ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄ΕΝΟΧΙΚΟ
ΑΡΙΘΜΟΣ 47/2025
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Χρήστο Δημητριάδη, Πρόεδρο Εφετών, Αλεξάνδρα Λιόλιου, Εφέτη και Μαρία Λύγκα, Εφέτη - Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Νικολέττα Νέδα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 18ηΟκτωβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
I. (πιν. ….) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «….» και τον διακριτικό τίτλο «… BANK», που εδρεύσει στην Αθήνα (οδός …) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….», κατόπιν διάσπασης της τελευταίας (Διασπώμενης), με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία - πιστωτικό ίδρυμα (Επωφελούμενη), εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με τη με αριθ. πρωτ. ….2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης, με τις υπ’ αριθ. πρωτ. ….2021 και ….2021 Ανακοινώσεις, αντίστοιχα, η οποία Διασπώμενη τραπεζική εταιρεία είχε ήδη καταστεί καθολική διάδοχος της «…. Α.Ε.», λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και την υπ’ αριθ. …2013 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών …., εγκριθείσας της ως άνω συγχώνευσης, με την υπ’ αριθ. ….2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης & Ανταγωνιστικότητας, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Κωνσταντίνου Καρρά (AM Δ.Σ….), συνεργάτη της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός …), με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) …., δικηγόρου Θεσσαλονίκης (AM Δ.Σ….), με ΑΦΜ …/Δ.Ο.Υ. …, 2) …, με ΑΦΜ …/Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς, κατοίκων αμφοτέρων Νέων Επιβατών Θεσσαλονίκης (οδός ….), εκ των οποίων η πρώτη παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως εκ της δικηγορικής της ιδιότητας, και ο δεύτερος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευφροσύνης ... (AM Δ.Σ….) και κατέθεσαν προτάσεις.
II. (πιν. ….) ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) …., δικηγόρου Θεσσαλονίκης (AM Δ.Σ…..), με ΑΦΜ …/Δ.Ο.Υ. …, 2) ...., με ΑΦΜ …./ΔΌ.Υ. …, κατοίκων αμφοτέρων …. Θεσσαλονίκης (οδός ….), εκ των οποίων η πρώτη παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως εκ της δικηγορικής της ιδιότητας, και ο δεύτερος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευφροσύνης ... (AM Δ.Σ…..) και κατέθεσαν προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «….» και τον διακριτικό τίτλο «…. BANK», που εδρεύσει στην Αθήνα (οδός …) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….», κατόπιν διάσπασης της τελευταίας (Διασπώμενης), με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία - πιστωτικό ίδρυμα (Επωφελούμενη), εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με τη με αριθ. πρωτ. …..2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης, με τις υπ’ αριθ. πρωτ. ….2021 και …..2021 Ανακοινώσεις, αντίστοιχα, η οποία Διασπώμενη τραπεζική εταιρεία είχε ήδη καταστεί καθολική διάδοχος της «… Α.Ε.», λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και την υπ’ αριθ. …..2013 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών, …., εγκριθείσας της ως άνω συγχώνευσης, με την υπ’ αριθ. ….2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης & Ανταγωνιστικότητας, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Αντώνιου Παναγούλη (AM Δ.Σ…..), συνεργάτη της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «….», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός …), με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι της υπό στοιχ. I εφέσεως και εκκαλούντες της υπό στοιχ. II εφέσεως άσκησαν σε βάρος της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας της υπό στοιχ. I εφέσεως και εφεσίβλητης της υπό στοιχ. II εφέσεως, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 28.01.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ….2020 αγωγή, με την οποία ζήτησαν τα αναφερόμενα σ’ αυτή. Το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ’ αριθ. 4771/2021 οριστική απόφασή του, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως παραπονούνται αμφότερες οι διάδικες πλευρές. Οι μεν ενάγοντες άσκησαν τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …..2021 και ορισμού δικασίμου …..2021 έφεσή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 21.01.2022, κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, με την υπ’ αριθ. 1929/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, επαναφέρθηκε προς συζήτηση, με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …..2022 κλήση των εναγόντων και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 19ης.05.2023, κατά την οποία, ωστόσο, αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω διενέργειας βουλευτικών εκλογών, επαναπροσδιορίσθηκε δε οίκοθεν για τη δικάσιμο της 10ης. 11.2023 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η δε εναγομένη άσκησε τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …..2021 και ορισμού δικασίμου ….2022 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 16ης.09.2022, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19ης.05.2023, οπότε αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω διενέργειας βουλευτικών εκλογών, επαναπροσδιορίσθηκε δε οίκοθεν για τη δικάσιμο της 10ης. 11.2023 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται ανωτέρω.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν: I) η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …..2021 και ορισμού δικασίμου ….2022 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και II) η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ….2021 και ορισμού δικασίμου ….2021 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων, η οποία νομίμως επαναφέρθηκε με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …..2022 κλήση των ιδίων, στρεφόμενες αμφότερες, κατά της υπ’ αριθ. 4771/2021 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι, έτσι, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 524 § 1 ΚΠολΔ).
Αμφότερες οι εφέσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα, με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ), και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης τριακονθήμερης προθεσμίας (άρθρα 144 § 2 και 518 § 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι η εκκαλουμένη επιδόθηκε, με επιμέλεια των εναγόντων, στην εναγομένη, την 29.11.2021, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. …..2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, …., και το μεν δικόγραφο της εφέσεως της εκκαλούσας - εναγομένης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 23.12.2021, το δε δικόγραφο της εφέσεως των εκκαλούντων - εναγόντων κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 09.12.2021.Επομένως, πρέπει αμφότερες να γίνουν τυπικά δεκτές (άρθρα 511, 513 § 1, 516 § 1, 517 και 520 § 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος (άρθρο 522 ΚΠολΔ), καθόσον για το παραδεκτό εκάστης εφέσεως έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο, από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, ηλεκτρονικό παράβολο ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση κατάθεσης εκάστης εξ αυτών.
Ο N. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ο οποίος τυγχάνει εφαρμοστέος, στην προκειμένη υπόθεση, ενόψει του επικαλούμενου χρόνου τέλεσης των επίδικων πράξεων επεξεργασίας, που είναι προγενέστερος της 29ης.08.2019, ήτοι της θέσεως σε ισχύ του N. 4624/2019 (ΦΕΚ Α' 137/29.08.2019), έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών, που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι : «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) Έκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων, που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ του παρόντος νόμου". Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 §§ 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ. 1). Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ... (παρ. 2)». Με τη διάταξη του άρθρου 5 §§ 1 και 2 αυτού, ορίζεται ότι: «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ. 1). Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2)». Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του N. 3471/2006, ορίζεται ότι: «Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ’ εντολή του (παρ. 1). Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας ... (παρ.3). Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ’ εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)». Στις διατάξεις του άρθρου 11 §§ 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ. 1). Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματα του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3)». Με το άρθρο 12 § 1 αυτού ορίζεται ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως», ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι «Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες: α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους, β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του, δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού, ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε' εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2). Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3)». Με τη διάταξη του άρθρου 13 §1 εδ. α' αυτού, ορίζεται ότι: «το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...». Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη. Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει, ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων: α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 § 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του N. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του. Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του ως άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ. ια' του Ν. 2472/1997, και γι’ αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματος του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ως άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή. Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ’ αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του. Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 § 1 περ. γ' του N. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου. Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 § 1 περ. α' του N. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ' του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 § 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 § 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη. Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων, που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον. Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 § 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί. Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1479/2023, ΑΠ 63/2023, δημοσιευμένες στην επίσημη ιστοσελίδα του ΑΠ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28.01.2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. ….) αγωγή, που άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι της υπό στοιχ. I εφέσεως και εκκαλούντες της υπό στοιχ. II εφέσεως, σε βάρος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας της υπό στοιχ. I εφέσεως και εφεσίβλητης της υπό στοιχ. II εφέσεως, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξέθεταν ότι, δυνάμει των αναφερόμενων δανειακών συμβάσεων, που συνήψαν με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία «…. Α.Ε.», στη θέση της οποίας υπεισήλθε, σε μεταγενέστερο, της συνάψεως των συμβάσεων, χρόνο, η εναγομένη, τους χορηγήθηκε το συνολικό ποσό των 230.000 ευρώ, πληρωτέο σε μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, οι οποίες πραγματοποιούνταν από τον υπ’ αριθ. ... λογαριασμό τους. Ότι ο δεύτερος ενάγων, λόγω περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, αιτήθηκε την υπαγωγή του στο N. 3869/2010, καθώς και την έκδοση προσωρινής διαταγής, κατ’ άρθρο 5 § 2 του ως άνω Νόμου. Ότι, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../2014 προσωρινής διαταγής της αρμόδιας Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ορίστηκε ότι όφειλε να καταβάλει το ποσό των 150 ευρώ, προς σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών του, από τον Ιούνιο του έτους 2016 έως και τη συζήτηση της αίτησης, την 27. 11.2025. Ότι η πρώτη εξ αυτών υπήρξε συνεπής ως προς την καταβολή των δόσεων και ότι έως την 07.04.2017 είχαν εξοφληθεί ολοσχερώς τα τρία πρώτα δάνεια και ένα μέρος των υπολοίπων, εναπομείναντος ανεξόφλητου υπολοίπου 27.000 ευρώ περίπου. Ότι, δυνάμει συμφωνίας, που συνήψε η πρώτη ενάγουσα με την εναγομένη, η τοκοχρεολυτική δόση, για τα εκκρεμή δάνεια, ανερχόταν στα αναφερόμενα ποσά, τα οποία κατέβαλε ανελλιπώς και εις το ακέραιον. Ότι την 14.01.2019, οχλήθηκε αυτή (ενάγουσα) τηλεφωνικά, από την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών «….», η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης, ότι καθυστερεί την αποπληρωμή της δόσης δύο εκ των τριών εναπομείναντων δανείων, παρότι υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό της, για την κάλυψη των δόσεων και των τριών δανείων. Ότι την επομένη ημέρα απευθύνθηκε στο κατάστημα Περαίας της εναγομένης και, κατόπιν σύστασης του αρμοδίου υπαλλήλου της, προέβη αυθημερόν σε ανανέωση της εντολής προς την εναγομένη, προκειμένου η τελευταία να λαμβάνει τη δόση και για τα τρία δάνεια από τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό, πλην, όμως, οι τηλεφωνικές οχλήσεις από την προαναφερόμενη εταιρεία συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ένταση. Ότι την 31.01.2019, απέστειλε στην εναγομένη εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία την καλούσε να εισπράξει από τον συνδεδεμένο, με τα δάνεια, λογαριασμό όλες τις μη εισπραχθείσες δόσεις και να απέχει από τη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων. Ότι, την 04.02.2019, η εναγομένη της απέστειλε επιστολή, με την οποία την καλούσε να καταβάλει το ποσό των 118,76 ευρώ, που αφορούσε ένα από τα δάνεια, διότι η καθυστέρηση πληρωμής υπερέβαινε τις 60 ημέρες. Ότι την 25.02.2019, καθ’ υπόδειξη υπαλλήλων της εναγόμενης, παρείχε εκ νέου στην εναγόμενη εντολή και πληρεξουσιότητα να εισπράττει, κατά προτεραιότητα, το ποσό της εκάστοτε δόσης, πλην, όμως, η εναγόμενη εξακολούθησε να εισπράττει τη δόση του ενός μόνο δανείου μέχρι και τον Μάιο του έτους 2019, ενώ από τον Ιούνιο άρχισε να εισπράττει τις δόσεις όλων των δανείων, καθώς και τις προηγούμενες που θεωρούσε ληξιπρόθεσμες, χωρίς, ωστόσο, να εισπράττει και τους αντιστοιχούντες σ’ αυτές τόκους. Ότι, ενώ, κατά το χρονικό διάστημα από 25.02.2019 έως τον Μάιο του έτους 2019, δεν οχλήθηκαν από εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, περί τα τέλη Μαΐου του ιδίου έτους και κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2019, δέχθηκαν τηλεφωνικές οχλήσεις από τις μνημονευόμενες εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών, οι υπάλληλοι των οποίων απαιτούσαν, με υποτιμητικό και προσβλητικό τρόπο, να τους προσδιορίσουν το χρόνο καταβολής των δήθεν ληξιπρόθεσμων οφειλών τους. Ότι η εναγομένη απέστειλε την από 12.09.2019 επιστολή στην πρώτη εξ αυτών, με την οποία την ενημέρωνε ότι την χαρακτήρισε «μη συνεργάσιμο δανειολήπτη» και ότι, αν δεν εξοφλήσει άμεσα τις δήθεν ληξιπρόθεσμες οφειλές της, θα προχωρήσει σε καταγγελία των συμβάσεων. Ότι την 22.11.2019 και την 24.12.2019, η εναγομένη απέστειλε στον δεύτερο των εναγόντων επιστολές, με τις οποίες τον καλούσε να εξοφλήσει δήθεν ληξιπρόθεσμες οφειλές του, ειδάλλως θα τον χαρακτήριζε «μη συνεργάσιμο δανειολήπτη», με περαιτέρω συνέπεια τον αποκλεισμό του από τις ευεργετικές διατάξεις του N. 3869/2010, και θα προέβαινε σε καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του. Ότι από τις ανωτέρω πράξεις της εναγομένης προσβλήθηκαν αμφότεροι παράνομα στην προσωπικότητά τους, ως προς τις εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής τους, και υπέστησαν ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούνται αποκατάσταση, καθόσον, αφενός, η εναγομένη τους αντιμετωπίζει αδικαιολόγητα, ως αφερέγγυους δανειολήπτες, και αφετέρου, διαβίβασε παράνομα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στις αναφερόμενες στην αγωγή εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή τους και τη λήψη της συγκατάθεσής τους. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να άρει την προσβολή της προσωπικότητάς τους και να παραλείψει αυτή στο μέλλον, υπό την απειλή χρηματικής ποινής ποσού 300 ευρώ, για κάθε ημέρα καθυστέρησης άρσης της προσβολής και ποσού 1.500 ευρώ, για κάθε τυχόν επανάληψη της προσβολής στο μέλλον, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση, που θα εκδοθεί, προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική τους δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία: α) έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 340, 345, 346, 914, 932 ΑΚ, 176, 191 § 2, 907, 908 § 1, 946, 947 ΚΠολΔ, 2, 3, 5, 23 N. 2472/1997, β) απέρριψε, κατ’ ουσίαν, την αγωγή, κατά το μέρος που η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων επιχειρείται να θεμελιωθεί στην παράνομη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων τους, γ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατ' ουσίαν, κατά το έτερο σκέλος, που η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων ερείδεται στην αντιμετώπισή τους ως αφερέγγυων δανειοληπτών, δ) απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα περί άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, καθώς και το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και ε) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 2.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και ένα μέρος των δικαστικών τους εξόδων. Κατά της εν λόγω αποφάσεως, παραπονούνται αμφότερες οι διάδικες πλευρές, για τους διαλαμβανόμενους, στις εφέσεις τους, λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν οι μεν ενάγοντες να γίνει δεκτή η αγωγή τους, κατά τα εκκληθέντα κεφάλαια, η δε εναγομένη να απορριφθεί η, σε βάρος της, αγωγή. Με τον τέταρτο λόγο της υπό στοιχ. I εφέσεως, η εκκαλούσα - εναγομένη αιτιάται την εκκαλουμένη ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον η υπό κρίση αγωγή πάσχει αοριστίας, αφού οι ενάγοντες δεν εξειδικεύουν την παράνομη συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε ηθική βλάβη σ’ αυτούς, ούτε περιγράφουν συγκεκριμένες συνέπειες της εν λόγω συμπεριφοράς, ήτοι τη διέγερση συγκεκριμένων συναισθημάτων, ενόψει μάλιστα του ότι δεν επικαλούνται οιαδήποτε υβριστική ή απρεπή συμπεριφορά των ατόμων, που επικοινώνησαν μαζί τους, προκειμένου να τους ενημερώσουν για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους. Ο ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι η αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον εκτίθενται όλα τα θεμελιωτικά του κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά, ενώ δεν απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου πρόκλησης της ηθικής βλάβης (ΕφΑΘ 591/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δοθέντος μάλιστα ότι η ηθική βλάβη στα φυσικά πρόσωπα αναφέρεται σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, χωρίς αποδείξεις (ΑΠ 1040/2009 ΕλλΔνη 2010.1335). Εξάλλου, η επιμέρους αιτίαση της εκκαλούσας ότι δεν γίνεται επίκληση υβριστικής ή απρεπούς συμπεριφοράς των καλούντων, για λογαριασμό της, ατόμων, ερείδεται επί εσφαλμένης βάσεως, καθόσον η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης δεν στηρίζεται στο υβριστικό ή απρεπές περιεχόμενο των τηλεφωνικών κλήσεων, αλλά στο γεγονός των τηλεφωνικών οχλήσεων, από εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, καθαυτών, αφού-κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς-οι ενάγοντες δεν είχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Από την υπ’ αριθ….. ένορκη βεβαίωση του …., ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, …., η οποία ελήφθη, με επιμέλεια των εναγόντων, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης (σχετ. η από 16.09.2020 εξώδικη δήλωση και η υπ’ αριθ. …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ….) και απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων, για τις οποίες γίνεται ιδιαίτερη μνεία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες σύζυγοι συνήψαν με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «….», τις κατωτέρω δανειακές συμβάσεις: 1 ) την υπ’ αριθ. …..2004 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας η τράπεζα τους χορήγησε το ποσό των 64.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 20 έτη, 2) την υπ’ αριθ. …...2004 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας η τράπεζα τους χορήγησε το ποσό των 31.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 20 έτη, 3) την υπ’ αριθ. …..2004 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας η τράπεζα τους χορήγησε το ποσό των 25.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 20 έτη, 4) την υπ’ αριθ. …..2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας η τράπεζα τους χορήγησε το ποσό των 55.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 20 έτη, 5) την υπ’ αριθ. …..2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας η τράπεζα τους χορήγησε το ποσό των 35.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 17 έτη και 6) την υπ’ αριθ. …..2007 σύμβαση …., δυνάμει της οποίας η τράπεζα τους χορήγησε το ποσό των 20.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 204 μήνες, ήτοι 17 έτη. Τα με αριθμούς 1, 2 και 3 δάνεια είχαν εξοφληθεί ολοσχερώς, πριν την άσκηση της αγωγής, και συγκεκριμένα την 07.04.2017, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αντίγραφο κίνησης του υπ’ αριθ. ….. λογαριασμού των εναγόντων, ενώ παρέμενε ανεξόφλητο μέρος των υπολοίπων. Στα με αριθμούς 4, 5 και 6 δάνεια, τα οποία ενδιαφέρουν, εν προκειμένω, προβλέφθηκε ρητά ότι οι ενάγοντες οφειλέτες δίδουν την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα στην τράπεζα να χρεώνει, την ημερομηνία καταβολής των δόσεών τους, τον λογαριασμό που της έχουν υποδείξει, με το ποσό εκάστης τοκοχρεολυτικής δόσης ή μέρους αυτής, εφόσον δεν υπάρχει επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο. Σε περίπτωση μη ύπαρξης διαθέσιμου υπολοίπου, η τράπεζα δύναται να αναλαμβάνει το ποσό κάθε ληξιπρόθεσμης απαίτησης οποτεδήποτε ο λογαριασμός εμφανίσει διαθέσιμο υπόλοιπο. Κάθε καταβολή του οφειλέτη προς την τράπεζα έναντι του δανείου θα καταλογίζεται κατά σειρά: 1) στα γενόμενα δικαστικά και λοιπά έξοδα με τους τόκους αυτών, 2) στους τόκους τόκων, 3) στους τόκους υπερημερίας, 4) στους τόκους των τοκοχρεολυτικών δόσεων (συμβατικούς τόκους) και 5) στο κεφάλαιο. Σε περίπτωση καθυστερημένης οφειλής, η όποια καταβολή άγεται σε πίστωση του κεφαλαίου της παλαιότερης χρονικά καθυστερημένης δόσης (όρος 8 στοιχ. α' και γ' των υπ’ αριθ. ….2007 συμβάσεων και όροι 8.1 και 10.3 της υπ' αριθ. …..2007 συμβάσεως). Προβλέφθηκε, επίσης, ρητά και στις τρεις ανωτέρω συμβάσεις ότι η τράπεζα τηρεί και επεξεργάζεται αρχείο με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των πελατών της και αποδέκτες του αρχείου μπορούν να είναι εκτός από την τράπεζα οι λοιπές εταιρίες του ομίλου της τράπεζας, συνεργαζόμενα με την τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα και συμβεβλημένες επιχειρήσεις (όρος 13, ταυτάριθμος σε όλες τις συμβάσεις). Οι ίδιοι όροι επαναλήφθηκαν και στα σύμφωνα επαναδιαπραγμάτευσης της οφειλής των εναγόντων, που προέκυψε από τα με αριθμούς 4 και 5 δάνεια. Ειδικότερα, με το από 19.07.2012 πρόσθετο σύμφωνο επαναδιαπραγμάτευσης/μετατροπής στεγαστικού δανείου, το οποίο συνήφθη μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, οι ενάγοντες αναγνώρισαν ότι το υπόλοιπο της οφειλής τους, από την υπ’ αριθ. ….2007 σύμβαση δανείου, ανέρχεται στο ποσό των 22.331,64 ευρώ, το οποίο, κατά τη συμφωνία, θα εξοφλούνταν σε 178 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Προβλέφθηκε ρητά ότι οι ενάγοντες χορηγούν εντολή και πληρεξουσιότητα στην τράπεζα να χρεώνει τον τραπεζικό λογαριασμό, που της έχουν υποδείξει, με το ποσό κάθε τοκοχρεολυτικής δόσης ή μέρους αυτής, εφόσον δεν υπάρχει επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο (όρος 6.1), στην περίπτωση δε μη επαρκούς διαθέσιμου υπολοίπου, η τράπεζα θα αναλαμβάνει το ποσό κάθε ληξιπρόθεσμης απαίτησης οποτεδήποτε ο λογαριασμός εμφανίσει διαθέσιμο υπόλοιπο (όρος 6.2). Συνομολογήθηκε, επίσης, ρητά ότι η τράπεζα τηρεί και επεξεργάζεται αρχείο με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των πελατών της. Αποδέκτες στοιχείων του αρχείου μπορεί να είναι εκτός από την τράπεζα και οι λοιπές εταιρίες του ομίλου της τράπεζας, συνεργαζόμενα με την τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα και συμβεβλημένες επιχειρήσεις, όπως και εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών (Ν.3758/2009) σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων (όρος 11). Ομοίως, με το από 19.07.2012 πρόσθετο σύμφωνο επαναδιαπραγμάτευσης/μετατροπής στεγαστικού δανείου, το οποίο συνήφθη μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, οι ενάγοντες αναγνώρισαν ότι το υπόλοιπο της οφειλής τους, από την υπ’ αριθ. ….2007 σύμβαση, ανέρχεται στο ποσό των 13.676,87 ευρώ, το οποίο, κατά τη συμφωνία, θα εξοφλούνταν σε 147 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Προβλέφθηκε ρητά ότι οι ενάγοντες χορηγούν εντολή και πληρεξουσιότητα στην τράπεζα να χρεώνει τον τραπεζικό λογαριασμό, που της έχουν υποδείξει, με το ποσό κάθε τοκοχρεολυτικής δόσης ή μέρους αυτής, εφόσον δεν υπάρχει επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο (όρος 6.1), στην περίπτωση δε μη επαρκούς διαθέσιμου υπολοίπου, η τράπεζα θα αναλαμβάνει το ποσό κάθε ληξιπρόθεσμης απαίτησης, οποτεδήποτε ο λογαριασμός εμφανίσει διαθέσιμο υπόλοιπο (όρος 6.2). Συνομολογήθηκε, επίσης, ρητά ότι η τράπεζα τηρεί και επεξεργάζεται αρχείο με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των πελατών της. Αποδέκτες στοιχείων του αρχείου μπορεί να είναι, εκτός από την τράπεζα, και οι λοιπές εταιρίες του ομίλου της τράπεζας, συνεργαζόμενα με την τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα και συμβεβλημένες επιχειρήσεις, όπως και εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών (Ν. 3758/2009) σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων (όρος 11). Σε χρόνο μεταγενέστερο της σύναψης των επίδικων συμβάσεων και των προαναφερόμενών συμφώνων επαναδιαπραγμάτευσης, η «…. Α.Ε.» και η εναγόμενη τράπεζα συγχωνεύθηκαν με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και την υπ’ αριθ. 38.385/25.06.2013 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών …, η δε συγχώνευση εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. ….2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης & Ανταγωνιστικότητας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ….2013. Κατόπιν αυτού, η εναγομένη υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής τράπεζας, όσον αφορά τις προαναφερόμενες συμβάσεις δανείου. Διαρκούσης της εκκρεμοδικίας στον πρώτο βαθμό, ήτοι μετά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό και προ της εκδόσεως της εκκαλουμένης, επήλθε η διάσπαση της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…. ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (εφεξής η «Διασπώμενη»), με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της Διασπώμενης και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία με την επωνυμία «…. ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (εφεξής η «Επωφελούμενη»), σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και την υπ’ αριθ. …. πράξη διάσπασης του ως άνω συμβολαιογράφου, η δε διάσπαση εγκρίθηκε με την υπ αριθ. πρωτ. …..2021 απόφαση της Διεύθυνσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στον διαδικτυακό του τόπο, την 16.04.2021. Από της δημοσιεύσεως της εγκριτικής αποφάσεως, η Επωφελούμενη και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως καθολική διάδοχος της Διασπώμενης, στα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, στα οποία περιλαμβάνονται και οι επίδικες συμβάσεις. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η εναγομένη, ως διάδοχος της αρχικής αντισυμβαλλόμενης των εναγόντων, στα αντίγραφα έκαστου δανειακού λογαριασμού, που απέστελλε στους ενάγοντες, κάθε μήνα, περιελάμβανε έγγραφη ενημέρωση ότι σε περίπτωση που οφειλές τους, προς την τράπεζα, καταστούν ληξιπρόθεσμες, η τελευταία δύναται να ανακοινώσει τα δεδομένα τους που αφορούν σε αυτές, σε εταιρείες ενημερώσεως οφειλετών με σκοπό τη σχετική ενημέρωσή τους, σύμφωνα με το N. 3758/2009. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπήρξαν συνεπείς στις δανειακές τους υποχρεώσεις, καθόσον, όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι και δεν αμφισβητείται από την αντίδικό τους τράπεζα (άρθρο 261 ΚΠολΔ), ουδέποτε - πριν τον Δεκέμβριο του έτους 2018 τουλάχιστον - σημειώθηκε καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση οιουδήποτε εκ των προαναφερόμενων δανείων. Η δόση έκαστου εκ των τριών δανείων, η οποία ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο (Δεκέμβριο του έτους 2018), στο ποσό των 131,70 ευρώ, για το με αριθμό 4 δάνειο, στο ποσό των 107,52 ευρώ, για το με αριθμό 5 δάνειο, και στο ποσό των 59,36 ευρώ, για το με αριθμό 6 δάνειο, αποπληρωνόταν, με πάγια εντολή χρέωσης του υπ’ αριθ. ... συνδεδεμένου λογαριασμού καταθέσεων, που διατηρούσαν οι ενάγοντες στην εναγόμενη τράπεζα, όπως έχει αναφερθεί ήδη. Πρόβλημα ανέκυψε, το πρώτον, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, τον Δεκέμβριο του έτους 2018, όταν οι δανειακοί λογαριασμοί των εναγόντων εμφάνισαν χρεωστικά υπόλοιπα, διότι ο δεύτερος ενάγων υπήχθη στις διατάξεις του N. 3869/2010 και αναγκαστικά έπαυσε η ως άνω πάγια εντολή, προς συμμόρφωση της τράπεζας με την χορηγηθείσα σε αυτόν προσωρινή διαταγή, με την οποία οριζόταν συγκεκριμένο ποσό προς εξυπηρέτηση έκαστου των δανείων, η δε πρώτη ενάγουσα δεν χορήγησε νέα πάγια εντολή προς εξυπηρέτηση των δανείων. Αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγών αιτήθηκε, με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2014 αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του N. 3869/2010, επικαλούμενος ότι είχε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, λόγω του γεγονότος ότι έχει καταστεί ανάπηρος, κατά ποσοστό 74%. Με την ως άνω αίτηση, αιτήθηκε επιπλέον και πέτυχε την έκδοση της από 01.06.2016 προσωρινής διαταγής, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων σε βάρος του, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως και ορίσθηκε ως συνολική καταβολή του αιτούντος - εδώ ενάγοντος, προς τις πιστώτριες τράπεζες το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως, προς σύμμετρη ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, από τον Ιούνιο του έτους 2016 έως και τη συζήτηση της αιτήσεως, την 27.11.2025. Προέκυψε, ωστόσο, ότι η εναγομένη συνέχισε να εισπράττει, κάνοντας χρήση της πάγιας εντολής των εναγόντων, το σύνολο των δόσεων και για τα τρία δάνεια, ήτοι για δύο και πλέον έτη από την έκδοση της επίμαχης προσωρινής διαταγής. Εντελώς δε όψιμα κατέστησε ανενεργή τη χορηγηθείσα πάγια εντολή για ανάληψη της δόσης, για αμφοτέρους τους διαδίκους, επικαλούμενη την ύπαρξη της ως άνω προσωρινής διαταγής. Εξαιτίας μάλιστα της εμφάνισης ληξιπρόθεσμων οφειλών, η εναγομένη προέβη, καθ’ ομολογίαν της, διαλαμβανόμενη στις κατατεθείσες, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προτάσεις της, σε ανάθεση της τηλεφωνικής ενημέρωσης των εναγόντων στις εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών, …., με τις οποίες συνδέεται συμβατικά με αντίστοιχες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Περί τις αρχές Ιανουάριου του έτους 2019, η πρώτη ενάγουσα οχλήθηκε τηλεφωνικά, από την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, με την επωνυμία «….», η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης, ότι καθυστερεί την αποπληρωμή της δόσης δύο εκ των τριών εναπομείναντων δανείων, για τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2018, παρότι υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό της, για την κάλυψη των δόσεων και των τριών δανείων. Η καθυστέρηση αφορούσε τα με αριθμούς 5 και 6 δάνεια, ενώ τη δόση του με αριθμό 4 δανείου η εναγομένη την εισέπραττε κανονικά με αυτόματη πληρωμή. Την επομένη της οχλήσεως, η πρώτη ενάγουσα απευθύνθηκε στο κατάστημα Περσίας της εναγομένης και, κατόπιν σύστασης του αρμοδίου υπαλλήλου της, προέβη, αυθημερόν, σε ανανέωση της εντολής, προς την εναγομένη, προκειμένου η τελευταία να λαμβάνει τη δόση και για τα τρία δάνεια από τον ως άνω υπ’ αριθ…. τραπεζικό λογαριασμό, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες, τρεις τον αριθμό, αιτήσεις μεταβολής σε υφιστάμενο στεγαστικό δάνειο, χωρίς, ωστόσο, αποτέλεσμα, μιας και η εναγομένη εξακολούθησε την ίδια τακτική και τον μήνα Ιανουάριο. Σημειωτέον ότι η ημέρα καταβολής κάθε μηνιαίας τοκοχρεολυτικής δόσης έκαστου εκ των δύο δανείων, που δεν εισέπραττε η εναγομένη, καίτοι υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στον συνδεδεμένο λογαριασμό, ήταν, για το μεν υπ’ αριθ. 5 δάνειο, η 18Π ημέρα έκαστου μηνός, για το δε υπ’ αριθ. 6 δάνειο η 2(Γ ημέρα έκαστου μηνός. Παράλληλα, οι τηλεφωνικές οχλήσεις από την προαναφερόμενη εταιρεία συνεχίζονταν με μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση. Μετά απ’ αυτήν την εξέλιξη, η πρώτη ενάγουσα απέστειλε, την 31.01.2019, στην εναγόμενη, την από 30.01.2019, εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία την καλούσε να εισπράξει από τον συνδεδεμένο, με τα δάνεια, λογαριασμό όλες τις μη εισπραχθείσες δόσεις και να απέχει από τη διαβίβαση και επεξεργασία των συλλεγέντων από την …. ΤΡΑΠΕΖΑ, προσωπικών της δεδομένων. Την 04.02.2019, η εναγόμενη της απέστειλε την από 29.01.2019 επιστολή, με την οποία την καλούσε να καταβάλει άμεσα ληξιπρόθεσμη οφειλή, ποσού 118,76 ευρώ, προερχόμενη από την υπ’ αριθ. ….2007 σύμβαση, διότι η καθυστέρηση αποπληρωμής υπερέβαινε τις 60 ημέρες. Την 25.02.2019, η πρώτη ενάγουσα, καθ’ υπόδειξη υπαλλήλων της εναγομένης, παρείχε, εκ νέου και κεχωρισμένως για εκάστη σύμβαση, στην εναγομένη, την εντολή και πληρεξουσιότητα να εισπράττει, κατά προτεραιότητα, έναντι οποιοσδήποτε άλλης υποχρέωσής της, οπωσδήποτε και εάν έχει δημιουργηθεί, το ποσό της εκάστοτε δόσης, πλην, όμως, η εναγόμενη εξακολούθησε να εισπράττει τη δόση του ενός μόνο δανείου μέχρι και τον Μάιο του έτους 2019, ενώ από τον Ιούνιο άρχισε να εισπράττει τις δόσεις όλων των δανείων, καθώς και τις προηγούμενες που θεωρούσε ληξιπρόθεσμες, χωρίς, ωστόσο, να εισπράττει και τους αντιστοιχούντες σ’ αυτές τόκους. Κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, ήτοι από 25.02.2019 έως τον Μάιο του έτους 2019, έπαυσαν οι τηλεφωνικές οχλήσεις, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες στην αγωγή τους, αλλά, περί τα τέλη Μαΐου του έτους 2019, άρχισαν εκ νέου, γεγονός που συνομολογεί η εναγομένη, αφού τόσο στις κατατεθείσες, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προτάσεις της διαλαμβάνει ότι, εφόσον εξακολούθησε η μη εξυπηρέτηση των δόσεων των δανείων, προφανώς υπήρξε νέα ανάθεση στις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, προς ενημέρωση των εναγόντων, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους. Ωστόσο, πέραν του γεγονότος ότι συνεχίστηκαν οι οχλήσεις, δεν αποδείχθηκε ούτε για πόσο χρονικό διάστημα διήρκησαν, ούτε με ποια συχνότητα επαναλαμβάνονταν, δεδομένου ότι οι ενάγοντες προσκομίζουν αναφορά εισερχόμενων κλήσεων στο υπ’ αριθ. …. κινητό τηλέφωνο της ενάγουσας, για το χρονικό διάστημα από 20.06.2019 έως 20.09.2019, χωρίς, όμως, οι ίδιοι να προσδιορίζουν από ποιους αριθμούς πραγματοποιούνταν οι κλήσεις από εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, ούτε ταυτοποιούνται από άλλο στοιχείο της δικογραφίας οι καλούντες αριθμοί από τις προαναφερόμενες εταιρείες. Η όχληση, ωστόσο, είναι δεδομένη και η προκληθείσα εξ αυτής ψυχική αναστάτωση των εναγόντων, καθόσον, εν προκειμένω, η αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης δεν συναρτάται με το πλήθος, τη συχνότητα ή το προσβλητικό περιεχόμενο των επικοινωνιών, αλλά στοιχειοθετείται εκ μόνου του γεγονότος ότι οι ενάγοντες γίνονταν αποδέκτες τηλεφωνικών οχλήσεων για δήθεν ληξιπρόθεσμες οφειλές, ως μη όφειλαν, ενώ εκείνοι ήταν συνεπείς, απορριπτομένου, ως αβάσιμου, του περί του αντιθέτου λόγου εφέσεως της εκκαλούσας - εναγόμενης, ότι δηλαδή δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μόνης της απλής επικοινωνίας των προστηθέντων της. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η εναγομένη απέστειλε στη μεν ενάγουσα την από 23.05.2019 επιστολή, στον δε ενάγοντα τις από 19.11.2019, τρεις τον αριθμό, και τις από 19.12.2019, τρεις τον αριθμό, επιστολές με τις οποίες καλούσε έκαστο να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμές οφειλές και να ενημερώσει εκ νέου την τράπεζα για την οικονομική τους κατάσταση, προκειμένου να αποφύγουν αμφότεροι την κατηγοριοποίησή τους ως «Μη Συνεργάσιμοι Δανειολήπτες», την καταγγελία των συμβάσεων και την αναγκαστική είσπραξη της οφειλής τους με ρευστοποίηση της περιουσίας τους. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη τράπεζα απέστειλε προς τη μεν ενάγουσα τις από 12.09.2019, δύο τον αριθμό, επιστολές, στον δε ενάγοντα τις από 31.01.2020, τρεις τον αριθμό, επιστολές, με το εξής περιεχόμενο: «Σας ενημερώνουμε ότι κατηγοριοποιηθήκατε ως «Μη Συνεργάσιμος Δανειολήπτης», ... λόγω αθετήσεως των υποχρεώσεων σας έναντι της Τραπέζης και μη ανταποκρίσεώς σας στις επανειλημμένες ειδοποιήσεις και προσκλήσεις μας για την εξόφληση της ληξιπρόθεσμης οφειλής σας και την αναγκαία συνεργασία σας για την επαναξιολόγηση της οικονομικής σας καταστάσεως και την εξεύρεση κατάλληλης λύσεως .... Κατόπιν τούτων σας γνωστοποιούμε ότι η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων έχει ολοκληρωθεί για τη συγκεκριμένη οφειλή. Εάν δεν εξοφλήσετε άμεσα τη ληξιπρόθεσμη οφειλή σας, η Τράπεζα δικαιούται να προχωρήσει σε καταγγελία των συμβάσεων ... και εν συνεχεία στην έναρξη όλων των αναγκαίων δικαστικών ενεργειών, καθώς και στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος σας για τη ρευστοποίηση ή για την εκποίηση των τυχόν εμπράγματων εξασφαλίσεων που έχουν παρασχεθεί υπέρ της Τραπέζης και εν γένει των περιουσιακών σας στοιχείων μέσω πλειστηριασμού. Επιπλέον, σας ενημερώνουμε ότι η αναίρεση του χαρακτηρισμού σας ως «Συνεργάσιμου δανειολήπτη» μπορεί να έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό σας από ειδικές ευεργετικές διατάξεις της νομοθεσίας (Ν. 3869/2010 και του N. 4354/2015) ...». Η ως άνω ενέργεια της τράπεζας να θεωρήσει ανενεργή τη χορηγηθείσα, από την ενάγουσα, πάγια εντολή χρέωσης του υπ’ αριθ. ... λογαριασμού και να μην αντλεί από τον λογαριασμό αυτόν το ποσό, για την πληρωμή ληξιπρόθεσμων δόσεων των δανείων, μετά την προσωρινή υπαγωγή του συζύγου της στο Ν. 3869/2010, συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά έναντι της ενάγουσας, διότι, από την επισκόπηση των ως άνω εκτιθέμενων όρων των επίδικων συμβάσεων, δεν προβλέφθηκε περίπτωση παύσης ισχύος της χορηγηθείσας εντολής προς είσπραξη του ποσού, εκ μέρους της εναγόμενης τράπεζας, σε περίπτωση που συνοφειλέτης υπαχθεί σε διαδικασία διαχείρισης αφερεγγυότητας. Επομένως, η ενέργεια της εναγομένης να θεωρήσει μονομερώς ότι η εντολή χρέωσης, εκ μέρους της ενάγουσας, έχει ανακληθεί συνιστά παραβίαση των ως άνω αναφερομένων όρων των δανειακών συμβάσεων, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της και χωρίς να δικαιολογείται από άλλη αιτία. Η εκκαλούσα - εναγόμενη ισχυρίζεται ότι προέβη στη μονομερή ανάκληση της πάγιας εντολής, συμμορφούμενη στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και το διατακτικό της χορηγηθείσας, στον δεύτερο εφεσίβλητο - ενάγοντα, προσωρινής διαταγής, καθόσον αυτοματοποιημένη παρακράτηση ποσών θα ενείχε τον κίνδυνο να εκληφθεί, ως παραβίαση της προσωρινής διαταγής. Εντούτοις, ούτε από το γράμμα του νόμου, ούτε από το περιεχόμενο της επίμαχης προσωρινής διαταγής προκύπτει ότι το καθορισθέν, με την προσωρινή διαταγή, ποσό που υποχρεούτο να καταβάλλει ο δεύτερος εφεσίβλητος - ενάγων στους πιστωτές του, αφορά και τη συνοφειλέτη του - πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα. Η στάση, άλλωστε, της ίδιας της εκκαλούσας καταδεικνύει ότι η επίκληση της συμμόρφωσης, προς τη χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή, είναι προσχηματική, καθόσον η ύπαρξή της δεν την εμπόδισε επί δύο και πλέον έτη να εισπράττει κανονικά το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όπως επισημάνθηκε ήδη. Εξάλλου, ακόμη κι αν θεωρούσε - έστω και εσφαλμένως - ότι δεν εδικαιούτο να χρεώνει τον λογαριασμό αυτομάτως, κάνοντας χρήση της προϋφιστάμενης εντολής, δεν εκφέρει κάποια πειστική εξήγηση για ποιον λόγο δεν ενεργοποίησε την ανανέωση της εντολής, που της παρέσχε η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα, την 15.01.2019 ή τη νέα εντολή, που της χορήγησε, ομοίως, η ως άνω εφεσίβλητη, την 25.02.2019, αλλά εξακολούθησε την ίδια τακτική, να μην εισπράττει δηλαδή τις δόσεις, ενώ υπήρχε επαρκές διαθέσιμο στον συνδεδεμένο λογαριασμό. Η ίδια εκκαλούσα αιτιάται την εκκαλουμένη για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενη ότι δεν συνεκτιμήθηκε διόλου το ανέφικτο απευθείας απάντησης στα αιτήματα των πελατών της, ενόψει του όγκου των εργασιών της, ιδίως όταν εμπλέκονται περισσότερες της μίας υπηρεσίες της, όπως, εν προκειμένω, που απαιτούνταν αλλεπάλληλες ενέργειες μεταξύ των συνδεόμενων τμημάτων της, για την εκ νέου ενεργοποίηση της πάγιας εντολής στο πρόσωπο μόνον της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας, καθώς και γνωμοδότηση επί περίπλοκων νομικών ζητημάτων, όπως το ζήτημα χειρισμού πάγιας εντολής, σε περίπτωση που ένας εκ των ενεχομένων υπαχθεί έστω και προσωρινά στις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Ωστόσο, η εκκαλούσα - εναγομένη, η οποία είχε ικανό χρονικό περιθώριο άνω των δύο ετών, προκειμένου να επεξεργαστεί το όποιο δυσχερές νομικό ζήτημα και εν τέλει επέλεξε να το επιλύσει, με τον προαναφερόμενο τρόπο, απενεργοποιώντας μονομερώς τη χορηγηθείσα εντολή, αντί να ενημερώσει προηγουμένως την πελάτη της - πρώτη εφεσίβλητη και να συνδιαλλαγεί μαζί της για την ανεύρεση λύσης, προς ικανοποίηση των συμφερόντων αμφοτέρων, δεν δύναται να επικαλείται τις παθογένειες των πληροφοριακών συστημάτων της ή το έλλειμμα των οργανωτικών δομών της, ήτοι γεγονότα αναγόμενα αποκλειστικά στη δική της σφαίρα ευθύνης, προκειμένου να αποσείσει τις ευθύνες της. Συνεπώς, το γεγονός ότι η εκκαλούσα - εναγομένη δεν εισέπραττε τις ληξιπρόθεσμες δόσεις βαρύνει αποκλειστικά την ίδια. Τουναντίον, η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα μεριμνούσε, κάθε φορά, να υπάρχει επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο, προς εξυπηρέτηση των ανωτέρω δανείων, πραγματοποιώντας διαδοχικές καταθέσεις, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, από την εκκαλούσα - εναγομένη, εκτύπωση κινήσεων του υπ’ αριθ. ... λογαριασμού, γεγονός που δεν αρνείται ειδικώς και η ίδια η εκκαλούσα, ενώ την 18.02.2020, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες προέβησαν σε πρόωρη εξόφληση των ως άνω δανείων, προκειμένου να τερματίσουν κάθε συναλλακτική σχέση με την εκκαλούσα. Το περί του αντιθέτου επιχείρημα, το οποίο επιχειρεί να αντλήσει η εκκαλούσα - εναγομένη εκ του γεγονότος της πρόωρης εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι, εάν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες διαφωνούσαν με την ανωτέρω πρακτική, θα εναντιώνονταν και δεν θα προέβαιναν σε πρόωρη εξόφληση, δεν ευσταθεί, καθόσον η ανωτέρω ενέργεια δηλώνει την αγανάκτησή τους από την αντιμετώπιση της εκκαλούσας και όχι τη συγκατάθεσή τους στις πρακτικές της, όπως υπολαμβάνει η τελευταία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η αντισυμβαλλόμενη των εναγόντων τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η εναγομένη, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, είχε προβεί σε ενημέρωση των εναγόντων και είχε λάβει τη συγκατάθεσή τους, με διαλαμβανόμενο στο ίδιο το κείμενο εκάστης συμβάσεως όρο, σαφή, κατά το περιεχόμενό του, όπως αυτό έχει ήδη παρατεθεί ανωτέρω, για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων σε συνεργαζόμενες με αυτήν επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της λειτουργίας και εκτέλεσης της συναλλακτικής σχέσης τους, και επομένως και για τη διαβίβαση των δεδομένων αυτών, σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης, εκ μέρους των εναγόντων, των υποχρεώσεων τους από την ίδια σχέση. Η εναγομένη, καθ’ ομολογίαν της, ανέθεσε την ενημέρωση των εναγόντων, για τη φερόμενη ως ληξιπρόθεσμη οφειλή τους από τις ανωτέρω συμβάσεις δανείου, στις ανώνυμες εταιρίες με την επωνυμία «….», «….»,και «…. οι οποίες έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας τους την ενημέρωση οφειλετών ληξιπρόθεσμων χρηματικών απαιτήσεων και λειτουργούν υπό το καθεστώς του N. 3758/2009. Για την εκτέλεση της ανάθεσης, η εναγόμενη διαβίβασε τα νομίμως συλλεγέντα απ’ αυτήν προσωπικά δεδομένα των εναγόντων, ήτοι προσωπικά στοιχεία και στοιχεία επικοινωνίας (ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο/μητρώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, επάγγελμα, διεύθυνση επαγγέλματος, τηλέφωνα επικοινωνίας κατοικίας και επαγγέλματος, αριθμό δελτίου ταυτότητας, εκδούσα αρχή και ημερομηνία έκδοσης), καθώς και στοιχεία της οφειλής (αιτία οφειλής, κατάστημα χορήγησης, ανάλυση ποσού). Η ενημέρωση και συγκατάθεση των εναγόντων, κατά τη συλλογή των στοιχείων, αρκούσε, κατά το νόμο, για τη μεταγενέστερη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων τους από την εναγομένη, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, στις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια των «συνεργαζόμενων», με την εναγομένη, επιχειρήσεων και δεν θα μπορούσαν, κατά το χρόνο συνάψεως των επίμαχων συμβάσεων, ήτοι κατά το έτος 2007, να προσδιορισθούν ως κατηγορία αποδεκτών, αφού αυτές θεσπίσθηκαν, το πρώτον, με το Ν. 3758/2009, ενώ δεν απαιτείτο νέα ενημέρωση των εναγόντων από την εναγομένη, για καθεαυτή τη διαβίβαση όταν πραγματοποιήθηκε, ούτε ειδικός προσδιορισμός των εταιρειών ενημέρωσης, με τις οποίες η εναγομένη συνεργάζεται, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Εξάλλου, κατά τη σύναψη των συμφώνων επαναδιαπραγμάτευσης, τον Ιούλιο του έτους 2012, όταν είχαν ήδη θεσπισθεί οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, η εναγομένη, προσδιόρισε πλέον και συγκεκριμένα την κατηγορία των εταιρειών αυτών, ως αποδέκτες στους οποίους μπορούσε να διαβιβάζει τα στοιχεία των εναγόντων. Η πρώτη ενάγουσα, με την από 30.01.2019 εξώδικη διαμαρτυρία της, απευθυνόμενη προς την εναγομένη, της ζήτησε να απέχει από τη διαβίβαση και επεξεργασία των συλλεγέντων, από την …., προσωπικών της δεδομένων, προς οποιονδήποτε τρίτο και να μεριμνήσει για τη διαγραφή ή τη δέσμευση των δεδομένων της, που έχει ήδη ανακοινώσει σε τρίτους, επικαλούμενη ότι δεν υπήρξε προηγούμενη ενημέρωσή της και λήψη της συγκατάθεσής της. Ανεξαρτήτως της αβασιμότητας των διαλαμβανόμενων, στην εξώδικη διαμαρτυρία, ισχυρισμών της πρώτης ενάγουσας, όπως έχει εκτεθεί ήδη, δεδομένου ότι οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών δεν εμπίπτουν στην έννοια του «τρίτου», η δε επεξεργασία έγινε, κατόπιν ενημέρωσης και συγκατάθεσης της ενάγουσας, η οποία, ως εκ της επαγγελματικής της ιδιότητας του δικηγόρου, διέθετε αυξημένη ικανότητα αντίληψης και κατανόησης του σχετικού όρου, η άσκηση του δικαιώματος αντιρρήσεων, κατ’ άρθρο 13 του N. 2472/1997, εκ μέρους της ενάγουσας, και η παράλειψη της εναγομένης να απαντήσει στο αίτημά της, ιδρύουν λόγο προσφυγής της ενάγουσας, ενώπιον της Αρχής, προκειμένου να επιδιώξει την έκδοση απόφασης αναστολής της επεξεργασίας, δυνατότητα την οποία η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι αξιοποίησε. Πέραν τούτου, η άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην έκβαση της παρούσας δίκης. Σημειωτέον ότι η ανωτέρω εξώδικη διαμαρτυρία δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως ανάκληση, εκ μέρους της ενάγουσας, της συγκατάθεσής της, διότι η ίδια αρνείται ότι παρέσχε την συγκατάθεσή της ευθύς εξαρχής. Κατόπιν τούτων, δεν τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2, 5 § 1, 11 § 1 και 13 του N. 2472/1997, όπως αβασίμως παραπονούνται οι εκκαλούντες - ενάγοντες. Ωστόσο, εν προκειμένω, παραβιάσθηκε το άρθρο 4 § 1 στοιχ. α' του N. 2472/1997, το οποίο επιτάσσει η επεξεργασία των δεδομένων να είναι θεμιτή και νόμιμη, προς εξυπηρέτηση νόμιμου σκοπού, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, η μεν πρώτη ενάγουσα ήταν συνεπής στις δανειακές της υποχρεώσεις, τροφοδοτώντας τον συνδεδεμένο, με τα επίμαχα δάνεια, λογαριασμό, ώστε να υφίσταται επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο, για την κάλυψη των δόσεων, τις οποίες η εναγομένη, από προσωρινά στις διατάξεις του N. 3869/2010. Επομένως, η διαβίβαση των προσωπικών τους δεδομένων σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών έλαβε χώρα, κατά παράβαση των αρχών της νομιμότητας, του θεμιτού χαρακτήρα και της αναγκαιότητας, που πρέπει να διέπουν κάθε επεξεργασία, αφού δεν εξυπηρετούσε κάποιον νόμιμο σκοπό. Τέτοιος δε σκοπός δεν μπορεί να θεωρηθεί in concreto ο σκοπός της εκτέλεσης της σύμβασης, διότι οι ενάγοντες ήταν συνεπείς στην εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων, από την εναγόμενη, προς τις ως άνω εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών, έλαβε χώρα σύννομα και εντός του νομικού πλαισίου, που διαμορφώνεται από τις διατάξεις του N. 2472/1997, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου, κατά παραδοχή, ως ουσιαστικά βάσιμου, του σχετικού λόγου εφέσεως των εκκαλούντων - εναγόντων. Εξ όσων αναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη τράπεζα, με την προπεριγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, προσέβαλε την προσωπικότητα των εναγόντων και μάλιστα την τιμή και την υπόληψη αυτών, καθόσον εμφανίζονταν ως αφερέγγυοι και ανίκανοι να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις και, περαιτέρω, διαβίβασε παρανόμως τα προσωπικά τους δεδομένα σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, οι οποίες τους οχλούσαν, προκειμένου να αποπληρώσουν τις δήθεν ληξιπρόθεσμες οφειλές τους. Η προσβολή αυτή είναι και υπαίτια, καθόσον τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, τα οποία ενεργούσαν εντός του κύκλου των καθηκόντων, που τους είχαν ανατεθεί απ’ αυτήν, από βαριά αμέλεια, αφενός, θεώρησαν ως μη ενεργή τη χορήγηση της πάγιας εντολής χρέωσης του λογαριασμού των εναγόντων, χωρίς νομικό ή συμβατικό έρεισμα, ενώ παρέλειψαν να ενημερωθούν από το οργανωμένο λογιστικό - μηχανογραφικό σύστημα, που αυτή διαθέτει, για το αν οι ενάγοντες οφειλέτες χορήγησαν εκ νέου εντολή ανάθεσης, και αφετέρου, ελλείψει συντονισμού μεταξύ των περισσοτέρων εμπλεκόμενων υπηρεσιών, διαβίβασαν παρανόμως τα προσωπικά δεδομένα των εναγόντων σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, παρότι η οικεία υπηρεσία της εναγομένης επεξεργαζόταν εισέτι σχετικό αίτημα της ενάγουσας, με το πρόβλημα που είχε ανακύψει από τη μονομερή απενεργοποίηση της πάγιας εντολής. Οι πράξεις δε αυτές της εναγομένης προκάλεσαν στους ενάγοντες σημαντική ηθική βλάβη, αφού, λόγω των αδικαιολόγητων οχλήσεών τους, προκλήθηκε στους ίδιους έντονη ψυχική αναστάτωση και τους δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι πράγματι η εναγόμενη τράπεζα πρόκειται να προβεί σε καταγγελία των ένδικων συμβάσεων και αναγκαστική εκποίηση της περιουσίας τους. Η ψυχική δε ταλαιπωρία των εναγόντων εντάθηκε, με τη γνωστοποίηση των ως άνω επιστολών της εναγομένης, περί της κατηγοριοποίησής τους ως «μη συνεργάσιμου δανειολήπτη», με την οποία τους προκλήθηκε φόβος για τις τυχόν, σε βάρος τους, συνέπειες. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αμφότεροι γνώριζαν ότι είναι οφειλέτες της, κατά το χρόνο των επικαλούμενων οχλήσεων, ότι ο δεύτερος ενάγων ήταν σε γνώση της ύπαρξης ληξιπρόθεσμων οφειλών στο πρόσωπό του, καθόσον ο ίδιος είχε αιτηθεί την υπαγωγή του στο N. 3869/2010, η δε πρώτη ενάγουσα, ως εκ της δικηγορικής της ιδιότητας, τυγχάνει γνώστης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών της, ώστε να μη δικαιολογείται η πρόκληση της επικαλούμενης ηθικής βλάβης, λόγω των τηλεφωνικών οχλήσεων και της αποστολής ενημερωτικών επιστολών, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Τούτο διότι αυτό που γνώριζαν οι ενάγοντες είναι η μεν πρώτη ότι είναι ενήμερη οφειλέτης και όχι ασυνεπής, όπως την εμφάνιζε η εναγομένη, ο δε δεύτερος ότι έχει επιτύχει την προσωρινή ρύθμιση των οφειλών του, με την έκδοση της προαναφερόμενης προσωρινής διαταγής, και ότι στο μέτρο που τηρεί τις απορρέουσες απ’ αυτήν υποχρεώσεις του, δεν κινδυνεύει με εκποίηση της περιουσίας του, όπως τον «ενημέρωνε», επίσης, η εναγομένη. Συνεπώς, αυτό που γνώριζαν αμφότεροι οι ενάγοντες πόρρω απείχε από την εικόνα του μη συνεργαζόμενου δανειολήπτη και την αντιμετώπιση, που τους επιφύλαξε η εναγομένη, ώστε ευλόγως να διαταραχθεί η ψυχική τους ηρεμία, να τους προκληθεί ανασφάλεια και αβεβαιότητα, διότι, ενώ έπρατταν ό,τι μπορούσαν από πλευράς τους, ανανεώνοντας την εντολή και χορηγώντας νέα εντολή, η εναγόμενη συνέχιζε να τους οχλεί, με κάθε μέσο, να αποπληρώσουν άμεσα τις δήθεν ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, να βιώσουν το αίσθημα της αδικίας, καθόσον ενώ ήταν συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους, αντιμετωπίζονταν ως αφερέγγυοι και να θεωρούν εαυτούς προσβεβλημένους στην τιμή και την υπόληψή τους. Υπό τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να τους επιδικαστεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, με γνώμονα το είδος και την βαρύτητα της προσβολής, προς έκαστο ενάγοντα, τον εξακολουθητικό χαρακτήρα αυτής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τον βαθμό υπαιτιότητας της εναγομένης (βαριά αμέλεια), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, και γενικά, όλες τις περιστάσεις, τηρουμένης και της αρχής της αναλογικότητας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ χρησιμοποιούμενου μέσου και επιδιωκόμενου σκοπού, πρέπει να οριστεί - μη εφαρμοζομένης, εν προκειμένω, της νομοθετικής πρόβλεψης του άρθρου 23 § 2 του N. 2472/1997 περί ελάχιστου ποσού της ηθικής βλάβης, καθόσον η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια - στο ποσό των 5.000 ευρώ, για την πρώτη ενάγουσα, και στο ποσό των 4.000 ευρώ, για τον δεύτερο ενάγοντα, γενομένου δεκτού του λόγου εφέσεως των εκκαλούντων - εναγόντων και απορριπτομένου, αντίστοιχα, του λόγου εφέσεως της εκκαλούσας - εναγομένης, με τους οποίους, αμφότερες οι διάδικες πλευρές βάλλουν κατά της σχετικής κρίσεως της εκκαλουμένης, παραπονούμενες για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης. Απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο λόγος εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα - εναγομένη επαναφέρει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ισχυριζόμενη ότι η συμπεριφορά των εναγόντων είναι αντιφατική, καθόσον δεν εξυπηρετούσαν το σύνολο των δανείων τους, αλλά εμφάνιζαν ληξιπρόθεσμα υπόλοιπα, από τον Δεκέμβριο του έτους 2018 έως την ολοσχερή εξόφλησή τους, τον Φεβρουάριο του έτους 2020 και ενώ εξόφλησαν ανεπιφύλακτα, γεγονός που καταδεικνύει - κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης πάντα - ότι δεν διαφωνούσαν με την επεξεργασία και διαβίβαση των δεδομένων τους, αιτούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μολονότι γνώριζαν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, επιδιώκοντας την αποκόμιση επιπλέον κέρδους. Τούτο διότι, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των πραγματικών περιστατικών, στα οποία επιχειρεί να θεμελιώσει την ερευνώμενη ένστασή της η εναγομένη και για τα οποία έχει γίνει ήδη λόγος ανωτέρω, καθόσον αποτέλεσαν την ιστορική βάση έτερων λόγων εφέσεως, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα προεχόντως, ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, αφού η εναγομένη δεν περιγράφει προηγούμενη συμπεριφορά των εναγόντων, πρόσφορη να τής δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους για αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, ούτε εκθέτει ότι θα υποστεί συνέπειες τέτοιες, πέραν της εμπλοκής της σε δικαστικούς αγώνες, οι οποίες, συγκρινόμενες με τις, σε βάρος των εναγόντων, προκαλούμενες συνέπειες, να καθιστούν επιβεβλημένη τη θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η έφεση της εκκαλούσας - εναγόμενης, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκησή της, παράβολου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, για την άσκησή της, στους καταθέσαντες τούτο εκκαλούντες, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, κατά τα εκκληθέντα κεφάλαια και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως ουσία βάσιμη, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εκκαλούσα - εφεσίβλητη - εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων - εφεσίβλητων - εναγόντων, για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε πλευράς (άρθρα 178 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: I) την από 21.12.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ….2021 και ορισμού δικασίμου …..2022) έφεση και II) την από 08.12.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. …..2021 και ορισμού δικασίμου …...2021) έφεση, αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 21.12.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. …..2021 και ορισμού δικασίμου ….2022) έφεση κατά της υπ’ αριθ. 4771/2021 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση της ως άνω εφέσεως, υπ’ αριθ. …./2021 ηλεκτρονικού παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 08.12.2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ….2021 και ορισμού δικασίμου …..2021) έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος, για την άσκηση της ως άνω εφέσεως, υπ’ αριθ. …./2021 ηλεκτρονικού παράβολου στους καταθέσαντες τούτο εκκαλούντες.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ τη με αριθμό 4771/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τα εκκληθέντα κεφάλαια.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 28.01.2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. ….2020) αγωγής, κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ως άνω αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα, το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, αμφότερα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα - εφεσίβλητη - εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων - εφεσίβλητων - εναγόντων, για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε, στη Θεσσαλονίκη, την 10η Ιανουάριου 2025 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, την …. Ιανουάριου 2025, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ