ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΑΡΙΘΜΟΣ 487/2026

 

Συγκροτήθηκε από την Δικαστή Άννα Κουσιοπούλου Εφέτη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου και τον Γραμματέα Αθανάσιο Ιασωνίδη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 10 Νοεμβρίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …., κατοίκου …. Θεσσαλονίκης (…. 16), με ΑΦΜ …., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Πολύτιμης Τασίκα με AM … του ΔΣ …..

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας OTA με την επωνυμία «….» και τον διακριτικό τίτλο «... ΑΕ OTA», που εδρεύει στην …. ... Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., που εκπροσωπήθηκε βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Ανδρέα Μιχαήλο Α.Μ. … του Δ.Σ. …..

Η εφεσίβλητη - ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την από 04-05-2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. .../2023 αγωγή της κατά του εκκαλούντος - εναγόμενου. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 6226/2025 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλε στο παρόν Δικαστήριο ο εναγόμενος με την από 16-04-2025 και με αριθμό καταθέσεως στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου .../2025 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε με την με αριθμό .../2025 έκθεση κατάθεσης δικογράφου στο δικαστήριο αυτό για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν ως ανωτέρω.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 16-05-2025 και με αριθμό καταθέσεως στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου .../2025 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε με την με αριθμό .../2025 έκθεση κατάθεσης δικογράφου στο Δικαστήριο αυτό, κατά της με αριθμό 6226/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών , έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 499, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, η οποία δημοσιεύθηκε την 28/03/2025 (βλ. αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης) και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 16/04/2025 (βλ. έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με αριθμό .../2025), δηλαδή η έφεση κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης. Σημειώνεται ότι, λόγω του ότι η προκειμένη διαφορά είναι εργατική, δεν απαιτείται η καταβολή του προβλεπόμενου, από τη διάταξη του άρθρου 495 § 3, για την άσκηση της εφέσεως παράβολου (άρθρο 495 § 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ).

Ο N. 3463/2006 που κύρωσε τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, με τίτλο «Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης», ορίζει με το άρθρο 252 παρ. 1, 2 και 5 ότι: «1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις OTA, σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις. Οι επιτρεπόμενες μορφές επιχειρήσεων είναι οι εξής: α) Δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις. Β) Ανώνυμες εταιρείες OTA... 2. Δήμος ή κοινότητα μπορεί να συνιστά δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, συναφών με αντίστοιχου περιεχομένου αρμοδιότητες αυτών, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 254 παρ. 1. 3. Οι ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. συνιστώνται είτε μόνον από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες είτε με Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ή και άλλους φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή τρίτους, σύμφωνα με τις παρακάτω διακρίσεις. Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. α. Οι ανώνυμες εταιρείες που συνιστώνται από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες είτε με Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ή και άλλους φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης θεωρούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., εφόσον τα νομικά αυτά πρόσωπα διαθέτουν την πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου. Το υπόλοιπο εταιρικό κεφάλαιο μπορεί να κατέχεται από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Στην εταιρεία της μορφής αυτής είναι δυνατή η συμμετοχή του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.. β. Οι ανώνυμες εταιρείες, στο εταιρικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχουν μόνον Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού ή και άλλοι φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο την επιστημονική και τεχνική υποστήριξη των Ο.Τ.Α. και των ενώσεών τους ή και της αποκεντρωμένης κρατικής Διοίκησης, την προώθηση της επιχειρηματικής, οικονομικής και γενικότερα βιώσιμης ανάπτυξης του Δήμου ή της Κοινότητας, καθώς και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων προστασίας του περιβάλλοντος, τη συμμετοχή τους σε αντίστοιχα προγράμματα ή την εφαρμογή σχετικών πολιτικών σε διαδημοτικό ή σε ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, αποτελούν αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. Στην ανώνυμη εταιρεία αυτής της μορφής είναι δυνατή η συμμετοχή και φορέων του δημόσιου τομέα, συνεταιρισμών και ενώσεων αυτών, επιστημονικών φορέων, επιμελητηρίων, φορέων συλλογικών κοινωνικών ή οικονομικών συμφερόντων, καθώς και τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Στην περίπτωση αυτή οι Ο.Τ.Α. και οι λοιποί φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατέχουν την πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου. "Αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρίες Ο.Τ.Α. θεωρούνται και εκείνες στις οποίες συμμετέχουν μόνο Τ.Ε.Δ.Κ. αντί των Ο.Τ.Α. α' βαθμού." «Οι αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. δεν ανήκουν στους φορείς του δημοσίου τομέα, δεν επιχορηγούνται άμεσα ή έμμεσα από Ο.Τ.Α., δεν υλοποιούν αυτοδιοικητικές αρμοδιότητες και δεν ανήκουν σε Ο.Τ.Α. κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού. Ο έλεγχος και η εποπτεία επί των εταιρειών αυτών γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικότερες διατάξεις...... 4. Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγουμένων παραγράφων αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου. 6. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες δεν επιτρέπεται να συνιστούν ή συμμετέχουν σε καμία άλλη εταιρεία ή κοινοπραξία οποιοσδήποτε μορφής, πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τη συμμετοχή τους σε ανώνυμη εταιρεία, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 265 παρ. 2 του παρόντος ή σε άλλα εταιρικά σχήματα, τα οποία ειδικοί κανόνες προβλέπουν για την εφαρμογή εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων 8. Η ευθύνη Δήμου ή Κοινότητας που συμμετέχει σε επιχείρηση Ο.Τ.Α περιορίζεται κατά το τμήμα της συμμετοχής του στο κεφάλαιο της επιχείρησης». Στο στοιχείο β' της παρ. 3 του άρθρου 252 του v. 3463/2006 προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, ως ακολούθως: «6. Αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρίες Ο.Τ.Α θεωρούνται και εκείνες στις οποίες συμμετέχουν μόνο Τ.Ε.Δ.Κ., αντί των Ο.Τ.Α. α' βαθμού», ενώ στο τέλος της περίπτωσης β' της παρ. 3 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως η περίπτωση αυτή συμπληρώθηκε, κατά τα ανωτέρω, με την παρ. 6 του άρθρου 25 του ν. 3613/2007 (Α' 263), προστίθενται εδάφια ως εξής: «Οι αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α, δεν ανήκουν στους φορείς του δημοσίου τομέα, δεν επιχορηγούνται άμεσα ή έμμεσα από Ο.Τ.Α, δεν υλοποιούν αυτοδιοικητικές αρμοδιότητες και δεν ανήκουν σε OTA κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού. Ο έλεγχος και η εποπτεία επί των εταιρειών αυτών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν 2190/1920, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικότερες διατάξεις». Ακολούθως, με το άρθρο 254 ορίζεται ότι: «1. Δήμος ή Κοινότητα μπορεί να συστήσει δημοτική ή κοινοτική κοινωφελή επιχείρηση με σκοπό την οργάνωση λειτουργιών ή δραστηριοτήτων και την παροχή υπηρεσιών συναφών ή συνδεόμενων με τις αρμοδιότητές τους, που αναφέρονται στους τομείς της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, της παιδείας, του πολιτισμού, του αθλητισμού και του περιβάλλοντος... Σκοπός των ανωτέρω επιχειρήσεων μπορεί να είναι επίσης η οργάνωση δημοτικής συγκοινωνίας, η εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογίας.... 4. Η σύσταση κοινωφελούς επιχείρησης γίνεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και πράξη του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας που δημοσιεύεται στην εφημερίδα της κυβέρνησης...». Στη συνέχεια, με το άρθρο 255 παρ. 1 ορίζεται ότι οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, ενώ με το άρθρο 256 ορίζεται ότι οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο για θέματα που αφορούν την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού, τη σύναψη δανείων, την αγορά ή εκποίηση ακινήτων, τη διάθεση των καθαρών κερδών, την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης, συγχώνευση ή τη λύση της επιχείρησης. Επίσης, με το άρθρο 258 ορίζεται ότι το προσωπικό των κοινωφελών επιχειρήσεων συνδέεται με αυτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και προσλαμβάνεται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν για την πρόσληψη του προσωπικού των Ο.Τ.Α. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Με το άρθρο 259 παρ. 1 εδ. α'. ορίζεται ότι η κοινωφελής επιχείρηση δύναται να χρηματοδοτείται από τον οικείο Δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, ωστόσο κατά το άρθρο 260 η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση. Ακολούθως, με την διάταξη 265 του ως άνω νόμου ορίζεται "1. Δήμοι ή Κοινότητες, μόνοι ή με Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ή και άλλους φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή τρίτους, δύνανται να συνιστούν ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας και τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων, α. Οι Δήμοι, οι Κοινότητες, οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και οι λοιποί φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης διατηρούν πάντοτε κοινές μη προνομιούχες μετοχές, που αντιπροσωπεύουν αθροιστικά την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά το υπόλοιπο μπορεί να συμμετέχουν το Δημόσιο και φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, β. Όλες οι μετοχές είναι ονομαστικές και δεν εισάγονται στο Χρηματιστήριο Αξιών. Οι κοινές μετοχές είναι δεσμευμένες ονομαστικές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 3 του к ν. 2190/1920, και οι προνομιούχες χωρίς δικαίωμα ψήφου, γ. Αν η επιχείρηση λυθεί, οι Ο.Τ.Α. που συμμετέχουν σε αυτή έχουν δικαίωμα προτίμησης για την αγορά της εκποιούμενης περιουσίας. 3. Οι ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν επιχορηγούνται άμεσα ή έμμεσα από Ο.Τ.Α. Κατ' εξαίρεση, είναι επιτρεπτή η επιχορήγηση από Ο.Τ.Α. νησιωτικών περιοχών ανώνυμης εταιρείας ή ναυτικής εταιρείας του ν. 959/1979, που αυτοί έχουν συστήσει ή συμμετέχουν κατά πλειοψηφία στο εταιρικό τους κεφάλαιο για τη διεξαγωγή θαλάσσιων συγκοινωνιών και μεταφορών, καθώς επίσης και στις περιπτώσεις για τις οποίες υφίσταται ειδική νομοθετική ρύθμιση. 5. Δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπράγματου βάρους επί ακίνητης περιουσίας που έχει εισφερθεί από Δήμο ή Κοινότητα σε ανώνυμη εταιρεία, την οποία έχει συστήσει ή στην οποία συμμετέχει για την εξυπηρέτηση του καταστατικού της σκοπού, χωρίς την προηγούμενη έγκριση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 6. Το προσωπικό των ανωνύμων εταιρειών Ο.Τ.Α. προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις προεδρικού διατάγματος, το οποίο εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., η οποία παρέχεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός αφότου ζητηθεί". Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 266 του αυτού ως άνω νόμου "1. Για την αξιοποίηση της δημοτικής ή κοινοτικής ακίνητης περιουσίας ή για την εκμετάλλευση κοινόχρηστων χώρων είναι δυνατή η σύσταση ανώνυμης εταιρείας μόνο από ένα Δήμο ή μία Κοινότητα, οι οποίοι και εισφέρουν το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου. 2. Οι δημοτικές ή κοινοτικές ανώνυμες εταιρείες διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Τα οριζόμενα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, που είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας, δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ένα τρίτο (1/3) του συνολικού αριθμού των μελών του διοικητικού συμβουλίου, εκ των οποίων τουλάχιστον ένα εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας δεν μπορεί να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου προερχόμενο από τους αιρετούς εκπροσώπους του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Για την πρόσληψη Γενικού Διευθυντή, εφόσον δεν έχει ορισθεί Διευθύνων Σύμβουλος, ισχύουν κατ' αναλογία οι ρυθμίσεις του άρθρου 255 παράγραφος 4 του παρόντος. 3. Στην εταιρεία αυτής της μορφής είναι δυνατή η συμμετοχή του Δημοσίου ή άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων από εκείνα που ορίζονται στο άρθρο 252 παράγραφος 3α του παρόντος, εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων για τις ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α.. 4. Η πρόσληψη προσωπικού, η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου, καθώς και η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης έργων, προμηθειών, μελετών και υπηρεσιών από τις δημοτικές ή κοινοτικές ανώνυμες εταιρείες διενεργούνται βάσει των αντίστοιχων κανόνων που ισχύουν για τις δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις. 5. Κατά τα λοιπά, οι εταιρείες του άρθρου αυτού διέπονται από τις ρυθμίσεις των ανωνύμων εταιρειών Ο.Τ.Α. και τον κ.ν. 2190/1920". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 266 του ΚΔΚ και περιλαμβανόμενες στην ευρύτερη έννοια των ανωνύμων εταιρειών OTA "μονομετοχικές δημοτικές ανώνυμες εταιρείες" έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τον σκοπό αυτών, ο οποίος περιορίζεται αποκλειστικά στην αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των OTA, καθώς και στην εκμετάλλευση των κοινοχρήστων χώρων αυτών, δηλαδή σκοπό που αφορά στην επίλυση των τοπικών ζητημάτων και ο οποίος είναι άμεσα συνδεδεμένος με την δομή και τις αρμοδιότητες των δήμων (ΑΠ 960/2020, ΝΟΜΟΣ).

Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα άρθρα 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997 και 10 παρ. 5 του N. 3051/2002, οι επιχειρήσεις των OTA υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του N. 2190/1994 και ήδη Ν. 4765/2021 λόγω κατάργησης του πρώτου νόμου, καθόσον αφορά την πρόσληψη του διοικητικού και μη προσωπικού τους όλων των κατηγοριών με εξαίρεση μόνο του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των διευθυνόντων υπαλλήλων τους. Κατά συνέπεια, οι δημοτικές επιχειρήσεις λογίζονται ως προς την πρόσληψη του προσωπικού τους φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο ισχύουν οι ως άνω συνταγματικές διατάξεις και οι αναγκαστικού δικαίου περιοριστικές των προσλήψεων ρυθμίσεις του Ν. 2190/1994 και ήδη N. 4765/2021 (ΑΠ 197/2008 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. δ N. 4270/2014, ο Υποτομέας OTA: περιλαμβάνει: (αα) τους OTA, οι οποίοι αποτελούνται από τους Δήμους (ΟΤΑΑ' βαθμού) και τις Περιφέρειες (ОТА В' βαθμού) και (ββ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που ανήκουν, ελέγχονται ή χρηματοδοτούνται από τους OTA. Η αληθής έννοια της φράσης «Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου« της περίπτωσης δ' «Υποτομέας Ο.Τ.Α.» της παραγράφου 1 του άρθρου 14 «Ορισμοί» του ν.4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) -δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (ΑΊ43), περί υπαγωγής στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης, περιλαμβάνει από την έναρξη ισχύος της και τις συσταθείσες κατ' εξουσιοδότηση του π.δ. 25/1988 δημοτικές επιχειρήσεις ειδικού σκοπού που πληρούν τις προϋποθέσεις της εν λόγω περίπτωσης (άρθρο 131 παρ.1 N.4604/2019). Περαιτέρω, οι κανόνες λειτουργίας, δημοσιονομικής διαχείρισης και ελέγχου των επιχειρήσεων ειδικού σκοπού της παραγράφου 1 του παρόντος, καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, που εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Η υπουργική απόφαση λαμβάνει υπόψη τον ειδικό σκοπό που συστήθηκαν, ώστε να επιτελούν, στο πλαίσιο του άρθρου 15 του Συντάγματος, την οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α. κατά το άρθρο 102 του Συντάγματος, επιπλέον ταυτόχρονα κριτήρια χρηστής διαχείρισης και βέλτιστων δημοσιονομικών αποτελεσμάτων προς προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος, απαραιτήτως εντός του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής ως εκάστοτε ισχύει (άρθρο 131 παρ. 2 Ν. 4604/2019). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι δημοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται από τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων ως ΝΠΙΔ, ωστόσο δεν αποτελούν αυτόνομα αλλά ετεροκαθοριζόμενα ΝΠΙΔ που ανήκουν στους OTA, αφού δημιουργούνται για την επίτευξη αυτοδιοικητικού κοινωφελούς σκοπού, η σύστασή τους λαμβάνει χώρα με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του οικείου δήμου και πράξη του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτών ορίζονται από το δημοτικό συμβούλιο, ενώ στους πόρους τους περιλαμβάνεται και η χρηματοδότηση από τον οικείο Δήμο (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 77/2024, ΑΠ 626/2021 ΝΟΜΟΣ). Ο όρος «ανήκουν» βρίσκεται σε αρμονία με την ιδιαίτερη φύση και τη σύνδεση των δημοτικών επιχειρήσεων με τους OTA, που εποπτεύουν τη λειτουργία τους, διορίζουν και ελέγχουν την πλειοψηφία της διοίκησής τους, με την επιχορήγηση και τον έλεγχο των οικονομικών τους από το Κράτος και, κυρίως, με τον δημόσιο σκοπό που αυτές επιτελούν (ΑΠ 626/2021, ΑΠ 738/2020 ΝΟΜΟΣ). Επομένως οι εργαζόμενοι, οι οποίοι απασχολούνται στις επιχειρήσεις αυτές με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του ΠΔ 410/1988. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα δημόσιες επιχειρήσεις, που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα Νομικά Πρόσωπα ή Οργανισμούς δημόσιου χαρακτήρα. Αποφασιστικό στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μίας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική της μορφή ή ο φορέας της, ή το καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών αυτής, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, σύμφωνα με το Π.Δ. 410/1988 «Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» στο άρθρο 49 παρ. 2 ορίζει ότι το προσωπικό, εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσει το εξηκοστό δεύτερο (62ο) έτος της ηλικίας του. Αν το προσωπικό αυτό κατά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του δεν έχει συμπληρώσει σαράντα (40) έτη συνολική υπηρεσία στο Δημόσιο, παρατείνεται η παραμονή του στην Υπηρεσία έως τη συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και όχι πέραν του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας. Επίσης, στο άρθρο 55 παρ. 4, 5 και 6 ορίζεται ότι το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπάγεται, για τη χορήγηση σύνταξης, στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης από τις κείμενες διατάξεις αποζημίωσης. Στο προσωπικό αυτό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49, 50, 51, 52 και 53, εφόσον κατά το χρόνο της απόλυσης δικαιούται σύνταξης από δική του υπηρεσία, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το μισό από αυτήν που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, με εξαίρεση τις περιπτώσεις α, β και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 53,για τις οποίες δεν οφείλεται καμιά αποζημίωση. Της ίδιας αποζημίωσης και με τις ίδιες προϋποθέσεις δικαιούται και το προσωπικό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13. 5. Το ποσοστό αποζημίωσης που προβλέπεται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967, όπως αυτό κάθε φορά αναπροσαρμόζεται. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 εφαρμόζονται και στο προσωπικό των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ. 2 και 3 N.3801/2009 ορίζεται ότι στις διατάξεις του Κεφαλαίου Β' του π.δ. 410/1988 υπάγεται όλο το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ανεξαρτήτως ειδικότητας.. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου E' του π.δ. 410/1988 και του άρθρου 88 του Κεφαλαίου ΣΤ' δεν θίγονται από τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου (παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου). Το ανώτατο όριο της προαναφερόμενης αποζημίωσης αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη με το άρθρο 21 παρ. 13 N. 3144/2003 προσδιορίστηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ. Οι ανωτέρω διατάξεις αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, λόγω του σκοπού που επιδιώκουν, ήτοι τον περιορισμό των αποζημιώσεων των μισθωτών για λόγους γενικότερου συμφέροντος, δηλαδή την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΟλΑΠ 20/2006, ΑΠ 86/2022 ΝΟΜΟΣ).

Με την από 04-05-2023 και με αριθμό κατάθεσης .../2023 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέθετε ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών προσλήφθηκε στις ...με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης από την τότε δημοτική επιχείρηση του Δήμου ... με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Τουριστικής και Πολιτιστικής Ανάπτυξης ...» (...), η οποία συγχωνεύθηκε με την έτερη δημοτική επιχείρηση ... και προήλθε η ενάγουσα εταιρία με τη σημερινή της μορφή. Ότι ο Δήμος ... ασκεί αποφασιστική επιρροή στα πεπραγμένα της ενάγουσας εταιρείας, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής κατά 99,99%, ενώ συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο αυτής με ένδεκα μέλη, τα οποία διαμορφώνουν τη στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξης της εταιρίας, ενώ το προσωπικό της ενάγουσας εταιρίας προσλαμβάνεται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις, που ισχύουν για την πρόσληψη προσωπικού των OTA με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 258 παρ. 1 και 266 παρ. 4 του ν. 3463/2006). Ότι η ενάγουσα εξυπηρετεί αυτοδιοικητικούς σκοπούς με κοινωφελή χαρακτήρα για τους δημότες και επισκέπτες του Δήμου ..., παρέχοντας ζωτικές πολιτιστικές και ψυχαγωγικές υπηρεσίες με χαμηλό αντίτιμο στους δημότες και στους επισκέπτες του ως άνω Δήμου. Ότι ο εναγόμενος από το Νοέμβριο του 2012 ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή με μικτό μηνιαίο μισθό 3.112,17 ευρώ. Ότι η σύμβαση εργασίας του εναγόμενου καταγγέλθηκε στις 30-09-2022 λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και αυθημερόν ο εναγόμενος έλαβε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 38.479 ευρώ, παρά το γεγονός ότι το ανώτατο όριο της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 15.000 ευρώ βάσει των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 και άρθρου 21 παρ. 13 του N. 3144/2003, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος, δεδομένου ότι λόγω της θέσης του είχε πρόσβαση στο σύστημα ηλεκτρονικών πληρωμών των λογαριασμών που διέθετε η ενάγουσα στις αναφερόμενες στην αγωγή τράπεζες, ενώ οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της ενάγουσας πραγματοποιούνταν κατόπιν εισήγησης του εναγόμενο από το ΔΣ της ενάγουσας, είχε δε ο ίδιος δρομολογήσει και διεκπεραιώσει τη χορήγηση του ποσού συνταξιοδότησης έτερης εργαζόμενης της ενάγουσας, πλην όμως δεν τήρησε τη σύννομη διαδικασία κατά την καταγγελία της δικής του σύμβασης εργασίας λόγω συνταξιοδότησης και δεν ενημέρωσε τους ορκωτούς ελεγκτές της ενάγουσας ότι λόγω του αυτοδιοικητικού χαρακτήρα της ενάγουσας ισχύει το πλαφόν των 15.000 ευρώ στην αποζημίωση απόλυσης, με αποτέλεσμα να εκμαιεύσει από αυτούς κατά την κατάρτιση του ισολογισμού του έτους 2021 πρόβλεψη ότι η αποζημίωση απόλυσης του θα ανέρχεται στα 38.479 ευρώ με βάση τις γενικές διατάξεις για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης υπαλλήλων λόγω συνταξιοδότησης. Ότι ακολούθως δημιούργησε δολίως στον διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας την απατηλή πεποίθηση ότι του οφείλεται το σύνολο της αποζημίωσης απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης ποσού 38.479 ευρώ (96.197,50 ευρώ X 40%), χωρίς την εφαρμογή του πλαφόν των 15.000 ευρώ ως ανώτατο όριο αποζημίωσης. Ότι, ενώ γνώριζε ότι σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της ενάγουσας εταιρείας το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να διορίζει και να απολύει το υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό της εταιρίας, έφερε απευθείας προς υπογραφή το έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στις 30-09-2022 στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας. Ότι εν συνεχεία, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι μπορούσε να ενεργεί μόνος του πληρωμές έως 15.000 ευρώ, χωρίς δεύτερη υπογραφή, κατέτμησε το ανωτέρω ποσό της αποζημίωσης απόλυσής του σε μερικότερα ποσά, κάτω των 15.000 ευρώ, και προέβη σε τρεις καταβολές ως αποζημίωση απόλυσης προς τον δικό του τραπεζικό λογαριασμό. Ότι επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα από 02-02-2021 έως 09-03-2022 έλαβε ανά περιόδους αναρρωτικές άδειες, κατά την διάρκεια των οποίων ελάμβανε στο ακέραιο τις δεδουλευμένες αποδοχές του, χωρίς όμως να τις δικαιούται, αφού βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, ενώ ταυτόχρονα ελάμβανε και τα επιδόματα ασθένειας από τον ασφαλιστικό φορέα ΕΦΚΑ. Ότι μετά από συνεχείς οχλήσεις ο εναγόμενος κατέβαλε στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας την 08-12-2022 το ποσό των 3.598,53 ευρώ, ποσό το οποίο όμως αντιστοιχεί στο επίδομα ασθένειας που έλαβε από τον ΕΦΚΑ κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Ότι επιπροσθέτως, έλαβε μη νόμιμα το ποσό των 3.558,61 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού για το έτος 2021, παρά το γεγονός ότι γνώριζε πώς ήδη έχει κριθεί δυνάμει ad hoc απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ότι το ύψος του επιδόματος ισολογισμού ανέρχεται στο ποσό των 1.388,23 ευρώ. Τέλος, ότι ο εναγόμενος, παρά το ότι με την από 27-12-2021 αίτηση χορήγησης άδειας αναψυχής για το έτος 2021 δήλωσε ταυτόχρονα στο έντυπο της αδείας ότι έχει εξαντλήσει την άδειά του, με την με αριθμό πρωτοκόλλου …-2022 αίτησή του προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας, αιτήθηκε την μετατροπή της δήθεν υπολειπόμενης άδειας των 22 ημερών σε χρήμα, την οποία πέτυχε να εισπράξει στις 30-04-2022 ως αποζημίωση αδείας, ύψους 3.154,80 ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχε εξαντλήσει την άδεια αναψυχής του έτους 2021. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητούσε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 38.111,65 ευρώ, ποσό στο οποίο ανερχόταν η συνολική περιουσιακή ζημία που υπέστη από τις ανωτέρω αιτίες, με βάση τη συμβατική και αδικοπρακτική του ευθύνη, επικουρικά δε βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην δικαστική του δαπάνη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την ως άνω αγωγή, εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη στο σύνολό της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος ήδη εκκαλών με την ένδικη έφεση, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της εκκαλούμενης, προκειμένου να απορριφθεί αγωγή της αντιδίκου του στο σύνολό της. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης κα ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, λαμβανομένων υπ' όψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ ει 1/200ξ ΝΟΜΟΣ), από τη με αριθμό ….-2024 ένορκη βεβαίωση του ορκωτού ελεγκτή ….. ενώπιον της Δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δ., η οποία λήφθηκε νόμιμα όπως προκύπτει από την με αριθμό ….-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …., την με αριθμό …./2024 ένορκη βεβαίωση του …. ενώπιον της Συμβολαιογράφου …. …., η οποία λήφθηκε νόμιμα όπως προκύπτει από την με αριθμό ….2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …., την με αριθμό ΔΣΘ …. ένορκη βεβαίωση του πρώην Διευθύνοντα Συμβούλου της ενάγουσας εταιρίας …. ενώπιον της Δικηγόρου Θεσσαλονίκης …., η οποία λήφθηκε νόμιμα όπως προκύπτει απτό την με αριθμό …./2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ….., την με αριθμό ΔΣΘ ΕΒ ….-2025 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …., η οποία λήφθηκε νόμιμα ενώπιον του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ι. (βλ. με αριθμό ….2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ….) και την οποία παραδεκτά προσκομίζει ο εκκαλών το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστήριο κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δημοτική επιχείρηση συστάθηκε τον Φεβρουάριο του έτους 2009 με την υπ’ αριθμ. ….-2009 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης ανώνυμης εταιρίας, κατόπιν συγχώνευσης των αμιγών δημοτικών επιχειρήσεων «Δημοτική Επιχείρηση Τελετών και Αρωγής ...» (...) και «Δημοτική Επιχείρηση Τουριστικής και Πολιτιστικής Ανάπτυξης ...» (...) του Δήμο ..., με τη συμμετοχή και του Εμπορικού Συλλόγου .... Με την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη η ενάγουσα συστάθηκε ως κοινή ανώνυμη εταιρεία OTA, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ν. 3463/2006. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα αποτελεί ανώνυμη εταιρία OTA, σύμφωνα με τα ως άνω αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη και δη στο άρθρο 265 του ν. 3463/2006, τις μετοχές της οποία κατέχουν ο Δήμος ... κατά ποσοστό 99,99% και ο Εμπορικός Σύλλογος ... κατά ποσοστό 0,01%. %). Στο διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας ο Δήμος ... συμμετέχει με ένδεκα μέλη, τα οποία διαμορφώνουν τη στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξης της εταιρείας, όπως και τους αναπληρωτές τους, ενώ το προσωπικό της εταιρίας προσλαμβάνεται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις, του ισχύουν, για την πρόσληψη του προσωπικού των Ο.Τ.Α. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρ. 258 παρ. 1 σε συνδ. με άρ. 266 παρ. 4 ν. 3463/2006). Σκοποί της εταιρίας σύμφωνα με το καταστατικό της είναι η οργάνωση και τέλεση κηδειών, ο ανθοστολισμός των κηδειών και η πώληση ανθέων στο Δημοτικό Νεκροταφείο, η οργάνωση και τέλεση δεξιώσεων που ακολουθούν κηδείες και μνημόσυνα, η οργάνωση και εκμετάλλευση αναψυκτήριων στον Δήμο ..., η λειτουργία του κινηματογράφου «….», η διοργάνωση ψυχαγωγικών εκδηλώσεων, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η εκμετάλλευση του αποκλειστικού δικαιώματος ανάμματος των καντηλιών των ταφικών μνημείων εντός του Κοιμητηρίου του Δήμου ..., οι συνδυασμένες διοικητικές υπηρεσίες γραφείου και υπηρεσίες εκμετάλλευσης ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Από τους ανωτέρω σκοπούς - δραστηριότητες η ενάγουσα έχει έσοδα από πωλήσει και παροχή υπηρεσιών, δηλαδή από εμπορική δραστηριότητα, το δε προσωπικό της εταιρεία, είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, αμείβεται με αντίτιμο που προκύπτει από τα προαναφερθέντα έσοδα και όχι από τον κρατικό ή δημοτικό προϋπολογισμό. Ο εναγόμενος είχε προσληφθεί από την ως άνω συγχωνευθείσα εταιρία ..., στις 6-6-1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως πρόσωπο διεύθυνσης, εποπτείας και εμπιστοσύνης σύμφωνα με τα άρθρα 2 του ν. 2269/1920 και 2 του ΑΝ 547/1937. Ο εναγόμενος παρέμεινε στη θέση αυτή και μετά τη σύσταση της ενάγουσας εταιρείας, ενώ από 01-11-2012 ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή, με μικτό μηνιαίο μισθό 3.112,17 ευρώ. Στις αρμοδιότητές του, ως Γενικού Διευθυντή συγκαταλεγόταν μεταξύ άλλων η επίβλεψη των καθημερινών λειτουργιών, η εισήγηση στο Διοικητικό Συμβούλιο των ετήσιων Προγραμμάτων Δράσης της Επιχείρησης, ο σχεδιασμός της στρατηγικής, η επιτήρηση των προσλήψεων, η χορήγηση αδειών, ο συντονισμός των εργασιών του τομέα Οικονομικών και Διοικητικών Λειτουργιών, η έγκριση της μισθοδοσίας, η προετοιμασία και η σύνταξη των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Η σύμβαση εργασίας του εναγόμενου καταγγέλθηκε στις 30- 09-2022 λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και αυθημερόν ο εναγόμενος έλαβε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 38.479 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την 01-01-2013 δημιουργήθηκε ζήτημα ως προς το αν η εναγόμενη ανήκε στα νομικά πρόσωπα που εντάσσονταν στο ενιαίο μισθολόγιο του ευρύτερου δημόσιου τομέα, χωρίς ποτέ όμως να δοθεί συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα αυτό, παρά την διαρκή αλληλογραφία μεταξύ της ενάγουσας και των αρμόδιων υπηρεσιών, όπως Γενικό Λογιστήριο, Υπουργείο Εξωτερικών, Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας Θράκης, Δήμος ..., ωστόσο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στις ρυθμίσεις του άρθρου 31 παρ. 1 ν. 4024/2011 και συνακόλουθα στις ρυθμίσεις των άρθρων 1 παρ. Γ υποπ. Γ1 περ.12 ν. 4093/2012 και 7 παρ. 1 ν. 4354/2015. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι α) η επίτευξη κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, η εποπτεία διορισμός και έλεγχος της πλειοψηφίας της Διοίκησης του ΝΠΙΔ από το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή OTA ή β) η τακτική επιχορήγηση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού του ΝΠΙΔ. Η ενάγουσα εταιρία, βάσει του άρθρου 265 παρ. 3 του ν.. 3463/2006 δεν επιχορηγείται άμεσα ή έμμεσα από OTA, άρα εκλείπει η υπό στοιχείο β προϋπόθεση. Περαιτέρω, ως προς τις υπό στοιχ. A προϋποθέσεις, αυτές θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Εν προκειμένω, ο σκοπός της επιχείρησης κατά τα προαναφερθέντα είναι αμιγώς εμπορικός και όχι αυτοδιοικητικός, ενώ το γεγονός ότι η εποπτεία, ο διορισμός και ο έλεγχος της πλειοψηφίας της διοίκησης της ανήκει στον OTA Δήμο ... ως κάτοχο του 99,99% των μετοχών, δεν αρκεί για την πλήρωση της υπό στοιχείο α προϋπόθεσης, αφού τα εκεί αναφερόμενα κριτήρια θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Μάλιστα, σε προγενέστερη της επίδικης υπόθεσης χρονική στιγμή και δη το έτος 2013, και συγκεκριμένα στο υπ’ αριθμ. Πρωτ. ….2013 έγγραφο - απάντηση του Δήμου ... στο με αριθμό ….2013 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, σχετικά τον χαρακτήρα της εταιρείας της ενάγουσας, και το οποίο φέρει την υπογραφή του τότε Δημάρχου, αναφέρεται στην τελευταία παράγραφο 3 ότι η εταιρία δεν επιχορηγείται από το Κράτος, ΝΠΔΔ ή τον OTA, και ότι οι σκοποί της δεν είναι δημόσιας φύσης και εν προκειμένω αυτοδιοικητικοί και ότι το πραγματικό γεγονός της δραστηριότητας της είναι καθαρά εμπορικής φύσεως. Μάλιστα, του ΔΣ της ενάγουσας στην τακτική συνεδρίασή του την 21-11-2019 όπου και ετέθη θέμα από τον εναγόμενο με το ποιο είναι το νόμιμο μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων στην επιχείρηση της ενάγουσα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για την ενάγουσα εταιρία μπορούν να εφαρμοστούν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιριών. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα τυγχάνει κοινή ανώνυμη εταιρία OTA με αμιγώς εμπορικό σκοπό, πλην όμως, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, εφαρμόζονται και εν προκειμένω οι διατάξεις του ΠΔ/τος 410/1988, σύμφωνα με το οποίο και δη με το άρθρο 13 αυτού το ποσοστό αποζημίωσης των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ. 2 του αν 173/1967, ήτοι των 15.000 ευρώ που έχει ορισθεί ως πλαφόν για τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες. Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε όμοια και δη ότι το ανώτατο όριο αποζημίωσης που εδικαιούτο ο εναγόμενος ήταν αυτό των 15.000 ευρώ, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος, με τον οποίο αυτός ισχυρίζεται τα αντίθετα, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 30-09-2022 καταγγέλθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση εργασίας του εναγόμενου λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και ο εναγόμενος, ενώ δεν μπορούσε να λάβει ως αποζημίωση συνταξιοδότησης ποσό μεγαλύτερο των 15.000 ευρώ, έλαβε το ποσό των 38.479 ευρώ, χωρίς την εφαρμογή του ανωτέρω πλαφόν. Η ενάγουσα, με την κρινόμενη αγωγή της, ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος τύγχανε έμπειρο διευθυντικό στέλεχος της εταιρίας, γνώριζε ότι το ανώτατο όριο της αποζημίωσης απόλυσης ήταν αυτό των 15.000 ευρώ, πλην όμως ουδέποτε ενημέρωσε του ορκωτούς λογιστές ως προς το όριο αυτό, αλλά εκμεταλλευόμενος την εμπειρία του δημιούργησε δολίως στον διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας εταιρία την απατηλή πεποίθηση ότι δήθεν του οφείλεται το σύνολο της αποζημίωσης απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης ποσού 38.479 ευρώ (96.197,50 Χ40%) και προκειμένου να εξυπηρετήσει τους ιδιοτελείς σκοπούς του έφερε απευθείας προς υπογραφή το έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στις 30- 09-2022 στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρίας, ενώ γνώριζε πως για θέματα διορισμού και απόλυσης υπαλληλικού και εργατικού προσωπικού αρμόδιο ήταν το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ήδη από τον Απρίλιο του 2022 σε συνεδρίαση του ΔΣ της ενάγουσας είχε τεθεί το θέμα ως προς τον χαρακτήρα της εταιρίας της ενάγουσας και ως προς το αν θα πρέπει αυτή να εφαρμόσει το ενιαίο μισθολόγιο ή όχι, ενώ είχε ήδη εκδοθεί η με αριθμό 8408/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε αγωγή που είχε ασκήσει ο εναγόμενος σχετικά με μισθολογικές διεκδικήσεις του. Στην ανωτέρω συνεδρίαση του ΔΣ (27-04-2022), στην οποία συμμετείχε και ο Διευθύνων Σύμβουλος κ. ..., είχε τεθεί και το ανωτέρω ζήτημα του μισθολογίου της ενάγουσας αλλά και το ζήτημα του πλαφόν στην αποζημίωση απόλυσης, υπήρξαν δε ως προς τούτο τρεις γνωμοδοτήσεις της …, της …. και του δικηγορικού γραφείου … και Συνεργατών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ενήμερος για το ανωτέρω ζήτημα και δεν προέκυψε προσπάθεια παραπλάνησης αυτού ως προς το ύψος της αποζημίωσης απόλυσης εκ μέρους του εναγόμενου, το δε ζήτημα του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης ήταν γνωστό τόσο στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας όσο και στον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής. Εξάλλου, η υπόθεση έτερης υπαλλήλου της ..., στο οποίο αναφέρεται η ενάγουσα, ήταν τελείως διαφορετική από αυτή του εναγόμενου, καθώς φορούσε αίτημα της εν λόγω εργαζόμενης προκειμένου να λάβει αποζημίωση υπέρτερης της νόμιμης και όχι έγκριση του ποσού της εκ του νόμου αποζημίωσης απόλυσης που δικαιούταν η εν λόγω εργαζόμενη. Ο εκκαλών με τον δεύτερο της κρινόμενης έφεσής του ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε πώς δήθεν, ενώ ο εκκαλών γνώριζε ότι το ανώτατο όριο αποζημίωσης απόλυσης ήταν αυτό των 15.000 ευρώ παρόλα αυτά: α) δεν ενημέρωσε τους Ορκωτούς Ελεγκτές της ενάγουσας - εφεσίβλητης για το θέμα αυτό, β) εμφάνισε στον Διευθύνοντα Σύμβουλο ότι του οφείλεται ως αποζημίωση απόλυσης, λόγω συνταξιοδότησης, το ποσό των 38.479,00 ευρώ, γ) δεν εισηγήθηκε την απόλυσή του στο Διοικητικό Συμβούλιο προς έγκριση και δ) κατέτμησε το ποσό της αποζημίωσης σε τρεις δόσεις, εισπράττοντας αυθημερόν το ως άνω ποσό της αποζημίωσης απόλυσης. Ο ως άνω λόγος έφεσης ακόμα και να γίνει δεκτός ως βάσιμος δεν οδηγεί σε εξαφάνιση της απόφασης ούτε επηρεάζει το διατακτικό (το τελικό συμπέρασμα) της πρωτόδικης απόφασης, παρά μόνο σε αντικατάσταση αιτιολογίας κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, οπότε αλυσιτελώς προβάλλεται (ΑΠ 122/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 6/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 425/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγαίου 37/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΔωδ 2/2025 ΝΟΜΟΣ).

Συνοψίζοντας, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκανε δεκτή την αγωγή ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 23.479 ευρώ, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε και οι πρώτος και δεύτερος λόγος, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι ως απορριπτέοι, δεδομένου ότι και δεκτοί να γίνουν δεν μπορούν να οδηγήσουν στην ανατροπή της εκκαλουμένης, διότι και μετά τη διόρθωση της πλημμέλειας το διατακτικό της εκκαλουμένης ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι ορθό.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα από 02-02-2021 μέχρι και 09-03-2022, έλαβε ανά περιόδους αναρρωτικές άδειες, κατά την διάρκεια των οποίων ελάμβανε στο ακέραιο τις δεδουλευμένες αποδοχές του, ενώ παράλληλα ελάμβανε και τα επιδόματα ασθένειας από τον ασφαλιστικό φορέα ΕΦΚΑ. Ειδικότερα, ο εναγόμενος α) για το ημερολογιακό έτος, από 01-01-2021 έως κα 06-06-2021 έλαβε ασθένειας τα εξής χρονικά διαστήματα: από 02-02-2021 έως 05-02-2021 (4 ημέρες), από 08-02-2021 έως 22-02-2021 (5 ημέρες), από 22-02-2021 έως 24-02-2027 (3 ημέρες) β) για το ημερολογιακό έτος από 07-06-2021 έως 06-06-2022 έλαβε άδεια ασθένειας τα εξής χρονικά διαστήματα: από 17-08-2021 έως 26-08-2021 (10 ημέρες), από 28-08-2021 έως 16-09-2021 (20 ημέρες), από 20-09-2021 έως 14-10-2021 (25 ημέρες), από 15-10-2021 έως 29-10-2021 (15 ημέρες), από 15-11-2021 έως 20-11-2022 (15 ημέρες), από 22-11-2021 έως 11-12-2021 (20 ημέρες), από 28-02-2022 έως 09-03-2022 (10 ημέρες). Ως εκ τούτου, η ενάγουσα εταιρία είχε υποχρέωση να του καταβάλλει: α) για το πρώτο ως άνω ημερολογιακό έτος: για τις ημέρες ασθένειες από 02-02-2021 έως 05-02-2021, για τις 3 πρώτες ημέρες το 1/2 του ημερομισθίου και συνολικά 215,10 ευρώ μικτά (3.585 ευρώ μικτός μηνιαίος μισθός : 25 = 143,40 ευρώ μικτά ημερομίσθιο X 1/2 = 71,70 ευρώ το 1/2 του ημερομισθίου X 3 ημέρες = 215,10 ευρώ μικτά) και για την 4η ημέρα το ημερομίσθιο, αφαιρούμενου του ποσού, που έλαβε ο εναγόμενος από τον ΕΦΚΑ ως επίδομα ασθένειας, για τις ημέρες ασθένειας από 08-02- 2021 έως 12-02-2021, ήτοι για πέντε (5) ημέρες, το σύνολο των ημερομισθίων, αφαιρουμένων των ποσών που έλαβε ο αντίδικος από τον ΕΦΚΑ ως επίδομα ασθένειας,-για τις ημέρες ασθένειας από 22-02-2021 έως 24-02-2021 το ποσό των 215,10 ευρώ μικτά (3.585 ευρώ μικτός μηνιαίος μισθός : 25 = 143,40 ευρώ μικτά ημερομίσθιο X 1/2 = 71 ,70 ευρώ το 1/2 του ημερομισθίου X 3 ημέρες = 215,10 ευρώ μικτά), β) για το δεύτερο ως άνω ημερολογιακό έτος: για τις ημέρες ασθένειας από 17-08-2021 έως 26-08-2021 (10 ημέρες), για τις 3 πρώτες ημέρες το 1/2 του ημερομισθίου και συνολικά 215,10 ευρώ μικτά (3.585 ευρώ μικτός μηνιαίος μισθός : 25 = 143,40 ευρώ μικτά ημερομίσθιο X 1/2 = 71,70 ευρώ το 1/2 του ημερομισθίου X 3 ημέρες = 215,10 ευρώ μικτά) και για τις υπόλοιπες 7 ημέρες το σύνολο των ημερομισθίων, αφαιρουμένου του ποσού, που έλαβε ο εναγόμενος από τον ΕΦΚΑ ως επίδομα ασθένειας, από 28-08-2021 έως 16-09-2021 (20 ημέρες), για τις πρώτες 16 ημέρες το σύνολο των ημερομισθίων, αφαιρουμένου του ποσού, που έλαβε ο εναγόμενος από τον ΕΦΚΑ, ως επίδομα ασθένειας για τις υπολειπόμενες 4 ημέρες η ενάγουσα εταιρία δεν όφειλε να του καταβάλλει κανένα ποσό, αφού συμπληρώθηκαν οι 26 ημέρες ασθένειας, κατά τις οποίες ο εργοδότης έχει υποχρέωση καταβολής αποδοχών ασθένειας, για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος (10 ημέρες 17-08-2021 έως 26-08-2021 και 16 ημέρες από 20-08-2021 έως 12-09- 2021), από 20-09-2021 έως 14-10-2021 (25 ημέρες), δεν όφειλε να του καταβάλλει κανένα ποσό, αφού συμπληρώθηκαν οι 26 ημέρες ασθένειας, κατά οποίες ο εργοδότης έχε υποχρέωση καταβολής αποδοχών ασθένειας, για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος, από 15-10-2021 έως 29-10-2021 (15 ημέρες), δεν όφειλε να του καταβάλλει κανένα ποσό, αφού συμπληρώθηκαν οι 26 ημέρες ασθένειας, κατά τις οποίες ο εργοδότης έχει υποχρέωση καταβολής αποδοχών ασθένειας, για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος, από 15-11-2021 έως 29-11-2021 (15 ημέρες), δεν όφειλε να του καταβάλλει κανένα ποσό, αφού συμπληρώθηκαν οι 26 ημέρες ασθένειας, κατά τις οποίες ο εργοδότης έχει υποχρέωση καταβολής αποδοχών ασθένειας, το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος, από 22-11-2021 έως 11-12-2021 (20 ημέρες), δεν όφειλε του καταβάλλει κανένα ποσό, αφού συμπληρώθηκαν οι 26 ημέρες ασθένειας, κατά τις οποίες ο εργοδότης έχει υποχρέωση καταβολής αποδοχών ασθένειας, για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος, από 28-02-2022 έως 09-03-2022 (10 ημέρες), δεν όφειλε να του καταβάλλει κανένα ποσό. Ωστόσο, ο εναγόμενος όπως προκύπτει από τις μισθοδοτικές του καταστάσεις, έλαβε: Για τον Φεβρουάριο 2021 : το ποσό των 3.154,80 ευρώ μικτά, για τον Αύγουστο 2021 : το ποσό των 3.585 ευρώ μικτά, για τον Σεπτέμβριο του 2021 : το ποσό των 3.585 ευρώ μικτά, για τον Οκτώβριο του 2021: το ποσό των 3.585 ευρώ μικτά, για το Νοέμβριο του 2021: το ποσό των 3.585 ευρώ μικτά, για τον Δεκέμβριο του 2021 : το ποσό των 3,585 ευρώ μικτά, για τον Φεβρουάριο του 2022: το ποσό των 3.585 ευρώ μικτά, για το Μάρτιο του 2022: το ποσό των 3,585 ευρώ μικτά, και συνολικά για το ως άνω διάστημα το ποσό των 28.249,80 ευρώ. Συνεπώς, για το χρονικό διάστημα από 28-08-2021 έως 16-09-2021 (20 ημέρες) ο εναγόμενος έλαβε μη νομίμως το ποσό των 2.868 ευρώ μικτά, το οποίο αντιστοιχεί στα 20 ημερομίσθια (143,40 X 20), για το χρονικό διάστημα από 20-09-2021 έως 14-10-2021 (25 ημέρες) ο εναγόμενος έλαβε μη νομίμως το ποσό των 3.585 ευρώ μικτά, το οποίο το οποίο αντιστοιχεί στα 25 ημερομίσθια (143,40 X 25), για το χρονικό διάστημα από 15-10-2021 έως 29-10-2021 (15 ημέρες), ο εναγόμενος έλαβε μη νομίμως το ποσό των 2.151 ευρώ μικτά, το οποίο αντιστοιχεί στα 15 ημερομίσθια (143,40 X 15), για το χρονικό διάστημα από 15-11-2021 έως 29-11-2021 (15 ημέρες), ο εναγόμενος έλαβε μη νομίμως το ποσό των 2.151 ευρώ μικτά, το οποίο αντιστοιχεί στα 15 ημερομίσθια (143,40 X 15), για το χρονικό διάστημα από 22-11-2021 έως 11-12-2021 (20 ημέρες), ο εναγόμενος έλαβε μη νομίμως το ποσό των 2.868 ευρώ μικτά, το οποίο αντιστοιχεί στα 20 ημερομίσθια (143,40 X 20), για το χρονικό διάστημα από 28-02-2022 έως 09-03-2022 (10 ημέρες), ο εναγόμενος έλαβε μη νομίμως το ποσό των 1.434 ευρώ μικτά, το οποίο αντιστοιχεί στα 10 ημερομίσθια (143,40 € X 10). Συνολικά για αποδοχές ασθένειας, η ενάγουσα εταιρία κατέβαλε μη νομίμως στον εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 02-02- 2021 έως 09-03-2022, το ποσό των 12.906 ευρώ μικτά (2.868 + 3.585 + 2.151 + 2.868 + 1.434 = 12.906. Ο εναγόμενος μετά από συνεχείς οχλήσεις της εναγούσης κατέβαλε στον τραπεζικό λογαριασμό της την 08-12-2022 το ποσό των 3.598,53 ευρώ, το οποίο σύμφωνα με την αιτιολογία που ανέγραψε στην τραπεζική κατάθεση αντιστοιχεί ποσό που έλαβε από τον ΕΦΚΑ ως επίδομα ασθένειας για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα. Επομένως το συνολικό ποσό που μη νόμιμα έλαβε κατά τη διάρκεια επιδοτούμενης αναρρωτικής άδειας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 9.307,47 ευρώ (12.906 ευρώ - 3.598,53 ευρώ), το οποίο ο εναγόμενος πρέπει να υποχρεωθεί να το καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που έλαβε τις μηνιαίες αποδοχές του. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου - εκκαλούντος ότι θα έπρεπε στην περίπτωσή του να εφαρμοστεί ο Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (Ν. 3584/2007) ο οποίος στο άρθρο 61 παρ. 3 προβλέπει ότι «Στον υπάλληλο που είναι ασθενής ή χρειάζεται να αναρρώσει, χορηγείται αναρρωτική άδεια με αποδοχές τόσων μηνών, όσα και τα έτη της υπηρεσίας του....» τυγχάνει αβάσιμος, καθώς εν προκειμένω, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων περί αναρρωτικών αδειών. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της έφεσης τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω, με την απόφαση 8408/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκη κρίθηκε ότι, ο ενάγων, ως έγγαμος και διαχειριστής του ταμείου της επιχείρησης, δικαιούταν για επίδομα ισολογισμού ποσό ίσο με ποσοστό 80% των νόμιμων αποδοχών του, το οποίο κατόπιν και της εφαρμογής των διατάξεων των ν. 3833 και 3845/2010, ανερχόταν για το διάστημα 2014-2018 στο ποσό των 1.388,23 ευρώ για κάθε έτος. Σημειωτέον, ότι η ανωτέρω απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό του ισολογισμού κατέστη αμετάκλητη. Πλην όμως, ο εναγόμενο για το έτος 2021 αντί να λάβει ως επίδομα ισολογισμού το ως άνω ποσό των 1.388,23 ευρώ έλαβε μη νόμιμα το ποσό των 3.558,61 ευρώ. Εξάλλου, ο ίδιος ο εναγόμενος, ως ενάγων στην από 07-11-2019 αγωγή του που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποία εξεδόθη η με αριθμό 8408/2020 απόφαση, και με την οποία διεκδικούσε επίδομα ισολογισμού για τα έτη 2014-2018, προσδιόριζε το ως άνω επίδομα στο ποσό των 1.538,89 ευρώ και όχι στο ποσό των 3.558,61 ευρώ. Συνεπώς, ο εναγόμενος μη νόμιμα έλαβε το ποσό των 2.170,28 ευρώ (3.558,61 - 1.388,23) και ως εκ τούτου θα πρέπει το ποσό αυτό να το επιστρέφει στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την ημεροχρονολογία που το έλαβε (22-7-2022). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της έφεσης τυγχάνει αβάσιμος. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με την από 27-12-2021 αίτηση χορήγησης άδειας, με την οποία αιτούνταν άδεια αναψυχής για το έτος 2021 προσδιορίζοντας την περίοδο κατά την οποία θα λάμβανε την άδεια από 27/12/2021 μέχρι 02-02-2022. Πλην όμως, επειδή δεν κατέστη δυνατό να λάβει την άδεια που εδικαιούτο εντός των χρονικών ορίων που θέτει ο νόμος (άρθρο 61 του ν. 4808/2021), ήτοι κατά τους τρεις πρώτους μήνες του έτους που ακολουθεί, δηλαδή μέχρι τις 31-3-2022, υπέβαλε την με αριθμό πρωτοκόλλου …2022 αίτηση προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας εταιρίας, ... ..., προκειμένου το υπόλοιπο της αδείας του που ανερχόταν σε 22 ημέρες, να το λάβει σε χρήμα. Ενόψει του ανωτέρω αιτήματος, ζητήθηκε και παρασχέθηκε η γνωμοδότηση της δικηγόρου … ..., η οποία γνωμοδότησε ότι, εφόσον παρήλθε το πρώτο τρίμηνο του 2022 χωρίς να λάβει την άδεια ο εναγόμενος, τότε η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Εν συνεχεία, το διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας συνήλθε σε τακτική συνεδρίαση αυθημερόν (27-04-2022), προκειμένου να αποφανθεί για το ανωτέρω αίτημα και ακολούθως αποφάσισε ομόφωνα τη χορήγηση σε χρήμα του υπολοίπου της άδειας αναψυχής του έτους 2021 στον εναγόμενο (βλ. απόσπασμα πρακτικού 10/2022 που φέρει την σφραγίδα και υπογραφή του διευθύνοντα συμβούλου της ενάγουσας ... ...). Ακολούθως, στις 30-04-2022 ο εναγόμενος έλαβε ως αποζημίωση αδείας, το ποσό των 3.154,80 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις μικτές αποδοχές των 22 ημερών. Βάσει των ανωτέρω ο εναγόμενος νόμιμα έλαβε το ανωτέρω ποσό ως αποζημίωση αδείας, ο δε ισχυρισμός της ενάγουσας ότι έλαβε μη νόμιμα το ποσό αυτό παραπλανώντας τον διευθύνοντα σύμβουλο κρίνεται αβάσιμος. Εξάλλου, και ο μάρτυρας απόδειξης κατά την κατάθεσή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν γνώριζε μετά βεβαιότητας εάν ο εναγόμενος έλαβε ή όχι την άδειά του. Συνεπώς, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα και έκανε δεκτή την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εναγόμενος ισχυρίζεται τα ως άνω κρίνεται βάσιμος στην ουσία του.

Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης, πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης ως προς τα κεφάλαια που αναφέρθηκαν στο σκεπτικό της απόφασης, εφόσον έγινε δεκτός ο πέμπτος λόγος της έφεσης, να γίνει δεκτή ως βάσιμη εν μέρει η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις και κεφάλαια που δεν μεταρρυθμίστηκαν, προκειμένου να περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως (βλ. και Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, Ε’ έκδοση, 2003, παρ. 1143, σελ. 430, 344, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642).Ακολούθως, πρέπει αφού κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν δικαστήριο η από 03-05-2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2023 αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 34.956,85 ευρώ (23.479 + 9.307,47 + 2.170,38) με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε απαίτηση κατέστη απαιτητή, ήτοι για το ποσό των 23.479 ευρώ από την ημερομηνία που το έλαβε, ήτοι την 30-09-2022, των 9.307,47 ευρώ που αφορά αποδοχές ασθένειας, από το τέλος κάθε μήνα που έλαβε τις μηνιαίες αποδοχές του και για το ποσό των 2.170,28 ευρώ, από την ημεροχρονολογία που το έλαβε, ήτοι την 22-07-2022. Τέλος, θα πρέπει ο ενάγων - εκκαλών να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας λόγω της εν μέρει ήττας και νίκης του (178 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων από 16-04-2025 και με αριθμό καταθέσεως στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου .../2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στο παρόν δικαστήριο .../2025 έφεση κατά της με αριθμό 6226/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει και κατ'ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ στο σύνολό της την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 6226/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών).

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 03-05-2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2023 αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα έξι ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (34.956,85 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στη Θεσσαλονίκη, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στις 26 Μαρτίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων και την παρουσία του Γραμματέα.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ