ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ A΄ ΕΝΟΧΙΚΟ
ΑΡΙΘΜΟΣ 521/2026
ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕΝΟ από την Δικαστή Αρίστη-Ελένη Χαμπεροπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του
Εφετείου και από την Γραμματέα Φωτεινή Μποροδήμου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…. Α.Ε.» και διακριτικό τίτλο «… Α.Ε.», με ΑΦΜ …, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, οδός … και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ευθυμίου Αναγνώστου (….), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: …, ΑΦΜ …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός …, που παραστάθηκε δια της από 30-4-2025 δήλωσης κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ιωάννη Κωνσταντίνου (…), ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.
Στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατατέθηκε κατά την τακτική διαδικασία από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα η από 23-7-2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...7-2018 αγωγή κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 12ης Μαρτίου 2019 και επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1574/2020 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ανέστειλε τη συζήτησή της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 2-1-2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2018 αγωγής, την οποία είχε ασκήσει η εναγομένη κατά της ενάγουσας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, η αγωγή εισήχθη εκ νέου προς συζήτηση με την από 12-9-2022 με αριθμό κατάθεσης ...-2022 κλήση της εναγόμενης, δικάσιμος δε για τη συζήτησή της ορίστηκε η 24-10-2022, κατά την οποία η συζήτηση της αγωγής κηρύχθηκε απαράδεκτη, κατόπιν προφορικής δήλωσης παραίτησης της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγόμενης από το δικόγραφο της κλήσης της, που καταχωρήθηκε στα με αριθμό 3950/2022 πρακτικά. Ακολούθως, με την από 25-10-2022 και με αριθμό κατάθεσης …-2022 κλήση της ενάγουσας, η αγωγή επανήλθε προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 3-2-023, οπότε και συζητήθηκε. Εκδόθηκε δε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 725/2024 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού ανακλήθηκε η με αριθμό 1574/2020 μη οριστική απόφασή του, πλην του μέρους της με το οποίο είχε κριθεί ότι η αγωγή αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο είχε εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του κατά την τακτική διαδικασία και είναι υποστατή, απορρίφθηκε η αγωγή.
Την ανωτέρω απόφαση εξεκάλεσε στο παρόν Δικαστήριο η ηττηθείσα ενάγουσα με την από 15-3-2024 και με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης ….2024 έφεση, για την οποία με την με αριθμ. ….2024 πράξη του Γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου, ορίστηκε δικάσιμος η 18-10-2024, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο και συζητήθηκε.
Η κρινόμενη, από 15-3-2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2024 και προσδιορισμού .../2024) έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας-ήδη εκκαλούσας, κατά της με αριθμ. 725/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (και της συμπροσβαλλόμενης 1574/2020 μη οριστική απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί της με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης .../24-7-2018 αγωγής, ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, (άρθρα 495§1,2, 511, 513§1β’, 516§1, 517 εδ. α’ ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της κατ' άρθρο 518§2 ΚΠολΔ προβλεπομένης προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς δεν προέκυψε επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, μολονότι η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι της επιδόθηκε στις 16-2-2024, χωρίς όμως να προσκομίζει το επιδοθέν σε αυτήν αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης, με επ' αυτού σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή που επέδωσε. Περαιτέρω, για το παραδεκτό της έφεσης κατατέθηκε από την εκκαλούσα το παράβολο που προβλέπεται από την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. την με αριθμ..../2024 έκθεση κατάθεσης έφεσης της αρμόδιας Γραμματέως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου βεβαιώνεται η κατάθεση του με αριθμ. … e-παραβόλου, ποσού 100,00 ευρώ). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533§1 ΚΠολΔ), κατά την αυτή, ως άνω, τακτική διαδικασία, από το Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για να την δικάσει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 ΚΠολΔ.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε αττό την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα η από 23-7-2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../24-7-2018 αγωγή κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, με την οποία η ενάγουσα ιστορούσε ότι δραστηριοποιείται στον τομέα εκπόνησης μελετών και παροχής υπηρεσιών γεωπληροφορικής, διαχείρισης χωρικής πληροφορίας, ολοκληρωμένου σχεδιασμού συγκοινωνιακών έργων, μηχανικών εφαρμογών ψηφιακής σχεδίασης και ανάπτυξης προϊόντων. Ότι η εναγομένη υπήρξε μέλος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος αυτής από τον Αύγουστο του 1996 έως τον Δεκέμβριο του 2013, εντεταλμένη σύμβουλος από τον Δεκέμβριο του 2013 έως τον Μάιο του 2015, παραμένει δε μέτοχός της, κατέχοντας 21.566 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 9,27% του μετοχικού της κεφαλαίου. Ότι η εναγομένη άσκησε σε βάρος της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 2-1-2018 με αριθμό κατάθεσης .../2018 αγωγή της, με αίτημα την ακύρωση των αποφάσεων που λήφθηκαν στην από 22-9- 2017 τακτική γενική συνέλευση και συγκεκριμένα ζήτησε την ακύρωση: Α) της απόφασης με αντικείμενο την έγκριση ισολογισμού και αποτελεσμάτων χρήσης της εταιρικής χρήσης του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 31-12-2016, Β) της απόφασης με αντικείμενο την απαλλαγή των μελών του διοικητικού της συμβουλίου από κάθε ευθύνη για την εταιρική χρήση του ως χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 31-12-2016 και Γ) της απόφασης με αντικείμενο τη μείωση του εταιρικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 75.827€. Ότι επί της ανωτέρω αγωγής η εναγόμενη κατέθεσε τις από 14-5-2018 προτάσεις καθώς και την από 29-5-2018 προσθήκη-αντίκρουση επ' αυτών. Ότι η εναγόμενη περιέλαβε στην προαναφερόμενη αγωγή, στις προτάσεις της και στην προσθήκη- αντίκρουσή της τα παρακάτω: Α) στη σελίδα 25 της αγωγής της (στίχοι 28 έως 37) «η συνομολογημένη υποβάθμιση των οικονομικών δεικτών της εταιρείας, η μείωση κύκλου εργασιών της, η διαφαινόμενη αδρανοποίηση και μη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς μελετών δημοσίου και συναφείς προκηρύξεις, η αποχώρησή της από επικερδείς συνεργασίες και η αδιαφάνεια, την οποία συντηρεί απέναντι στους μετόχους της και κυρίως σε εμένα σχετικά με την κατανομή των δραστηριοτήτων ανάμεσα σε αυτήν και τη συνδεδεμένη «... Α.Ε.», τη στιγμή που αρνείται κάθε πληροφόρηση έστω για τη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς και την υποβολή προσφορών κατά τις χρήσεις 2015 - 2016, αποτελούν στοιχεία για τα οποία η εναγόμενη οφείλει να παρέχει αμέριστα τις απαραίτητες πληροφορίες, ειδικά όταν ζητούνται με ορισμένο τρόπο όπως εν προκειμένω», Βα) στη σελίδα 8 των προτάσεών της (στίχοι 3 έως 12) ότι «..η εναγόμενη, ιδρυτικό μέλος της ανωτέρω ετερόρρυθμης εταιρίας, μαζί με τη «... Α.Ε.», δυνάμει του από 15-9-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης, με ποσοστό συμμετοχής στις κερδοζημίες της «… Ε.Ε.», κατά το χρόνο εκείνο 50% για την καθεμία, μετά από συνεχείς μεταβιβάσεις ποσοστών της εταιρικής μερίδας, με το από 24-2-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης ετερόρρυθμης εταιρείας η εναγόμενη αποχώρησε από τη «… Ε.Ε.», μεταβιβάζοντας και το εναπομείναν ποσοστό της έναντι μόλις 10.000€, τίμημα το οποίο βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία σε σχέση με την πραγματική αξία της μεταβιβασθείσας συμμετοχής της, Ββ) στη σελίδα 20 των προτάσεων της (στίχοι 30 έως 38) «Ειδικά μάλιστα για την επίδικη χρήση 2016, όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση του ορκωτού λογιστή κ.... (ανωτέρω σχετικό 22) εντοπίζονται παρατυπίες στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εναγομένης ως προς την κατάρτιση του ισολογισμού χρήσης 2016 (η απόφαση έγκρισης του οποίου προσβάλλεται μεταξύ άλλων με την υπό κρίσιν αγωγή μου), αλλά και οι υπέρογκες χρηματικές κινήσεις, δυσανάλογες για τα οικονομικά μεγέθη της εταιρίας, που υποκρύπτουν με σαφήνεια την μετακίνηση ποσών από και προς τα ταμεία της εναγομένης με διαφανή μέσα και σκοπούς», Βγ) στη σελίδα 21 των προτάσεών της (στίχοι 13 έως 22) «Κατέστη έτσι σαφές από την όλη στάση της, καθώς και το σύνολο των ανωτέρω, ότι η εναγόμενη επιχειρεί συστηματικά να "στενέψει” αντί να διευρύνει την οικονομική της δραστηριότητα, χρησιμοποιώντας διάφορες κάθε φορά αιτιάσεις και προφάσεις για να αποφύγει να απαντήσει στις εύλογες απορίες και ενστάσεις μου. Από την άλλη, ως προς τη διαχείριση των οικονομικών της, κατέστη παραπάνω από σαφές πως η εναγόμενη ακολουθεί μια εντελώς αδιαφανή ως προς εμένα τακτική, αποκλείοντας μου κάθε δυνατότητα έστω και του στοιχειώδους ελέγχου, ώστε να προστατεύσω τα εύλογα οικονομικά μου συμφέροντα», Γ) στη σελίδα 4 της προσθήκης επί των προτάσεων της (στίχοι 5 έως 8 και 21 έως 24) «αναφέρονται δηλαδή και στην πρόδηλη και συστηματική επιχείρηση της εναγομένης να "στενέψει” αντί να διευρύνει την οικονομική της δραστηριότητα, χρησιμοποιώντας διάφορες κάθε φορά αιτιάσεις και προφάσεις .... αλλά και υπέρογκες χρηματικές κινήσεις, δυσανάλογες για τα οικονομικά μεγέθη της εταιρείας, όπως παρουσιάζονται σε αυτόν τον ισολογισμό, που υποκρύπτουν με σαφήνεια τη μετακίνηση ποσών από και προς τα ταμεία της εναγομένης με διάφορα αδιαφανή μέσα και σκοπούς», Δ) ι) στη σελίδα 28 της αγωγής (στίχοι 34 έως 35) «επισημαίνω ότι ουδέποτε εισέπραξα κέρδη ή αμοιβή θέσης ευθύνης», ιι) στη σελίδα 19 των προτάσεών της (στίχοι 4 και 5) και ιιι) στη σελίδα 15 της προσθήκης της (στίχοι 5 έως 8) «...ουδέποτε μου καταβλήθηκε πραγματικά ούτε αμοιβή μέλους Δ.Σ., ούτε κέρδη για τις χρήσεις 2008 και 2009». Ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα από την εναγόμενη γεγονότα, σχετικά με τις επιχειρήσεις της, τις εργασίες της, τα οικονομικά της δεδομένα, τα πρόσωπα που τη διοικούν και τη διευθύνουν, είναι ψευδή, συκοφαντικά και δυσφημιστικά για την ίδια, η δε εναγόμενη τα διέδωσε εν γνώσει του ψεύδους τους, ενώπιον τρίτων (δικαστών, υπαλλήλων δικαστηρίων, δικαστικών επιμελητών, δικηγόρων, των μελών του διοικητικού της συμβουλίου καθώς και των μετόχων της, που ενημερώθηκαν για το γεγονός δοθέντος ότι τα ιστορούμενα στην αγωγή τους αφορούσαν άμεσα), με αποτέλεσμα να προσβληθεί, αιτιωδώς, η προσωπικότητά της κατά τις εκφάνσεις της φήμης, της αξιοπιστίας, της πελατείας και της οικονομικής της ελευθερίας και να τρωθεί η εμπιστοσύνη του κοινού απέναντι της και γενικά έναντι των επιχειρήσεων της. Ότι από την παραπάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης, που πραγματώνει την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ποινικού αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης ανώνυμης εταιρείας και παράλληλα συνιστά και αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ και 920 ΑΚ, καθώς και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, υπέστη ηθική βλάβη, δοθέντος ότι τρώθηκε η άριστη επαγγελματική φήμη που έχει στην αγορά καθόσον παρουσιάστηκε ως εταιρεία που λειτουργεί με αδιαφανή μέσα, που αποκρύπτει συναλλαγές, που αποχωρεί από επικερδείς συνεργασίες, που διενεργεί υπέρογκες χρηματικές κινήσεις σε βάρος των μετόχων της και που δε σέβεται τη νομοθεσία. Ότι για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης υποχρεούται η εναγόμενη με την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης. Ειδικότερα, αναφορικά με την προκληθείσα σε αυτήν ηθική βλάβη, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπό την ιδιότητά της ως μέλους της κοινοπραξίας «…», συμμετείχε στο διαγωνισμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ και ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ Α.Ε.» με τίτλο «Ανάθεση Συμβάσεων Μελετών Κτηματογράφησης 268 περιοχών σε 21 Περιφερειακές Ενότητες για την ολοκλήρωση δημιουργίας Εθνικού Κτηματολογίου και υποστηρικτικών υπηρεσιών». Επίσης ότι στο πλαίσιο του προσυμβατικού ελέγχου και επειδή η εναγόμενη είχε, ήδη από το έτος 2015, αποχωρήσει από το μελετητικό πτυχίο της εταιρείας της, η αναθέτουσα αρχή απαίτησε την προσκομιδή υπεύθυνης δήλωσης της εναγόμενης περί του ότι η τελευταία παρέμενε στη δηλωθείσα, κατά τον διαγωνισμό, ομάδα μελέτης και δεν έχει εντάξει το πτυχίο της σε άλλη εταιρεία ή, σε διαφορετική περίπτωση, του ότι αποχωρεί από την ομάδα, με αναφορά των λόγων αποχώρησής της. Ότι, για το λόγο αυτό, κάλεσε την εναγόμενη με την από 20-4-2017 εξώδικη δήλωση και πρόσκλησή της, να προσκομίσει σχετική υπεύθυνη δήλωση, διαφορετικά, να προσέλθει κατά την, ταχθείσα με την ως άνω εξώδικη δήλωση, ημέρα και ώρα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …. Ότι η εναγόμενη αρνήθηκε να προβεί στην υπογραφή υπεύθυνης δήλωσης, κατόπιν δε τούτων, ο αναφερόμενος στο αγωγικό δικόγραφο, νόμιμος εκπρόσωπος της κοινοπραξίας, ζήτησε από την αναθέτουσα αρχή την αντικατάστασή της από τη μηχανικό που αναφέρει στην αγωγή. Ότι η άνω σύμβαση έργου υπογράφηκε τελικά στις 27-12-2017 και η κοινοπραξία ανέλαβε την εκτέλεση του. Ότι στις 11-1-2018 απέστειλε προς την αναθέτουσα αρχή «Ε.Κ.Χ.Α Α.Ε» αίτημα για έγκριση της αντικατάστασης των υπεύθυνων στελεχών της επίμαχης σύμβασης έργου, όποτε της ζητήθηκε η αποστολή των απαραίτητων εγγράφων, που δικαιολογούσαν τον σπουδαίο λόγο αντικατάστασης των μελών της μελετητικής ομάδας, στο οποίο αίτημα ανταποκρίθηκε. Ειδικότερα, ότι στις 27-3-2018, η «Ε.Κ.Χ.Α Α.Ε» ζήτησε να τ ης προσκομίσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2018 αγωγή της εναγόμενης, ενέργεια στην οποία προέβη στις 5-4-2018. Ότι με τον τρόπο αυτό τέθηκαν σε γνώση της αναθέτουσας αρχής τα όσα ψευδή και συκοφαντικά διατείνεται η εναγόμενη με την προαναφερόμενη αγωγή της, με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η ολοκλήρωση του έργου. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, και κατόπιν μερικής τροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 30.000€ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει το ποσό των 70.000€, αμφότερα τα άνω ποσά ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη αττό τη σε βάρος της αδικοπραξία και την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, να απαγγελθεί σε βάρος της εναγόμενης, λόγω της ως άνω αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς, προσωπική κράτηση, διάρκειας 12 μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, πλην του αιτήματος περί προσωπικής κράτησης και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Δικάσιμος για τη συζήτηση της αγωγής ορίστηκε αρχικά, μετά το πέρας των τασσόμενων με τις διατάξεις των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ προθεσμιών, με την από 11-2-2019 πράξη ορισμού δικαστή και συζήτησης της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η 12-3-2019, κατά την οποία η αγωγή συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε δε επ’ αυτής η με αριθμό 1574/2020 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία το δικαστήριο, αφού έκρινε ότι είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρα 7, 8, 9, 10, 14 παρ 2, 22, 35 και 41 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 215, 226, 233, 237 επ ΚΠολΔ), ότι η αγωγή είναι υποστατή, καθώς η άσκησή της ολοκληρώθηκε με την επίδοση αντιγράφου της στην εναγομένη εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κατάθεση της (άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 914, 920, 932 και 346 ΑΚ, 364 ПК, 68, 70, 907, 908 παρ. 1 δ, 1047 παρ.1 και 2 και 176 ΚΠολΔ, ακολούθως, ανέστειλε τη συζήτησή της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 2-1-2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2018 αγωγής, την οποία είχε ασκήσει η εναγόμενη κατά της ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, η αγωγή εισήχθη εκ νέου προς συζήτηση με την από 12-9-2022 με αριθμό κατάθεσης …16-9-2022 κλήση της εναγόμενης, δικάσιμος δε για τη συζήτησή της ορίστηκε η 24-10-2022, κατά την οποία η συζήτηση της αγωγής κηρύχθηκε απαράδεκτη, κατόπιν προφορικής δήλωσης παραίτησης της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγόμενης από το δικόγραφο της κλήσης της, που καταχωρίστηκε στα με αριθμό 3950/2022 πρακτικά. Ακολούθως, με την από 25-10-2022 και με αριθμό κατάθεσης …-2022 κλήση της ενάγουσας η αγωγή επανήλθε προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 3-2-023, οπότε και συζητήθηκε. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 725/2024 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού ανακλήθηκε η με αριθμό 1574/2020 μη οριστική απόφασή του, πλην του μέρους της με το οποίο είχε κριθεί ότι η αγωγή αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του κατά την τακτική διαδικασία και είναι υποστατή, απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα-ενάγουσα, με την κρινόμενη έφεσή της, η οποία ζητεί, επικαλούμενη με το μοναδικό λόγο της έφεσής της την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή σαν ουσιαστικά βάσιμη η, σε βάρος της εναγόμενης, ασκηθείσα αγωγή της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα και σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων. Ως «υποστήριξη» νοείται ο ισχυρισμός των ειδήσεων ενώπιον τρίτων με επιχειρηματολογία υπέρ της αλήθειας τούτων, ενώ ως «διάδοση» νοείται η απλή ανακοίνωση των ισχυρισμών. Η υποστήριξη ή η διάδοση των ειδήσεων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, δηλαδή γραπτώς ή προφορικώς, προς ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, εκθέτουν σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικούς αναφερόμενα στη διάταξη αγαθά, δηλαδή την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες και να αναφέρονται σε ορισμένα γεγονότα, επιπλέον δε να αποδεικνύονται και αναληθείς, με την έννοια να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται αυτό παραποιημένο. Αν το σχετικό γεγονός αληθεύει, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ως άνω διάταξης, β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας. Δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις πρέπει να γνωρίζει ή υπαιτίως (από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Το στοιχείο αυτό ανταποκρίνεται στην έννοια του πταίσματος και με τις δύο γνωστές μορφές (330 ΑΚ), δηλαδή του δόλου (γνώση της αναλήθειας) και της αμέλειας (άγνοια της αναλήθειας, επειδή δεν καταβλήθηκε η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια). Πρόθεση του διαδίδοντος να προξενήσει βλάβη στον θιγόμενο δεν απαιτείται. Η ζημία του βλαπτομένου πρέπει να προήλθε αιτιωδώς από τη διάδοση ή την υποστήριξη των αναληθών ειδήσεων, γ) Κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του προσώπου. Οι διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει επιπλέον να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικός σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς διαλαμβανόμενα στο ττιο πάνω άρθρο αγαθά του φυσικού ή νομικού προσώπου. Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι αφηρημένως είναι ικανές να εκθέσουν σε κίνδυνο τα εν λόγω αγαθά. Ως πίστη του προσώπου νοείται η καλή γνώμη και υπόληψη την οποία έχουν τρίτοι σχετικά με την οικονομική και επαγγελματική κατάσταση του φυσικού ή νομικού προσώπου. Ως μέλλον αυτού νοείται η οικονομική και επαγγελματική βελτίωση. Η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σε εκείνους με τους οποίους σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά και δ) Ζημία. Τελευταία, λοιπόν, προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιώσεως από το άρθρο 920 ΑΚ, είναι η απόδειξη ζημίας, η οποία προκαλείται αιτιωδώς από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα πιο πάνω αγαθά. Με βάση το άρθρο 920 ΑΚ ο θιγόμενος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία κατ’ άρθρο 932 ΑΚ. Ειδικότερα τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον. Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται, δηλαδή, σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη (ΑΠ 1558/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), όπως αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 ПК. Από τις τελευταίες διατάξεις, με τις οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται τα κατά της τιμής διαπραττόμενα αδικήματα, με τη βασική τριπλή διάκριση της εξύβρισης, δυσφήμησης και συκοφαντικής δυσφήμησης, συνάγεται ότι με αυτές προστατεύονται μόνο τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι φορείς του εννόμου αγαθού της τιμής, που θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας αυτού, καθώς και της υπόληψης, που θεμελιώνεται επί της κοινωνικής αξίας αυτού, σε αντίθεση με τα νομικά πρόσωπα, που δεν είναι φορείς αυτών των εννόμων αγαθών και συνεπώς δεν μπορούν να προσβληθούν κατά την τιμή και την υπόληψή τους. Ειδικά, όμως, προκειμένου περί εταιριών, που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ο Ποινικός Κώδικας με το άρθρο 364 (καταργηθέν ήδη με το N. 4619/2019) έκρινε άξιες προστασίας μόνο τις ανώνυμες εταιρίες, αλλά και η προστασία αυτή είναι περιορισμένη, αφού παρέχεται μόνο όταν προσβάλλεται η οικονομική και επιχειρηματική οντότητα της και η εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτή. Για τις λοιπές εταιρίες δεν γίνεται λόγος. Επομένως απομένει η προστασία που παρέχουν οι ως άνω διατάξεις των άρθρων, του αστικού δικαίου (57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ) και με βάση αυτές οι άνω εταιρίες μπορούν να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικώς το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 1483/2021, ΑΠ 718/2017 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής τα προσβαλλόμενα νομικά πρόσωπα πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να αναφέρουν ορισμένως ότι με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον, προσβολές από τις οποίες τους προκλήθηκε συγκεκριμένη υλική ζημία, την οποία πρέπει να επικαλούνται και να αποδεικνύουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μια συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 932/2019, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 382/2011 ΝΟΜΟΣ, Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, τόμος IV, υπό άρθρο 932, κεφάλαιο III, παρ. 13, σελ. 817). Θα πρέπει δηλαδή, το νομικό πρόσωπο για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένη υλική ζημία (ΑΠ 691/2023, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 932/2019, ΤριμΕφΑθ 966/2022, ΤριμΕφΠειρ 327/2022, ΤριμΕφΠειρ 33/2021, ΜονΕφΠειρ 538/2025 ΝΟΜΟΣ],
Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, επικαλούμενη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθόσον «η άποψη ότι για το ορισμένο της αγωγής χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης νομικού προσώπου πρέπει να περιλαμβάνονται συγκεκριμένα περιστατικά, αποδεικνύοντα ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, καταλήγει τελικά στην πράξη να εξαρτά την ικανοποίηση της μη περιουσιακής ζημίας (ηθικής βλάβης) ενός νομικού προσώπου, από την ύπαρξη και το ύψος περιουσιακής ζημίας, που ωστόσο δεν είναι σύμφυτη και συμβατή με την έννοια της ηθικής βλάβης, η εκκαλούμενη δε απόφαση έσφαλε διότι συνέδεσε τη μη περιουσιακή ζημία για την οποία επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 299 ΑΚ με την περιουσιακή ζημία του άρθρου 297 ΑΚ, για την οποία επιδικάζεται αποζημίωση ενώ οι αξιώσεις αυτές, σύμφωνα με το νόμο βαίνουν, παράλληλα και δεν απορρέει ούτε συναρτάται η μία από την άλλη, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ». Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι, σύμφωνα με τα όσα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν, η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα είναι συγκεκριμένη και έχει υλική υπόσταση, γι’ αυτό δε το λόγο πρέπει το ενάγον νομικό πρόσωπο, προκειμένου να κριθεί εάν και κατά πόσο επήλθε, συνεπεία της αδικοπραξίας, προσβολή της εμπορικής πίστης και της επαγγελματικής υπόληψης του, να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής την επιχειρηματική και περιουσιακή κατάσταση του, χωρίς την παρεμβολή της επιλήψιμης συμπεριφοράς και μετά την εκδήλωση αυτής, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά, θεμελιωτικά της έχουσας υλική υπόσταση βλάβης του, ώστε να προκύπτει η διαφορά και να δικαιολογείται η αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση, στοιχεία τα οποία ουδόλως παρατίθενται στην ένδικη αγωγή. Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εταιρία επικαλείται μεν ότι υπέστη ηθική βλάβη, ειδικότερα ότι τρώθηκε η άριστη επαγγελματική φήμη που έχει στην αγορά πλην όμως ουδέν θεμελιωτικό του ανωτέρω ισχυρισμού της πραγματικό περιστατικό εκθέτει, από το οποίο να καταδεικνύεται ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, μεταβλήθηκε πράγματι, προς το χειρότερο η επαγγελματική της φήμη και το κύρος της, όπως οφείλει για το ορισμένο του δικογράφου της. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2018 αγωγή της εναγόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, περιήλθε σε γνώση των νομίμων εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση ΑΕ», με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η ολοκλήρωση του, αναληφθέντος εκ μέρους της κοινοπραξίας «….», έργου, δεν συνιστά τέτοιο πραγματικό περιστατικό. Τούτο επειδή, σύμφωνα πάντα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, η παραπάνω αγωγή τέθηκε υπόψη των νομίμων εκπροσώπων της αναθέτουσας το έργο αρχής με ενέργειες και πρωτοβουλία της ίδιας της ενάγουσας και όχι της εναγόμενης, με συνέπεια, και αληθής υποτιθέμενος ο, επικαλούμενος εκ μέρους της, κίνδυνος ως προς την ολοκλήρωση του έργου να μην δύναται να συνδεθεί αιτιωδώς με την, συμπεριφορά της εναγόμενης, όπως περιγράφεται στην αγωγή. Εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, το δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε έλεγχο της νομικής και κατ’ επέκταση ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, η δε εναγόμενη στην κατάστρωση της νόμιμης κατ’ αυτής άμυνάς της. Σημειώνεται ακόμη ότι και η ίδια η εκκαλούσα, στο δικόγραφο της αγωγής της (σελίδα 12, στίχοι 10 έως 1 8) αναφέρει «για την αποκατάσταση αυτής της ηθικής βλάβης, τα προσβαλλόμενα νομικά πρόσωπα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να αναφέρουν ότι με την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους, προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, ή επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον, γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδείξουν με κάθε αποδεικτικό μέσο, γιατί η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως τα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά με συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση». Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι έχει κριθεί νομολογιακά πως για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να διαπιστωθεί ότι τρώθηκε το κύρος και η επαγγελματική πίστη των εναγόντων, χωρίς εξειδίκευση υλικής ζημίας, επομένως στην ένδικη περίπτωση έπρεπε το δικαστήριο να αρκεστεί στην αναφορά ότι τρώθηκε το κύρος της ενάγουσας σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ 920 ΑΚ, αξιώνοντας δε περισσότερα στοιχεία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 920 ΑΚ, είναι απορριπτέος σαν αβάσιμος, εδραζόμενος σε λάθος προϋπόθεση, καθόσον η νομολογία που επικαλείται αφορά ενάγοντες φυσικά πρόσωπα. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται (κατά τη δέουσα εκτίμηση του συνόλου του περιεχομένου του) ότι, εφόσον για την πλήρωση του αδικήματος του άρθρου 364 παλιού ПК δεν απαιτούνταν ούτε η επέλευση βλάβης σε βάρος της εταιρείας ούτε η έκθεση της σε συγκεκριμένο πραγματικό κίνδυνο, προκύπτει ότι για την διάγνωση ηθικής βλάβης μιας εταιρείας αρκεί να διαπιστωθεί η τέλεση του ποινικού αδικήματος, επομένως για το ορισμένο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης εταιρίας αρκεί να αναφέρεται η τέλεση του αδικήματος 364 Π Κ, ότι αυτή άσκησε την αγωγή της κατά το χρόνο που ίσχυε το αρ. 364 π.Π.Κ. και αναφέρει σε αυτήν (αγωγή) την τέλεση σε βάρος της του αδικήματος 364 Π Κ, επομένως η αγωγή της, που ασκήθηκε υπό την ισχύ του αρ 364 ПК, είναι ορισμένη και η εκκαλουμένη απόφαση που αξίωσε για το ορισμένο της αγωγής αναφορά βλάβης με υλική υπόσταση, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του αρ 364 ПК. Ο ισχυρισμός της είναι απορριπτέος σαν αβάσιμος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη καθόσον και υπό την ισχύ του 364 ПК, για το ορισμένο της αγωγής χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης εταιρίας, απαιτούνταν η αναφορά ότι το νομικό πρόσωπο υπέστη συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση. Τα παραπάνω, που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και έκρινε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με όμοια αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου ως αβάσιμου του λόγου έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Με βάση τα ανωτέρω, μετά την απόρριψη του άνω λόγου της έφεσης κατά τα προδιαληφθέντα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 ΚΠολΔ, εφόσον η έφεση απορρίφθηκε, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου του ενδίκου μέσου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ, αντιμωλία των διαδίκων, την από 15-3-2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../15-3-2024 και προσδιορισμού .../2024) έφεση κατά της με αριθμ. 725/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (και της συμπροσβαλλόμενης 1574/2020 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του, καταβληθέντος από την εκκαλούσα κατά την κατάθεση της έφεσης, με αρ. …. e- παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση του δικαστηρίου στο ακροατήριο του, στις 30 Μαρτίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ