ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 494/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2023, με την εξής σύνθεση: Αναστασία-Μαρία Παπαδημητρίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Μαρλένα Τριπολιτσιώτη, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Σύμβουλοι, Βασίλειος Γκέρτσος, Αικατερίνη Κοντοπόδη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Νικόλαος Βασιλόπουλος.

Για να δικάσει την από 21 Ιανουαρίου 2019 έφεση:

του …., κατοίκου …. Αττικής (….), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Λάγο (Α.Μ. ….), που τον διόρισε στο ακροατήριο,

κατά του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος παρέστη με την Δήμητρα Αθανασοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

και κατά της υπ’ αριθ. 84/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Αικατερίνης Κοντοπόδη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση, και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης εφέσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής ….).

2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 84/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη αίτηση του εκκαλούντος, πρώην Αρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.), για την ακύρωση της ....2017 απόφασης του Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρωπίνου Δυναμικού της ΕΛ.ΑΣ. (Γ΄ ..., …..2017), με την οποία είχε ανακληθεί, κατά το μέρος που αφορούσε τον εκκαλούντα, η ..../...1995 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. (Γ΄... .) περί κατάταξής του στην ΕΛ.ΑΣ. ως δόκιμου Αστυφύλακα.

3. Επειδή, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 5Α περ. β´ του ν. 702/1977 (Α´ 268), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 3900/2010 (Α´ 213), η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία αφορά ανάκληση διορισμού αστυνομικού υπαλλήλου, είναι εκκλητή (βλ. ΣτΕ 2777/2022 επτ. σκ. 4 κ.ά.). Συνεπώς, παραδεκτώς ασκείται η κρινόμενη έφεση από την άποψη αυτή.

4. Επειδή, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, δεν επιτρέπεται η ανάκληση ακόμη και παράνομης διοικητικής πράξης από την οποία δημιουργήθηκε υπέρ του διοικούμενου πραγματική κατάσταση δεκτική εφεξής έννομης προστασίας μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την έκδοσή της, ο εύλογος δε αυτός χρόνος δεν μπορεί να είναι μικρότερος των πέντε ετών, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του α.ν. 261/1968 (Α΄ 12). Ανάκληση της πράξης μετά την πάροδο του χρόνου τούτου επιτρέπεται μόνο εάν συνέτρεξε δόλος του διοικούμενου κατά την έκδοσή της ή συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ 2777/2022 7μ., 967/2008, 303/2002 κ.ά.).

5. Επειδή, με τις αποφάσεις 2766, 2775, 2776/2022 (επταμελούς σύνθεσης) και 2760/2022 του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν, καθ’ ερμηνεία των αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007 - Α´ 26) και 27 παρ. 2 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007 - Α΄ 143), στα οποία προβλέπεται η ανάκληση διορισμού δημοσίου ή δημοτικού υπαλλήλου, τα εξής: «στην περίπτωση υπαλλήλου ο οποίος όχι μόνο διορίστηκε παρανόμως αλλά επιπλέον ήταν ο ίδιος που προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία, η πράξη διορισμού του ανακαλείται και μετά την παρέλευση της διετούς προθεσμίας εντός της οποίας ανακαλούνται, καταρχήν, οι παράνομοι διορισμοί. Η ανάκληση του διορισμού στην ως άνω ειδική περίπτωση είναι, καταρχήν, υποχρεωτική και δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό∙ τούτο δικαιολογείται όχι μόνο από τη μέριμνα του νομοθέτη για την αποκατάσταση της σοβαρά διαταραχθείσας νομιμότητας, με τον διορισμό σε θέση υπαλλήλου προσώπου που δεν κατέχει τα νόμιμα προσόντα, καθώς και των αρχών της αξιοκρατίας και της ισότητας των πολιτών κατά την επιλογή τους προς πλήρωση των δημόσιων θέσεων, αλλά και εξαιτίας των σοβαρών ενδείξεων ότι ο διορισθείς στερείται του αναγκαίου για υπάλληλο ήθους. Εξάλλου, η δόλια συμπεριφορά του τού στερεί, καταρχήν, την προσδοκία για διατήρηση της θέσης του. Κάμψη των ανωτέρω θα ήταν δυνατόν να υπάρξει σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η παρέλευση ιδιαιτέρως μακρού χρόνου από τον διορισμό, σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, όπως οι ιδιάζουσες συνθήκες της προσωπικής και υπηρεσιακής κατάστασης του υπαλλήλου, θα καθιστούσαν την ανάκληση αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, υπό το φως της οποίας πρέπει να ερμηνεύεται και η ως άνω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, η Διοίκηση, εκτιμώντας τις εξαιρετικές περιστάσεις, έχει δύο δυνατότητες: είτε να μην ανακαλέσει τον διορισμό είτε να τον ανακαλέσει για το μέλλον (ex nunc). Η συνδρομή τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων πρέπει να προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο ενώπιον της Διοίκησης, κατά την έκθεση των απόψεων του υπαλλήλου, με επίκληση και υποβολή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων, εφόσον πάντως δεν πρόκειται για στοιχεία που προκύπτουν, χωρίς αμφισβήτηση, από τον υπηρεσιακό του φάκελο και γίνεται επίκληση των στοιχείων αυτών από τον υπάλληλο. ...». Οι ίδιοι ως άνω επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που καθιστούν καταρχήν υποχρεωτική την ανάκληση διορισμού δυνάμει των άρθρων 20 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα και 27 παρ. 2 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων συντρέχουν και όταν δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές (όπως εν προκειμένω σε αστυνομικούς υπαλλήλους), αλλά η πράξη ανάκλησης του διορισμού υπαλλήλου, ο οποίος προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία του διορισμού του, εκδίδεται κατ’ επίκληση των γενικών αρχών ανάκλησης των παρανόμων διοικητικών πράξεων και του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 261/1968 (βλ. ΣτΕ 2777/2022 7μ.).

6. Επειδή, περαιτέρω, η ανάκληση διορισμού σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη αποτελεί διοικητικό μέτρο, η επιβολή του οποίου υπαγορεύεται από τους προαναφερθέντες επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Εφόσον η ανακλητική πράξη εκδίδεται μετά την πάροδο διετίας από τη δημοσίευση της πράξης του διορισμού βάσει υποκειμενικής συμπεριφοράς του υπαλλήλου, η οποία συνίσταται στο ότι αυτός προκάλεσε ή υποβοήθησε δολίως την πλάνη της Διοίκησης σε σχέση με την επιλογή του στη θέση που διορίσθηκε, απαιτείται, πριν από την έκδοση της πράξης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 6 του κυρωθέντος με τον ν. 2690/1999 (Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η προηγούμενη κλήση του υπαλλήλου σε ακρόαση (βλ. ΣτΕ 2739-2742/2005). Η ανακλητική πράξη πρέπει καταρχήν να αιτιολογείται επαρκώς ως προς το ότι ο διορισθείς προκάλεσε ή υποβοήθησε δολίως την παρανομία της πράξης διορισμού του (βλ. ΣτΕ 1437/2021 7μ., 1094/2014, πρβλ. ΣτΕ 2616/2012 7μ., 2319/2012, 3569/1998, 2429/1992).

7. Επειδή, από την εκκαλούμενη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών, με την από 11.10.1994 αίτηση που κατέθεσε στο Αστυνομικό Τμήμα ...., ζήτησε να συμμετάσχει στη διαδικασία κατάταξης υποψηφίων Αστυφυλάκων, δυνάμει της ....1994 προκήρυξης. Στην αίτηση αυτή, όπως και στη συνυποβληθείσα από 11.10.1994 υπεύθυνη δήλωση, ανέγραψε ότι είναι απόφοιτος Λυκείου και, στη συνέχεια, κατά την ημερομηνία κατάταξής του στην ΕΛ.ΑΣ., κατέθεσε αυτοπροσώπως ως δικαιολογητικό πρόσληψης ακριβές φωτοαντίγραφο του ...1992 απολυτηρίου του 3ου Λυκείου .... Με την ..../....1995 πράξη του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. ο εκκαλών κατετάγη ως δόκιμος Αστυφύλακας. Ακολούθως, προήχθη το έτος 1995 στον βαθμό του Αστυφύλακα, μονιμοποιήθηκε το έτος 1998 με τον βαθμό αυτόν και προήχθη το έτος 2011 στον βαθμό του Αρχιφύλακα. Με την ......2016 πράξη της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού του Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. ζητήθηκε από τη Διεύθυνση Αστυνομίας ... να προβεί στον έλεγχο των δικαιολογητικών κατάταξης, μεταξύ άλλων, και του εκκαλούντος. Η Διεύθυνση Αστυνομίας ..., με το ....2016 έγγραφό της, γνωστοποίησε στην ως άνω Διεύθυνση του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. ότι, σύμφωνα με το ....2016 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ... και το ....2016 έγγραφο της Διευθύντριας του 3ου Γενικού Λυκείου ..., κατόπιν διενεργηθέντος ελέγχου στο αρχείο του ως άνω σχολείου, δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του προσκομισθέντος για τον διορισμό του εκκαλούντος απολυτηρίου λυκείου. Ειδικότερα, στο έγγραφο της Διευθύντριας του 3ου Γενικού Λυκείου ... αναφέρονται τα εξής: α) Το ως άνω απολυτήριο λυκείου δεν υπάρχει στα αρχεία του σχολείου. β) Δεν υπήρξε μαθητής με τα στοιχεία που αναγράφονται στο απολυτήριο αυτό. γ) Ο αριθμός μητρώου, που αναγράφεται στο εν λόγω απολυτήριο λυκείου, αντιστοιχεί, όπως προκύπτει από το ευρετήριο μητρώου μαθητών και το ίδιο το μητρώο, σε άλλο μαθητή. γ) Το όνομα του εκκαλούντος δεν υπάρχει ούτε στην υπ’ αριθμ. .... πράξη απόλυσης, που αναγράφεται στο ως άνω προσκομισθέν από τον εκκαλούντα κατά την κατάταξή του απολυτήριο (η οποία έχει άλλη ημερομηνία από την αναγραφόμενη στο εν λόγω απολυτήριο και υπογράφεται από άλλον Διευθυντή) ούτε στα πρακτικά προγενέστερων ή μεταγενέστερων σχολικών ετών ούτε στο μητρώο. Στη συνέχεια, η Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ., με το ....2016 έγγραφό της, ζήτησε από τη Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής να καλέσει τον εκκαλούντα, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, προκειμένου να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις-εξηγήσεις του. Κατόπιν κλήσης του προς τούτο, ο εκκαλών υπέβαλε τις από 4.4.2017 έγγραφες εξηγήσεις του, με τις οποίες, μεταξύ άλλων, παραδέχθηκε ότι δεν ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στο λύκειο και ότι δεν κατείχε, συνεπώς, νόμιμο απολυτήριο τίτλο λυκείου. Περαιτέρω, στις έγγραφες εξηγήσεις του ο εκκαλών αναφέρθηκε στην εξαιρετική υπηρεσιακή του απόδοση, ζητώντας τη μη λήψη σε βάρος του οποιουδήποτε δυσμενούς διοικητικού μέτρου. Ειδικότερα, εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι από το έτος 2000 υπηρετεί στο Σώμα Δίωξης Ναρκωτικών, συμμετέχοντας σε επικίνδυνες επιχειρήσεις με αντικείμενο την εξάρθρωση των μεγαλύτερων οργανώσεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών που δρουν στην ημεδαπή (ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συμμετοχή του σε ομάδα που συνέλαβε το έτος 2008 διακινητή μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών ύστερα από ανταλλαγή πυροβολισμών –ο δράστης πυροβόλησε εναντίον του εκκαλούντος και τον χτύπησε με το όχημά του προκαλώντας του βαρύτατες σωματικές κακώσεις, ενώ ο εκκαλών στη συνέχεια ακινητοποίησε τον δράστη, πυροβολώντας τον στα πόδια–) και ότι από το έτος 2002 έως και το έτος 2016 του απονεμήθηκαν 28 ηθικές αμοιβές, 6 ευαρέσκειες και 1 εύφημη μνεία για εξαιρετική δραστηριότητα κατά τη συμμετοχή του σε επιχειρήσεις εξάρθρωσης κυκλωμάτων διακίνησης-εμπορίας ναρκωτικών ουσιών και σύλληψης διακινητών-εμπόρων ναρκωτικών ουσιών, όπως προέκυπτε από το συνυποβληθέν …2017 έγγραφο του Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών της ΕΛ.ΑΣ. Τελικώς, κατόπιν του ….2017 εισηγητικού σημειώματος της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ., εκδόθηκε η …..2017 πράξη του Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ., με την οποία ανακλήθηκε αναδρομικά από τις 19.6.1995 (ημερομηνία κατάταξης) η....1995 πράξη του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ., κατά το μέρος που αφορούσε την κατάταξη του εκκαλούντος ως δόκιμου Αστυφύλακα. Στο σώμα της πράξης αυτής αναφέρεται, ως αιτιολογία της ανάκλησης, ότι, κατά τον έλεγχο νομιμότητας των πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του ατομικού φακέλου του εκκαλούντος, διαπιστώθηκε ότι, κατά την ημερομηνία κατάταξής του, ήτοι στις 19.6.1995, αυτός κατέθεσε στη Διεύθυνση Αστυνομίας ..., αυτοπροσώπως, γνωρίζοντας ότι δεν είναι κάτοχος απολυτηρίου Λυκείου, το μη γνήσιο υπ’ αριθμ. … από 11.7.1992 απολυτήριο του 3ου Λυκείου ..., σε συνέχεια και των κατατεθεισών στις 11.10.1994 υπεύθυνης δήλωσης και αίτησης συμμετοχής του στον διαγωνισμό κατάταξης Αστυφυλάκων του έτους 1994, τις οποίες συνέταξε ιδιοχείρως και υπέγραψε ο ίδιος και στις οποίες δήλωσε ότι είναι απόφοιτος λυκείου. Ο εν λόγω τίτλος σπουδών αποτελούσε, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις, απαραίτητο τυπικό προσόν πρόσληψης του εκκαλούντος στην ΕΛ.ΑΣ., η δε γνησιότητα του τίτλου αυτού δεν επιβεβαιώθηκε, ύστερα από έλεγχο στο μητρώο μαθητών και στα επίσημα αρχεία του εν λόγω λυκείου. Κατόπιν των ανωτέρω, με την πράξη αυτή έγινε δεκτό ότι συνέτρεχε λόγος ανάκλησης της κατάταξης του εκκαλούντος στην ΕΛ.ΑΣ., αφού αυτός, ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, προκάλεσε δολίως τον παράνομο διορισμό του. Κατά της ανωτέρω πράξης ανάκλησης ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αίτηση ακυρώσεως, η οποία απερρίφθη με την εκκαλούμενη απόφαση. Εξάλλου, με την ..../2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ..., η οποία δημοσιεύθηκε μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης και έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. το από 27.3.2023 πιστοποιητικό της γραμματείας του Εφετείου ...), παύθηκε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη σε βάρος του εκκαλούντος για την πράξη της απάτης σε βάρος του Δημοσίου από υπαίτιο, o οποίος «διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ αλλά και το ποσό των 150.000 ευρώ».

8. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι το άρθρο 28 του ν. 4305/2014 (Α΄ 237) και οι βάσει αυτού εκδοθείσες εγκύκλιοι, κατ’ επίκληση των οποίων πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος της γνησιότητας του απολυτηρίου λυκείου του εκκαλούντος και ανακλήθηκε η πράξη διορισμού του ύστερα από είκοσι δύο χρόνια ιδιαίτερα αποτελεσματικής υπηρεσίας, προσβάλλουν τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας, της προστασίας της αξίας του ανθρώπου και του κράτους δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη Διοίκηση, της χρηστής διοίκησης, τα δικαιώματα της παροχής έννομης προστασίας και της μη στέρησης του φυσικού δικαστή, καθώς και την αρχή της μη καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Ως εκ τούτου, κατά τον εκκαλούντα, έσφαλε το διοικητικό εφετείο, δεχόμενο ότι η ανακλητική του διορισμού του πράξη εκδόθηκε νομίμως, κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, και του άρθρου 28 του ν. 4305/2014 και των βάσει αυτού εκδοθεισών εγκυκλίων. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω λόγου κατά το άρθρο 58 παρ. 1 εδ. β΄ του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει, ο εκκαλών προβάλλει ότι για το τιθέμενο με αυτόν νομικό ζήτημα δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο λόγος, όμως, αυτός, ανεξαρτήτως του εάν προβάλλεται παραδεκτώς από την άποψη του άρθρου 58 παρ. 1 εδ. β΄ του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος. Και τούτο, διότι η ανάκληση διορισμού υπαλλήλου χωρεί, επιτρεπτώς από συνταγματικής απόψεως, καταρχήν υποχρεωτικώς και χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις 4 και 5, με βάση τις γενικές αρχές ανάκλησης των παράνομων διοικητικών πράξεων, σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του α.ν. 261/1968 (όταν δεν υπάρχουν ειδικότερες διατάξεις, όπως εν προκειμένω), στην περίπτωση που ο υπάλληλος με δόλο συνέβαλε στην έκδοση της πράξης διορισμού. Συνακόλουθα, η υποχρέωση της Διοίκησης να διενεργήσει έλεγχο επί της γνησιότητας ή μη των δικαιολογητικών διορισμού ερείδεται, σε κάθε περίπτωση, επί των ανωτέρω κανόνων δικαίου, χωρίς να απαιτείται να προβλέπεται τούτο και ρητώς από συγκεκριμένη διάταξη νόμου, όπως αυτή του άρθρου 28 του ν. 4305/2014 (πρβλ. ΣτΕ 1790/2025, 1484/2024). Εξάλλου, απορριπτέα, προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενα, είναι όσα περαιτέρω υποστηρίζει ο εκκαλών περί παραβάσεως της συνταγματικής αρχής της ισότητας, για τον λόγο ότι βάσει της παραγράφου 5 του άρθρου 28 του ν. 4305/2014 ελέγχονται οι τίτλοι σπουδών των αστυνομικών υπαλλήλων που παραιτούνται από την υπηρεσία μετά το έτος 2013, ενώ δεν ελέγχονται οι τίτλοι σπουδών αυτών που παραιτούνται μέχρι το έτος 2013. Και τούτο, διότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν εφαρμόστηκε η ως άνω διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 28 του ν. 4305/2014.

9. Επειδή, προβάλλεται ακόμη ότι η ανάκληση του διορισμού του εκκαλούντος προσβάλλει τις συνταγματικές αρχές, τις οποίες επικαλέστηκε ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο εφέσεως (βλ. προηγούμενη σκέψη), για τον λόγο ότι, ενώ στο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων, που δεν εφαρμόζεται στους αστυνομικούς υπαλλήλους, η διατήρηση στον υπηρεσιακό φάκελο του υπαλλήλου πλαστού τίτλου σπουδών αντιμετωπίζεται ως πειθαρχικό παράπτωμα, για την τέλεση του οποίου δεν μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, στην περίπτωση του εκκαλούντος, λόγω της κατάθεσης πλαστού δικαιολογητικού κατά τη διαδικασία κατάταξής του, χώρησε ανάκληση του διορισμού του και, μάλιστα, σε χρόνο (ύστερα από είκοσι δύο έτη), κατά τον οποίο το πειθαρχικό αδίκημα για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους, για την ίδια πράξη, θα είχε παραγραφεί. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του εάν προβάλλεται παραδεκτώς από την άποψη του άρθρου 58 παρ. 1 εδ. β του π.δ/τος 18/1989, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο πειθαρχικός κολασμός του δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου, ο οποίος κατέθεσε πλαστό έγγραφο προκειμένου να επιτύχει τον διορισμό του, προηγείται της ανάκλησης του διορισμού του, ενώ, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 2760/2022, 2763/2022 7μ.), στην περίπτωση που ο υπάλληλος, κατά τη διαδικασία υποβολής δικαιολογητικών για τον διορισμό του, προσκόμισε πλαστό έγγραφο, η Διοίκηση –και μετά την πρόβλεψη το πρώτον, με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 4305/2014 του πειθαρχικού παραπτώματος της «κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαίωσης», για την τέλεση του οποίου δεν μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, αλλά ηπιότερη αυτής πειθαρχική ποινή– είναι υποχρεωμένη, προς αποκατάσταση της νομιμότητας, να ενεργοποιεί καταρχάς τη διαδικασία ανάκλησης του διορισμού του αντί της έγερσης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του, η ανάκληση δε του διορισμού στην περίπτωση αυτή χωρεί καταρχήν χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό. Εξάλλου, όσα προβάλλει ο εκκαλών περί ευχέρειας της Διοίκησης να προχωρήσει στην πειθαρχική δίωξή του για το πειθαρχικό παράπτωμα του άρθρου 6 παρ. 2 περ. γ΄ του π.δ. 120/2008 (Α΄ 182) είναι απορριπτέα, προεχόντως, ως απαραδέκτως προβαλλόμενα το πρώτον με το κατατεθέν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης υπόμνημα. Άλλωστε, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 633/2023 7μ.), η πρόβλεψη στο άρθρο 6 του π.δ. 120/2008 της πειθαρχικής ευθύνης του αστυνομικού υπαλλήλου για πράξεις που είχε τελέσει πριν από την κατάταξη, εφόσον διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της επιλογής ή του διαγωνισμού και σχετίζονται με τη συμμετοχή στον διαγωνισμό και τις προϋποθέσεις κατάταξής του, δεν αναιρεί καταρχήν την υποχρέωση της Διοίκησης να κινήσει, και μάλιστα κατά προτεραιότητα, τη διαδικασία ανάκλησης του διορισμού του σύμφωνα με τις γενικές αρχές περί ανάκλησης των παράνομων διοικητικών πράξεων, σε συνδυασμό με την ως άνω διάταξη του άρθρου μόνου του α.ν. 261/1968, ελλείψει ειδικότερης διάταξης.

10. Επειδή, προβάλλεται επίσης ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι νομίμως εκδόθηκε η ανακλητική του διορισμού του εκκαλούντος πράξη, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι το απολυτήριο λυκείου, το οποίο, υπό τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της κατάταξης του εκκαλούντος διατάξεις, αποτελούσε βασικό προσόν διορισμού για την προκηρυσσόμενη θέση του δόκιμου Αστυφύλακα, ουδόλως συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων αστυνομικού, που δεν είναι ανακριτικός υπάλληλος. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του ανωτέρω λόγου κατά το άρθρο 58 παρ. 1 εδ. β΄ του π.δ/τος 18/1989 προβάλλεται ότι για το τιθέμενο με αυτόν νομικό ζήτημα δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο λόγος, όμως, αυτός περί έλλειψης συνάφειας του απολυτηρίου λυκείου με τα καθήκοντα του εκκαλούντος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαραδέκτως προβαλλόμενος το πρώτον κατ’ έφεση (βλ. ΣτΕ 1569/2025 σκ. 16, 82/2025 σκ. 11, 1641/2023 σκ. 12).

11. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ερμηνεία του δικογράφου, προβάλλεται ότι έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση, δεχόμενη ότι η ανάκληση του διορισμού δημοσίου υπαλλήλου, η οποία στηρίχθηκε στη χρήση πλαστού δικαιολογητικού, χωρεί κατά δεσμία αρμοδιότητα της Διοίκησης σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως της συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων, οι οποίες, σύμφωνα με όσα ο εκκαλών είχε προβάλει ενώπιον της Διοίκησης και επαναλάβει με την αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του διοικητικού εφετείου, συνέτρεχαν στην περίπτωσή του και καθιστούσαν την ανάκληση της κατάταξής του αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω λόγου κατά το άρθρο 58 παρ. 1 εδ. β΄ του π.δ/τος 18/1989 ο εκκαλών προβάλλει ότι για το τιθέμενο με αυτόν νομικό ζήτημα δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται παραδεκτώς, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης εφέσεως (23.1.2020) το τιθέμενο με αυτόν νομικό ζήτημα δεν είχε επιλυθεί με οριστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας [με τις ..../2019 παραπεμπτικές αποφάσεις της πενταμελούς σύνθεσης του Γ΄ Τμήματος είχε παραπεμφθεί προς επίλυση ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος το ως άνω ζήτημα, όσον αφορά την ερμηνεία των άρθρων 20 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα και 27 παρ. 2 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, στα οποία προβλέπεται η ανάκληση διορισμού δημοσίου πολιτικού και δημοτικού υπαλλήλου, αντίστοιχα] (πρβλ. ΣτΕ 2085/2023 σκ. 16). Πρέπει δε, περαιτέρω, να γίνει δεκτός και ως βάσιμος. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 5, στην περίπτωση υπαλλήλου, ο οποίος όχι μόνο διορίστηκε παρανόμως αλλά επιπλέον ήταν ο ίδιος που προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία, η Διοίκηση οφείλει, καταρχήν, να ανακαλέσει τον διορισμό κατά δεσμία αρμοδιότητα, χωρίς χρονικό περιορισμό, κάμψη, όμως, της αρχής αυτής είναι δυνατόν να υπάρξει σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η παρέλευση ιδιαιτέρως μακρού χρόνου από τον διορισμό, σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, όπως οι ιδιάζουσες συνθήκες της προσωπικής και υπηρεσιακής κατάστασης του υπαλλήλου, θα καθιστούσαν την ανάκληση αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, δεν είναι νόμιμη η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης ότι, εφόσον ο εκκαλών υποβοήθησε την παρανομία του διορισμού του υποβάλλοντας πλαστό τίτλο σπουδών, δεν συντρέχει όλως εξαιρετική περίσταση, η οποία θα ήταν δυνατό να καταστήσει την ανάκληση του διορισμού του αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας (βλ. ΣτΕ 995/2025 σκ. 14).

12. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, να εξαφανιστεί η 84/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και το Δικαστήριο να προχωρήσει, σύμφωνα με το άρθρο 64 του π.δ/τος 18/1989, στην εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως του εκκαλούντος. Για την άσκηση της αίτησης αυτής έχει, εξάλλου, καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής ….).

13. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών προβάλλει ότι η Διοίκηση εξέδωσε την προσβαλλόμενη ανακλητική πράξη κατά κακή χρήση της διακριτικής της ευχέρειας, διότι δεν συνεκτίμησε, όπως όφειλε, σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης, τις όλως εξαιρετικές περιστάσεις που συνέτρεχαν στο πρόσωπό του, οι οποίες, όπως είχαν εκτεθεί με τις έγγραφες εξηγήσεις του ενώπιον της Διοίκησης (εξαιρετική υπηρεσιακή απόδοση, όπως προκύπτει ιδίως από τις 28 ηθικές αμοιβές, 6 ευαρέσκειες και 1 εύφημη μνεία που του έχουν απονεμηθεί), δικαιολογούσαν τη μη ανάκληση του διορισμού του.

14. Επειδή, ο λόγος αυτός παραδεκτώς προβάλλεται, καθόσον αναφέρεται σε ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο ενώπιον της Διοίκησης με την επίκληση και υποβολή των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων από τον αιτούντα με τις από 4.4.2017 έγγραφες εξηγήσεις του (βλ. ως άνω σκέψη 7). Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί αναφέρονταν σε κρίσιμα στοιχεία της υπηρεσιακής κατάστασης του αιτούντος, τα οποία σε συνδυασμό με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τον διορισμό του (22 έτη), ηδύναντο να συνιστούν όλως εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αναλογικότητας, την κάμψη της καταρχήν υποχρέωσης της Διοίκησης να προβεί στην ανάκληση του διορισμού του. Εφόσον, όμως, στη Διοίκηση κατελείπετο, υπό τις περιστάσεις αυτές, στάδιο άσκησης διακριτικής ευχέρειας, το οποίο αυτή παρέλειψε να ασκήσει, αφού δεν προκύπτει ότι εξέτασε τους παραπάνω κρίσιμους ισχυρισμούς του αιτούντος, η προσβαλλόμενη πράξη ανάκλησης του διορισμού του είναι, κατά το μέρος αυτό, μη νομίμως αιτιολογημένη (βλ. ΣτΕ 1790/2025). Για τον λόγο δε αυτόν που βασίμως προβάλλεται, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.

 

Δια ταύτα

Δέχεται την έφεση, κατά το αιτιολογικό.

Εξαφανίζει την 84/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Δικάζει την από 1.12.2017 αίτηση ακυρώσεως του εκκαλούντος και τη δέχεται.

Ακυρώνει την ....2017 απόφαση του Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά το αιτιολογικό.

Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.

Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων της εφέσεως και της αίτησης ακυρώσεως.

Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος - αιτούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, η οποία ανέρχεται σε χίλια τριακόσια πέντε (920 + 385 = 1.305) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2023 και 17 Δεκεμβρίου 2025

 

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος

Αναστασία Μαρία Παπαδημητρίου

 

Ο Γραμματέας

Νικόλαος Βασιλόπουλος

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Απριλίου 2026.

 

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος

Δημήτριος Μακρής

 

Η Γραμματέας

Στυλιανή Μάναλη