ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 2°
ΑΡΙΘΜΟΣ 478/2025
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αγγελική Καμπανάρη, Πρόεδρο Εφετών, Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, Αντώνιο Βαθρακοκοίλη, Κτηματολογικό Εφέτη - Εισηγητή, και από τον Γραμματέα Νικόλαο Χρονά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α’ ΕΦΕΣΗ: ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: (ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Ιερός Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου Αγίου Όρους», που εδρεύει στο Άγιο Όρος Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ των πληρεξούσιων της δικηγόρων Λάμπρου Κιτσαρά (ΔΣΑ AM ….) και Σπυρίδωνος Τσαντίνη (ΔΣΑ AM …).
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: (ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (οδός Καραγεώργη Σερβίας αριθ. 10), με ΑΦΜ ..., το οποίο παραστάθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ του δικαστικού πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλέξανδρου - Σωτηρίου Ντόβα (ΝΣΚ AM ….).
В’ ΕΦΕΣΗ: ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: (ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (οδός Καραγεώργη Σερβίας αριθ. 10), με ΑΦΜ ..., το οποίο παραστάθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ του δικαστικού πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλέξανδρου - Σωτηρίου Ντόβα (ΝΣΚ AM ….).
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: (ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Ιερός Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου Αγίου Ορους», που εδρεύει στο Άγιο Όρος Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ των πληρεξούσιων της δικηγόρων Λάμπρου Κιτσαρά (ΔΣΑ AM ….) και Σπυρίδωνος Τσαντίνη (ΔΣΑ AM ….).
Το ενάγον άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τη με ημερομηνία 12.11.2012 και με αριθ. έκθ. καταθ. .../.../15.11.2012 αγωγή του σε βάρος της εναγομένης, εττί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 369/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής, η εναγόμενη άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης, στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, τη με ημερομηνία 5.2.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...9.2.2018 έφεσή της, ενώ το ενάγον άσκησε κατά αυτής, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, τη με ημερομηνία 7.2.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../10.2.2017 έφεσή του, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε, μετά από νόμιμες αναβολές, στο παρόν Δικαστήριο για τη δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω, οπότε και συζητήθηκαν.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων παραστάθηκαν στο Δικαστήριο όπως ανωτέρω και κατέθεσαν προτάσεις, ζήτησαν, δε, να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
I. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εκκρεμούν α) η με ημερομηνία 5.2.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...9.2.2018 έφεση και β) η με ημερομηνία 7.2.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2017 έφεση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, καθόσον με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων.
II. Με τη με ημερομηνία 12.11.2012 και με αριθ. έκθ. καταθ. .../.../15.11.2012 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησε, για τους εκτιθέμενους σε αυτή λόγους, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μεταξύ αυτού και του ενάγοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία “Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου” καταρτισθείσης, με το με αριθμό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …., σύμβασης ανταλλαγής των περιγραφομένων στο συμβόλαιο αυτό και την αγωγή ακινήτων, να αναγνωρισθεί ότι το ίδιο (ενάγον) είναι κύριο του με αυτό μεταβιβασθέντος στην εναγομένη ακινήτου, που επίσης περιγράφεται στο ανωτέρω συμβόλαιο και την αγωγή, να υποχρεωθεί η τελευταία, να του αποδώσει το ακίνητο αυτό και, τέλος, να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 10.000.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη ένεκα της αδικοπραξίας, την οποία τέλεσαν σε βάρος του οι από αυτήν προστηθέντες.
Περαιτέρω, με τη με ημερομηνία 14.6.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../23.7.2013 πρόσθετη παρέμβαση, στη με την ανωτέρω αγωγή ανοιγείσα δίκη, παρενέβη προσθέτως υπέρ της εναγομένης Μονής το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Εκκλησία της Ελλάδος» και, επικαλούμενη προς τούτο, ως έννομο συμφέρον, το ότι έχει δικαιώματα διοίκησης και διαχείρισης επί όμοιων με το επίδικο ακινήτων και ότι τυχόν αποδοχή του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος - καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση Ελληνικού Δημοσίου, περί του ανισχύρου των επικαλούμενων από την εναγόμενη τίτλων κτήσης κυριότητας (όπως οι Χρυσόβουλοι Λόγοι κλπ.), θα αποτελέσει νομολογιακό προηγούμενο και για υποθέσεις, που αφορούν τα από αυτή διοικούμενα και διαχειριζόμενα ακίνητα, ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή του καθ’ου η πρόσθετη αυτή παρέμβαση Ελληνικού Δημοσίου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει έννομου συμφέροντος της παρεμβαίνουσας, την πρόσθετη αυτής παρέμβαση, αναγνώρισε ότι το προαναφερόμενο με αριθμό ...μβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών … είναι άκυρο, μετά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του επικουρικά προβληθέντος τρίτου λόγου ακυρότητας, ενώ, επίσης, αναγνώρισε, ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο είναι κύριο του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδώσει το ακίνητο αυτό στο ενάγον, απέρριψε, δε, κατά τα λοιπά, την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής, το ενάγον και η εναγομένη άσκησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τις προμνησθείσες εφέσεις τους, αντίστοιχα, που, σημειωτέον, δεν απευθύνθηκαν κατά της ως άνω προσθέτως παρεμβάσας, με τις οποίες ζήτησαν την εξαφάνισή της (εκκαλουμένης), προκειμένου, όπως ειδικότερα ζήτησε το πρώτο (ενάγον) να γίνει δεκτή η αγωγή του και κατά το μέρος που πρωτοδίκως απορρίφθηκε, και προκειμένου, όπως ειδικότερα ζήτησε η δεύτερη (εναγομένη) να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της κατά το μέρος που έγινε δεκτή.
III. Η φερόμενη προς συζήτηση με ημερομηνία 5.2.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...9.2.2018 πρώτη συνεκδικαζόμενη έφεση κατά της με αριθμό 369/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως, καθόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε η εκκαλούσα επικαλείται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης (άρθρα 19, 495 § 1, 498, 511, 513 § 1 περ. β', 516, 517, 518 § 2, 520 ΚΠολΔ), ενώ, κατά τον χρόνο άσκησής της, ήτοι την 9η.2.2018, δεν είχε παρέλθει τριετία από τη δημοσίευσή της, η οποία έλαβε χώρα στις 10.2.2015, λαμβανομένου υπόψη ότι για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1η.1.2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1η.1.2016 να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 518 § 2 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με τον ν.4335/2015 (βλ. ΟλΑΠ 10/2018 ΕλλΔνη 2018, 1047). Επομένως, πρέπει, η κρινομένη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των επιμέρους λόγων της (άρθρα 522, 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν απαιτείται η κατάθεση παράβολου για το παραδεκτό της άσκησής της από το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ), διότι αυτό εξαιρείται από την καταβολή του (βλ. ΑΠ 1215/2020 ΝΟΜΟΣ).
Επιπρόσθετα, η φερόμενη προς συζήτηση με ημερομηνία 7.2.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2017 δεύτερη συνεκδικαζόμενη έφεση κατά της με αριθμό 369/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί παραδεκτός και εμπροθέσμως, καθόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε το εκκαλούν επικαλείται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης (άρθρα 19, 495 § 1, 498, 511, 513 § 1 περ. β', 516, 517, 518 § 2, 520 ΚΠολΔ), ενώ, κατά τον χρόνο άσκησής της, ήτοι τη 10η.2.2017, δεν είχε παρέλθει τριετία από τη δημοσίευσή της, η οποία έλαβε χώρα στις 10.2.2015, ενόψει και των όσων έχουν λεχθεί παραπάνω ως προς την καταχρηστική προθεσμία άσκησης της έφεσης στην ένδικη υπόθεση. Επομένως, πρέπει, η κρινομένη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των επιμέρους λόγων της (άρθρα 522, 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν απαιτείται η κατάθεση παράβολου για το παραδεκτό της άσκησής της από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ), διότι αυτό εξαιρείται από την καταβολή του (βλ. ΑΠ 1215/2020 ό.π.).
Σημειωτέον ότι δεν απαιτείται η κλήτευση του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Εκκλησία της Ελλάδος» στη συζήτηση των συνεκδικαζόμενών εφέσεων, ενόψει του ότι αυτή απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ως απαράδεκτη, ελλείψει έννομου συμφέροντος, οπότε δεν καλείται υπό την ιδιότητά της αυτή στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις της εν λόγω δίκης (βλ. ΑΠ 644/2023, ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 770/2020, ΑΠ 14/2020, ΑΠ 1475/2019, ΑΠ 688/2018, διαθέσιμες σε areiospagos.gr).
IV. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης της δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης, κατά ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, παραπονείται το εκκαλούν ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε κατ’ ουσίαν τον επικουρικά προβληθέντα τρίτο λόγο ακυρότητας της επίδικης σύμβασης και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια ιστορική της βάση, που στηριζόταν στον πρώτο λόγο ακυρότητας, συνιστάμενος στο ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη για τον λόγο ότι η εναγομένη δεν ήταν κυρία των συνολικών λημνιαίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη, και δη κατά το φερόμενο ως ανταλλαγέν ποσοστό 23,717/1000 εξ αδιαιρέτου, αφού η εν λόγω έκταση ανήκε κατά κυριότητα στο ίδιο (εκκαλούν), ως κοινόχρηστο πράγμα που ανήκει στη δημόσια περιουσία, δικαιώματι πολέμου το έτος 1920, δυνάμει των αναφερομένων αναλυτικά σε αυτή διεθνών συνθηκών, ως καθολικός διάδοχος του Βουλγαρικού Κράτους και ότι εξακολουθεί να ανήκει στην κυριότητα του ως κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής πράγμα. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον η υπό κρίση αγωγή του ενάγοντος είναι νόμιμη, ως προς την κυρία βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 573, 1033, 966, 967, 968 ΑΚ και 18 § 2 του Συντάγματος, καθότι αναφέρονται σε αυτήν πραγματικά περιστατικά που πληρούν την αντικειμενική υπόσταση των πιο πάνω εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και ειδικότερα γίνεται αναφορά των παραγωγικών γεγονότων της κυριότητας του ενάγοντος σε αμφότερα τα ανταλλαγέντα με την επίδικη σύμβαση ανταλλαγής ακίνητα και ειδικότερα ως προς το μεταβιβασθέν, για την ως άνω ανταλλακτική αιτία, από το ενάγον στην εναγόμενη προπεριγραφόμενου ακινήτου, όσο και ως προς το μεταβιβασθέν από την εναγόμενη στο ενάγον ποσοστό εξ αδιαιρέτου της λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη, ότι αυτή έχει περιέλθει στην κυριότητα του, ως κοινόχρηστο πράγμα που ανήκει στη δημόσια περιουσία, δικαιώματι πολέμου το έτος 1920, δυνάμει των αναφερομένων αναλυτικά σε αυτή διεθνών συνθηκών, ως καθολικός διάδοχος του Βουλγαρικού Κράτους και ότι εξακολουθεί να ανήκει στην κυριότητα του ως κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής πράγμα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ. Ακόμα, εκτίθενται στην αγωγή ότι λόγω της ακυρότητας, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, της σύμβασης ανταλλαγής ελλείψει έγκυρης ανταλλακτικής αιτίας, είναι άκυρες και οι μεταβιβαστικές της κυριότητας συμβάσεις που καταρτίσθηκαν με το επίδικο συμβόλαιο ανταλλαγής με συνέπεια να καθίστανται άκυρο, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, στο σύνολό του το επίδικο συμβόλαιο, δηλαδή τόσον κατά την περιεχόμενη σε αυτήν ενοχική σύμβαση ανταλλαγής όσο και για αμφότερες τις μεταβιβαστικές της κυριότητας συμβάσεις. Και τούτο διότι η σύμβαση πώλησης ακινήτου που δεν ανήκει κατά τον χρόνο της σύμβασης στην κυριότητα του πωλητή, αλλά ανήκει στην κυριότητα του αγοραστή είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ, διάταξη που εφαρμόζεται αναλογικά και στη σύμβαση ανταλλαγής, με συνέπεια, λόγω της έλλειψης έγκυρης ανταλλακτικής αιτίας για τη μεταβίβαση του πράγματος που δεν ανήκει στον υποσχόμενο, αλλά στον λήπτη της υπόσχεσης, να ανατρέπεται όλη η σύμβαση ανταλλαγής, δηλαδή τόσο η υποσχετική σύμβαση όσο και αμφότερες οι μεταβιβαστικές της κυριότητας εμπράγματες συμβάσεις. Σημειωτέον ότι όλα τα ανωτέρω έχουν κριθεί αμετάκλητα από τον Άρειο Πάγο με τις με αριθμό 981/2019 και 982/2019 αποφάσεις του (διαθέσιμες σε areiospagos.gr), με τις οποίες κρίθηκε η ακυρότητα άλλων συμβάσεων ανταλλαγής μεταξύ των νυν διαδίκων, όπου φέρεται να μεταβιβάσθηκε ποσοστό εξ αδιαιρέτου της επίμαχης ως άνω λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη από το ενάγον στην εναγομένη. Επομένως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, πρέπει, δε, να εξαφανισθεί αυτή ως προς το αντίστοιχο κεφάλαιό της, που συνέχεται με την κύρια αγωγική ιστορική βάση, αλλά και με την επικουρική βάση αυτής που έγινε πρωτοδίκως δεκτή, να διακρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο και να κριθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κύριας ιστορικής της βάσης. Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι το εκκαλούν προβάλλει τον παραπάνω λόγο ως νικήσας διάδικος, κατά το άρθρο 516 § 2 ΚΠολΔ, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή του, δεχόμενο την προρρηθείσα επικουρικός σωρευθείσα ιστορική της βάση, πλην όμως έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή της κύριας αγωγικής ιστορικής βάσης, δεδομένου ότι από την απόρριψη της τελευταίας ως μη νόμιμης το εκκαλούν υφίσταται βλάβη λόγω της παραγωγής δυσμενών αιτιολογιών, καθόσον αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη, και, συνεπώς, έχουν τα προσόντα διατακτικού και δημιουργούν δυσμενές δεδικασμένο (βλ. ενδεικ. ΑΠ 397/2020, ΑΠ 1753/2014 διαθέσιμες σε areiospagos.gr) και ειδικότερα υφίσταται βλάβη το εκκαλούν από την απόρριψη της ως άνω αγωγικής βάσης και τη συνεπακόλουθη παραγωγή δεδικασμένου, ενόψει του ότι αυτή συνέχεται με το προδικαστικό ζήτημα της επικαλούμενης κυριότητας του (εκκαλούντος) στο μεταβιβασθέν από την εναγομένη ποσοστό εξ αδιαιρέτου τής προρρηθείσας λίμνης και την εκ του λόγου τούτου και της αντιστοίχως έλλειψης της κυριότητας επί αυτής (λίμνης) της μεταβιβάσασας εναγομένης ακυρότητα της επίδικης σύμβασης. Ως προς δε την εξαφάνιση της επικουρικής αγωγικής βάσης που έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν από την εκκαλουμένη λεκτέον ότι αποτελεί αυτόθροη συνέπεια της εξαφάνισης αυτής (εκκαλουμένης) ως προς την κύρια αγωγική βάση, μετά παραδοχή του ως άνω λόγου έφεσης, αφού πληρούται αναδρομικά η διαλυτική αίρεση από την οποία εξαρτήθηκε η εκκρεμοδικία της (βλ. Αρβανιτάκη, Π., Η επικουρικότητα στην πολιτική δίκη, 1989, σελ. 244, πρβλ. Μπαμπινιώτη, Δ., Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης και αντικείμενο της έκκλητης δίκης, 2016, σελ. 427 - 431). Άλλωστε, τυχόν εξάρτηση της τύχης της εκκαλουμένης, ως προς την εν λόγω επικουρική αγωγική βάση, από την ασκηθείσα έφεση της εναγομένης θα κατέληγε στη διάσπαση της επικουρικής σώρευσης των αγωγικών βάσεων στο στάδιο της δευτεροβάθμιας δίκης, παρότι με την αγωγή επιδιώκεται η τελεσίδικη, και όχι μόνον η οριστική, δικαιοδοτική κρίση επί των με τον τρόπο αυτό σωρευθεισών ιστορικών βάσεών της.
Με τον ένατο λόγο έφεσης ισχυρίζεται το εκκαλούν ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης σε αυτό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.100.000,00 ευρώ, που στηριζόταν στην αποσιώπηση της αλήθειας και στην προβολή παραπλανητικών ισχυρισμών από τους εκπροσώπους της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας στην πρώτη συνεκδικαζόμενη έφεση, οι οποίοι με τις πράξεις τους αυτές και αξιοποιώντας το κύρος της εναγομένης ως εκκλησιαστικού Νομικού Προσώπου, ώθησαν κρατικούς λειτουργούς στο να ικανοποιήσουν τα αιτήματα της και να προβούν στην κατάρτιση της επίδικης άκυρης σύμβασης, με αποτέλεσμα αυτή να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα να προκληθεί βλάβη στο ενάγον, ήδη εκκαλούν στη δεύτερη συνεκδικαζόμενη έφεση. Ο λόγος αυτός έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επιτρεπτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι σε αυτό δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά αποσιώπησης ή παραπλάνησης από τους εκπροσώπους της εναγομένης και συγκεκριμένα δεν εκτίθενται ποια πραγματικά περιστατικά ως προς την κυριότητα του ενάγοντος στα ανταλλαγέντα ακίνητα αποσιωπήθηκαν, ποια πραγματικά περιστατικά προβλήθηκαν προς παραπλάνηση κρατικών λειτουργών, πότε και που έλαβε χώρα η αποσιώπηση και η παραπλάνηση, αντίστοιχα, στοιχεία τα οποία κρίνονται αναγκαία για να θεμελιωθεί η αιτιώδης πρόκληση σε κρατικούς λειτουργούς τής απόφασης αυτών να γίνουν δεκτά τα αιτήματα της εναγόμενης. Πρέπει να επισημανθεί ότι για το ορισμένο της αγωγής που στηρίζεται σε αδικοπραξία απαιτείται να μνημονεύονται τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου, η οποία αιτιωδώς προκάλεσε την επικαλούμενη ζημία (βλ. ΑΠ 1492/2022 ΤΝΠ ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ). Εξάλλου, μόνη η παραπομπή σε έγγραφα (βλ. σελ. 94 του αγωγικού δικογράφου) και ειδικότερα στο πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων δεν αρκεί για το ορισμένο του εξεταζόμενου εδώ αιτήματος, αφού, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 § 1, 111 ΚΠολΔ, 932 ΑΚ, η αοριστία του αγωγικού δικογράφου δεν αίρεται με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ενδεικ. ΑΠ 868/2024, ΑΠ 773/2024, ΑΠ 1419/2023, διαθέσιμες σε areiospagos.gr). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε όμοια, με σκέψεις ανάλογες των ανωτέρω, με τις οποίες αυτή (εκκαλουμένη) συμπληρώνεται, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με την κρινόμενη έφεσή είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
V. Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια των διαδίκων, και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από τη με αριθμό 255/2.9.2013 ένορκη βεβαίωση του …., η οποία λήφθηκε ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδίκη Κομοτηνής, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης (βλ. τη με αριθμό …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής ….), από τη με αριθμό …. ένορκη βεβαίωση του …., η οποία λήφθηκε ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδίκη Καβάλας, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης (βλ. τη με αριθμό …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Ε.), από τη με αριθμό …. ένορκη βεβαίωση του ….., η οποία λήφθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου …., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (βλ. τη με αριθμό …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….), από τη με αριθμό …. ένορκη βεβαίωση της …., η οποία προσκομίζεται από ενάγον - εκκαλούν - εφεσίβλητο και λήφθηκε ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδίκη Καβάλας και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, αφού λήφθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, από τη με αριθμό …. ένορκη βεβαίωση του …., η οποία προσκομίζεται με επίκληση από την εναγομένη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη και λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …. και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, αφού λήφθηκε στα πλαίσια άλλων δικών, καθώς και όλων των προσκομισθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αριθμό …. συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών …., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., η εναγόμενη Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου Αγίου Όρους μεταβίβασε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, προς το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την εντολοδόχο και πληρεξούσια αυτού Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, ποσοστό 31,384/1000 εξ αδιαιρέτου των συνολικών λιμναίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη, συνολικής επιφάνειας 48.000.000,00τ.μ., η οποία βρίσκεται επί των Νομών Ξάνθης και Ροδόπης. Σε αντάλλαγμα το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, δια της ως άνω Κτηματικής Εταιρίας, μεταβίβασε στην εναγομένη, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τμήμα του με αριθμό ... ακινήτου του αγροκτήματος ...Ν. Αττικής, το οποίο προέρχεται από την οριστική διανομή του Υπουργείου Γεωργίας, του έτους 1932, που κυρώθηκε με τη με αριθμό 29724/19.3.1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, νόμιμα δημοσιευθείσα (ΦΕΚ 52/Β712.4.1934), συνολικού εμβαδού 3.331.088,00τ.μ., το οποίο αποτελείτο από τρία (3) επιμέρους τμήματα, ήτοι: α) το Ei, εμβαδού 412.101,00τ.μ. β) το Είί, εμβαδού 31.291,00τ.μ., και γ) το Eiii, εμβαδού 2.887.696,00τ.μ. Το συμβόλαιο, όμως, αυτό ακυρώθηκε, λόγω νομικών ελαττωμάτων, με τη με αριθμό 3190/17.7.2008 πράξη ακύρωσης της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου .... Στη συνέχεια, υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου, επίσης, από την εντολοδόχο και πληρεξούσια αυτού Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, και της εναγομένης το με αριθμό ...μβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. …, α/α ….), δυνάμει του οποίου η εναγομένη μεταβίβασε στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ποσοστό 23,717/1000 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας των λιμναίων εκτάσεων της προρρηθείσας λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη, συνολικής επιφάνειας 48.000.000,00 τ.μ. Σε αντάλλαγμα το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, δια της ως άνω Κτηματικής Εταιρίας, μεταβίβασε στην εναγομένη, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τμήμα του με αριθμό ... ακινήτου του αγροκτήματος …. Ν. Αττικής, το οποίο προέρχεται από την οριστική διανομή του Υπουργείου Γεωργίας, του έτους 1932, που κυρώθηκε με τη με αριθμό 29724/19.3.1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, νόμιμα δημοσιευθείσα (ΦΕΚ 52/Β712.4.1934), συνολικής επιφάνειας 2.517.275,00τ.μ., το οποίο (ακίνητο) βρίσκεται εν μέρει στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ... και εν μέρει στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή του Δήμου ..., και αποτελείται από οκτώ (8) επιμέρους τμήματα, ήτοι: α) το υπό στοιχεία (Α) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 1-2- 3-4-5-6-...-24-1 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού …., επιφάνειας 38.114,00 τ.μ. [τμήμα του οποίου υπό στοιχεία (Α’), επιφάνειας 11.320,00 τ.μ., ευρίσκεται στη Ζώνη Προστασίας Α’ του αρχαιολογικού χώρου ...], εκ του οποίου τμήμα, εμβαδού 24.258,00τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ..., ενώ το λοιπό τμήμα, εμβαδού 13.856,00τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή του Δήμου ..., β) το υπό στοιχεία (Β) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 25-26-27-28- -308-25 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., εμβαδού 1.170.796,00 τ.μ. [τμήματα του οποίου υπό στοιχεία (Β), εμβαδού 231.687,00 τ.μ., και υπό στοιχεία (Β”), επιφάνειας 54.239,00τ.μ., βρίσκονται ατη Ζώνη Προστασίας Α’ του αρχαιολογικού χώρου ...], το οποίο βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ... και εντός του οποίου υπάρχουν: ί) το υπό στοιχεία (40) τμήμα, εμβαδού 27.058,00 τ.μ., και ii) το υπό στοιχεία (46) τμήμα, εμβαδού 6.581,00 τ.μ., τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν, κατά κυριότητα, στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, γ) το υπό στοιχεία (Γ) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 333-334-335- -440-333 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., εμβαδού 176.439,00 τ.μ. [τμήμα του οποίου υπό στοιχεία (Γ), εμβαδού 4.807,00 τ.μ., βρίσκεται στη Ζώνη Προστασίας Α’ του αρχαιολογικού χώρου ...], το οποίο βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ... και εντός του οποίου υπάρχουν: і) το υπό στοιχεία (34) τμήμα, εμβαδού 1.120,00τ.μ., και ii) το υπό στοιχεία (35) τμήμα, εμβαδού 80,00τ.μ., τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν, κατά κυριότητα, στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δ) το υπό στοιχεία (Δ) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 449-450-451- -510-449 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικο διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., εμβαδού 78.724,00 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ... και εντός του οποίου υπάρχουν: і) το υπό στοιχεία (37) τμήμα, εμβαδού 133,00 τ.μ., και ii) το υπό στοιχεία (43) τμήμα, εμβαδού 2.388,00τ.μ., τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν, κατά κυριότητα, στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ε) το υπό στοιχεία (Ε) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 516-517-518-519- -533-534-516 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., εμβαδού 81.855,00τ.μ., εκ του οποίου (τμήματος) τμήμα, εμβαδού 44.596,00τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ..., ενώ το λοιπό τμήμα, εμβαδού 37.259,00τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή του Δήμου ..., στ) το υπό στοιχεία (Ζ) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 535-536-537-538-539-636-637-820-821-822--837-838-638-639-640--663-664-535 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., εμβαδού 671.146,00τ.μ. [τμήμα του οποίου υπό στοιχεία (Ζ’), εμβαδού 5.049,00τ.μ., βρίσκεται στη Ζώνη Προστασίας Α’ του αρχαιολογικού χώρου ...], το οποίο βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ..., ζ) το υπό στοιχεία (Η) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 665-666-667--801-802-665 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., εμβαδού 266.847,00τ.μ., εκ του οποίου τμήμα, εμβαδού 181.151,00τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ..., ενώ το λοιπό τμήμα, εμβαδού 85.696,00τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή του Δήμου ... και εντός του υπό στοιχεία (Η) τμήματος υπάρχουν: і) το υπό στοιχεία (52) τμήμα, εμβαδού 3.553,00τ.μ. και ii) το υπό στοιχεία (53) τμήμα, εμβαδού 15.734,00τ.μ., τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν, κατά κυριότητα, στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και η) το υπό στοιχεία (Θ) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 803-804-805- 819-803 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., εμβαδού 33.354,00τ.μ., το οποίο τμήμα βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας .... Αποδείχθηκε ακόμα ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, κατά τον χρόνο κατάρτισης του προμνησθέντος συμβολαίου, ήταν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του εξ αδιαιρέτου ποσοστού, που φέρεται με αυτό (συμβόλαιο) να ανήκει στην εναγομένη. Ειδικότερα, η λίμνη Βιστωνίδα - Νταλιάνη ή λίμνη Μπουρού (παλαιότερη ονομασία) κείται στους νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, όπως αποτυπώνεται στο από Απριλίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., σύμφωνα με το οποίο η οριοθέτηση της λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη ελήφθη από το με ημερομηνία 12.12.2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., το οποίο συνοδεύει τη με αριθμό …. γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων Ανταλλάξιμης Περιουσίας, που έγινε αποδεκτή με την με αριθμό …. απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και η οποία προσαρτάται στο με αριθμό ...μβόλαιό, συνολικού εμβαδού 48.000 στρεμμάτων. Η λίμνη Βιστωνίδα, εμβαδού 45.000 στρεμμάτων, η οποία εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ... με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13,
14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38,
39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63,
64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89,
90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 111, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 121, 122, 123, 124, 125, 126, 127, 128, 129, 130, 131, 132, 133, 134, 1, περικλείεται νότια από παραλίμνιες εκτάσεις περιοχής Πόρτο Λόγος, συνεχίζει δυτικά προς περιοχή Νέας Κεσσάνης Δήμου Αβδήρων Νομού Ξάνθης και περιοχή Σέλινου Δήμου Βιστωνίδας Νομού Ξάνθης μετά ακολουθεί προς βορρά προς περιοχή κοινότητας Αμαξάδων Νομού Ροδόπης, Δήμου Ιάσμου Νομού Ροδόπης και περιοχή Διαλαμπής του Δήμου Ιάσμου, συνεχίζει προς ανατολάς με περιοχές Καλαμωτή, Σωληνάρι του Δήμου Ιάσμου και ακολουθεί προς νότο τις παραλίμνιες εκτάσεις των Δήμων Ιάσμου και Αιγείρου Νομού Ροδόπης. Η λίμνη, δε, Νταλιάνη, εμβαδού 3.000 στρεμμάτων, η οποία εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ... με τα στοιχεία 136, 137, 138, 139, 140, 141, 142, 143, 144, 144, ..., 146, 147, 148, 149, 150, 151, 152, 153, 154, 155, 156, 157, 158, 159, 160,161, 162, 163, 164, 165, 166, 167, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 174, 175, 176, 177, 171, 179, 180, 181, 182, 183, 184, 185, 186, 1351, περικλείεται νότια από παραλίμνιες εκτάσεις περιοχής Φαναριού Δήμου Αιγείρου Νομού Ροδόπης, δυτικά με νησίδα Αντά - Μπουρού Νομού Ξάνθης, βόρεια με περιοχές Φαναριού Δήμου Αιγείρου Νομού Ροδόπης και ανατολικά με περιοχές Φαναριού Δήμου Αιγείρου Νομού Ροδόπης. Αυτή (λίμνη Βιστωνίδα - Νταλιάνη) έχει περίμετρο 30.000 μέτρων περίπου, μέγιστο μήκος 12.450 χιλιομέτρων και μέγιστο πλάτος 7.000 χιλιομέτρων. Το μέσο βάθος της προσδιορίζεται σε 2,50 μέτρα, ενώ το βαθύτερο σημείο της προσδιορίζεται σε βάθος 3,50 μέτρων. Η λίμνη επικοινωνεί με την ανοικτή θάλασσα, στο νότιο μέρος της, μέσω διωρύγων (καναλιών), κατά τρόπο άμεσο και μόνιμο. Στη βόρεια πλευρά της εισρέουν τρεις ποταμοί, ο Κόσυνθος, ο Κομψάτος και ο Τραύος, οι οποίοι την τροφοδοτούν με ύδατα, για αυτό και τα ύδατα της λίμνης στο βόρειο τμήμα της είναι γλυκά, ενώ στο νότιο, λόγω της εισόδου υδάτων της θάλασσας, είναι αλμυρά, όπως σε όλες τις λιμνοθάλασσες, τα δε αναπτυσσόμενα εκεί ψάρια είναι ίδια με αυτά της ανοικτής θάλασσας. Τα αβαθή ύδατά της προσφέρονται για ιχθυοτροφικές δραστηριότητες, με την εκμετάλλευση των μετακινήσεων των ψαριών, από και προς το εσωτερικό της, κυρίως για αναπαραγωγή. Σε νομοθετήματα, τα οποία αφορούν τη διαχείριση της λίμνης [Α.Ν. 16/19.11.1935 (ΦΕΚ Α'568/19.11.1935), Β.Δ. 7.8.1940, Α.Ν. 1924/1951κ.λ.π.], χαρακτηρίζεται ως λιμνοθάλασσα, ενώ σε άλλα δημόσια έγγραφα, χαρακτηρίζεται, άλλοτε ως λίμνη και άλλοτε ως λιμνοθάλασσα. Το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1936 εκμισθώνει αυτήν μετά του ιχθυοτροφείου της σε αλιευτικό συνεταιρισμό για ιχθυοτροφική εκμετάλλευση, στις αντίστοιχες δε συμβάσεις μίσθωσης αναφέρεται άλλοτε ως λιμνοθάλασσα και άλλοτε ως λίμνη. Στη με αριθμό 41/1929 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας και στη με αριθμό 111/2000 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους χαρακτηρίζεται ως λιμνοθάλασσα. Η Ελλάδα, μετά την επικύρωση της συνθήκης Ραμσάρ (Ν.Δ. 191/19/20.1.1974, ΦΕΚ Α’350/20.1.1974), περιέλαβε τον υδροβιότοπο της Βιστωνίδας στον κατάλογο δίκτυο Natura 2000 των προστατευομένων οικοτόπων και υγροβιότοπων της χώρας μαζί με τα είδη χλωρίδας και πανίδας αυτών, καθόσον αυτή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους υγροτόπους της, με ιδιαίτερα πλούσια βιοποικιλότητα. Με τη με αριθμό 5796/29.3.1996 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης - Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων - Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β'854/16.9.1996), η λίμνη Βιστωνίδα χαρακτηρίσθηκε, ως υγροβιότοπος, που υπάγεται στο «Εθνικό Πάρκο Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης», ενώ με τη με αριθμό 44549/17.10.2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης - Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων - Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων - Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής - Μακεδονίας Θράκης, η οποία επίσης δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ'497/17.10.2008), χαρακτηρίσθηκε, ως υγροβιότοπος με λιμνοθαλάσσια και λιμναία χαρακτηριστικά, που υπάγεται σε περιοχή, που χαρακτηρίζεται ως Εθνικό Πάρκο με περιφερειακή ζώνη, με την ονομασία «ΕΘΝΙΚΟ-ΠΑΡΚΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ». Η Βιστωνίδα - Νταλιάνη, επομένως, είναι ένας υδροβιότοπος με μεγάλο σε έκταση υδάτινο οικοσύστημα με ορνιθολογικό και ενάλιο πλούτο, στο νότιο τμήμα της είναι υφάλμυρη λιμνοθάλασσα, ενώ στο υπόλοιπο τμήμα της είναι λίμνη, και εμπίπτει στην κατηγορία των μεγάλων λιμνών, καθόσον αυτή έχει δημιουργηθεί και τροφοδοτείται από αέναη εισροή υδάτων, που προέρχονται από τους ως άνω τρεις (3) ποταμούς, έχει μεγάλη επιφάνεια, περίμετρο, μήκος και πλάτος και είναι μία από τις μεγαλύτερες σε έκταση λίμνες της Ελλάδος, τέταρτη σε έκταση μετά την Τριχωνίδα, τη Βόλβη και τη Βεγορίτιδα. Με την πάροδο των αιώνων, βέβαια, η γεωφυσική μορφή της λίμνης και των παραλιμνίων εκτάσεών της μεταβλήθηκε. Ειδικότερα, η επιφάνεια της, που σε απώτατους και απώτερους χρόνους ήταν μεγαλύτερη, αλλά ακόμη και σε πρόσφατο χρόνο, ως παρακάτω αναφέρεται, σμικρύνθηκε, εξαιτίας προσχώσεων και εναπόθεσης φερτών γήινων υλών, οι οποίες μεταφέρονταν από τα ύδατα των εκβαλλόντων στη λίμνη ποταμών, Κόσυνθου, Κομψάτου και Τραύου και χείμαρρων της περιοχής και οι όχθες της μετατοπίστηκαν, εξαιτίας της υποχώρησης της μέσης στάθμης της επιφάνειας της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας, όπου βρίσκεται η στενότερη πεδινή διάβαση, μεταξύ της οροσειράς της Ροδόπης και της λίμνης, υπήρχε κατά τα ρωμαϊκά χρόνια πόλη, η οποία έφερε την ονομασία «Στάβλοι του Διομήδη ή Κόσσινθος». Κατά τους χρόνους του βυζαντινού αυτοκράτορος Αναστασίου A' (491-518μ.Χ.) η πόλη ενισχύθηκε με ισχυρά τείχη και προς τιμή του ονομάστηκε Αναστασιούπολη. Το έτος 549 μ.Χ. Σκλαβηνοί επιδρομείς πολιόρκησαν και κατέστρεψαν τα τείχη της πόλης, όμως, ο Ιουστινιανός (527-565μ.Χ.) αμέσως τα ενίσχυσε και παράλληλα έκτισε ένα ισχυρό τείχος, μήκους πέντε (5) χιλιομέτρων, για να αναχαιτίσει τις επιδρομές των βαρβάρων. Ο ίδιος (Ιουστινιανός) ταυτόχρονα έκτισε ένα άλλο φρούριο, στην κεντρική είσοδο της λιμνοθάλασσας, με σκοπό την προστασία της πόλης από τις επιδρομές από θαλάσσης, το οποίο ονομάστηκε Τόπαρον (κατ’ άλλη γραφή, το Πόρων). Υποστηρίχθηκε, η άποψη, ότι κατά τον 9° αιώνα, η Αναστασιούπολη μετονομάστηκε σε Περιθεώριο, ενώ το φρούριο των Πόρων αναδείχθηκε σε επισκοπή, με την ονομασία επισκοπή Πόρων, αργότερα δε η ονομασία αυτού του φρουρίου μεταπλάσθηκε σε «Πόροι» ή «Πορούν» και διατηρήθηκε η ονομασία αυτή και μετά την κατάληψη της Θράκης από τους Τούρκους, υπό την ονομασία «Μπορού ή Μπουρού ή Πορού», ονομασία που είναι γνωστή μέχρι και σήμερα (βλ. Πέτρο Γεωργαντζή, «Βιστωνίδα και Βατοπέδι», Ιστορική Διερεύνηση του Θέματος, εκδ. 2008, σελ. 17-19). Κατά άλλη άποψη, όμως, η Αναστασιούπολη μετονομάστηκε σε Περιθεώριο όχι κατά τον 9° αιώνα, αλλά στα έτη του Ανδρόνικου Γ του Παλαιολόγου (1328-1341), που την οικοδόμησε εκ νέου και της έδωσε την ονομασία αυτή, ενώ προγενέστερα, τον 11° αιώνα, «Περιθεώριο» ονομαζόταν η περιοχή, που βρισκόταν στο ανατολικό άκρο του οικισμού Πόρτο Λόγος και σήμερα υπάρχουν ερείπια βυζαντινού ναού. Ωστόσο, η τοποθεσία του Περιθεωρίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι τον 11° μ.Χ. αιώνα, έχει ήδη ταυτισθεί από τα, μη αμφισβητούμενα, πλέον, πορίσματα της αρχαιολογικής έρευνας και εντοπίζεται στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας, νοτιανατολικά του χωριού Αμαξάδες του Ν.Ροδόπης, όπου σήμερα σώζονται ερείπια των τειχών της πόλης, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Η εναγομένη ιδρύθηκε το έτος 985 μ.Χ. Είναι μία από τις πλέον σημαντικές Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, με διεθνή ακτινοβολία, λόγω της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του Αγίου Όρους και κατέχει τη δεύτερη θέση από άποψη ιεραρχίας των Μονών του Αγίου Όρους (βλ. Ιωάννη Κονιδάρη «Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας» ΕλλΔνη 50 σελ. 1643). Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, οι μοναχοί του Αγίου Όρους πέτυχαν την κατοχύρωση των προνομίων τους με επικυρωτικά φιρμάνια του σουλτάνου Μουράτ Β’ (1430) και Μωάμεθ B' του Πορθητή, πληρώνοντας ετήσιο φόρο (χαράτσι). Όμως, μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς, η εναγομένη εμφάνισε σημάδια παρακμής, με αποτέλεσμα ο κοινός βίος να χαλαρώσει, λόγω της αδυναμίας συντήρησης μεγάλου αριθμού μοναχών και, εν τέλει, να μετατραπεί σε ιδιόρρυθμη. Στα μέσα του 18ου αιώνα άρχισε και πάλι να ακμάζει, έχοντας μάλιστα τη δυνατότητα να συντηρεί και την Αθωνιάδα Σχολή, η οποία ιδρύθηκε το έτος 1743. Μετά την επανάσταση του έτους 1821, στην οποία συμμετείχαν και οι μοναχοί του Αγίου Όρους, οι Ιερές Μονές αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν και να δεχθούν τις προτάσεις των Τούρκων για αμνηστία και προστασία. Εν τέλει, το Άγιο Όρος απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό το έτος 1912 μαζί με την υπόλοιπη Μακεδονία και η συνθήκη της Λωζάννης του έτους 1923 αναγνώρισε σε αυτό την ελληνική κυριαρχία. Από το έτος 1990 με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ιερός Κοινότητας του Αγίου Όρους η εναγομένη μετατράπηκε από ιδιόρρυθμη σε κοινοβιακή. Στη συνέχεια, καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια από τα μέλη της Αδελφότητας για την αποκατάσταση των κτιριακών εγκαταστάσεων και την εξασφάλιση των απαιτού μενών προς τούτο οικονομικών μέσων, θέτοντας ως πρωταρχικό στόχο την αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της. Στο πλαίσιο των παροχών των βυζαντινών αυτοκρατόρων και άλλων ηγεμόνων προς τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, στην εναγομένη έγιναν και οι κατωτέρω αναφερόμενες παροχές, με χρυσόβουλλους λόγους βυζαντινών αυτοκρατόρων και ηγεμόνων, στους οποίους αυτή στηρίζει εμπράγματα δικαιώματα κυριότητας στην ίδια τη λίμνη. Συγκεκριμένα: α) Το έτος 1080, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Νικηφόρος Βοτανειάτης, με χρυσόβουλλο λόγο, παραχωρεί στους μοναχούς της Ιερός Μονής Βατοπεδίου («της κατά το Άγιον Όρος της Μονής του Βατοπαιδίου») φορολογική απαλλαγή για πέντε (δημόσια) κτήματα («καντεύθεν εδόκητα τούτοις ακούσιας ολοτελούς επί τοις προσούσι πέντε κτήμασι τη ειρημένη κατ' αυτούς Μονή ήγουν το μετόχιον το Περιθεώριον ο τόπος Σαλαμά καλείται συν τω εντός αυτού Κάστρου Μετοχίω αυτής, έτι και της εγγύς όντι της Χρυσοπόλεως προαστείω ή Αβαρνίκεια κέκληται και τω εν τη περιοχή της Κασανδρείας προαστείω Άγιος Δημήτριος ωνόμασται συν τω Αγίω Παύλω και ετέροις δυσί προαστείοις τω τε του κυρτού του Οσμάρου ήτοι του Τριανταφύλλου και τω του Κριμωτά ο Θεσσαλονίκη εγγίζεις και μην και το ένδον του Κάστρου Χρυσοπόλεως όντι Μετοχίω αυτών...»). Σύμφωνα με το ως άνω χρυσόβουλλο παρέχεται στους μοναχούς της εναγομένης Ι.Μ.Β. φορολογική απαλλαγή, για πέντε κτήματα, μεταξύ των οποίων και για ένα κτήμα, κοντά στο Περιθεώριο ή στην περιοχή του Περιθεωρίου, με την ονομασία (το κτήμα) του Σαλαμά, και για ένα κτήμα μέσα στο κάστρο του Περιθεωρίου. Στο χρυσόβουλλο αυτό, σαφώς προκύπτει ότι, ουδεμία γίνεται αναφορά σε λίμνη και δη στη λίμνη Βιστωνίδα και στις παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, αλλά αναφέρονται διαφορετικά ακίνητα. Όσον αφορά ειδικότερα την τοποθεσία του Περιθεωρίου, με τη με αριθμό 4499/12.6.1964 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 239Β730-6-1964), έχουν χαρακτηρισθεί στον Ν. Ροδόπης, πλην άλλων, ως αρχαιολογικός χώρος «τα ερείπια της αρχαίας πόλεως Περιθεωρίου και μεταγενεστέρως Αναστασιουπόλεως παρά την Βιστονίδαν λίμνην μετά των εντός αυτών περιλαμβανομένων χώρων και κτισμάτων». Επομένως, η αναφερόμενη στο ως άνω χρυσόβουλλο τοποθεσία του Περιθεωρίου, κατά τον χρόνο έκδοσής του (το έτος 1080), εντοπίζεται στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας, νοτιανατολικά του χωριού Αμαξάδες του Ν.Ροδόπης, όπου σήμερα σώζονται ερείπια των τειχών της πόλης, που διαδοχικά έφερε την ονομασία Αναστασιούπολη και Περιθεώριο, σήμερα, δε, έχει χαρακτηρισθεί, ως αρχαιολογικός χώρος, εδαφική έκταση 117,576 στρεμμάτων, εμπίπτουσα στο αγρόκτημα Αμαξάδων, όπως προελέχθη. Τα αναφερόμενα στο ως άνω χρυσόβουλλο δύο κτήματα, ένα κοντά στο Περιθεώριο ή στην περιοχή του Περιθεωρίου (με την ονομασία κτήμα του Σαλαμά) και ένα μέσα στο κάστρο του Περιθεωρίου, που, εν προκειμένω, ενδιαφέρουν, βρίσκονταν στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας, νοτιανατολικά του χωριού Αμαξάδες του Ν.Ροδόπης. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι με το ως άνω χρυσόβουλλο παραχωρήθηκε σε αυτήν κατά κυριότητα «το μετόχιο του Περιθεωρίου, το οποίο περιλαμβάνει τη λίμνη, τα ιχθυοτροφεία και τις παραλίμνιες εκτάσεις», είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, εκ του περιεχομένου του ως άνω χρυσόβουλλου λόγου, σαφώς, προκύπτει ότι στους μοναχούς αυτής παρέχεται φορολογική απαλλαγή για δύο κτήματα στην πριοχή του Περιθεωρίου και όχι για την προαναφερόμενη εδαφική έκταση, όπως αυτή υπολαμβάνει, β) Το ,έτος 1329, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ανδρόνικος Г' ο Παλαιολόγος, με χρυσόβουλλο λόγο, επαναβεβαιώνει την παραχώρηση προς τους μοναχούς της εναγόμενης μετοχιού και κτημάτων στις περιοχές, «εις το Περιθεώριον μετόχιον εις όνομα του Αγίου Γεωργίου μετά της νομής και περιοχής αυτού και της περί αυτό γης της επιλεγομένης του Σελαρίου. Κατέχουσι δε οι αυτοί μοναχοί και πλανηνήν εις τα βουνά της Ξανθείας επιλεγομένην του βού το πηγάδι. Έτερον μετόχιον εις την Ξανθείαν εις όνομα του Αγίου Παντελεήμονος μετά του εκείσε αμπελώνος και περιβολιού και μερικής γης, όπερ εκτήσατο η ειρημένη σεβασμία Μονή από προσενέξεως της Ακροπολιτίσσης...». Ως προς τα αναγραφόμενα στο ως άνω χρυσόβουλλο σημειώνονται τα εξής: στα τέλη του 13ου με αρχές του 14ου αιώνα υπήρχε στην ευρύτερη περιοχή της Ξάνθης και του Περιθεωρίου κάποιο μικρό μοναστήρι, που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο «τον επονομαζόμενον Καλαμιτζιώτη», το οποίο περιήλθε αργότερα στις αδελφές Θεοδώρα Κομνηνή και Γλαβένη Κομνηνή. Η Θεοδώρα Κομνηνή η Συναχερήνα διέθετε και άλλη κτηματική περιουσία, τόσο μέσα στην «Ξανθείαν» και στα βουνά αυτής, όσο και στην περιοχή, που έφερε την ονομασία Σελάριο, η οποία βρισκόταν μεταξύ Ξανθείας και Περιθεωρίου. Το έτος 1308, με ένα «αφιερωτήριο γράμμα» (δωρεά), η Θεοδώρα Κομνηνή προσέφερε στους μοναχούς της εναγομένης «...το εις το Καλαμίτζιον ευρισκόμενον μονύδριον το εις όνομα τιμώμενον του Αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου μετά πάσης της περιοχής και κατοχής αυτού και παντοίας άλλης ύλης κινητής τε και ακινήτου», δηλαδή το ανωτέρω μονύδριο του Αγίου Γεωργίου, που βρισκόταν μέσα στα κτήματά της, αλλά και άλλες κτήσεις της στην ίδια περιοχή, χωρίς να είναι επακριβώς γνωστή η θέση ούτε του μονυδρίου, ούτε και των κτημάτων του. Η ίδια προσέφερε και εξ ονόματος της αδελφής της Γλαβένης στους μοναχούς της εναγομένης («ωσαύτως εκδίδωμι και την εκ μακρών των χρόνων υπάρχουσαν εν τω Σελλαρίω γην γονικήν εμοί τε και τη αδελφή μου τη Γλαβένη, ήτοι το ήμισυ άνω μέντοι τριακοσίων μοδίων, ην απεχαρισάμην προς τον εντιμότατον οικονόμονα Ξανθείας...και την ευρισκομένην μοι και ταυτήν γονικήν Πλανινήν του Βοός το Πηγάδην την εις τα βουνά της Ξανθείας μεθ' οίας προνομιακής κατοχής...»), δηλαδή και το μισό από το κτήμα τους στην περιοχή του Σελαρίου, καθώς, επίσης, και ένα κτήμα, το οποίο είχαν επάνω στα βουνά της Ξανθείας και ονομαζόταν «του Βοός το Πηγάδι». Σύμφωνα με το ως άνω χρυσόβουλλο επαναβεβαιώνεται η παραχώρηση προς τους μοναχούς της εναγομένης του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται στην περιοχή του Καλαμιτζίου, καθώς και άλλων κτημάτων στην ίδια περιοχή, ενός κτήματος στην περιοχή του Σελαρίου και ενός κτήματος στα βουνά της Ξανθείας, με την ονομασία «του Βοός το Πηγάδι». Στο χρυσόβουλλο αυτό, επίσης, ουδεμία γίνεται αναφορά σε λίμνη και δη στη λίμνη Βιστωνίδα και στις παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, αλλά αναφέρονται διαφορετικά (χερσαία) ακίνητα. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι με το ως άνω χρυσόβουλλο παραχωρήθηκε σε αυτήν κατά κυριότητα «το μετόχιο του Περιθεωρίου, το οποίο περιλαμβάνει τη λίμνη, τα ιχθυοτροφεία και τις παραλίμνιες εκτάσεις», είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, εκ του περιεχομένου του ως άνω χρυσόβουλλου, ουδόλως προκύπτει ότι επαναβεβαιώνεται η παραχώρηση προς τους μοναχούς αυτής η προαναφερόμενη εδαφική έκταση, όπως αυτή υπολαμβάνει. Εν τέλει, δεν αποδείχθηκε ότι τα ακίνητα αυτά, των οποίων ούτε η ακριβής θέση, ούτε το εμβαδόν, ούτε τα όρια, ούτε οι όμορες ιδιοκτησίες αναφέρονται στο ως άνω χρυσόβουλλο, ταυτίζονται εδαφικά με τις επίδικες παραλίμνιες εκτάσεις, γ) Το έτος 1357, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης E' ο Παλαιολόγος, υπέγραψε χρυσόβουλλο λόγο, κατόπιν αίτησης της εναγόμενης Μονής, που επαναβεβαιώνει την παραχώρηση προς τους μοναχούς αυτής: «Το εις το Περιθεώριον μετόχων το εις όνομα τιμώμενον του Αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος και τροπαιοφόρου Γεωργίου και επικεκλημένον το Καλαμίτζιν μετά των προσόντων αυτού εντός και εκτός του αυτού κάστρου», δηλαδή, μετόχιο που βρίσκεται στο Περιθεώριον και λέγεται το μετόχιο του Αγίου Γεωργίου και έχει επίσης το όνομα «το Καλαμίτζιν», μαζί με ότι του ανήκει μέσα και έξω από αυτό το κάστρο (δηλαδή του Περιθεωρίου). Σύμφωνα με το εν λόγω χρυσόβουλλο, αναγνωριζόταν στην εναγομένη η κατοχή και νομή σε μετόχιο με την ονομασία του Αγίου Γεωργίου του Καλαμιτζιώτη, το οποίο αφορούσε χερσαίες εδαφικές εκτάσεις, ευρισκόμενες στην ευρύτερη περιοχή του Περιθεωρίου, πλησίον της κοίτης των ποταμών Κόσυνθου και Τσελέπη, δίπλα στην τότε Εγνατία οδό. Στο χρυσόβουλλο αυτό, επίσης, ουδεμία γίνεται αναφορά στη λίμνη Βιστωνίδα και στις παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, αλλά αναφέρονται διαφορετικά (χερσαία, πάντοτε) ακίνητα, κείμενα στην περιοχή του Περιθεωρίου, πλησίον της κοίτης των ποταμών Κοσύνθου και Τσελέπη, δίπλα στην τότε Εγνατία οδό. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι με το ως άνω χρυσόβουλλο παραχωρήθηκε σε αυτήν κατά κυριότητα «το μετόχιο του Περιθεωρίου, ως ευρύτερη γύρω από το Πόρτο Αάγος του Ν.Ξάνθης περιοχή και οι παρόχθιες και παραλίμνιες εκτάσεις», είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, εκ του περιεχομένου του ως άνω χρυσόβουλλου λόγου, σαφώς, προκύπτει ότι στους μοναχούς αυτής αναγνωριζόταν η κατοχή και νομή σε χερσαίες εδαφικές εκτάσεις, ευρισκόμενες στην ευρύτερη περιοχή του Περιθεωρίου, πλησίον της κοίτης των ποταμών Κόσυνθου και Τσελέπη, δίπλα στην τότε Εγνατία οδό και όχι για την προαναφερόμενη εδαφική έκταση, όπως αυτή υπολαμβάνει. Δεν αποδείχθηκε, δηλαδή, ότι τα ακίνητα αυτά, των οποίων, σημειωτέον, ούτε η ακριβής θέση, ούτε το εμβαδόν, ούτε τα όρια, ούτε οι όμορες ιδιοκτησίες αναφέρονται στο ως άνω χρυσόβουλλο, ταυτίζονται εδαφικά με τις επίδικες παραλίμνιες εκτάσεις. Από το περιεχόμενο, λοιπόν, των ανωτέρω τριών (3) χρυσόβουλλων λόγων, αναμφίβολα, προκύπτει ότι τα ακίνητα (κτήματα, μετόχι), που αναφέρονται σε αυτά, ουδεμία σχέση έχουν με τη λίμνη Βιστωνίδα, ούτε ταυτίζονται εδαφικά, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, με τις επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, αφού σε αυτούς (χρυσόβουλλους λόγους) αναφέρονται, αποκλειστικά, χερσαίες εκτάσεις και δεν γίνεται ουδεμία αναφορά για κατοχή και δικαιώματα της εναγομένης στη λίμνη, με την παλαιό ονομασία της ως «λίμνη Πορού» ή «Πουρού» ή «Μπουρού» και στις παραλίμνιες εκτάσεις της. δ) Το έτος 1369, ο Σέρβος ηγεμόνας της περιοχής Δεσπότης Ιωάννης Ούγγλεσης, με χρυσόβουλλο λόγο, κατόπιν αίτησης των μοναχών της εναγομένης («ίνα χαρίσηται αυτή από της Λίμνης της Πόρους προς την αυτήν Σεβάσμιον Μονήν του Βατοπαιδίου ποσότητα πνά υπερπύρων ώστε λαμβάνειν αυτήν κατ' έτος από της δηλωθείσης Λίμνης»), παρείχε προς την τελευταία φορολογική απαλλαγή 120 υπερπύρων ετησίως «αποχαρίζεται προς την τοιαύτην Σεβασμίαν Μονήν του Βατοπαιδίου την εν Αγίω Όρει του Άθω διακειμένην από του αυτουργίου ποσότητα υπερπύρων εκατόν είκοσι». Ειδικότερα, κατά το έτος 1358 οι Σέρβοι κατακτητές κατέλαβαν την ευρύτερη περιοχή της Ξάνθης, περί το έτος δε 1360 «δεσπότης» και ηγεμόνας στο βασίλειο των Σέρβων, στην περιοχή των Σερρών, ανακηρύχθηκε ο ανωτέρω Ιωάννης Ούγγλεσης, ο οποίος είχε ως φιλοδοξία την ένωση όλων των χριστιανών της περιοχής υπό την ηγεμονία του για την αντιμετώπιση των Τούρκων, οι οποίοι είχαν ήδη καταλάβει τμήματα της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο ανωτέρω τον Σεπτέμβριο του έτους 1371 σκοτώθηκε σε μάχη με τους Οθωμανούς στο Ορμένιο του Έβρου (μάχη της Μαρίτσας) και η περιοχή της ηγεμονίας του ανακαταλήφθηκε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα από το βυζαντινό πρίγκιπα της Θεσσαλονίκης, Μανουήλ Παλαιολόγο, που παλινόρθωσε τη βυζαντινή κυριαρχία, για να περιέλθει, όμως, αυτή αμέσως μετά στους Οθωμανούς, οι οποίοι ήδη τότε ήλεγχαν σημαντικό μέρος της ευρύτερης περιοχής της Θράκης και κατέλαβαν, το έτος 1383 τις Σέρρες και το έτος 1387 την Θεσσαλονίκη. Με το ανωτέρω χρυσόβουλλο, στο οποίο για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στη λίμνη της «Πορούς», παρέχεται προς την εναγομένη, όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενό του, φορολογική απαλλαγή 120 υπερπύρων (χρυσών νομισμάτων της εποχής) ετησίως από τη συνολική υποχρέωση που υπείχε, λόγω της αλιευματικής εκμετάλλευσης της λίμνης της Πορούς (Βιστωνίδας) και ορίζεται να το λαμβάνουν ετησίως οι μοναχοί, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει από αυτό (χρυσόβουλλο) ότι είχε παραχωρηθεί στην εναγομένη αποκλειστικό δικαίωμα αλιείας σε ολόκληρη τη λίμνη. Ενώ, και σε αυτό, όπως σαφώς προκύπτει από την ανάγνωση του κειμένου του, κανένας λόγος δεν γίνεται για παραχώρηση δικαιώματος κυριότητας επί της λίμνης ή κάποιας παραλίμνιας έκτασης αυτής στην εναγομένη. ε) Το έτος 1371, ο ίδιος Σέρβος Δεσπότης, Ιωάννης Ούγγλεσης, με χρυσόβουλλο λόγο προς την εναγομένη αναφέρει: «...Την του Βατοπαιδίου τοίνυν Ιερόν και Σεβάσμιον Μονήν της βασιλείας μου ευρούσα μεγάλην και λαμπρόν και επίδοξον και μηδαμώς παραχωρούσαν ετέρα τα πρωτεία, και παρ' αυτής μεγάλαις τοις ευχαίς εφοδιασθείσα, ευεργετεί η βασιλεία μου τους εν αυτή ασκούμενους μοναχούς τον παρόντα χρυσοβούλλιον Λόγον δι'ού προστάσσηται και ορίζει ως αν κατέχουσιν από γε του νυν και εις το εξής το κατά την λίμνην της Πορούς ευρισκόμενον βιβάριον του Αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου, τέλειον και ολόκληρον μετά πόσης της αρχαίας προνομής και περιοχής αυτού, και της εκ παντός γένους θαλαττίας αλιείας. Οφείλουσι τοίνυν οι τοιούτοι μοναχοί αναλάβεσθαι το προειρημένον βιβάριον ανενόχλητον πάντη και αδιάσειστον μη ευρίσκοντες εν αυτώ παρά τινός των απάντων την τυχούσαν επήρρειαν και διενόχλησιν ή μικρά τινά είσοδον και έρευνα εν αυτώ τη εμφανεία του παρόντος χρυσοβουλλίου λόγου της βασιλείας μου, ει μη βούλοιτο ο τούτοις διενοχλήσαι πειραθείς έχειν αυτήν την Παναγίαν μου Θεοτόκον αντίδικον και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι, και παρά της βασιλείας μου βάρος και αγανάκτησιν...». Με το χρυσόβουλλο αυτό παραχωρείται στην εναγόμενη η αποκλειστική νομή και κατοχή του ευρισκομένου στη λίμνη Βιστωνίδα (λίμνη Πορού) ιχθυοτροφείου (βιβαριού) με όλες τις γύρω επιβοηθητικές των αλιευτικών εργασιών περιοχές και δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα κυριότητας υπέρ της τελευταίας στη λίμνη ή στο ιχθυοτροφείο, ούτε μεταβιβάζεται η κυριότητα σε αυτήν. Τούτο, δε, διότι στο ίδιο ως άνω χρυσόβουλλο αναφέρεται ότι οι μοναχοί οφείλουν να αναλάβουν το ιχθυοτροφείο ανεμπόδιστο και απρόσκοπτο σε κάθε περίπτωση και χωρίς ενόχληση από επισκέπτες και δεν γίνεται, καν, μνεία σε αυτό (χρυσόβουλλο) ότι οι μοναχοί οφείλουν να αναλάβουν ολόκληρη τη λίμνη με χρήση ανεμπόδιστη από τρίτους, ούτε γίνεται καμία αναφορά για την κυριότητα της. Αν η βούληση του Σέρβου Δεσπότη, Ιωάννη Ούγγλεση, ήταν να μεταβιβάσει κατά κυριότητα τη λίμνη, το ιχθυοτροφείο και τις παραλίμνιες εκτάσεις αυτής, δεν θα όριζε, με το άνω χρυσόβουλλο, ότι «προστάσσηται και ορίζει ως αν κατέχουσιν από γε του νυν και εις το εξής το κατά την λίμνην της Πορούς ευρισκόμενον βιβάριον του Αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου, τέλειον και ολόκληρον μετά πόσης της αρχαίας προνομής και περιοχής αυτού, και της εκ παντός γένους θαλαττίας αλιείας», αλλά, θα όριζε, σε αυτό, ότι παραχωρεί «τη λίμνη της Πορούς, το σε αυτή βιβάριο και τα πέριξ της λίμνης κτήματα-μετόχια», όπως προκύπτει, σύμφωνα με τις υφιστάμενες και γνωστές τοις πάσι ιστορικές πηγές, ότι όρισε ο ίδιος Σέρβος ηγεμόνας, όταν, το ίδιο, ακριβώς, έτος (1371), δώρισε άλλο ιχθυοτροφείο της ως άνω λίμνης στη Μονή Αγίας Λαύρας, γεγονός το οποίο ενισχύει την προαναφερθείσα κρίση, ότι, δηλαδή, αυτός δεν παραχώρησε στην εναγομένη, κατά πλήρη κυριότητα, τη λίμνη Βιστωνίδα, είτε συγκεκριμένες παραλίμνιες εκτάσεις, προσδιορισμένες κατά θέση, έκταση και όρια, που, άλλωστε, ως και παρακάτω εκτίθεται, ήταν κοινής χρήσης πράγμα και, ως τέτοιο, δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτη. Έτσι, με το προαναφερόμενο χρυσόβουλλο, ο ανωτέρω Σέρβος ηγεμόνας ήθελε να παραχωρήσει και παραχώρησε στην εναγομένη το δικαίωμα της κατοχής και νομής («τέλειον και ολόκληρον») μόνον ενός ιχθυοτροφείου (βιβαριού), με την ονομασία του Αγίου Θεοδώρου, πλησίον της λίμνης «Πορούς», με όλες τις γύρω από αυτό επιβοηθητικές των αλιευτικών εργασιών περιοχές, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με την πάροδο του χρόνου, λόγω των γεωφυσικών μεταβολών της περιοχής γύρω από το ιχθυοτροφείο («μετά πάσης της αρχαίας προνομής και περιοχής αυτού») και δικαίωμα αλιείας στην παρακείμενη θαλάσσια περιοχή και, ότι δεν παραχωρήθηκε σε αυτήν, κατά κυριότητα η λίμνη της «Πορούς», οι εντός αυτής επίδικες νησίδες και το ευρισκόμενο ιχθυοτροφείο («βιβάριο») με όλη την περιοχή του, που συμπεριλάμβανε (το βιβάριο) «ανατολικά και δυτικά τις παραλίμνιες εκτάσεις και τη νησίδα Αντά Μπουρού και βόρεια μέχρι το φρούριο της Αναστασιούπολης». Τα ανωτέρω ενισχύονται, έτι περαιτέρω και από το ότι, κατά το ισχύον τότε Βυζαντινορωμάίκό Δίκαιο, η λίμνη της «Πορούς» (Βιστωνίδα) ήταν δημόσια λίμνη, αφού σχηματιζόταν από δημόσιους ποταμούς και, συνεπώς, ήταν κοινής χρήσης πράγμα, λόγω δε του κοινοχρήστου χαρακτήρα της (ως δημόσια λίμνη), ανήκε στη δημόσια κτήση μαζί με τις όχθες και, καΤ, αναλογία, τον αιγιαλό της, και, επομένως, δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί (εγκύρως) κατά κυριότητα σε ιδιώτη με πώληση ή δωρεά, παρά μόνον η εκμετάλλευσή της θα μπορούσε να παραχωρηθεί, για να μην αναιρείται η δημόσια κτήση και ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της. Με βάση, λοιπόν, όλα όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, αφού η λίμνη Βιστωνίδα και οι περιβάλλουσες τη λίμνη εδαφικές εκτάσεις της δεν περιλαμβάνονται στους επικαλούμενους από την εναγομένη ως άνω χρυσόβουλλους λόγους των ειρημένων βυζαντινών αυτοκρατόρων και σέρβου ηγεμόνα, αυτή δεν κατέστη κυρία της λίμνης, με τον προαναφερθέντα παραγωγό τρόπο, όπως αβάσιμα αυτή διατείνεται. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις, γνωστές τοις πάσι, ιστορικές πηγές, η κατάληψη της Θράκης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ολοκληρώθηκε την περίοδο 1374 - 1375, ενώ της περιοχής του Αγίου Όρους την περίοδο 1423 -1424. Μετά την κατάληψη της περιοχής του Αγίου Όρους η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατήρησε το αυτοδιοίκητο των Ιερών Μονών και τα κυριαρχικά δικαιώματα και προνόμια αυτών στα μετόχια τους. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους πέτυχαν από νωρίς την έκδοση «φιρμανίων», διαταγών που επικύρωναν τα δικαιώματα και προνόμιά τους, δηλαδή, που εκδίδονταν στο όνομα του Σουλτάνου και έφεραν την «τουγρά», το ειδικό σήμα με το όνομά του και το όνομα του πατέρα του. Έτσι, με φιρμάνι του Σουλτάνου Μουράτ Β'(1412-...1) ανανεώθηκαν προγενέστερα φιρμάνια των Σουλτάνων Μεχμέτ A' (1413-1421) και Βαγιαζίτ Α'(1389-1402). Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (το έτος ...3) ο Μωάμεθ ο B' παραχώρησε στον τότε Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο τα λεγάμενα «προνόμια», στα οποία περιλαμβάνονταν η αναγνώριση και προστασία της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας, η οποία επικυρώθηκε και με σουλτανικά βεράτια, που εξέδιδαν οι Σουλτάνοι, με την ευκαιρία της ενθρόνισης των Πατριαρχών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το έτος 1375 (χρόνος κατάληψης της Θράκης από τους Οθωμανούς), αποτελεί τον χρόνο έναρξης ισχύος του Οθωμανικού Δικαίου στην περιοχή, εντός της οποίας (περιοχής) εμπίπτει η λίμνη Βιστωνίδα και η περιβάλλουσα αυτήν περιοχή. Από τον χρόνο δε, της κατάκτησης της περιοχής από τους Τούρκους και μετέπειτα, η εναγομένη δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει κάποιο, συγκεκριμένο, επίσημο έγγραφο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο οποίο να αναφέρεται η κτήση της κυριότητας, νομής ή κατοχής επί της λίμνης και των επιδίκων εντός της λίμνης Βιστωνίδας νησίδων και παραλιμνίων εκτάσεων αυτής. Από τις, κοινές τοις πάσι, ιστορικές πηγές προκύπτει, επίσης, ότι ο Τούρκος περιηγητής, Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος περιήλθε την περιοχή το έτος 1667, αναφερόμενος στη λίμνη Βιστωνίδα, περιγράφει αυτήν ως εξής: «Έμπροσθεν του φρουρίου τούτου υπάρχει κόλπος θαλάσσης βλέπων προς νότον. Μέχρι του στομίου των στενών της θαλάσσης σχηματίζεται ευρεία λίμνη ως ωκεανός μεγάλη, εντός της οποίας αλιεύονται αναρίθμητα είδη ιχθύων. Αυτή (η λίμνη) αποτελεί ιδιαιτέραν κρατικήν υπηρεσίαν, της οποίας ο διευθυντής μετ' άλλων εκατόν είκοσι στρατιωτών κατέχει και διαχειρίζεται τα προϊόντα της λίμνης τούτης. Τα δε προϊόντα τούτα ο μουτεβελλής του Βακουφιού του Γαζή Μουράτ Χάν και τα εκ της πωλήσεως αυτών εισοδήματα καταβάλλει εις το ταμείον του βακουφιού». Σε άλλη, δε, ιστορική πηγή αναφέρεται ότι «Δεν υφίστανται μαρτυρίες ή ενδείξεις παρουσίας της Μονής του Βατοπαιδίου στην περιοχή της Πορούς ή γενικότερα περί τη λίμνη της Βιστωνίδας από τα τέλη του 14ου αιώνος μέχρι το 1791». Με βάση, άλλωστε, τις ιστορικές αυτές πηγές, ο Σουλτάνος Μουράτ ο B' (1421-...1) λίγο μετά το έτος 1421 δώρισε το Περιθεώριον στον Giovanni Adurno, Γενοβέζο ηγεμόνα της Φώκαιας, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του, ότι ο ίδιος Σουλτάνος, μεταξύ των άλλων κτημάτων, που αφιέρωσε στο Τζαμί του Ιμαρέτ, το οποίο ίδρυσε στην Αδριανούπολη, το έτος 1435 ή το 1439, αφιέρωσε και τον κασαμπά της Μπουρούς, που σημαίνει την πόλη της Μπουρούς, δηλαδή το Περιθεώριο, και τα μέρη της λίμνης, όπου πραγματοποιείται αλιεία και ότι στο βακουφναμέ του έτους 1569 της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, έγγραφο που καταγράφει περιουσιακά στοιχεία αυτής, απουσιάζει το μετόχιο του Πόρτο Λάγος. Επίσης, ανέφερε ότι, οθωμανικές πηγές καταδεικνύουν ότι η λίμνη Βιστωνίδα με τα έσοδά της και οι περιβάλλουσες αυτήν εκτάσεις, ανήκαν κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, στο Σουλτάνο, δηλαδή στο Οθωμανικό Κράτος, και, ότι αυτός διαχειριζόταν τα έσοδα, ως περιουσία του Οθωμανικού Κράτους. Μάλιστα, για την διαχείριση των εσόδων της λίμνης, κατά την περίοδο αυτή, υπάρχει πρόβλεψη στον κανουνναμέ της Μπουρούς, του 1557-1558, δηλαδή τον κανονισμό των βακουφίων του Σουλτάνου Μουράτ του Β', όπου, μεταξύ άλλων, ορίζεται: 1. να λαμβάνεται από χριστιανούς και μουσουλμάνους τελωνειακός δασμός για εμπορεύματα που εισέρχονται με πλοία στη λίμνη, η οποία είναι συνέχεια του Αιγαίου στην κωμόπολη Μπουρού, δηλαδή το Περιθεώριο, καθώς το οθωμανικό όνομα της πόλης είναι Μπουρού Καλέ, 2. για κάθε άνθρωπο ή υποζύγιο που περνά την είσοδο της κωμόπολης να λαμβάνεται δασμός, 3. να λαμβάνεται δασμός για κάθε σφαγμένο πρόβατο, για κάθε φόρτωμα κρασιού, 4. να λαμβάνεται ποσό από τους αστακούς, τα στρείδια, τα μύδια κ.α., που ψαρεύουν, 5. να λαμβάνεται φόρος αμπελιών από χριστιανούς και μουσουλμάνους, 6. στο έδαφος του βακουφιού ορίζεται δασμός πώλησης για τα πωλούμενα πρόβατα, βόδια, άλογα άνδρες και γυναίκες δούλους, χοίρους, 7. να λαμβάνεται ποσόν από το χόρτο που κόβεται από τις καλλιεργούμενες γαίες εντός του βακουφιού, 8. να λαμβάνεται δεκάτη, 9. να λαμβάνεται δεκάτη από τα μελίσσια. Μάλιστα, με βάση οθωμανικά αρχεία, ευρισκόμενα στην Άγκυρα και στην Κωνσταντινούπολη, σε αρχεία βακουφίων και σε αρχεία φορολογικών κατάστιχων, από το έτος 1430 οι πρόσοδοι της περιοχής Μπουρού, δηλαδή της λίμνης και των παραλιμνίων περιοχών, είχαν δοθεί από το Σουλτάνο σε ένα ευαγές ίδρυμα στην Αδριανούπολη, το οποίο είχε ιδρύσει ο Μουράτ ο Β', ότι στον κανουνναμέ της Μπουρού, 1557-1758, αναφέρονται εισοδήματα για τις προσόδους της περιοχής Μπουρού, που ήταν σημαντικά, ότι το βακούφι έπαιρνε εισοδήματα από τα πλοία, που εισέρχονταν στη λίμνη, ότι για την εκμετάλλευση των νταλανιών (ιχθυοτροφείων) γινόταν μια φορά ετησίως πλειστηριασμός και, στη συνέχεια, κάθε τρία έτη, ότι τα έτη 1568 - 1668 έγινε δήμευση όλης της μοναστηριακής περιουσίας από το Σουλτάνο Σελήμ, βάσει κανόνων του ισλαμικού δικαίου, ότι οι μονές που επαναγόρασαν ακίνητα γράφονταν σε βακουφναμέδες και σε οικονομικά τεφτέρια και ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη φορολογικής πληρωμής της εναγόμενης για τη συγκεκριμένη λίμνη. Πέραν των ανωτέρω, η εναγόμενη επικαλείται και προσκομίζει, προς απόδειξη των ισχυρισμών της περί κτήσης κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας μετά των νησίδων της και παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεών της και διάφορα εκκλησιαστικά έγγραφα, τα οποία χρονολογούνται από τα τέλη του 18ου αιώνα. Ειδικότερα, δε, επικαλείται ότι το έτος 1791 επισκέφθηκε την περιοχή της Βιστωνίδας (Μπουρούς) ο Τούρκος ναύαρχος Χουσεϊν Πασάς Τζεζαερλής, ο οποίος απηύθυνε ερώτημα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να πληροφορηθεί ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης της περιοχής αυτής. Το τελευταίο αναζήτησε στοιχεία από την εναγόμενη Μονή, η οποία παρέδωσε στον απεσταλμένο του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ', ως τίτλους ιδιοκτησίας, τα προαναφερθέντα χρυσόβουλλα, μεταξύ των οποίων και αυτά, του Σέρβου ηγεμόνα Ιωάννη Ούγγλεση, των ετών 1369 και 1371. Όμως, με τα δυο αυτά χρυσόβουλλα, των ετών 1369 και 1371, (στα προηγούμενα δεν υπήρχε αναφορά στη λίμνη, όπως προαναφέρθηκε), δεν αποδείχθηκε ότι παραχωρήθηκε στην εναγομένη δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας ή επί των επιδίκων νησίδων και παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω, αλλά, με το πρώτο παρασχέθηκε φορολογική απαλλαγή 120 υπερπύρων, ετησίως, από την υποχρέωση, που υπείχε η τελευταία από την εκμετάλλευση (και μόνο) της λίμνης της Βιστωνίδας, ενώ με το δεύτερο παραχωρήθηκε σε αυτήν αποκλειστικά και μόνον το δικαίωμα ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης, με βάση βιβάριο (ιχθυοτροφείο), απροσδιόριστο κατά θέση, όρια και έκταση, καθώς και το δικαίωμα αλιείας στην παρακείμενη θαλάσσια περιοχή. Ωστόσο, η Πατριαρχική Σύνοδος, υπό τον προαναφερόμενο Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ', παρερμηνεύοντας, για άγνωστους λόγους, το περιεχόμενο των ως άνω δύο χρυσόβουλλων, απάντησε στον ρηθέντα Τούρκο ναύαρχο ότι ολόκληρη η λίμνη Βιστωνίδα ανήκει στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, αναφέροντας ότι «καλώς έγνωμεν ότι η ειρημένη λίμνη εδόθη και εχαρίσθη τότε ως παντοτεινή ιδιοκτησία του μοναστηριού Βατοπαίδι υπό της τότε Βασιλείας του Ιωάννου Δεσπότου του Ούγγλεση λεγόμενον κατά το αρχαίον έτος ρωμαϊκόν καλούμενον ινδικτιών τη ογδόη εν μηνί Νοεμβρίου (έτος 1369) εν ω ρητώς γραφεί το ρηθέν εφημένον του Σενέτι επίσημον Χρυσόβουλλον λεγόμενον Ρωμαϊστί, ότι ο δούς και χαρίσας τη ρηθείσαν λίμνην Πορού λεγομένην Ιωάννης Δεσπότης ο Ούγγλεσης δέδωκεν αυτήν εις το Μοναστήρι του Βατοπαιδίου, ως κτήμα του αιώνιον... όπως νέμεται το ρηθέν μοναστήρι ετησίως ποσότητα μεγάλην, υπερέχουσαν, ώστε λαμβάνειν αυτήν ετησίως αναντιρρήτως από της ειρημένης λίμνης, εν διαταγή γραπτή και παραγγελία εν αραίς φρικταίς κατά των βουληθέντων ποτέ αναρπάσαι και ανατρέψαι το βασιλικόν αυτό δώρημα από του μοναστηριού Βατοπαίδι λεγόμενον, δια τούτο η ειρημένη λίμνη Πορού λεγομένη είναι αιώνιον κτήμα αναφαίρετον και αναπόσπαστον εις αιώνα τον άπαντα». Πρέπει, βέβαια, εδώ, να σημειωθεί ότι με βάση έρευνα σε σχετικά οθωμανικά αρχεία, αμφισβητείται η ύπαρξη Τούρκου ναύαρχο με τα ως άνω στοιχεία, ενώ, αντίθετα, υποστηρίζεται η ύπαρξη, τα έτη 1789-1791, Τούρκου ναυάρχου με στοιχεία Γκιλιντρί Χουσεϊν Πασάς και αργότερα με στοιχεία Κιουτσούκ Χουσεϊν Πασάς. Αποδείχθηκε, ακόμα, ότι περί το έτος 1800 όταν Μητροπολίτης Ξάνθης ήταν ο Ναθαναήλ (1781-1806), κατασκευάστηκε από τους χριστιανούς κατοίκους της περιοχής, σε μια μικρή νησίδα, ευρισκόμενη στο νότιο τμήμα της λίμνης Βιστωνίδας, ένας μικρός «καλαμόπλοκος» ναός, στη μνήμη του Αγίου .... Το έτος 1806 ο νέος τότε Μητροπολίτης Ξάνθης Σεραφείμ θέλησε να υπαγάγει τον μικρό αυτό ναό υπό τη μέριμνα και τη δική του πνευματική δικαιοδοσία και διαχείριση. Οι μοναχοί της εναγομένης διαμαρτυρήθηκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο τότε δε Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε', αφού έλαβε πληροφορίες από την εναγόμενη Μονή και μελέτησε τα ως άνω χρυσόβουλλα και την απάντηση του Πατριάρχη Νεόφυτου Z' προς τον φερόμενο Τούρκο «ναύαρχο Χουσεϊν Πασά Τζεζαερλή», στην από 16.8.1808 επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Ξάνθης Σεραφείμ ανέφερε ότι «προ χρόνων αμνημονεύτων εστίν αφιερωμένη η τοποθεσία της λίμνης Πουρού και του Περιθεωρίου εις αυτό το ιερόν του Βατοπαιδίου μοναστήριον μετά της τότε εκκλησίας του εν αγίοις Πατρός ..., καθώς η αφιέρωσις αύτη αποδεικνύεται παρά τίνος χρυσοβούλλου λόγου του αειμνήστου Ιωάννου Δεσπότου Ούγγλεση.,.και από καιρού εις καιρόν οι Βατοπαιδινοί Πατέρες διωρίζοντο εξ αυτών εν συ μ μοναστηριακόν και απέστελλον εκεί ίνα επιτελή τα ιερατικά υπουργήματα προς τους εκεί κατοίκους ή διατρέφοντας, τα νύν δε οι αγοράζοντες την λίμνην εκείνην χριστιανοί Αινήται θείω ζήλω κινούμενοι ίνα μη μένωσιν ανεκκλησίαστοι όσον καιρόν εν τη αλιεία διατρίβωσιν κατεσκεύασαν μίαν εκκλησίαν πλησίον της λίμνης από καλάμου και αυτής εγκαινιασθείσης λειτουργούσιν οι από μέρους αυτών αποστελλόμενοι Βατοπαιδινοί Πατέρες ως αρχαίας ούσης του Βατοπαιδίου και της τοποθεσίας αφιερωμένης διο και αιτούνται το ανενόχλητον αυτόν και ανεπηρέαστον δια της εκκλησιαστικής αντιλήψεως» και, για τον λόγο αυτό, «επειδή ο τόπος εκείνος της λίμνης Πουρού και του Περιθεωρίου εστίν αφιερωμένος, ως διείληπται, εις το του Βατοπαιδίου ιερόν Μοναστήριον και η παλαιό εκείνη εκκλησία κατηδαφίσθη και εκ νέου κατεσκευάσθη υπό καλάμου άλλη εν τω αυτώ Βατοπαιδινώ τόπω», συνιστούσε, στον Μητροπολίτη Ξάνθης Σεραφείμ, να παύσει να ενοχλεί και να παρεμποδίζει την «επιτέλεσιν των ιερατικών υπουργημάτων» από τους αποστελλόμενους εκεί μοναχούς του Βατοπαιδίου. Από την περιεχόμενη, στην ανωτέρω, από 16.8.1808 επιστολή του Πατριάρχη Γρηγορίου E' προς τον Μητροπολίτη Ξάνθης, φράση «οι αγοράζοντες την λίμνην εκείνην χριστιανοί», που σημαίνει ότι κάποιοι κάτοικοι χριστιανοί μίσθωναν τη λίμνη προς εκμετάλλευση του ιχθυοτροφικού πλούτου της, συνάγεται εμμέσως, πλην σαφώς, ότι οι εκμισθωτές δεν ήταν οι μοναχοί της εναγομένης, αφού, σε διαφορετική περίπτωση, θα το ανέγραφε ο Πατριάρχης, για να ενισχύσει τα επιχειρήματα του έναντι των αντιρρήσεων του Μητροπολίτη Ξάνθης, ως προς τη διαχείριση του μικρού ναού του Αγίου .... Όμως, ο Μητροπολίτης Ξάνθης ζήτησε εκ νέου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη την απομάκρυνση των μοναχών της εναγομένης από το ως άνω εκκλησάκι. Εν τέλει, ο επόμενος Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Δ' (ο διάδοχος του Γρηγορίου Ε'), επείσθη στα επιχειρήματα του Μητροπολίτη Ξάνθης και απέστειλε επιστολή στους μοναχούς αυτής να ανακαλέσουν τον μοναχό, που είχαν στείλει στο εκκλησάκι του ... «ως δίχα της κανονικής αδείας και του γνησίου και νομίμου και κανονικού κυριάρχου του τόπου εκείνου επιτελούντα τα ιερατικά υπουργήματα». Παρά ταύτα, οι μοναχοί αδιαφόρησαν, εξακολούθησαν δε να αποστέλλουν έναν ιερομόναχο, προς άσκηση των ιερατικών και λοιπών καθηκόντων του. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Δ' απέστειλε σε αυτούς, στις 15.7.1812, νέα, πιο επιτιμητική, επιστολή, με την οποία τους ζητούσε να συμμορφωθούν προς τις εντολές του Πατριαρχείου, διότι διαφορετικά οι μεν μοναχοί θα υφίσταντο σοβαρά επιτίμια ο δε καταπατητής μέχρι και εξορία. Όμως, και πάλι οι μοναχοί αδιαφόρησαν και η διένεξη μεταξύ αυτών και του Μητροπολίτη Ξάνθης Σεραφείμ συνεχίστηκε και κατά τα επόμενα έτη. Το έτος 1830 περίπου στη θέση του ως άνω μικρού ναού ανηγέρθη νέος «τοιχόκτιστος» ναός. Κατόπιν, καθήκοντα νέου Μητροπολίτη Ξάνθης ανέλαβε ο Ευγένιος, πλην, όμως, οι προστριβές μεταξύ αυτού και των μοναχών της εναγομένης συνεχίστηκαν. Εν τέλει, οι μοναχοί πέτυχαν την ανάκληση της απόφασης του έτους 1812 από τον τότε Πατριάρχη Κωνστάντιο А', ο οποίος, χαρακτηρίζοντας τον ανωτέρω μικρό ναό, ως «Πατριαρχική, Σταυροπηγιακή, ελευθέρα και αδούλωτον» εκκλησία-μετόχι, γνωστοποίησε την ανακλητική απόφασή του, με την από 22-9-1835 επιστολή του, προς τον Μητροπολίτη Ξάνθης Ευγένιο. Ωστόσο, ο τελευταίος δεν πείσθηκε, γι' αυτό, ο νέος Πατριάρχης Γρηγόριος ο ΣΤ', απηύθυνε κατά τους επόμενους μήνες προς αυτόν και νέα επιστολή, για να μη δημιουργεί προβλήματα στους ιερομόναχους της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου. Ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ευγένιος απήντησε με τη με ημερομηνία 5.9.1836 επιστολή του επιμένοντας στις δικές του απόψεις, όσον αφορά το ζήτημα της διαχείρισης του ναΐσκου του Αγίου .... Εν τέλει, και αφού αλιείς της περιοχής της λίμνης απέστειλαν τη με ημερομηνία 8.4.1838 επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, στην οποία ανέφεραν «...εις το βιβάριον τούτο και εις την εν αυτώ εκκλησίαν του Αγίου ... είχεν εκ παλαιών χρόνων την κυριαρχίαν το Ιερόν Μοναστήριον Βατοπαίδι και ουχί ο Αρχιερεύς Ξάνθης...το βιβάριον τούτο και η εν αυτώ εκκλησία του Αγίου ... και προ της οικοδομής αυτής και μετά την ανακομιδήν (ανοικοδομήν) και εκ παλαιών χρόνων υπήρχε δεσποζόμενον παρά του Ιερού Μοναστηριού Βατοπαίδι και πάντοτε καλόγερος Βατοπαιδινός απεστέλλετο καθώς και έως την σήμερον ευρισκόμενος Βατοπαιδινός υπάρχει...», με Πατριαρχική και Συνοδική Απόφαση, το ζήτημα της διένεξης, ως προς την διαχείριση του ναΐσκου του Αγίου ..., λύθηκε, τελικά, υπέρ της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, η οποία (απόφαση) γνωστοποιήθηκε στον Μητροπολίτη Ξάνθης, με τη με ημερομηνία 18.1.1839 επιστολή του Πατριάρχη, στην οποία ανέφερε ότι «η λίμνη και το βιβάριον πολιτικήν υποστάντα μεταβολήν περιήλθον υπό την εξουσίαν της κραταιάς βασιλείας», εννοώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καταλήγοντας «οριζόμεθα και αποφαινόμεθα ίνα η ρηθείσα κατά το βιβάριον της Πουρούς κείμενη ιερά Εκκλησία του Αγίου ..., ώσπερ εξ αρχής, ούτω και εις τον εξής άπαντα χρόνον υπάρχει και λέγεται και παρά πάντων γινώσκηται μετά πάντων των κτημάτων και πραγμάτων και αφιερωμάτων αυτής κινητών και ακινήτων, των ήδη όντων και των εισέπειτα προσγενησομένων, ιδιοκτησία τελεία αναφαίρετος και αναπόσπαστος και κτήμα και πράγμα ίδιον του κατά το Αγιώνυμον Όρος του Άθωνος Ιερού και Σεβασμίου ημετέρου Πατριαρχικού και Σταυροπηγιακού Μοναστηριού του Βατοπαιδίου και υπ'αυτού μόνο δεσπόζεται και εξουσιάζεται ολοσχερώς, διοικούμενην ελευθέρως υπό των κατά καιρούς αποστελλομένων Μοναστηριακών Βατοπεδινών πατέρων...». Περαιτέρω, κατά την ορθότερη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, επιστημονική άποψη, τα εκδιδόμενα Πατριαρχικά έγγραφα (σιγίλια, συνοδευτικά γράμματα κλπ), δεν αποτελούν τίτλους κυριότητας (αφού με αυτά, συνηθέστερα, αναγνωρίζονταν ή ιδρύονταν μοναστήρια, επισκοπές, εκκλησιαστικές σχολές, τοπικές δικαιοδοσίες, ή υπαγωγές αυτών, όπως και μεταξύ επισκοπών καθώς επίσης και περιπτώσεις αφορισμών), διότι τα προνόμια του Πατριάρχη για επίλυση διαφορών, μεταξύ των υποδούλων μελών του ποιμνίου του, ασφαλώς, δεν επεκτείνονταν σε γαίες, που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο. Εξάλλου, στο άρθρο 188 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους (ΚΧΑΟ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 10/16.9.1926, ορίζεται ότι «απορρέει δε εκ των Αυτοκρατορικών Χρυσοβούλλων, Πατριαρχικών-Σιγγιλίων, Σουλτανικών Φιρμανίων, ισχυόντων Κανονισμών και αρχαιότατων Μοναχικών Θεσμών και καθεστώτων», πλην όμως, η προαναφερόμενη διάταξη ρυθμίζει θέματα διοίκησης και λειτουργίας του Αγίου Όρους, της Ιεράς Κοινότητας, της Ιερός Επιστασίας, των Ιερών Μονών, των σκητών, απονομής δικαιοσύνης στην περιοχή του Αγίου Όρους και των σχέσεων μεταξύ των Ιερών Μονών και των μοναχών και, επομένως, μόνο για τα θέματα αυτά, αποκλειστικά, εφαρμόζονται, ως κανόνες δικαίου, τα Πατριαρχικά σιγγίλια. Αντίθετα, αυτά δεν εφαρμόζονται (ως κανόνες δικαίου) για μη ρυθμιζόμενα από τον Καταστατικό Χάρτη θέματα και μάλιστα εκείνα, που αφορούν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτός του Αγίου Όρους ακινήτων των Ιερών Μονών. Επομένως, από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει, σαφώς, ότι τα Πατριαρχικά σιγγίλια, σε καμία περίπτωση, δεν αποτελούν τίτλους κτήσης κυριότητας. Προς ενίσχυση όλων των παραπάνω, πρέπει να ειπωθεί ότι η εναγομένη στη με ημερομηνία 1.5.1922 διεκδικητική αγωγή της εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ισχυριστεί μεταξύ άλλων ότι «Κατά την Επανάσταση του 1821 καθ' ήν και οι Αγιορείται μοναχοί ενεργόν εις αυτήν έλαβαν μέρος οχυρώσαντες την διώρυγα του Ξέρξου (πρόβλακα το νυν ονομαζόμενην) ο Σουλτάνος μένεα πνέων κατά των Αγιορειτών, ασεβών δε προς το απ' αιώνων τηρούμενον καθεστώς αφήρπασε συν άλλοις και την ιδιοκτησίαν ταύτην της Μονής, ήτοι την εν λόγω λίμνην Μπουρού μετά του βιβαριού, κατόπιν όμως επανειλημμένων διαμαρτυριών του Πατριάρχου και της Ιεράς ημών Μονής δεν απέπεμψε τους εν τω Μονυδρίω και τη Εκκλησία πατέρας αλλά αφήκεν αυτούς εν Μπορού αλιεύοντας εν μεγάλαις ποσότηταις ιχθύας ους απέστελλον εις την ημετέραν Μονήν επέβαλε δε και εις τους εκάστοτε ενοικιαστές της Αίμνης να χορηγώσιν εις τους πατέρας τον αναγκαιούντα άρτον μη παύσας ούτω να αναγνωρίζει και αυτός τα επί της Λίμνης δικαιώματα της Μονής Υμών. Καθόλον δε το χρονικό διάστημα της αυθαιρέτου και βιαίας τούτης καταλήψεως, ήτοι από της ελληνικής επαναστάσεως μέχρι του 1913 η Ιερά ημών Μονή ουδέποτε έπαυσεν ενεργούσα πράξεις διακατοχής και νομής επ'αυτής το μεν δια της συνεχούς τελέσεως των θρησκευτικών καθηκόντων εν τω Μονυδρίω, το δε δια της συνεχούς δια των αντιπροσώπων αυτών αλιείας εν τη λίμνη μεγάλων ποσοτήτων ιχθύων χρησιμοποιούμενων εις τε τας ανάγκας της Μονής και προς πώλησιν.,.Το καθεστώς αυτό διετηρήθη μέχρι του έτους 1913 οπότε οι Βούλγαροι υπερβάλλοντες τους Τούρκους εις τας βιαιοπραγίας και αυθαιρεσίας απέπεμψαν άμα τη επιδρομή αυτών εις την Δυτικήν Θράκην τους Πατέρας και αντιπροσώπους της Μονής εκ της Εκκλησίας και Λίμνης λεηλατήσαντες και το Μονύδριον και τη Λίμνην...Κατά το Μάρτιον του 1920 αι Γαλλικαί αρχαί είχαν προκηρύξει δημοπρασίαν εκμισθώσεως της Λίμνης και του ιχθυοτροφείου δια δέκα ολόκληρα χρόνια, μόλις όμως διαμαρτυρήθημεν ημείς και προυβάλομεν τα δικαιώματα της Μονής, ηλάττωσαν μεν την διάρκειαν της εκμισθώσεως εις τρία μόνο έτη, αλλά και κατακύρωσαν την μίσθωσιν, κατά προτίμησιν εις τη Μονήν, με πλήρη αναγνώρισιν των επιφυλάξεων ως προς την κυριότητα της». Δηλαδή, η ίδια η εναγομένη είχε ισχυριστεί, με την ως άνω αγωγή της, ότι τουλάχιστον κατά την χρονική περίοδο των ετών 1821 - 1913 η λίμνη Βιστωνίδα τελούσε υπό την κυριαρχία του Σουλτάνου, ο οποίος την εκμίσθωνε για την εκμετάλλευση της ιχθυοπαραγωγής σε τρίτους, παράλληλα δε, επέτρεπε και στους μοναχούς αυτής την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων στο Μονύδριο και την αλίευση στη λίμνη για τις ανάγκες της διατροφής τους, αλλά και προς διάθεση των αλιευμάτων, καθώς επίσης, ότι, μετά την κατάληψη της Θράκης, το έτος 1913, οι Βούλγαροι απέπεμψαν τους μοναχούς αυτής. Επιπροσθέτως, η ίδια η εναγομένη στη με ημερομηνία 12.2.1920 αίτησή της προς τον Αρχιστράτηγο των Συμμαχικών Στρατευμάτων Ανατολής είχε ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι «και μόνον κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν ένεκα του δυσμενούς τότε πνεύματος της Τουρκικής Δυναστείας κατά του Ελληνισμού και της Εκκλησίας αυτού, κατέλαβεν αύτη αυθαιρέτως την λίμνην, αναγνωρίσασα δε εις τους πατέρας της Ιεράς ημών Μονής δικαίωμα αλιείας, επέτρεψε να αλιεύωσι μεγάλας ποσότητας ιχθύων δια την κατανάλωσιν της Μονής, επιβαλούσα και εις τους ενοικιαστάς της λίμνης την διατροφήν των πατέρων αυτής. Το καθεστώς τούτο διετηρήθη μέχρι του 1913, οπότε καταλαβόντες τη Δυτική Θράκη οι Βούλγαροι εξεδίωξαν πασάπασιν θειον και ανθρώπινον δίκαιον τους ημετέρους πατέρες και κατέλαβαν αυθαιρέτως την τε λίμνην και το Μονύδριον...». Δηλαδή, και με την προαναφερόμενη αίτησή της είχε ισχυριστεί, πάλι, η εναγομένη ότι τουλάχιστον κατά την ίδια, ως άνω, χρονική περίοδο (των ετών 1821 - 1913), η λίμνη Βιστωνίδα τελούσε υπό την κυριαρχία του Σουλτάνου, ο οποίος την εκμίσθωνε για την εκμετάλλευση της ιχθυοπαραγωγής σε τρίτους και επέτρεπε στους μοναχούς της την αλίευση στη λίμνη για τις ανάγκες της διατροφής τους και ότι μετά την κατάληψη της Θράκης το έτος 1913 οι Βούλγαροι απέπεμψαν τους μοναχούς αυτής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η περιβάλλουσα τη λίμνη παρόχθια και παραλίμνια εδαφική έκταση, πριν, κατά και μετά την ισχύ του Β.Δ. 18 της 30-11-1833 «περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών» και τουλάχιστον μέχρι το έτος 1938, κατά θέσεις, καλυπτόταν μόνιμα ή περιοδικά από ύδατα, ή είχε βαλτώδη, ή ελώδη μορφή. Εξαιτίας, της μορφής της αυτής δεν ήταν δεκτική καλλιέργειας και ουδέποτε καλλιεργήθηκε, τουλάχιστον μέχρι το έτος 1938. Τούτο προκύπτει από τον χάρτη του έτους 1904, αλλά και τις αεροφωτογραφίες του έτους 1938, οι παρόχθιες και παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης, απεικονίζονται καλυμμένες μόνιμα ή περιοδικά από ύδατα, ή ελώδεις, ή βαλτώδεις. Ενισχυτικό στοιχείο, όσον αφορά την άνω μορφολογία αυτής, αποτελεί και το γεγονός ότι κατέστη αναγκαία η κατασκευή παραλίμνιων αναχωμάτων προκειμένου να περιορισθούν τα ύδατα, που κατέκλυζαν την περιβάλλουσα τη λίμνη εδαφική έκταση και, στη συνέχεια, η εκτέλεση έργων αποξήρανσης, ώστε εδαφικές της εκτάσεις να καταστούν καλλιεργήσιμες. Από το σύνολο, λοιπόν, του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη άσκησε (ποτέ) διακατοχικές πράξεις σε οποιοδήποτε τμήμα της παραλίμνιας εδαφικής έκτασης της λίμνης, ούτε η ίδια άλλωστε επικαλείται την άσκηση τέτοιων συγκεκριμένων πράξεων. Σε κάθε περίπτωση, η αλίευση ιχθύων στη λίμνη, στα πλαίσια άσκησης περιορισμένου δικαιώματος ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης, εκ μέρους των μοναχών τής εναγομένης, δεν αποτελεί πράξη νομής, αλλά πράξη που, αυτονόητα, απορρέει από τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της λίμνης. Για τις επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις, κατά την εποχή της τουρκοκρατίας (1375-1913), δεν είχε παραχωρηθεί στην εναγομένη από το Τουρκικό Δημόσιο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με την έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου) ούτε άλλωστε και η ίδια επικαλείται την έκδοση ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ αυτής. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1858) «περί γαιών», στις μοναστηριακές γαίες ανήκαν, κατά μεν την παρ. 1 αυτού, οι ανέκαθεν προσαρτημένες στις Ιερές Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας γαίες, αρκεί η «προσάρτησή» τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane), που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας, οπότε δεν εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) ούτε υπήρχε δυνατότητα αυτές να αγορασθούν ή να πωληθούν και γι' αυτές δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου «Περί γαιών», κατά δε την παρ. 2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν και αυτές «προσαρτήματα» των Ιερών Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) όχι απευθείας στο όνομα της Μονής, αλλά με το όνομα του μοναχού, εξακολουθούσαν δε να υπάγονται στην ίδια κατηγορία των δημοσίων γαιών του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», εφαρμόζονταν δε σε αυτές οι διατάξεις οι σχετικές με την εξουσίασή τους με τίτλο (ταπί) του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών». Οι ανωτέρω «περί γαιών» διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την Ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, με το άρθρο 2 του Ν.147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν.262/1914, του οποίου οι διατάξεις επεκτάθηκαν και στην Δυτική Θράκη με το Ν.Δ. 26.10/10-11-1923. Η λίμνη Βιστωνίδα και οι επίδικες εντός αυτής νησίδες και παραλίμνιες εκτάσεις της, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε είχαν καταχωρηθεί με, αντίστοιχη, εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο, που αποτελούσε συστατικό τύπο της κυριότητας για γαίες για τις οποίες δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», ούτε εξουσιάζονταν, ως κοινές δημόσιες γαίες, που αποτελούσαν και αυτές «προσάρτημα», των Ιερών Μονών, με τίτλο (ταπί) όχι απευθείας στο όνομα της Ιερός Μονής, αλλά με το όνομα μοναχού, κατά τα προαναφερθέντα. Εξάλλου, ούτε η εναγομένη αποδείχθηκε ότι ζήτησε να αναγνωρισθεί σε αυτήν δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης και επί των επιδίκων νησίδων και παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, με την οριζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 3 § 1 εδ. β' και 6, 11 § 1, 15 § 1, 16, 19 §§ 1 και 2 και 20 § 1 ν.2508/1920 διαδικασία. Περαιτέρω, κατά τον Οθωμανικό Αστικό Κώδικα (άρθρο 1237), οι θάλασσες και οι μεγάλες λίμνες εθεωρούντο πράγματα κοινά τοις πάσι μη δυνάμενα να αποτελόσουν αντικείμενο ιδιωτικής κτήσης, ο καθένας, δε, μπορούσε να απολαμβάνει τις ωφέλειες των κοινών πραγμάτων, υπό τον όρο να μην προξενεί σε άλλους ζημία. Επίσης, και κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, οι θάλασσες και οι μεγάλες λίμνες, όπως και η επίδικη, ως πράγματα κοινά τοις πάσι, προορισμένα για κοινή χρήση, ήταν πράγματα εκτός συναλλαγής. Επίσης, κατά τον Οθωμανικό Αστικό Κώδικα (άρθρα 47 και 132), ο αιγιαλός, εθεωρείτο πράγμα κοινής χρήσης, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και ήταν εκτός συναλλαγής, μόνο δε από τον Σουλτάνο ως εκπρόσωπό του μπορούσε να παραχωρηθεί με τίτλο (ταπί) το τμήμα της θάλασσας που προσχώθηκε στον προσχώσαντα (άρθρο 132 του νόμου «Περί Γαιών» της 7 Ραμαζάν). Επομένως, και κατά το Οθωμανικό Δίκαιο, η λίμνη και λιμνοθάλασσα Βιστωνίδα, οι όχθες και ο αιγιαλός της, ομοίως και ο αιγιαλός της θάλασσας θεωρούνταν πράγματα κοινά τοις πάσι, που ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ήταν εκτός συναλλαγής, μόνο δε από τον Σουλτάνο, ως εκπρόσωπό του, μπορούσαν να παραχωρηθούν και εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα παραχωρήθηκαν, από αυτόν, στην εναγομένη. Συνεπώς, η λίμνη Βιστωνίδα, οι όχθες της και, κατ' αναλογία, ο αιγιαλός της, ως λιμνοθάλασσα, ομοίως και ο αιγιαλός της θάλασσας (Αιγαίου Πέλαγους), ως κοινής χρήσης και εκτός συναλλαγής πράγματα, ανήκαν στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου, καθόλη τη διάρκεια της κατοχής της Θράκης από τους Οθωμανούς (1375 - 1913). Εξάλλου, οι επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, ήταν εκτάσεις καλυμμένες από ύδατα μόνιμα ή περιοδικά, ή ελώδεις, ή άγονες, δηλαδή ακίνητα τα οποία ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) «περί γαιών») και, ως εκ τούτου, ανήκαν στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου, κατά την περίοδο της κατοχής της Θράκης από τους Οθωμανούς. Στη συνέχεια, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου της 28.7/10.8.1913, η Δυτική Θράκη περιήλθε στη Βουλγαρία και έτσι το Βουλγαρικό Δημόσιο, το οποίο υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέκτησε, ως καθολικός διάδοχος αυτής, δικαιώματι πολέμου, τη λίμνη Βιστωνίδα μετά των εντός αυτής νησίδων και την παρόχθια και παραλίμνια εδαφική έκταση αυτής. Η Βουλγαρία άσκησε κυριαρχικά δικαιώματα στη Δυτική Θράκη έως την 4.10.1919, οπότε εισήλθε στην περιοχή ο ελληνικός στρατός, μαζί με άλλα συμμαχικά στρατεύματα και, εν τέλει, με τη συνθήκη ειρήνης της 14/27.11.1919, που υπεγράφη στο Νεϊγύ και κυρώθηκε με τον ν.2433/1920 και την ειδικά για τη Θράκη συνθήκη των Σεβρών της 28.7/10.8.1920, μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και των Συνασπισμένων Δυνάμεων και της Ελλάδας, η Δυτική Θράκη περιήλθε στην Ελλάδα, η οποία απέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή δικαιώματι πολέμου. Επομένως, η λίμνη και λιμνοθάλασσα Βιστωνίδα, οι όχθες της και ο αιγιαλός της, ομοίως και ο αιγιαλός της θάλασσας (Αιγαίου Πέλαγους), ως κοινής χρήσης και εκτός συναλλαγής πράγματα, και οι εδαφικές εκτάσεις, της περιβάλλουσας τη λίμνη περιοχής, οι οποίες κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, αποτελούσαν δημόσιες γαίες, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) «περί γαιών», του οποίου οι διατάξεις διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες με το άρθρο 2 § 14 ν.147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 ν.262/1914, του οποίου οι διατάξεις επεκτάθηκαν και στη Δυτική Θράκη με το Ν.Δ. 26.10/11.11.1923, περιήλθαν, ως είχαν, στην κυριότητα του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, ως διαδόχου του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 § 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 25.8.1923. Όπως προαναφέρθηκε οι μοναχοί της εναγόμενης επιτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στην εκκλησία του Αγίου ... και είχαν περιορισμένο δικαίωμα ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης στη λίμνη. Όμως, κατά την διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, η οποία διήρκεσε πέντε αιώνες, η εκμετάλλευση της επίδικης λίμνης γινόταν, κυρίως, από τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες προέβαιναν στην διενέργεια δημοπρασιών για την εκμίσθωσή της. Κατά την προαναφερόμενη, ίδια, χρονική περίοδο η εναγομένη ουδέποτε προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας, των μικρών νησίδων της ή των παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεών της, αφού ουδέποτε τις διεκδίκησε, είτε από το Σουλτάνο (1375-1913), είτε, μεταγενέστερα, από τους Βουλγάρους (1913-1919). Μάλιστα, όπως η ίδια ομολογεί, κατά τα όσα προεκτέθηκαν, οι Βούλγαροι, στους οποίους είχε περιέλθει η Δυτική Θράκη, βάσει της ανωτέρω συνθήκης του Βουκουρεστίου, απέπεμψαν τους μοναχούς αυτής από την περιοχή. Μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τις διασυμμαχικές δυνάμεις, η εναγομένη ζήτησε από τον Υπουργό των Οικονομικών και με τη με ημερομηνία 12.2.1920 αίτησή της προς τον Αρχιστράτηγο των Συμμαχικών Στρατευμάτων Ανατολής την απόδοση της λίμνης και του Μονυδρίου, αναφέροντας, μεταξύ άλλων «Η Ιερά ημών Μονή, Ενδοξότατε, από του 1375 εκέκτητο την λιμνών Μπουρούς εν τη περιφερεία Πόρτο-Λάγο, μετά του εν αυτή βιβαριού (ιχθυοτροφείου), εξ αφιερώσεως του Σέρβου Ηγεμόνος Ιωάννου Ούγγλεση, ένθα ανήγειρε και Μονύδριον μετ' Εκκλησίας και διετήρη την τε λίμνην και Μονύδριον αδιαταράκτως και επί μακρούς αιώνες και μόνον κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν ένεκα του δυσμενούς τότε πνεύματος της Τουρκικής Δυναστείας κατά του Ελληνισμού και της Εκκλησίας αυτού, κατέλαβεν αύτη αυθαιρέτως την λίμνην, αναγνωρίσασα δε εις τους πατέρας της Ιεράς ημών Μονής δικαίωμα αλιείας, επέτρεψε να αλιεύωσι μεγάλας ποσότητας ιχθύων δια την κατανάλωσιν της Μονής, επιβαλούσα και εις τους ενοικιαστάς της λίμνης την διατροφήν των πατέρων αυτής. Το καθεστώς τούτο διετηρήθη μέχρι του 1913, οπότε καταλαβόντες τη Δυτική Θράκη οι Βούλγαροι εξεδίωξαν πασάπασιν θειον και ανθρώπινον δίκαιον τους ημετέρους πατέρες και κατέλαβαν αυθαιρέτως την τε λίμνην και το Μονύδριον...», το αίτημά της όμως απερρίφθη. Ωστόσο, η εναγομένη πέτυχε να μισθώσει από τις διασυμμαχικές δυνάμεις τη λίμνη και τα ιχθυοτροφεία αυτής, κατόπιν δημοπρασίας, για διάστημα τριών ετών με εναρκτήρια ημερομηνία τη 16η.4.1920. Όταν η Δυτική Θράκη περιήλθε στην Ελλάδα και το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε τη λίμνη και όλα τα παράκτια και παραλίμνια ιχθυοτροφεία της, τότε και μόνον, η εναγομένη άρχισε, το πρώτον, να προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας. Ειδικότερα, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη με ημερομηνία 1.5.1922 διεκδικητική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία επικαλείτο κτήση κυριότητας με βάση τους προαναφερόμενους χρυσόβουλλους λόγους των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και του Σέρβου Ηγεμόνα Ιωάννη Ούγγλεση και διάφορα έγγραφα (επιστολές, σιγίλλια και συνοδικά έγγραφα) του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, καθώς και άσκηση διακατοχικών πράξεων επί της λίμνης και του βιβαριού (αλίευση, ίδρυση της εκκλησίας του Αγίου ...), με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως προ πολλών αιώνων, εωσότου, κατά τα εκτιθέμενα αυτολεξεί «το Ελληνικό Δημόσιο αξιούν ανύπαρκτα επί της εν λόγω ιδιοκτησίας της Μονής δικαιώματα» κατέλαβε αυθαιρέτως τούτην το 1920 μετά την εκδίωξη των Βουλγάρων και «εξακολουθεί κατέχον αυτήν παρανόμως μη αναγνωρίζον τα επ' αυτής δικαιώματα της Μονής», ζήτησε: α) να αναγνωριστεί κυρία επί της λιμνοθάλασσας Μπουρού ή Πουρού «μετά του εν αυτή ιχθυοτροφείου (Διβαριού ή Βιβαριού) και του Μονυδρίου του Αγίου ...», β) να διαταχθεί η εξ αυτών αποβολή του Δημοσίου ή παντός τρίτου εξ αυτού έλκοντος δικαιώματα και η εγκατάσταση σ' αυτά της ιδίας και γ) να υποχρεωθεί το Δημόσιο να πληρώσει σε αυτή λόγω εισοδημάτων δραχμάς 150.000 κατ' έτος από την παράνομη κατάληψη έως την εγκατάστασή της. Πρέπει, εδώ, να επισημανθεί ότι, στην ως άνω αγωγή η εναγομένη δεν επικαλέστηκε κυριότητα επί παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων της λίμνης, ούτε και επί της νησίδας Αντά Μπουρού, η οποία τότε αποτελούσε ενιαία έκταση (διαχωρίστηκε το έτος 1938), αλλά ούτε και επί της νησίδας, στην οποία έχει κτισθεί η εκκλησία της Παναγίας της Παντάνασσας, η δε διεκδίκηση αυτής περιορίστηκε αποκλειστικούς στη λίμνη, στο ιχθυοτροφείο και στο Μονύδριο του Αγίου .... Στη συνέχεια, στις 23.5.1923, η τελευταία απευθύνθηκε δια αντιπροσώπου της προς το Υπουργείο Γεωργίας και Δημοσίων Κτημάτων και πρότεινε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, συνισταμένη στην παραχώρηση προς το Ελληνικό Δημόσιο δύο αγροκτημάτων της, κειμένων στην περιφέρεια Καλαμαριάς Χαλκιδικής, του Σοφουλάρ και του Αγίου Μάμαντος, εμβαδού 18.000 και 20.000 στρεμμάτων, αντιστοίχως, για τη γεωργική αποκατάσταση των προσφύγων, έναντι της παραχώρησης της λίμνης Βιστωνίδας. Το Υπουργείο Εξωτερικών, με το με αριθμό 2672/29.3.1924 έγγραφό του, το οποίο φέρει τις υπογραφές του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Εξωτερικών και του Υπουργού Γεωργίας, προς τον αντιπρόσωπο του Αγίου Όρους, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αποφασίσθηκε «προς επίλυση της μεταξύ του Κράτους και της Ιερός Μονής Βατοπαιδίου υπάρχουσας δικαστικής διαφοράς, που αφορά τη λίμνη Μπουρού και του εν αυτή ιχθυοτροφείου, να αποδοθεί αυτή στην Ιερά Μονή, υπό τον όρο όπως τα ανήκοντα σ'αυτή μετόχια Σουφλάρ και Αγίου Μάμαντος περιέλθουν εις την απόλυτη κυριότητα του Κράτους και επιπλέον όπως αυτή αναλάβει την υποχρέωση της συντηρήσεως της Αθωνιάδας Σχολής της οποίας η εκπαιδευτική μορφή θα κανονισθεί υπό της Κυβερνήσεως». Στο πλαίσιο της προσπάθειας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ματαιώθηκε η συζήτηση της προαναφερόμενης αγωγής και εκδόθηκε το Ν.Δ. της 8ης.4.1924 (ΦΕΚ Α'82/8.4.1924), με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε ο Υπουργός Γεωργίας να υπογράψει τις εξής δυο συμβάσεις: α).. .και β) μετά της Ιερός Μονής Βατοπαιδίου «σύμβασιν οριστικής παραχωρήσεως και μεταβιβάσεως εις την κυριότητα του Δημοσίου των εν Χαλκιδική κειμένων δύο αγροκτημάτων (Μετοχίων) αυτής Αγίου Μάμαντος καί Σουφουλάρ, επί ανταλλάγματι παραιτήσεως εκ μέρους του Δημοσίου πόσης αξιώσεως επί της εν Πορτολάγω της Ξάνθης λίμνης Μπουρού μετά των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά την νησίδα και τα στόμια της λίμνης κειμένων (Δαλλιάνι, Καραψέ, Ταουσαντζίκ κ.λ.π.) με τα ανέκαθεν γνωστά τούτων όρια αποδιδομένων τη αποκλειστική κατοχή της ειρημένης Ιερός Μονής και μεταβιβαζομένων εις αυτήν όλων των υπό του Δημοσίου ασκουμένων δικαιωμάτων, υπό τον πρόσθετον δε όρον, όπως η Μονή αύτη δια της αυτής σύμβασης αναλάβει την υποχρέωση της συντηρήσεως, ιδία δαπάνη της εν Αγίω Όρει Αθωνιάδος Ιερατικής Σχολής, κατά τα υπό του Υπουργείου των εκκλησιαστικών κανονισθησόμενα». Δηλαδή, σαφώς και αναμφίβολα, στο ως άνω Ν.Δ. γίνεται λόγος περί μεταβίβασης στην εναγόμενη μόνον της κατοχής της λίμνης Βιστωνίδας και των ιχθυοτροφείων της και όχι της κυριότητας αυτής. Τούτο δε καθίσταται, πλέον ή σαφές και αναμφίβολο, αφού, σε αντίθεση με τα παραχωρούμενα από την εναγομένη δύο μετόχια, για τα οποία ορίζεται ότι αυτά θα μεταβιβαστούν «εις την κυριότητα του Δημοσίου», ως προς την παροχή του Ελληνικού Δημοσίου, προς την Ι.Μ.Β. γίνεται λόγος «για απόδοση της αποκλειστικής κατοχής της λίμνης μετά των ιχθυοτροφείων αυτής ...». Στη συνέχεια, λόγω της άρνησης του Υπουργού Γεωργίας να υπογράψει την ως άνω προβλεπομένη στο Ν.Δ. σύμβαση με την εναγομένη, η τελευταία προσέφυγε στις 15.4.1929 στο Συμβούλιο της Επικράτειας, αιτούμενη να υποχρεωθεί ο Υπουργός Γεωργίας να προβεί στην οφειλομένη νόμιμη ενέργεια, συνισταμένη στην υπογραφή της προβλεπομένης στο ως άνω Ν.Δ. σύμβασης. Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 41/2.7.1929 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, η οποία, μεταξύ άλλων, δέχθηκε: α) ότι η πιο πάνω σύμβαση του Ν.Δ. της 8πς.4.1924 «φέρει μορφήν δικαιοπραξίας παραχωρήσεως διοικητικού περιεχομένου, αφού το προέχον είναι ουχί η μεταβίβασις της κυριότητας της παρά του Δημοσίου (Διοικήσεως), ως διαδόχου του Βουλγαρικού, κατεχομένης λιμνοθαλάσσης Μπουρού εις την Μονήν Βατοπαιδίου, υποχρεουμένην αντιθέτως να μεταβίβαση εις το Δημόσιον λόγω ανταλλάγματος την κυρώκτΓα’ των παρ' αυτής κατεχομένων δύο αγροκτημάτων, αλλά η παραχώρησις της κατοχής της λιμνοθαλάσσης, ως άλλωστε εν τω Ν.Δ. σαφώς καθορίζεται, δια της παρά του Δημοσίου παραιτήσεως των επί τούτης ασκούμενων δικαιωμάτων, ουχί βεβαίως ως επί περιουσίας του Δημοσίου, αλλά ως επί περιουσίας δημοσίας, αφού αι λιμνοθάλασσαι ως τοιαύτη περιουσία θεωρούνται και δεν είναι δεκτικοί αστικής κυριότητας και συνεπώς η παραχώρησις αύτη, ήτις ουδόλως επηρεάζεται υπό του παρεχόμενου υπό της Μονής ανταλλάγματος, εμφανίζουσα την διοίκησιν ως δημοσίαν εξουσίαν δεν μεταγγίζει κυριότητα αστικού δικαίου, αλλά διοικητικού δικαίου, ούσα εκ της φύσεώς της ανακλητή, εφ' όσον το γενικόν συμφέρον ή το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας, προσηκόντως εκτιμώμενον, θα επέβαλε την ανάκλησιν ταύτης ή θα παρεβιάζοντο οι όροι της παραχωρήσεως, δι' ούς εχορηγήθη εις τον Υπουργόν της Γεωργίας εκ του Ν.Δ. αδέσμευτος διακριτική εξουσία να καθορίσει μονομερώς το περιεχόμενον αυτών ποικιλότατης μορφής, ως λ.χ. τον διακανονισμόν της κοινής χρήσης και της αστυνομίας της λιμνοθαλάσσης, την επιστημονικήν εκμετάλλευσιν και ανάπτυξιν της ιχθυοτροφίας, την διαμόρφωσιν της λιμνοθαλάσσης, τον καθορισμόν των παρόχθιων δικαιωμάτων και δυναμένων να μεταβάλλουν την παραχώρησιν ταύτην και εις παραχώρησιν δημοσίας υπηρεσίας», β) ότι η άρνηση της Διοικήσεως προς υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης συνιστά παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενεργείας και «παράβασιν των υποχρεουσών την Διοίκησιν διατάξεων» και γ) ότι «η άρνησις της διοικήσεως προς υπογραφήν της σύμβασης έχουσα ως αιτίαν και σκοπόν την διατήρησιν της λίμνης, λόγω της οικονομικής αυτής αξίας, ου μόνον δεν αφορά εις το γενικό συμφέρον και εξέρχεται του σκοπού του Ν.Δ. αλλά και αντιτίθεται εις την έννοιαν της καλής διοικήσεως, εφ' όσον το Δημόσιον απέκτησε κατ' ουσίαν τα παρά του Αγίου Όρους και της Μονής Βατοπαιδίου υποσχεθέντα ανταλλάγματα, τα οποία δεν προσφέρεται καν να επιστρέψη ή κατ' άλλον τρόπον να διακανονίση». Κατόπιν αυτού, το Συμβούλιο της Επικράτειας παρέπεμψε την υπόθεση στον Υπουργό Γεωργίας, προκειμένου να προβεί στην εκτέλεση «της οφειλομένης παρ'αυτού νομίμου ενεργείας, συνισταμένης εν προκειμένω στον καθορισμό των όρων και υπογραφήν της υπό του Ν.Δ. της 8.4.1924 προβλεπομένης δευτέρας σύμβασης». Στη συνέχεια, ο Υπουργός Γεωργίας: α) με το με αριθμό 20364/12.2.1930 έγγραφό του, το οποίο κοινοποίησε στην εναγομένη, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η σύμβαση θα φέρει μορφή «δικαιοπραξίας παραχωρήσεως διοικητικού περιεχομένου» συνισταμένου «εις την παράδοσιν στη Μονή της κατοχής της λιμνοθαλάσσης Μπουρού, ην έχει η Διοίκησις, κατ'άσκησιν του διοικητικού δικαίου κυριότητος και περιεχούσης την χρήσιν και κάρπωσιν, τας οποίας ως εθνικόν νόμημα έχει το κράτος επί της Δημοσίας περιουσίας», ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε την επί ανταλλάγματι αποδόσεως από το Δημόσιο στη Μονή Βατοπαιδίου της κατοχής της λίμνης καθοριζομένης ως εχούσης περιεχόμενο μόνο την ιχθυοτροφική εκμετάλλευση και, β) με το με αριθμό 60950/3.5.1930 έγγραφό του, το οποίο επίσης κοινοποίησε στην Ιερά Μονή, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το Ελληνικό Δημόσιο διατηρεί τις εξουσίες και τα δικαιώματα του Ελληνικού Κράτους και του Δημοσίου επί της λιμνοθάλασσας Μπουρού, των ιχθυοτροφείων και πάσης εκμετάλλευσής της, ως ασκούν την διοικητικού δικαίου κυριότητα επί των λιμνών εν γένει και της λιμνοθάλασσας Μπουρού και ότι η παραχώρηση αναφέρεται μόνο στην ιχθυοτροφική εκμετάλλευση και την πώληση της παραγωγής αποκλεισμένης πάσης ετέρας χρήσης και εκμεταλλεύσεως της λίμνης. Στο αμέσως προηγούμενο έγγραφο γίνεται αναφορά στην αποκατάσταση «εν τη εκμεταλλεύσει της λίμνης Μπουρού της εκ των μονών της Ιεράς Κοινότητος Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου ην έσχεν κατά υπάρξασαν παραχώρησιν υπό της τότε ασκούσης την διοικητικού δικαίου κυριότητα πολιτεία, ανακληθείσαν δε άμα τη εκρήξει της Ελληνικής Επαναστάσεως», ήτοι αναφέρεται στην αποκατάσταση της εκμετάλλευσης, που είχε η εναγομένη πριν από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης (έτος 1821), η οποία της είχε παραχωρηθεί από την ασκούσα τότε την, διοικητικού δικαίου, κυριότητα πολιτεία, γίνεται, δηλαδή, αναφορά ότι είχε παραχωρηθεί στην εναγομένη το δικαίωμα εκμετάλλευσης και όχι αυτό της κυριότητας στη λίμνη και ότι αυτό (δικαίωμα εκμετάλλευσης) είχε αφαιρεθεί με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης. Κατόπιν, με το με αριθμό 116/7.3.1930 πληρεξούσιο της εναγομένης εδόθη πληρεξουσιότητα στον Προϊστάμενό της να υπογράψει με τον Υπουργό Γεωργίας την προβλεπομένη από το Ν.Δ. της 8ης.4.1924 σύμβαση, σύμφωνα με τη με αριθμό 20364/12.2.1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Έτσι, σε συμμόρφωση με την ως άνω με αριθμό ΟλΣτΕ 41/2.7.1929 απόφαση και του Ν.Δ. της 8ης.4.1924 υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης και του Ελληνικού Δημοσίου, η με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβαση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ... ..., με την οποία η εναγομένη παραχώρησε και μεταβίβασε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα ευρισκόμενα στη Χαλκιδική δύο αγροκτήματα της, το μετόχιο Σοφουλάρ και το μετόχιο Άγιος Μάμας, παραιτήθηκε κάθε αξίωσης αποζημίωσης για την παραχώρηση των δυο αυτών ακινήτων της στο τελευταίο, καθώς και από τη με ημερομηνία 1.5.1922 αγωγή της. Το Ελληνικό Δημόσιο, δε, σε αντάλλαγμα των ανωτέρω παροχών απέδωσε στην αποκλειστική κατοχή της εναγομένης «την εν Πορτολάγω Ξάνθης λίμνην Μπουρού μετά των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά την νησίδα και τα στόμια της λίμνης κειμένων (Δαλιάνη, Καρατζέ, Ταουσαντζίκ και λοιπά) μετά των παραρτημάτων και εγκαταστάσεων αυτών», ως είχαν μέχρι τότε με τα ανέκαθεν γνωστά όρια τούτων με το δικαίωμα της εκμετάλλευσης της ιχθυοτροφίας και ιχθυοπαραγωγής, κατά τα ειδικότερα καθοριζόμενα στη σύμβαση. Στην εν λόγω σύμβαση, πλην άλλων, ορίστηκαν και τα εξής: 1) η παραχώρηση της κατοχής της λίμνης στην εναγομένη «αναφέρεται εις μόνην την ιχθυοτροφικήν καλλιέργειαν και την εκμετάλλευσιν και πώλησιν της παραγωγής, του Δημοσίου διατηρούντος αμείωτα τα δημοσίου δικαίου δίκαια τα επί της λιμνοθαλάσσης και των ιχθυοτροφείων αυτής εν σχέσει προς τα δικαιώματα και τις εξουσίες εν γένει του Κράτους και της Διοικήσεως επί των λιμνών, ιχθυοτροφείων και λοιπών, της παραχωρουμένης ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης ενεργηθησομένης δια τούτο κατά τους εκάστοτε ισχύοντας κανόνας νόμων, διαταγμάτων ή εγκυκλίων οδηγιών», 2) στην περίπτωση κατά την οποία η Ιερά Μονή δεν προέβαινε η ίδια στην εκμετάλλευση της λίμνης αλλά με εκμίσθωση προς τρίτους, τότε «η δι' εκμισθώσεως εκμετάλλευσις αύτη θα γίνηται υπό της Μονής πάντοτε δια δημοπρασίας τελούσης υπό την έγκρισιν του Υπουργού της Γεωργίας, ενεργουμένης δε κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί ενοικιάσεως λιμνών και ιχθυοτροφείων», 3) στην περίπτωση μισθώσεως η Ιερά Μονή, αφού θα αφαιρούσε από το μίσθωμα την οφειλόμενη εισφορά της για την Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους και τις αποσβέσεις των έργων, που θα εκτελούντο από αυτή στη λίμνη, στη συνέχεια, από το απομένον καθαρό υπόλοιπο, θα κατέβαλλε στο Δημόσιο ποσοστό 60% εκ των καθαρών εσόδων της λίμνης, υπό τον όρο ότι το απομένον στην Ιερά Μονή ποσοστό καθαρών κερδών δεν θα να είναι κατώτερο του 1.000.000 δραχμών ετησίως και εφόσον τα καθαρά κέρδη του έτους υπερβαίνουν το ποσό αυτό, 4) χωρίς προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Υπουργού Γεωργίας απαγορεύθηκε «πάσα οιαδήποτε εκχώρησις της εκμετάλλευσης εκμισθώσεως των ιχθυοτροφείων και πάσα οιαδήποτε σχετική πράξις μονομερούς δηλώσεως ή σύμβασης προς οιουσδήποτε, της πράξεως της παρά τα ως άνω γενομένης υπό της Μονής λογιζομένης αυτοδικαίως ως εξ υπαρχής ακύρου και ως ουδέποτε συνομολογηθείσης» και 5) η Διοίκηση θα παρακολουθούσε τη διαχείριση της εκμετάλλευσης της λίμνης από τη Μονή με αντιπρόσωπο που θα όριζε ο Υπουργός Γεωργίας. Με την ίδια σύμβαση η εναγομένη παραιτήθηκε από την ως άνω με ημερομηνία 1.5.1922 διεκδικητική αγωγή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου και, επομένως, της αξίωσής της να διεκδικεί απ’ αυτό δικαιώματα κυριότητας στην επίδικη λίμνη, συμφωνήθηκε δε ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης ή διένεξης, εξ αφορμής των όρων και στοιχείων της εν λόγω σύμβασης, που, ασφαλώς, δεν αφορούσε την κυριότητα των σε αυτή αναφερομένων ακινήτων, θα αποφαίνεται, ανεκκλήτως, ως διαιτητικό Δικαστήριο, τριμελής Επιτροπή εξ Αρεοπαγιτών, οριζομένων υπό του Νομικού Συμβουλίου, επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου των συμβαλλομένων, κατά τις διατάξεις του ν.3332/1925. Έτσι, με την προαναφερθείσα, με αριθμό 2343/4.5.1930 και σε εκτέλεση του Ν.Δ. της 8ης.4.1924, σύμβαση, όπως σαφώς, προκύπτει από την διατύπωσή της, μη απαιτουμένης, ως εκ τούτου, της προσφυγής του στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, παραχωρήθηκε στην εναγομένη μόνον η κατοχή και όχι η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί της λίμνης και των ιχθυοτροφείων, με μόνο περιεχόμενο, όπως ρητά σ'αυτή (σύμβαση) αποσαφηνίζεται, την ιχθυοτροφική καλλιέργεια, εκμετάλλευση και πώληση της παραγωγής, με αντάλλαγμα τη μεταβίβαση από την εναγομένη της κυριότητας των ως άνω δύο αγροτεμαχίων (Σοφουλάρ και Αγίου Μάμαντος), ενώ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διατήρησε αμείωτα τα δημοσίου δικαίου δικαιώματα του, επομένως και την κυριότητα του επ' αυτών. Με την εν λόγω σύμβαση που συντάχθηκε, κατ' επιταγή ρητής διάταξης νόμου και σε εκτέλεση της με αριθμό ΟλΣτΕ 41/1929 απόφασης, ρυθμίστηκαν, κατά τρόπο οριστικό και αμετάκλητο, αποκλειστικά, τα δικαιώματα και οι όροι εκμετάλλευσης της εναγομένης επί της λίμνης. Για τον σκοπό, δε, αυτό προβλέπει την επ' ανταλλάγματι παραχώρηση της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης εκ μέρους του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου έναντι της μεταβίβασης της κυριότητας δύο αγροτεμαχίων εκ μέρους της εναγομένης και την απόδοση προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο μέρους από τα έσοδα της λίμνης, ενώ, παράλληλα, τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονται, ουσιαστικά, ότι οι ανταλλασσόμενες παροχές είναι ίσης αξίας. Έτσι, η εν λόγω σύμβαση αποτελεί στην ουσία αμετάκλητη συμβιβαστική επίλυση των διενέξεων των διαδίκων, αναφορικά με το δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας, με την εναγομένη να αναγνωρίζει, δεσμευτικά, ότι δεν έχει δικαιώματα ιδιοκτησίας επί της λίμνης και επί των εκεί ιχθυοτροφείων μετά των παραρτημάτων τους και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διατηρεί όλα τα δημοσίου δικαίου δικαιώματα του επί της λίμνης Βιστωνίδας και επί των εκεί ιχθυοτροφείων μετά των παραρτημάτων τους (της πλήρους, δηλαδή, κυριότητας του επ’ αυτών), τα οποία, άλλωστε, η εναγομένη ουδέποτε είχε και το εναγόμενο Δημόσιο είχε και κατά την υπογραφή της σύμβασης. Επίσης, αυτή (εναγομένη) αναγνωρίζει ότι με τη σύμβαση αποκτά μόνον την κατοχή της λίμνης, στον βαθμό και μόνον που ήταν αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων απόληψης εσόδων από την εκμετάλλευσή της. Σημειωτέον ότι η παραχώρηση στην εναγομένη της αποκλειστικής κατοχής της λίμνης και της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης αυτής δεν αφορά, επ’ ουδενί, στη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων και, ως εκ τούτου, η σύμβαση αυτή δεν υπόκειται σε μεταγραφή. Ούτε ήταν αναγκαία η μεταγραφή της σύμβασης και ως προς την αναγνώριση εκ μέρους της εναγομένης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, διότι μεταγραφή σύμβασης, που αναγνωρίζει εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, δεν απαιτείτο υπό το προίσχύσαν δίκαιο, όπως δεν απαιτείται και υπό τον ΑΚ, ομοίως και για τον συμβιβασμό, με τον οποίο επιλύεται αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων. Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της εναγομένης (βλ. σελ. 264επ., 366επ., 402επ., 421επ. των προτάσεών της), περί κατάρτισης, μεταξύ αυτής και του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξώδικου συμβιβασμού, το έτος 1924, με τον οποίο αναγνωρίσθηκε από το τελευταίο το δικαίωμα κυριότητας της επί της λίμνης Βιστωνίδας και ειδικότερα ότι με τη με ημερομηνία 23.5.1923 επιστολή της, η οποία αποτελούσε πρόταση προς εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς, που αποδέχθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με το με αριθμό 2672/29.3.1924 έγγραφο της Ελληνικής Κυβέρνησης προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, παραιτήθηκε το τελευταίο ρητά από κάθε αξίωσή του επί της λίμνης Βιστωνίδας, καθώς επίσης, ότι με το με ημερομηνία 8.4.1924 Ν.Δ. δεν παρασχέθηκε μόνον η αναγκαία προς τον Υπουργό Γεωργίας εξουσιοδότηση προς υπογραφή της σύμβασης, που με το συμβιβασμό καταρτίστηκε, αλλά και για να κυρωθεί νομοθετικά το περιεχόμενο του καταρτισθέντος εξωδίκου συμβιβασμού, από το περιεχόμενο του ως άνω με αριθμό 2672/29.3.1924 εγγράφου, προκύπτει, σαφώς, ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν ανέλαβε οποιαδήποτε δέσμευση προς απόδοση στην εναγομένη της κυριότητας της λίμνης και του ιχθυοτροφείου της, που αποτελούσε αντικείμενο της προμνησθείσας με ημερομηνία 1.5.1922 διεκδικητικής αγωγής της, ή της νομής ή της κατοχής αυτών (λίμνης και ιχθυοτροφείου). Επομένως, δεν δύναται να γίνει λόγος, εν προκειμένω, περί σύναψης εξώδικου συμβιβασμού, καθόσον η με ημερομηνία 23.5.1923 αίτηση της εναγόμενης και το με αριθμό 1672/29.3.1924 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών δεν καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους και, επομένως, δεν προσφέρονται για την ερμηνεία του ακολουθήσαντος Ν.Δ. της 8ης.4.1924. Εξάλλου, ούτε στα προαναφερόμενα έγγραφα, ούτε στο εν λόγω Ν.Δ. γίνεται αναφορά σε συμβιβασμό ή αποδοχή εκ μέρους του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου σχετικής προηγούμενης πρότασης της εναγομένης ή αναγνώριση εκ μέρους του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου της κυριότητας της τελευταίας επί της λίμνης Βιστωνίδας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται, έτι περαιτέρω και, από το γεγονός της μη τήρησης των διατάξεων του ισχύοντος τότε νόμου ΑΚΑ/1882 «Περί Νομικών Συμβούλων» βάσει των οποίων η κατάργηση δικαστικών ή εξωδίκων διαφορών του Ελληνικού Δημοσίου δεν ήταν επιτρεπτή χωρίς προηγούμενη ομόφωνη γνωμοδότηση του οικείου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Πράγματι, μετά την άσκηση της ανωτέρω με ημερομηνία 1.5.1922 διεκδικητικής αγωγής, επιχειρήθηκε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ωστόσο, επίλυση δεν επιτεύχθηκε πριν από τη σύναψη της ανωτέρω με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβασης ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ….. Η μη επίτευξη, άλλωστε, εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, πριν την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, συνάγεται, άλλωστε, με πλήρη βεβαιότητα, από το γεγονός της άσκησης από την εναγομένη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας της ως άνω προσφυγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να υποχρεωθεί ο Υπουργός Γεωργίας να υπογράψει την προβλεπόμενη στο Ν.Δ. της 8ης.4.1924 σύμβαση. Πρέπει να αναφερθεί ότι στη με αριθμό ΟλΣτΕ 41/1929 απόφαση, η οποία εξεδόθη επί της προσφυγής, δεν γίνεται αναφορά περί σύναψης εξωδίκου συμβιβασμού, μεταξύ των διαδίκων, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης. Επίσης, ούτε από το ως άνω Ν.Δ. προκύπτει μεταβίβαση δικαιώματος κυριότητας επί της λίμνης και των παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων αυτής προς την εναγομένη, όπως αβασίμως η τελευταία διατείνεται, αφού σε αυτή γίνεται αναφορά προς απόδοση αποκλειστικής κατοχής και μεταβίβασης της άσκησης των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης, όπως αποφάνθηκε η ΟλΣτΕ 41/1929, με την οποία εκρίθη ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραχωρήσει σε αυτή μόνο δικαίωμα κατοχής επί της λιμνοθάλασσας, η οποία, ως δημόσια περιουσία, δεν ήταν δυνατό να παραχωρηθεί κατά κυριότητα. Εξάλλου, σε κανένα από τα ανωτέρω κείμενα, ήτοι της με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβασης, του Ν.Δ. της 8η<:.4.1924, όπως ερμηνεύθηκε από την ΟλΣτΕ 41/1929 και των με αριθμό 20364/1930 και 60950/1930 αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας, δεν ορίζεται ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει στην εναγομένη την κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας και των εκεί ιχθυοτροφείων, αλλά, σύμφωνα με τη με αριθμό 60950/30.5.1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, οι όροι της οποίας συνομολογήθηκαν με τη με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβαση, ως επικρατέστεροι, σε περίπτωση σύγκρουσης των ερμηνευτικών στοιχείων, μόνον την κατοχή προς ιχθυοτροφική καλλιέργεια, εκμετάλλευση και εμπορία της παραγωγής, διατηρουμένων των εξουσιών και δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί της λιμνοθάλασσας και των ιχθυοτροφείων, ως ασκούντος τη διοικητικού δικαίου κυριότητα επ' αυτής. Μετά τη σύναψη της ως άνω με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβασης, εκδόθηκαν σχετικά με την εκμετάλλευση της λίμνης διάφοροι νόμοι και διατάγματα, τα οποία τροποποίησαν ορισμένους όρους αυτής, ως προς τον τρόπο εκμετάλλευσης της λίμνης. Ειδικότερα εκδόθηκαν ο ν.6448/1935, ο οποίος όρισε ότι «η διοίκησις και διαχείρισις του ιχθυοτροφείου της λίμνης Μπουρού - Θράκης ως και η εν γένει εφαρμογή της σχετικής μετά της Ι.Μ.Β. σύμβασης μεταβιβάζεται δυνάμει του παρόντος εις το Υπουργείο Εθν. Οικονομίας» (άρθρο 72), ο Α.Ν. 16/19.11.1935 «περί της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λιμνοθαλάσσης Μπουρούς» (ΦΕΚ 568Α719-11-1935), ο οποίος όρισε νέο τρόπο ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λιμνοθάλασσας με εκμίσθωση κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας (άρθρο 1) και με την πρόβλεψη ότι ποσό μέχρι 1.100.000 δραχμών ετησίως θα αποδίδεται στην Ιερά Μονή για τη συντήρηση της Αθωνιάδος Σχολής και της Ιεράς Μονής, εφόσον ισχύει η σύμβαση με αυτήν (άρθρο 2), το Β.Δ. της 7ης.8.1940 «Περί διαθέσεως εκ των μισθωμάτων της λιμνοθαλάσσης Μπουρούς ποσών υπέρ της Μονής Βατοπαιδίου και της Αθωνιάδος Σχολής», ο ν.1924/1951 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 16/19-11-1935 Α.Ν.» (ΦΕΚ 243Α731-8- 1951), που κυρώθηκε με τον N. 2113/1952 (ΦΕΚ 126Α77-5-1952), με τον οποίο προβλέφθηκε πάλι η απόδοση ορισμένου ποσοστού μισθώματος (άρθρο 1 § 1 στοιχ. α' και β'), που εισέπραττε το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 1 § 4) στην Ιερά Μονή και ορίσθηκε ότι τα σχετικά ποσά που θα λαμβάνει η Μονή θα απαλλάσσονται «παντός αμέσου ή εμμέσου φόρου» (άρθρο 1 § 5), το Ν.Δ. 420/1970 «Αλιευτικός Κώδικας» (ΦΕΚ 27 Α731.1.1970), με το οποίο προβλέφθηκε πάλι η απόδοση στην Ιερά Μονή ορισμένων ποσοστών του μισθώματος, που εισέπραττε το Ελληνικό Δημόσιο από την ιχθυοτροφική εκμετάλλευση της λίμνης Βιστωνίδας (άρθρο 66), ο Ν. 1740/1987 «περί αξιοποιήσεως και προστασίας κοραλλιογενών σχηματισμών, ιχθυοτρόφων υδάτων, υδατοκαλλιεργειών και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 221 A' /14.12.1987), με τον οποίο προβλέφθηκε εκ νέου η ιχθυοτροφική εκμετάλλευση της λίμνης Βιστωνίδας από το Ελληνικό Δημόσιο και η παραχώρηση στην Ιερά Μονή μέρους των εσόδων από τα μισθώματα (άρθρο 3, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 51 του Ν.Δ. 420/1970 και τις διατάξεις των παρ.4 και 5 του ιδίου άρθρου), ο N. 2040/1992 και ο Ν.2469/1997, που ρύθμισαν διάφορα επιμέρους συναφή με την εκμετάλλευση της λίμνης θέματα. Από τα ανωτέρω, αναντίρρητα, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος στην ως άνω σύμβαση (2343/4.5.1930) τρόπος διαχείρισης της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης, μεταβλήθηκε, μετά την κατάρτισή της, για να εναρμονιστεί το καθεστώς διαχείρισης αυτής, με τις εκάστοτε ισχύουσες για τις μισθώσεις των λιμνών και ιχθυοτροφείων νομοθετικές διατάξεις, η σύμβαση, όμως, συνέχισε να εφαρμόζεται, απρόσκοπτα και χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση ή αμφισβήτηση, αφού ουδείς εκ των διαδίκων προσέφυγε σε διαιτησία, ως προς τους όρους εφαρμογής της, όπως αυτή προέβλεπε. Άλλωστε, το ενάγον, εκπροσωπούμενο από τον Οικονομικό Έφορο Ξάνθης, εκμίσθωνε επί δεκαετίες και, συνεχίζει, να εκμισθώνει το ιχθυοτροφείο της λίμνης Βιστωνίδας; Με τα παραρτήματά του στον αλιευτικό συνεταιρισμό Βιστωνίδας «Ο Άγιος Νικόλαος», σύμφωνα με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας, από το έτος 1936 έως σήμερα, όπως προκύπτει από την ειδική έκθεση της Οικονομικής Περιφέρειας Θράκης του Υπουργείου Οικονομικών, από τα έσοδα δε που εισέπραττε (το ενάγον) κατέβαλε στην εναγομένη για κάθε ιχθυοτροφικό έτος ετήσια, για την οικονομική της ενίσχυση, επιχορήγηση, χωρίς τούτο, καθ’ οιονδήποτε τρόπο να σημαίνει ότι το ενάγον αναγνώριζε οποιαδήποτε δικαιώματα κυριότητας της εναγομένης επί της εν λόγω επίδικης έκτασης (βλ. την ειδική έκθεση της Οικονομικής Περιφέρειας Θράκης του Υπουργείου Οικονομικών). Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της εναγομένης ότι με το, κατοχικό, Ν.Δ. 271/14.7.1941 (ΦΕΚ Α'234/14.7.1941) ερμηνεύθηκε αυθεντικά το Ν.Δ. της 8ης.4.1924 και αναγνωρίστηκαν τα «υφιστάμενα δυνάμει χρυσοβούλλων απαράγραπτα δικαιώματα κυριότητας» αυτής επί της λίμνης Μπουρού και όλων των ιχθυοτροφείων αυτής με τα ανέκαθεν γνωστά τούτων όρια και καταργήθηκαν οι αντίθετες διατάξεις της με αριθμό 2343/1930 σύμβασης του συμβολαιογράφου Αθηνών ... ..., λεκτέα τα εξής: Είναι αληθές ότι, κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, κατόπιν ενεργειών της εναγομένης προς τις κατοχικές αρχές εκδόθηκε το Ν.Δ. 271/14.7.1941 «περί αυθεντικής ερμηνείας του από 8/10 Απριλίου 1924 Ν.Δ. περί εξουσιοδοτήσεως του Υπουργού Γεωργίας να υπογράψει δύο συμβάσεις μετά της Ιερός Κοινότητος Αγίου Όρους και Ιερός Μονής Βατοπαιδίου περί παραχωρήσεως κ.λ.π.» (ΦΕΚ Α'234/14.7.1941), με το οποίο ορίστηκαν τα εξής: «Άρθρον 1. Η αληθής έννοια της παραγράφου β' του άρθρου 1 του από 8/10 Απριλίου 1924 Ν.Δ. είναι ότι δια των διατάξεων τούτης ανεγνωρίσθησαν τα επί της εν Πορτολάγω της Ξάνθης Λίμνης Μπουρού μεθ' απάντων των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά την νησίδα και τα στόμια της Λίμνης κειμένων (Δαλλιάνι, Καρεψέ, Ταουσαντζίκ κ.λ.π.) με τα ανέκαθεν γνωστά τούτων όρια, υφιστάμενα δυνάμει χρυσοβούλλων απαράγραπτα δικαιώματα κυριότητας και αποκλειστικής εκμετάλλευσης της εν Αγίω Όρει Ιερός Μονής Βατοπαιδίου, η δε μεταξύ ταύτης και του Δημοσίου εκκρεμής δίκη επί της από 1 Μαϊου 1922 αγωγής της πρώτης κατ' αυτού, κατηργήθη, του Δημοσίου παραιτηθέντος πόσης αξιώσεως επί της λίμνης και των ιχθυοτροφείων, αποδιδόμενων εις την ρηθείσαν Ιερόν Μονήν, άνευ ετέρου τινός ανταλλάγματος, πλην των δια των αυτών ως άνω διατάξεων επιβληθέντων εις βάρος αυτής, ήτοι της άνευ αποζημιώσεως μεταβιβάσεως εις το Δημόσιον των εν Χαλκιδική δύο αγροκτημάτων της (Αγίου Μάμαντος και Σοφουλάρ) και της συντηρήσεως της εν Αγίω Όρει Αθωνειάδος Σχολής. Άρθρον 2. - Μεταβιβασθέντων δια του με αριθμό 2343 της 4 Μαϊου 1930 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ... Ευθ. Ιατρίδου των εν τω προηγουμένω άρθρω αγροκτημάτων της Ιερός Μονής Βατοπαιδίου κατά κυριότητα εις το Δημόσιον άνευ αποζημιώσεως τινός, ο δια του Ν.Δ. της 8/10 Απριλίου 1924 άρθρ. 1 παρ.β' θεσπισθείς συμβιβασμός κατέστη οριστικός, της λίμνης Μπουρού περιελθούσης από της ρηθείσης μεταβιβάσεως εις την κυριότητα και αποκλειστικήν κατοχήν της Ιερός Μονής Βατοπαιδίου, πάσα δε επί πλέον των εν άρθρω 1 εδ.β' του προμνησθέντος Ν.Δ. από 8/10 Απριλίου 1924 ανταλλαγμάτων, παροχή της Ιεράς Μονής καταργείται, ως κατά παράβασιν τούτου συνομολογηθείσα.... Άρθρον 3. Καταργούνται ως αντιβαίνουσαι προς την έννοιαν των διατάξεων του εδαφ. β' του άρθρου 1 του από 8/10-4-1924 ΝΔ, ως ερμηνεύονται αύται αυθεντικός δια του παρόντος, πάσαι αι διατάξεις της με αριθμό 2343 της 4 Μαϊου 1930 σύμβασης ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών ... Ιατρίδου, πλην των περί μεταβιβάσεως των ανωτέρω αγροκτημάτων εις το Δημόσιον. Καταργείται επίσης ο από 16/19 Νοεμβρίου 1935 Αναγκαστικός Νόμος... και το εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθέν Β. Διάταγμα από 7/16 Αύγουστου 1940». Όμως, αμέσως, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη γερμανική κατοχή, το ως άνω Ν.Δ. 271/14.7.1941, που είχε ψευδοερμηνευτικό χαρακτήρα, καταργήθηκε με τη Συντακτική πράξη 58/26/27.6.1945 (ΦΕΚ 163 Α727.6.1945), με το άρθρο 4 § 1 της οποίας ορίστηκε ότι είναι άκυρες, από την έκδοσή τους, όλες οι διατάξεις, με τις οποίες ερμηνεύτηκαν αυθεντικά νομοθετήματα εκδοθέντα πριν την κατοχή, καθώς, επίσης, ρητά (καταργήθηκε) με το άρθρο 9 του Α.Ν. 476/19.7.1945 (ΦΕΚ 192 Α719-7-1945), που εκδόθηκε, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Όπως προαναφέρθηκε μετά τη σύναψη της με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβασης άλλαξε ο προβλεπόμενος από αυτήν τρόπος διαχείρισης της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης, για να εναρμονιστεί το καθεστώς διαχείρισης με τις εκάστοτε ισχύουσες για τις μισθώσεις των λιμνών και ιχθυοτροφείων νομοθετικές διατάξεις, όμως, η ως άνω σύμβαση ουδέποτε καταργήθηκε, αφού το Ν.Δ. 271/14.7.1941, το οποίο την κατήργησε, καταργήθηκε από την έκδοσή του, θεωρούμενο, επομένως, ως μηδέποτε εκδοθέν, ούτε και αμφισβητήθηκε η ισχύς της (σύμβασης) από την εναγομένη, τουλάχιστον από το έτος 1945 (οπότε καταργήθηκε το προαναφερόμενο κατοχικό διάταγμα) έως και το έτος 1990. Επιπρόσθετα, επί του ισχυρισμού της εναγόμενης, ότι με τη με ημερομηνία 10.7.1951 εισηγητική έκθεση, που προηγήθηκε του Α.Ν. 1924/1951, το ενάγον αναγνώρισε ότι με τη σύμβαση του έτους 1930 και το Ν.Δ. της 8/10.4.1924 παραιτήθηκε των ιδιοκτησιακών αξιώσεών του στη λίμνη και αναγνώρισε την κυριότητα της σε αυτήν, από το περιεχόμενο της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από 10.7.1951 εισηγητικής έκθεσης του ως άνω αναγκαστικού νόμου προκύπτει ότι αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως με τη με ημερομηνία 4.5.1930 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου «συνομολογηθείσης κατ' εξουσιοδότησιν δυνάμει του από 8 Απριλίου 1924 Ν.Δ/τος και εις εκτέλεσιν τούτου ως και της με αριθμό 41/1929 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικράτειας απεδόθη εις την ανωτέρω Μονήν η εν Πορτολάγω της Ξάνθης γνωστή Λίμνη Μπουρού, αναγνωρισθέντων των επ' αυτής δικαιωμάτων της και μεταβιβάσθηκαν εις αυτήν όλα τα ασκούμενα επί της λίμνης δικαιώματα του Δημοσίου παραιτηθέντος πάσης επ' αυτού αξιώσεως». Όμως, τα αναφερόμενα στην ως άνω εισηγητική έκθεση αναιρούνται από το περιεχόμενο της ίδιας της με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβασης από το οποίο προκύπτει, σαφώς, ότι όχι μόνο δεν μεταβιβάσθηκαν στην εναγομένη «όλα τα ασκούμενα επί της λίμνης δικαιώματα του Δημοσίου παραιτηθέντος πάσης επ' αυτής αξιώσεις του», όπως στην εισηγητική έκθεση αναφέρεται, αλλά, αντιθέτως, παραχωρήθηκε μόνον η κατοχή της λίμνης και των ιχθυοτροφείων από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο σε αυτήν και μόνο για ιχθυολογική καλλιέργεια, εκμετάλλευση και πώληση, μάλιστα δε, υπό τους αναγραφόμενους σε αυτήν ως άνω όρους και ρητά συμφωνήθηκε ότι διατηρούνται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου «αμείωτα τα δημοσίου δικαίου δίκαιά του επί της λιμνοθαλάσσης και των ιχθυοτροφείων αυτής, εν σχέσει προς τα δικαιώματα και τας εξουσίας εν γένει του Κράτους και της Διοικήσεως επί των λιμνών, ιχθυοτροφείων και λοιπών, της παραχωρούμενης ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης ενεργηθησομένης δια τούτο και τους εκάστοτε ισχύοντας κανόνας νόμων, διαταγμάτων ή εγκυκλίων οδηγιών». Άλλωστε και στο κείμενο του Α.Ν. 1924/1951, ουδεμία αναφορά γίνεται, τελικά, περί ύπαρξης δικαιώματος κυριότητας της εναγομένης επί της λίμνης, αλλά ρυθμίζεται αποκλειστικά και μόνον ο τρόπος εκμετάλλευσής της. Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι κατέστη κυρία της επίδικης λίμνης με τους προαναφερθέντες τρόπους είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Εξάλλου, στη λίμνη και στο ιχθυοτροφείο αυτής, αλλά και στις παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, έχουν εκτελεστεί και εκτελούνται πολυδάπανα και βαρύνοντα τον κρατικό προϋπολογισμό έργα από Υπηρεσίες και Φορείς του ενάγοντος και όχι από την εναγομένη χωρίς να ζητηθεί η έγκριση ή η συναίνεσή της και χωρίς η τελευταία να διατυπώσει έγγραφη ή προφορική διαμαρτυρία, όπως θα συνέβαινε αν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής. Ειδικότερα, από διάφορες υπηρεσίες του Δημοσίου εκτελέστηκαν: α) σαράντα οκτώ (48) έργα, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1963 - 1984 (βελτιωτικά στο ιχθυοτροφείο, κατασκευής περιμετρικής τάφρου και παρόχθιου αναχώματος ιχθυοτροφείου, κατασκευής προστατευτικού αναχώματος εις δίαυλον λίμνης, κατασκευής οικίσκου εις ιχθυοτροφείο Λόγους κλπ) προϋπολογισμού τουλάχιστον 361.985,36 ευρώ, β) πενήντα τέσσερα (54) έργα, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1983-2004 (κατασκευή εσωτερικών τάφρων στο ιχθυοτροφείο Λόγους, τάφρου διαχείμανσης Λόγους, ιχθυοσυλλεκτικών εγκαταστάσεων, ιχθυοφραγμάτων κλπ), προϋπολογισμού τουλάχιστον 6.978.772,10 ευρώ, γ) έργα αντιπλημμυρικά-αποστραγγιστικά και αγροτικά οδικά ανατολικά της λίμνης, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1996-2001 προϋπολογισμού τουλάχιστον 4.264.300,59 ευρώ, δ) είκοσι τρία (23) έργα, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1996-2008 (μελέτης-κατασκευής ιχθυογεννητικού σταθμού ευρύαλων ψαριών στη Βιστωνίδα Ν.Ξάνθης, ιχθυοβελτιωτικά με βυθοκόρο στις λιμνοθάλασσες Βιστωνίδα, Λάφρα, Λαφρούδα, αποκατάστασης, νοτίου, δυτικού, ανατολικού, αναχωμάτων κλπ), προϋπολογισμού τουλάχιστον 4.605.309, 82 ευρώ, ε) είκοσι ένα (21) έργα, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1997-2008 (παράλληλα μικρά έργα σε αναδιανεμόμενες εκτάσεις αναδασμών λεκάνης Ασπροποτάμου, αγροκτημάτων Μωσαϊκού-Καλλίστης, λεκάνης Ασπροποτάμου αγρόκτημα Σάλπης Γ'φάση, καθαρισμός τάφρων και κατασκευής σωληνωτών αγροκτήματος Διαλαμπής κλπ), προϋπολογισμού τουλάχιστον 5.529.000 ευρώ), στ) έργα προστασίας ερωδιών, χώρων δασικής αναψυχής κατά τα έτη 1986 και 1992 προϋπολογισμού τουλάχιστον 55.172,42 ευρώ (βλ. με αριθμό 1406/12-5-2009 έγγραφο Δ/νσης Δασών Ξάνθης) και ζ) έργα εγκαθίδρυσης λευκοφυτείας, κατασκευή παραλίμνιου αναχώματος κλπ, προϋπολογισμού τουλάχιστον 173.913,49 ευρώ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης (βλ. σελ. 280επ., 366επ., 421επ. των προτάσεών της) περί συμφωνηθείσης ρήτρας διαιτησίας στη με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβαση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ... ... και έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων, προς εξέταση του ισχυρισμού του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αναγνώρισης της κυριότητας του επί της λίμνης Βιστωνίδας με τη σύμβαση του έτους 1930, πρέπει να ειπωθεί ότι στην ως άνω με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβαση, όπως προελέχθη, προβλέφθηκε ότι: «Εν περιπτώσει αμφισβητήσεων ή διενέξεων εξ αφορμής των όρων και στοιχείων της σύμβασης αποφαίνεται ανεκκλήτως ως διαιτητικό Δικαστήριο τριμελής Επιτροπή εξ Αρεοπαγιτών οριζομένων υπό του Νομικού Συμβουλίου επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου των συμβαλλομένων κατά τις διατάξεις του ν. 3332/1925». Από τον ανωτέρω όρο προκύπτει ότι προσφυγή σε διαιτησία είχε προβλεφθεί μόνον για την περίπτωση αμφισβητήσεων ή διενέξεων εξ αφορμής των όρων και στοιχείων της σύμβασης, ως προς την παραχώρηση της κατοχής της λίμνης προς την εναγομένη για ιχθυοτροφική εκμετάλλευση. Η ένδικη διαφορά, όμως, δεν έχει ως αντικείμενο τον τρόπο και τους όρους της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης μεταξύ των διαδίκων, αλλά το ιδιοκτησιακό της καθεστώς και δη το δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτής ως προδικαστικό ζήτημα της ακυρότητας του επίδικου συμβολαίου. Επομένως, δεν μπορεί να υπαχθεί στις διαφορές, για τις οποίες ισχύει η ως άνω ρήτρα διαιτησίας, ο δε ισχυρισμός της εναγομένης, περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν. Με βάση όλα τα παραπάνω, με την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης από τους Βουλγάρους, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα της λίμνης και λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας-Νταλιάνη, των οχθών και του αιγιαλού αυτής, ομοίως και του αιγιαλού της θάλασσας, ως κοινής χρήσης και εκτός συναλλαγής εδαφών, ως και των εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, ήταν εκτάσεις καλυμμένες από ύδατα μόνιμα ή περιοδικά, ή ελώδεις, ή βοσκότοποι, ή άγονες, δηλαδή εδάφη, τα οποία ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, που ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην εναγομένη από το Τουρκικό Δημόσιο με δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με έκδοση τίτλου (ταπίου), ούτε καλλιεργήθηκαν από αυτήν, ως διάδοχος του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, την οποία εξακολούθησε να έχει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (24.2.1946), δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, οι οποίες, επίσης, ορίζουν ότι οι μεγάλες λίμνες και λιμνοθάλασσες, όπως η επί δίκη, οι όχθες και ο αιγιαλός αυτών, καθώς και ο αιγιαλός της θάλασσας, είναι κοινής χρήσης πράγματα και ανήκουν στο Δημόσιο (άρθρα 966, 967 και 968 ΑΚ), ενόψει ότι, ειδικός για τη λίμνη, δεν αποδείχθηκε ιδιοκτησία OTA ή τρίτου, προϋπάρχουσα της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα. Αφότου δε, περιήλθε η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις κατέστησαν, ως δημόσια κτήματα, ανεπίδεκτες χρησικτησίας από 11.9.1915, διότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις, αφενός του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», με τις οποίες έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή, η δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σε αυτός. Το γεγονός, δε, ότι η λίμνη Βιστωνίδα δεν έχει καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα, έχει σχέση με την ιδιότητά της ως κοινοχρήστου πράγματος (μεγάλη λίμνη- λιμνοθάλασσα), δεδομένου ότι με τη με αριθμό Δ2983/960/10.7.1984 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων), με την οποία δόθηκαν οδηγίες για την καταγραφή των δημοσίων κτημάτων, αναφέρεται ότι τα κοινόχρηστα δεν καταγράφονται ως δημόσια κτήματα, εκτός αν αποβάλουν το χαρακτήρα τους ως κοινοχρήστων οπότε καταγράφονται ως δημόσια κτήματα, ενώ, η μη καταγραφή των παραλιμνίων εκτάσεων, στα βιβλία δημοσίων κτημάτων ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου επί αυτών. Αντίστοιχα, η εναγομένη ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί της λίμνης και λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας και των επιδίκων εντός αυτής νησίδων και παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων αυτής, οι περί αντιθέτου, δε, ισχυρισμοί της, που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως και επαναφέρονται με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις της, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα, δε, επί εποχής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθόσον με βάση τους ανωτέρω μνημονευόμενους χρυσόβουλλους λόγους δεν μεταβιβάστηκε σε αυτήν η κυριότητα της λίμνης και των επιδίκων εντός αυτής νησίδων και των παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων αυτής. Επιπλέον, δε, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, η Βιστωνίδα, ως μεγάλη λίμνη, ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων λιμνών και αποτελούσε, με τις όχθες της, κοινής χρήσης πράγμα (ν. 112, Πανδ. (50, 16), 1 παρ.4, 7 Πανδ. (43, 14), 13 παρ.7, Πανδ. (47.10), 23 παρ.1, Πανδ.(8.3), 69 Π.(18.1) και 4 παρ.6, Π.(50.15), ομοίως, και ο αιγιαλός της θάλασσας, αποτελούσε κοινής χρήσης πράγμα (93 βασ. Ββ ν 96,112 πανδ.(50.16), και δεν μπορούσαν να καταστούν αντικείμενο εμπραγμάτου δικαιώματος. Ομοίως, ούτε επί εποχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1375-1913) απέκτησε κυριότητα επί της λίμνης Βιστωνίδας, καθόσον ως μεγάλη λίμνη, κατά το άρθρο 1237 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, εθεωρείτο κοινό τοις πάσι πράγμα και, επομένως, δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής κτήσης, ο καθένας δε μπορούσε να απολαμβάνει των ωφελειών των κοινών πραγμάτων υπό τον όρο να μην προξενεί σε άλλους ζημία (άρθρο 1254 του ιδίου κώδικα), συγχρόνως δε και κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, ως πράγμα κοινό τοις πάσι και προορισμένο σε κοινή χρήση ήταν πράγμα εκτός συναλλαγής και, επομένως, κατά το οθωμανικό δίκαιο, ανήκε ως κοινής χρήσης και εκτός συναλλαγής πράγμα, στο Τουρκικό Δημόσιο. Ούτε και επί του αιγιαλού της θάλασσας απέκτησε κυριότητα, καθόσον ο αιγιαλός, κατά τα άρθρα 47 και 132 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα του έτους 1285 (1869), εθεωρείτο κοινόχρηστο πράγμα, ενώ, κατά το άρθρο 132 του νόμου της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 (1856) «περί γαιών», στον προσχώσαντα τμήμα της θάλασσας χωρίς αυτοκρατορική άδεια μπορούσε να παραχωρηθεί με τίτλο (ταπί) το τμήμα που προσχώθηκε, το οποίο από τότε γίνεται ακίνητο της αποκλειστικής ιδιοκτησίας του με μόνη την έκδοση του τίτλου, και, επομένως, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε την κυριότητα αυτού, ως κοινής χρήσης και εκτός συναλλαγής πράγματος. Ούτε και επί των εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες ήταν καλυμμένες από ύδατα μόνιμα ή περιοδικά, ή ελώδεις, ή βοσκότοποι, ή άγονες, απέκτησε κυριότητα, η εναγομένη, καθόσον, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν «περί γαιών» 1274 (1856), ανήκαν ως δημόσιες γαίες στο Τουρκικό Δημόσιο, επί των δημοσίων δε γαιών μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου), (άρθρα 9, 19, 30, 68 και 71 του ίδιου πιο πάνω Οθωμανικού Νόμου) και τέτοιο, όπως αποδείχθηκε δεν εκδόθηκε υπέρ της εναγομένης. Επίσης, ούτε επί εποχής της κυριαρχίας της Βουλγαρίας στην περιοχή της Δυτικής Θράκης (1913-1919), απέκτησε κυριότητα, εν τέλει δε, μετά την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης από τους Βουλγάρους και την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης της 14/27.11.1919, που κυρώθηκε με τον N. 2433/1920 και της ειδικής για τη Θράκη συνθήκης των Σεβρών της 10ης.8.1920, περιήλθαν η λίμνη Βιστωνίδα και οι επίδικες εντός αυτής μικρές νησίδες και παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 § 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 25πς.8.1923, δικαιώματι πολέμου. Δεν άγει μάλιστα σε διάφορο πόρισμα το γεγονός ότι η εναγομένη από το έτος 1371, οπότε είχε παραχωρηθεί σε αυτήν η εκμετάλλευση του ευρισκομένου στη λίμνη Βιστωνίδα ιχθυοτροφείου, από το Σέρβο ηγεμόνα Ιωάννη Ούγγλεση, εκμεταλλευόταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα ιχθυοκαλλιέργειες της λίμνης. Όμως, ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί της λίμνης και επί των επιδίκων νησίδων και των παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεών της, με κάποιο νόμιμο τίτλο, ούτε με χρησικτησία, η οποία άλλωστε δεν αναγνωριζόταν ως θεσμός από το Οθωμανικό Δίκαιο (άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ), το οποίο ίσχυε στη Δυτική Θράκη από το έτος 1375 έως το έτος 1913, ούτε χωρούσε κτήση δικαιώματος κυριότητας επί των ως άνω επιδίκων, με έκτακτη χρησικτησία από την προσάρτηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, αφού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, στα δημόσια κτήματα χωρούσε έκτακτη χρησικτησία μόνον εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, ημερομηνία, κατά την οποία, όπως προελέχθη, η Δυτική Θράκη δεν είχε ακόμα περιέλθει στην Ελλάδα, για να μπορεί να συμβεί τούτο. Μετά δε την προσάρτηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, η Βιστωνίδα, ως μεγάλη λίμνη και λιμνοθάλασσα, οι όχθες και ο αιγιαλός αυτής, ομοίως και ο αιγιαλός της θάλασσας ανήκαν στην κατηγορία των κοινοχρήστων και εκτός συναλλαγής εδαφών, τόσο κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος του Αστικού Κώδικα Βυζαντινό ρωμαϊκού Δικαίου, όσο και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα δικαίου, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του, μετά δε την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης, μπορεί να ρυθμισθεί, πλέον, μόνο με νόμο (άρθρο 18 § 2 Συντάγματος), όπως και η εκμετάλλευση και διαχείρισή της, η οποία ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο. Συνακόλουθα, η επίδικη λίμνη και οι γύρω από αυτήν εκτάσεις αποτελούν κοινόχρηστα πράγματα, κατά την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων, η κυριότητα των οποίων ανήκει στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, είναι δε ανεπίδεκτα χρησικτησίας. Αξίζει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι όλα τα προεκτεθέντα ως προς την κυριότητα του ενάγοντος επί της λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη έχουν γίνει δεκτά με τη με αριθμό 197/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία έκρινε την αγωγή της νυν εναγομένης κατά του νυν ενάγοντος, με την οποία η πρώτη ισχυριζόταν ότι έχει καταστεί κυρία, με επίκληση των ίδιων ως άνω ισχυρισμών της, επιμέρους τμημάτων και νησίδων αυτής. Μάλιστα, η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού απορρίφθηκε η κατ’ αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης από την νυν εναγομένη, με τη με αριθμό 781/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου (διαθέσιμη σε areiospagos.gr). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το με αριθμό 305/19.12.1995 έγγραφό της, η Εποπτεία Αλιείας της Νομαρχίας Ξάνθης, ενημέρωσε τις αρμόδιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και τη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Δημοσίας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, ότι η εναγομένη προβάλλει δικαίωμα κυριότητας, κατά ποσοστό 19/32 εξ αδιαιρέτου, επί νησίδας, η οποία υπάρχει στο δημόσιο ιχθυοτροφείο της Βιστωνίδας-Μπουρούς του Ν. Ξάνθης, «η οποία σήμερα έχει διαμορφωθεί σε έκταση περίπου 1632 στρεμμάτων και η οποία περιοδικά μειώνεται γιατί κατακλύζεται από ύδατα, όπου έχουν γίνει όλες οι ιχθυοτροφικές και κτιριακές εγκαταστάσεις του ιχθυοτροφείου» και ζήτησε τη λήψη καταλλήλων μέτρων για την προστασία των δημοσίων εκτάσεων, προτείνοντας τον καθορισμό αιγιαλού και παραλίας και την πλήρη αποτύπωση, σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα ιχθυοτροφείων, όλης της έκτασης του ιχθυοτροφείου. Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δημοσίας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών παρήγγειλε, με το με αριθμό 1142412/9161π.ε./Β00101/19.1.1996 έγγραφό του, προς την Κτηματική Υπηρεσία της Περιφερειακής Διοίκησης Ξάνθης, μεταξύ άλλων, τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 9 και 25 του Α.Ν. 1539/1938, προκειμένου να διευκρινισθούν τα δικαιώματα τόσο του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και της εναγομένης και του αλιευτικού συνεταιρισμού Βιστωνίδας, επί των εκτάσεων της ανωτέρω νησίδας (Αντά Μπουρού), καθώς και να κινήσει τη διαδικασία καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή αυτή, προκειμένου να προστατευθούν οι κοινόχρηστοι χώροι του Δημοσίου. Μετά την ολοκλήρωση της σχετικής έρευνας, τα στοιχεία του σχηματισθέντος φακέλου διαβιβάσθηκαν στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας (του άρθρου 90 του Π.Δ. 284/1988) προς έκδοση γνωμοδότησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 1539/1938. Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο εξέδωσε την με αριθμό 26/3.12.1998 γνωμοδότησή του (ληφθείσα κατά τη με αριθμό 22 συνεδρίαση), με την οποία έκανε ομοφώνως αποδεκτή τη με ημερομηνία 3.12.1998 εισήγηση του ορισθέντος εισηγητή υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της νησίδας «Αντά Μπουρού» περιοχής λίμνης Βιστωνίδας του Ν.Ξάνθης, με την αιτιολογία ότι η εναγομένη είναι μοναδική κυρία και νομέας της εν λόγω νησίδας. Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με τη με αριθμό 1007690/610/Α0010/5.2.1999 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (άρθρο 10 § 6 ν.1539/1938), η οποία σημειώθηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, την 19η.11.2002, στον τόμο 1084 και με αύξοντα αριθμό 47. Στη συνέχεια, η εναγομένη υπέβαλε προς τον Υπουργό Γεωργίας το με αριθμό 375 και με αριθ. πρωτ. 781/9.3.1/21.8/3.9.1999 αίτημά της, αντίγραφο του οποίου κοινοποίησε και στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με το οποίο, αφού έκανε ιστορική αναδρομή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης, στις διατάξεις της προαναφερθείσας με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβασης, μεταξύ αυτής και του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και στο εκάστοτε ισχύον επί του θέματος αυτού νομοθετικού πλαισίου, ζήτησε να της αποδοθεί η διαχείριση της λίμνης Βιστωνίδας, αναφέροντας ότι με τη σύμβαση του 1930 το Δημόσιο «εις αντάλλαγμα των ανωτέρω παροχών απέδωσεν εις την Ιερόν Μονήν την αποκλειστικήν κατοχήν της λίμνης Μπουρού μετά των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά την νησίδα και τα στόμια της λίμνης κειμένων (Δαλιάνη, Καρατζέ, Ταουσαντζίκ και λοιπά) ... «ενόψει όλων των ανωτέρω παρακαλούμεν να αποδοθεί εις την Ιερόν Μονήν η διαχείρισις της λίμνης, δια να δυνηθώμεν, εν συνεργασία με επιστημονικούς φορείς και με χρήσιν ευρωπαϊκών κονδυλίων να προβώμεν εις τας απαραιτήτους ενεργείας για την εξυγίανσιν της λίμνης...», χωρίς, ωστόσο, να επικαλεσθεί δικαίωμα κυριότητας της επί της λίμνης ή παραλιμνίων εκτάσεων, αιτούμενη μόνον την απόδοση της διαχείρισης της λίμνης. Με το με αριθμό 259677/10.12.1999 έγγραφο της Διεύθυνσης Υδατ/γειών και Εσωτ. Υδάτων, τμήμα 2ο, του Υπουργείου Γεωργίας, στο οποίο αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι το ιχθυοτροφείο είναι μισθωμένο στον αλιευτικό συνεταιρισμό «Άγιος Νικόλαος», που το εκμεταλλεύεται με επιτυχία για διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα (50) ετών, ότι κατά την περίοδο των τελευταίων πέντε (5) ετών έχουν εκτελεσθεί και εκτελούνται στο ιχθυοτροφείο σημαντικά έργα, που χρηματοδοτούνται από το Κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται με σύμβαση μίσθωσης έως το έτος 2010, ότι από την παραγωγή των ετών 1992 έως 1998 αποδόθηκαν στην Ιερά Μονή και στην Αθωνιάδα Σχολή περίπου 225.000.000 δραχμές, το ανωτέρω αίτημα της εναγομένης τέθηκε υπόψη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προκειμένου να γνωμοδοτήσει, ως προς τα εξής ερωτήματα : 1) Εάν παρέχεται, και από ποιες διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας η δυνατότητα εκ νέου παραχώρησης της διαχείρισης της λίμνης Βιστωνίδας στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και επί πλέον με ποιο τρόπο, 2) Ποιοι όροι της με αριθμό … σύμβασης του συμβολαιογράφου Αθηνών ….. μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου (Υπ. Γεωργίας) και της Ιερός Μονής Βατοπαιδίου εξακολουθούν να ισχύουν και ποια η εφαρμογή τους και 3) Ποια η εφαρμογή του όρου, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο Δ.δ' της ίδιας σύμβασης. Μετά ταύτα, εκδόθηκε η με αριθμό 111/18.2.2000 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι: α) οι λιμνοθάλασσες και μεγάλες λίμνες συγκαταλέγονται μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων, που, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή δεν υπάρχει ρητή νομοθετική διάταξη που να ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο, β) ότι τόσο το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 18 § 2) όσο και ο ΑΚ (άρθρο 970) επιτρέπουν την απόκτηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων επί κοινοχρήστων πραγμάτων, υπό τον όρο ότι δεν αναιρείται η κοινή χρήση, γ) ότι ο συντακτικός νομοθέτης υπάγοντας τις λιμνοθάλασσες και τις μεγάλες λίμνες στις πλουτοπαραγωγικές πηγές, διευκολύνει την εκμετάλλευση και διαχείριση αυτών με την έκδοση νόμου, δ) ότι η με αριθμό 2343/4.5.1930 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιερός Μονής Βατοπαιδίου είναι αμφοτεροβαρής και προέβλεπε την επ' ανταλλάγματι (παραχώρηση της κυριότητας δυο αγροτεμαχίων) και όχι για χαριστική αιτία παραχώρηση της εκμετάλλευσης της επίμαχης λίμνης, αφού τα υπόλοιπα επί αυτής δικαιώματα παραμένουν ακέραια στο Δημόσιο, όπως ρητά και με σαφήνεια αναφέρει η ως άνω σύμβαση και όπως ρητά αναφέρει και η με αριθμό 41/1929 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, βάσει της οποίας συνομολογήθηκε η εν λόγω σύμβαση, ε) ότι παρέχεται η δυνατότητα παραχώρησης της διαχείρισης της λίμνης Βιστωνίδας στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου «με νομοθετική ρύθμιση και όχι με απλή απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δεδομένου ότι η συνδέουσα το Ελληνικό Δημόσιο και την Ιερά Μονή σύμβαση (του έτους 1930) αποδυναμώθηκε με νομοθετικές ρυθμίσεις και όχι με Υπουργική Απόφαση, όπως προέβλεπε, και, συνεπώς, δεν νοείται Υπουργική Απόφαση να καταργήσει ρητές νομοθετικές διατάξεις και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η παραχώρηση της εκμετάλλευσης λιμνοθάλασσας συνιστά παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης κοινοχρήστου» και στ) ότι η συνδέουσα την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου και το Ελληνικό Δημόσιο (Υπ. Γεωργίας) σύμβαση δεν έχει ποτέ ρητά καταργηθεί, αλλά αντίθετα, οι διατάξεις, που στην ουσία καταργούσαν τους όρους αυτής (τρόπο διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης της λίμνης από τον Υπουργό Γεωργίας και μετέπειτα) «έκαναν ταυτόχρονα μνεία για την ύπαρξη αυτής καθαυτής της σύμβασης, δηλαδή την θεωρούσαν εν ισχύ», ενόψει δε της φύσεως της εν λόγω σύμβασης, ως κατ' επιταγή νόμου και αμφοτεροβαρούς, τα κεκτημένα βάσει αυτής και των εν γένει νομοθετικών ρυθμίσεων δικαιώματα, όπως λειτουργούν σήμερα, δεν μπορούν να τροποποιηθούν μονομερώς. Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή στις 25.10.2000 από τον Υπουργό Γεωργίας και κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη με το με αριθμό 258730/23.11.2000 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας. Κατόπιν, η εναγομένη υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών τη με αριθμό 699/1245/9.4.1./14/27.12.2001 αίτηση, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938, κυρία, νομέας και κάτοχος της νησίδας του Ιερού Ναού του Αγίου ..., της νησίδας της Παναγίας της Παντανάσσης και της παραλίμνιας έκτασης περιβαλλούσης τη λίμνη Βιστωνίδα, συνολικής έκτασης είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) στρεμμάτων. Η ως άνω αίτηση της εναγομένης διαβιβάστηκε στις 29.1.2002 από τη Δ/νση Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών στην Κτηματική Υπηρεσία Ν. Ξάνθης για τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης και σύνταξη σχετικών εκθέσεων. Η τελευταία, με το με αριθμό 208/27.2.2002 έγγραφό της, απέστειλε την αίτηση αυτή και στην Κτηματική Υπηρεσία Ν. Ροδόπης, λόγω συναρμοδιότητας. Μετά τη διενέργεια διοικητικής έρευνας συντάχθηκαν: α) το με ημερομηνία 24.4.2002 πόρισμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ροδόπης, στο οποίο, διατυπώνεται η άποψη, ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου και να αναγνωριστεί αυτή αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος των παραλιμνίων εκτάσεων, όπως αυτές αποτυπώνονται στο με ημερομηνία 12.12.2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... ..., καθόσον αφορά στα τμήματα που εμπίπτουν εντός των διοικητικών ορίων του νομού Ροδόπης και β) η με ημερομηνία 15.4.2002 διοικητική έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ξάνθης, στην οποία διατυπώνεται η άποψη ότι «όσον αφορά όλα τα προσκομισθέντα στοιχεία, αυτά αποδεικνύουν την ιδιοκτησία της Μονής επί όλης της εκτάσεως, η οποία περιλαμβάνει τη λίμνη Βιστωνίδα, την παραλίμνια έκταση, την περιοχή όπου βρίσκεται ο Άγιος Γεώργιος, σημερινός Τεκές στο Σέλινο, την περιοχή της Αναστασιούπολης, που ονομάζεται Περιθεώριον, καθώς και τη νησίδα Αντά-Μπουρού και την περιοχή που βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου ... στο Πόρτο- Λάγος». Μετά την ολοκλήρωση της σχετικής έρευνας και τη σύνταξη των ως άνω εκθέσεων, τα στοιχεία του σχηματισθέντος φακέλου διαβιβάσθηκαν στη Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Η τελευταία, με τα με αριθμό 1038824/3577/Α0010/3.6.2002 και 1048548/4735/Α0010/19.6.2002 έγγραφά της, ζήτησε από το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας την έκδοση γνωμοδότησης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ως άνω έκτασης. Το ως άνω Γνωμοδοτικό Συμβούλιο εξέδωσε την με αριθμό 17/18.7.2002 γνωμοδότησή του (ληφθείσα κατά τη με αριθμό 10 συνεδρίαση), με την οποία έκανε ομοφώνως αποδεκτή την εισήγηση του ορισθέντος εισηγητή «υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των τοπογραφημένων παραλιμνίων εκτάσεων, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων και των δύο νησίδων Αγίου ... και Παναγίας Παντανάσσης στη λίμνη Μπουρού περιοχής Ν. Ξάνθης, ανηκουσών τούτων εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, όπως αυτές απεικονίζονται στο από 12-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Β.», με την αιτιολογία ότι η Ιερά Μονή είναι μοναδική κυρία και νομέας αυτών. Ειδικότερα, στην εισήγηση, η οποία είναι ενσωματωμένη στη γνωμοδότηση, και ομοφώνως έγινε δεκτή, αναφέρονται, πλην άλλων, ότι από το σύνολο των στοιχείων «προκύπτει σαφώς ότι η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους είναι η μοναδική κυρία και νομέας των, στη λίμνη Μπουρού του Νομού Ξάνθης, 25.000 στρεμμάτων τοπογραφημένων παραλιμνίων εκτάσεων και των δύο νησίδων Αγίου Νικολάου και Παναγίας Παντανάσσης, όποιας εκτάσεως και αν είναι αυτές. Συνεπώς, συμπερασματικά το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να προβάλλει κανένα δικαίωμα κυριότητας εξ οιασδήποτε αιτίας επί των εν λόγω παραλιμνίων εκτάσεων και των νησίδων, ανηκουσών τούτων εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους». Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με την με αριθμό 1064538/5928/Α0010/5.8.2002 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (άρθρο 10 § 6 Α.Ν. 1539/1938), η οποία σημειώθηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, την 19η.11.2002, στον τόμο 1084 και με αύξ. αριθμό 47, και στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής, την 19η.9.2005, στον τόμο 1571 και με αύξ. αριθμό 87. Στη συνέχεια, συντάχθηκε το με ημερομηνία 11.12.2002 πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης, με το οποίο η Κτηματική Υπηρεσία Ν. Ξάνθης παρέδωσε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου «από το αγρόκτημα Σέλινου τα τεμάχια 723=808,250 στρ. και 724=2,750 στρ. σύνολο 811 στρ. και από το αγρόκτημα Ν.Κεσσάνης το τεμ.331α=33,500 στρ., τα οποία αποτελούν τμήμα από τα επιδικασθέντα του Ν. Ξάνθης». Κατόπιν, η εναγομένη υπέβαλε την με αριθμό 396/808/10.9.2002 αίτησή της στη Διεύθυνση Δημοσίας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία ζήτησε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938, «όπως αναγνωρισθή η μη ύπαρξις δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί της Λίμνης Βιστωνίδας (Λίμνη Μπουρού-Ιχθυοτροφείον Αγίων Θεοδώρων-Νταλιάνι) ως ανηκούσης ταύτης εξ ολοκλήρου εις την Ιερόν Μεγίστην Μονήν Βατοπαιδίου», σε συμπλήρωση, όπως αναφέρεται, των με αριθμό 26/3.12.1998 και 17/18.7.2002 γνωμοδοτήσεων, αναφερόμενη στο περιεχόμενο αυτών και επικαλούμενη εκτενέστερα το Ν.Δ. 271/1941, περί ερμηνείας του από 8/10 Απριλίου 1924 Ν.Δ. και συναφή συμφωνητικά με τον προαναφερόμενο αλιευτικό συνεταιρισμό και πρακτικό συμβιβασμού με τον Δήμο Αβδήρων ζητώντας «την αναγνώρισιν της κυριότητας της Ιερός Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου επί της λίμνης Βιστωνίδας». Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, στο οποίο διαβιβάστηκε στις 2.10.2002 η αίτηση, εξέδωσε την με αριθμό 46/28.11.2002 γνωμοδότησή του (ληφθείσα κατά τη με αριθμό 27 συνεδρίαση) «υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας (ή λίμνης Μπουρού - ιχθυοτροφείο Αγίων Θεοδώρων, σημερινό Αγίου ... - Νταλιάνη), των οχθών αυτής στους Νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, όποιας εκτάσεως και αν είναι αυτή, ανηκούσης εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους», με την αιτιολογία ότι ανήκουν εξ ολοκλήρου στην εναγομένη. Ειδικότερα, στην εισήγηση, η οποία είναι ενσωματωμένη στη γνωμοδότηση και ομοφώνως έγινε δεκτή, αναφέρεται ότι, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας, συνεκτιμήθηκαν τα στοιχεία: 1) ότι το έτος 1080 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Νικηφόρος Βατανειάτης παραχώρησε (δώρισε) στη Μονή Βατοπαιδίου με χρυσόβουλλο λόγο της Βασιλείας του το μετόχιο του Περιθεωρίου, το οποίο περιλαμβάνει τη λίμνη, τα ιχθυοτροφεία και τις παραλίμνιες εκτάσεις, προκειμένου να διασφαλίσει τα μέσα διατροφής των μοναχών, 2) ότι το έτος 1329 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ανδρόνικος Παλαιολόγος Τ' μετά από σχετικό αίτημα των μοναχών της Μονής Βατοπαιδίου με δικό του χρυσόβουλλο επιβεβαιώνει και εδραιώνει την παραχώρηση του μετοχιού του Περιθεωρίου, όπως ήδη καθορίσθηκε σαν λίμνη και ευρύτερη γύρω από το Πόρτο-Λάγος του Νομού Ξάνθης περιοχή και των παραλιμνίων εκτάσεων, όπως επίσης ερμηνεύουν οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως με συνοδικά έγγραφα και σιγγίλιά τους, 3) ότι το έτος 1357 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Παλαιολόγος μετά από αίτημα των μοναχών της Μονής Βατοπαιδίου για επιβεβαίωση του περιεχομένου των δύο προηγουμένων χρυσόβουλλων, με δικό του χρυσόβουλλο λόγο επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των προηγουμένων για πάντα, 4) ότι το έτος 1369 ο ηγεμών Ιωάννης Ούγγλεσης εξέδωσε χρυσόβουλλο με το οποίο «Χαρίζηται» από τον ετήσιο φόρο που κατέβαλε η Μονή για την εκμετάλλευση της λίμνης Μπουρού 120 υπέρπυρα, από το οποίο συνάγεται ότι η Μονή κατείχε τη λίμνη και τις παραλίμνιες εκτάσεις πριν από την έκδοση του εγγράφου, 5) ότι το έτος 1371 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Δεσπότης Ούγγλεσης με χρυσόβουλλο λόγο της Βασιλείας του ορίζει να κατέχει η Μονή Βατοπαιδίου τη Λίμνη της «Πορούς» και το ευρισκόμενο ιχθυοτροφείο (βιβάριο) με όλη την περιοχή του, 6) ότι το έτος 1791 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτος Z' απαντώντας με έγγραφό του προς τον τότε Τούρκο Ναύαρχο Χουσεϊν Πασά Τζεζαερλήν τον πληροφορεί ότι η λίμνη παραχωρήθηκε ως ιδιοκτησία στη Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους από την εποχή των αυτοκρατόρων, 7) ότι μετά την επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι καταπάτησαν βιαίως την ιδιοκτησία της λίμνης «Μπουρού» και ότι τελικά η ιδιοκτησία επανήλθε μετά από επανειλημμένες διαμαρτυρίες του Πατριάρχη, 8) ότι μετά την απελευθέρωση της Θράκης το 1920 αναπτύχθηκαν διάφορες αμφισβητήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χώρων μεταξύ του Ελληνικού Κράτους και της Μονής Βατοπαιδίου, με συνέπεια η Μονή να προσφύγει στην Ελληνική Δικαιοσύνη το έτος 1922, καταθέτοντας σχετική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 9) ότι το Δημόσιο προτείνει στη Μονή συμβιβασμό και ειδικότερα η μεν Μονή να μεταβιβάσει στην κυριότητα του Δημοσίου δύο μετόχια που βρίσκονται στη Χαλκιδική, το δε Δημόσιο να παραιτηθεί «πάσης αξιώσεως επί της εν Πορτολάγω της Ξάνθης Λίμνης Μπουρού μετά των ιχθυοτροφείων αυτής κλπ.» και ότι η Μονή αποδέχεται και εκδίδεται το από 8/10 Απριλίου 1924 Νομοθετικό Διάταγμα που διαλαμβάνει στο άρθρο 1 τα εν λόγω, 10) ότι το έτος 1941 με το με αριθμό 271 Ν.Δ. γίνεται αυθεντική ερμηνεία της παρ. β' του άρθρου 1 του από 8/10 Απριλίου 1924 Ν.Δ., σύμφωνα με την οποία η αληθής έννοια αυτών των διατάξεων είναι ότι με αυτές αναγνωρίσθηκαν τα επί της στο Πόρτο-Λάγος της Ξάνθης Λίμνης Μπουρού, μαζί με όλα τα ιχθυοτροφεία αυτής, που είναι παρά την νησίδα και στο στόμιο της λίμνης με τα ανέκαθεν γνωστά τούτων όρια, υφιστάμενα δυνάμει χρυσόβουλλων, απαράγραπτα δικαιώματα κυριότητας και αποκλειστικής εκμετάλλευσης της εις το Άγιο Όρος Μονής Βατοπαιδίου, η δε μεταξύ Μονής και του Δημοσίου εκκρεμής δίκη, μετά την από 1-5-1922 αγωγή της πρώτης, κατηργήθη, λόγω παραιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου πάσης αξιώσεως επί της λίμνης και των ιχθυοτροφείων, και ότι, από το σύνολο των στοιχείων «προκύπτει σαφώς ότι η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους είναι η μοναδική κυρία και της λίμνης Μπουρού και των οχθών αυτής στους Νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, όποιας εκτάσεως και αν είναι αυτή και ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να προβάλλει κανένα δικαίωμα κυριότητας εξ οποιαδήποτε αιτίας επί της εν λόγω λίμνης και των οχθών της». Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με τη με αριθμό 1051266/10611/Α0010/π.ε./4.6.2003 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (άρθρο 10 § 6 Α.Ν. 1539/1938), η οποία σημειώθηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, την 25.6.2003, στον τόμο 1091 και με αύξ. αριθμό 120. Στη συνέχεια, συντάχθηκε το με ημερομηνία 25.6.2003 πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης, με το οποίο η Κτηματική Υπηρεσία Ν.Ξάνθης παρέδωσε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου «τη λιμνοθάλασσα Βιστωνίδα [ή διαφορετικά λίμνη Μπουρού - ιχθυοτροφείο Αγίων Θεοδώρων (σημερινό Αγίου ... -Νταλιάνι)] μετά των οχθών αυτής στο Νομό Ξάνθης, όποιας εκτάσεως και αν είναι αυτή». Η ορθότητα των απόψεων των ανωτέρω γνωμοδοτήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας αμφισβητήθηκε από φορείς του Νομού Ξάνθης (Μητροπολίτη, Νομάρχη, Δήμαρχο, Δικηγορικό Σύλλογο κλπ). Κατόπιν της με ημερομηνία επιστολής-καταγγελίας του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης προς τον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, στην οποία ανέφερε τις απόψεις του σχετικά με πς διεκδικήσεις της εναγομένης στη λίμνη Βιστωνίδα και στις παραλίμνιες περιοχές της, ο τελευταίος με το με αριθμό 9983/30.10.2003 έγγραφό του, ζήτησε από το ως άνω Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, την επανεξέταση της υπόθεσης, ενόψει της επίκλησης νέων στοιχείων. Με τη με αριθμό 26/20.5.2004 γνωμοδότηση (ληφθείσα κατά τη με αριθμό 23 συνεδρίαση), το ανωτέρω Γνωμοδοτικό Συμβούλιο διατύπωσε τη γνώμη ότι «δεν συντρέχει νόμιμος λόγος επανεξετάσεως των με αριθμό 26/3-12-1998, 17/18-7-2002 και 46/28- 11-2002 γνωμοδοτήσεων του παρόντος Συμβουλίου». Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με την με αριθμό 1046300/3944/Α0010/7.6.2004 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Ακολούθως, κατόπιν του με αριθμό 2259/1.12.2004 ερωτήματος του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για το αν υφίσταται κώλυμα για έκδοση σχετικής Υπουργικής Απόφασης περί ανταλλαγής των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας με άλλες εκτός των νομών Ξάνθης και Ροδόπης μετά την αναγνώριση της κυριότητας της Ιερός Μονής Βατοπαιδίου έναντι του Δημοσίου, επειδή είχε εκδοθεί η με αριθμό 111/2000 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εξεδόθη η με αριθμό 15/9.12.2005 γνωμοδότηση του Δ' Τμήματος Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την οποία έγινε δεκτό ότι «ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων νομίμως δύναται να αναθέσει στην Κτηματική Εταιρία Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των περ.β' και δ' της παρ.1 του άρθρου 2 του N. 973/1979, την ανταλλαγή εκείνων εκ των παραλιμνίων εκτάσεων, που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με άλλες εκτός των νομών Ξάνθης και Ροδόπης, δεδομένης της αρμοδιότητας για ανταλλαγή της λίμνης Βιστωνίδας στο Υπουργείο Οικονομικών». Στη συνέχεια, με τη με αριθμό 3822/25.1.2005 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ανατέθηκε στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου η διαδικασία ανταλλαγής των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας με άλλα ακίνητα αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με τη σημείωση ότι η διαδικασία ανταλλαγής θα υλοποιηθεί ανεξάρτητα από τη διαδικασία ανταλλαγής από το Υπουργείο Οικονομικών της λίμνης Βιστωνίδας και των λοιπών εκτάσεων. Επίσης, με τη με αριθμό 16651/26.7.2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ανατέθηκε στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου η διαδικασία ανταλλαγής της λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής ανηκουσών στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου με διαθέσιμα ακίνητα του Δημοσίου αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων εκτός των Νομών Ξάνθης και Ροδόπης, που προτείνονται από τη Διεύθυνση Πολιτικής Γης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αφού προηγουμένως εγκριθούν από το Γενικό Γραμματέα του ιδίου Υπουργείου. Μετά την έκδοση της ως άνω με αριθμό 3822/25.1.2005 απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και αφού προηγουμένως η εναγομένη με έγγραφα αιτήματα της προσέφερε προς ανταλλαγή με ακίνητα του Δημοσίου τη λίμνη Βιστωνίδα, την παραλίμνια έκταση εμβαδού 25.000 στρεμμάτων και τμήμα της νησίδας Αντά-Μπουρού, η Διεύθυνση Πολιτικής Γης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αναζήτησε ακίνητα πρόσφορα και κατάλληλα για τις προβλεπόμενες με τις ως άνω με αριθμό 3822/25.1.2005 και 16651/26.7.2006 Κ.Υ.Α. ανταλλαγές, με το από 16/29.11.2005 πρακτικό AB' της συνεδρίας της Γερόντιας της Ιερός Μονής Βατοπαιδίου αποφασίσθηκε να αποδεχθεί η εναγομένη την επελθούσα συμφωνία μετά του Ελληνικού Δημοσίου για την ανταλλαγή «αγροτικής έκτασης συνολικού εμβαδού 25.000 στρεμμάτων αποτελούμενη από τις παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας των ομόρων νομών Ξάνθης και Ροδόπης» με ακίνητα του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και απόκτησης απ' αυτό ακινήτων ίσης αξίας, με βάση την εκτίμηση του Σ.Ο.Ε, το οποίο είχε εκτιμήσει την αξία των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας στο ποσό των 12.294.128,59 ευρώ. Κατόπιν αυτών, βάσει της ως άνω με αριθμό 3822/25.1.2005 απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αντηλλάγησαν μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος, νομίμως εκπροσωπουμένου από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, οι παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας με διάφορα ακίνητα (οικόπεδα) του ενάγοντος και συντάχθηκαν προς τούτο τα με αριθμό ..., …., … συμβόλαια ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών …. Επίσης, μετά την έκδοση της ως άνω με αριθμό 16651/26.7.2006 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με το με αριθμό 10/23-4 2007 πρακτικό H' της συνεδρίας της Γερόντιας της Ιερός Μονής Βατοπαιδίου αποφασίσθηκε να αποδεχθεί η εναγομένη την επελθούσα συμφωνία μετά του ενάγοντος για την ανταλλαγή της λίμνης Βιστωνίδας με ακίνητα του τελευταίου με τμηματική ανταλλαγή ποσοστού εξ αδιαιρέτου της λίμνης προς το Ελληνικό Δημόσιο και απόκτησης απ' αυτό ακινήτων ίσης αξίας, με βάση την εκτίμηση του Σ.Ο.Ε, το οποίο είχε εκτιμήσει την αξία της λίμνης Βιστωνίδας στο ποσό των 46.860.000,00 ευρώ. Κατόπιν αυτών, βάσει της ως άνω με αριθμό 16651/26.7.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών αντηλλάγησαν μεταξύ της εναγόμενης και του ενάγοντος, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, ποσοστά εξ αδιαιρέτου της λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη, με διάφορα ακίνητα του τελευταίου και συντάχθηκε, μεταξύ άλλων, και το επίδικο με αριθμό ...μβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πελέκη - Βουλγαράκη, νόμιμα μεταγεγραμμένο, με το οποίο, ως προελέχθη, η εναγόμενη Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου Αγίου Όρους μεταβίβασε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, προς το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την εντολοδόχο και πληρεξούσια αυτού Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, ποσοστό ίσο προς 23,717/1000 εξ αδιαιρέτου των συνολικών λιμναίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας - Νταλιάνη, και σε αντάλλαγμα το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, δια της ως άνω Κτηματικής Εταιρίας, μεταβίβασε στην εναγομένη, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τμήμα του με αριθμό ... ακινήτου του αγροκτήματος ...Ν. Αττικής. Στη συνέχεια, όμως, με τη με αριθμό 1098315/6443/Α0010/3.10.2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ανακλήθηκαν από την έκδοσή τους οι προαναφερθείσες με αριθμό 1007690/610/Α0010/5.2.1999, 1064538/5928/Α0010/5.8.2002 και 1051266/10611/Α0010/π.ε./4.6.2003 Υπουργικές Αποφάσεις, με τις οποίες είχαν γίνει αποδεκτές οι με αριθμό 26/1998, 17/2002 και 46/2002 γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, αντίστοιχα, καθώς και τα με ημερομηνία 11.12.2002 και 25.6.2003 πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής των επίμαχων εδαφικών εκτάσεων, που είχαν εκδοθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 Α.Ν. 1539/1938, σε εκτέλεση των ως άνω Υπουργικών Αποφάσεων. Η ανάκληση έγινε με την εξής αιτιολογία : «1. Από την αντιπαραβολή και τον έλεγχο του περιεχομένου των ανωτέρω αποφάσεων, γνωμοδοτήσεων και πρωτοκόλλων δεν προκύπτει η έλλειψη της κυριότητας του Δημοσίου και αντιστοίχως η κυριότητα της Μονής Βατοπαιδίου επί των αναφερομένων στις ανωτέρω αποφάσεις εκτάσεων, ενόψει και της ασάφειας και αοριστίας ως προς τον ακριβή προσδιορισμό των ακινήτων, της εκτάσεως, των ορίων τους, αλλά και του χαρακτήρα τους και ιδίως της ιδιότητάς τους ως κοινοχρήστων ή παραλίμνιων ή παρόχθιων εκτάσεων ή εκτάσεων επί νησίδων της λίμνης Βιστωνίδας. 2. ... λόγοι προστασίας της δημόσιας περιουσίας επιβάλλουν, όπως οι πράξεις περί αναγνωρίσεως της ελλείψεως οποιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος του Δημοσίου και αντιστοίχως της αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων τρίτων επί αμφισβητούμενων εκτάσεων, στηρίζονται σε αδιαμφισβήτητα στοιχεία ως προς την έλλειψη δικαιωμάτων του Δημοσίου, ενώ αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. 3. ... κατ’ ακολουθία συντρέχουν προφανείς και σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την ανάκληση όλων των ανωτέρω ... πράξεων». Η εναγομένη με τη με ημερομηνία 20.11.2008 αίτησή της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας ζήτησε την ακύρωση της ως άνω με αριθμό 1098315/6443/Α0010/3.10.2008 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Επί αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3776/2012 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, η οποία απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι οι πράξεις του Υπουργού των Οικονομικών, που εκδίδονται κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, κατόπιν αποδοχής ή απορρίψεως, κατά περίπτωση, της σχετικής γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, δεν γεννούν διοικητικές διαφορές, αλλά ιδιωτικές διαφορές, υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, διότι εκδίδονται στα πλαίσια διαφοράς με αντικείμενο την ύπαρξη και αναγνώριση εμπράγματων δικαιωμάτων και όχι κατ' ενάσκηση δημοσίας εξουσίας και προς άμεση θεραπεία συγκεκριμένου δημοσίου σκοπού. Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί, η ιδιότητα της επίδικης λίμνης ως κοινόχρηστου πράγματος που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και που αποτελεί λιμνοθάλασσα ή μεγάλη λίμνη, το ιδιοκτησιακό της καθεστώς της οποίας ρυθμίζεται μόνο με νόμο (άρθρο 18 § 2 του Συντάγματος), καθιστά άκυρη, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, την υποσχετική σύμβαση πώλησης η ανταλλαγή της ως άνω λίμνης και τη μεταβιβαστική της κυριότητας της σύμβασης, που εμπεριέχονται αμφότερες στο ως άνω με αριθμό συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, ελλείψει νόμιμης αιτίας με συνέπεια και εκ του λόγου αυτού να ανατρέπεται στο σύνολό της η σύμβαση ανταλλαγής ως υποσχετική και οι εμπράγματες συμβάσεις μεταβίβασης κυριότητας των ανταλλαγέντων ακινήτων (βλ. ΑΠ 981, 982/2019 ό.π.). Οι περί αντιθέτου, δε, ισχυρισμοί της εναγομένης κρίνονται στο σύνολό του απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, αυτή διατείνεται ότι το ενάγον είχε ομολογήσει την κυριότητα της επί της λίμνης Βιστωνίδας με τις με ημερομηνία 12.5.2008 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε αγωγή του Δήμου Τρίγλιας Χαλκιδικής με αντικείμενο την ακυρότητα του με αριθμό ...μβολαίου ανταλλαγής της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο φέρονταν να έχουν ανταλλαγεί, μεταξύ των νυν διαδίκων, τμήματα της λίμνης Βιστωνίδας με εποικιστικά ακίνητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (βλ. σελ. 43επ. των προτάσεών της). Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, αφενός, διότι, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (βλ. ΑΠ 303/2020, ΑΠ 556/2020, ΑΠ 964/2013, ΑΠ 38/2010, διαθέσιμες σε areiospagos.gr), αφετέρου, διότι, με βάση τα όσα αποδείχθηκαν ως προς την κυριότητα του ενάγοντος Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας και την συνεπακόλουθη- ακυρότητα της επίδικης σύμβασης, αυτό (ενάγον) προέβη σε ανάκληση της τότε ομολογίας του, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 352 § 1, 354 ΚΠολΔ, η ανάκληση της ομολογίας, δικαστικής ή εξώδικης, προϋποθέτει ότι ο ομολογήσας αποδεικνύει ότι το ομολογημένο γεγονός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, πλην όμως η ανάκληση αυτή δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, δεδομένου ότι δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού, ενώ η ανάκληση πρέπει να προταθεί, χωρίς να είναι αναγκαία πανηγυρική δήλωση του διαδίκου ότι ανακαλεί το ομολογημένο γεγονός, αλλά αρκεί να προκύπτει ότι ήδη το αμφισβητεί (βλ. ΑΠ 755/2023 διαθέσιμη σε areiospagos.gr), όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την ένδικη αγωγή. Περαιτέρω, η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος (βλ. σελ. 90επ., 193επ., 339 των προτάσεών της), επί τη βάση του ότι το ενάγον συμβιβάσθηκε μαζί της και αναγνώρισε την κυριότητα της επί της λίμνης Βιστωνίδας, τον οποίο επιβεβαίωσε με την ψήφιση του α.ν.1924/1951, ενώ οι υπηρεσίες αυτού προετοίμασαν τις επίμαχες ανταλλαγές, προέβησαν στην έκδοση των προμνησθεισών Γνωμοδοτήσεων και Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, οι οποίες εγκρίθηκαν από τον αρμόδιο Υπουργό, καθώς επίσης με τις με ημερομηνία 12.5.2008 προτάσεις του (ενάγοντος) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης είχε συνομολογήσει την κυριότητα της επί της λίμνης Βιστωνίδας, δημιουργώντας σε αυτήν την πεποίθηση ότι η επίδικη ανταλλαγή ήταν νόμιμη και δεν επρόκειτο να αμφισβητηθεί από αυτό. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, πλην όμως είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί ως προς το περιεχόμενο του α.ν.1924/1951, την ανάκληση των Γνωμοδοτήσεων του ΝΣΚ και των Υπουργικών Αποφάσεων που τις είχαν αποδεχθεί, αλλά και την ανάκληση των ομολογιών του ενάγοντος στο πλαίσιο διάφορων από την παρούσα δικών. Επιπροσθέτως, διατείνεται η εναγομένη (βλ. σελ. 91επ. των προτάσεών της) ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του ενάγοντος για απόδοση του με στοιχείο «Β» ως άνω ακινήτου, λόγω ύπαρξης δικού της δικαιώματος νομής και κατοχής, και συγκεκριμένα λόγω της οικειοθελούς παράδοσης της νομής του εν λόγω ακινήτου από το ενάγον στην εναγομένη, κατά την εκτέλεση της εδώ κρινόμενης σύμβασης, ακόμα και εάν αυτή ήθελε θεωρηθεί άκυρη. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, κατά την προκριτέα από το παρόν Δικαστήριο άποψη, η ένσταση δικαιωματικής νομής (άρθρο 1095 ΑΚ) προϋποθέτει έννομη σχέση, η οποία δεν υπάρχει όταν η δικαιοπραξία, βάσει της οποίας περιήλθε η νομή ή η κατοχή του διεκδικούμενου πράγματος στον ενιστάμενο, είναι άκυρη, αφού θεωρείται ανύπαρκτη (άρθρο 180 ΑΚ), τυχόν, δε, διάφορη άποψη θα υπερακόντιζε τον σκοπό της διάταξης του άρθρου 1095 ΑΚ (βλ. ΑΠ 32/1968 ΝοΒ 1968, 460, ΕφΠειρ 19/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘες 1348/2000 Αρμ 2000, 939, Παντελίδου, Κ., Η κατάσταση διεκδικήσεως και η ένσταση της δικαιωματικής νομής (ΑΚ 1095), ΕπΑκ 2024, Ιεπ., πρβλ. ΑΠ 809/1989 ΝοΒ 1990, 1434), ώστε εν προκειμένω που η επίμαχη σύμβαση είναι άκυρη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν στοιχειοθετείται η ένσταση της δικαιωματικής νομής ή κατοχής τής εναγόμενης επί του με στοιχείο «Β» ακινήτου. Επίσης, προβάλλει αυτή (βλ. σελ. 181επ., 338, 399επ. των προτάσεων της) την ένσταση παραίτησης του ενάγοντος από το δικαίωμα κυριότητας του επί της λίμνης Βιστωνίδας μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας των άρθρων 8 επ. α.ν.1539/1938 και την έκδοση των με αριθμό 26/1998, 17/2002 και 46/2002 γνωμοδοτήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, με τις οποίες το όργανο αυτό γνωμοδότησε υπέρ της ύπαρξης κυριότητας της εναγομένης επί της λίμνης Βιστωνίδας, αλλά και με την έκδοση της με αριθμό 26/2004 Γνωμοδότησης του ιδίου οργάνου, που έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος επανεξέτασης της υπόθεσης, καθώς και της με αριθμό 15/2005 Γνωμοδότησης του ιδίου οργάνου, που έκρινε ότι το Δημόσιο δεν δικαιούνταν να αμφισβητήσει την κυριότητα της εναγομένης. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, όπως ήδη έχει λεχθεί, με τη με αριθμό 1098315/6443/Α0010/3.10.2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ανακλήθηκαν από την έκδοσή τους οι προαναφερθείσες με αριθμό 1007690/610/Α0010/5.2.1999, 1064538/5928/Α0010/5.8.2002 και 1051266/10611/Α0010/π.ε./4.6.2003 Υπουργικές Αποφάσεις, με τις οποίες είχαν γίνει αποδεκτές οι με αριθμό 26/1998, 17/2002 και 46/2002 γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, αντίστοιχα, καθώς και τα με ημερομηνία 11.12.2002 και 25.6.2003 πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής των επίμαχων εδαφικών εκτάσεων, που είχαν εκδοθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 Α.Ν. 1539/1938, σε εκτέλεση των ως άνω Υπουργικών Αποφάσεων. Η ανάκληση, μάλιστα, αυτή είναι νόμιμη, αφού δεν στηρίχθηκε σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ώστε να απαιτείται γνωμοδότηση του ανωτέρω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, και ακολούθως συνεπάγεται αναδρομική ακυρότητα των συναφθεισών συμβάσεων ανταλλαγής των εκτάσεων αυτών με άλλα ακίνητα του Δημοσίου, το οποίο (Δημόσιο) έχει την υποχρέωση να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που πηγάζουν από την κυριότητα του επί της λίμνης Βιστωνίδας και των λοιπών ανταλλαγέντων ακινήτων (βλ. ΓνμδΟλΝΣΚ 312/2009 ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε δε περίπτωση, οι ανωτέρω εγκριτικές Υπουργικές Αποφάσεις των προαναφερομένων με αριθμό γνωμοδοτήσεων του ανωτέρω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, ως προς την ύπαρξη ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της εναγομένης επί της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, έχουν αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα και όχι διαπλαστικό, δηλαδή μεταβιβαστικό της κυριότητας χαρακτήρα, για την οποία (κυριότητα) την τελική κρίση έχουν τα πολιτικά Δικαστήρια, τα οποία δεν δεσμεύονται από το περιεχόμενο των γνωμοδοτήσεων του ανωτέρω οργάνου (βλ. ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 769/2020 διαθέσιμες σε areiospagos.gr). Ακόμα, η εναγόμενη ισχυρίζεται, επικουρικά, ότι η κυριότητα της επί της λίμνης Βιστωνίδας έχει αναγνωριστεί εξωδικαστικά με εξώδικο συμβιβασμό που καταρτίσθηκε μεταξύ των νυν διαδίκων, άλλως διευθετήθηκε συμβατικά η ιδιοκτησιακή διαφορά επί αυτής (βλ. σελ. 51, 52, 43επ., 197επ., 340επ. των προτάσεών της), όπως η πρόθεση συμβιβασμού των διαδίκων προκύπτει από. κοινή δήλωσή τους για τη μη έκδοση απόφασης επί της αγωγής που αυτή είχε ασκήσει κατά του νυν ενάγοντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, την έκδοση των προρρηθεισών Γνωμοδοτήσεων και την κατάρτιση συμβάσεων ανταλλαγής, μεταξύ των οποίων και η επίδικη. Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, ενόψει του ότι ο επικαλούμενος συμβιβασμός στηρίζεται σε ανύπαρκτη έννομη σχέση, κατά τα όσα έχουν ήδη λεχθεί ως προς την κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας, αφού η λίμνη Βιστωνίδα ανήκε, κατά τον χρόνο της ανταλλαγής, στην κυριότητα του ενάγοντος, λαμβανομένου υπόψη ότι, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός (βλ. ΑΠ 781/2020 ό.π.), ενώ λόγω της εκ του λόγου αυτού ακυρότητας της επίδικης σύμβασης ανταλλαγής δεν εφαρμόζεται, εν προκειμένω, η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Πέραν τούτων, αξίζει να ειπωθεί ότι για την κατάρτιση συμβιβασμού στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν τηρηθεί οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις για την έγκυρη σύναψη τέτοιας σύμβασης (συμβιβασμού) εκ μέρους του ενάγοντος-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι προηγούμενη γνωμοδότηση ΝΣΚ και έγκριση από Υπουργό Οικονομικών, ενώ στα επίμαχα συμβόλαια ανταλλαγής δεν διαλαμβάνεται καμία δικαιοπρακτική δήλωση, περί συμβιβασμού, ούτε και μπορεί να συναχθεί τέτοια, αφού με αυτές αντηλλάγησαν ακίνητα ίσης αξίας, χωρίς να συντρέχει αμοιβαία υποχώρηση των μερών, όπως απαιτείται για το συμβιβασμό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ.
Με βάση όλα τα παραπάνω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως προς την κύρια βάση της, παρελκούσης της έρευνας της τρίτης επικουρικής αγωγικής βάσης, που πρωτοδίκως είχε γίνει κατ’ ουσία δεκτή, να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρο το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …. και να αναγνωριστεί ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο είναι κύριο του ως άνω περιγραφόμενου με αριθμό ...“ ακινήτου του αγροκτήματος ...Νομού Αττικής. Ακολούθως, η συνεκδικαζόμενη πρώτη έφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει έννομου συμφέροντος, δεδομένου ότι με αυτή πλήττονται οι παραδοχές της εκκαλουμένης, με τις οποίες έγινε δεκτή η επικουρική ιστορική βάση περί του δασικού χαρακτήρα του με αριθμό ...“ ακινήτου, ως προς το οποίο αυτή εξαφανίστηκε μετά παραδοχή του προρρηθέντος λόγου έφεσης της δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης. Αλλά και η δεύτερη συνεκδικαζόμενη έφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει έννομου συμφέροντος του ενάγοντος, ως προς τους λοιπούς λόγους έφεσης, με τους οποίους πλήττεται η κρίση της εκκαλουμένης ως προς τους λοιπούς, επικουρικά προβαλλόμενους, λόγους ακυρότητας, αφού έφεση για λαθεμένες αιτιολογίες που δεν στηρίζουν διατακτικό, από το οποίο να δημιουργείται δεδικασμένο, δεν επιτρέπεται (βλ. σχετ. ως προς αυτό ΑΠ 343/2023 ΕλλΔνη 2024, 139), στην προκειμένη δε περίπτωση, δεν πρόκειται, μετά την τελεσιδικία της εκκαλούμενης απόφασης, να δημιουργηθεί κανένα επιβλαβές δεδικασμένο σε βάρος του (ενάγοντος), ενόψει του ότι ως προς τα αγωγικά αιτήματα, με τα οποία οι επικουρικές αγωγικές βάσεις συνέχονται, ήτοι αυτό της ακυρότητας της επίμαχης σύμβασης και της προστασίας της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου, είχε παρασχεθεί πλήρης προστασία από την εκκαλουμένη μετά την παραδοχή της ως άνω επικουρικής αγωγικής βάσης, χωρίς τη συνδρομή των λοιπών επικουρικά προβαλλόμενων λόγων ακυρότητας, οι οποίοι απορρίφθηκαν από αυτήν ως μη νόμιμοι και δεν εξετάσθηκαν κατ’ ουσίαν (βλ. σχετ. ΕφΘες 2894/1990 Αρμ 1991, 165). Τέλος, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, πρέπει τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας για την πρώτη συνεκδικαζόμενη έφεση και αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας ως προς τη δεύτερη συνεκδικαζόμενη έφεση, να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 και 183 ΚΠολΔ, την εφαρμογή των οποίων δεν αποκλείει, κατά την αληθινή της έννοια, η διάταξη του άρθρου 22 § 1 ν.3693/1957 (βλ. ΑΠ 781/2020 ό.π.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τη με ημερομηνία 5.2.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...9.2.2018 έφεση και τη με ημερομηνία 7.2.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2017 έφεση, αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με ημερομηνία 5.2.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...9.2.2018 έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν τη με ημερομηνία 7.2.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2017 έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αριθμό 369/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τα κεφάλαιά της με τα οποία απορρίφθηκε η κύρια αγωγική ιστορική βάση και έγινε δεκτός κατ’ ουσίαν ο επικουρικά προβαλλόμενος τρίτος λόγος ακυρότητας.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ τη με ημερομηνία 12.11.2012 και με αριθ. έκθ. κατάθ. .../.../15.11.2012 αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή ως προς την κύρια βάση της.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι είναι άκυρο το με αριθμό συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών …., που έχει μεταγράφει νόμιμα.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο είναι κύριο του τμήματος του με αριθμό ... ακινήτου του αγροκτήματος ...Νομού Αττικής, συνολικής επιφάνειας 2.517.275,00τ.μ., το οποίο βρίσκεται εν μέρει στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ... και εν μέρει στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή του Δήμου ..., και αποτελείται από οκτώ (8) επιμέρους τμήματα, ήτοι: α) το υπό στοιχεία (Α) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 1-2-3-4-5-6-...-24-1 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... Γ. ..., επιφάνειας 38.114,00 τ.μ. [τμήμα του οποίου υπό στοιχεία επιφάνειας 11.320,00 τ.μ., βρίσκεται στη Ζώνη Προστασίας Α’ του αρχαιολογικού χώρου ...], εκ του οποίου υπό στοιχεία (Α) τμήματος, τμήμα, επιφάνειας 24.258,00 τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ..., ενώ το λοιπό τμήμα, επιφάνειας 13.856,00 τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή του Δήμου ..., β) το υπό στοιχεία (Β) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 25-26-27-28-...-308-25 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... Γ. ..., επιφάνειας 1.170.796,00 τ.μ. [τμήματα του οποίου υπό στοιχεία (Β’), επιφάνειας 231.687,00 τ.μ., και υπό στοιχεία (Β’), επιφάνειας 54.239,00 μ., βρίσκονται στη Ζώνη Προστασίας Α’ του αρχαιολογικού χώρου ...], το οποίο υπό στοιχεία (Β) τμήμα βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ... και εντός του οποίου υπάρχουν: і) το υπό στοιχεία (40) τμήμα, επιφάνειας 27.058,00 τ.μ., και ii) το υπό στοιχεία (46) τμήμα, επιφάνειας 6.581,00 τ.μ., τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν, κατά κυριότητα, στο Υπουργείο Αγροτικής Αναπτύξεως και Τροφίμων, γ) το υπό στοιχεία (Γ) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 333-334-335-...- 440-333 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... Γ. ..., επιφάνειας 176.439,00 τ.μ. [τμήμα του οποίου υπό στοιχεία (Γ), επιφάνειας 4.807,00 τ.μ., βρίσκεται στη Ζώνη Προστασίας Α’ του αρχαιολογικού χώρου ...], το οποίο υπό στοιχεία (Γ) τμήμα βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ... και εντός του οποίου υπάρχουν: і) το υπό στοιχεία (34) τμήμα, επιφάνειας 1.120,00 τ.μ., και ii) το υπό στοιχεία (35) τμήμα, επιφάνειας 80,00 τ.μ., τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν, κατά κυριότητα, στο Υπουργείο Αγροτικής Αναπτύξεως και Τροφίμων, δ) το υπό στοιχεία (Δ) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 449-450-451-...- 510-449 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... Γ. ..., επιφάνειας 78.724,00 τ.μ., το οποίο (τμήμα) βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ... και εντός του οποίου υπάρχουν: і) το υπό στοιχεία (37) τμήμα, επιφάνειας 133,00 τ.μ., και ii) το υπό στοιχεία (43) τμήμα, επιφάνειας 2.388,00 τ.μ., τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν, κατά κυριότητα, στο Υπουργείο Αγροτικής Αναπτύξεως και Τροφίμων, ε) το υπό στοιχεία (Ε) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 516-517-518- 519-...-533-534-516 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... Γ. ..., επιφάνειας 81.855,00τ.μ., εκ του οποίου (τμήματος) τμήμα, επιφάνειας 44.596,00 τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ..., ενώ το λοιπό τμήμα, επιφάνειας 37.259,00 τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή του Δήμου ..., στ) το υπό στοιχεία (Ζ) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 535-536-537-538-539- -636-637-820-821-822-....-837-838-638-639-640-...- 663-664-535 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... Γ. ..., επιφάνειας 671.146,00τ.μ. [τμήμα του οποίου υπό στοιχεία (Ζ’), επιφάνειας 5.049.00τ.μ., βρίσκεται στη Ζώνη Προστασίας Α’ του αρχαιολογικού χώρου ...], το οποίο υπό στοιχεία (Ζ) τμήμα ευρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ..., ζ) το υπό στοιχεία (Η) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 665-666-667- -801-802-665 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... Γ. ..., επιφάνειας 266.847,00 τ.μ., εκ του οποίου (τμήματος) τμήμα, επιφάνειας 181.151,00 τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ..., ενώ το λοιπό τμήμα, επιφάνειας 85.696,00 τ.μ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή του Δήμου ... και εντός του υπό στοιχεία (Η) τμήματος υπάρχουν: ί) το υπό στοιχεία (52) τμήμα, επιφάνειας 3.553,00 τ.μ., και ίί) το υπό στοιχεία (53) τμήμα, επιφάνειας 15.734,00 τ.μ., τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν, κατά κυριότητα, στο Υπουργείο Αγροτικής Αναπτύξεως και Τροφίμων, και η) το υπό στοιχεία (Θ) τμήμα, εμφαινόμενο με τους αριθμούς 803-804-805-....819-803 στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... Γ. ..., επιφάνειας 33.354,00 τ.μ., το οποίο τμήμα βρίσκεται στην εκτός σχεδίου και εκτός Γ.Π.Σ. περιοχή της Κοινότητας ....
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου Αγίου Όρους να
αποδώσει στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας για την πρώτη συνεκδικαζόμενη έφεση και αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας για τη δεύτερη συνεκδικαζόμενη έφεση.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14.1.2024 και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28.1.2024, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ