ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 530/2026
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2025, με την ακόλουθη σύνθεση: Γεωργία Μαραγκού, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Γεώργιος Βοϊλης και Αγγελική Μυλωνά, Σύμβουλοι, Λήδα Χαραλαμπίδου και Ελένη Καραγιάννη, Πάρεδροι, που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη η Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ειρήνη Κατσικέρη, ως νόμιμη αναπληρώτρια του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα,
Γραμματέας: Σταυρούλα Κοιλάκου.
Για να δικάσει την από 26.6.2020 (Α.Β.Δ. …./2020) έφεση της ... του …, κατοίκου … (οδός …), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χαράλαμπου Ζολινδάκη (Δ.Σ...).
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 231 παρ. 1 του ν.4700/2020 της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεωργίας Καλαντζή.
Με την έφεση αυτή ζητείται η ακύρωση της ..../12.2.2020 απόφασης καταλογισμού του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και κάθε συναφούς, προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης και
Την Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, η οποία πρότεινε την παραδοχή της έφεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε τηλεδιάσκεψη.
Άκουσε την εισήγηση της Αντιπροέδρου Γεωργίας Μαραγκού και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το νόμο Και
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
1. Με την υπό κρίση έφεση ζητείται η ακύρωση της ..../12.2.2020 απόφασης καταλογισμού του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία καταλογίστηκε εις βάρος της εκκαλούσας, πρώην δικαστικής υπαλλήλου του κλάδου Γραμματέων του Πρωτοδικείου ... με το συνολικό ποσό των 67.502,67 ευρώ, που φέρεται ότι αντιστοιχεί α) σε αχρεωστήτως ληφθείσα διαφορά αποδοχών, ποσού 58.015,94 ευρώ, που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 8.8.2003 έως 11.6.2018, ως υπάλληλος ΠΕ κατηγορίας, λόγω χρήσης πλαστού πτυχίου, σε σχέση με τις αποδοχές που θα λάμβανε, αν αμειβόταν ως δικαστική υπάλληλος κατηγορίας ΔΕ, στην οποία κανονικά υπαγόταν, και β) αποδοχές αργίας ποσού 9.486,73 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 12.6.2018 έως 31.7.2019. Συμπροσβαλλόμενη θεωρείται η ..../ 1.7.2020 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδόθηκε μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης(βλ. άρθρα 123 Π.Δ/τος 1225/1981 και 111 παρ. 7 ν.4700/2020) και μετά την καταβολή από την εκκαλούσα του ποσού των 38.620,17 ευρώ, και με την οποία επανακαθορίστηκε το συνολικά καταλογισθέν ποσό σε 57.476,83 ευρώ (από 58.015,94 ευρώ με την αρχική πράξη) και καθορίστηκε το υπολειπόμενο καταλογιζόμενο ποσό σε 18.856,66 ευρώ, ενώ για τις αποδοχές αργίας ύψους 9.486 ευρώ κρίθηκε από το καταλογίζον όργανο ότι μη νομίμως αναζητούνται.
2. Για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης έχει καταβληθεί νομίμως, σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 εδ. β΄ της Δικονομίας ΕλΣυν (ν. 4700/2020), παράβολο (βλ. το … ηλεκτρονικό παράβολο) ποσού 680 ευρώ. Ενόψει του περιορισμού του καταλογισθέντος ποσού στις 57.476,83 ευρώ ευρώ με την συμπροσβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω πράξη, το προσήκον παράβολο ανέρχεται σε 574,76 ευρώ και πρέπει να επιστραφεί το καταβληθέν υπερβάλλον παράβολο ύψους 105,24 ευρώ (680-574,76). Κατά τα λοιπά η έφεση έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, λόγω αναστολής των δικαστικών προθεσμιών κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2020 έως 31.5.2020 (βλ. Π.Ν.Π. 11/11.3.2020, Α΄, 55, άρθρο 2 ν.4682/2020, Α΄, 76, Κ.Υ.Α. Δ1α/ ΓΠ.οικ.18176/15.3.2020, Β΄ 864, Δ1α/ ΓΠ.οικ.21159/27.3.2020, Β΄ 1074, Δ1α/ΓΠ.ΟΙΚ.24403/10.4.2020, Β΄ 1301, Δ1α/ΓΠ.οικ.26804/25.4.2020, Β΄ 1588, και Δ1α/ΓΠ.οικ.30340 /15.5.2020, Β΄ 1857), και εν γένει παραδεκτώς και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
3. Στο άρθρο μόνο παρ.1 του α.ν. 261/1968 (Α΄ 12) ορίζεται ότι: «Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε δια το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου. Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως, οριζουσών, διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, χρόνος, ήσσων της 5ετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθή ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος». Η διάταξη αυτή ορίζει ότι η ανάκληση διοικητικής πράξης σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας από την έκδοσή της θεωρείται ότι γίνεται εντός εύλογου χρόνου. Δεν ορίζει, όμως, ότι μετά την πάροδο της πενταετίας η ανάκληση γίνεται πέραν του εύλογου χρόνου και ότι, επομένως, απαγορεύεται. Αν η πάροδος χρόνου μεγαλύτερου της πενταετίας υπερβαίνει τον εύλογο για την ανάκληση χρόνο, είναι ζήτημα που κρίνεται από το Δικαστήριο κατά περίπτωση, βάσει των γενικών αρχών που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων (ΕλΣυν Πρώτο Τμ. 1772/2025, ΣτΕ 2756/2015). Σύμφωνα δε με τις αρχές αυτές, δεν επιτρέπεται στη Διοίκηση να ανακαλεί διοικητική πράξη, έστω και παράνομη, μετά την πάροδο εύλογου, ενόψει των συγκεκριμένων εκάστοτε συνθηκών, χρόνου από την έκδοσή της, εφόσον έχει δημιουργηθεί καλοπίστως υπέρ του διοικουμένου πραγματική κατάσταση δεκτική περαιτέρω έννομης προστασίας. Κατά τις αυτές, ωστόσο, γενικές αρχές, ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης είναι επιτρεπτή, χωρίς χρονικό περιορισμό, όταν κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής, τούτο επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή όταν η έκδοση της ανακαλούμενης παράνομης πράξης προκλήθηκε από δόλια ενέργεια του διοικουμένου (ΕλΣυν Πρώτο Τμ.1009, 1772/2025, ΣτΕ 2756/2015).
4. Ο v. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας…δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α΄ 143), ορίζει στο άρθρο 96, όπως ισχύει, ότι «1. Μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με οποιονδήποτε τίτλο πληρωμής καταλογίζονται: α. (…) β. στον λαβόντα, εφόσον έχει συντελέσει υπαίτια στη μη νόμιμη πληρωμή και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτού. 2. Αρμόδιο όργανο για τον καταλογισμό μη νόμιμων δαπανών, που πληρώθηκαν με τίτλους πληρωμής που δεν εκδίδονται από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου ή τις ΓΔΟΥ, είναι ο διατάκτης και τα κατά νόμο αρμόδια όργανα που έχουν διαπιστώσει την παράνομη πληρωμή και σε κάθε περίπτωση το Ελεγκτικό Συνέδριο. (…)», στο άρθρο 152 ότι: 1. Έλλειμμα δημοσίου υπολόγου είναι οποιαδήποτε έλλειψη χρημάτων, αξιών και υλικού που διαπιστώνεται με τη νόμιμη διαδικασία στη διαχείρισή του, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαχείρισης που θεωρείται έλλειμμα από το νόμο … 3. Το έλλειμμα που παρουσιάζουν οι δημόσιοι υπόλογοι καταλογίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση από τους οικείους διατάκτες που το διαπίστωσαν και τα αρμόδια όργανα για την επιθεώρηση των υπολόγων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού. Σε κάθε περίπτωση καταλογίζεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο το αργότερο εντός δέκα (10) ετών από της υποβολής σε αυτό των δικαιολογητικών απόδοσης λογαριασμού της διαχείρισής τους. 4. Στις περιπτώσεις πληρωμής μη νόμιμων δαπανών καταλογίζεται: α. … β. στους λαβόντες, εφόσον υπέχουν ευθύνη για τη μη τήρηση των ανωτέρω διαδικασιών. Στους λαβόντες καταλογίζεται και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής».
5. Στο άρθρο 150 του Οργανικού Νόμου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ν. 4820/2021, Α΄ 130), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της καταλογιστικής πράξης, ορίζεται ότι «1. Το καταλογίζον όργανο προβαίνει σε σταθμίσεις που επιβάλλονται από την αρχή της δίκαιης ισορροπίας και, αν συντρέχει λόγος, μειώνει ανάλογα το ποσό του καταλογισμού. Κατά τις σταθμίσεις συνεκτιμώνται ιδίως, η βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, ο βαθμός υπαιτιότητας, η σαφήνεια του νομικού πλαισίου και το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα. (…) 7. Μείωση του ποσού μπορεί να γίνει και στις περιπτώσεις του άρθρου 148 με ανάλογη εφαρμογή των κριτηρίων της παρ. 1 για τους παρανόμως λαβόντες και με βάση την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή της χρηστής διοίκησης για τους αχρεωστήτως λαβόντες». Στο δε άρθρο 148 του ίδιου ως άνω νόμου προβλέπεται ότι «Μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με οποιονδήποτε τίτλο πληρωμής καταλογίζονται στον λαβόντα: (α) εφόσον έχει συντελέσει υπαίτια στη μη νόμιμη πληρωμή, …».
6. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, προκύπτουν τα εξής:
6.1. Η αναδρομική άρση της υπαλληλικής σχέσης, ως επέμβαση στο status του δημοσίου υπαλλήλου, συνιστά διοικητικό μέτρο που αίρει εξυπαρχής όλες τις ωφέλειες που συνάπτονται με την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού (μισθολογικές και συνταξιοδοτικές) και έχει σκοπό την αποκατάσταση των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας κατά την κατάληψη δημοσίων θέσεων. Η ανακλητική πράξη αποτελεί το έρεισμα για την έκδοση καταλογιστικής πράξης, που συνιστά αντανακλαστικό μέτρο, αποκαταστατικό της αρχής της δημοσιονομικής νομιμότητας χαρακτήρα, για την αναζήτηση των αποδοχών που καταβλήθηκαν στον υπάλληλο κατά την διάρκεια του εργασιακού του βίου, οι οποίες μετά την αναδρομική απώλεια της υπαλληλικής ιδιότητας καθίστανται πλέον στο σύνολό τους αχρεώστητες (ΕλΣυν Ολ. 771/2025, σκ. 15, Πρώτο Τμ. 541, 546,1772/2025, 239, 337, 660/2024).
6.2. Σε περίπτωση ανάκλησης της πράξης διορισμού δημοσίου υπαλλήλου, αίρεται αναδρομικά η ιδιότητά του ως κρατικού οργάνου (ή οργάνου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου) και συνακόλουθα ανατρέπεται η αιτία της νόμιμης καταβολής των αποδοχών του. Οι καταβληθείσες (φορολογητέες -καθαρές) αποδοχές κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου συνιστούν πλέον έλλειμμα στην οικεία διαχείριση, για την αποκατάσταση του οποίου επιβάλλεται, κατά δεσμία αρμοδιότητα, ισόποσος καταλογισμός (ΕλΣυν Ολ. 771/2021 σκ. 18, Πρώτο Τμ. 1009, 1772/2025).
6.3. Ο καταλογισμός του συνόλου των φορολογητέων (καθαρών) αποδοχών (ΕλΣυν Πρώτο Τμ. 1009, 1772/2025), ως συνέπεια της απώλειας της ιδιότητας του δημοσίου υπαλλήλου εξαιτίας ανάκλησης του διορισμού του, επάγεται μεν τον πλουτισμό του Δημοσίου (ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου), όμως ο πλουτισμός αυτός έχει ως νόμιμη αιτία την κατ’ άρθρο 96 του ν. 4270/2014 υποχρέωση του λαβόντος που έχει υπαιτίως συντελέσει στη μη νόμιμη καταβολή των αποδοχών του, καταρτίζοντας και προσκομίζοντας πλαστά δικαιολογητικά, να αποκαταστήσει το έλλειμμα που προκλήθηκε στη δημόσια διαχείριση προς αποκατάσταση της νομιμότητας, σύμφωνα με τις επιταγές του κράτους δικαίου (ΕλΣυν Πρώτο Τμ 1772/2025). Πάντως, ενόψει του ότι ο συνταγματικός νομοθέτης προσδιόρισε το «κράτος δικαίου» και ως «κοινωνικό κράτος», επιβάλλεται να μην αγνοούνται οι κοινωνικές συνέπειες μίας τόσο αυστηρής εφαρμογής της νομιμότητας που οδηγεί σε συνέπειες μη συμβατές με τις αρχές της δημοκρατικής κοινωνίας (ΕλΣυν Ολ. 599/2021 σκ. 21, Πρώτο Τμ. 1009, 1772/2025, 239/2024).
6.4. Σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, η οποία διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης και λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου, ο καταλογισμός δεν συνδέεται αναγκαίως και αρρήκτως με το ύψος του διαπιστωθέντος ελλείμματος (ΕλΣυν Ολ. 771/2021, Πρώτο Τμ. 541/2025, 239, 337/2024). Δοθέντος δε ότι η έκδοση της καταλογιστικής πράξης είναι άμεση απόρροια (αντανακλαστικό μέτρο) της πράξης ανάκλησης του διορισμού και προκειμένου αυτές οι πράξεις να μην μετατρέπονται από διοικητικά μέτρα, σε κυρώσεις ή ποινές, επιβάλλεται να τηρείται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που υπηρετείται με την ανάκληση (τήρηση των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας κατά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις) και τον καταλογισμό (αποκατάσταση της νομιμότητας και της ελλειμματικής διαχείρισης) και αφετέρου της προστασίας της αξιοπρέπειας, της εργασίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων του δημοσίου υπαλλήλου. Προς τούτο, το Δικαστήριο ερευνά (άρθρο 150 του Οργανικού Νόμου ΕλΣυν) όλα τα κρίσιμα δεδομένα του συγκεκριμένου καταλογισμού, αποδίδοντας σ’ αυτά τη δέουσα βαρύτητα (ΕλΣυν Ολ. 1501/2024, σκ. 12, 599/2021, σκ. 27) προκειμένου να διαπιστώσει αν με τον επίδικο καταλογισμό επιτεύχθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ του επιδιωκόμενου με αυτόν θεμιτού σκοπού και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταλογισθέντος τα οποία εθίγησαν από αυτόν. Ειδικότερα, κατά την in concreto στάθμιση πρέπει να συνεκτιμάται η ένταση της παραβίασης της αρχής της αξιοκρατίας ή η έκταση του πταίσματος του καταλογιζόμενου, ο χρόνος που διανύθηκε στην υπηρεσία, η επάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, το συντρέχον πταίσμα της διοίκησης, η οποία δεν ήλεγξε εγκαίρως τα προσκομισθέντα περί των τυπικών προσόντων δικαιολογητικά, το ύψος του καταλογισθέντος ποσού, η παροχή εκ μέρους του υπαλλήλου ίσης αξίας υπηρεσιών ή εργασιών για τις οποίες ο ίδιος δεν έχει άλλο τρόπο να αποζημιωθεί, η ύπαρξη πραγματικής ζημίας στη δημοσιονομική διαχείριση ή ο επερχόμενος πλουτισμός του Δημοσίου σε βάρος της περιουσίας του υπαλλήλου (ΕλΣυν Ολ. 771/2021, σκ. 19, 768/2021, σκ. 21 και 25), η τυχόν ποινική καταδίκη του υπαλλήλου (ΕλΣυν Ολ. 721/2021, σκ. 19) και η προσωπική και οικονομική κατάσταση αυτού σε συνάρτηση με το ενδεχόμενο στέρησης ή ουσιώδους περιορισμού των μέσων διαβίωσης του ίδιου ή της οικογένειάς του ενόψει του ύψους του καταλογισθέντος ποσού (ΕλΣυν Πρώτο Τμ. 1772/2025, 337/2024).
7. Στην υπό κρίση υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
7.1.Με την ..../14.12.1995 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης διορίστηκε η εκκαλούσα δικαστική υπάλληλος, κατηγορίας ΔΕ στο Πρωτοδικείο .... Με την …/21.5.2003 αίτησή της ζήτησε την μετάταξή της στην ΠΕ κατηγορία δηλώνοντας ψευδώς ότι είχε λάβει πριν ακόμα διοριστεί το πτυχίο του Τμήματος Νομικής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Με την …./18.7.2003 όμοια απόφαση η εκκαλούσα μετατάχθηκε στην ΠΕ κατηγορία. Με την …/2015 πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών .... η εκκαλούσα ορίστηκε προσωρινά Προϊσταμένη της Γραμματείας του Πρωτοδικείου ...., ενώ με την …/9.11.2017 όμοια πράξη απαλλάχθηκε αυτή από τα εν λόγω καθήκοντα , επειδή δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του τίτλου σπουδών (πτυχίου Νομικής ΕΚΠΑ).
7.2. Στις 29.5.2018 η εκκαλούσα τέθηκε σε αργία (βλ. την …./29.5.2018 απόφ. Υπουργού Δικαιοσύνης), επειδή ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για διάπραξη αδικήματος, ενώ με την …/2019 απόφασή του το Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Εφετείου ... γνωμοδότησε υπέρ της ανάκλησης της μετάταξης λόγω της διαπιστωθείσας πλαστότητας του πτυχίου Νομικής και της ούτω μη πλήρωσης των νομίμων προϋποθέσεων μετάταξης. Ακολούθως, με την …/2.4.2019 ΥΑ ανακλήθηκε η …./18.7.2003 όμοια απόφαση περί μετάταξης της εκκαλούσας από την κατηγορία ΔΕ σε αυτήν της ΠΕ. Στις 12.7.2019 λύθηκε η υπαλληλική σχέση της εκκαλούσας μετά την .../2019 απόφαση του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, με την οποία επιβλήθηκε σε αυτήν η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης.
7.3. Στις 12.2.2020 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος της εκκαλούσας το συνολικό ποσό 67.502,67 ευρώ για αχρεωστήτως καταβληθείσες αποδοχές. Η εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 38.620,17 ευρώ, οπότε εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη …./1.7.2020 ΥΑ, με την οποία καθορίστηκε το υπολειπόμενο ποσό των 18.856,66 ευρώ, ενώ το ποσό των 9.486 ευρώ κρίθηκε από το καταλογίζον όργανο ότι μη νομίμως αναζητείται. Το ποσό των 18.856,66 ευρώ αντιστοιχεί στο επίδομα θέσης ευθύνης Προϊσταμένης Διεύθυνσης Πρωτοδικείου ... που η εκκαλούσα λάμβανε κατά το προμνησθέν χρονικό διάστημα.
7.4. Με την .../2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων... η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, κρίθηκε ότι η νυν εκκαλούσα δεν τέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης ούτε κατ΄ επάγγελμα ούτε κατά συνήθεια, και επομένως οι πράξεις αυτές δεν έχουν κακουργηματικό αλλά πλημμεληματικό χαρακτήρα. Ενόψει δε, της παρόδου χρονικού διαστήματος μεγάλου χρονικού διαστήματος πλέον των 8 ετών από την τέλεση των εν λόγω πράξεων, παύθηκε οριστικά η ποινική δίωξη.
8. Η εκκαλούσα προβάλλει: α) ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, καθόσον δεν κλήθηκε να παράσχει εξηγήσεις πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης καταλογιστικής πράξης, β) ότι η .../2019 απόφαση του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου είναι μη νόμιμη, καθόσον το πειθαρχικό παράπτωμα που αυτή της αποδίδει έχει υποπέσει σε παραγραφή. Το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να διενεργήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας της εν λόγω πειθαρχικής απόφασης. γ) παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητάς της και παραβίαση δεδικασμένου που απορρέει από την..../2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων .... δ) ένσταση αδικαιολόγητου πλουτισμού.
8.1. Οι ανωτέρω λόγοι απορρίπτονται ως αβάσιμοι, καθόσον) η προσβαλλόμενη πράξη καταλογισμού εκδόθηκε κατ΄ ενάσκηση δεσμίας αρμοδιότητας της Διοίκησης και με βάση αντικειμενικά δεδομένα, δηλ. την αχρεώστητη καταβολή αποδοχών λόγω μετάταξης της εκκαλούσας σε ανώτερη κατηγορία με χρήση πλαστού πτυχίου. Το ύψος δε, του καταλογισθέντος ποσού υπολογίστηκε με βάση αντικειμενικά δεδομένα δηλ. τη διαφορά των αποδοχών που λάμβανε ως υπάλληλος ΠΕ κατηγορίας σε σχέση με τις αποδοχές υπαλλήλου της ΔΕ κατηγορίας. Σε κάθε περίπτωση με τα …./30.9.2019 και …./22.11.2019 έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ζητήθηκε από την εκκαλούσα, πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης να επιστρέψει εκουσίως τα αναλυτικώς αναφερόμενα στα εν λόγω έγγραφα ποσά και επομένως ενημερώθηκε πλήρως για την ένδικη οφειλή της και μπορούσε να διατυπώσει τις απόψεις της. γ) οι αποφάσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων, με τις οποίες ασκείται πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς υπαλλήλους ως πράξεις δικαστικών αρχών δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ. Κατά συνέπεια, ούτε και το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεών τους, όπως και της επίμαχης .../2019 απόφασης του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου (πρβλ ΣτΕ 1157/2020).
8.2. Στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ/γμα 53/1974 (Α΄ 256) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπέρτερη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι: «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Το Ε.Δ.Δ.Α., ερμηνεύοντας τη διάταξη αυτή που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας ως δικονομική εγγύηση, η οποία συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης, αλλά ταυτόχρονα και ως ουσιαστική εγγύηση, ως στοιχείο, δηλαδή, της προσωπικότητας του διωκόμενου προσώπου, που προωθεί τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειάς του, έχει δεχθεί ότι σε περίπτωση που η ποινική διαδικασία καταλήγει σε αποτέλεσμα διαφορετικό από την καταδίκη, σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν πρέπει να τίθεται υπό αμφισβήτηση η αθωότητα του προσώπου έναντι του ποινικού αδικήματος. Ειδικότερα, κατά τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., σε περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου από ποινικό δικαστήριο ή παύσης της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, το τεκμήριο αθωότητας επιβάλλει να ληφθεί υπόψη, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, οποιασδήποτε φύσης [δικαστική ή ενώπιον άλλης δημόσιας αρχής, βλ. ενδεικτικά Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 24.5.2011, Κ. κατά Ελλάδας (53466/07) σκ. 32], το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αθωωθεί ή ότι η ποινική δίωξη εις βάρος του έχει παύσει. Ωστόσο, για να εγερθεί ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της ποινικής διαδικασίας που ολοκληρώθηκε και της μεταγενέστερης διαδικασίας. Τέτοιος σύνδεσμος υφίσταται, μεταξύ άλλων, και όταν σε περίπτωση δικαστικής διαδικασίας που έπεται της οριστικής αθώωσης ή της παύσης της ποινικής δίωξης κατά του κατηγορουμένου, απαιτείται η εξέταση της έκβασης της προηγούμενης ποινικής δίκης και, ιδίως, όταν υποχρεώνεται το δικαστήριο να αναλύσει την ποινική απόφαση, να προβεί σε επανεξέταση ή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων της ποινικής δικογραφίας, να εκτιμήσει την συμμετοχή του προσώπου που υποβλήθηκε στην ποινική διαδικασία σε ορισμένα ή όλα τα γεγονότα που οδήγησαν στην ποινική κατηγορία ή να σχολιάσει τις υφιστάμενες ενδείξεις ως προς την πιθανή ενοχή του (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 12.7.2013, A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (25424/09) σκ. 104, απόφαση της 27.11.2018, U. κατά Τουρκίας (53561/09 και 13952/11) σκ. 44, απόφαση της 20.12.2020, Η. κατά Ελλάδας (44101/13) σκ. 38). Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί η εν λόγω συνάφεια, η οποία προϋποθέτει ουσιαστικό έλεγχο των πραγματικών στοιχείων της διαφοράς, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως οφείλει να απόσχει από τη διατύπωση κρίσης ή και αιτιολογίας, η οποία θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως καταλογισμός ποινικής ευθύνης για το αδίκημα για το οποίο υπήρξε αθωωτικό ή απαλλακτικό αποτέλεσμα. Το γεγονός, ωστόσο, ότι η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη πρέπει να γίνεται σεβαστή στο πλαίσιο κάθε μεταγενέστερης διαδικασίας, δικαστικής ή διοικητικής, δεν αποκλείει την θεμελίωση αστικής ή άλλης μορφής ευθύνης που απορρέει από τα ίδια πραγματικά περιστατικά βάσει ενός λιγότερου αυστηρού βάρους απόδειξης. Συνεπώς, η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν αποκλείει την διεξαγωγή παράλληλων διαδικασιών για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ούτε κωλύει την διαπίστωση, στο πλαίσιο άλλης δικαστικής διαδικασίας, ότι έχουν λάβει χώρα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το ποινικό αδίκημα για το οποίο υπήρξε αθώωση ή απαλλαγή. Για την αξιολόγηση της συμβατότητας της απόφασης που λαμβάνεται στο πλαίσιο μίας μεταγενέστερης δικαστικής διαδικασίας με το τεκμήριο αθωότητας, κρίσιμη σημασία έχει η διατύπωση που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, καθώς δεν πρέπει με αυτό να τίθεται υπό αμφισβήτηση η μη ύπαρξη ποινικής καταδίκης για την αποδοθείσα κατηγορία [Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 23.9.2008, Π. κατά Ελλάδας (42132/06) σκ. 30-33, απόφαση της 12.7.2013, A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (25424/09) σκ. 94, 102-108, 120-126 με σύνοψη και της προηγούμενης νομολογίας του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού, απόφαση της 27.11.2018, U. κατά Τουρκίας (53561/09 και 13952/11) σκ. 51-53, απόφαση της 3.10.2019, F. κατά Γερμανίας (61985/12) σκ. 58-61, 63-65, 67-68, απόφαση της 6.10.2020 A. κατά Ρωσίας (52464/15), σκ. 31, 37-41, 43-44, απόφαση της 10.12.2020, Η. κατά Ελλάδας (44101/13) σκ. 37, 45-48, 50, απόφαση της 13.4.2021 Ι. κατά Ρουμανίας (44546/13) σκ. 59-62, 73-75].
8.3. Ο προβληθείς λόγος έφεσης περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας και του δεδικασμένου που απορρέει από την .../2018 απόφαση του Τριμ Εφετ .. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον με την εν λόγω απόφαση παύθηκε η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και δεν παράγεται δέσμευση στην παρούσα δημοσιονομική δίκη, που έχει ως αντικείμενο τον καταλογισμό της εκκαλούσας με αχρεωστήτως καταβληθέν επίδομα θέσης Προϊσταμένης συνεπεία της αναδρομικής ανάκλησης της πράξης μετάταξής τη στην ΠΕ κατηγορία, προεχόντως διότι το επίδομα που αυτή έλαβε συνιστά έλλειμμα της οικείας χρηματικής διαχείρισης, για το οποίο νομίμως καταλογίζεται ως παρανόμως λαβούσα. Εξάλλου, η δημοσιονομική ευθύνη για έλλειμμα που διαπιστώθηκε στην οικεία διαχείριση θεμελιώνεται σε διαφορετικές προϋποθέσεις, αυτοτελείς σε σχέση με αυτές της ποινικής ευθύνης. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας της εκκαλούσας ούτε παραβίασης δεδικασμένου, αφού η δημοσιονομική δίκη που ανοίγει με τον ένδικο καταλογισμό είναι αυτοτελής και δεν εμφανίζει εμφανή σύνδεσμο με την ολοκληρωθείσα ποινική διαδικασία για το αδίκημα της απάτης κατ’ εξακολούθηση (ΕλΣυν Πρώτο Τμ. 421/2026, 550,1772/2025, 54/2024). Η παύση δε, της ποινικής δίωξης εις βάρος της εκκαλούσας για το ποινικό αδίκημα της απάτης εις βάρος του Δημοσίου κατ’ εξακολούθηση (άρθρο 386 ΠΚ) δεν συνεπάγεται την «αυτόματη» απαλλαγή της από την δημοσιονομική ευθύνη της, ως λαβούσας μη νόμιμο επίδομα ευθύνης, χωρίς τούτο να συνιστά αμφισβήτηση της ποινικής απαλλαγής της (ΕλΣυν Πρώτο Τμ. 421/2026, 550/2025, σκ. 13). Εξάλλου, οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο και δεν δεσμεύουν το Ελεγκτικό Συνέδριο ως προς τη δημοσιονομική ευθύνη του υπολόγου και αχρεωστήτως λαβόντος για την οποία δικαιοδοσία έχει το Ελεγκτικό Συνέδριο και μόνο (ΕλΣυν Ολ. 1342/2024 σκ. 15, Πρώτο Τμ. 768/2025). Διαφορετικό ζήτημα αποτελεί η συνεκτίμηση της αθωωτικής κρίσης του ποινικού δικαστηρίου στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (ΕλΣυν Πρώτο Τμ. 768/2025).
9. Η εκκαλούσα, η οποία δεν αμφισβητεί ότι έλαβε ως επίδομα θέσης ευθύνης κατά το χρονικό διάστημα από 8.8.2003 έως 31.12.2017 το ποσό των 18.856,66 ευρώ, προβάλλει ότι μη νομίμως καταλογίστηκε με ποσό αυτό, δεδομένου ότι της ανατέθηκαν προσωρινά τα καθήκοντα της Προϊσταμένης Διεύθυνσης της Γραμματείας του Πρωτοδικείου ... με βάση τις εξαιρετικές επιδόσεις της και όχι με βάση την κατοχή του πτυχίου Α.Ε.Ι..
9.1. Κατ΄ αρχήν νομίμως, όπως άλλωστε η ίδια η εκκαλούσα συνομολογεί με την ένδικη έφεση, καταλογίστηκε με το ποσό των 38.620,17 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά αποδοχών μεταξύ της ανώτερης κατηγορίας ΠΕ που έλαβε, μετά τη μη νόμιμη μετάταξή της, και της κατώτερης κατηγορίας ΔΕ στην οποία ανήκε πριν από την ως άνω μετάταξη, με βάση την εκπαίδευσή της. Τούτο, διότι μετά την ανάκληση της παράνομης μετάταξής της, εξέλιπε από τη χρονολογία διενέργειάς της το νόμιμο έρεισμα για την καταβολή σε αυτήν της μισθολογικής διαφοράς, την οποία παρανόμως έλαβε, χωρίς να διαθέτει τα απαιτούμενα για τη θέση, στην οποία μετατάχθηκε, προσόντα, με συνέπεια η είσπραξη αυτής (διαφοράς) από μέρους της να καταστεί εξ ολοκλήρου αχρεώστητη. Η δε εκκαλούσα συνομολογώντας την κατά τα ανωτέρω αχρεώστητη είσπραξη των σχετικών αποδοχών προχώρησε σε επιστροφή των 38.620,17 ευρώ δηλ. μέρους του αρχικώς καταλογισθέντος σε βάρος της ποσού.
9.2. Περαιτέρω και δοθέντος ότι κατά το χρόνο τοποθέτησης της εκκαλούσας, με την προαναφερόμενη …/19.3.2015 πράξη, ως Προϊσταμένης Γραμματείας στο Πρωτοδικείο ..., δεν απαιτείτο, ως προσόν απαραίτητο για την κατάληψη της θέσης αυτής ο δικαστικός υπάλληλος να υπάγεται στην κατηγορία ΠΕ, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 72 του τότε ισχύοντος Κώδικα Κατάστασης Δικαστικών Υπαλλήλων (ν.2812/2000, Α΄, 67, προ της έναρξης ισχύος του ν. 4356/24.12.2015) ως προϊστάμενοι διευθύνσεων επιλέγονται δικαστικοί υπάλληλοι του οικείου τομέα, κατηγορίας ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, με βαθμό Α`, οι οποίοι είχαν τουλάχιστον τριετή υπηρεσία στο βαθμό αυτό. Επομένως, η εκκαλούσα θα μπορούσε να τοποθετηθεί προσωρινή Προϊσταμένη Γραμματείας ως υπάλληλος της ΔΕ κατηγορίας. Ανεξαρτήτως της νομικής δυνατότητας ανάθεσης καθηκόντων προϊσταμένων διευθύνσεων σε υπαλλήλους της ΔΕ κατηγορίας, στην προκειμένη περίπτωση το αρμόδιο όργανο του Πρωτοδικείου... ανέθεσε στην εκκαλούσα προσωρινά την άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένης του Πρωτοδικείου λαμβάνοντας υπόψη του ότι αυτή είναι δικαστική υπάλληλος της ΠΕ κατηγορίας, στον υπηρεσιακό φάκελο της οποίας υπήρχε το (πλαστό) πτυχίο Α.Ε.Ι. Επίσης, όλο το δικαστικό και υπαλληλικό προσωπικό του Πρωτοδικείου ... πίστευε ότι η εκκαλούσα ήταν πτυχιούχος Α.Ε.Ι. (βλ την κατάθεση της .., δικαστικής υπαλλήλου του ως άνω Πρωτοδικείου της ΠΕ κατηγορίας, σελ. 3 της .../2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ...). Ενόψει του γεγονότος ότι υπήρχε και άλλος υποψήφιος για τη θέση υπάλληλος της ΠΕ κατηγορίας, δεν είναι βέβαιον ότι το αρμόδιο όργανο κρίσης θα επέλεγε την εκκαλούσα, αν αυτή θα ανήκε στην ΔΕ κατηγορία.
10. Κατ’ εκτίμηση των ειδικότερων αιτιάσεων της εκκαλούσας και σε συνδυασμό με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Δικαστήριο συνεκτιμώντας (άρθρο 150 παρ. 1 και 7 του Οργανικού Νόμου ΕλΣυν) ότι: α) δεν αμφισβητείται από το Δημόσιο το γεγονός ότι η εκκαλούσα εκτελούσε με επάρκεια τα υπηρεσιακά της καθήκοντα, δεδομένου ότι ήταν «άριστη, πρόθυμη και πολύ εξυπηρετική δικαστική υπάλληλος» (βλ. σελ. 10 της.../2018 απόφ. Τριμ.Εφετ Κακουργημάτων ...), το δε Δημόσιο κατά την μετάταξή της στην ΠΕ κατηγορία έλαβε υπόψη του την κατοχή του αντίστοιχου πανεπιστημιακού τίτλου, β) από την μετάταξη της εκκαλούσας το έτος 2003 η Διοίκηση προέβη σε έλεγχο γνησιότητας των στοιχείων που ήταν κατατεθειμένα στο προσωπικό μητρώο ασκώντας την σχετική νομική ευχέρειά της, μόλις το έτος 2019, ήτοι μετά από 16 χρόνια με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να έχει διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της υπηρεσιακού βίου, γ) η εκκαλούσα ομολογεί (βλ. σελ. 7 της .../2018 απόφ. Τριμ.Εφετ Κακουργημάτων ...) ότι «το 2003 έκανα χρήση του πλαστού πτυχίου» για τη μετάταξη στην ΠΕ κατηγορία, δ) η εκκαλούσα δεν έχει οποιαδήποτε οικονομική αδυναμία δεδομένου ότι αυτή χαρακτηρίζεται ως «ευκατάστατη» (βλ. σελ. 4 της .../2018 απόφ. Τριμ.Εφετ Κακουργημάτων ... ) «ανέκαθεν υπήρξε αρκετά εύπορη και δεν είχε οικονομική ανάγκη να λαμβάνει το συγκεκριμένο επίδομα για να καλύπτει τις τρέχουσες βιοποριστικές της ανάγκες» (βλ. σελ. 9 της ..../2018 απόφ. Τριμ.Εφετ Κακουργημάτων...), ε) οι πράξεις της εκκαλούσας, όπως η παρακράτηση από αυτήν του γνήσιου πτυχίου Νομικής υπηρετούντος στο συγκεκριμένο Πρωτοδικείο Δικαστή, η νόθευση του πτυχίου του και η χρήση του νοθευμένου πτυχίου για την μετάταξή της στην ΠΕ κατηγορία, την απόσπασή της στην Εισαγγελία Εφετών....καθώς και για την κατάληψη θέσης Προϊσταμένης στο Πρωτοδικείο ...., ενέχουν ιδιαίτερη απαξία, ενόψει και της ιδιότητας της εκκαλούσας ως προσώπου που υπηρετούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο την Δικαιοσύνη, στ) ζ) καθ΄ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η εκκαλούσα προσέφερε τις αρμόζουσες στη θέση που (παρανόμως βλ και σκέψη 9.2.) κατείχε υπηρεσίες και το Ελληνικό Δημόσιο τις αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα το τελευταίο να επωφεληθεί των υπηρεσιών της, το Δικαστήριο, σταθμίζοντας όλα τα κρίσιμα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης και απόδοσης σε αυτά της δέουσας βαρύτητας (ΕλΣυν Ολ. Γ΄ Ελ. 1206/2024, σκ. 28-32), κρίνει ότι με το καταλογιζόμενο ποσό τηρούνται οι απαιτήσεις αναλογικότητας και δίκαιης ισορροπίας.
11. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση. Περαιτέρω, πρέπει να καταπέσει το παράβολο ύψους 574,76 ευρω υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 310 παρ. 1 εδ. α΄ Δικονομίας ΕλΣυν), να επιστραφεί στην εκκαλούσα το υπερβάλλον παράβολο ύψους 105,24 ευρώ και, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας (άρθρο 314 παρ. 3 Δικονομίας ΕλΣυν).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου ύψους 574,76 υπέρ του Δημοσίου και την επιστροφή στην εκκαλούσα του υπερβάλλοντος παραβόλου ύψους 105,24 ευρώ
Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε σε τηλεδιάσκεψη, στις 13.1.2026 και 28.4.2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΚΟΙΛΑΚΟΥ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Τμήματος στις 5.5.2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΚΟΙΛΑΚΟΥ