διαδοχικής ασφάλισης, πληρωτέα από 13.8.2027, ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας της, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 15 άρθρου 56 του π.δ/τος 169/2007 (άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 3234/2004).

33. Περαιτέρω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμο το αίτημα της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας να συνυπολογιστεί ως συντάξιμος ο χρόνος που τελούσε σε κατάσταση δυνητικής αργίας, από έτη 2-9-26, καθόσον δεν επακολούθησε «απαλλαγή» της από το αδίκημα για το οποίο της ασκήθηκε ποινική δίωξη, εξαιτίας της οποίας τέθηκε σε αργία, αλλά αντιθέτως αυτή τελικά παύθηκε οριστικά (απολύθηκε) λόγω της ποινικής της καταδίκης. Επίσης, με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι δεν δύναται να προσμετρηθούν στη συντάξιμη υπηρεσία της ανωτέρω τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα : α) ο χρόνος φοίτησης της στη Μέση Τεχνική Επαγγελματική Σχολή του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου …. «….» κατά το σχολικό έτος 1984-1985, στην οποία μεταγράφηκε από τη Μέση Τεχνική Επαγγελματική Σχολή …., όπου φοίτησε το σχολικό έτος 1983-1984, καθόσον δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, β) πλασματικός χρόνος τριών ετών λόγω των δύο τέκνων της, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 15 του άρθρου 11 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτές προστέθηκαν με την παρ. 12 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010 και αντικαταστάθηκαν από την έναρξη ισχύος τους με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4002/2011, καθόσον δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους, αφού είχε ήδη αποχωρήσει αυτοδικαίως από την ενεργό υπηρεσία λόγω καταδίκης, κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών και γ) το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο 2009 έως και τον Ιούλιο 2010 που αυτή παρέμεινε στην υπηρεσία, καθόσον η ποινική της καταδίκη κατέστη αμετάκλητη στις 10.6.2009, ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης 1434/2009 του Αρείου Πάγου. Με τις παραδοχές δε αυτές έκρινε ότι εφόσον η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε συμπληρώσει κατά τον χρόνο της αυτοδίκαιης αποχώρησής της από την υπηρεσία (10.6.2009) συνολική συντάξιμη υπηρεσία από έτη 20-7-17, ορθώς υπήχθη από τη συνταξιοδοτική διοίκηση στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 3234/2004 και ορίστηκε η σύνταξή της πληρωτέα από 13.8.2027, ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας της. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αορίστως προβαλλόμενους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί αντίθεσης της επίμαχης συνταξιοδοτικής πράξης στις αρχές της ισότητας, άλλως της ίσης μεταχείρισης, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας, στη συνταγματική προστασία της κοινωνικής ασφάλισης, στις αρχές της χρηστής διοίκησης, της ανταποδοτικότητας και της τυπικής ασφάλισης και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεχόμενη περαιτέρω ότι με την ως άνω πράξη δεν στερήθηκε το συνταξιοδοτικό της δικαίωμα, αλλά ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης καταβολής της κανονισθείσας με την πράξη αυτή σύνταξης η συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, οι οποίες δεν πάσχουν αντισυνταγματικότητα, ούτε είναι αντίθετες προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.

34. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 7 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα και κατά παράβαση των αρχών της ανταποδοτικότητας των εισφορών, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της χρηστής διοίκησης, της ισότητας και της αναλογικότητας, της προστασίας κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το δικάσαν Τμήμα δέχθηκε ότι ο χρόνος από έτη 2-9-26, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα τελούσε σε κατάσταση δυνητικής αργίας, λαμβάνοντας μέρος των αποδοχών της επί των οποίων παρακρατούνταν εισφορές, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη συντάξιμη υπηρεσία της.

35. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 27 της παρούσας, νομίμως το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι ο χρόνος κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα διετέλεσε σε κατάσταση αργίας και δεν παρείχε υπηρεσία, δεν θεωρείται συντάξιμος και δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συντάξιμης υπηρεσίας της, εφόσον δεν επακολούθησε η αθώωσή της για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, αλλά απομακρύνθηκε από την υπηρεσία μετά την αμετάκλητη καταδίκη της. Εξάλλου, με τον μη συνυπολογισμό του χρόνου αργίας στη συντάξιμη υπηρεσία της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο, για λόγους επιείκειας, λάμβανε μέρος των αποδοχών της επί των οποίων παρακρατούνταν εισφορές, δεν εγείρεται ζήτημα παραβίασης των ως άνω αρχών (βλ. αναλυτικά σκέψεις 4 έως 11 της παρούσας), καθόσον α) ο χρόνος αργίας δεν αποτελεί χρόνο υπηρεσίας που πράγματι παρασχέθηκε, β) υπό το καθεστώς του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, που ίσχυε εν προκειμένω, η μηνιαία σύνταξη δεν υπολογιζόταν με βάση τις γενόμενες επί των αποδοχών εισφορές κρατήσεις για σύνταξη, αλλά με βάση ποσοστό του μηνιαίου συντάξιμου μισθού, που αντιστοιχεί στον αριθμό των ετών πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, γ) από την επιβάρυνση της αναιρεσείουσας με εισφορές κατά το χρονικό διάστημα της αργίας δεν γεννάται νόμιμη προσδοκία συνταξιοδοτικής αξιοποίησης αυτού, ενόψει και της αρχής της μη ευθείας (μη αμιγούς) ανταποδοτικότητας των εισφορών που ισχύει στο ειδικό συνταξιοδοτικό σύστημα των δημοσίων υπαλλήλων. Περαιτέρω, η μη συνταξιοδοτική αξιοποίηση του ως άνω χρονικού διαστήματος για το οποίο καταβλήθηκαν εισφορές, σύμφωνα με τη ρητή και σαφή διάταξη του άρθρου 11 παρ. 7 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, είναι συμβατή με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (βλ. σκέψεις 12 έως 15 της παρούσας), ενόψει αφενός του μη αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα του ως άνω συνταξιοδοτικού συστήματος και αφετέρου της μη κατοχύρωσης από το εθνικό δίκαιο και από τη Σύμβαση δικαιώματος σε σύνταξη συγκεκριμένου ύψους ή ύψους ευθέως ανάλογου προς τις εισφορές, στον βαθμό που δεν θίγεται ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, καθόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σ’ αυτήν κανονίστηκε σύνταξη με βάση την από έτη 20-07-17 συνολική συντάξιμη υπηρεσία της, η οποία θα της καταβληθεί από την ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας.

36. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των συνταξιοδοτικών διατάξεων που διέπουν την επίδικη υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι ο χρόνος φοίτησης της αναιρεσείουσας στη Μέση Τεχνική Επαγγελματική Σχολή του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου .... «....» κατά το σχολικό έτος 1984-1985, στην οποία μεταγράφηκε από τη Μέση Τεχνική επαγγελματική Σχολή ...., όπου φοίτησε το σχολικό έτος 1983-1984, δεν δύναται να προσμετρηθεί στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία της, καθόσον στην περίπτωση της αναιρεσείουσας έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 περ. ε΄ του ν. 3996/2011, με την οποία προβλέφθηκε η αναγνώριση, ύστερα από εξαγορά, πλασματικού χρόνου σπουδών (μαθητείας) σε μέσες τεχνικές και επαγγελματικές σχολές, μέχρι δύο έτη, τόσο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης. Επικουρικά δε προβάλλεται ότι πρέπει να εφαρμοστεί αναλογικά, βάσει της αρχής της ισότητας, η διάταξη της περ. μθ΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, που προβλέπει την αναγνώριση ως συντάξιμου και την προσμέτρηση στη συντάξιμη υπηρεσία του χρόνου πρακτικής άσκησης κατά τη διάρκεια φοίτησης των αδελφών νοσοκόμων στις οικείες σχολές, εφόσον αποτέλεσε προσόν διορισμού του υπαλλήλου στη θέση από την οποία συνταξιοδοτήθηκε.

37. Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, όπως νομίμως κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω χρόνος δεν αναγνωριζόταν ως συντάξιμος από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο εξόδου της αναιρεσείουσας από την υπηρεσία, ήτοι στις 10.6.2009 (βλ. σκέψη 26 της παρούσας). Εξάλλου, η διάταξη της περ. μθ΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, με την οποία θεσπίζεται ευνοϊκή για τους υπαλλήλους απόκλιση από τον γενικό κανόνα, που ισχύει στο καθεστώς επαγγελματικής ασφάλισης του Δημοσίου, ότι η συντάξιμη υπηρεσία είναι καταρχήν η διανυθείσα στον δημόσιο φορέα εργοδότη (άρθρο 11 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα), για τις υπαλλήλους που φοίτησαν σε σχολές αδελφών νοσοκόμων και το πτυχίο τους χρησίμευσε ως προσόν διορισμού στην υπηρεσία από την οποία συνταξιοδοτούνται, πρέπει να ερμηνεύεται στενά και δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά, ούτε βάσει της αρχής της ισότητας, στην αναιρεσείουσα, η οποία, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπηρέτησε αρχικά σε δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα και στη συνέχεια σε θέση υπαλλήλου στη Νομαρχίας ...., από την οποία αποχώρησε και συνταξιοδοτήθηκε, καθόσον πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες υπαλλήλων, που δεν τελούν υπό όμοιες συνθήκες (βλ. σκέψη 5 της παρούσας). Περαιτέρω, η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 περ. ε΄ του ν. 3996/2011, με έναρξη ισχύος από 1.1.2011, με την οποία επαναδιατυπώθηκε η διάταξη της παρ. 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115) [με την τελευταία διάταξη αντικαταστάθηκε το άρθρο 40 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165) που προέβλεπε τους αναγνωριζόμενους με εξαγορά πλασματικούς χρόνους ασφάλισης των ασφαλισμένων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και καθορίστηκαν οι πλασματικοί χρόνοι που λαμβάνονται υπόψη για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος χρόνου ασφάλισης ή την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο χρόνος σπουδών σε μέσες τεχνικές και επαγγελματικές σχολές, καθώς και η διαδικασία αναγνώρισης και εξαγοράς], όπως προκύπτει από τη γραμματική και συστηματική ερμηνεία της διάταξης αυτής, αφορά αποκλειστικά τους ασφαλισμένους των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, και όχι τους υπαγομένους στο ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, όπως η αναιρεσείουσα, η σχετική δε ρύθμιση ισχύει από 1.1.2011. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος, και κατά το σκέλος αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

38. Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή της διάταξης της παρ. 15 του άρθρου 11 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010 και αντικαταστάθηκε, από την έναρξη ισχύος της, με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4002/2011, κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να εξαγοράσει πλασματικό χρόνο τριών ετών λόγω των δύο τέκνων της, διότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διάταξης.

39. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι όπως εκτέθηκε αναλυτικά στη σκέψη 28 της παρούσας, οι διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010, όπως αντικαταστάθηκαν, από την έναρξη της ισχύος τους (21.7.2010), με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4002/2011, με τις οποίες προβλέφθηκε αφενός μεν για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2011 και μετά, η δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικού χρόνου λόγω παιδιών, τόσο για τη θεμελίωση όσο και για την προσαύξηση της σύνταξης, με την προϋπόθεση ότι ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει δεκαπενταετή συντάξιμη υπηρεσία, αφετέρου δε η δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικού χρόνου παιδιών σε όσους υπαλλήλους εξήλθαν από την υπηρεσία μετά την 21.7.2010 και θεμελιώνουν, με συνυπολογισμό και του αναγνωριζόμενου αυτού χρόνου, συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι τις 31.12.2010, δεν καταλαμβάνει την αναιρεσείουσα, η οποία, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποχώρησε από την υπηρεσία στις 10.6.2009, ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του ν. 3865/2010 (21.7.2010).

40. Αν και κατά τη γνώμη του Συμβούλου Γεωργίου Βοΐλη, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στη σκέψη 29 της παρούσας από το εν λόγω μέλος του Δικαστηρίου, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

41. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 14 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα και 148 παρ. 2 και 150 του Υπαλληλικού Κώδικα και κατά παραβίαση των αρχών της ανταποδοτικότητας των εισφορών, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας, του κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το δικάσαν Τμήμα δέχθηκε ότι το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης του Αρείου Πάγου (10.6.2009), με την οποία κατέστη αμετάκλητη η ποινική καταδίκη της, έως τον Ιούλιο 2010, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, λάμβανε αποδοχές και κατέβαλε εισφορές, δεν υπολογίζεται στη συντάξιμη υπηρεσία της.

42. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 30 της παρούσας, νομίμως το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο 2009, που κατέστη αμετάκλητη η ποινική καταδίκη της αναιρεσείουσας, έως και τον Ιούλιο 2010, που συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της και κατέβαλε εισφορές, δεν μπορεί να συνυπολογισθεί στη συντάξιμη υπηρεσία της, διότι από τις 10.9.2009, οπότε και δημοσιεύθηκε η αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, λύθηκε η υπαλληλική της σχέση με το Δημόσιο. Εξάλλου, με τη μη προσμέτρηση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος στη συνολική συντάξιμη υπηρεσία της αναιρεσείουσας, κατά το οποίο αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της και λάμβανε αποδοχές επί των οποίων παρακρατούνταν εισφορές, δεν εγείρεται ζήτημα παραβίασης των ως άνω υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεων και αρχών, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. αναλυτικά σκέψεις 4, 6 έως 15 της παρούσας), καθόσον από την παροχή εργασίας και την καταβολή εισφορών κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν γεννάται νόμιμη προσδοκία συνταξιοδοτικής αξιοποίησης του χρόνου αυτού, ενόψει ότι α) από τις 10.9.2009 είχε λυθεί η υπαλληλική της σχέση, γεγονός που η ίδια γνώριζε αφού είχε εκδοθεί η απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κατέστη αμετάκλητη η ποινική της καταδίκη για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, οποιαδήποτε δε παρασχεθείσα υπηρεσία μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, κατά ρητή επιταγή των συνταξιοδοτικών διατάξεων, δεν λογίζεται συντάξιμη, β) της αρχής της μη ευθείας (μη αμιγούς) ανταποδοτικότητας των εισφορών που ισχύει στο ειδικό συνταξιοδοτικό σύστημα των δημοσίων υπαλλήλων και γ) του γεγονότος ότι με τη μη προσμέτρηση του χρόνου αυτού στη συντάξιμη υπηρεσία της αναιρεσείουσας δεν θίγεται ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού της δικαιώματος, καθόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σ’ αυτήν κανονίστηκε σύνταξη με βάση την από έτη 20-07-17 συνολική συντάξιμη υπηρεσία της, η οποία θα της καταβληθεί από την ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας της.

43. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 310 παρ. 1 του ν. 4700/2020).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 20.9.2021 αίτηση αναίρεσης της Π. του .... κατά της απόφασης ../2021 του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε σε τηλεδιάσκεψη στις 23 Οκτωβρίου 2024, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ

Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΟΦΙΑΝΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΑΛΑ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στις 6 Μαΐου 2026 (βλ. πρακτικό δημοσίευσης με όμοια ημερομηνία).

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΑΛΑ