ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α’ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
(Διαδικασία διοικητικών διαφορών ουσίας)
Αριθμός απόφασης: ΑΟ55/2026
Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2025, με δικαστή την Παναγιώτα Καραμήτρου, Εφέτη Δ.Δ., και γραμματέα τον Χαράλαμπο Κανελλιά, δικαστικό υπάλληλο,
για να δικάσει την έφεση με ημερομηνία κατάθεσης 19.7.2023 και αρ.καταχ. ΕΦ……/9.8.2023 (ΕΑΥ ……),
τ ο υ Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και, εν προκειμένω, από την Προϊσταμένη του Τελωνείου ..., η οποία παραστάθηκε με την κατατεθείσα στις 23.10.2025 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας,
κατά του …… του……, κατοίκου …… (οδός ……, θέση ……), ο οποίος παραστάθηκε με την κατατεθείσα στις 7.11.2025 δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου ... Φανής Τιμπλαλέξη, μέλους της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Γεώργιος Σινέλης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία»,
και κατά της.../30.6.2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ...
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο, αφού μελέτησε τη δικογραφία
σκέφθηκε κατά τον Νόμο:
1. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν οφείλεται παράβολο [άρθρα 28 παρ. 4 ν. 2579/1998 (Α 31) και 285 παρ. 2 εδ. ζ΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ν.2717/1999, Α’ 97)], ζητείται, παραδεκτώς, η εξαφάνιση της .../30.6.2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η από 23.9.2016 προσφυγή του εφεσιβλήτου και ακυρώθηκε η ……/……/11.5.2016 πράξη του Διευθυντή του Τελωνείου... κατά το μέρος που με αυτήν καταλογίσθηκε σε βάρος του, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τον υπαίτιο της τέλεσης λαθρεμπορικής παράβασης ..., το ποσό των 7.692,18 ευρώ, που αντιστοιχεί σε διαφυγόντες φόρους (ΦΠΑ) κατά τον τελωνισμό αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του.
2. Επειδή, ο Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΚΦΠΑ, ν. 2859/2000, Α’ 248), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέπει στο άρθρο 11 ότι: «1. Ενδοκοινοτική απόκτηση, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 [«Αντικείμενο του ΦΠΑ»], θεωρείται η απόκτηση της εξουσίας να διαθέτει κάποιος ως κύριος ενσώματα κινητά αγαθά, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται στον αποκτώντα από τον πωλητή ή τον αποκτώντα ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους, στο εσωτερικό της χώρας από άλλο κράτος - μέλος, από το οποίο αναχώρησε η αποστολή ή η μεταφορά του αγαθού….. 3. ….. Ομοίως, δεν θεωρείται ως ενδοκοινοτική απόκτηση η απόκτηση μεταχειρισμένων αγαθών …., εφόσον ο πωλητής είναι υποκείμενος στο φόρο μεταπωλητής ή διοργανωτής δημοπρασίας, που ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή και το αποκτηθέν αγαθό φορολογήθηκε στο κράτος μέλος αναχώρησης της αποστολής ή της μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του κράτους αυτού για τη φορολόγηση των μεταχειρισμένων αγαθών …..», στο άρθρο 45 παρ. 1 ότι: «Η παράδοση μεταχειρισμένων αγαθών, όπως αυτά ορίζονται με τις διατάξεις της περίπτωσης α` της παραγράφου 8 του άρθρου 46, …, υπάγεται σε ειδικό καθεστώς φορολόγησης του περιθωρίου κέρδους του υποκείμενου στο φόρο μεταπωλητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού» και στο άρθρο 60 ότι: «1. Κατά την εισαγωγή αγαθών από το εξωτερικό, ο φόρος του παρόντος νόμου βεβαιώνεται και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής, δασμολογικής και συναφούς νομοθεσίας για τη βεβαίωση και είσπραξη των εισαγωγικών δασμών και λοιπών φόρων…. 2. Κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου χαρακτηρίζεται ως τελωνειακή παράβαση και διώκεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα.».
3. Επειδή, ο Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας (ν. 2960/2001, Α΄ 265), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει στο άρθρο 29 ότι: «1. Τελωνειακή οφειλή είναι η υποχρέωση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου έναντι Τελωνειακής Αρχής για καταβολή του συνόλου των δασμών, των φόρων, συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), και των λοιπών δικαιωμάτων του Δημοσίου, που αναλογούν σε εμπορεύματα και τα επιβαρύνουν κατά τις οικείες διατάξεις. 2. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του Τελωνειακού Κοινοτικού Κώδικα η τελωνειακή οφειλή γεννάται: α) τη στιγμή της αποδοχής της σχετικής διασάφησης για θέση σε ανάλωση ή ελεύθερη κυκλοφορία ή εξαγωγή ενός εμπορεύματος υποκειμένου σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, ... δ) από τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη θέση των εμπορευμάτων σε ένα καθεστώς ή προορισμό ή από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που είχαν τεθεί για την υπαγωγή των εμπορευμάτων αυτών στο συγκεκριμένο καθεστώς, ε) όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση ειδικότερα καθοριζόμενη. 3. Η τελωνειακή οφειλή υπολογίζεται από τις αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 του παρόντος Κώδικα, βεβαιώνεται επί των οικείων παραστατικών εγγράφων αρχικά ή συμπληρωματικά, ή με έκδοση καταλογιστικής πράξης όπου απαιτείται, και εγγράφεται στα ειδικά λογιστικά βιβλία. 4. … 6. Υπόχρεος για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής είναι ο διασαφιστής, το πρόσωπο στο όνομα του οποίου κατατίθεται Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και Λοιπών Φορολογιών, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο σε βάρος του οποίου γεννάται η οφειλή κατά τις διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας. …», στο άρθρο 31 ότι: «1. Το Δημόσιο διατηρεί αμείωτες τις απαιτήσεις του κατά του κυρίου των εμπορευμάτων για δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που δεν είχαν εισπραχθεί, όπως επίσης και για εκείνες που είχαν ελλιπώς βεβαιωθεί ή εισπραχθεί. Τα ποσά θεωρούνται ότι είχαν ελλιπώς βεβαιωθεί ή εισπραχθεί, όταν δεν βεβαιώθηκαν ή δεν εισπράχθηκαν, ολικά ή μερικά, λόγω οποιασδήποτε παράλειψης που έγινε κατά τον τελωνισμό των εμπορευμάτων, εφόσον αυτό προκύπτει από το κείμενο του τελωνειακού παραστατικού που κατατέθηκε, τις πράξεις επ’ αυτού και τα δικαιολογητικά έγγραφα, που επισυνάπτονται σε αυτό, με τα οποία προσδιορίζονται τα κρίσιμα στοιχεία για την ορθή βεβαίωση των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται. 2. Επίσης, ως ελλιπώς βεβαιωθέντα ή εισπραχθέντα θεωρούνται και τα ποσά που βεβαιώθηκαν ή εισπράχθηκαν ελλιπώς, αν κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο αποδειχθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι για το καθεστώς, στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα, όροι ή ότι τα προσκομισθέντα πιστοποιητικά που χρησιμοποιήθηκαν για προτιμησιακή μεταχείριση του εμπορεύματος δεν είναι αυθεντικά ή έγκυρα. 3. Όσα έχουν εισπραχθεί ή έχουν βεβαιωθεί και εισπραχθεί ελλιπώς βεβαιώνονται συμπληρωματικά με πράξη της Τελωνειακής Αρχής και εισπράττονται απ` αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων..…», στο άρθρο 130 ότι: «1. Υπόχρεος στην καταβολή του τέλους ταξινόμησης είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. 2. Για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής κοινοτικών οχημάτων, υποβάλλεται στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ειδική δήλωση …. Με την ειδική δήλωση, που αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου, συνεισπράττεται και ο οφειλόμενος Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.). 3….», στο άρθρο 131 ότι: «Οι διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται ανάλογα και για τις επιβαρύνσεις των κοινοτικών οχημάτων», στο άρθρο 137, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 3453/2006 (Α΄ 74/7.4.2006) και εφαρμόζεται για παραβάσεις για τις οποίες μέχρι τη δημοσίευση των διατάξεων αυτών δεν έχουν εκδοθεί οι καταλογιστικές πράξεις, σύμφωνα με την παρ. 11 του ίδιου άρθρου, ότι «Α. … Γ. Οχήματα Κοινοτικών και Τρίτων Χωρών 1. … 7. Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας των άρθρων 142 και επόμενων του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις δήλωσης ψευδών στοιχείων ή παραποίησης των κατατιθέμενων παραστατικών ή χρήσης ιδιαίτερων τεχνασμάτων, με αποτέλεσμα τη μη είσπραξη ή την είσπραξη μειωμένων φορολογικών ή δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν στο όχημα. 8. …», στο άρθρο 142 ότι, «1.… 2. Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. 3. Η ποινή που επιβάλλεται επί των τελωνειακών παραβάσεων δεν απαλλάσσει από την καταβολή των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. 4. Οι τελωνειακές παραβάσεις βεβαιώνονται με πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης (Π.Τ.Π.), που συντάσσεται από τα αρμόδια όργανα της Τελωνειακής Υπηρεσίας. Ειδικά, στις περιπτώσεις όπου οι τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορίες, αυτές βεβαιώνονται με σχετικό πρωτόκολλο από τα όργανα του αρμόδιου Τελωνείου, με βάση τα στοιχεία, που διαβιβάζονται στον Προϊστάμενό του, από τη Δημόσια Αρχή, η οποία πρώτη επιλήφθηκε της δίωξης του λαθρεμπορίου και τα οποία, στις περιπτώσεις της αυτόφωρης λαθρεμπορίας, απαριθμούνται στο αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης και του φακέλου της προανάκρισης, που σχηματίστηκε, στις λοιπές δε περιπτώσεις στο αντίγραφο του προανακριτικού φακέλου. 5. Με ιδιαίτερο πρωτόκολλο είναι δυνατόν να βεβαιώνεται αυτοτελώς η υποχρέωση φυσικού ή νομικού προσώπου προς καταβολή δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που διέφυγαν της καταβολής αν και γεννήθηκε κατά νόμο τελωνειακή οφειλή και ανεξάρτητα αν βεβαιωθεί τελωνειακή παράβαση επιφέρουσα πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος. ...», στο άρθρο 150 ότι: «1. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 57 του ν. 3583/2007, Α’ 142) Κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος από το τριπλάσιο μέχρι το πενταπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν στο αντικείμενο αυτής, συνολικά για όλους τους συνυπαιτίους. Για το σκοπό αυτόν, οι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και τις συναφείς εθνικές διατάξεις περί γένεσης της τελωνειακής οφειλής. Επί υπερτιμολόγησης ή υποτιμολόγησης ως βάση επιβολής του ως άνω πολλαπλού τέλους αποτελεί η διαφορά των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που προκύπτει από τη ληφθείσα κατά τον τελωνισμό αξία και την τρέχουσα συναλλακτική τιμή. … Δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που διέφυγαν της καταβολής, παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε κατά νόμο τελωνειακή οφειλή, είναι δυνατόν να καταλογίζονται αυτοτελώς με αιτιολογημένη πράξη καταλογισμού. 2. Το, από την προηγούμενη παράγραφο, προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος επιβάλλουν με πράξεις τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 152 του παρόντα Κώδικα, οι Προϊστάμενοι των Τελωνειακών Αρχών, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. … 3. Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμόδιου Τελωνείου, μετά την ενέργεια διοικητικής ανάκρισης, συντάσσει και εκδίδει, το ταχύτερο δυνατό, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία, κατά περίπτωση, ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους υπαίτιους, το βαθμό της ευθύνης ενός εκάστου, τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους επί του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων καθώς και εσόδων που συνιστούν ίδιο πόρο της Κοινότητας, οι οποίες καταλογίζονται παράλληλα και ανεξάρτητα προς την ποινή του άρθρου 160 παράγραφοι 2 και 4 του παρόντα Κώδικα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας 4. … …», στο άρθρο 152 ότι: «1. (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 58 του ν. 3583/2007) Αρμόδιος για την επιβολή των προστίμων ή πολλαπλών τελών που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα είναι ο προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας τελέσθηκε η παράβαση. Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο τόπος τέλεσης, αρμόδιος είναι ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας διαπιστώθηκε η παράβαση. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης ή η διεύθυνση κατοικίας του παραβάτη, που υπέπεσε σε παράβαση. Οι ως άνω, εντός του βραχύτερου δυνατού χρονικού διαστήματος από της καταχώρησης του πρωτοκόλλου στο οικείο βιβλίο ή της παραλαβής του και ύστερα από προηγούμενη λήψη της απολογίας του υπαιτίου της παράβασης και τη διενέργεια κάθε άλλης εξέτασης, την οποία τυχόν κρίνουν αναγκαία, προβαίνουν στην έκδοση αιτιολογημένης πράξης, με την οποία καταλογίζουν, σε βάρος των υπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων, το πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος. … 2. (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ.2 του ν. 3583/2007) Οι διατάξεις των άρθρων 161 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, περί αστικής ευθύνης, εφαρμόζονται κατ` αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις. Η άγνοια των αστικώς συνυπευθύνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της παράβασης. ……», στο άρθρο 155 ότι, «1. Λαθρεμπορία είναι: α) … β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 2. (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 60 και 61 του ν. 3583/2007) Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α) … ζ) η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. η) …. θ) η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγομένων ή εξαγομένων εμπορευμάτων, εφόσον συνεπάγεται απώλεια δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. …», στο άρθρο 160 ότι: «1. Σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται. … 3. Η δήμευση σύμφωνα με το άρθρο αυτό επέρχεται ανεξάρτητα της συμμετοχής στο αδίκημα του έχοντος οποιοδήποτε δικαίωμα επί του πράγματος εκτός από της περιπτώσεως που ο ίδιος αποδείξει έλλειψη συμμετοχής ή γνώσης της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης. 4 …… Εξαιρούνται επίσης από τη δήμευση αυτοκίνητα, των οποίων ο ιδιοκτήτης δεν διώκεται ποινικά ή απαλλάχθηκε αμετάκλητα και απέκτησε το αυτοκίνητο καλόπιστα και εν όψει του είδους, του τρόπου και των λοιπών περιστάσεων της συναλλαγής δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ήταν μέσο ή αντικείμενο λαθρεμπορίας ή συναφούς με αυτή πράξης. 5. …..», στο άρθρο 161 ότι: «Το Ποινικό Δικαστήριο που εκδικάζει την κατηγορία για λαθρεμπορία δύναται, με την καταδικαστική απόφασή του, να κηρύξει αλληλέγγυα συνυπεύθυνο αστικά μετά του καταδικασθέντος για πληρωμή της καταγνωσθείσας χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, με αίτηση δε του ως πολιτικώς ενάγοντα παριστάμενου Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της επιδικασθείσας σε αυτό απαίτησης, τον κύριο ή τον παραλήπτη των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, και όταν ακόμα αυτός δεν έχει ποινική ευθύνη για τη λαθρεμπορία, όταν ο καταδικασθείς ενήργησε επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, οποιαδήποτε και αν είναι η νομική σχέση με την οποία παρουσιάζεται ή καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιάφορα αν ο εντολοδόχος ενεργεί με το όνομα του εντολέα ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή με οποιαδήποτε άλλη προς αυτά νομική σχέση και αδιάφορα αν η ουσιαστική εκπροσώπηση του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης λαθρεμπορίας.», στο άρθρο 164 ότι: «1. Το αντικείμενο της λαθρεμπορίας ως και τα σε δήμευση υποκείμενα κατά το άρθρο 160 του παρόντα Κώδικα, μεταφορικά μέσα κατάσχονται: α) ……. δ) Όταν έχουν τεθεί σε ανάλωση, χωρίς την καταβολή των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ή έχουν διαφύγει της τελωνειακής επιτήρησης που απαιτεί το καθεστώς, υπό το οποίο τελούν. 2. …», στο άρθρο 167 παρ.1 ότι: «Τα κατασχεθέντα αντικείμενα της λαθρεμπορίας ως και τα μεταφορικά μέσα προσάγονται αμέσως από το δημόσιο υπάλληλο, που ενήργησε την κατάσχεση στην Τελωνειακή Αρχή της Περιφέρειας, στην οποία διαπράχθηκε η λαθρεμπορία και αν ακόμη προέρχονται από κλοπή ή τα κατέχουν οι δράστες παράνομα. Αν είναι αδύνατη ή δυσχερής η μεταφορά των κατασχεθέντων, τότε σφραγίζονται αυτά από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ή ορίζεται φύλακας ή λαμβάνεται οποιοδήποτε άλλο μέτρο για τη διαφύλαξη αυτών.» και στο άρθρο 177 ότι: «1. … 5. (όπως το τελ. εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 41 παρ. 4 του ν. 3427/2002, Α’ 312) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν κατά την κρίση του συντρέχει η αναφερόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 160 του παρόντα Κώδικα περίπτωση μη δήμευσης των κατασχεμένων, μπορεί, μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη, να διατάξει, με αμετάκλητη απόφασή του, την άρση της κατάσχεσης και την απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη. Η δικαιοδοσία αυτή του Συμβουλίου ασκείται μόνο αν, η μεν υπόθεση δεν έχει ακόμη εισαχθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το δε αντικείμενο ή μεταφορικό μέσο λαθρεμπορίου δεν εκποιήθηκε ούτε διατέθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 αυτού του άρθρου. Το Δικαστήριο, χωρίς να δεσμεύεται από το Βούλευμα, αποφασίζει με οριστική απόφασή του, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 έως 3 και στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 160 του παρόντα Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση για την εκτέλεση του βουλεύματος ή της δικαστικής απόφασης για απόδοση των κατασχεμένων, απαιτείται η καταβολή προηγουμένως των μη καταβληθέντων εισαγωγικών δασμών και λοιπών φόρων ή της τελωνειακής οφειλής στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή. 6. …».
4. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής: Για την εισαγωγή στην χώρα κοινοτικών οχημάτων καταβάλλεται τέλος ταξινόμησης, με το οποίο συνεισπράττεται ο αναλογών ΦΠΑ. Η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού, καθώς και του αντίστοιχου ΦΠΑ, γεννάται κατά την είσοδο των οχημάτων στο εσωτερικό της χώρας και υπόχρεος προς καταβολή τους είναι ο κατά τον χρόνο γένεσης της σχετικής υποχρέωσης ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. Τα ανωτέρω ισχύουν είτε η καταβολή των εν λόγω επιβαρύνσεων γίνει κανονικά κατά τον χρόνο που καθίστανται απαιτητές, είτε αυτές βεβαιωθούν - εν όλω ή εν μέρει - εκ των υστέρων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 31 του Τελωνειακού Κώδικα, στο οποίο παραπέμπει ευθέως το άρθρο 131 του ίδιου Κώδικα, είτε, τέλος, η βεβαίωσή τους γίνει κατά τις διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας των άρθρων 142 επ. του Τελωνειακού Κώδικα, στις οποίες επίσης παραπέμπει ευθέως το άρθρο 137 παρ. 7 αυτού (πρβλ. ΔΕφΠειr 1439/2022 σκ. 4). Τυχόν νέος ιδιοκτήτης του οχήματος ευθύνεται μόνο υπό τους όρους του άρθρου 155 παρ. 2 περ. ζ΄ του Τελωνειακού Κώδικα, δηλαδή εάν το όχημα εισήχθη στην χώρα κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και ο νέος ιδιοκτήτης βρίσκεται στην κατοχή του λαθραίου οχήματος εν γνώσει της ιδιότητας αυτού ως προϊόντος λαθρεμπορίας (πρβλ. ΣτΕ 4592/2013 σκ.3, 13). Ειδικότερα, η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας στοιχειοθετείται όταν, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από την Χώρα ή την κατά άλλο τρόπο θέση στην κατανάλωση ειδών βαρυνομένων με δασμούς, τέλη και λοιπά δικαιώματα, το Δημόσιο απωλέσει, συνεπεία διαφυγής της καταβολής, τους οφειλόμενους κατά νόμο δασμούς, τέλη και φόρους ή, στην περίπτωση απόπειρας διαφυγής, όταν η απόπειρα θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, αν τελεσφορούσε (ΣτΕ 1832/2025, 409/2019, 123/2016, 504/2012, 990/2004 Ολομ.). Για την επιβολή της προβλεπόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 2 και 150 παρ. 1 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα κύρωσης, δηλαδή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η τέλεση με δόλο των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν την ως άνω τελωνειακή παράβαση (ΣτΕ 783/2020, 409/2019), δηλαδή απαιτείται η γνώση του τελούντος την παράβαση ή του συμμετέχοντος σε αυτή ότι με τις ενέργειες ή παραλείψεις του και την εν γένει συμπεριφορά του το Δημόσιο θα αποστερηθεί τους ανήκοντες σε αυτό δασμούς και λοιπές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να σκοπείται από τον δράστη ή τον συνεργό στην τελωνειακή παράβαση η βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου (βλ. ΣτΕ 596/2022, 444/2021, 1864/2020, 65/2011 επταμ., 990/2004 Ολομ. κ.α.). Ως δόλος δε, ο οποίος απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας, νοείται ο άμεσος, όχι δε και ο ενδεχόμενος, δεδομένου ότι το τέχνασμα που συνιστά την αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας προϋποθέτει άμεσο δόλο του τελούντος ή του συμμετέχοντος σε αυτήν (ΣτΕ 1862/2022, 169/2022, 2117/2015, 3357/2006 επταμ. κ.α.). Εξάλλου, σε περίπτωση λαθρεμπορίας, ο κύριος (ή παραλήπτης) των εμπορευμάτων μπορεί να κηρυχθεί ως αλληλεγγύως συνυπόχρεος, ως αστικώς συνυπεύθυνος, για την καταβολή και του σχετικού πολλαπλού τέλους, εφόσον στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της λαθρεμπορίας στο πρόσωπο ενός τουλάχιστον από τους κυρίους υπαιτίους της παράβασης, ο οποίος έδρασε υπό την ιδιότητα του εντολοδόχου, διαχειριστή ή αντιπροσώπου του κυρίου (ή παραλήπτη) των εμπορευμάτων, χωρίς να προσαπαιτείται γνώση της λαθρεμπορικής πρόθεσης εκείνου από τον αστικώς συνυπεύθυνο, εκτός εάν αποδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλου ότι ο κηρυχθείς ως αστικώς συνυπεύθυνος δεν μπορούσε ακόμα και να πιθανολογήσει τη διάπραξη λαθρεμπορίας (ΣτΕ 1411/2025, 493/2025, 2703/2017). Περαιτέρω, όχημα εισαχθέν στην χώρα δια λαθρεμπορικής παράβασης δημεύεται, ανεξαρτήτως συμμετοχής στο αδίκημα του κατά τον χρόνο δήμευσης ιδιοκτήτη του οχήματος, εκτός εάν αυτός αποδείξει έλλειψη συμμετοχής ή γνώσης περί της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης ή εάν δεν ασκήθηκε καν ποινική δίωξη σε βάρος του ή ασκήθηκε και ο ιδιοκτήτης απαλλάχθηκε αμετακλήτως της κατηγορίας και υπό την επιπλέον προϋπόθεση ότι απέκτησε το αυτοκίνητο καλόπιστα και εν όψει του είδους, του τρόπου και των λοιπών περιστάσεων της συναλλαγής δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ήταν μέσο ή αντικείμενο λαθρεμπορίας ή συναφούς με αυτή πράξης. Τέλος, η επιβολή της δήμευσης συνεπάγεται την άρση της ευθύνης των υποχρέων για την καταβολή των διαφυγουσών κατά την εισαγωγή του αυτοκινήτου δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων.
5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η από 31.7.2014 έκθεση ελέγχου - πορισματική αναφορά των ελεγκτών του Τελωνείου ..., προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο πλαίσιο εκ των υστέρων ελέγχων που διενήργησε το Τελωνείο ... σε τελωνισμούς οχημάτων διενεργηθέντων από τις επιχειρήσεις του ... και του ……, διαπιστώθηκε πως ο ..… κατέθεσε, μεταξύ άλλων, στο Τελωνείο .... την ……/15.9.2008 Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΔΕΦΚ) για τον τελωνισμό και την παραλαβή ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES CL 55 AMG), με αριθμό πλαισίου ……, αξίας 36.000 ευρώ, με εφαρμογή του καθεστώτος περιθωρίου του κέρδους, μη καταβάλλοντας, για το λόγο αυτό, τον αναλογούντα ΦΠΑ και το ανωτέρω αυτοκίνητο έλαβε τον αριθμό κυκλοφορίας ……. Συνημμένο στην εν λόγω ΔΕΦΚ ήταν το από 3.9.2008 τιμολόγιο, το οποίο φερόταν ως εκδοθέν από την γερμανική εταιρία “…… e.K”. Για την εξακρίβωση της γνησιότητας, μεταξύ άλλων, του ως άνω τιμολογίου, το Τελωνείο ... απέστειλε το με αριθμό ……/29.2.2012 έγγραφό του στη 14η Διεύθυνση ΦΠΑ του Υπουργείου Οικονομικών και ζήτησε να αποσταλούν στο πλαίσιο της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής στις αρμόδιες Αρχές της Γερμανίας τα τιμολόγια αγοράς, καθώς και οι άδειες κυκλοφορίας των οχημάτων που είχαν τελωνιστεί από την επιχείρηση του .……, μεταξύ των οποίων και του επίδικου οχήματος. Από τη σύγκριση του ανωτέρω τιμολογίου με τα πρότυπα τιμολόγια της εταιρίας “…… e.K”, που διενήργησε η αρμόδια φορολογική αρχή της Γερμανίας, προέκυψε ότι: α) τα αποσταλέντα τιμολόγια δεν αντιστοιχούσαν οπτικά με τα ανωτέρω πρότυπα, δεν είχαν ενιαία μορφή, ήταν γραμμένα σε “άθλια” γερμανικά και η διεύθυνση της εταιρίας αναγραφόταν λανθασμένα, β) η υπογραφή που υπήρχε δεν ήταν του εκπροσώπου της ανωτέρω γερμανικής εταιρίας, γ) οι παραδόσεις των οχημάτων που αναγράφονταν στα τιμολόγια δεν είχαν πραγματοποιηθεί από τον κ. ……, ενώ, περαιτέρω, όπως προέκυψε, οι συναλλαγές που είχε η ανωτέρω γερμανική επιχείρηση με εκείνη του ... αφορούσαν μόνο στην παροχή υπηρεσιών για διαμεσολάβηση και έρευνα της γερμανικής αγοράς αυτοκινήτων και ουδέποτε υπήρξαν συναλλαγές αγοραπωλησίας οχημάτων. Κατόπιν αυτών, στις 5.3.2014 το Τελωνείο επιχείρησε να διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο στην επιχείρηση του ... με έδρα στην οδό …… στο ……, όπως και στην οδό ……, αλλά διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταντο πλέον οι επιχειρήσεις αυτές. Περαιτέρω, από την έρευνα του Τελωνείου μέσω των υποσυστημάτων TAXIS και ELENXIS προέκυψε ότι ιδιοκτήτης πλέον του επίδικου οχήματος ήταν ο εφεσίβλητος, ο οποίος και κλήθηκε, στο πλαίσιο της με αριθμό ……/20.6.2014 εντολής ελέγχου για την καταβολή ή μη των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, από την Τελωνειακή Αρχή για κατάθεση, δίνοντας σχετικώς, τις από 15.7.2014 και 28.7.2014 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, στις οποίες υποστήριξε πως επισκέφθηκε την επιχείρηση του …… επί της οδού …… στο ……, ότι συμφώνησε μαζί του την αγορά και εισαγωγή ενός αυτοκινήτου μέσω γερμανικής ιστοσελίδας πώλησης αυτοκινήτων, για το σκοπό δε αυτό του έδωσε 36.000 ευρώ προκειμένου να προβεί στην αγορά του, αναλαμβάνοντας και όλες τις διαδικασίες μεταφοράς, εισαγωγής και εκτελωνισμού. Ακολούθως, το Τελωνείο προέβη στην κατάσχεση του εν λόγω οχήματος, συντάσσοντας την από 28.7.2014 έκθεση κατάσχεσης, ορίσθηκε δε ως θεματοφύλακας και μεσεγγυούχος ο εφεσίβλητος, διότι το όχημα ήταν ανασφάλιστο και οι πινακίδες του ήταν κατατεθειμένες στην Εφορία. Όπως προέκυψε, εξάλλου, από την έρευνα, και δη από το με αριθμό ……/2008 πιστοποιητικό ταξινόμησης, πρώτη κάτοχος του επίδικου αυτοκινήτου, ήτοι μετά τον Α…… Σ…… και πριν τη μεταβίβασή του στον εφεσίβλητο, υπήρξε η ομόρρυθμη εταιρία «....ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.», με εταίρους την ...…… και τη .... (σύζυγο και μητέρα, αντίστοιχα, του...), οι οποίες, καίτοι κλήθηκαν να καταθέσουν ενόρκως, ουδέποτε ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση. Με τα δεδομένα αυτά, ο έλεγχος κατέληξε πως το από 3.9.2008 τιμολόγιο που συνόδευε την ……/15.9.2008 Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης ήταν εικονικό και πλαστό, προσκομίσθηκε δε, στο Τελωνείο, με μοναδικό σκοπό την παραπλάνηση των τελωνειακών αρχών από τον ... προκειμένου να μην καταβληθεί ο προβλεπόμενος ΦΠΑ, ενώ, αντιθέτως, δεν διαπιστώθηκε εμπλοκή και γνώση του εφεσίβλητου στην εξεταζόμενη υπόθεση λαθρεμπορίας, αλλά ούτε και άμεση εμπλοκή της πρώτης κατόχου του επίδικου αυτοκινήτου ομόρρυθμης εταιρίας, συντάχθηκε δε, σχετικώς το με αριθμό καταχώρισης ……/19.8.2015 πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης, με το οποίο διαπιστώθηκε και βεβαιώθηκε σε βάρος του ...… λαθρεμπορική τελωνειακή παράβαση, κατ’ άρθρα 137Γ, 142 παρ. 2, 3, 4 και 155 παρ. 1 εδ. β’ και 157 παρ. 1 εδ. β’ του ν. 2960/2001, διότι εφαρμόζοντας ιδιαίτερα τεχνάσματα έκανε χρήση πλαστού και εικονικού τιμολογίου αγοράς, το οποίο και προσκόμισε στο Τελωνείο ..., για τον τελωνισμό του επίδικου οχήματος, με το καθεστώς περιθωρίου κέρδους, προκειμένου να μην καταβάλει τον αναλογούντα ΦΠΑ, στερώντας το Ελληνικό Δημόσιο από αντίστοιχα τελωνειακά έσοδα, ήτοι τους διαφυγόντες φόρους που δεν καταβλήθηκαν, συνολικού ποσού 7.692,18 ευρώ, όπως αυτοί προσδιορίσθηκαν με την από 10.3.2014 έκθεση προσδιορισμού φορολογικών επιβαρύνσεων του αρμόδιου ελεγκτή. Ακολούθως, εκδόθηκε σε βάρος του... η με αριθμό ……/3.9.2015 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του Τελωνείου... με την οποία αυτός κηρύχθηκε υπαίτιος λαθρεμπορικής τελωνειακής παράβασης κατά τα ανωτέρω και επιβλήθηκαν σε βάρος του πολλαπλά τέλη για λαθρεμπορία, ποσού 30.768,72 (ήτοι, το τετραπλάσιο του ποσού των διαφυγόντων φόρων που προσδιορίσθηκαν στο ποσό των 7.692,18 ευρώ), για την καταβολή ολόκληρου του ποσού των οποίων κηρύχθηκε προσωπικά υπόχρεος, ενώ, άλλωστε, από την Τελωνειακή Αρχή δεν χαρακτηρίσθηκε ως υπαίτιος [συνυπαίτιος] της λαθρεμπορίας ο εφεσίβλητος, ούτε αποδόθηκε σε αυτόν ανάμιξή του, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην τέλεση της λαθρεμπορίας, καθόσον έγινε δεκτό πως δεν προέκυψε εμπλοκή και γνώση του για την διαπιστωθείσα λαθρεμπορική τελωνειακή παράβαση. Περαιτέρω, με την εν λόγω πράξη, δεν καταλογίσθηκαν οι διαφυγόντες φόροι λόγω της κατάσχεσης του επίδικου οχήματος, με την επιφύλαξη αυτοί να καταλογισθούν, με ιδιαίτερη πράξη, σε βάρος αφενός του υπαιτίου της λαθρεμπορίας ... και αφετέρου του εφεσίβλητου, νυν ιδιοκτήτη του οχήματος, σε περίπτωση που το αρμόδιο δικαστήριο αποφασίσει την απόδοση του κατασχεθέντος οχήματος. Ακολούθως, κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο η με αριθμό πρωτ. ……/30.3.2016 πρόσκληση σε τακτοποίηση του Τελωνείου ..., με την οποία αυτός ενημερώθηκε ότι προκειμένου να του αποδοθεί το επίδικο όχημα, σε εκτέλεση του με αριθμό .../28.8.2014 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ..., με το οποίο διατάχθηκε η άρση της κατάσχεσης και η απόδοση του κατασχεθέντος αυτοκινήτου, θα έπρεπε να καταβληθούν, κατ’ άρθρο 177 παρ. 5 του ν. 2960/2001, οι διαφυγόντες φόροι που δεν καταβλήθηκαν. Ανταποκρινόμενος στην εν λόγω πρόσκληση, ο εφεσίβλητος κατέθεσε το με αριθμό πρωτ. ……/10.5.2016 υπόμνημα, με το οποίο υποστήριξε, μεταξύ άλλων, πως απέκτησε το επίδικο όχημα καλόπιστα και δεν είχε γνώση των αξιόποινων πράξεων που τέλεσε ο..., ο οποίος και είχε αναλάβει όλη τη διαδικασία εκτελωνισμού, και συνακόλουθα της εικονικότητας και πλαστότητας του επίδικου τιμολογίου, επικαλούμενος και τη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 2 του ν. 2960/2001. Κατόπιν τούτων, αφού ελήφθη υπόψη ότι σε βάρος του υπαιτίου της διαπιστωθείσας, κατά τα ανωτέρω, λαθρεμπορικής τελωνειακής παράβασης ..… είχε εκδοθεί η προαναφερθείσα ……/2015 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του Τελωνείου ..., με την επιφύλαξη, ωστόσο, του καταλογισμού των διαφυγόντων φόρων με ιδιαίτερη πράξη, σε περίπτωση που το αρμόδιο δικαστήριο αποφασίσει την άρση της κατάσχεσης και την απόδοση του κατασχεθέντος οχήματος, ότι με το προαναφερθέν ..../2014 αμετάκλητο βούλευμα διατάχθηκε η άρση της κατάσχεσης και η απόδοση του επίδικου οχήματος στον εφεσίβλητο, καθώς και ότι κρίνονται μεν βάσιμοι οι ισχυρισμοί του τελευταίου περί καλοπιστίας του, καθόσον δεν προέκυψε εμπλοκή και γνώση του στη διαπιστωθείσα λαθρεμπορική τελωνειακή παράβαση, εντούτοις, οι διαφυγόντες φόροι είναι απαιτητοί, κατά τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 1 και 2, 131, 142 παρ. 1-5, 150 παρ. 3 και 177 παρ.5, προκειμένου να αποδοθεί το αυτοκίνητο, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό ……/2015/11.5.2016, συμπληρωματική της ……/2015 πράξης, καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του Τελωνείου ..., με την οποία καταλογίσθηκαν οι διαφυγόντες φόροι (ΦΠΑ) που δεν καταβλήθηκαν, ποσού 7.692,18 ευρώ σε βάρος του εφεσίβλητου, νυν ιδιοκτήτη του επίδικου οχήματος, και του... και κηρύχθηκαν αυτοί, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεοι για την καταβολή τους.
6. Επειδή, κατά της ανωτέρω απόφασης ο ήδη εφεσίβλητος άσκησε την από 23.9.2016 προσφυγή, με την οποία προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι μη νόμιμα και κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών καταλογίστηκε σε βάρος του το ποσό του διαφυγόντος ΦΠΑ, καθόσον δεν του καταλογίζεται από το Τελωνείο οιαδήποτε συμμετοχή ή υπαιτιότητα στη τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας, για την οποία μόνος υπαίτιος κρίθηκε ο …. Δεδομένου δε, ότι, όπως υποστηρίζει, ο ίδιος τελούσε σε πλήρη άγνοια περί της εικονικότητας και της πλαστότητας του επίδικου τιμολογίου και, συνακόλουθα, της τελωνειακής παράβασης στην οποία υπέπεσε ο ..…, ούτε, άλλωστε, ήταν σε θέση να τελεί σε γνώση των πράξεών του, αφού ο τελευταίος είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου τις διαδικασίες μεταφοράς, εισαγωγής και τελωνισμού του επίδικου οχήματος, γίνεται, δε, δεκτό και από το Τελωνείο ότι δεν προέκυψε εμπλοκή και γνώση του ίδιου στην διαπιστωθείσα λαθρεμπορική τελωνειακή παράβαση, ουδεμία ευθύνη φέρει αυτός για την καταβολή των διαφυγόντων φόρων, όντας, κατά τα ανωτέρω, τρίτος καλόπιστος κάτοχος του επίδικου οχήματος, χωρίς οιαδήποτε ανάμειξη στις προαναφερόμενες διαδικασίες και συναλλαγές. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: α) το προαναφερθέν, με αριθμό .../2014, αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ... με το οποίο αφού, έγινε δεκτό πως ο εφεσίβλητος απέκτησε καλόπιστα το επίδικο όχημα και δεν διώκεται ποινικά για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας ούτε και για οποιαδήποτε άλλη αξιόποινη πράξη, καθώς και ότι από το σύνολο των περιστάσεων της συναλλαγής και του τρόπου που έδρασαν οι ..… και .……, δεν μπορούσε να προβλέψει ότι το εν λόγω όχημα ήταν μέσο ή αντικείμενο λαθρεμπορίας ή συναφούς πράξης, διατάχθηκε η άρση της κατάσχεσης του επίδικου οχήματος και η απόδοσή του στον ιδιοκτήτη του και β) τα πρακτικά και την .../2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... (μετά της από 9.8.2016 βεβαίωσης της Γραμματείας του εν λόγω Δικαστηρίου περί καθαρογραφής και καταχώρησης της συγκεκριμένης απόφασης στο οικείο βιβλίο την 9η.5.2016, καθώς και περί μη άσκησης κανενός ενδίκου μέσου μέχρι και τις 12.10.2020), με την οποία ο ... κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της απάτης και της υπεξαίρεσης σε βάρος του εφεσιβλήτου, τελεσθείσες κατά τις διαδικασίες εισαγωγής, ταξινόμησης και εκτελωνισμού του επίδικου οχήματος. Αντιθέτως, η Τελωνειακή Αρχή, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ……/8.11.2016 έκθεση απόψεων του Προϊσταμένου του Τελωνείου ..., ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής, υποστηρίζοντας πως ορθά και νόμιμα εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη σε βάρος του σημερινού κατόχου του επίδικου οχήματος, προκειμένου να εκτελεστεί το .../2014 βούλευμα και να αποδοθεί το κατασχεθέν όχημα σε αυτόν, αφού καταβληθούν οι διαφυγόντες φόροι.
7. Επειδή, η προσφυγή του εφεσίβλητου έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη ..../2023 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ... Ειδικότερα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι «επί εισαγωγής στην χώρα κοινοτικών οχημάτων υπόχρεος προς καταβολή του οικείου τέλους ταξινόμησης, καθώς και του αντίστοιχου ΦΠΑ, είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του κατά τον χρόνο γένεσης της σχετικής υποχρέωσης, ήτοι κατά την είσοδο του οχήματος στην χώρα, τα ανωτέρω δε ισχύουν είτε η καταβολή του τέλους γίνει κανονικά κατά τον χρόνο που αυτό καθίσταται απαιτητό, είτε αυτό βεβαιωθεί - εν όλω ή εν μέρει - εκ των υστέρων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 31 του Τελωνειακού Κώδικα, είτε, τέλος, η βεβαίωση του τέλους γίνει κατά τις διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας των άρθρων 142 επ. του Τελωνειακού Κώδικα (ΔΕφΠειραιά 1439/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ιδιοκτήτης του ένδικου, μεταχειρισμένου, ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου, μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES CL 55 AMG), με αριθμό πλαισίου .… δεν ήταν, κατά την είσοδό του στην Ελλάδα, ο προσφεύγων, καθόσον ο .…… κατέθεσε τη Δ.Ε.Φ.Κ. για τον τελωνισμό και την παραλαβή του προαναφερθέντος οχήματος, μετά, δε, την επιχείρηση του .…… πρώτος ιδιοκτήτης του επίδικου αυτοκινήτου, πριν τη μεταβίβασή του στον προσφεύγοντα υπήρξε η ομόρρυθμη εταιρία «.…… ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.» και, συνεπώς μόνη η ιδιότητα του κατόχου ή έστω του μεταγενέστερου κυρίου του οχήματος δεν μπορεί να θεμελιώσει τον ένδικο καταλογισμό σε βάρος του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι αυτός δεν κηρύχθηκε με την ανωτέρω καταλογιστική πράξη ούτε ως υπαίτιος λαθρεμπορίας λόγω κατοχής λαθρεμπορεύματος, ούτε ως αστικώς συνευθυνόμενος και άρα αλληλεγγύως συνυπόχρεος για την καταβολή των ένδικων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων με τον κηρυχθέντα ανωτέρω υπαίτιο για την λαθρεμπορική εισαγωγή του ανωτέρω οχήματος. Τα ανωτέρω, άλλωστε, δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 5 του ν. 2960/2001, η οποία αναφέρεται σε εκτέλεση βουλεύματος ή δικαστικής απόφασης για την απόδοση των κατεσχεμένων και δεν έχει, πάντως, την έννοια ότι μεταβάλλεται το πρόσωπο που καθίσταται, κατά τα προαναφερθέντα, υπεύθυνο για την καταβολή των διαφυγουσών κατά την εισαγωγή του δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, ενώ ούτε από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, ούτε από καμία άλλη διάταξη δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κάτοχος του λαθρεμπορεύματος καθίσταται υπεύθυνος για την καταβολή των διαφυγουσών κατά την εισαγωγή του δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων.».
8. Επειδή, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με την κρινόμενη έφεση ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, προσβάλλοντας ως νομικώς εσφαλμένη την κρίση της πως από καμία διάταξη δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κάτοχος του λαθρεμπορεύματος καθίσταται υπεύθυνος για την καταβολή των διαφυγουσών κατά την εισαγωγή του δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 1 και 2, 131, 142 παρ. 1-5 και 150 παρ. 3 του ν. 2960/2001, καταλογίστηκαν σε βάρος του εφεσιβλήτου, ως κατόχου, κατά τον χρόνο του ελέγχου, του επίδικου οχήματος, που αποτελεί αντικείμενο λαθρεμπορίας, οι διαφυγόντες φόροι, τους οποίους έπρεπε να είχε καταβάλει κατά την αγορά του οχήματος. Άλλωστε, όπως προβάλλεται, κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 177 παρ. 5 του ν. 2960/2001, απαιτείται η προηγούμενη καταβολή των μη καταβληθέντων φόρων, προκειμένου να αποδοθεί στον εφεσίβλητο το κατασχεθέν όχημα, σε εκτέλεση του .../2014 αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών .... Περαιτέρω, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αναγνωρίστηκε μεν από την Τελωνειακή Αρχή η έλλειψη δόλου -που συνιστά το υποκειμενικό στοιχείο της λαθρεμπορίας - του εφεσιβλήτου για την τέλεση της λαθρεμπορικής παράβασης, και για τον λόγο αυτό δεν κατηγορήθηκε για συνυπαιτιότητα στη λαθρεμπορία, ούτε του επιβλήθηκε πολλαπλό τέλος, ούτε ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για λαθρεμπορία, ωστόσο, «στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται το αντικειμενικό στοιχείο της λαθρεμπορίας, καθώς είναι γεγονός και δεν θίγεται καν από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δημόσιο τελικά στερήθηκε έσοδα από φόρους, συνολικού ύψους 7.692,18 ευρώ, δεδομένου ότι το επίδικο όχημα τελωνίστηκε με χρήση του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους (άρθρο 45 Ν. 2859/2000), μη καταβάλλοντας στο Τελωνείο τον αναλογούντα ΦΠΑ.». Συναφώς, το εκκαλούν Δημόσιο επικαλείται την 355/2023 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου .., με την οποία, σε υπόθεση λαθρεμπορίας καπνικών προϊόντων, ακυρώθηκε μεν η επιβολή πολλαπλού τέλους σε βάρος του υπαιτίου, αλλά κρίθηκε νόμιμος ο καταλογισμός των διαφυγουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, αρκούσης προς τούτο της διαπίστωσης της παράβασης, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή δόλου. Τέλος, με την έφεση υποστηρίζεται ότι, λόγοι χρηστής διοίκησης και ίσης μεταχείρισης των συναλλασσομένων επέβαλαν να απαιτήσει η τελωνειακή αρχή από τον εφεσίβλητο τον διαφυγόντα ΦΠΑ, εφόσον για όμοια αυτοκίνητα άλλοι ιδιώτες ή έμποροι αυτοκινήτων κατέβαλαν τους πραγματικά αναλογούντες φόρους. Και τούτο, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, από το ποσό των 7.692,18 ευρώ που στερήθηκε το Δημόσιο λόγω της λαθρεμπορικής παράβασης, ωφελήθηκε τουλάχιστον κατά ένα μέρος ο εφεσίβλητος καταβάλλοντας στον .… μικρότερο τίμημα σε σχέση με το ποσό που θα κατέβαλε αν επί του τιμολογίου δεν αναφερόταν η διάταξη περί καθεστώτος περιθωρίου κέρδους ή αν είχε απευθυνθεί για την αγορά του αυτοκινήτου του σε άλλον έμπορο, ο οποίος θα ακολουθούσε όλες τις νόμιμες τελωνειακές διατυπώσεις. Αντίθετα, ο εφεσίβλητος, με το από 7.11.2025 υπόμνημά του ζητεί την απόρριψη της έφεσης ως αβάσιμης, αναφερόμενος στο σκεπτικό της εκκαλούμενης απόφασης. Επίσης, επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα πρωτοδίκως, αμετάκλητη, ..../9.11.2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία ο .... καταδικάστηκε για την σε βάρος του εφεσιβλήτου τελεσθείσα απάτη και υπεξαίρεση, ο καταδικασθείς εισέπραξε από τον εφεσίβλητο για τον εκτελωνισμό του επίδικου οχήματος, που του είχε ανατεθεί, ποσό 7.757,26 ευρώ επιπλέον αυτού που πράγματι κατέβαλε, αποκομίζοντας ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος.
9. Επειδή, όπως έγινε δεκτό στην 4η σκέψη της παρούσας, επί εισαγωγής στην χώρα κοινοτικών οχημάτων υπόχρεος προς καταβολή του οικείου τέλους ταξινόμησης και του αντίστοιχου ΦΠΑ, είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του κατά τον χρόνο γένεσης της σχετικής υποχρέωσης, ήτοι κατά την είσοδο του οχήματος στην χώρα, τα ανωτέρω δε ισχύουν είτε η καταβολή των εν λόγω επιβαρύνσεων γίνει κανονικά κατά τον χρόνο που καθίστανται απαιτητές, είτε αυτές βεβαιωθούν - εν όλω ή εν μέρει - εκ των υστέρων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 31 του Τελωνειακού Κώδικα, είτε, τέλος, η βεβαίωσή τους γίνει κατά τις διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας των άρθρων 142 επ. του Τελωνειακού Κώδικα (πρβλ. ΔΕφΠει 1439/2022 σκ.4), ενώ τυχόν μετέπειτα ιδιοκτήτης του οχήματος ευθύνεται -τόσο για την καταβολή του πολλαπλού τέλους, όσο και για τις διαφυγούσες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις- μόνο εάν του αποδοθεί η λαθρεμπορική παράβαση του άρθρου 155 παρ. 2 περ. ζ΄ του ΕΤΚ, δηλαδή κριθεί ότι βρίσκεται στην κατοχή του λαθραίου οχήματος εν γνώσει της ιδιότητας αυτού ως προϊόντος λαθρεμπορίας (πρβλ. ΣτΕ 4592/2013 σκ.3, 13). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, το επίδικο μεταχειρισμένο, ιδιωτικής χρήσης, κοινοτικό όχημα εισήχθη στην Ελλάδα από τον ……, αναγραφόμενο παραλήπτη στην ……/15.9.2008 Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, και πωλήθηκε στον εφεσίβλητο από την ομόρρυθμη εταιρία «... και ΣιΑ Ο.Ε.», η οποία υπήρξε πρώτος ιδιοκτήτης του οχήματος κατά την είσοδό του στην Ελλάδα. Επομένως, εφόσον η τελωνειακή αρχή δεν αμφισβήτησε ως εικονική την ανωτέρω πώληση, ο εφεσίβλητος, ως μεταγενέστερος ιδιοκτήτης του οχήματος, δεν είναι εκ του νόμου υπόχρεος σε καταβολή του διαφυγόντος κατά την εισαγωγή ΦΠΑ. Περαιτέρω δε, εφόσον η τελωνειακή αρχή, αναγνωρίζοντας την έλλειψη γνώσης του περί της λαθρεμπορίας, δεν του απέδωσε την λαθρεμπορική παράβαση της κατοχής προϊόντος λαθρεμπορίας (όπως συνέβη στο ιστορικό της επικαλούμενης .../2023 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου ...), ούτε τον κήρυξε ως αστικώς συνευθυνόμενο, και όθεν αλληλεγγύως συνυπόχρεο για την καταβολή των διαφυγουσών φορολογικών επιβαρύνσεων, με τον ανωτέρω κηρυχθέντα υπαίτιο για την λαθρεμπορική εισαγωγή του ανωτέρω οχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 2 και 161, δεν υφίσταται νόμιμη βάση για τον ένδικο καταλογισμό του διαφυγόντος ΦΠΑ σε βάρος του εφεσιβλήτου, όπως ορθώς κρίθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Η αναφερόμενη δε στην επίδικη καταλογιστική πράξη και επικαλούμενη με την κρινόμενη έφεση διάταξη του άρθρου 177 παρ. 5 του ν. 2960/2001, στην οποία, άλλωστε, δεν ορίζεται ρητώς ο ιδιοκτήτης του κατασχεθέντος οχήματος ως υπόχρεος καταβολής της τελωνειακής οφειλής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεμελιώνει αυτοτελώς συνευθύνη του καλόπιστου ιδιοκτήτη του κατασχεθέντος οχήματος για την καταβολή δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που διέφυγαν της είσπραξης εξαιτίας λαθρεμπορικής παράβασης στην οποία ουδόλως ενέχεται. Ο ισχυρισμός δε της τελωνειακής αρχής ότι ο επίδικος καταλογισμός επιβάλλεται από τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της ίσης μεταχείρισης των συναλλασσομένων, διότι ο εφεσίβλητος επωφελήθηκε από τον διαφυγόντα φόρο και την συναλλαγή του με τον υπαίτιο της λαθρεμπορίας, αντί άλλου πωλητή που θα διεκπεραίωνε νομότυπα την εισαγωγή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε υποθετικές σκέψεις, ενώ, αντίθετα, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη από τον εφεσίβλητο ..../9.11.2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., ο ίδιος κατέβαλε στον .... για τον εκτελωνισμό του επίδικου οχήματος, ποσό 7.757,26 ευρώ επιπλέον αυτού που ο τελευταίος κατέβαλε στις τελωνειακές αρχές, το ποσό δε αυτό οικειοποιήθηκε ο εν λόγω υπαίτιος της λαθρεμπορίας. Κατόπιν τούτων, ορθώς και νομίμως με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 23.9.2016 προσφυγή του εφεσιβλήτου και ακυρώθηκε η ……/……/11.5.2016 πράξη του Διευθυντή του Τελωνείου ..., κατά το μέρος που με αυτήν καταλογίσθηκε σε βάρος του, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τον υπαίτιο της τέλεσης λαθρεμπορικής παράβασης ..., το ποσό των 7.692,18 ευρώ, που αντιστοιχεί σε διαφυγόντα ΦΠΑ κατά τον τελωνισμό του ανωτέρω οχήματος ιδιοκτησίας του
10. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Κατ’ εκτίμηση, όμως, των περιστάσεων, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ.1 του ΚΔΔ.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη Λάρισα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση στις 27-2-2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ