ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 532/2025
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Πρόεδρος, Σπυριδούλα Χρυσικοπούλου, Μαργαρίτα Γκορτζολίδου, Διομήδης Κυριλλόπουλος, Μαρίνα Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δημήτριος Μακρής, Ταξιαρχία Κόμβου, Παρασκευή Μπραΐμη, Βικτωρία Πλαπούτα, Μαρία Σωτηροπούλου, Αγγελική Μίντζια, Ρωξάνη Γιαννουλάτου, Χριστίνα Σιταρά, Χρήστος Λιάκουρας, Νικόλαος Σκαρβέλης, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Σταυρούλα Κτιστάκη, Φραντζέσκα Γιαννακού, Δημήτριος Βασιλειάδης, Ελένη Γεωργούτσου, Γεωργία Ανδριοπούλου, Σουλτάνα Κωνσταντίνου, Ιωάννης Μιχαλακόπουλος, Χρήστος Παπανικολάου, Σταυρούλα Λαμπροπούλου, Οδυσσέας Σπαχής, Καλλιόπη Κατρά, Σύμβουλοι, Ελένη Μουργιά, Θεοδώρα Ζιάμου, Μαρία Γκάνα, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ρωξάνη Γιαννουλάτου και Ελένη Γεωργούτσου, καθώς και η Πάρεδρος Μαρία Γκάνα, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Σταυρούλα Χάρου.
Για να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, που υποβλήθηκαν με την 1563/2022 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σχετικά με την από 5 Οκτωβρίου 2018 προσφυγή:
των: 1. …. και 2. …., κατοίκων …. (….), οι οποίες παρέστησαν με τη δικηγόρο Ηλιάνα Παπανικολάου (Α.Μ. … Δ.Σ. ….), που τη διόρισαν με πληρεξούσιο και η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της,
κατά του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) και ήδη Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αμερικής 12), ο οποίος παρέστη με τους: 1. Αντώνιο Παπαγεωργίου, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και 2. Νικόλαο Κουφογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η πιο πάνω προσφυγή εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με την από 4 Νοεμβρίου 2024 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά τη διαγραφή της από το πινάκιο του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.
Με την προσφυγή αυτή οι προσφεύγουσες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. ...απόφαση της Διευθύντριας του Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Πιερίας, β) η υπ’ αριθμ. ...απόφαση του Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Πιερίας, γ) η υπ’ αριθμ. ...απόφαση του ίδιου ως άνω Υποκαταστήματος και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ των προσφευγουσών οι: 1. …. ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Ερνέστο – Δημήτριο Τσακαλία (Α.Μ. …..), που τον διόρισε στο ακροατήριο και 2. …, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Φαρμακίδη - Μάρκου (Α.Μ. ….), που τον διόρισε στο ακροατήριο.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ταξιαρχίας Κόμβου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις, και τους αντιπροσώπους του καθ’ ου Φορέα, οι οποίοι διατύπωσαν τις απόψεις τους επί των ερωτημάτων και των λόγων της προσφυγής και ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, με την 1563/2022 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (μεταβατική έδρα Κατερίνης) υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας προδικαστικά ερωτήματα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (A΄ 213), σχετικά με την από 5.10.2018 προσφυγή που άσκησαν ενώπιόν του οι δύο προσφεύγουσες, με την οποία ζητούν την ακύρωση α) της ...αποφάσεως της Διευθύντριας του Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Πιερίας του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α., οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., βλ. άρθρα 51 παρ. 1, 53 παρ. 1 περ. Α΄ υποπερ. α΄ στοιχ. αα΄ και 70 παρ. 1 του ν. 4387/2016, Α΄ 85) [ήδη e-E.Φ.K.A., όπως μετονομάσθηκε από 1.3.2020 ο Ε.Φ.Κ.Α. (άρθρο 51Α του ν. 4387/2016, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020, Α΄ 43)]. Με την απόφαση αυτή καταλογίσθηκε (μεταξύ άλλων) εις βάρος τους, με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του συνταξιούχου του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ... ... και κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας τους, συνολικό ποσό 8.652,64 ευρώ, ήτοι ποσό 6.584,55 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν στον ως άνω συνταξιούχο που αντιστοιχεί σε προσαύξηση της συντάξεώς του λόγω οικογενειακών βαρών, την οποία είχε λάβει από 1.2.2001 έως 31.12.2002 και από 1.8.2003 έως 31.1.2017, και τόκοι (επί της ανωτέρω κύριας οφειλής) ύψους 2.068,09 ευρώ και β) των 17660 και ...τροποποιητικών αποφάσεων της Διευθύντριας του ανωτέρω Υποκαταστήματος, με τις οποίες (από την ανωτέρω συνολική οφειλή) διαγράφηκε εν μέρει οφειλή από τους ως άνω τόκους, ύψους 1.292,55 ευρώ, ποσό που αφορά τις προσφεύγουσες.
2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου με μείζονα σύνθεση, λόγω της όλως εξαιρετικής σπουδαιότητάς της, με την από 4.11.2024 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, κατόπιν διαγραφής της από το πινάκιο του Α΄ Τμήματος, στην επταμελή σύνθεση του οποίου είχε αρχικώς εισαχθεί με την από 4.5.2022 πράξη της Προέδρου του [άρθρο 14 παρ. 2 περ. α΄ και γ΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242)]. Έχουν δε διενεργηθεί νομίμως οι κατά νόμον [άρθρο 1 παρ. 1 εδ. τέταρτο (δεύτερο προτού η παράγραφος αυτή αντικατασταθεί με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012, Α΄ 51) και παρ. 2 εδ. δεύτερο του ν. 3900/2010] δημοσιεύσεις (βλ. φύλλα των εφημερίδων «ΕΣΤΙΑ» και «ΤΑ ΝΕΑ» της 16.5.2022 που υπάρχουν στη δικογραφία).
3. Επειδή, στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως (29.3.2022) της ως άνω αποφάσεως περί υποβολής των υπό κρίση προδικαστικών ερωτημάτων, ήτοι προτού αντικατασταθεί με το άρθρο 26 του ν. 5119/2024 (Α΄ 103/5.7.2024), το οποίο άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 36 παρ. 1 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως] ορίζεται ότι όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υποθέσεως, στην οποία ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, μπορεί, με απόφασή του που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Στην περίπτωση αυτή δίνεται η δυνατότητα στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ώστε αυτό να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από τακτικό διοικητικό δικαστήριο στο Συμβούλιο της Επικρατείας προϋποθέτει ότι το διοικητικό δικαστήριο ως αρμόδιο, κατ’ αρχήν, επί της συγκεκριμένης διαφοράς, έχει ασκήσει πράγματι την αρμοδιότητά του και έχει διαγνώσει ότι η επίλυση του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση οριστικής αποφάσεως. Το ζήτημα που τίθεται με το προδικαστικό ερώτημα πρέπει ως εκ της φύσεώς του να έχει γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσει σημαντικό αριθμό διαφορών με κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Το διοικητικό δικαστήριο που υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα πρέπει στην απόφασή του να παραθέτει και να τεκμηριώνει τους λόγους για τους οποίους το ζήτημα που ανέκυψε στην αχθείσα ενώπιόν του διαφορά και αποτελεί το αντικείμενο του ερωτήματος είναι, όπως ορίζει ο νόμος, «γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων». Επίσης, το διοικητικό δικαστήριο πρέπει να παραθέτει τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τις κρίσιμες διατάξεις και να τεκμηριώνει ότι το ζήτημα για το οποίο υποβάλλεται το προδικαστικό ερώτημα ανακύπτει πράγματι στην ενώπιόν του διαφορά, δηλαδή είναι κρίσιμο και λυσιτελές για την επίλυσή της, άλλως το υποβληθέν ερώτημα είναι απαράδεκτο και το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν το απαντά (βλ. Σ.τ.Ε. 1841-3/2013 Ολομ., 761, 2282, 2653/2014 7μ., 2182, 3715-6/2015 7μ., 884/2016 7μ., 1470/2016 Ολομ., Σ.τ.Ε. 719/2018 7μ., 1307-16/2019 Ολομ., 355, 1829/2023 Ολομ. κ.ά.). Αντιθέτως, για το παραδεκτό του ερωτήματος, το διοικητικό δικαστήριο δεν απαιτείται να λαμβάνει και, μάλιστα, αιτιολογημένως θέση επί του τιθέμενου νομικού ζητήματος, αν και κάτι τέτοιο είναι σκόπιμο, προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης (βλ. Σ.τ.Ε. 761, 2282/2014 7μ., 2182/2015 7μ., 1470/2016 Ολομ., Σ.τ.Ε. 719/2018 7μ., 1307-16/2019 Ολομ., 355, 1829/2023 Ολομ. κ.ά.).
4. Επειδή, περαιτέρω, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, εφόσον διοικητικό δικαστήριο υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το τελευταίο εκδικάζει σε Ολομέλεια ή σε Τμήμα το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 (όπως εκάστοτε ισχύουν) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ένδικου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις (βλ. Σ.τ.Ε. 601, 1619/2012 Ολομ., 694/2013 Ολομ., 1307-16/2019 Ολομ., 1443/2020 Ολομ., 1821/2020 Ολομ., 1408/2022 Ολομ., 1342/2023 7μ., 2137/2024 7μ. κ.ά.). Μετά την επίλυση του ζητήματος που τέθηκε με το προδικαστικό ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί είτε να παραπέμψει το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση είτε, εφόσον κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος προς τούτο, να το κρατήσει και να το δικάσει περαιτέρω, κατά το προπαρατεθέν άρθρο 1 παρ. 1 εδ. έκτο του ν. 3900/2010, αναλόγως εφαρμοζόμενο (Σ.τ.Ε. 1821/2020 Ολομ., 2137/2024 7μ.).
5. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (πιλοτική ή κατόπιν υποβολής προδικαστικού ερωτήματος από διοικητικό δικαστήριο) μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, στην οποία τίθεται το ίδιο νομικό ζήτημα που τίθεται με το ένδικο βοήθημα ή μέσο που έχει εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με τη διαδικασία της πιλοτικής δίκης ή τίθεται με το προδικαστικό ερώτημα που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, και να εκθέσει την άποψή του για το ζήτημα αυτό (βλ. Σ.τ.Ε. 2151/2017 7μ., 2614/2021 7μ., 1342/2023 7μ., 1829/2023 Ολομ., 615/2024 7μ. κ.ά.). Επομένως, για το παραδεκτό της παρεμβάσεως απαιτείται ο παρεμβαίνων να επικαλείται και να αποδεικνύει προσηκόντως ότι είναι διάδικος σε εκκρεμή ή εκκρεμείς δίκες αποκλειστικώς ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ή τα ίδια ζητήματα με εκείνα που τίθενται στην πιλοτική δίκη ή στη δίκη επί προδικαστικού ερωτήματος (βλ. Σ.τ.Ε. 1342/2023 7μ., 2423/2023 7μ., 2077/2024 7μ.).
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την προαναφερθείσα απόφαση δέχθηκε ότι από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ... ... του ..., ο οποίος απεβίωσε στις 31.12.2016, σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης των προσφευγουσών, ήταν ασφαλισμένος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Με την ...απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του Ι.Κ.Α. του απονεμήθηκε σύνταξη γήρατος από 11.2.1994 με προσαύξηση λόγω οικογενειακών βαρών για τη σύζυγό του, πρώτη προσφεύγουσα. Όμως, όπως προέκυψε από την από 28.9.2017 βεβαίωση ασφαλίσεως του Περιφερειακού Τμήματος Αγροτών Κεντρικής Μακεδονίας του Ε.Φ.Κ.Α. και την από 31.10.2017 βεβαίωση συνταξιοδοτήσεως της Ε΄ Διεύθυνσης Μητρώου Συνταξιούχων (Αγροτών) του Ε.Φ.Κ.Α., η πρώτη προσφεύγουσα από 1.1.1998 ήταν ασφαλισμένη στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του Ο.Γ.Α. -με διακοπή ασφαλίσεως από 1.1.2003 λόγω συμπληρώσεως του 64ου έτους της ηλικίας της- και από 1.7.2003 ήταν συνταξιούχος λόγω γήρατος του Ο.Γ.Α. Επίσης, από τα οικεία στοιχεία διαπιστώθηκε ότι ο ανωτέρω συνταξιούχος κατά τον χρόνο του θανάτου του κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους ως προς το επίδικο χρέος (καθόσον η μοναδική δημοσιευθείσα από 23.4.2016 ιδιόγραφη διαθήκη του δικαιοπαρόχου των προσφευγουσών περιορίζεται σε ένα ακίνητο του διαθέτη, βλ. άρθρο 1801 του Α.Κ.) τις προσφεύγουσες, σύζυγο και θυγατέρα, αντιστοίχως, καθώς και τον υιό του (... ...). Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις, εκδόθηκε η ...απόφαση της Διευθύντριας του Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Πιερίας του Ε.Φ.Κ.Α., με την οποία καταλογίσθηκε (μεταξύ άλλων, δηλαδή εκτός από τον υιό του θανόντος συνταξιούχου, και) εις βάρος των προσφευγουσών, με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του συνταξιούχου ... ... του ... και κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστης εξ αυτών, (α) το ποσό το οποίο ο εν λόγω συνταξιούχος είχε λάβει αχρεωστήτως ως προσαύξηση λόγω οικογενειακών βαρών για τη σύζυγο στη χορηγούμενη σ’ αυτόν σύνταξη γήρατος για τα χρονικά διαστήματα από 1.2.2001 έως 31.12.2002 και από 1.8.2003 έως 31.1.2017, ποσό το οποίο ανερχόταν σε 6.584,55 ευρώ, και (β) τόκοι (υπολογισθέντες με επιτόκιο 3%) ύψους 2.068,09 ευρώ, ήτοι συνολικώς ποσό 8.652,64 ευρώ. Κατά της ως άνω αποφάσεως της Διευθύντριας του ανωτέρω Υποκαταστήματος του Ε.Φ.Κ.Α. η πρώτη προσφεύγουσα άσκησε την από 29.1.2018 ένσταση (...) ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του ίδιου Υποκαταστήματος. Με την ένσταση υποστήριξε ότι ο αποβιώσας συνταξιούχος είχε ενημερώσει τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. σχετικά με τη συνταξιοδότηση της ίδιας, παραδίδοντας το ασφαλιστικό βιβλιάριό της ως εμμέσως ασφαλισμένης, το οποίο ακυρώθηκε και εν συνεχεία εκδόθηκε νέο, ατομικό πλέον, βιβλιάριο ασθενείας επ’ ονόματί της από τον Ο.Γ.Α. Ενόψει τούτου, ισχυρίσθηκε ότι ο ανωτέρω συνταξιούχος υπήρξε καλόπιστος κατά την είσπραξη της επίμαχης προσαυξήσεως, με συνέπεια η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών και, μάλιστα, μετά την πάροδο μακρού χρόνου να αντίκειται στις αρχές της καλής πίστεως, της χρηστής διοικήσεως και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι η ως άνω καταλογιστική απόφαση εκδόθηκε χωρίς νόμιμη και επαρκή αιτιολογία. Η Τ.Δ.Ε. με την ...απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση της πρώτης προσφεύγουσας (χήρας - κληρονόμου του ανωτέρω συνταξιούχου) και την απάλλαξε από την υποχρέωση καταβολής τόκων κατά την επιστροφή της κύριας οφειλής για τα ως άνω ένδικα χρονικά διαστήματα. Σε εκτέλεση της ως άνω ...αποφάσεως της Τ.Δ.Ε. (όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), εκδόθηκαν οι ...και ...τροποποιητικές αποφάσεις της Διευθύντριας του ανωτέρω Υποκαταστήματος του Ε.Φ.Κ.Α., για τη δεύτερη και την πρώτη προσφεύγουσα, αντιστοίχως, με τις οποίες διαγράφηκε εν μέρει οφειλή από τόκους (συγκεκριμένα από το συνολικό ποσό τόκων 2.068,09 ευρώ διαγράφηκαν οι τόκοι που αναλογούν στην κύρια οφειλή καθεμιάς από τις προσφεύγουσες, ύψους 775,53 και 517,02 ευρώ, αντιστοίχως, δηλαδή τόκοι συνολικού ύψους 1.292,55 ευρώ). Με τα δεδομένα αυτά, το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι οι ...και ...ως άνω τροποποιητικές αποφάσεις της Διευθύντριας του Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Πιερίας του Ε.Φ.Κ.Α. προσβάλλονται απαραδέκτως, ως στερούμενες εκτελεστότητας, προεχόντως διότι εκδόθηκαν σε συμμόρφωση προς την ...απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ίδιου Υποκαταστήματος, χωρίς νέα κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, ήτοι ανεξαρτήτως του εάν οι προσφεύγουσες έχουν έννομο συμφέρον να τις προσβάλλουν δικαστικώς, ως πράξεις μη βλαπτικές για τις ίδιες. Περαιτέρω, το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι η ...απόφαση της Τ.Δ.Ε. του ανωτέρω Υποκαταστήματος του Ε.Φ.Κ.Α. επί της από 29.1.2018 ενστάσεως η οποία είχε ασκηθεί κατά της ...αποφάσεως της Διευθύντριας του ίδιου Υποκαταστήματος, πρέπει να θεωρηθεί συμπροσβαλλόμενη, αλλά και μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η ρητώς προσβαλλόμενη ...καταλογιστική απόφαση της Διευθύντριας του εν λόγω Υποκαταστήματος ενσωματώθηκε στην ως άνω απόφαση της Τ.Δ.Ε. κατόπιν ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής (ενστάσεως) κατ’ αυτής και απώλεσε την εκτελεστότητά της. Με την ένδικη προσφυγή, όπως αναπτύσσεται με το κατατεθέν από 22.11.2021 υπόμνημα, οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση της, κατά τα γενόμενα δεκτά από το διοικητικό πρωτοδικείο, ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως της Τ.Δ.Ε. ως μη νόμιμης, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι επίδικες αξιώσεις του Ε.Φ.Κ.Α. έχουν παραγραφεί, λόγω παρελεύσεως πενταετίας (κατά τα προβαλλόμενα με το δικόγραφο της προσφυγής) (δεκαετίας, όπως αναφέρεται στο ως άνω υπόμνημα) από την είσπραξη των αχρεώστητων παροχών. Προβάλλουν, περαιτέρω, ότι οι εν λόγω αχρεώστητες παροχές εισπράχθηκαν καλοπίστως από τον θανόντα συνταξιούχο, επαναφέροντας τους σχετικώς προβληθέντες ενώπιον της Τ.Δ.Ε. ισχυρισμούς και, επομένως, μη νομίμως αναζητούνται από τις προσφεύγουσες μετά την πάροδο μακρού χρόνου, με βάση τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι τελούν σε οικονομική αδυναμία επιστροφής των ανωτέρω ποσών. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι τα εισοδήματά τους είναι πενιχρά και, ως εκ τούτου, η επιστροφή των καταλογισθέντων ποσών θα έχει απρόβλεπτες οικονομικές συνέπειες εις βάρος τους με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβιώσεώς τους. Ο καθ’ ου η προσφυγή ασφαλιστικός φορέας με το κατατεθέν ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου από 19.11.2021 υπόμνημα υποστηρίζει ότι είναι νόμιμες οι αποφάσεις της Τ.Δ.Ε. που αφορούν τις προσφεύγουσες, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 103 του ν. 4387/2016, οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος. Περαιτέρω, προβάλλει ότι, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012, οι αξιώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή και κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται. Τούτο έχει ως συνέπεια πλέον, υπό την ισχύ της ανωτέρω διατάξεως, η τυχόν καλοπιστία του λαβόντος να αφορά μόνον το ζήτημα του έντοκου ή μη των οφειλών κατά τον καταλογισμό και του χρόνου ενάρξεως της επιβολής τόκου και όχι το ζήτημα της αναζητήσεως των παροχών. Ακολούθως, το ανωτέρω διοικητικό πρωτοδικείο έλαβε υπόψη τα εξής: α) Με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012 ορίσθηκε ότι οι αξιώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή, καθώς και ότι κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται και β) με την 104/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης έχει υποβληθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Εάν η διάταξη του πρώτου άρθρου παρ. ΙΑ υποπαράγρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) περί εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών, εφαρμόζεται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του εισπράξαντος αυτές ασφαλισμένου ή μήπως και στην περίπτωση αυτή είναι εξεταστέα η καλή πίστη (έλλειψη υπαιτιότητας) αυτού, οπότε η αναζήτηση της παροχής είναι επιστρεπτέα μόνον εντός ευλόγου χρόνου». Το διοικητικό πρωτοδικείο δέχθηκε ότι με το ως άνω προδικαστικό ερώτημα δεν έχει αχθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ευθέως και ρητώς προς κρίση το ζήτημα της τυχόν αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω ρυθμίσεως όσον αφορά τη διάρκεια της παραγραφής των αξιώσεων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών, που ορίσθηκε εικοσαετής. Περαιτέρω, το διοικητικό πρωτοδικείο δέχθηκε ότι με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 103 του ν. 4387/2016, η οποία καλείται σε εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση ως εκ του κρίσιμου εν προκειμένω χρόνου, ορίζεται το πρώτον ρητώς ότι οι αχρεώστητες παροχές αναζητούνται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος. Ενόψει τούτων, το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι τίθενται με βάση τις διατάξεις που είναι εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, σε συνδυασμό με τους ως άνω προβαλλόμενους με την προσφυγή λόγους, τα ακόλουθα ζητήματα: «α) εάν η ρύθμιση του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαράγρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012, με την οποία ορίστηκε ότι οι αξιώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή, αντίκειται στο Σύνταγμα, ζήτημα που δεν έχει αχθεί προς κρίση ευθέως και ρητώς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με την 104/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και, ειδικότερα, στην αρχή της ασφάλειας δικαίου η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και θεμελιώνεται ιδίως στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, και στην αρχή της αναλογικότητας, β) εάν η μεταγενέστερη ρύθμιση του άρθρου 103 του ν. 4387/2016, με την οποία ορίζεται το πρώτον ρητώς ότι οι αχρεώστητες παροχές αναζητούνται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος, i) έχει την έννοια ότι με τη φράση “ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος” σκοπείται αποκλειστικά η ρύθμιση του ζητήματος του έντοκου της αναζήτησης ή μη, ii) σε αποφατική περίπτωση, εάν η ρητή πρόβλεψη περί αναζήτησης των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος αποκλείει την εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοίκησης, που εφαρμοζόταν με βάση την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία η αναζήτηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την είσπραξή τους, αν οι παροχές έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως μεν από τον ασφαλιστικό οργανισμό, αλλά εισπράχθηκαν καλοπίστως από τον λαβόντα, αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης -όπως η γενική αυτή αρχή έχει κριθεί αφενός ότι ισχύει στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης και αφετέρου ότι συμπορεύεται με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 40 παρ. 4 του α.ν. 1846/1951- λόγω αυτής της αντίθετης ρητής διάταξης νόμου, προς την οποία ενδεχομένως δεν συμπορεύεται, ειδικά αν κριθεί ότι η αρχή της χρηστής διοίκησης δεν βρίσκει συνταγματική κατοχύρωση ή, αντιθέτως, εάν η αρχή αυτή εξακολουθεί να εφαρμόζεται, παρά τη συγκεκριμένη διατύπωση της εν λόγω διάταξης και iii) σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι αποκλείεται υπό την ισχύ του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 η εφαρμογή της χρηστής διοίκησης, εάν η εν λόγω νομοθετική επιλογή αντίκειται στο Σύνταγμα και ειδικότερα στην αρχή της αναλογικότητας ή εάν προκειμένου να κριθεί ως συνταγματικά ανεκτή, απαιτείται μία σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία της, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω διάταξη έχει ως όριο ειδικώς στην περίπτωση του καλόπιστου εισπράξαντος τις παροχές τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (πρβ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 481/2018, 668/2012 σκ. 35), υπό την έννοια ότι, πάντως, μπορεί να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εάν μετά ή κατά την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ο καλοπίστως λαβών θα διαθέτει επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής του πόρους και, επομένως, εάν σε περίπτωση καλοπιστίας του λαβόντος και εφόσον αυτός επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η επιστροφή των ποσών αυτών θα είχε ως συνέπεια τον σοβαρό κλονισμό της οικονομικής του κατάστασης, σε βαθμό που να τίθεται εν αμφιβόλω η ικανότητα βιοπορισμού του και η αξιοπρεπής διαβίωσή του, συνεκτιμώμενων των περιστάσεων της εκάστοτε εξεταζόμενης περίπτωσης, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι και υπό την ισχύ του άρθρου 103 του ν. 4387/2016, η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών σε αυτόν παροχών αποκλείεται, υπό το φως του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος και της αρχής του κράτους δικαίου, ακόμη και εάν η αναζήτηση αυτή δεν αφορά ή ανατρέχει σε χρόνο που υπερβαίνει τον κατά περίπτωση εύλογο». Τέλος, το ανωτέρω διοικητικό δικαστήριο έκρινε ότι τα ως άνω ζητήματα είναι σαφές ότι είναι γενικότερου ενδιαφέροντος και έχουν συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, καθόσον αφορούν όλους τους (προ του Ε.Φ.Κ.Α.) ασφαλιστικούς οργανισμούς και το σύνολο των περιπτώσεων κατά τις οποίες έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ασφαλιστικές παροχές τόσο πριν όσο και μετά την ισχύ του ν. 4093/2012, αλλά και μετά την ισχύ του άρθρου 103 του ν. 4387/2016, ενώ η μη επίλυσή τους κατά τρόπο ενιαίο εγκυμονεί κινδύνους για την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων σε πρώτο βαθμό. Κατόπιν των ανωτέρω, το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την προαναφερθείσα 1563/2022 απόφαση ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ επίκληση του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, προδικαστικά ερωτήματα με το προεκτεθέν περιεχόμενο.
7. Επειδή, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης προσφυγής και το από 19.11.2021 υπόμνημα του e-Ε.Φ.Κ.Α. που κατατέθηκε ενώπιον του ανωτέρω διοικητικού δικαστηρίου, καθώς και τα συμπληρωματικά στοιχεία του φακέλου τα οποία διαβιβάσθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας με το ...(αριθμ. πρωτ. Σ.τ.Ε. ΕΠ ….) έγγραφο του e-Ε.Φ.Κ.Α. (Τοπική Διεύθυνση e-Ε.Φ.Κ.Α. Πιερίας), και η δεύτερη προσφεύγουσα (θυγατέρα – κληρονόμος του ανωτέρω συνταξιούχου) άσκησε ένσταση (….) κατά της ως άνω αποφάσεως της Διευθύντριας του Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Πιερίας του Ε.Φ.Κ.Α., η οποία έγινε (ομοίως) εν μέρει δεκτή με την …. απόφαση της Τ.Δ.Ε. του ίδιου Υποκαταστήματος, με την οποία και απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής τόκων επί της αναλογούσας κύριας οφειλής. Σε εκτέλεση αμφότερων των ως άνω αποφάσεων της Τ.Δ.Ε. (…..) εκδόθηκαν οι ανωτέρω τροποποιητικές αποφάσεις της Διευθύντριας του εν λόγω Υποκαταστήματος (...και ….) για τη δεύτερη και την πρώτη προσφεύγουσα, αντιστοίχως. Οι αποφάσεις αυτές της Διευθύντριας ως πράξεις εκτελέσεως στερούνται εκτελεστότητας (βλ. Σ.τ.Ε. 4526/1996 κ.ά.). Καθ’ ερμηνεία δε του δικογράφου της ένδικης προσφυγής, ως συμπροσβαλλόμενη (με την ρητώς προσβληθείσα με την προσφυγή μη εκτελεστή καταλογιστική πράξη της Διευθύντριας του ανωτέρω Υποκαταστήματος) και παραδεκτώς προσβαλλόμενη πρέπει να θεωρηθεί (όχι μόνον η ….., όπως δέχθηκε το διοικητικό πρωτοδικείο, αλλά) και η ...απόφαση της Τ.Δ.Ε. του Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Πιερίας του Ε.Φ.Κ.Α. Οι αποφάσεις αυτές της Τ.Δ.Ε., οι οποίες εκδόθηκαν επί ενδικοφανών προσφυγών (ενστάσεων) και με τις οποίες έγιναν δεκτές κατά το μέρος που με την ως άνω καταλογιστική πράξη καταλογίσθηκαν «προσαυξήσεις» τόκων εις βάρος των προσφευγουσών και απορρίφθηκαν ως προς το κεφάλαιο (δηλαδή όσον αφορά την αναλογούσα σε εκάστη προσφεύγουσα κύρια οφειλή), είναι οι μόνες εκτελεστές πράξεις (βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 505/2011 7μ., 83, 2435/2023 κ.ά.). Εξάλλου, η ένδικη διαφορά, η οποία αφορά αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθεισών κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, έχει αμιγώς χρηματικό αντικείμενο (βλ. επί όμοιων διαφορών κατ’ αναίρεση Σ.τ.Ε. 3146/2017, 1951/2018, 2922/2019, 811/2020, 983/2024 7μ. κ.ά.), το οποίο υπολείπεται του κατά νόμον [περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κ.Δ.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δηλαδή μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 47 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51)] ορίου των 60.000 ευρώ. Επομένως, η διαφορά αυτή που ανέκυψε κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως (άρθρο 7 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 702/1977, Α΄ 268) υπάγεται στην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου (βλ. Σ.τ.Ε. 2671-5/2021, 2017, 2052/2022, 115, 362/2023, 1855/2024). Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα τίθεται ζήτημα που αφορά τη συνταγματικότητα της περ. 2 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Το ζήτημα αυτό γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες σε ευρύτερο κύκλο προσώπων δεν είχε τεθεί με την 104/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος που είχε υποβληθεί με την ανωτέρω προγενέστερη απόφαση, το ερώτημα εκείνο (ερώτημα το οποίο απαντήθηκε με την 2137/2024 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου με επταμελή σύνθεση) αναφερόταν στην ερμηνεία της περ. 2 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (δηλαδή ερμηνεία διατάξεως τυπικού νόμου) και όχι στη συνταγματικότητα ή μη της διατάξεως αυτής. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα τίθεται ζήτημα που αφορά την έννοια και τη συμφωνία με το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 103 του ν. 4387/2016. Το ζήτημα αυτό ομοίως συνιστά προδήλως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Τα ανωτέρω δε ζητήματα είναι κρίσιμα για την επίλυση της ένδικης διαφοράς (δηλαδή για την απάντηση στους προβληθέντες με την προσφυγή λόγους), καθόσον αφορούν τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 3, τα υπό κρίση προδικαστικά ερωτήματα παραδεκτώς υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
8. Επειδή, στην παρούσα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκη παρεμβαίνουν, κατ’ επίκληση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, υπέρ των προσφευγουσών με αυτοτελή δικόγραφα οι εξής: α) ... με το από 30.10.2023 δικόγραφο (αριθμ. καταθ. ….) και β) ... ... με το από 1.11.2023 δικόγραφο (αριθμ. καταθ. ….). Οι ανωτέρω προβάλλουν ότι είναι διάδικοι σε εκκρεμείς δίκες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων στις οποίες τίθενται τα ίδια νομικά ζητήματα με εκείνα που τίθενται με τα ως άνω υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα. Από τα προαποδεικτικώς προσκομισθέντα από τον πρώτο παρεμβαίνοντα στοιχεία […. προσφυγές Γ. ... και αντιστοίχως …. και …. προσφυγές του Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίες στρέφονται κατά των ίδιων από 10.7.2018 αποφάσεων της Τ.Δ.Ε. του Δ΄ Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Ανατολικής Αττικής του Ε.Φ.Κ.Α. και αφορούν διαφορές που έχουν δημιουργηθεί από την αναζήτηση (με καταλογιστικές πράξεις της 16.9.2016 και 29.9.2016) αχρεωστήτως καταβληθεισών από το π. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. κύριων και επικουρικών συντάξεων γήρατος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 103 του ν. 4387/2016] (βλ. και τις 7360, 7365, 13231/2022 και 12349/2023 αποφάσεις του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών περί αναστολής εκδικάσεως των σχετικών υποθέσεων) προκύπτει ότι αυτός είναι διάδικος σε εκκρεμείς δίκες ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών στις οποίες τίθεται το ίδιο με το τιθέμενο με το υπό κρίση δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοικήσεως. Συνεπώς, η παρέμβαση του ... πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την 1668/2023 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλη η εκδίκαση της (ασκηθείσας κατά της 17518/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών) εφέσεως της ... ... (ήδη δεύτερης παρεμβαίνουσας στην παρούσα δίκη) έως τη δημοσίευση της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του ως άνω εξεταζόμενου δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος (απόφαση η οποία μνημονεύεται στο δικόγραφο της παρεμβάσεως), στην υπόθεση της Φ. ... δεν τίθεται το ίδιο ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 που έχει τεθεί με το υπό κρίση δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι οι πράξεις αναζητήσεως ενόψει του χρόνου εκδόσεώς τους [ήτοι α) στις 11.10.2013 εκδόθηκε η καταλογιστική εις βάρος της πράξη του Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος …. του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. που αφορά αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντος από το εν λόγω Ίδρυμα επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) και β) στις 24.10.2014 εκδόθηκε (κατά μερική αποδοχή της ενστάσεως της Φ. ...) η πράξη της Τ.Δ.Ε. του ίδιου Υποκαταστήματος] δεν έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 103 του ν. 4387/2016. Πέραν τούτου, η ανωτέρω δεύτερη παρεμβαίνουσα δεν έχει προσκομίσει στοιχεία (δικόγραφα ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας) από τα οποία αποδεικνύεται ότι είναι διάδικος σε εκκρεμή δίκη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων με τα ίδια νομικά ζητήματα (ήτοι παραγραφής κατά την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 και εφαρμογής της αρχής της χρηστής διοικήσεως υπό την ισχύ του άρθρου 103 του ν. 4387/2016) με τα τιθέμενα με τα υποβληθέντα με την προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προδικαστικά ερωτήματα, όπως απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1-2 του ν. 3900/2010. Κατά συνέπεια, η παρέμβαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
9. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Στις παρ. 1 και 5 του άρθρου 4 ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. … 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Στην παρ. 5 του άρθρου 22 ορίζεται ότι: «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει» και στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 25 ότι: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει … να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. … 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».
10. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η κοινωνική ασφάλιση αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση των εργαζομένων, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης, διαθέτοντας ευρεία προς τούτο εξουσία και λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη και προστασία του εργαζόμενου πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων ασφαλιστικών κινδύνων (όπως είναι το γήρας, ο θάνατος, το εργατικό ατύχημα, η αναπηρία, η επαγγελματική ή μη ασθένεια, η ανεργία) με γνώμονα την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσεως στην οποία στηρίζεται η οικονομία των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως. Μέσω της διατηρήσεως του ασφαλιστικού κεφαλαίου διασφαλίζεται αφενός η βιωσιμότητα των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών χάριν και των μελλοντικών γενεών και αφετέρου ικανοποιητικό επίπεδο διαβιώσεως υπέρ των νυν συνταξιούχων, όσο το δυνατόν εγγύτερο σε εκείνο που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου τους. Όταν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο ασφαλισμένος παύει να καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές -οι οποίες συνιστούν κεφάλαιο που είναι αποκλειστικώς αφιερωμένο για την καταβολή των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών- και, εάν συντρέχουν οι κατά νόμον προϋποθέσεις απονομής της οικείας ασφαλιστικής παροχής (όπως περιοδικές παροχές, εφάπαξ παροχές), αποκτά αξίωση έναντι του ασφαλιστικού φορέα να του χορηγήσει την ασφαλιστική παροχή στο ύψος που δικαιούται βάσει της οικείας νομοθεσίας. Πέραν του ανωτέρω δημόσιου σκοπού, μέσω του θεσμού της κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να ασκείται και κοινωνική πολιτική και να εκδηλώνεται η κοινωνική αλληλεγγύη. Εξάλλου, η κρατική μέριμνα για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση (κύρια και επικουρική) δεν εξαντλείται στην ίδρυση από το κράτος των οικείων δημόσιων φορέων, στον ορισμό των διοικούντων αυτούς οργάνων, στην άσκηση εποπτείας στη δραστηριότητά τους και στη διαχείριση της περιουσίας τους, στη θέσπιση κανόνων που διέπουν τη λειτουργία τους, αλλά περιλαμβάνει και τη μέριμνα για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου τους. Η μέριμνα εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση ρυθμίσεων για την προστασία και την αξιοποίηση της περιουσίας των ως άνω φορέων και την επωφελή διαχείριση των αποθεματικών τους, με τον καθορισμό εκάστοτε των οικείων συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων και με την απευθείας συμμετοχή στη χρηματοδότησή τους μέσω του κρατικού προϋπολογισμού (βλ. Σ.τ.Ε. 1889-1891/2019 Ολομ., 734/2016 Ολομ., 2290/2015 Ολομ., 2287-8/2015 Ολομ., 1285-6/2012 Ολομ., 2202/2010 Ολομ., 16/2022 7μ., 2482-8/2020 7μ., 2429/2018 7μ., 1726/2016 7μ., 660/2016 7μ. κ.ά.). Εναπόκειται δε στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη να επιλέξει το είδος των μέτρων και των ρυθμίσεων σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά και λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες καθώς και τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Η εκτίμηση αυτή του νομοθέτη κατά την επιλογή του είδους των μέτρων που εξυπηρετούν καλύτερα τους ως άνω σκοπούς δημοσίου συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (βλ. Σ.τ.Ε. 2482-8/2020 7μ., 16/2022 7μ. κ.ά.). Σε περιπτώσεις δε εξαιρετικώς δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, όταν προκύπτει αιτιολογημένως ότι το κράτος δεν μπορεί να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα των λειτουργούντων ασφαλιστικών φορέων με άλλα μέσα (τροποποίηση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση αποθεματικών και περιουσίας, αύξηση ασφαλιστικών εισφορών), επιβάλλεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η επέμβαση του νομοθέτη προκειμένου να εξακολουθήσει να λειτουργεί το ασφαλιστικό σύστημα χάριν τόσο των ήδη συνταξιούχων (που νομίμως λαμβάνουν κοινωνικοασφαλιστικές παροχές), όσο και των ασφαλισμένων και μελλοντικών συνταξιούχων. Σε τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις ο νομοθέτης μπορεί κατ’ αρχήν να επεμβαίνει θεσπίζοντας για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου των φορέων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως και εντεύθεν για τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους μέτρα που αποσκοπούν στον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος (όπως μείωση ασφαλιστικών παροχών κ.λπ.) (βλ. Σ.τ.Ε. 1889-1891/2019 Ολομ., 734/2016 Ολομ., 2166/2022 7μ., 1342/2023 7μ. κ.ά.). Τα μέτρα όμως αυτά έχουν ως όριο την κατοχυρωμένη στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την απορρέουσα από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή του κράτους δικαίου.
11. Επειδή, στο άρθρο 126 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) [όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας της 13.12.2007, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3671/2008 (Α΄ 129) και ισχύει από 1.12.2009 (βλ. ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Σ.Ε.Ε.) και της Σ.Λ.Ε.Ε. στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 83/30.3.2010, μετέπειτα C 326/23.10.2012 και ήδη C 202/7.6.2016)] (πρώην άρθρο 104 της Σ.Ε.Κ.) ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. 2. Η Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της δημοσιονομικής κατάστασης και το ύψος του δημοσίου χρέους στα κράτη μέλη προκειμένου να εντοπίζει τις μεγάλες αποκλίσεις. Ειδικότερα, εξετάζει την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, με βάση τα ακόλουθα δύο κριτήρια: α) κατά πόσον ο λόγος του προβλεπομένου ή υφισταμένου δημοσιονομικού ελλείμματος προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μια τιμή αναφοράς, …∙ β) κατά πόσον ο λόγος του δημοσίου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μια τιμή αναφοράς … 3. … 4. … 5. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι σε κράτος μέλος υπάρχει ή μπορεί να εμφανισθεί υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει γνώμη στο εν λόγω κράτος μέλος και ενημερώνει σχετικά το Συμβούλιο. 6. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής και αφού λάβει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του εν λόγω κράτους μέλους, αποφασίζει, μετά από συνολική εκτίμηση, εάν υφίσταται ή όχι υπερβολικό έλλειμμα. 7. Εάν το Συμβούλιο αποφασίσει, σύμφωνα με την παράγραφο 6, ότι υπάρχει υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει ... συστάσεις στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να τερματίσει την κατάσταση αυτή εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος. … 8. … 14. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 136 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε. ορίζεται ότι: «Προκειμένου να συμβάλει στην καλή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης … το Συμβούλιο θεσπίζει … μέτρα για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, προκειμένου: α) να ενισχυθεί ο συντονισμός και η εποπτεία της δημοσιονομικής τους πειθαρχίας, β) να χαράσσονται, ως προς τα εν λόγω κράτη, οι προσανατολισμοί οικονομικής πολιτικής, μεριμνώντας ώστε να είναι συμβατοί με τους καθοριζόμενους για το σύνολο της Ένωσης, και να διασφαλίζεται η εποπτεία τους». Εξάλλου, το με αριθμ. 12 Πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στις Συνθήκες, ορίζει τα εξής: Άρθρο 1 «Οι τιμές αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 126, παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι εξής: 3% για το λόγο μεταξύ του προβλεπομένου ή υφισταμένου δημοσιονομικού ελλείμματος και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς, 60% για το λόγο μεταξύ του δημοσίου χρέους και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς». Άρθρο 2 «Στο άρθρο 126 της εν λόγω Συνθήκης και στο παρόν Πρωτόκολλο: οι όροι δημόσιος και δημοσιονομικός νοούνται με ευρεία έννοια, ήτοι καλύπτουν την κεντρική κυβέρνηση, την περιφερειακή ή τοπική διοίκηση και τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, … ως έλλειμμα νοείται ο καθαρός δανεισμός, όπως ορίζεται στο ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών, … ως χρέος νοείται το συνολικό ακαθάριστο χρέος, στην ονομαστική του αξία, που εκκρεμεί στο τέλος του έτους, ενοποιημένο εντός και μεταξύ των τομέων του κατά την ευρεία έννοια δημοσίου, όπως ορίζεται στην πρώτη περίπτωση». Άρθρο 3 «Προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών ευθύνονται, στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, για τα ελλείμματα του δημοσίου υπό ευρεία έννοια, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 πρώτη περίπτωση. … Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν αμέσως και τακτικά, στην Επιτροπή, τα προβλεπόμενα και υφιστάμενα ελλείμματά τους και το ύψος του χρέους τους». Άρθρο 4 «Τα στατιστικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή του παρόντος Πρωτοκόλλου παρέχονται από την Επιτροπή». Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 479/2009 του Συμβουλίου της 25.5.2009 (L 145), όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 220/2014 της Επιτροπής της 7.3.2014 (L 69), ορίζεται ότι: «1. Για τους σκοπούς του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος και του παρόντος κανονισμού, οι όροι που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 6 ορίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής “ΕΣΛ 2010”). … 2. Ο όρος “δημόσιο” καλύπτει τον ευρύτερο “δημόσιο τομέα” (S.13), που υποδιαιρείται στους υποτομείς “κεντρική διοίκηση” (S.1311), “διοίκηση ομόσπονδων κρατιδίων” (S.1312), “τοπική αυτοδιοίκηση” (S.1313) και “οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης” (S.1314) … 3. Το “δημοσιονομικό έλλειμμα (πλεόνασμα)” είναι η καθαρή λήψη (καθαρή χορήγηση) δανείων του “δημόσιου τομέα” (S.13), όπως ορίζεται στο ΕΣΛ 2010. … 4. ... 5. Το “δημόσιο χρέος” αποτελείται από την ονομαστική αξία όλων των ακαθάριστων τρεχουσών υποχρεώσεων του “δημόσιου τομέα” (S.13) στο τέλος του έτους, … Το δημόσιο χρέος αποτελείται από τις υποχρεώσεις της γενικής κυβέρνησης στις ακόλουθες κατηγορίες μετρητά και καταθέσεις (AF. 2)· χρεόγραφα (AF. 3) και δάνεια (AF. 4), όπως ορίζονται στο ΕΣΛ 2010. … 6. …». Στο άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού ορίζεται ότι: «Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή (Eurostat) δύο φορές το χρόνο, …, τα προϋπολογισθέντα και τα πραγματικά δημόσια ελλείμματα και το προϋπολογισθέν και το πραγματικό ύψος του δημόσιου χρέους τους. …», στο άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι: «Η Επιτροπή (Eurostat) παρέχει τα στοιχεία του πραγματικού δημόσιου ελλείμματος και του πραγματικού δημόσιου χρέους, κατ’ εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος …». Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11.3.2009 (L 87), όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 2015/759 (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.4.2015 (L 123), ορίζεται ότι: «Η εθνική στατιστική υπηρεσία που ορίζεται από κάθε κράτος μέλος ως ο αρμόδιος φορέας που έχει την ευθύνη για τον συντονισμό όλων των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση των ευρωπαϊκών στατιστικών … λειτουργεί από την άποψη αυτή ως το αποκλειστικό σημείο επαφής για την Επιτροπή (Eurostat) σε στατιστικά ζητήματα. ...».
12. Επειδή, περαιτέρω, με τον Κανονισμό (ΕΕ) 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21.5.2013 για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (L 174) αναθεωρήθηκε το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών 1995 (ΕΣΛ 95), το οποίο είχε εισαχθεί με τον Κανονισμό (ΕΚ) 2223/1996 του Συμβουλίου της 25.6.1996 (L 310) και θεσπίσθηκε το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών 2010 («ΕΣΛ 2010» ή «ΕΣΛ»). Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 549/2013: «2. Το ΕΣΛ 2010 προβλέπει: α) μεθοδολογία (παράρτημα Α) σχετικά με κοινά πρότυπα, ορισμούς, ονοματολογίες και λογιστικούς κανόνες, που θα χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση συγκρίσιμων λογαριασμών και πινάκων για τις ανάγκες της Ένωσης, καθώς και τη λήψη αποτελεσμάτων όπως απαιτείται στο άρθρο 3· β) πρόγραμμα (παράρτημα Β) που ορίζει τις προθεσμίες εντός των οποίων τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Eurostat) τους λογαριασμούς και τους πίνακες που πρέπει να καταρτίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία που αναφέρεται στο στοιχείο α). 3. …». Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.01 του Κεφαλαίου 1 του Παραρτήματος Α του ΕΣΛ 2010: «Το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών (εφεξής “το ΕΣΛ 2010” ή “το ΕΣΛ”) είναι ένα διεθνώς συμβατό λογιστικό πλαίσιο για τη συστηματική και λεπτομερή περιγραφή μιας συνολικής οικονομίας … των συνιστωσών της και των σχέσεών της με άλλες συνολικές οικονομίες». Στο Κεφάλαιο 2 του ιδίου Παραρτήματος καθορίζονται οι «θεσμικοί τομείς» της οικονομίας κάθε χώρας, οι ομάδες, δηλαδή, στις οποίες εντάσσονται οι «θεσμικές μονάδες» με παρόμοιο τύπο οικονομικής συμπεριφοράς. Ορισμός της «θεσμικής μονάδας» περιλαμβάνεται στην παράγραφο 2.12, σύμφωνα με την οποία «Η θεσμική μονάδα είναι μια οικονομική οντότητα που χαρακτηρίζεται από την αυτονομία της σε θέματα λήψης αποφάσεων κατά την άσκηση της κύριας λειτουργίας της. …». Σύμφωνα με τον «Πίνακα 2.1. - Τομείς και Υποτομείς» του Κεφαλαίου 2, οι κατά τα ανωτέρω θεσμικές μονάδες κατατάσσονται σε έξι τομείς, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται η γενική κυβέρνηση (S.13). Όσον αφορά τον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης στο ίδιο ως άνω Κεφάλαιο 2 ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «2.112 Οι θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται στον τομέα S.13 είναι για παράδειγμα οι ακόλουθες: α) … β) … γ) … δ) αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία, στα οποία υπάρχει εκ του νόμου η υποχρέωση καταβολής εισφορών και των οποίων τα κεφάλαια τα διαχειρίζεται η γενική κυβέρνηση όσον αφορά τον καθορισμό και την έγκριση εισφορών και παροχών. 2.113 Ο τομέας της γενικής κυβέρνησης υποδιαιρείται σε τέσσερις υποτομείς: α) κεντρική κυβέρνηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1311)· β) … γ) τοπική αυτοδιοίκηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1313)· δ) οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης (S.1314)». Ειδικότερα, όσον αφορά τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (S.1314), στην παράγραφο 2.117 ορίζονται τα εξής: «Ορισμός: Ο υποτομέας των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης περιλαμβάνει όλες τις θεσμικές μονάδες (κεντρικές, ομόσπονδων κρατών και τοπικές), η κύρια δραστηριότητα των οποίων είναι να προσφέρουν κοινωνικές παροχές και οι οποίες πληρούν και τα δύο παρακάτω κριτήρια: α) με νόμο ή με κανονιστική ρύθμιση ορισμένες ομάδες πληθυσμού υποχρεώνονται να συμμετέχουν στο σύστημα ή να καταβάλλουν εισφορές· και β) η γενική κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση του οργανισμού, όσον αφορά τον καθορισμό ή την έγκριση των εισφορών και των παροχών, ανεξάρτητα από τον ρόλο της ως εποπτικού φορέα ή εργοδότη. Συνήθως δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ του ύψους των εισφορών που καταβάλλει ένα άτομο και του κινδύνου στον οποίο αυτό το άτομο εκτίθεται».
13. Επειδή, όσον αφορά το εθνικό δίκαιο, για το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης ισχύουν οι ίδιες δημοσιονομικές αρχές, όπως προκύπτει από τον ν. 3871/2010 «Δημοσιονομική Διαχείριση και Ευθύνη» (Α΄ 141), με τον οποίο αναμορφώθηκε ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), πλην άλλων, σε θέματα δημοσιονομικής στρατηγικής, προϋπολογισμού, ισολογισμού, απολογισμού και ελέγχου των δαπανών του κράτους. Συγκεκριμένα, με τα άρθρα 1Α και 1Β του ν. 2362/1995, όπως αυτά προστέθηκαν με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010, καθορίζονται οι γενικές αρχές που διέπουν τους δημοσιονομικούς κανόνες (άρθρο 1Α)· περαιτέρω, ορίζονται α) ο δημόσιος τομέας, ο οποίος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη Γενική Κυβέρνηση, β) η Γενική Κυβέρνηση, η οποία περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Ο.Τ.Α. και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), γ) οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 1Β). Αναλυτικά, τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, στους Ο.Τ.Α. και στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (το τελευταίο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 1Β προστέθηκε με το άρθρο 50 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3943/2011, Α΄ 66). Με το άρθρο 2 του ν. 2362/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3871/2010, ορίζεται ότι «Ο Υπουργός Οικονομικών έχει την εξουσία και την αρμοδιότητα άσκησης της γενικής διοίκησης των δημόσιων οικονομικών της Κεντρικής Διοίκησης, καθώς και του συντονισμού και της εποπτείας των οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης». Με το άρθρο 3Α του ν. 2362/1995, όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3871/2010, ορίζονται οι δημοσιονομικές αρμοδιότητες των Υπουργών και των επικεφαλής των άλλων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, στις οποίες περιλαμβάνεται η κατάρτιση σχεδίου του ετήσιου προϋπολογισμού του φορέα, σύμφωνα με τα ανώτατα όρια και τους στόχους που ορίζονται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής. Περαιτέρω, ως προς την ακολουθητέα δημοσιονομική στρατηγική, στο άρθρο 6 του ν. 2362/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3871/2010, ορίζεται ότι η τεκμηρίωση του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού περιλαμβάνει, πλην άλλων, το αρχικό ή επικαιροποιημένο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, το οποίο ψηφίζεται από τη Βουλή και στο οποίο αποτυπώνονται οι μεσοπρόθεσμες δημοσιονομικές επιδιώξεις και οι στόχοι για τα γενικά αποτελέσματα και τις προβλέψεις για το έτος το οποίο αφορά και τα τρία επόμενα έτη. Το περιεχόμενο του Πλαισίου αυτού καθορίζεται στο άρθρο 6Α του ν. 2362/1995, όπως προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3871/2010. Στα επόμενα άρθρα 6Β, 6Γ και 6Δ του ν. 2362/1995, όπως προστέθηκαν επίσης με το άρθρο 9 του ν. 3871/2010, προβλέπεται η έγκριση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής από το Υπουργικό Συμβούλιο και η ψήφισή του από τη Βουλή (άρθρο 6Β) και η επικαιροποίησή του (άρθρο 6Γ), επιβάλλεται δε η συμμόρφωση των ετήσιων προϋπολογισμών προς αυτό (άρθρο 6Δ), ως προς την οποία ορίζεται ότι «Ο ετήσιος Κρατικός Προϋπολογισμός, ο Κοινωνικός Προϋπολογισμός, ο ενοποιημένος ετήσιος προϋπολογισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, οι προσαρτημένοι στον Κρατικό Προϋπολογισμό, προϋπολογισμοί άλλων φορέων και κάθε άλλος ετήσιος προϋπολογισμός που αποτελεί μέρος του ετήσιου προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης με τα προσαρτήματα του, καταρτίζεται, εγκρίνεται και εκτελείται σε απόλυτη συμμόρφωση προς τους δημοσιονομικούς στόχους και τις προβλέψεις που αναφέρονται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής και στις ενδεχόμενες επικαιροποιήσεις του …» (παρ. 1) και ότι «Στην έννοια της παραπάνω συμμόρφωσης περιλαμβάνεται και η υποχρέωση κάθε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης να μην λαμβάνει ή υιοθετεί απόφαση ή ενέργεια που παραβιάζει αρχές και διαδικασίες που τίθενται με τον παρόντα νόμο αλλά και τις δημοσιονομικές επιδιώξεις, τα ανώτατα όρια και τους στόχους, που ορίζονται στο εφαρμοστέο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής …» (παρ. 2). Αντίστοιχες διατάξεις περιλαμβάνονται στον νεότερο ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας … - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α΄ 143) με τον οποίο καταργήθηκε ο προγενέστερος περί δημοσίου λογιστικού ν. 2362/1995, όπως ίσχυε, και (μεταξύ άλλων) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2011/85/ΕΕ του Συμβουλίου της 8.11.2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (L 306) (βλ. άρθρα 33, 14, 20, 22, 42, 43, 46, 47 και 48 του ν. 4270/2014). Ειδικότερα, στο άρθρο 14 του ν. 4270/2014 (όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει) ορίζονται τα εξής: «1. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι κάτωθι όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: α. Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει τη Γενική Κυβέρνηση, τα εκτός αυτής νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), … β. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει τρία υποσύνολα, εφεξής αποκαλούμενα υποτομείς: της Κεντρικής Κυβέρνησης, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), σύμφωνα με τους κανόνες και τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ). Οι φορείς εκτός Κεντρικής Διοίκησης, που περιλαμβάνονται στους υποτομείς της Γενικής Κυβέρνησης …, προσδιορίζονται, ανά υποτομέα, από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και αποτελούν ξεχωριστά νομικά πρόσωπα που εποπτεύονται από φορείς της Κεντρικής Διοίκησης ή από ΟΤΑ. γ. … δ. ... ε. Υποτομέας OKA: περιλαμβάνει Ασφαλιστικά Ταμεία, Οργανισμούς Απασχόλησης και Οργανισμούς Παροχής Υπηρεσιών Υγείας. στ. ... ιστ. … 2. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι όροι “χρέος της Γενικής Κυβέρνησης”, “έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης” και “πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης” έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς στο άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 479/2009 (ΕΕ L 145/1)». Εξάλλου, η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) [βλ. άρθρα 9 και 10 του ν. 3832/2010 (Α΄ 38), ήδη άρθρα 10 και 11 μετά την αναρίθμηση των άρθρων 4-12 του νόμου αυτού σε άρθρα 5-13 με το άρθρο 323 παρ. 2 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86), καθώς και τα ως άνω οριζόμενα στον Κανονισμό (ΕΚ) 223/2009] είναι η αρμόδια εθνική αρχή για την κατάρτιση και την αποστολή προς την Eurostat των εθνικών στατιστικών και του συνόλου των στοιχείων που απαιτούνται, μεταξύ άλλων, για την εφαρμογή του ως άνω με αριθμ. 12 Πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό 479/2009. Στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. έχει ανατεθεί, με το άρθρο 50 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3943/2011 και ήδη με το άρθρο 14 του ν. 4270/2014, η κατάρτιση και ενημέρωση του Μητρώου Φορέων Γενικής Κυβέρνησης. Στο Μητρώο αυτό κατατάσσονται όλοι οι φορείς, τα στοιχεία της οικονομικής διαχειρίσεως των οποίων λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, κατά τα οριζόμενα στον ανωτέρω Κανονισμό 479/2009. Επομένως, η κατάταξη ενός φορέα στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, με την ένταξή του στο οικείο Μητρώο, έχει έννομες συνέπειες για τη λειτουργία του, δεδομένου, κυρίως, ότι συνεπάγεται κατά νόμον την υπαγωγή του σε ειδικό πλέγμα διατάξεων που αφορούν την οικονομική διαχείρισή του, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, τα οικονομικά στοιχεία του εν λόγω φορέα λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους (βλ. Σ.τ.Ε. 1586-7/2016 7μ., 1880/2017, 2966/2017 7μ., 2400/2018, 854/2020 7μ., 2308/2020, 879/2021, 32/2022, 1224/2022 7μ.). Όπως προκύπτει από τα Μητρώα Φορέων Γενικής Κυβέρνησης των ετών 2011 έως και 2024 (τα οποία καταρτίσθηκαν από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. και αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα της), στα μητρώα αυτά περιλαμβάνονται οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης (S.1314).
14. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις σκέψεις 11-13, οι φορείς Γενικής Κυβέρνησης, στους οποίους περιλαμβάνονται οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, συνιστούν ενιαίο σύνολο για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, η οποία προβλέπεται από τους προπαρατεθέντες κανόνες του ενωσιακού δικαίου, όσον αφορά δε το εσωτερικό δίκαιο, αντιμετωπίζονται με κοινούς κανόνες από τον ν. 2362/1995, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον ν. 3871/2010 (βλ. Σ.τ.Ε. 2115/2014 Ολομ.), και ήδη από τον νεότερο ν. 4270/2014. Επομένως, οποιαδήποτε επιβάρυνση του προϋπολογισμού των εν λόγω οργανισμών έχει και ως συνέπεια την αύξηση του ύψους του δημόσιου χρέους (βλ. Σ.τ.Ε. 2115/2014 Ολομ.). Στις δαπάνες δε της Γενικής Κυβέρνησης περιλαμβάνονται και οι δαπάνες των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, ανεξαρτήτως του ότι οι οργανισμοί αυτοί αποτελούν αυτοτελή, σε σχέση με το νομικό πρόσωπο του κράτους, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με οικονομική αυτοτέλεια (βλ. Σ.τ.Ε. 1283-4/2012 Ολομ.). Εξάλλου, στις δαπάνες των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης υπάγονται και οι αχρεώστητες πληρωμές εκάστου ασφαλιστικού φορέα, πληρωμές οι οποίες συμβάλλουν στη διαμόρφωση του συνολικού ελλείμματος του φορέα.
15. Επειδή, στις 27.4.2009 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 104 παρ. 6 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) (ήδη άρθρο 126 παρ. 6 της Σ.Λ.Ε.Ε.), την 2009/415/ΕΚ απόφασή του (L 135), με την οποία διαπίστωσε ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό δημοσιονομικό έλλειμμα, το οποίο ανήλθε στο 3,5% του ΑΕΠ το 2007 και στο 3,6% του ΑΕΠ το 2008, υπερβαίνοντας το 3% του ΑΕΠ, τιμή αναφοράς που προβλέπει το προπαρατεθέν με αριθμ. 12 Πρωτόκολλο. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι το ακαθάριστο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης ανήλθε στο 94,8% του ΑΕΠ το 2007 και στο 94,6% του ΑΕΠ το 2008, ποσοστό σαφώς υψηλότερο της τιμής αναφοράς του 60% του ΑΕΠ που προβλέπει το ανωτέρω Πρωτόκολλο. Την ίδια ημέρα (27.4.2009), ύστερα από σύσταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο απηύθυνε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 7 της Σ.Λ.Ε.Ε., σύσταση προς την Ελλάδα για διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος το αργότερο έως το 2010, με μείωση του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης κάτω του 3% του ΑΕΠ με αξιόπιστο και βιώσιμο τρόπο. Με την 2010/291/ΕΕ απόφαση που το Συμβούλιο εξέδωσε στις 19.1.2010 (L 125), κατ’ εφαρμογή των άρθρων 126 παρ. 8 και 13 και 136 της Σ.Λ.Ε.Ε., διαπίστωσε ότι η Ελλάδα δεν είχε αναλάβει αποτελεσματική δράση σε εφαρμογή της συστάσεως του Συμβουλίου της 27.4.2009 εντός της ταχθείσης προς τούτο προθεσμίας (έως το 2010). Στις 16.2.2010 το Συμβούλιο εξέδωσε την 2010/190/ΕΕ (L 83) σύστασή του, με την οποία η Ελλάδα κλήθηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 121 παρ. 4 της Σ.Λ.Ε.Ε., να λάβει μέτρα εντός του 2010 για τον τερματισμό της ασυμφωνίας των γενικών προσανατολισμών της οικονομικής πολιτικής των ελληνικών αρχών προς τους γενικούς στόχους της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και την εξάλειψη του κινδύνου υπονομεύσεως της εύρυθμης λειτουργίας της. Ειδικότερα, το Συμβούλιο συνέστησε στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων, να προβεί εγκαίρως σε διεξοδική μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος, λαμβάνοντας μέτρα ως προς ορισμένα θέματα. Την ίδια ημέρα (16.2.2010) το Συμβούλιο εξέδωσε και την 2010/182/ΕΕ (L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Σ.Λ.Ε.Ε., ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης το αργότερο έως το τέλος του 2012, καθώς και ανάληψη της σχετικής δράσεως έως τις 15.5.2010 (βλ. άρθρα 1 και 5). Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 της ανωτέρω αποφάσεως, προκειμένου να επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή και να τερματισθεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος, οι ελληνικές αρχές πρέπει να λάβουν ορισμένα μέτρα δημοσιονομικής εξυγιάνσεως έως το 2012, μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η θέσπιση μέχρι το τέλος του 2010 μέτρων για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος όσον αφορά ορισμένα θέματα (Σ.τ.Ε. 1283-4/2012 Ολομ., 1307-16/2019 Ολομ., 798/2021 Ολομ.).
16. Επειδή, ακολούθως, λόγω της ως άνω οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, με την από 2.5.2010 επιστολή του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ζητήθηκε από τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωζώνης η παροχή χρηματοδοτικής ενισχύσεως με δανειοδότηση ύψους 80.000.000.000 ευρώ για μια χρονική περίοδο 36 μηνών, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το υπόλοιπο του έτους 2010 και για την τριετία 2011 – 2013. Η επιστολή αυτή συνοδεύθηκε από ένα κείμενο -«Μνημόνιο Συνεννόησης» (Memorandum of Understanding) απαρτιζόμενο από τρία επιμέρους Μνημόνια- μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο οποίο παρατίθενται το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, με λήψη μέτρων και θέση στόχων για σταδιακή προσαρμογή στους δημοσιονομικούς δείκτες, καθώς και κριτήρια για την παρακολούθηση της εφαρμογής και τη συστηματική αξιολόγηση του προγράμματος. Αντίστοιχου δε περιεχομένου επιστολή, από 3.5.2010, συνοδευμένη από το ίδιο Μνημόνιο Συνεννόησης, απεστάλη στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Δ.Ν.Τ.) και ζητήθηκε από το Ταμείο να υποστηρίξει το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, στο πλαίσιο ενός Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας (Stand-by Arrangement), για χρονική περίοδο 36 μηνών με ποσό ίσο προς 26.400.000.000 ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (30.000.000.000 ευρώ). Από αυτές τις ενέργειες προέκυψε μια συμφωνία για τη χρηματοδότηση της Ελληνικής Δημοκρατίας με τη χορήγηση των ως άνω χρηματικών ποσών τμηματικώς, ήτοι σε δανειακές δόσεις ανά τρίμηνο, των οποίων η αποδέσμευση έχει ως προϋπόθεση την εκ μέρους των κρατών-δανειστών και του Δ.Ν.Τ. παρακολούθηση και θετική αξιολόγηση της λήψεως των μέτρων και της εν γένει εφαρμογής από την Ελληνική Κυβέρνηση του οικονομικού προγράμματος που εμπεριέχεται στο Μνημόνιο Συνεννόησης (Σ.τ.Ε. 1116/2014 Ολομ., 734/2016 Ολομ.). Συγκεκριμένα, στις 3.5.2010 υπεγράφη «Μνημόνιο Συνεννόησης» (απαρτιζόμενο από τρία επιμέρους Μνημόνια) μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσης για λογαριασμό των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, στο οποίο περιγράφεται τριετές πρόγραμμα που κατάρτισε το Υπουργείο Οικονομικών, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.) και το Δ.Ν.Τ., με σκοπό τη βελτίωση των ελληνικών δημοσίων οικονομικών (Σ.τ.Ε. 1283-4/2012 Ολομ., 1307-16/2019 Ολομ., 798/2021 Ολομ.). Στις 6.5.2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3845/2010 (Α΄ 65) με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Πρώτο Μνημόνιο). Μεταξύ των μέτρων που θεσπίσθηκαν με τον νόμο αυτόν, περιλαμβάνεται μείωση συνταξιοδοτικών παροχών χορηγούμενων από οργανισμούς κύριας ασφαλίσεως (άρθρο τρίτο). Περαιτέρω, στον νόμο αυτόν προσαρτήθηκαν ως Παραρτήματα ΙΙΙ και ΙV τα δύο από τα προαναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη τρία επιμέρους Μνημόνια (Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, αντιστοίχως). Στο παρατιθέμενο στο Παράρτημα ΙΙΙ Μνημόνιο και ειδικότερα στο κεφάλαιο ΙΙΙ «Οικονομικές Πολιτικές» αναφέρονται υπό στοιχείο 7, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Καθώς οι μεγαλύτερες υπερβάσεις ετησίως στον προϋπολογισμό προέρχονται συστηματικά από τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, οι μεταρρυθμίσεις για την περιφρούρηση της βιωσιμότητας του συστήματος δεν μπορούν πλέον να αναβληθούν»· υπό στοιχείο 8 μνημονεύονται τα άμεσα δημοσιονομικά μέτρα για τον προϋπολογισμό, μεταξύ δε αυτών μειώσεις στις συντάξεις και υπό στοιχείο 13 μνημονεύονται διαρθρωτικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις, μεταξύ δε αυτών μεταρρυθμίσεις στο πεδίο της ασφαλιστικής και συνταξιοδοτικής νομοθεσίας. Ακολούθως, στις 8.5.2010 υπεγράφη δανειακή σύμβαση χρηματοδοτικού πακέτου 110 δισεκ. ευρώ από τον δημιουργηθέντα από τα κράτη μέλη του ευρώ και το Δ.Ν.Τ. Μηχανισμό Στήριξης. Περαιτέρω, στις 8.6.2010 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Σ.Λ.Ε.Ε., την 2010/320/ΕΕ απόφαση (L 145), με την οποία απηύθυνε στην Ελλάδα, με σκοπό την ενίσχυση και την εμβάθυνση της ασκούμενης επ’ αυτής δημοσιονομικής εποπτείας, ειδοποίηση για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, τα οποία κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της καταστάσεως υπερβολικού ελλείμματος. Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβάνονται μείωση συντάξεων, καθώς και μεταρρύθμιση (με θέσπιση ορισμένων μέτρων) του συνταξιοδοτικού συστήματος με σκοπό την εξασφάλιση της μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς του μέσω του περιορισμού της αυξήσεως των δαπανών του δημόσιου τομέα για συντάξεις την περίοδο 2010-2060 σε λιγότερο από 2,5% του ΑΕΠ (βλ. άρθρο 2). Με την ίδια απόφαση (βλ. άρθρο 1) χορηγήθηκε παράταση της προθεσμίας τερματισμού της καταστάσεως του υπερβολικού ελλείμματος της Ελλάδας έως το 2014, τέθηκαν δε αναθεωρημένοι στόχοι για την πορεία του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης και του δημόσιου χρέους για κάθε έτος έως το 2014 (Σ.τ.Ε. 1283-6/2012 Ολομ., 734/2016 Ολομ., 1307-16/2019 Ολομ., 798/2021 Ολομ.). Η ανωτέρω απόφαση τροποποιήθηκε με την 2010/486/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της 7.9.2010 (L 241) ως προς τα μέτρα που θα πρέπει να λάβουν οι ελληνικές αρχές από τον Ιούλιο του 2010 έως και το τέλος Δεκεμβρίου του 2011 (Σ.τ.Ε. 1283-6/2012 Ολομ.). Στις 12.7.2011 εκδόθηκε η 2011/734/ΕΕ όμοια απόφαση του Συμβουλίου (L 296), ενόψει του ότι τον Ιούνιο του 2011 κατέστη προφανές ότι ο στόχος του 2011 για το έλλειμμα δεν θα επιτυγχάνετο και, μάλιστα, θα υπήρχε σημαντική απόκλιση (Σ.τ.Ε. 1307-16/2019 Ολομ., 798/2021 Ολομ.), με την απόφαση δε αυτή η Ελλάδα ειδοποιείται να λάβει ορισμένα μέτρα στο πλαίσιο της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής έως το 2015 (όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παρ. 5 περ. ι΄ της αποφάσεως αυτής), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται μέτρα που στοχεύουν στην περικοπή κοινωνικών παροχών (συντάξεων κ.λπ.) (βλ. Παράρτημα I της αποφάσεως αυτής). Ακολούθως, στις 8.11.2011 εκδόθηκε η 2011/791/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου (L 320), με την οποία τροποποιήθηκε η ανωτέρω 2011/734/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου και με την οποία ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μείωση του υπερβολικού ελλείμματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται μείωση κοινωνικοασφαλιστικών παροχών (συντάξεων και εφάπαξ) και μέτρα με στόχο (μεταξύ άλλων) τη διασφάλιση της μεσοπρόθεσμης και βραχυπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος (Σ.τ.Ε. 734/2016 Ολομ.).
17. Επειδή, ακολούθως, καταρτίσθηκε σχέδιο νέου Μνημονίου Συνεννόησης (Δεύτερο Μνημόνιο), το οποίο εγκρίθηκε με τον ν. 4046/2012 «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (A΄ 28/14.2.2012) (Σ.τ.Ε. 734/2016 Ολομ., 1307-16/2019 Ολομ., 798/2021 Ολομ.). Στον νόμο αυτόν προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V_1 το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής. Στο κεφάλαιο «Οικονομικές Πολιτικές» του Μνημονίου αυτού αναφέρονται υπό στοιχείο 7, όσον αφορά την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Δεδομένου του υψηλού μεριδίου συντάξεων στις δαπάνες της Ελληνικής Κυβέρνησης, η μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή θα πρέπει κατ’ ανάγκη να περιλαμβάνει περαιτέρω προσαρμογές συντάξεων». Μεταξύ δε των μέτρων που θα υιοθετηθούν είναι και μεταρρυθμίσεις με σκοπό την εξάλειψη των ληξιπρόθεσμων οφειλών και των ελλειμμάτων στα ταμεία εφάπαξ. Στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τον ν. 4046/2012 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι παρά τις προσπάθειες των τελευταίων τριών ετών συνεχίσθηκε η ύφεση της ελληνικής οικονομίας και η αύξηση του δημόσιου χρέους, το οποίο ανήλθε για το έτος 2011 στα 368 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας το 169% του ΑΕΠ, και ότι τούτο επέβαλε τη λήψη άμεσων μέτρων προς την κατεύθυνση της ελαφρύνσεώς του και, ειδικότερα, μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους, ώστε να καταστεί βιώσιμο βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα (Σ.τ.Ε. 1307-16/2019 Ολομ., 798/2021 Ολομ.). Ακολούθως, στις 13.3.2012, εκδόθηκε η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου (L 113) για την τροποποίηση της αποφάσεως 2011/734/ΕΕ, η οποία απευθύνεται προς την Ελλάδα με σκοπό την ενίσχυση και την εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας και με την οποία ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει μέτρα μειώσεως του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της καταστάσεως υπερβολικού ελλείμματος, μεταξύ δε αυτών, μείωση συντάξεων και μέτρα με στόχο (μεταξύ άλλων) τη διασφάλιση της μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.
18. Επειδή, περαιτέρω, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012 (Α΄ 222/12.11.2012), ο οποίος αποτελεί συνέχεια του ν. 4046/2012 και φέρει τον τίτλο «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού (βλ. σελ. 35) επισημαίνεται ότι η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της χώρας και, περαιτέρω, η δημοσιονομική εξυγίανση αυτής στηρίζεται και στη μείωση των δαπανών των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών που συμμετέχουν στο έλλειμμα (ή πλεόνασμα) της Γενικής Κυβέρνησης. Στην περ. 2 της υποπαρ. ΙΑ.6 («ΑΝΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ − ΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ − ΕΝΙΑΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ») της παρ. ΙΑ («ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΑΕΔ − ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ») του άρθρου πρώτου του ανωτέρω ν. 4093/2012 ορίζονται τα εξής: «Αξιώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται». Στο άρθρο τρίτο («Έναρξη ισχύος») του ίδιου ν. 4093/2012 ορίζεται ότι: «Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του». Στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου (βλ. σελ. 40) όσον αφορά την ως άνω ρύθμιση (βλ. σχέδιο νόμου υποπαρ. ΙΑ.3 περ. ΙV υποπερ. 2) αναφέρονται τα εξής: «... Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζεται ότι το δικαίωμα των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας να αναζητήσει αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές, ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας του λαβόντος, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή. Σε όλα σχεδόν τα ασφαλιστικά ταμεία, σε αρκετές περιπτώσεις, έχουν χορηγηθεί χρηματικές παροχές αχρεωστήτως, είτε με υπαιτιότητα των προσώπων που έλαβαν τις παροχές είτε καλόπιστα, για μεγάλο χρονικό διάστημα που υπερβαίνει σε αρκετές περιπτώσεις τη δεκαετία (ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν περιπτώσεις παράνομης είσπραξης συντάξεων θανόντων συνταξιούχων που διαπιστώθηκαν με αφορμή την απογραφή διά της φυσικής παρουσίας των συνταξιούχων που διενεργήθηκε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ το 2011). Για την διαφύλαξη των συμφερόντων των ασφαλιστικών φορέων, κρίνεται απαραίτητο να μπορούν να αναζητήσουν σε χρονικό διάστημα έως 20 έτη (αντί 10 ετών που μέχρι τώρα ίσχυε π.χ. στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές …».
19. Επειδή, από την παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012, ερμηνευόμενη σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4), ενόψει και του επιδιωκόμενου με τη θέσπισή της σκοπού υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος, κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση, συνίσταται στη διαφύλαξη των συμφερόντων των ασφαλιστικών φορέων αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (ήδη Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, βλ. άρθρο 1 παρ. 4 του π.δ. 77/2023, Α΄ 130), κατ’ επέκταση δε στη βιωσιμότητα των φορέων αυτών, συνάγονται τα εξής: (α) Με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται η εικοσαετία ως γενικός κανόνας, που ισχύει πλέον για όλους τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως αρμοδιότητας του ανωτέρω Υπουργείου, όσον αφορά τη διάρκεια της παραγραφής των αξιώσεων των φορέων αυτών από αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές και (β) σύμφωνα με την αληθή βούληση του νομοθέτη (όπως συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω ν. 4093/2012), ο οποίος γνώριζε τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου που μέχρι τότε είχε διαπλασθεί υπό το κράτος του προγενέστερου νομοθετικού καθεστώτος, η αναζήτηση δυνάμει της νέας διατάξεως χωρεί πλέον σε κάθε περίπτωση (δηλαδή με μόνο χρονικό περιορισμό την εικοσαετή παραγραφή) ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας του λαβόντος. Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως ερμηνευόμενης κατά τα ανωτέρω σύμφωνα με το Σύνταγμα και τελολογικώς, ο ασφαλιστικός φορέας έχει δικαίωμα να αναζητήσει ως αχρεώστητες τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές που έχει καταβάλει στον ασφαλισμένο/συνταξιούχο χωρίς να έχει κατά νόμον υποχρέωση προς καταβολή τους (όπως όταν έχει μεσολαβήσει γεγονός διακοπτικό της χορηγήσεως της παροχής ή γεγονός που επηρεάζει το ύψος της ή ελλείπει προϋπόθεση απονομής της). Για την αναζήτηση του αχρεωστήτου αρκεί η επίκληση και η απόδειξη από τον φορέα του θετικού γεγονότος της καταβολής και ελλείψεως υποχρεώσεως καταβολής (ελλείψεως νόμιμης αιτίας). Δεν απαιτείται υπαιτιότητα του λήπτη των παροχών. Υποχρέωση προς επιστροφή των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως έχουν κατ’ αρχήν και οι καλόπιστοι ασφαλισμένοι/συνταξιούχοι (όπως αναλύεται κατωτέρω), είναι δε αδιάφορο το ότι οι παροχές καταβλήθηκαν με πράξεις των οργάνων του ασφαλιστικού φορέα κατόπιν αιτήσεως - υπεύθυνης δηλώσεως του ίδιου του λήπτη των παροχών (με βάση στοιχεία που κατέχει ο φορέας και στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο ασφαλισμένος). Κρίσιμο ζήτημα είναι ότι ο λήπτης των παροχών ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία και με ζημία του ασφαλιστικού φορέα. Προβλέπεται σύμφωνα με τον υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος σκοπό της διατάξεως του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 2 του ν. 4093/2012 ότι αξίωση του ασφαλιστικού φορέα για επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή από την τελευταία καταβολή (όπως συμβαίνει και για την αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του Αστικού Κώδικα, η οποία υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ., βλ. Α.Π. 1217/2019), τούτο δε ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος [όπως τούτο ρητώς ορίζεται για τον καταλογισμό των αχρεωστήτως λαβόντων συνταξιούχων του Δημοσίου, βλ. άρθρο 33 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2362/1995 (Α΄ 247) και τις ταυτόσημου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) και 148 περ. β΄ του ν. 4820/2021 (Α΄ 130) (βλ. Ε.Σ. 108/2012, βλ. σχετικώς και Ε.Σ. 287/2017 Ολομ., 1991/2017, 904, 906/2021, 663/2023 κ.ά.)· βλ. και άρθρα 67 παρ. 4 και 69 του π.δ. 1041/1979 (Α΄ 292), μετέπειτα π.δ. 166/2000 (Α΄ 153) και ήδη π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) (βλ. Ε.Σ. 202, 646/2018 κ.ά.)· το ίδιο ισχύει και για τους συνταξιούχους που υπάγονται στο ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς του ν. 3163/1955 (Α΄ 71) (βλ. Ε.Σ. 719/2018, καθώς και 1453, 1459/2006 Ολομ., 2623/2006 κ.ά.)· η αξίωση για αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών στους ανωτέρω συνταξιούχους παροχών υπόκειται, ελλείψει ειδικής διατάξεως, στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ. (βλ. σχετικώς Ε.Σ. 1743/2014, 237/2017, 632, 633/2018, 904/2021 κ.ά.)· για την υπαγωγή των ανωτέρω συνταξιούχων στον Ε.Φ.Κ.Α. βλ. άρθρα 4 παρ. 1-2 και 55 του ν. 4387/2016]. Εντούτοις, κατ’ εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα, αποκλείεται η αναζήτηση των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως, όταν η οικονομική θυσία στην οποία θα υποβληθεί ο λήπτης των παροχών εξαιτίας της επιστροφής (αποδόσεώς) τους είναι σε τέτοιο βαθμό που θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του, και τούτο, όμως, μόνον εφόσον αυτός είναι καλόπιστος, δηλαδή μόνον εφόσον αγνοούσε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η παροχή που έλαβε ήταν αχρεώστητη ή παράνομη και, συνεπώς, επιστρεπτέα. Αν υπάρχει είτε γνώση είτε υπαίτια άγνοια του λήπτη (αν δηλαδή αυτός όφειλε να προβλέψει την έλλειψη ή το ενδεχόμενο της ελλείψεως της νόμιμης αιτίας), ο λήπτης δεν μπορεί να θεωρηθεί καλής πίστεως. Ο λήπτης μπορεί κατ’ αρχήν να είναι καλόπιστος με την έννοια ότι και μετά την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστικό φορέα οποιαδήποτε μεταβολή που επηρεάζει το ύψος της καταβαλλόμενης παροχής ή το δικαίωμα λήψεως της παροχής [δηλαδή μεταβολή που αφορά τον λήπτη ή μέλη της οικογένειάς του για τα οποία χορηγούνται στον λήπτη παροχές και αναφέρεται στην προσωπική κατάσταση (υγεία κ.λπ.) ή οικογενειακή κατάσταση (γάμος, διαζύγιο, γέννηση τέκνων, θάνατος κ.λπ.) ή οικονομική κατάσταση (ανάληψη εργασίας, συνταξιοδότηση για οποιαδήποτε αιτία ή λήψη επιδόματος κ.λπ.) του ιδίου ή/και των μελών της οικογένειάς του] πιστεύει ότι λαμβάνει την παροχή με νόμιμη αιτία. Όμως και μετά τη γνωστοποίηση της μεταβολής ο λήπτης οφείλει τουλάχιστον να αμφιβάλλει ως προς το εάν νομίμως συνεχίζεται η καταβολή της παροχής. Επομένως, πρέπει να χρησιμοποιεί την παροχή δεόντως. Αλλιώς, η συμπεριφορά του υπό τις ειδικές περιστάσεις και συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι καλόπιστη. Εξάλλου, μετά την πάροδο ικανού κατά περίπτωση χρόνου (από την εκ μέρους του λήπτη ενημέρωση του φορέα για τη μεταβολή έως τη διακοπή καταβολής ή τη μείωση της παροχής) μπορεί να συναχθεί καλή πίστη του λαβόντος ενόψει των περιστάσεων και των ιδιαζουσών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Περαιτέρω, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου, απαιτεί να είναι οι κανόνες δικαίου σαφείς, επακριβείς και προβλέψιμοι ως προς το αποτέλεσμά τους και ερμηνεύεται συσταλτικώς (βλ. Σ.τ.Ε. 2137/2024 7μ., πρβ. Σ.τ.Ε. 1882-3/2017 7μ., πρβ. Δ.Ε.Κ. της 15.2.1996, C-63/93, Fintan Duff και λοιποί, σκ. 20, Δ.Ε.Κ. Τμήμα μείζονος συνθέσεως της 18.11.2008, C-158/07, Jacqueline Förster, σκ. 67 κ.ά.). Και ναι μεν η αρχή αυτή εμποδίζει τα όργανα του ασφαλιστικού φορέα να καθυστερούν επ’ αόριστον την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, εντούτοις, μόνη η καθυστέρηση του ασφαλιστικού φορέα να επιδιώξει την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, αυτή καθ’ εαυτήν, δεν συνεπάγεται ότι η πράξη αναζητήσεως/επιστροφής είναι παράνομη ούτε συνιστά νόμιμο λόγο αποκλεισμού της αναζητήσεως των παροχών αυτών, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Σ.τ.Ε. 2137/2024 7μ., πρβ. Δ.Ε.Κ. της 29.4.2004, C-298/00 P, Ιταλική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 90, Δ.Ε.Κ. της 22.4.2008, C-408/04 P, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Saltzgitter AG, σκ. 106 κ.ά.). Επίσης, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου που απορρέει από την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και εφαρμόζεται συνδυαστικώς με αυτήν αφορά κάθε πρόσωπο που μπορεί να έχει βάσιμες προσδοκίες επειδή έλαβε ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις από τα αρμόδια όργανα του ασφαλιστικού φορέα ότι δεν θα αναζητηθούν οι αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθείσες παροχές (βλ. Σ.τ.Ε. 2137/2024 7μ., πρβ. Σ.τ.Ε. 2248/2002, 879, 1608/2004, 856/2009 7μ., 1011/2011, 2674/2013, 2582/2015, 37/2019 7μ. κ.ά., πρβ. Ε.Σ. 906/2021 κ.ά., πρβ. Δ.Ε.Κ. της 25.5.2000, C-82/98 P, Max Kögler κατά Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σκ. 33, Δ.Ε.Κ. της 25.10.2007, C-167/06 P, Ερμιόνη Κομνηνού και λοιποί κατά Επιτροπής, σκ. 63, Δ.Ε.Κ. Τμήμα μείζονος συνθέσεως της 16.12.2008, C-47/07 P, Masdar (UK) Ltd κατά Επιτροπής, σκ. 34 και 81, Δ.Ε.Ε. της 16.12.2010, C-537/08 P, Kahla Thüringen Porzellan GmbH κατά Επιτροπής, σκ. 63, Δ.Ε.Ε. της 24.3.2011, C-369/09 P, ISD Polska sp. z o.o. και λοιποί κατά Επιτροπής, σκ. 123, Δ.Ε.Ε. της 13.6.2013, C-630/11 P έως C-633/11 P, HGA srl και λοιποί κατά Επιτροπής, σκ. 132, Δ.Ε.Ε. Τμήμα μείζονος συνθέσεως της 5.3.2019, C-349/17, Eesti Pagar AS, σκ. 97 και 104 κ.ά.). Επομένως, ο λήπτης της παροχής δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι η χορήγηση της παροχής δημιούργησε σε αυτόν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η παροχή αυτή δεν θα αναζητηθεί. Ομοίως, ο λήπτης της παροχής δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η χορήγηση της παροχής ήταν νόμιμη και, συνεπώς, δεν δημιουργεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και δεν μπορεί να αποκλείσει την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών η αδράνεια του ασφαλιστικού φορέα για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (βλ. Σ.τ.Ε. 2137/2024 7μ., πρβ. Σ.τ.Ε. 2248/2002, 2674/2013, 37/2019 7μ. κ.ά., πρβ. Ε.Σ. 906/2021 κ.ά.). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ασφαλιστικός φορέας έχει το βάρος της αποδείξεως της υπάρξεως των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις της αξιώσεως της αναζητήσεως των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, δηλαδή πρέπει να αποδείξει το θετικό γεγονός της καταβολής των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών και το αχρεώστητο ή παράνομο αυτής και γενικότερα την ανυπαρξία της νόμιμης αιτίας, ενώ ο ασφαλισμένος/συνταξιούχος για να απαλλαγεί από την υποχρέωση επιστροφής των παροχών που του καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως πρέπει αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει σωρευτικώς α) την ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την καλή πίστη του και β) τις σοβαρές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις καθώς και την έκταση των επιπτώσεων αυτών στην αξιοπρεπή διαβίωσή του (ενόψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής καταστάσεως αυτού) σε περίπτωση επιστροφής των παροχών (βλ. Σ.τ.Ε. 2137/2024 7μ.). Τέλος, ο ασφαλιστικός φορέας μπορεί να αντιτάξει κακοπιστία του λήπτη, οπότε βαρύνεται με την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών από τα οποία αυτή προκύπτει. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του λήπτη της παροχής που στοχεύουν στη μη επιστροφή της (ότι δηλαδή αυτός ήταν καλόπιστος και ότι εξαιτίας της αναζητήσεως επέρχονται σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του) προτείνονται παραδεκτώς έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας που κρίνει την προσφυγή κατά της οικείας αποφάσεως της Τ.Δ.Ε.
20. Επειδή, με την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012, η οποία ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο τρίτο του νόμου αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (12.11.2012) ρυθμίσθηκε κατά τρόπο ενιαίο για όλους τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως αρμοδιότητας του νυν Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης η διάρκεια του χρόνου παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων υπέρ των ασφαλιστικών φορέων, με αφετηρία την τελευταία αχρεώστητη/παράνομη καταβολή (καταργουμένης κάθε αντίθετης ρυθμίσεως). Η διάταξη αυτή, κατά την έννοιά της, δεν καταλαμβάνει αξιώσεις των ασφαλιστικών φορέων οι οποίες έχουν ήδη υποπέσει σε παραγραφή κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της, καθόσον τέτοιες αξιώσεις αφορούν ήδη περατωθείσες βιοτικές σχέσεις (βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 2659/2019 7μ., 881/2022 7μ.). Περαιτέρω, ως προς τις αξιώσεις οι οποίες δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά τον χρόνο αυτόν (12.11.2012), δεν περιλαμβάνεται στον ανωτέρω νόμο ειδική μεταβατική διάταξη. Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται συμπληρωματικώς η μεταβατική διάταξη του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 18 του Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164), στην οποία ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του», διάταξη που απηχεί γενική αρχή διαχρονικού δικαίου (βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 881/2022 7μ., πρβ. Σ.τ.Ε. 1323/1981, 3387/1984 7μ., 962/1986, 380, 656, 1167/1996, 320/1999 κ.ά.). Σύμφωνα με τη γενική αυτή μεταβατική διάταξη, όταν οι διατάξεις του νεότερου νόμου προβλέπουν μακρότερο χρόνο παραγραφής, σε σχέση με τον χρόνο παραγραφής που καθόριζε το προϊσχύσαν δίκαιο, εφαρμόζεται ο νεότερος νόμος και επί των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος δικαίου αν δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής τους έως την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (βλ. σχετικώς Α.Π. 7-8/2022 Ολομ., 1174/2022, 1205/2023). Αν όμως έχει ήδη επέλθει το αποτέλεσμα αυτό (της παραγραφής), δεν ανατρέπεται από τον νέο νόμο που επιμηκύνει τον χρόνο παραγραφής (βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 2659/2019 7μ., 881/2022 7μ., και Α.Π. 7-8/2022 Ολομ., 1174/2022, 1205/2023). Ενόψει τούτου, η ως άνω ρύθμιση του νεότερου ν. 4093/2012 δεν καταλαμβάνει, ειδικότερα, αξιώσεις του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. οι οποίες είχαν ήδη παραγραφεί κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του ν. 4093/2012 (12.11.2012), δηλαδή είχε ήδη συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος από το προϊσχύσαν δίκαιο συντομότερος χρόνος παραγραφής (δεκαετία). Συγκεκριμένα, όπως έχει κριθεί (βλ. Σ.τ.Ε. 2488/1993 7μ., 3240/1998, 1601, 2765/2007), από τον συνδυασμό των άρθρων 40 παρ. 4 και 27 παρ. 7 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) [όπως η παρ. 7 του άρθρου 27 τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 44 του ν.δ. 2698/1953 (Α΄ 315)], συνάγεται ότι η παραγραφή της αξιώσεως του Ι.Κ.Α. (μετέπειτα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) να αναζητήσει χρηματικές παροχές που κατέβαλε αχρεωστήτως ήταν δεκαετής και άρχιζε από το τέλος του έτους κατά το οποίο έγινε από το Ι.Κ.Α. η τελευταία αχρεώστητη καταβολή, μετά δε την αντικατάσταση της ίδιας παρ. 7 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951 με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 (Α΄ 270), ακολούθως την αναρίθμησή της σε παρ. 6 με την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν. 2676/1999 (Α΄ 1) και την τελική αντικατάστασή της με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2972/2001 (Α΄ 291/27.12.2001), άρχιζε από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο έγινε από το Ι.Κ.Α. η τελευταία αχρεώστητη καταβολή. Και τούτο, διότι (κατά τα ανωτέρω κριθέντα) η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, που προβλέπει ότι οι χρηματικές παροχές οι οποίες έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως από το Ι.Κ.Α. αναζητούνται κατά τις διατάξεις περί αναγκαστικής εισπράξεως εισφορών, έχει την έννοια ότι και για τις αχρεωστήτως καταβληθείσες από το Ι.Κ.Α. παροχές εφαρμόζονται για την ταυτότητα του λόγου και το ενιαίο της ρυθμίσεως οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 27 του ίδιου νόμου που ορίζουν δεκαετή παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων του Ι.Κ.Α. από καθυστερούμενες εισφορές.
21. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων στις σκέψεις 14-20, η αξίωση των ασφαλιστικών φορέων για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών δεν αφορά επιβολή οικονομικής επιβαρύνσεως εις βάρος του διοικουμένου υπό την έννοια του καταλογισμού χρηματικών ποσών εξαιτίας της παραβιάσεως υποχρεώσεως καταβολής ενός βάρους (όπως φόρων, τελών, εισφορών ή άλλης επιβαρύνσεως που εκ του νόμου ο διοικούμενος όφειλε να καταβάλει για χρονικό διάστημα στο παρελθόν και δεν κατέβαλε). Ο καταλογισμός των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών αφορά την επιστροφή του παράνομου πλουτισμού, δηλαδή των ποσών τα οποία ο λήπτης δεν εδικαιούτο να λάβει και τα εισέπραξε κατά παράβαση του νόμου εις βάρος των λοιπών ασφαλισμένων και συνταξιούχων δικαιουμένων κατά νόμον κοινωνικοασφαλιστικές παροχές, καθώς και εις βάρος του ασφαλιστικού φορέα ο οποίος είναι φορέας Γενικής Κυβέρνησης με τις εντεύθεν έννομες συνέπειες (τα αχρεωστήτως καταβληθέντα από τους ασφαλιστικούς φορείς ποσά διευρύνουν το δημόσιο έλλειμμα). Η ρύθμιση αυτή που επαναλαμβάνει τον κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής (η οποία ίσχυε είτε δυνάμει ειδικής διατάξεως της νομοθεσίας ορισμένων ασφαλιστικών φορέων είτε, ελλείψει ειδικής διατάξεως περί παραγραφής των απαιτήσεων εν γένει του ασφαλιστικού φορέα ή των απαιτήσεών του από αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές, δυνάμει του προβλέποντος την εικοσαετή γενική παραγραφή άρθρου 249 του Α.Κ.) είναι απολύτως σαφής και προβλέψιμη και, ως εκ τούτου, δεν παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Όσον αφορά δε τη διάρκεια της παραγραφής, η εικοσαετία δικαιολογείται λόγω της σημαντικής, κατά κανόνα, δυσκολίας εντοπισμού των αχρεώστητων πληρωμών. Και τούτο, διότι η φύση του προβλήματος είναι σύνθετη και πολυπαραμετρική, πράγμα που κατά τον χρόνο θεσπίσεως της επίμαχης ρυθμίσεως (περ. 2 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012) και ιδίως πριν από την ενοποίηση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως με τον ν. 4387/2016 (βλ. άρθρα 51, 53, 70, 74, 75 και 90) και με τον ν. 4670/2020 (βλ. άρθρα 1, 2 και 6) απαιτούσε υψηλή λειτουργική επάρκεια των ασφαλιστικών φορέων και διασυνδεσιμότητα μεταξύ τους όσον αφορά τη διασταύρωση στοιχείων, καθώς και διασυνδεσιμότητα των ασφαλιστικών φορέων με άλλους φορείς Γενικής Κυβέρνησης όσον αφορά τη λήψη αναγκαίων πληροφοριών, η διασυνδεσιμότητα δε αυτή προϋποθέτει ψηφιακή ολοκλήρωση και διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων των φορέων Γενικής Κυβέρνησης η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2013 και εξής [βλ. ιδίως α) περ. 8 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως η περίπτωση αυτή συμπληρώθηκε με τα άρθρα 36 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18) και 50 παρ. 1 του ν. 4250/2014 (Α΄ 74), καθώς και την κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εκδοθείσα 27569/592/ Φ80355/27.11.2012 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Β΄ 3145), β) άρθρα 1-3, 4 παρ. 2 και 18 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88), γ) παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 4237/2014 (Α΄ 36) και την κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εκδοθείσα 11810/179/ Φ80353/2.6.2014 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Β΄ 1635), δ) παρ. 6 του άρθρου 55 του ν. 4305/2014 (Α΄ 237), ε) άρθρο 65 του ν. 4387/2016, στ) άρθρα 10 και 16 του ν. 4670/2020 και την κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 16 του νόμου αυτού εκδοθείσα 17494/12.4.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Επικρατείας (Β΄ 1517), ζ) άρθρο 107 παρ. 51 (σε συνδυασμό με το άρθρο 84) του ν. 4727/2020 (Α΄ 184) και κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, μεταξύ δε αυτών και οι εξής: 32408 ΕΞ 2022/22.7.2022 απόφαση του Υπουργού Επικρατείας (Β΄ 4059), 52047 ΕΞ 2023/4.12.2023 απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Β΄ 6960), 10877 ΕΞ 2024/27.3.2024 απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Β΄ 2000), 41498 ΕΞ 2024/12.12.2024 απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Β΄ 6892)]. Επομένως, η υιοθέτηση ως γενικού κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων των ασφαλιστικών φορέων από αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές ανταποκρίνεται, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, στις συνθήκες και στα δεδομένα που συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεως της επίμαχης ρυθμίσεως. Υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 σκοπού υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος, όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω (βλ. σκέψη 19), συνίσταται στη διαφύλαξη των συμφερόντων των ασφαλιστικών φορέων μέσω της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου τους και εντεύθεν στη βιωσιμότητα των φορέων αυτών και στην εξασφάλιση της καταβολής παροχών στους νυν και στους μελλοντικούς δικαιούχους και ενόψει της προεκτεθείσας μνημονιακής δεσμεύσεως (που αποτυπώνεται και στις αιτιολογικές εκθέσεις των οικείων νόμων) για μείωση-εξάλειψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, η επίμαχη ρύθμιση δεν παρίσταται προδήλως απρόσφορη για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως και της αδηρίτου ανάγκης για δημοσιονομική εξυγίανση υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και όσων έχουν εκτεθεί στη σκέψη 19 ως προς την έννοια της επίμαχης διατάξεως του ν. 4093/2012, η ρύθμιση περί εικοσαετούς γενικής παραγραφής που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή δεν αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο) ούτε σε άλλη συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή. Ως προς το ανωτέρω ζήτημα μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ν. Σκαρβέλης και Β. Ανδρουλάκης, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Η προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων των ασφαλιστικών φορέων πρέπει να είναι εύλογη, δηλαδή να συνάδει προς την κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Για να είναι δε εύλογη η διάρκεια της προθεσμίας αυτής πρέπει να είναι σχετικά σύντομη, δεδομένης και της αυξανόμενης ταχύτητας και πολυπλοκότητας των σύγχρονων βιοτικών σχέσεων και συναλλαγών και του συνακόλουθου πολλαπλασιασμού των νομικών υποχρεώσεων των διοικουμένων, που απαιτούν, κατ’ αρχήν, ταχεία εκκαθάριση των εκάστοτε τρεχουσών υποχρεώσεών τους. Ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής πρέπει να επαρκεί μεν, ώστε να διενεργούνται οι αναγκαίοι επίκαιροι και αποτελεσματικοί έλεγχοι με στόχο την προστασία του κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ασφαλιστικού κεφαλαίου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών φορέων, σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες σε προηγούμενες σκέψεις διεθνείς υποχρεώσεις της Χώρας, χωρίς, όμως, να εκτείνεται σε μεγάλη διάρκεια, αλλά ταυτόχρονα απαιτείται να είναι ο αναγκαίος, ώστε, αφ’ ενός, να διασφαλίζεται το κατοχυρωμένο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα άμυνας των ασφαλισμένων ληπτών των ασφαλιστικών παροχών (και των τυχόν διαδόχων τους) έναντι δυσχερειών σχετικών με την απόδειξη πραγματικών περιστατικών αναγόμενων στο απώτερο παρελθόν, αφ’ ετέρου δε, αυτοί να μην οδηγούνται σε υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση λόγω της υποχρεώσεως επιστροφής συσσωρευμένων παροχών περισσότερων ετών, με περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση αλλά και στην εθνική οικονομία γενικότερα. Τα ανωτέρω ισχύουν, λαμβανομένου επιπλέον υπ’ όψιν ότι η καταβολή και είσπραξη ασφαλιστικών παροχών δεν συνδέεται αναγκαίως με δόλια πρόθεση των (ληπτών) ασφαλισμένων, αλλά δεν αποκλείεται να οφείλεται σε δυσχέρειες κατά την ερμηνεία της ασφαλιστικής νομοθεσίας, αποτέλεσμα του περίπλοκου και κατακερματισμένου χαρακτήρα των ρυθμίσεών της. Με τα ανωτέρω δεδομένα η εικοσαετής παραγραφή της αξιώσεως των ασφαλιστικών οργανισμών για επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών αντίκειται στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (εδ. δ΄, παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος), καθ’ όσον ο χρόνος αυτός παραγραφής δεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη (πρβ. Σ.τ.Ε. 1356/2024 επταμ., 1833/2021 Ολομ.).
22. Επειδή, επακολούθησε ο ν. 4387/2016 (Α΄ 85/12.5.2016). Με το σύστημα ρυθμίσεων του νόμου αυτού επιχειρείται μείζων μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που ανέλαβε η Ελληνική Κυβέρνηση με την υπογραφή της συμφωνίας χρηματοδοτήσεως του Ελληνικού Κράτους από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας [άρθρο 3 παράγραφος Γ του ν. 4336/2015, Α΄ 94 (Τρίτο Μνημόνιο)] προς αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας και ειδικότερα προς αντιμετώπιση της αδυναμίας περιορισμού των συσσωρευμένων υψηλών ελλειμμάτων των ασφαλιστικών ταμείων. Η μεταρρύθμιση συνίσταται στη λήψη μέτρων για την, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, η οποία απειλείται εξαιτίας της ανάγκης συνεχούς καλύψεως από τον κρατικό προϋπολογισμό των διαρκώς παραγόμενων ελλειμμάτων των ασφαλιστικών φορέων, με όλες τις εντεύθεν δυσμενείς επιπτώσεις στην ισόρροπη κατανομή των περιορισμένων -λόγω της διογκώσεως του δημόσιου χρέους- κρατικών πόρων και στην προσπάθεια ανακάμψεως της εθνικής οικονομίας. Ειδικότερα, με τη θέσπιση του νέου ασφαλιστικού συστήματος του ν. 4387/2016, ο νομοθέτης αποβλέπει αφενός μεν στον περιορισμό της καταβαλλόμενης από το κράτος συνταξιοδοτικής δαπάνης και την, μέσω αυτού, προοδευτική αποκατάσταση της ισορροπίας του κρατικού προϋπολογισμού (αποδέσμευση πόρων προς πραγματοποίηση και των λοιπών κρατικών σκοπών και δημιουργία αναπτυξιακών προϋποθέσεων προς αντιμετώπιση της κρίσεως) και αφετέρου στη δίκαιη κατανομή των πεπερασμένων κρατικών πόρων με σκοπό την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την εξασφάλιση επαρκούς συντάξεως. Οι σκοποί αυτοί, οι οποίοι συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και ανάγονται σε δικαστικώς ανέλεγκτες πολιτικές εκτιμήσεις και επιλογές, επιτυγχάνονται, κατά την κρίση του νομοθέτη, μέσω των διατάξεων που συνθέτουν τον πυρήνα της ασφαλιστικής μεταρρυθμίσεως, ο οποίος συνίσταται στην εγκατάλειψη του μέχρι σήμερα κρατούντος στην Ελλάδα συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως σε περισσότερους του ενός φορείς, για τους οποίους ίσχυαν διαφορετικές προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση και θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος, και στην υιοθέτηση ενιαίων κανόνων για όλους τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους (βλ. Σ.τ.Ε. 1890-1/2019 Ολομ., 583/2021 7μ., 1833/2021 Ολομ., 1342/2023 7μ., 1368-9/2024 7μ.).
23. Επειδή, στο άρθρο 103 του ανωτέρω ν. 4387/2016 (με τίτλο του άρθρου «Επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών») ορίζονται τα εξής: «1. Κάθε παροχή που έχει καταβληθεί από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. αχρεώστητα, επιστρέφεται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος και αναζητείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. Σε περίπτωση υπαιτιότητάς του αναζητείται εντόκως, με επιτόκιο 3%. Παράλληλα με την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, επιτρέπεται συμψηφισμός οποιασδήποτε οφειλής προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με το σύνολο των χορηγούμενων παροχών, που τυχόν δικαιούται ο οφειλέτης. Ο συμψηφισμός πραγματοποιείται σε μηνιαίες δόσεις, το ύψος καθεμίας από τις οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 του μεικτού ποσού που αντιστοιχεί στις χορηγούμενες παροχές, ή εφάπαξ, εφόσον το συνολικό ποσό της οφειλής δεν υπερβαίνει το 1/3 του ποσού που αντιστοιχεί στις χορηγούμενες παροχές. Ο καταλογισμός και ο τυχόν διενεργούμενος συμψηφισμός εκτελείται με απόφαση του Διευθυντή του αρμοδίου Υποκαταστήματος. 2. Εάν ο οφειλέτης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. αποβιώσει, οι οφειλές του συμψηφίζονται με τυχόν οφειλόμενες σε αυτόν και στους νόμιμους κληρονόμους του αναδρομικές παροχές, προς απομείωση του χρέους, ενώ το υπόλοιπο ποσό αναζητείται από αυτούς κατά την κληρονομική τους μερίδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. Σε περίπτωση που μεταξύ των κληρονόμων υπάρχουν πρόσωπα τα οποία έλκουν συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά δικαιώματα από τον οφειλέτη, το ανεξόφλητο ποσό της οφειλής κατά την κληρονομική τους μερίδα, παρακρατείται από το σύνολο των συνταξιοδοτικών παροχών που τους μεταβιβάζονται ή τους καταβάλλονται, σε μηνιαίες δόσεις ή εφάπαξ, όπως στην παράγραφο 1. Εφόσον η οφειλή δεν είχε βεβαιωθεί όσο ο οφειλέτης βρισκόταν εν ζωή, εκδίδεται απόφαση από τον αρμόδιο Διευθυντή, με την οποία καθίστανται υπόχρεοι προς εξόφληση της οφειλής οι νόμιμοι κληρονόμοι του, με τις προαναφερθείσες διαδικασίες του Κ.Ε.Δ.Ε. και του συμψηφισμού οφειλών προς τις καταβαλλόμενες παροχές. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να ανακαθορίζεται το ποσοστό του επιτοκίου που προβλέπεται από την παράγραφο 1». Στο δε άρθρο 122 (με τίτλο του άρθρου «Έναρξη ισχύος») του ίδιου ν. 4387/2016 ορίζεται ότι: «Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται από τις επιμέρους διατάξεις». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού όσον αφορά το ως άνω άρθρο 103 αναφέρονται τα εξής: «Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι παροχές που έχουν εισπραχθεί από ασφαλισμένους και συνταξιούχους του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. αχρεώστητα, χωρίς δηλαδή να τις δικαιούνται, επιστρέφονται εντόκως προς 5%. Έχοντας ως δεδομένο ότι τα επιτόκια του τραπεζικού τομέα παρουσιάζουν πτωτική τάση κρίνεται σκόπιμη η μείωση του επιτοκίου των ασφαλιστικών ταμείων που βαραίνει την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών και γι’ αυτό κρίνεται σκόπιμο να μην υπερβαίνει το 3%. Με έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης παρέχεται δυνατότητα για ανακαθορισμό του επιτοκίου, ώστε να εναρμονίζεται στην κάθε φορά ισχύουσα τάση στην τραπεζική αγορά. Επίσης με την προτεινόμενη διάταξη καθίσταται σαφές το δικαίωμα της υπηρεσίας προς αναζήτηση των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεώστητα… . Παράλληλα όμως εισάγει σαφή διάκριση των περιπτώσεων κατά τις οποίες δεν συντρέχει υπαιτιότητα του λαβόντος και σε εναρμόνιση με τη σχετική νομολογία απαλλάσσει από την έντοκη επιστροφή όσους εισέπραξαν καλόπιστα. Ο συμψηφισμός της οφειλής προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με παροχές που δικαιούται ο οφειλέτης, π.χ. παρακράτηση από τη σύνταξη, παράλληλα με την εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Ε.Δ.Ε. διευκολύνει τον υπόχρεο για την αποπληρωμή του χρέους και διασφαλίζει τις απαιτήσεις του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Η πρόβλεψη για έκδοση απόφασης καταλογισμού από τον Διευθυντή διασφαλίζει τη νομιμότητα της διοικητικής διαδικασίας προκειμένου να ασκούνται τα προβλεπόμενα, από το νόμο, ένδικα μέσα».
24. Επειδή, με το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 επαναλαμβάνεται ρητώς και ειδικώς για το πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ο κανόνας που τέθηκε με την προπαρατεθείσα διάταξη του ν. 4093/2012 για όλους τους ασφαλιστικούς φορείς αρμοδιότητας του νυν Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, δηλαδή ο κανόνας ότι οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος. Σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 103 του ν. 4387/2016, σε περίπτωση υπαιτιότητας του λαβόντος οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται εντόκως με επιτόκιο 3% [ήτοι επιτόκιο μικρότερο από εκείνο (ύψους 5%) που προβλεπόταν στην προϊσχύσασα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) για τις σχετικές αξιώσεις του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.]. Επομένως, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 εισάγουν (α) τον κανόνα της αναζητήσεως ατόκως των αχρεωστήτως καταβληθεισών εκ μέρους του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. παροχών ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του λαβόντος και (β) τον κανόνα της επιβολής τόκων (επί του κεφαλαίου των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών) μόνον αν συντρέχει υπαιτιότητα του λαβόντος. Η επιβολή τόκων κατ’ εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 δεν συνιστά διοικητική κύρωση ή διοικητική ποινή, αλλά έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια απαίτηση αχρεωστήτου. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (που εντάχθηκε από 1.1.2017 στον Ε.Φ.Κ.Α., ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) δικαιούται να αναζητήσει το ποσό των παροχών ως αχρεωστήτως καταβληθεισών με μόνη τη διαπίστωση του θετικού γεγονότος της καταβολής των παροχών αυτών και την επίκληση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, χωρίς να υποχρεούται να επικαλεσθεί και να αποδείξει την υπαιτιότητα του λήπτη. Για τον καταλογισμό όμως τόκων επί του ποσού της κύριας οφειλής (ήτοι αξίωση παρακολουθηματικού χαρακτήρα, βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 1387/2023) ο φορέας πρέπει επιπλέον να επικαλεσθεί και να αποδείξει την κακοπιστία (υπαιτιότητα) του λήπτη. Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων του ως άνω δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 και της παρ. 2 του άρθρου 17 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999, Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, στην οποία ορίζεται ότι η αιτιολογία ατομικής διοικητικής πράξεως πρέπει να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εκτός αν προβλέπεται ρητώς στον νόμο ότι πρέπει να περιέχεται στο σώμα της πράξεως, συνάγεται ότι η συνδρομή υπαιτιότητας στο πρόσωπο του λήπτη δεν απαιτείται να βεβαιώνεται στο σώμα της καταλογιστικής πράξεως αλλά αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου τα οποία επικαλείται το αρμόδιο όργανο στην καταλογιστική πράξη και μνημονεύονται σ’ αυτήν (πρβ. Σ.τ.Ε. 4165, 4166/2012, 1920-4/2020, 2338/2023). Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016 ερμηνευόμενες σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4) συνάγεται ότι, κατ’ εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα της αναζητήσεως (ατόκως ή εντόκως) των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, αποκλείεται η αναζήτηση όταν ο λήπτης είναι καλόπιστος και η επιστροφή των παροχών θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του. Επομένως, ο ασφαλισμένος ή συνταξιούχος του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. απαλλάσσεται από την υποχρέωση για το σύνολο της οφειλής (κεφάλαιο και τόκους) αν επικαλεσθεί και αποδείξει σωρευτικώς (α) την ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την καλή πίστη του και (β) τις σοβαρές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις καθώς και την έκταση των επιπτώσεων αυτών στην αξιοπρεπή διαβίωσή του (ενόψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής καταστάσεως αυτού) σε περίπτωση επιστροφής των παροχών. Στην περίπτωση όμως της αναζητήσεως εντόκως των αχρεωστήτως καταβληθεισών παρoχών ο ανωτέρω ασφαλιστικός φορέας (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., μετέπειτα Ε.Φ.Κ.Α. και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των περιστατικών από τα οποία προκύπτει υπαιτιότητα (κακοπιστία) του λήπτη, που αποτελεί κατά νόμον αναγκαία προϋπόθεση για την επιβολή τόκων. Αν όμως ο λήπτης αντιτάξει απέναντι στον φορέα και αποδείξει την καλοπιστία του (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αυτή προκύπτει), αλλά δεν αποδείξει ότι σε περίπτωση επιστροφής του συνολικού ποσού των παροχών και των τόκων θα επέλθουν σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στο επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβιώσεώς του, θα απαλλαγεί μόνον από τους τόκους (δηλαδή μόνον όσον αφορά την παρεπόμενη απαίτηση) αλλά όχι από το κεφάλαιο (δηλαδή όσον αφορά την κύρια απαίτηση αχρεωστήτου).
25. Επειδή, η αναζήτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών ισχύει, όπως πλέον ρητώς προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 103 του ν. 4387/2016, και για τον κληρονόμο του λήπτη των παροχών, αν δεν έχει αποποιηθεί την κληρονομία (κατά τα άρθρα 1847 έως 1859 του Α.Κ.) και δεν είχε εκδοθεί εις βάρος του κληρονομουμένου-οφειλέτη εν ζωή σχετική καταλογιστική πράξη (εν ευρεία εννοία βεβαίωση της οφειλής). Και τούτο, διότι η υποχρέωση επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών παροχών αποτελεί χρέος της κληρονομίας. Ειδικότερα, ο απλός κληρονόμος ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 1901 εδ. πρώτο του Α.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 1710 του Α.Κ., αφενός και με την ατομική περιουσία του για τα χρέη του κληρονομουμένου και, επομένως, και για τις οφειλές (χρέη) του λήπτη-κληρονομουμένου έναντι του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και αφετέρου απεριόριστα, δηλαδή ακόμη και αν το παθητικό της κληρονομίας υπερβαίνει το ενεργητικό της ή δεν υπάρχει καθόλου ενεργητικό. Ο απλός κληρονόμος μπορεί πάντως να προτείνει κατά του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (ήτοι κληρονομικού δανειστή) την ένσταση παραγραφής. Περαιτέρω, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, ο απλός κληρονόμος για να απαλλαγεί από την ευθύνη καταβολής της σχετικής οφειλής (δηλαδή το ποσό που του έχει καταλογισθεί με την οικεία πράξη του αρμόδιου οργάνου του ανωτέρω φορέα) πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει μόνον ότι η καταβολή του ποσού της οφειλής (κεφάλαιο και τυχόν τόκοι) θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του, όχι όμως και την καλοπιστία του λήπτη-κληρονομουμένου όσον αφορά τις από εκείνον αχρεωστήτως εισπραχθείσες παροχές, τούτο δε, λόγω της δυσχέρειας αποδείξεως του στοιχείου αυτού (καλή πίστη του λήπτη) εκ μέρους του κληρονόμου. Ως προς το ανωτέρω ζήτημα της υποχρεώσεως του απλού κληρονόμου για απόδοση στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στον κληρονομούμενο-λήπτη μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Σπ. Χρυσικοπούλου και Μ. Παπαδοπούλου, καθώς και οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Π. Μπραΐμη, Μ. Σωτηροπούλου, Ι. Μιχαλακόπουλος και Σ. Λαμπροπούλου, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Όσον αφορά τον απλό κληρονόμο, ό,τι ισχύει για τον κληρονομούμενο ισχύει και για τον κληρονόμο αυτόν. Επομένως, για να απαλλαγεί αυτός από την υποχρέωση να αποδώσει (ατόκως ή εντόκως) το ποσό των παροχών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στον κληρονομούμενο πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει σωρευτικώς α) την καλοπιστία του κληρονομουμένου, ο οποίος χωρίς να δικαιούται εισέπραξε τις παροχές και β) τις σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις που θα επέλθουν στην αξιοπρεπή διαβίωση του ιδίου του κληρονόμου σε περίπτωση αποδόσεως των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών (πρβ. Ε.Σ. 456/2021, 579/2024 κ.ά.). Και τούτο, διότι ο απλός κληρονόμος ως καθολικός διάδοχος του κληρονομουμένου-λήπτη υπεισέρχεται στις κληρονομητές έννομες σχέσεις του, αναλαμβάνοντας όχι μόνον το σύνολο του ενεργητικού αλλά και το σύνολο του παθητικού της κληρονομικής περιουσίας, δηλαδή το σύνολο των υποχρεώσεων του θανόντος αδιαφόρως αν γνωρίζει ή όχι τις υποχρεώσεις αυτές (βλ. σχετικώς Α.Π. 3/1989 Ολομ., Ε.Σ. 579/2024). Οι υποχρεώσεις λοιπόν της κληρονομίας (όπως η υποχρέωση του κληρονομουμένου για απόδοση στο π. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. των αχρεωστήτως καταβληθέντων) καθίστανται προσωπικές υποχρεώσεις του κληρονόμου, με συνέπεια ο τελευταίος να αναλαμβάνει την ευθύνη γι’ αυτές, όπως ευθύνεται και για τις δικές του υποχρεώσεις. Περαιτέρω, μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Δ. Κυριλλόπουλος, ο οποίος διατύπωσε την εξής γνώμη: Η καλοπιστία (ως προϋπόθεση απαλλαγής του απλού κληρονόμου από την ευθύνη αποδόσεως στο π. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών) κρίνεται στο πρόσωπο του κληρονόμου και όχι του κληρονομουμένου-λήπτη των παροχών. Εφόσον δε ο απλός κληρονόμος δηλώσει στον φορέα τον θάνατο του κληρονομουμένου, θεωρείται κατά μαχητό τεκμήριο καλόπιστος και, συνεπώς, δεν υπέχει, κατ’ αρχήν, ευθύνη για την καταβολή στο πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. των παροχών που κατεβλήθησαν στον κληρονομούμενο αχρεωστήτως ή παρανόμως. Επομένως, ο ασφαλιστικός φορέας βαρύνεται να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η κακοπιστία του κληρονόμου αυτού και, κατ’ ακολουθίαν, η υποχρέωσή του να αποδώσει το ποσό των παροχών που κατεβλήθησαν αχρεωστήτως στον κληρονομούμενο. Τέλος, ομοφώνως κρίθηκε ότι ο κληρονόμος ο οποίος αποδέχεται την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής, κατά τα άρθρα 1902 και 1903 του Α.Κ., αναλαμβάνει την ευθύνη για την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραχθεισών από τον κληρονομούμενο παροχών και υποχρεούται να τις καταβάλει στον ανωτέρω ασφαλιστικό φορέα, ο δε φορέας δικαιούται να τις αναζητήσει από τον κληρονόμο με απογραφή και νομίμως εκδίδει τη σχετική καταλογιστική πράξη εις βάρος του. Πάντως, στην περίπτωση του κληρονόμου με απογραφή δεν είναι δυνατή η απαλλαγή του από την ευθύνη υπό την ανωτέρω (κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη) προϋπόθεση (σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωση του ιδίου του κληρονόμου-υποχρέου σε απόδοση) η οποία αφορά μόνον τον απλό κληρονόμο. Τούτο δε συναρτάται με τον κατά νόμον περιορισμό της ευθύνης του κληρονόμου με απογραφή, ποσοτικό (έως το ενεργητικό της κληρονομίας, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1904 του Α.Κ.) και κατ’ αντικείμενο (λόγω του κατ’ άρθρο 1905 του Α.Κ. χωρισμού των περιουσιών, υπέγγυα έναντι των κληρονομικών δανειστών είναι μόνον η κληρονομική περιουσία και όχι η ατομική περιουσία του κληρονόμου). Ειδικότερα, ο κληρονόμος με απογραφή δεν παύει να είναι καθολικός διάδοχος του κληρονομουμένου και, ως εκ τούτου, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του για τα χρέη της κληρονομίας (σε όλη τους την έκταση), αλλά εξακολουθεί να ευθύνεται για τα χρέη αυτά μόνον όμως έως το ενεργητικό της κληρονομίας, δηλαδή μόνο με τα στοιχεία του ενεργητικού της κληρονομικής περιουσίας όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση απογραφής και όσο αυτά επαρκούν (βλ. Α.Π. 630-1/2009, 750, 1311/2011, 1202/2018, 777/2022 κ.ά.). Ο κληρονόμος με απογραφή δεν ευθύνεται και με την ατομική περιουσία του, από την οποία η περιουσία του κληρονομουμένου έχει αποχωρισθεί αυτοδικαίως και αποτελεί χωριστή ομάδα (βλ. Α.Π. 630-1/2009, 1311/2011, 1202/2018, 777/2022 κ.ά.). Ενδεχόμενη ανεπάρκεια του ενεργητικού της κληρονομικής περιουσίας προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των κληρονομικών δανειστών δεν ασκεί επιρροή στη νομιμοποίησή τους να στραφούν κατά του εξ απογραφής κληρονόμου για την επιδίκαση των απαιτήσεών τους (βλ. Α.Π. 630-1/2009, 750, 1311/2011, 1202/2018 κ.ά.). Ο ως άνω διπλός περιορισμός της ευθύνης του κληρονόμου με απογραφή έχει ως συνέπεια ότι για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των κληρονομικών δανειστών δεν επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική εκτέλεση επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου αλλά μόνον επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας (βλ. Α.Π. 630-1/2009, 1311/2011, 1202/2018, 777/2022 κ.ά.). Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του κληρονόμου περί αποδοχής της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής μπορεί να προταθεί μόνον ως λόγος ανακοπής κατά της τυχόν επί της ατομικής περιουσίας του επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως (βλ. Α.Π. 630-1/2009, 1311/2011, 1202/2018, 777/2022 κ.ά.). Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι κατά της καταλογιστικής εις βάρος του πράξεως του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ο εξ απογραφής κληρονόμος (που δεν έχει εκπέσει του σχετικού ευεργετήματος κατά τα άρθρα 1903 και 1911-1912 του Α.Κ.) μπορεί να προβάλει ισχυρισμούς όσον αφορά την έκταση της οφειλής του (π.χ. ως προς το μέγεθος της κληρονομικής μερίδας του), όχι όμως ισχυρισμούς ως προς την έκταση της ευθύνης του, τους οποίους μπορεί να προβάλει μόνο στο στάδιο της τυχόν κινηθείσας αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος στοιχείου της ατομικής περιουσίας του.
26. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι μετά την επίλυση των ζητημάτων που του τέθηκαν παραδεκτώς με τα ως άνω υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης [άρθρο 1 παρ. 1 εδ. έκτο του ν. 3900/2010 (όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012), αναλόγως εφαρμοζόμενο, βλ. Σ.τ.Ε. 527/2015 Ολομ., 2182/2015 7μ., 719/2018 7μ., 2137/2024 7μ.].
Δια ταύτα
Επιλύει τα ανωτέρω τεθέντα με τα προδικαστικά ερωτήματα ζητήματα, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Δέχεται την παρέμβαση του ... και
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την παρέμβαση της ... ....
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2025 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Μαρτίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας