ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 16ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 4698/2025
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Σοφία Σωτηροπούλου, Πρόεδρο Εφετών, Ελευθέριο Γεωργίλη, Εφέτη - Εισηγητή, Γεωργία - Ελένη Παπαγιαννοπούλου, Εφέτη και τη Γραμματέα Αθηνά Καστρίτση.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μάιου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
Εκκαλούσας: εταιρίας με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «......Α.Ε.», που έχει έδρα στο ... Αττικής (οδός ... ) και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …, η οποία εκπροσωπήθηκε, με δήλωση, από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αντώνιο Μεταξά και Ευστάθιο Κακούνη, μέλη / εταίρους της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία Μεταξάς & Συνεργάτες ΔΕ, με έδρα στην Αθήνα (οδός ….).
Εφεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία «ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ & ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.», όπως μετονομάστηκε η εταιρία με την επωνυμία «ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε », ως νόμιμης διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία «ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.)», με Α.Φ.Μ. ..., που έχει έδρα στον Πειραιά (οδός...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε, με δήλωση, από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σπυριδούλα Μαμαρέλη.
Η ενάγουσα άσκησε την από 29.11.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2019 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την απόφαση 2231/2022. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 16.5.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2023 έφεση (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Εφετείο .../…/2023), η οποία προσδιορίστηκε για τις 15.2.2024, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ύστερα από δηλώσεις τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις.
I. Η από 16.5.2023 έφεση της ηττηθείσας ενάγουσας κατά της οριστικής απόφασης 2231/2022 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 29.11.2019 αγωγή της, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, αρμοδίως φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ενώ έχει κατατεθεί το σχετικό παράβολο (άρθρο 495 παρ. ЗА. περ. β' του ίδιου Κώδικα). Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.
II. Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία «......ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με την από 29.11.2019 αγωγή της, ιστορούσε ότι, στο πλαίσιο του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για την επένδυση σε μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), δραστηριοποιήθηκε στον τομέα της παραγωγής, εμπορίας και διάθεσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ειδικότερα, ότι διατηρεί φωτοβολταϊκό σταθμό στην αναφερόμενη στην αγωγή περιοχή του Δήμου ...Αρκαδίας, ισχύος 1,91 MW, ο οποίος συνδέθηκε με το Σύστημα, στις 26.8.2011. Ότι, δυνάμει της σύμβασης πώλησης και αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ..../21.5.2010, που συνήφθη μεταξύ αυτής και του “ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.)”, τον οποίο διαδέχθηκε κατά νόμο στα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του η εταιρεία «ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.», με διακριτικό τίτλο «ΛΑΓΗΕ Α.Ε.», ήδη ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ & ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε.», με διακριτικό τίτλο «ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.», που αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, η τελευταία ανέλαβε, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της εικοσαετούς διάρκειας της σύμβασης, την υποχρέωση αγοράς, από αυτήν (ενάγουσα) της παραγόμενης από το φωτοβολταϊκό σταθμό της ενέργειας αντί των προκαθορισμένων και εγγυημένων τιμών που προσδιορίζονται στο άρθρο 13 του v. 3468/2006, όπως ίσχυε κατά την υπογραφή της σύμβασης μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 27Α του ν. 3734/2009 και με το άρθρο 5 του ν. 3851/2010. Ότι έκτοτε, η παραγόμενη από το σταθμό της ενέργεια εγχέεται στο Σύστημα και πωλείται στην εναγόμενη. Ότι ειδικότερα, η τιμή πώλησης της παραγόμενης από το φωτοβολταϊκό σταθμό αυτής ενέργειας συμφωνήθηκε σταθερή, για όλη την εικοσαετή διάρκεια της σύμβασης, υποκείμενη μόνο σε τιμαριθμικές μεταβολές, προσδιορίσθηκε δε, βάσει του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της υπογραφής της σύμβασης, για τον μήνα Μάρτιο 2014 σε 0,40865 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Ότι με το άρθρο 22 παρ. 1 της Σύμβασης συμφωνήθηκε πως αυτή θα τροποποιείται μόνο με έγγραφη και ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών. Ότι οι προμηθευτές της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, αντίθετα με την αγορά της από τους συμβατικούς παραγωγούς της, που λόγω της χαμηλής Οριακής Τιμής Συστήματος -κόστος αγοράς ενέργειας από τη χονδρεμπορική αγορά- είχε προβλεφθεί η επιπλέον καταβολή (από τους προμηθευτές) ειδικών ποσών (Μηχανισμός Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους και Μηχανισμός Διαθεσιμότητας Ισχύος), όταν προμηθεύονταν ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ, όπως αυτή (ενάγουσα), εξοικονομούσαν τα ανωτέρω αυτά (ειδικά) ποσά, των οποίων (ποσών) δεν προβλέφθηκε η καταβολή και για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ, οπότε καταβάλλοντας μόνο την ΟΤΣ, αγόραζαν την ηλεκτρική ενέργεια αυτή φθηνότερα από την παραγόμενη από τους συμβατικούς παραγωγούς. Ότι με τη μη πρόβλεψη για την καταβολή των ανωτέρω ειδικών ποσών και για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ, οι παραγωγοί των οποίων αμείβονταν με σταθερή τιμή, είχε ως συνέπεια να δημιουργείται αντίστοιχο έλλειμμα στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 40 του ν. 2773/1999, από τον οποίο (μαζί με το ειδικό τέλος ΕΤΜΕΑΡ, που καταβάλλεται από τους καταναλωτές) η εναγόμενη ανακτούσε τα ποσά και τα κατέβαλλε στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, με επίσης αντίστοιχο όφελος των Προμηθευτών. Ότι γα την αντιμετώπιση της ανωτέρω στρέβλωσης και κάλυψης του ελλείμματος του Ειδικού λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999, θεσπίστηκε ο ν. 4254/2014, επιβάλλοντας όμως, επαχθή μέτρα μόνο σε βάρος των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (επανακαθορισμός της συμβατικής τιμής πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ με μείωσή της, υποχρεωτική έκδοση πιστωτικού τιμολογίου από τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ για το προηγούμενο έτος - 2013 και περαιτέρω μείωση της τιμής πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας σε περίπτωση που τα φωτοβολταϊκά πάρκα είχαν λάβει ενίσχυση - επιχορήγηση ή άλλη), όπως και αυτή (ενάγουσα). Ότι τον Απρίλιο του 2014 τέθηκε σε ισχύ ο ν. 4254/2014, δυνάμει δε, των διατάξεων των υποπαραγράφων ΙΓ.1, ΙΓ.2 και ΙΓ.3 της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ως άνω νόμου, επιβλήθηκε μονομερής επανακαθορισμός των στοιχείων τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας με τη α) δραστική μείωση των, μέχρι τότε προκαθορισμένων και εγγυημένων τιμών αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) και Σ.Η.Θ.Υ.Α. (Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης) και β) υποχρεωτική αναδρομική «έκπτωση» επί της συνολικής αξίας της ενέργειας που παράχθηκε και εγχύθηκε στο Σύστημα κατά το έτος 2013, προκειμένου, κατά την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου, να αντιμετωπισθεί το συσσωρευμένο χρέος του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 και να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του, χωρίς τη δημιουργία νέων ελλειμμάτων σε μακροχρόνια βάση. Ότι, με βάση τα κριτήρια του ως άνω ν. 4254/2014 (υποπαράγραφοι ΙΓ.1, ΙΓ.2 και ΙΓ.3 της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου), λαμβανομένου υπόψη ότι ο φωτοβολταϊκός σταθμός αυτής έχει ισχύ μεγαλύτερη του ενός (1) μεγαβάτ (MW) και μικρότερη των πέντε (5) μεγαβάτ, ότι συνδέθηκε οριστικά με το δίκτυο μέσης τάσης στις 26.8.2011 (Γ τρίμηνο 2011) και ότι έτυχε ενίσχυσης βάσει του ν. 3229/2004 σε ποσοστό μεγαλύτερο του 20% του κόστους της επένδυσης όπως αυτό είχε διαμορφωθεί έως τις 31.12.2013 και είχε ήδη, κατά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού, καταβληθεί σε αυτήν το 50% της ενίσχυσης : α) αναπροσαρμόσθηκε η τιμή πώλησης της εγχεόμενης στο Σύστημα ενέργειας από το φωτοβολταϊκά σταθμό αυτής (ενάγουσας) από τον Απρίλιο του 2014 και εφεξής σε 0,215 ευρώ ανά κιλοβατώρα, ήτοι επανακαθορίσθηκε η τιμή μονάδος, μειωμένη αναγκαστικά και χωρίς την προηγούμενη σύμπραξη αυτής σε ποσοστό 47,39% σε σχέση με την μέχρι τον ν. 4254/2014 τιμή (0,40865 ευρώ ανά κιλοβατώρα), ενώ β) της επιβλήθηκε, κατόπιν αποστολής πιστωτικού σημειώματος εκ μέρους της εναγομένης, αναδρομική «έκπτωση» επί της συνολικής αξίας της παραγόμενης και εγχεόμενης στο Σύστημα κατά το έτος 2013 ενέργειας από το φωτοβολταϊκό σταθμό της σε ποσοστό 35% και πιο συγκεκριμένα, της επιβλήθηκε η υποχρέωση καταβολής της εν λόγω αναδρομικής έκπτωσης στην τιμή πώλησης της παραγόμενης και εγχεόμενης στο Σύστημα ενέργειας για το έτος 2013, με την έκδοση του πιστωτικού τιμολογίου .../17.04.2014, συνολικού ύψους 400.080,27 ευρώ. Ότι επιπλέον, η διαφορά του τιμήματος πώλησης που υπολογίσθηκε με τις μειωμένες τιμές (0,215 ευρώ η κιλοβατώρα το μήνα) βάσει του ν. 4254/2014, για τους μήνες από Απρίλιο του έτους 2014 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2019 και εκείνου που έπρεπε να λάβει η ενάγουσα με βάση τις συμφωνημένες τιμές (0,40865 ευρώ η κιλοβατώρα, όπως ίσχυε για το έτος 2014 μέχρι την ισχύ του ν. 4254/2014, κατά το μήνα Μάρτιο του 2014) ανέρχεται σε 3.272.174,46 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται σ’ αυτήν (αγωγή) η διαφορά για κάθε μήνα του ως άνω χρονικού διαστήματος (ο υπολογισμός γίνεται με ετήσια αναπροσαρμογή της συμβατικής τιμής για κάθε έτος, με βάση την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των τιμών, σύμφωνα με τον ν. 3468/2006, η οποία καταργήθηκε με τον ν. 4254/2014). Ότι οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4254/2014, οι οποίες δεν συνδέονται με την ευρύτερη δημοσιονομική κρίση, που μάστιζε, κατά την έκδοσή του, τη χώρα και χωρίς αναλογικό επιμερισμό του ελλείμματος του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 σε όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας, δεν συνιστούν πρόσφορα μέτρα για την επιδίωξη του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκαν, ούτε ανάλογα, θέτοντας ως μοναδική κρίσιμη παράμετρο τον χρόνο σύνδεσης της κάθε εγκατάστασης με το Σύστημα. Ότι η δυσμενής διάκριση μίας επένδυσης φωτοβολταϊκών σταθμών αναλόγως της λήψης ή όχι ενίσχυσης ορισμένου ποσοστού του κόστους της είναι παράνομη, αφού αντίκειται σε σκοπούς του ν. 3299/2004 περί αναπτυξιακών ενισχύσεων, η επιχορήγηση δεν αφορά σε πόρους προερχόμενους από τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 και δεν προβλέπεται αυτόματη μετάταξη της επιχείρησης στην τιμή ίσης με επιχειρήσεις που δεν έχουν λάβει ενίσχυση άνω του 20%, όταν το ύψος αυτής ισοσκελιστεί με τη συνολική μείωση των εισπράξεων εξαιτίας της αυξημένης περικοπής της τιμής πώλησης, με αποτέλεσμα, καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, αυτή (ενάγουσα) που έλαβε επιχορήγηση 40%, να απολέσει μεγαλύτερα ποσά από άλλη εταιρία που δεν έλαβε επιδότηση άνω του 20%. Ότι με τις ανωτέρω επιγενόμενες της σύναψης της σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας νομοθετικές διατάξεις ανατράπηκαν τα κίνητρα και οι δαπάνες που έλαβε υπόψη της, ως διοικούμενη, για τη σύναψη της σύμβασης με την εναγόμενη, λαμβανομένου υπόψη και του υπερβολικού ύψους του ποσοστού της μείωσης της εγγυημένης καθορισθείσας συμβατικώς τιμής πώλησης της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Ότι κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω θεσπισθείσες διατάξεις του ν. 4254/2014 παραβιάζουν τις συνταγματικές αρχές της οικονομικής ελευθερίας και ελευθερίας των συμβάσεων, της αναλογικότητας, της ισότητας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, ήτοι είναι αντίθετες με τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 25 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΠΠΠ ΕΣΔΑ) και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) και ως ερειδόμενες σε ανίσχυρες διατάξεις δεν πρέπει να εφαρμοστούν. Ότι επιπλέον, οι διατάξεις αυτές παραβιάζουν τη διάταξη του άρθρου 108 παρ. 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού, ως μέτρο κρατικής ενίσχυσης (επιβαρύνει μόνο τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να συνιστά οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας και νόθευση του ανταγωνισμού), δεν προηγήθηκε κοινοποίησή του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και λήψη απόφασης αυτής περί μη νόθευσης του ανταγωνισμού και συμβατότητας του με το ενωσιακό δίκαιο, ως εκ τούτου δε, είναι ανίσχυρες. Ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως οι ρυθμίσεις των υποπαραγράφων ΙΓ.1 και ΙΓ.3 της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ως άνω νόμου δεν παραβιάζουν τις ανωτέρω συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις, θα πρέπει να κριθεί πως η διάκριση της υποπαραγράφου ΙΓ.2 του ως άνω άρθρου, σε συνδυασμό μ’ αυτές της υποπαραγράφου ΙΓ.1, με τις οποίες τίθεται περαιτέρω μειωμένη τιμή για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ ως προς τις επιχειρήσεις που έχουν λάβει επιχορήγηση άνω του 20%, σε σχέση με αυτές που δεν έλαβαν τέτοια ή έλαβαν μικρότερη του ως άνω ποσοστού, παραβιάζουν τους ίδιους αυτούς κανόνες. Ότι η εναγόμενη, παρά την προς αυτήν κοινοποίηση της από 12.11.2019 εξώδικης επιστολής - πρόσκλησης, με την οποία της ζητούσε, μεταξύ άλλων, να ορίσει εκπρόσωπο για τη συγκρότηση «Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Διαφοράς» κατά το άρθρο 21 της μεταξύ τους σύμβασης, δεν προέβη σε καμία ενέργεια, με αποτέλεσμα να αποβεί άκαρπη η συγκρότηση της για τον φιλικό διακανονισμό της διαφοράς. Κατόπιν τούτων, ζητούσε, μετά από τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής σε αναγνωριστικά (άρθρα 223, 294 εδ. α, 295 παρ. 1 εδ. τελ. και 297 του ΚΠολΔ), αφού αναγνωρισθεί ότι η τιμή μονάδας, βάσει της οποίας θα υπολογίζεται από τον Απρίλιο του 2014 το τίμημα της πώλησης στην εναγόμενη της παραγόμενης από τον φωτοβολταϊκό σταθμό της (ενάγουσας) ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι η συμφωνηθείσα εγγυημένη τιμή, κατά τον χρόνο υπογραφής της μεταξύ τους σύμβασης, όπως διαμορφώνεται κατόπιν των συμφωνηθέντων τιμαριθμικών αναπροσαρμογών -0,40865 ευρώ ανά κιλοβατώρα, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 3.672.254,73 ευρώ και ειδικότερα: α) αυτό των 3.272.174,46 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του τιμήματος της παραχθείσας και πωληθείσας στην εναγόμενη ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας για τους μήνες Απρίλιο 2014 έως και Απρίλιο 2019, με βάση την προϊσχύσασα εγγυημένη τιμή και την παρανόμως μειωμένη τιμή των 0,215 ευρώ ανά κιλοβατώρα, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) το ποσό των 400.080,27 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αναγκαστική έκπτωση που της επιβλήθηκε επί της αξίας της πωληθείσας ηλεκτρικής ενέργειας κατά το έτος 2013 και για το οποίο εξέδωσε (ενάγουσα) το πιστωτικό τιμολόγιο .../17.4.2014, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτού στην εναγόμενη, στις 20.4.2014, άλλως από την επίδοση της από 15.4.2014 εξώδικης δήλωσης προς την εναγόμενη στις 17.4.2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε, για την περίπτωση που κριθεί ότι ο ν. 4254/2014 δεν αντίκειται στις ως άνω συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, αφού αναγνωριστεί ότι η τιμή μονάδας, βάσει της οποίας θα υπολογίζεται από τον Απρίλιο του 2014 το τίμημα της πώλησης στην εναγόμενη της παραγόμενης από τον φωτοβολταϊκό σταθμό της (ενάγουσας) ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι η ισχύουσα τιμή για τις επενδύσεις της κατηγορίας χωρίς επιδότηση (ΧΕ), ήτοι 0,310 ευρώ ανά κιλοβατώρα, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 2.024.483,04 ευρώ και ειδικότερα: α) αυτό του 1.624.402,77 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του τιμήματος της παραχθείσας και πωληθείσας στην εναγόμενη ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας για τους μήνες Απρίλιο 2014 έως και Απρίλιο 2019 με βάση την ανωτέρω τιμή των 0,310 ευρώ ανά κιλοβατώρα και την παρανόμως μειωμένη τιμή των 0,215 ευρώ ανά κιλοβατώρα, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) το ποσό των 400.080,27 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αναγκαστική έκπτωση που της επιβλήθηκε επί της αξίας της πωληθείσας κατά το έτος 2013 ηλεκτρικής ενέργειας και για το οποίο εξέδωσε (ενάγουσα) το πιστωτικό τιμολόγιο .../17.4.2014, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση του στην εναγόμενη, στις 20.4.2014, άλλως από την επίδοση της από 15.4.2014 εξώδικης δήλωσης προς την εναγόμενη στις 17.4.2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του 2231/2022, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Ήδη, κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα, με τους διαλαμβανόμενους στην ως άνω έφεσή της λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η από 29.11.2019 αγωγή της. Σημειωτέον ότι η αγωγή υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον με αυτή ασκείται αξίωση πηγάζουσα από συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν καταρτιστεί, υπό το καθεστώς του ν.3468/2006 (άρθρο 12 παρ. 1), μεταξύ του ενάγοντος παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμη πηγή ενέργειας (ΑΠΕ) και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας. Οι ένδικες συμβάσεις είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται σε αυτές το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Και ναι μεν με αυτές επιδιώκονται σκοποί δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενοι στην προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της οικονομίας και της συμβολής στη βιώσιμη ανάπτυξη, όμως, ο νομοθέτης ως εργαλείο για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στο σύστημα μεταφοράς της, δεν επέλεξε τη μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής, ή διφυούς νομικού προσώπου ενεργούντος ως φορέας δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει μάλιστα, σε καθεστώς μερικής έστω απελευθέρωσης της αγοράς, τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του κατόχου της οικείας αδείας παραγωγής και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, η οποία ρητώς χαρακτηρίζεται, από το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 3468/2006, ως "σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας". Στοιχούμενος άλλωστε, προς την αντίληψη αυτή ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ΑΥ/Φ1/οικ/17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης, όπως οι επίδικες, είναι τα πολιτικά δικαστήρια των Αθηνών. Μάλιστα, ακόμη και όταν η ΛΑΓΗΕ ΑΕ, πρώην ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε, στο πλαίσιο της ανωτέρω συμβατικής σχέσης, εκδώσει πράξεις για το οφειλόμενο στον παραγωγό τίμημα πωλήσεως και ανακύψει αμφισβήτησή τους, οι εν λόγω διαφορές, και αυτές, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις οποίες η εναγόμενη "ΛΑΓΗΕ ΑΕ" πρώην "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε." ενεργεί ως αντι- συμβαλλομένη, στο πλαίσιο της συναλλακτικής δράσης της και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας, είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και η ένδικη διαφορά, αξίωσης οφειλόμενου τιμήματος πωλήσεως, που συνομολογήθηκε με τις συμβάσεις αυτές, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 661/2023 στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Εξάλλου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ως αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρο 42 του ν. 4640/2019, κατά το μέρος που θεσπίζεται με αυτή υποχρέωση για καταβολή δικαστικού ενσήμου και στις καταψηφιστικές αγωγές, που τράπηκαν σε αναγνωριστικές αγωγές μετά από την ψήφιση του ως άνω ν. 4640/2019. Ωστόσο, αν και η ανωτέρω κρίση ήταν εσφαλμένη, αφού η ανωτέρω διάταξη δεν έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα - άρθρα 20 παρ. 1 και 25 και την ΕΣΔΑ - άρθρο 6 (ΤριμΕφΑΘ 1145/2024 αδημ.), το Δικαστήριο τούτο πρέπει προηγουμένως να αποφανθεί, με απόφασή του, επί του νόμιμου της αγωγής και, εφόσον εξαφανίσει την εκκαλουμένη ως προς κάποια από τα αιτούμενα κεφάλαια, για τα οποία απαιτείται υποχρεωτικά η προσκομιδή του οικείου τέλους δικαστικού ενσήμου, τότε, πριν από την έρευνα επί της ουσίας της υπόθεσης, θα διατάξει την επανάληψη της συζήτησής της, που έχει κηρυχθεί περατωμένη (άρθρο 254 του ΚΠολΔ), προκειμένου να προσκομισθεί το προσήκον δικαστικό ένσημο (ΤριμΕφΑΘ 882/2023 αδημ.), αφού τότε μόνο θα δικάζει επί της αγωγής.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντ., καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία των συμβάσεων. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται, κατ' αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης και κατά τις περιπτώσεις που αυτή ασκείται προς βλάβη της Εθνικής Οικονομίας (άρθρα 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος). Επίσης, η ελευθερία αυτή μπορεί να περιορισθεί όπου τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Στις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις δεν αρκεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης) του ιδιώτη για να αποκλείσει την επέμβαση του νομοθέτη σε βάρος υφιστάμενων συμβάσεων και ειδικά με ανώνυμη εταιρεία που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως η εφεσίβλητη. Επομένως, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ’ αρχήν, να προσδώσει στο νόμον αναδρομική δύναμη, με περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων. Η αναδρομική ισχύς νόμου είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί, όμως, να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 2 παρ. 1 (προστασία της αξίας του ανθρώπου), 4 παρ. 1 (αρχή ισότητας) και 17 (προστασία της ιδιοκτησίας) του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ.) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν συγχρόνως με το ν.δ. 53/1974. Ειδικότερα, με την τελευταία διάταξη (άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται ειρηνικής απολαύσεως των αγαθών του. Ουδείς δύναται να στερηθεί των αγαθών αυτού ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις ουδαμώς θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως εφαρμόση νόμους ούς ήθελε κρίνει αναγκαίους προς έλεγχον της χρήσεως της ιδιοκτησίας συμφώνως προς το γενικόν συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, που περιλαμβάνει όχι μόνον τα εμπράγματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται έτσι και τα δικαιώματα (απαιτήσεις) ενοχικής φύσεως, είτε αναγνωρισμένα με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε γεννημένα κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον κατά το χρόνο της προσφυγής στο δικαστήριο δίκαιο και μπορούν να ικανοποιηθούν. Μόνο δε για λόγους δημόσιας ωφέλειας μπορεί να στερηθεί την περιουσία του φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, μέσω της αναδρομικής ισχύος του νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, ακόμη και σε εκκρεμείς δίκες, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, μόνο εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος και εφόσον η αναδρομικότητα αυτή δεν προσκρούει στην αρχή της προστασίας της αξίας του ανθρώπου και της ισότητας (άρθρα 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντ.), που συμβαίνει όταν δημιουργούνται διακρίσεις χωρίς γενικότερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον. Περαιτέρω, μετά την τροποποίηση του ν. 2773/1999 περί απελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις διατάξεις του νόμου 3175/2003, θεσπίσθηκε το έτος 2005 ο Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ ΣΗΕ 2005), με τον οποίο υιοθετήθηκε ένα συγκεκριμένο σχήμα οργάνωσης και λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι αυτό της υποχρεωτικής χονδρεμπορικής αγοράς. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δεν επιτρέπονται διμερή συμβόλαια μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αντίθετα, το σύνολο των συναλλαγών διεξάγεται μέσω της χονδρεμπορικής αγοράς, όπου κεντρικός ρόλος αποδίδεται στον "Διαχειριστή του Συστήματος". Ως τέτοιος ορίσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε." ή "Διαχειριστής του Συστήματος", η ίδρυση της οποίας προβλέφθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 2773/1999. Ο ΚΔΣ ΣΗΕ 2005 αντικαταστάθηκε από τους νέους Κώδικες που θεσπίσθηκαν το 2012, κατ' εξουσιοδότηση του νόμου 4001/2011, ήτοι τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος (ΚΔΣ) και τον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΣΗΕ), οι οποίοι εγκρίθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 3 και 120 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, με απόφαση της ανεξάρτητης αρχής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και ισχύουν από 1.2.2012. Στο πλαίσιό τους, ο παραγωγός πωλεί το παραγόμενο αγαθό, ο δε προμηθευτής αγοράζει τούτο. Με τον τρόπο που είναι οργανωμένη, κατά το νομοθετικό πλαίσιο που αναλύθηκε ανωτέρω, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι παραγωγοί και οι προμηθευτές αυτής δεν συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς συμβάσεις για την πώληση. Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπει ένα σύστημα υποχρεωτικής κατάρτισης, με προσχώρηση των παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας σε μια αναγκαστική σύμβαση, η οποία ρυθμίζεται με τους κατωτέρω κανόνες, χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τον αντισυμβαλλόμενό τους, ούτε να διαπραγματευθούν τους όρους της σύμβασης. Την οργάνωση της αγοράς διαχειρίζονται στα διάφορα στάδια αυτής, συγκεκριμένοι θεσμικοί φορείς, ένας από τους οποίους ήταν, υπό το ισχύον στην κρινόμενη υπόθεση νομικό καθεστώς, ο Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ЛАНГЕ Α.Ε., πρώην ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.), ήδη μετονομασθείσα ως "Διαχειριστής ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης" με τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε., δηλαδή η αναιρεσίβλητη εταιρία. Σύμφωνα με την προβλεφθείσα οργάνωση της σχετικής αγοράς οι υποβάλλοντες προσφορές έγχυσης, δηλαδή ιδίως οι παραγωγοί, λαμβάνουν αμοιβή για την ενέργεια που εγχέουν στο Σύστημα και οι Εκπρόσωποι Φορτίου, δηλαδή ιδίως οι προμηθευτές, καταβάλλουν πληρωμές για την ενέργεια που απορροφούν από το Σύστημα. Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνταν μέσω του Λειτουργού της Αγοράς, ήτοι της εταιρίας "ΛАНГЕ Α.Ε.", η οποία αποτελούσε τον εκ του νόμου αποκλειστικό εκκαθαριστή της αγοράς (άρθρο 118 του ν. 4001/2011) και τον υποχρεωτικό ενδιάμεσο φορέα μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών. Εξάλλου ο νόμος 3468/2006, με τον οποίο τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι σύμφωνα με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, συμπεριέλαβε στα άρθρα 9 επ., μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις σχετικά με την κατά προτεραιότητα ένταξη των σταθμών παραγωγής από ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) στο Σύστημα ή το Δίκτυο (άρθρο 9), καθώς και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (άρθρο 10), τη σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 12) και την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (άρθρο 13), καταργώντας τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1-3, 36, 37, 38 και 39 του ν. 2773/1999 (άρθρο 28 παρ. 1 περ. β, πρβλ. και άρθρο 27 παρ. 7). Ακολούθως, με τον νόμο 3851/2010, με τον οποίο επήλθαν ευρείας έκτασης τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του νόμου 3468/2006, επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών, ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για την χώρα. Για τον σκοπό της εκπληρώσεως των διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας προς μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με το νόμο δε αυτόν (3751/2010) καθορίσθηκαν οι εθνικοί στόχοι για τις ΑΠΕ μέχρι το 2020 και περαιτέρω, τροποποιήθηκαν οι σχετικές με τις συμβάσεις πώλησης και με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ διατάξεις του ν. 3468/2006 (άρθρα 1 και 5 παρ. 1 και 2 του ν. 3851/2010). Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3468/2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 3851/2010: "1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.) ή από μονάδες Συμπαραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.) στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα, είτε απευθείας, είτε μέσω του Δικτύου, ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Δια- συνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής της. 2. Η Σύμβαση Πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ισχύει για είκοσι (20) έτη και μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τους όρους της άδειας αυτής, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, εφόσον ισχύει η σχετική άδεια παραγωγής... 3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή και γνώμη της Ρ.Α.Ε., καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια". Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου έλαβε χώρα τροποποίηση των προβλέψεων του άρθρου 13 του ν. 3468/2006 σχετικά με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Περαιτέρω, με την εκδοθείσα κατ' εφαρμογήν της προμνησθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προεκτεθέντα, εκδόθηκε η απόφαση Α.Υ/ΦΙ/οικ. 17149/ 30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΦΕΚ B' 1497). Με αυτήν καθορίσθηκαν (άρθρο 1) ο τύπος και το συνολικό περιεχόμενο των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτονται μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος (ήδη τότε ΛΑΓΗΕ ΑΕ) και των παραγωγών, οι οποίοι αξιο- ποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμμετέχοντας στη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης, και συνδέονται στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο της χώρας. Το άρθρο πρώτο του προτύπου συμβάσεως προβλέπει ότι η ΛΑΓΗΕ ΑΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και αντίστοιχα ο παραγωγός να πωλεί την ενέργεια αυτή στη ΛΑΓΗΕ ΑΕ, ενώ το άρθρο δεύτερο προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων κωδίκων διαχείρισης "καθώς επίσης και με το σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας". Το άρθρο έβδομο αναφέρεται στην τιμολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας και ορίζει, εκτός των άλλων, τα εξής: "Ο Παραγωγός, ο σταθμός του οποίου συνδέεται στα δίκτυα χαμηλής, μέσης ή υψηλής τάσης και λειτουργεί παράλληλα με το διασυνδεδεμένο σύστημα, δικαιούται να λαμβάνει το τίμημα που αντιστοιχεί στο σύνολο της καθαρής παραγωγής ενέργειας που παραδίδει στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφάται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27Α του ν.3734/2009 και το άρθρο 5 του ν.3851/2010, καθώς και τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας". Το άρθρο δωδέκατο, με τίτλο "Λογαριασμοί και Πληρωμές", προβλέπει περαιτέρω τα ακόλουθα: "1. Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από το ΛΑΓΗΕ σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, τον ν. 3468/2006, το άρθρο 27Α του ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία. Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση αέργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ΛΑΓΗΕ κατ’ αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο, στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ΛΑΓΗΕ πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό. Το τιμολόγιο του Παραγωγού αποστέλλεται στο ΛΑΓΗΕ για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στο ΛΑΓΗΕ. 2. Η εξόφληση του τιμολογίου του Παραγωγού γίνεται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ακόμη και αν υπάρχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά την ακρίβεια του λογαριασμού. Το συμβαλλόμενο μέρος που έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις τις γνωστοποιεί αμελλητί στο άλλο μέρος. Σε περίπτωση που τελικά διαπιστωθεί σφάλμα, το συμβαλλόμενο μέρος σε βάρος του οποίου προκύπτει διαφορά, οφείλει να την επιστρέφει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος έντοκα, με το νόμιμο τόκο της υπερημερίας από την ημέρα εξόφλησης των τιμολογίων, μέχρι την ημέρα επιστροφής της διαφοράς. 3. Σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης λογαριασμού ή τιμολογίου πέραν της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο ΛΑΓΗΕ οφείλει να πληρώσει στον Παραγωγό και τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη ειδοποίηση. 4. Η εκκαθάριση και οι πληρωμές θα γίνονται από το ΛΑΓΗΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας". Εξάλλου, με το άρθρο 40 του νόμου 2773/1999 συνεστήθη ειδικός λογαριασμός, υπό την διαχείριση τηςΔΕΣΜΗΕ ΑΕ και μετέπειτα, κατά το άρθρο 143 του νόμου 4001/2011, της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, για την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και συμπαραγωγή, με τις τιμές που, κατά τα προαναφερθέντα, ορίζονται με νόμο και δυνάμει των οποίων συνομολογούνται οι οικείες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι "1. Ο Διαχειριστής του Συστήματος και ο Διαχειριστής του Δικτύου ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους σύμφωνα με τα άρθρα 35, 36, 37, 38 και 39 μέσω ειδικού Λογαριασμού τον οποίο διαχειρίζεται ο Διαχειριστής του Συστήματος. 2. Ο Διαχειριστής του Συστήματος υποχρεούται να συστήσει το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου 2001 τον ειδικό Λογαριασμό της προηγούμενης παραγράφου. 3. Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι κάτοχοι άδειας παραγωγής και προμήθειας του Συστήματος μέσω της διαδικασίας διευθέτησης των Αποκλίσεων Παραγωγής - Ζήτησης του άρθρου 20, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο Σύστημα από το Διαχειριστή του Συστήματος κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 35, 37 και 38. (β) Τα ποσά που καταβάλλει η Δ.Ε.Η. ως αποκλειστικός Προμηθευτής στα Μη Δια- συνδεδεμένα Νησιά... (γ)... Το Ειδικό Τέλος για τη Μείωση Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που επιμερίζεται ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια σε κάθε πελάτη, περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., και η οποία λαμβάνει υπόψη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει ο κάθε πελάτης και συντελεστές που διαφοροποιούν τον επιμερισμό κατά κατηγορία πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών πελατών. Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από πρόταση της Ρ.Α.Ε., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως....". Ρύθμιση σχετικά με αυτό το λογαριασμό περιέλαβε και το άρθρο 143 του νόμου 4001/2011, με το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που αφορά στην κρινόμενη περίπτωση, ορίσθηκαν τα εξής: "1. Η ΛΑΓΗΕ ΑΕ και η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους κατά τις διατάξεις της περίπτωσης θ' της παρ. 2 του άρθρου 118 και της περίπτωσης η' της παρ. 2 του άρθρου 129 αντίστοιχα, μέσω του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού, όπως αυτός δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 40 του νόμου 2779/1999, τον οποίο διαχειρίζεται η ΛΑΓΗΕ ΑΕ. 2. Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού του άρθρου 120 και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων παραγωγής - ζήτησης κατά το άρθρο 105, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και τωνσυνδεδεμένων με αυτά νησιών κατά τα οριζόμενα στον ν. 3851/2010. (β) Τα ποσά που καταβάλλουν οι Προμηθευτές στα Μη Διασυνδεμένα Νησιά, για την ηλεκτρική ενέργεια που απορροφάται στα συστήματα των νησιών αυτών, που παράγεται από τις μονάδες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 129... (γ) Έσοδα από την επιβολή ειδικού τέλους επί της κατανάλωσης που διαφοροποιείται ανά κατηγορία Πελατών, περιλαμβα- νομένων και των αυτοπαραγωγών, ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει συντελεστές που διαφοροποιούν το ειδικό τέλος κατά κατηγορία Πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών Πελατών. Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση της ΡΑΕ που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ- νήσεως... (ΑΠ 1369/2024 ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 και άλλες διατάξεις» (Α 85/7.4.2014) θεσπίσθηκαν νέες ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της παραγόμενης από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, στην υποπαράγραφο ΙΓ.1 με τίτλο «Επανακαθορισμός στοιχείων τιμολόγησης ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργούντων σταθμών ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ» της ανωτέρω παραγράφου ΙΓ. του άρθρου πρώτου του ν.4254/2014 ορίζονται τα εξής: «1. Τα στοιχεία και οι τιμές αναφοράς του πίνακα της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3468/2006, όπως ισχύει, και του πίνακα της παραγράφου 3 του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως ισχύει, καθώς και των τιμών του «Ειδικού Προγράμματος Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων σε κτιριακές εγκαταστάσεις και ιδίως σε δώματα και στέγες κτιρίων» (ΒΊ 079/2009), (.... (< = 10kW) στον κατωτέρω πίνακα Α), όπως αυτές οι τιμές έχουν αναπροσαρμοστεί και εφαρμόζονται για την εκτέλεση των συμβάσεων πώλησης και των συμβάσεων συμψηφισμού κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας υποπαραγράφου, επανακαθορίζονται, από την έναρξη ισχύος της παρούσας υποπαραγράφου, για τους σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ που κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας υποπαραγράφου βρίσκονται σε λειτουργία (κανονική ή δοκιμαστική) σύμφωνα με τις ακόλουθες περιπτώσεις, α. Τιμολόγηση (€/MWh) ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς. [Ακολουθεί Πίνακας Α με τίτλο «ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ», στον οποίο παρατίθενται οι νέες τιμές αποζημιώσεως των λειτουργούντων φωτοβολταϊκών σταθμών ανάλογα με (α) την περίοδο διασυνδέσεως (βλ. τα οριζόμενα στα δύο τελευταία εδάφια της περ. 1 της εν λόγω υποπαρ. ΙΓ.1 όσον αφορά τον καθορισμό της ημερομηνίας διασυνδέσεως για την ένταξη των σταθμών στις οικείες κατηγορίες βάσει της περιόδου διασυνδέσεως), (β) την ισχύ τους, (γ) τον τόπο εγκαταστάσεώς τους (ήτοι Διασυνδεδεμένο και Μη Διασυνδεδεμένο Σύστημα) και ανάλογα με (δ) το εάν έχουν λάβει ή όχι δημόσια ενίσχυση. Κατά δε, την υποπαράγραφο ΙΓ.2: (ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΝΙΣΧΥΣΗ - ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ ΙΓ.1) της ίδιας παραγράφου. 1. Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης υπο- παραγράφου ΙΓ.1, οι σταθμοί παραγωγής ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, με εξαίρεση τους σταθμούς του «Ειδικού Προγράμματος Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων σε κτιριακές εγκαταστάσεις και ιδίως σε δώματα και στέγες κτιρίων» (ΒΊ 079/2009), κατατάσσονται στην κατηγορία ΜΕ (με χρήση ενίσχυσης) της υποπαραγράφου ΙΓ.1. με τη συνδρομή σωρευτικά των εξής δύο προϋποθέσεων: α) Ο σταθμός παραγωγής έχει τύχει άμεσης ενίσχυσης (επιχορήγησης) ή ισοδύναμης ενίσχυσης με άλλα μέσα (αφορολόγητα αποθεματικά, απαλλαγή από φόρο εισοδήματος, επιδότηση επιτοκίου) σε ποσοστό μεγαλύτερο από 20% επί του κόστους της επένδυσης όπως αυτό έχει διαμορφωθεί έως τις 31.12.2013 και αποτυπώνεται στο λογιστικό σύστημα και τις λογιστικές καταστάσεις του παραγωγού, β) Έχει καταβληθεί πάνω από το 50% του συνόλου της ενίσχυσης (άμεσης ή ισοδύναμης). Ως δημόσια ενίσχυση νοείται η ενίσχυση από αναπτυξιακό/επενδυτικό νόμο ή μέσω ένταξης σε προγράμματα χρηματοδοτούμενα από εθνικούς πόρους ή/και πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. α) Για την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΓ.1, αρχικά όλοι οι σταθμοί παραγωγής ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, με εξαίρεση τους σταθμούς του «Ειδικού Προγράμματος Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων σε κτιριακές εγκαταστάσεις και ιδίως σε δώματα και στέγες κτιρίων» (Β 1079/2009), που την ημερομηνία έναρξης ισχύος της υποπαραγράφου ΙΓ.1 βρίσκονται σε λειτουργία (κανονική ή δοκιμαστική), κατατάσσονται στην κατηγορία ΜΕ (με χρήση ενίσχυσης), β) Ο ΛΑΓΗΕ, για τις συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο σύστημα και ο ΔΕΔΔΗΕ, για τις συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας στο μη διασυνδεδεμένο δίκτυο των νησιών, υλοποιούν εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος της υποπαραγράφου ΙΓ.1 κατάλληλα συστήματα πληροφορικής για την υποδοχή ηλεκτρονικών δηλώσεων από τους παραγωγούς προκειμένου να ενταχθούν στις κατηγορίες ΜΕ και ΧΕ της υποπαραγράφου ΙΓ.1 και δημοσιοποιούν την ημερομηνία θέσης σε λειτουργία των εν λόγω συστημάτων στο δικτυακό τους τόπο, γ) Οι παραγωγοί, κάτοχοι σταθμών ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ που την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας παραγράφου βρίσκονται σε λειτουργία (κανονική ή δοκιμαστική), υποβάλλουν για κάθε σταθμό ηλεκτρονική δήλωση, η οποία επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986, με την οποία κατά περίπτωση δηλώνουν: αα) το κόστος της επένδυσης, το είδος της ενίσχυσης, το ύψος και το ποσοστό της ενίσχυσης επί του κόστους επένδυσης, κατά τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση α' της περίπτωσης 1, καθώς και το ποσό και ποσοστό της ενίσχυσης που έχει καταβληθεί έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος της υποπαραγράφου ΙΓ.1, ή ββ) το κόστος της επένδυσης με αναφορά ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υποπερίπτωσης α' της περίπτωσης 1. Οι παραγωγοί υποβάλλουν τη δήλωση της παρούσας περίπτωσης εντός διαστήματος δύο (2) μηνών από την ημερομηνία θέσης σε λειτουργία των συστημάτων πληροφορικής για την υποδοχή ηλεκτρονικών δηλώσεων. Μετά την ηλεκτρονική επεξεργασία των δηλώσεων οι σταθμοί που πληρούν τις προϋποθέσεις κατάταξης στην κατηγορία ΧΕ (χωρίς χρήση ενίσχυσης) κατατάσσονται σε αυτήν από την έναρξη ισχύος της υπο- παραγράφου ΙΓ.1 και μέχρι την τελευταία ημερολογιακή ημέρα του μήνα που προηγείται αυτού, εντός του οποίου συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της περίπτωσης 1. Η διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων της περίπτωσης 1 κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, γίνεται βάσει και των νέων δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 3. Σε περίπτωση κατά την οποία σταθμοί που πληρούν τις προϋποθέσεις κατάταξης στην κατηγορία ΧΕ (χωρίς χρήση ενίσχυσης) δεν υποβάλλουν τη δήλωση της παρούσας περίπτωσης εντός της ανωτέρω δίμηνης προθεσμίας, η κατάταξη τους στην κατηγορία ΧΕ (χωρίς χρήση ενίσχυσης) γίνεται από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του επόμενου της υποβολής της δήλωσης μήνα. Τα συστήματα πληροφορικής που αναπτύσσονται κατά τις διατάξεις της παρούσας περίπτωσης παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής και των δηλώσεων της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του v. 3468/2006 καθώς και των δηλώσεων για τους επαγγελματίες αγρότες της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου ΙΓ.1. της παρούσας παραγράφου. 3. Για τις περιπτώσεις που δεν έχει καταβληθεί πάνω από το 50% του συνόλου της ενίσχυσης (άμεσης ή ισοδύναμης) έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος της υποπαραγράφου ΙΓ.1., οι παραγωγοί υποχρεούνται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία τελευταίας καταβολής του ποσού με το οποίο καλύπτεται το όριο του 50% να υποβάλουν νέα περί του γεγονότος αυτού ηλεκτρονική δήλωση, η οποία επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986, ώστε να υπαχθούν στην κατηγορία ΜΕ. Η κατάταξη γίνεται κατά την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα, εντός του οποίου έγινε η τελευταία καταβολή του ποσού του προηγούμενου εδαφίου από τον αρμόδιο φορέα που παρέχει την ενίσχυση. Στην περίπτωση που δεν τηρηθεί από τον παραγωγό η προθεσμία των δύο (2) μηνών της παρούσας η κατάταξη γίνεται από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα που έπεται αυτού της υποβολής της αρχικής, βάσει της περίπτωσης 2, δήλωσης. Σε περίπτωση που η ημερομηνία τελευταίας καταβολής του ποσού με το οποίο καλύπτεται το όριο του 50% του συνόλου της ενίσχυσης είναι προγενέστερη της ημερομηνίας θέσης σε εφαρμογή των πληροφοριακών συστημάτων της υποπερίπτωσης β' της περίπτωσης 2 το διάστημα των δύο (2) μηνών της παρούσας υπολογίζεται από την ημερομηνία Θέσης σε εφαρμογή των εν λόγω συστημάτων. Κατά την Υποπαράγραφο ΙΓ.3 του άρθρου πρώτου του ίδιου νόμου με τίτλο “ΠΑΡΟΧΗ ΕΚΠΤΩΣΗΣ”, 1. Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, πλην των περιπτώσεων που εντάσσονται στο «Ειδικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων σε κτιριακές εγκαταστάσεις και ιδίως σε δώματα και στέγες κτιρίων» (B' 1079/2009), προβαίνουν στην έκδοση και παράδοση πιστωτικού τιμολογίου με βάση το Ειδικό Ενημερωτικό Σημείωμα που θα εκδώσουν ο ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και ο ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών. Οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ υποχρεούνται να εκδώσουν πιστωτικό τιμολόγιο κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) (ν. 4093/2012), με το οποίο παρέχουν έκπτωση επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το 2013 ενέργειας: α) σε ποσοστό 34% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν έως 31.12.2009, β) σε ποσοστό 35% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν από 1.1.2010 έως 31.12.2011 ,γ) σε ποσοστό 37% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν από 1.1.2012 έως 31.12.2012, δ) σε ποσοστό 37,5% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν από 1.1.2013 έως 31.12.2013, ε) σε ποσοστό 20% ειδικά για φωτοβολταϊκούς σταθμούς έως και 100 kW (συμπεριλαμβανομένων των σταθμών που ανήκουν σε κατ’ επάγγελμα αγρότες), στ) σε ποσοστό 10% για τις υπόλοιπες ΑΠΕ/ΣΗΘΥΑ. Επιπλέον, με την υποπαράγραφο ΙΓ.4 με τίτλο «Επέκταση - Τροποποίηση συμβάσεων» προβλέφθηκε η χρονική επέκταση των συναφθεισών συμβάσεων πωλήσεως και συμψηφισμού κατά επτά (7) έτη. Όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014, όσον αφορά στην παράγραφο ΙΓ του άρθρου πρώτου, ο Ειδικός Λογαριασμός από τα τέλη του 2011 άρχισε να εμφανίζει συνεχώς διευρυνόμενο έλλειμμα, με αποτέλεσμα να τίθεται σοβαρό πρόβλημα και μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές προς τους παραγωγούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Τα μέτρα που ελήφθησαν κατά τα έτη 2012 και 2013 από το Υ.Π.Ε.Κ.Α. και τη Ρ.Α.Ε., προκειμένου να αντιμετωπισθεί το έλλειμμα και να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του Ειδικού Λογαριασμού, στόχευαν αφενός στον περιορισμό των εκροών του και αφετέρου στην ενίσχυση των εισροών του. Τα ληφθέντα νομοθετικά και κανονιστικά μέτρα οδήγησαν σε σημαντική μείωση του εύρους του ελλείμματος όχι όμως σε πλήρη μηδενισμό του. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, «εξακολούθησε να υφίσταται κίνδυνος κατάρρευσης του όλου συστήματος υποστήριξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., η διατήρηση του οποίου συνιστά επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος για την επίτευξη των νομικά δεσμευτικών στόχων του 2020». Ενόψει τούτων, κρίθηκε αναγκαία από τον νομοθέτη η αναπροσαρμογή των τιμών αποζημιώσεως της παραγόμενης από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να επιτευχθεί εξυγίανση του Ειδικού Λογαριασμού και μηδενισμός του ελλείμματος έως το τέλος του 2014 σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της χώρας, καθώς και η βιωσιμότητα του μηχανισμού στήριξης των Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., χωρίς να απαιτηθούν υπέρμετρες αυξήσεις του Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ. και εντεύθεν υπέρμετρη επιβάρυνση του τελικού καταναλωτή. Κατά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση, λόγω των πολύ υψηλών τιμών αποζημιώσεως «κρίνεται απαραίτητο να ληφθούν άμεσα μέτρα για την ελάφρυνση του Ειδικού Λογαριασμού και τον εξορθολογισμό των τιμών αποζημίωσης των παραγωγών Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Προς την κατεύθυνση αυτή κινούνται οι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου, οι οποίες, όσον αφορά την ελάφρυνση του Ειδικού Λογαριασμού, εισάγουν στοχευμένες δράσεις για την ταυτόχρονη μείωση των τιμών αποζημίωσης αλλά και τη διαγραφή τμήματος του υφιστάμενου χρέους του Ειδικού Λογαριασμού μέσω της παροχής πιστωτικών τιμολογίων από τους παραγωγούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Οι δράσεις αυτές θα εξασφαλίσουν την άμεση δραστική μείωση του χρέους του Ειδικού Λογαριασμού και στη συνέχεια την εξάλειψή του, καθώς επίσης θα εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις για τη βιωσιμότητα του στο άμεσο και μεσοπρόθεσμο μέλλον (έως το 2020). Ως αντιστάθμισμα των απωλειών εσόδων που επιφέρουν οι προαναφερθείσες παρεμβάσεις σε σχέση με τα αρχικά επιχειρησιακά σχέδια των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε., προβλέπεται η χρονική παράταση των συμβάσεων πώλησης και συμψηφισμού ηλεκτρικής ενέργειας... Οι βασικές αρχές σχεδιασμού των εισαγόμενων ρυθμίσεων συνοψίζονται ως εξής: - Διασφάλιση ασφαλούς και “φθηνής” ηλεκτρικής ενέργειας -Αντιμετώπιση του συσσωρευμένου χρέους του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 - Διασφάλιση της βιωσιμότητας του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 χωρίς τη δημιουργία νέων ελλειμμάτων, σε μακροχρόνια βάση - Προστασία των καταναλωτών από υπέρμετρες αυξήσεις στο Ειδικό Τέλος για τη Μείωση Εκπομπής Αερίων Ρύπων (Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ), το οποίο, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα θα αυξηθεί σημαντικά βάσει της Απόφασης 86/2014 της ΡΑΕ, στην οποία προβλέπεται υπερδιπλασιασμός του με αύξηση από τη μεσοσταθμική τιμή των 14,96€/MWh σε 33,68€/MWh. - Συμμετοχή στα νέα μέτρα όλων των έργων και τεχνολογιών κατά το δυνατόν ανάλογα με τα περιθώρια απόδοσης των σχετικών επενδύσεων, παράγοντας στον οποίο αντικατοπτρίζεται και η συμμετοχή τους στη δημιουργία του ελλείμματος - Θέσπιση κριτηρίων με σκοπό την αξιολόγηση των αποδόσεων των επενδύσεων και της βιωσιμότητας αυτών. Επισημαίνεται ότι οι μηχανισμοί στήριξης που εφαρμόστηκαν στη χώρα, αλλά και πανευρωπαϊκά, επέτρεψαν τη μεγάλη διείσδυση έργων Α.Π.Ε. και κυρίως συστημάτων με υψηλό κόστος για το υποστηρικτικό σύστημα σε μια ιδιαιτέρως δύσκολη συγκυρία για την ελληνική οικονομία. Η ταχύτητα των εξελίξεων στον τεχνολογικό τομέα σε αντίθεση με τους μηχανισμούς ανάδρασης και προσαρμογής σε επίπεδο κινήτρων αποδείχθηκε ετεροβαρής και σε συνδυασμό με τη δύσκολη οικονομική συγκυρία οδήγησε σε μεγέθυνση των προβλημάτων». Ειδικότερα, όσον αφορά την υποπαράγραφο ΙΓ.1 από την εισηγητική έκθεση προκύπτει ότι κρίθηκε απαραίτητη η μείωση των τότε υφιστάμενων συμφωνημένων τιμών αποζημιώσεως της παραγόμενης από λειτουργούντες σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ηλεκτρικής ενέργειας, καθόσον οι μέχρι τότε παρεμβάσεις δεν είχαν καταφέρει να ισοσκελίσουν τον Ειδικό Λογαριασμό. Τα κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη για τον επανακαθορισμό των εγγυημένων τιμών αποζημιώσεως αποσκοπούσαν στη διασφάλιση παρόμοιων αποδόσεων στις διάφορες εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ανεξαρτήτως κατηγορίας και τόπου εγκαταστάσεως (Διασυνδεδεμένο και Μη Διασυνδεδεμένο Σύστημα). Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, με τις ρυθμίσεις της εν λόγω υποπαραγράφου «εξασφαλίζεται η δίκαιη και αναλογική κατά το δυνατόν κατανομή του οικονομικού βάρους κυρίως λόγω της ομογενοποίησης των οικονομικών αποδόσεων (εσωτερικός βαθμός απόδοσης, IRR) των διαφορετικών εγκαταστάσεων Α.Π.Ε.». Περαιτέρω, στην εισηγητική έκθεση τονίζεται ότι «η αναστολή έκδοσης νέων αδειών φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί το συνεχώς διογκούμενο πρόβλημα του χρέους του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και πρέπει άμεσα να συνδυαστεί με τη μείωση των υφιστάμενων συμφωνημένων τιμών αποζημίωσης παραγωγών Α.Π.Ε., ιδιαιτέρως των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, οι οποίες απολαμβάνουν έως σήμερα τις υψηλότερες [τιμές] ανάμεσα στις εγκαταστάσεις Α.Π.Ε. Κρίνεται συνεπώς, αναγκαία η θέσπιση των ρυθμίσεων της παρούσας υποπαραγράφου, που αιτιολογούνται από την πορεία μείωσης του κόστους προμήθειας και εγκατάστασης του εξοπλισμού, στο πλαίσιο ενίσχυσης της προσπάθειας για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999. Για τον λόγο αυτό είναι επιβεβλημένος ο επανακαθορισμός των τιμών αποζημίωσης σε τιμές που θα συνδυάζουν τις εύλογες αποδόσεις για τους παραγωγούς Α.Π.Ε. και τη βιωσιμότητα του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999. Επισημαίνεται εξάλλου, ότι οι νέες τιμές αποζημίωσης εξασφαλίζουν στους φωτοβολταϊκούς σταθμούς, κατά το δυνατόν, αποδόσεις που χαρακτηρίζονται από εσωτερικούς βαθμούς απόδοσης της τάξης του 13,5%, ανεξαρτήτως κατηγορίας και τόπου διασύνδεσης, ήτοι αρκετά υψηλότερους από τους αντίστοιχους βαθμούς για ευρωπαϊκές χώρες. Το μέγεθος αυτό θεωρείται σε κάθε περίπτωση ικανοποιητικό σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. Άλλωστε και ο Επίτροπος Ενέργειας της Ε.Ε. έχει κάνει λόγο για εύλογη απόδοση των επενδύσεων Α.Π.Ε. της τάξης του 7-8%». Λαμβάνοντας υπόψη τις αποδόσεις των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων ανάλογα με την ισχύ και τον χρόνο διασυνδέσεως «έγινε προσπάθεια, ώστε τα βάρη να κατανεμηθούν δίκαια και να αποκλειστούν περιπτώσεις υπεραποδόσεων. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι για όσους ...ταθμούς ο υπολογιζόμενος εσωτερικός βαθμός απόδοσης είναι μικρότερος του μέσου (13,5%), σε αυτούς τους σταθμούς έγινε η ελάχιστη, κατά το δυνατόν, ή σε κάποιες περιπτώσεις μηδενική μείωση των τιμών αποζημίωσης, ώστε οι αποδόσεις τους να συμβαδίζουν με εκείνες των σταθμών χωρίς ενίσχυση, οι οποίες είναι σημαντικά μικρότερες, αλλά και να προσεγγίζουν τον μέσο εσωτερικό βαθμό απόδοσης (13,5%). Επισημαίνεται ότι η απουσία τιμών σε κελιά του πίνακα A [της εν λόγω υπο- παραγράφου] εξυπηρετεί ακριβώς την ανωτέρω λογική μη μείωσης των υφιστάμενων τιμών για έργα με χαμηλούς βαθμούς απόδοσης. Συνεπώς η αντιμετώπιση των ...εγκαταστάσεων έγινε όσο το δυνατόν δικαιότερα ελαχιστοποιώντας όπου αυτό ήταν απαραίτητο (ιδιαίτερα σε παλαιότερους σταθμούς) κατά το δυνατόν τις μειώσεις στις τιμές αποζημίωσης. Η ίδια πρόβλεψη ακριβώς έγινε και για τις εγκαταστάσεις που υπάγονται στο Ειδικό Πρόγραμμα [...τέγης] αλλά με ειδική μέριμνα η οικονομική απόδοσή τους να είναι ελαφρά βελτιωμένη (IRR στη ζώνη 19,5 % - 20%), καθώς οι εγκαταστάσεις αυτές δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά ως επενδυτικές δράσεις συνεκτιμώντας και το χαμηλό ύψος του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Ειδική μέριμνα υπάρχει επίσης για τον ίδιο λόγο και για σταθμούς έως 20 KW, καθώς και για σταθμούς που ανήκουν σε κατ’ επάγγελμα αγρότες... Συνοπτικά οι νέες τιμές αποζημίωσης αντιστοιχούν σε μεσοσταθμική μείωση της τάξης του 29,9% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς συμπεριλαμβανομένων των οικιακών φωτοβολταϊκών που εντάσσονται στο Ειδικό Πρόγραμμα. Οι μεσοσταθμικές μειώσεις στα οικιακά φωτοβολταϊκά συστήματα είναι μικρότερες από εκείνες των φωτοβολταϊκών σταθμών επί γηπέδων, καθώς σε έργα μικρότερης ισχύος το κόστος προμήθειας και εγκατάστασης του εξοπλισμού ήταν υψηλότερο... Επίσης, εκτιμάται ότι για τον μηδενισμό του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999, ο οποίος αναμένεται να επιτευχθεί στο τέλος του 2014 σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της χώρας, θα απαιτηθεί μία μικρή αύξηση στο Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ. της τάξης των 5 €/MWh για το 2014. Μετά τον ισοσκελισμό του Ειδικού Λογαριασμού κατά τα προαναφερθέντα, εκτιμάται ότι το Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ. θα μειωθεί εντός των επόμενων ετών... Για τους λοιπούς [ήδη λειτουρ- γούντες] σταθμούς ΑΠΕ, πλην των παραπάνω αναφερόμενων [ήτοι φωτοβολταϊκών, αιολικών και μικρών υδροηλεκτρικών σταθμών] οι νέες τιμές αποζημίωσης καθορίζονται στην υποπαράγραφο ΙΓ.5. Αυτό κρίθηκε σκόπιμο ώστε λαμβάνοντας υπόψη επικαιροποιημένα στοιχεία κόστους να περιοριστούν οι υπεραποδόσεις. ...». Για τις εν λειτουργία μονάδες Σ.Η.Θ.Υ.Α. που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο ως καύσιμο καθορίζεται στην υποπαράγραφο ΙΓ.1 νέος τρόπος υπολογισμού των τιμών αποζημιώσεως, καθόσον ο υφιστάμενος «δημιουργεί στρεβλώσεις και οδηγεί σε υπεραποδόσεις». Οι παραγωγοί Σ.Η.Θ.Υ.Α. θα αποζημιώνονται με τιμή που καθορίζεται από σταθερό τμήμα και από προσαύξηση τιμής (ΠΤ) η οποία προστίθεται σε αυτό. «Η προσαύξηση δομείται κατάλληλα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν πρότυπους βαθμούς απόδοσης της εγκατάστασης, ώστε να ελαχιστοποιεί τις υπεραποδόσεις και να περιορίζει ταυτόχρονα την έκθεση των παραγωγών σε μεταβολές της τιμής του φυσικού αερίου». Οι εν λειτουργία σταθμοί Σ.Η.Θ.Υ.Α. κατηγοριοποιούνται και λαμβάνουν τιμή αποζημιώσεως ανάλογα με την ισχύ τους, την τεχνολογία που χρησιμοποιούν, καθώς και με το αν έχουν λάβει ή όχι δημόσια ενίσχυση. Η νέα μεθοδολογία αποζημιώσεως «εξασφαλίζει στις μονάδες Σ.Η.Θ.Υ.Α. εύλογη απόδοση (12-14%), ήτοι αντίστοιχη με αυτή των μονάδων Α.Π.Ε.». Περαιτέρω, κατά την ίδια εισηγητική έκθεση, στην υποπαράγραφο ΙΓ.4 «ως αντιστάθμισμα των απωλειών εσόδων που επιφέρουν οι διατάξεις των υποπαραγράφων ΙΓ.1 και ΙΓ.3 σε σχέση με τα αρχικά επιχειρησιακά σχέδια των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ... προβλέπεται η αυτοδίκαιη επέκταση των συμβάσεων πώλησης και συμψηφισμού ηλεκτρικής ενέργειας κατά πέντε έτη (και συνακόλουθα των οικείων αδειών παραγωγής και λειτουργίας) [στον ψηφισθέντα νόμο προβλέφθηκε παράταση των εν λόγω συμβάσεων κατά επτά έτη]. Η επέκταση αυτή αφορά την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας με συμβατικούς όρους μέχρι ποσού που αντιστοιχεί σε εύλογους βαθμούς απόδοσης ανά τεχνολογία σε θέσεις της ηπειρωτικής χώρας (συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρικά διασυνδεδεμένων νησιών) και των μη διασυνδεδεμένων νησιών. Ο εν λόγω περιορισμός τίθεται ώστε να αποφευχθεί μελλοντική υπερβολική επιβάρυνση στον Ειδικό Λογαριασμό του άρθρου 40 του v. 2773/1999 από εξελίξεις στην τεχνολογία οι οποίες είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε αύξηση της απόδοσης των σταθμών και συνεπώς σε αύξηση της παραγωγής σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Τυχόν πλεόνασμα ενέργειας εγχέεται στο σύστημα/δίκτυο χωρίς αποζημίωση του παραγωγού και υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του v. 2773/1999, στη βάση τιμής αποζημίωσης από τον προμηθευτή που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από πρόταση του ΛΑΓΗΕ και γνώμη της ΡΑΕ. Με τις ίδιες διατάξεις δίνεται η δυνατότητα στους παραγωγούς με δήλωσή τους, που υποβάλλεται τουλάχιστον εντός εξαμήνου από τη λήξη της σύμβασης, να επιλέξουν μεταξύ α) τιμής που θα καθορίζεται βάσει μεθοδολογίας που θα εγκριθεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από πρόταση του ΛΑΓΗΕ και γνώμη της ΡΑΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας όπως αυτές διαμορφώνονται από τη λειτουργία της αγοράς και β) μιας σταθερής τιμής αποζημίωσης που ανέρχεται στα 80 €/MWh» [η τιμή αυτή ανήλθε σε 90 €/MWh στον ψηφισθέντα νόμο]. Εξάλλου, για τον υπολογισμό των νέων τιμών αποζημιώσεως για τους νέους σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. που προβλέπονται στην υποπαράγραφο ΙΓ.5, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, «ελήφθη υπ'όψιν ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης, ο οποίος θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 10-12% κατά το δυνατόν, ώστε να χαρακτηρίζονται τα έργα ως βιώσιμα. Επίσης ελήφθη υπ’ όψιν και το συνολικό ύψος της τιμής αποζημίωσης ανά τεχνολογία το οποίο θα πρέπει να μην δημιουργεί τις συνθήκες για δημιουργία νέων ελλειμμάτων του Ειδικού Λογαριασμού...». Μετά την ψήφιση (30.3.2014) των ανωτέρω διατάξεων της παραγράφου ΙΓ εκδόθηκε η απόφαση 175/ 31.3.2014 της РАЕ (Β' 816/2.4.2014), με την οποία, αφού ελήφθη υπόψη η εξοικονόμηση καθαρού οφέλους 555 εκ. ευρώ από την εφαρμογή των μέτρων του ν. 4254/2014, απο- φασίσθηκε η μεσοσταθμική αναπροσαρμογή του Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ. από 14,96 €/MWh σε 19,73 €/ MWh από την 1.4.2014. Είχε προηγηθεί η 86/26.2.2014 απόφαση της Ρ.Α.Ε., η οποία δεν προκύπτει ότι δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ. και με την οποία είχε αποφασισθεί η μεσοσταθμική αναπροσαρμογή του Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ. σε 33,68 €/MWh από την 1.4.2014, η απόφαση, όμως, αυτή δεν εφαρμόσθηκε, διότι μεσολάβησε η ψήφιση του ν. 4254/2014 στη Βουλή στις 30.3.2014 (ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 7.4.2014), με τον οποίο ελήφθησαν τα επίμαχα μέτρα με άμεσο στόχο την απομείωση του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού (ΣτΕ 2077/2024 ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”). Με βάση τα ανωτέρω, η ρύθμιση της υποπαραγράφου ΙΓ.3 της παρ. ΙΓ ως άνω άρθρου του ν. 4254/2014, για την παροχή έκπτωσης επί της ηλεκτρικής ενέργειας που τιμολογήθηκε εντός της διαχειριστικής χρήσης του 2013, έχει θεσπιστεί για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας και του δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα, για την εξυγίανση, την εξασφάλιση της βιωσιμότητας και της αποτροπής κατάρρευσης του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του N. 2773/1999, ο οποίος αποτελεί το βασικό μηχανισμό στήριξης των ΑΠΕ, διότι η έως τότε ελλειμματική λειτουργία του Ειδικού Λογαριασμού είχε αποσταθεροποιήσει και διακύβευε τόσο την αγορά των ΑΠΕ (λόγω των καθυστερήσεων πληρωμών των παραγωγών), όσο και το σύνολο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (λόγω των προβλημάτων που προκαλούνται στο ΛΑΓΗΕ - διαχειριστή του Λογαριασμού και Λειτουργό της όλης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας). Ταυτόχρονα, η κάλυψη του ελλείμματος του παραπάνω Λογαριασμού με τον ως άνω τρόπο θεσπίστηκε και προς προστασία του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος υπό τις επικρατούσες συνθήκες οικονομικής κρίσης, ώστε να μην υπάρξει υπέρμετρη αύξηση του τέλους που πληρώνουν οι τελικοί καταναλωτές (οικιακοί, βιοτεχνικοί, βιομηχανικοί). Περαιτέρω, η ανωτέρω νομοθετική επέμβαση σε συνεστημένη συμβατική σχέση, ως εξαιρετικό μέτρο, ελήφθη βάσει γενικών, αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας των τιμών και έγινε με εύλογα και δίκαια κριτήρια (τεχνολογία, κόστος κατασκευής, μέγεθος εγκαταστάσεων, χορήγηση ή μη επιδότησης, χρόνος λειτουργίας κ.λ.π.), ώστε να υπάρξει δίκαιη και αναλογική κατανομή του οικονομικού βάρους στους παραγωγούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ με τήρηση του κανόνα της κοινής οικονομικής απόδοσης (ομογενοποίηση αποδόσεων διαφορετικών τεχνολογιών και εγκαταστάσεων, αποκλεισμός/περιορισμός περιπτώσεων "υπεραποδόσεων", σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, με τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ υποπαράγραφοι ΙΓ.1 και 3 του ν.4254/2014, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17, 25 του Συντ., καθώς και των υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντ.) διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν συγχρόνως με το ν.δ. 53/1974, αφού έχουν θεσπιστεί για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας και του δημοσίου συμφέροντος και ελήφθησαν βάσει γενικών, αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας και έγιναν με εύλογα και δίκαια κριτήρια (ΑΠ 1369/2024 όπ.π.). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου και οι διατάξεις των υποπαραγράφων ΙΓ.1 και ΙΓ.2 της παραγράφου ΙΓ. του άρθρου πρώτου του ίδιου νόμου (4254/2014) κρίνονται συμβατές με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17, 25 του Συντ., καθώς και των υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντ.) διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), που κυρώθηκαν συγχρόνως με το ν.δ. 53/1974, αφού έχουν θεσπιστεί για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας και του δημοσίου συμφέροντος και ελήφθησαν βάσει των ίδιων ως άνω γενικών, αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας των τιμών και έγιναν με εύλογα και δίκαια κριτήρια.
IV. Στο άρθρο 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Σ.Λ.Ε.Ε. [(όπως διαμορφώθηκε μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας της 13.12.2007, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3671/2008 (A' 129) και ισχύει από 1.12.2009 [αρχικώς άρθρο 92 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΣυνθΕΟΚ) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 945/1979 (A' 170), το οποίο μετέπειτα αναριθμήθηκε σε άρθρο 87 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2691/1999, A' 47)] ορίζεται ότι: «1. Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως. 2. Συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά: ... 3. Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά: α) ... β) ... γ) οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον- δ) ... ε) ...». Στο άρθρο 108 της Σ.Λ.Ε.Ε. (αρχικώς άρθρο 93 της ΣυνθΕΟΚ και μετέπειτα άρθρο 88 της ΣΕΚ) ορίζεται ότι: «1. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. 2. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 107, ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει. Αν το εν λόγω κράτος δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά παρέκκλιση των άρθρων 258 και 259. Κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει ομοφώνως ότι ενίσχυση που έχει θεσπισθεί ή που πρόκειται να θεσπισθεί από το κράτος αυτό θεωρείται συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 107 ή των προβλεπομένων από το άρθρο 109 κανονισμών, αν εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούν μια τέτοια απόφαση. Αν η Επιτροπή έχει κινήσει, ως προς την ενίσχυση αυτή, τη διαδικασία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αίτηση του ενδιαφερομένου κράτους προς το Συμβούλιο έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της σχετικής διαδικασίας μέχρις ότου αποφανθεί το Συμβούλιο. Αν το Συμβούλιο δεν αποφανθεί εντός τριών μηνών από την υποβολή της αιτήσεως, αποφασίζει η Επιτροπή. 3. Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, κατά το άρθρο 107, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση...». Με την ως άνω παρ. 3 του άρθρου 108 της Σ.Λ.Ε.Ε. θεσπίζεται προληπτικός έλεγχος των σχεδίων για τη θέσπιση νέων ενισχύσεων, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων υφιστάμενων ενισχύσεων (αποφάσεις Δ.Ε.Κ. της 11.12.1973, 120/73, σκ. 2-3, Δ.Ε.Ε. της 21.11.2013, C-284/12, σκ. 25, Δ.Ε.Ε. της 26.10.2016, C-590/14 Ρ, σκ. 45-50), ο οποίος συνεπάγεται την υποχρέωση των κρατών μελών να τα κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν από τη θέσπιση και εφαρμογή τους (εδ. πρώτο), καθώς και την αναστολή της εφαρμογής τους μέχρι να εκδοθεί η τελική απόφαση της Επιτροπής περί της συμβατότητας τους ή μη με την εσωτερική αγορά (εδ. τρίτο) (αποφάσεις Δ.Ε.Κ. της 11.7.1996, C-39/94, σκ. 37-38, απόφαση Δ.Ε.Ε. της 19.3.2015, C-672/13, σκ. 35 και 65, Δ.Ε.Ε. της 26.10.2016, C-590/14 Ρ, σκ. 45). Επομένως, μέτρο ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε., το οποίο τίθεται σε εφαρμογή κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 108 παρ. 3 της ΣΛΕΕ, είναι παράνομο (απόφαση Δ.Ε.Ε. της 19.3.2015, C-672/13, σκ. 66). Η απόφαση της Επιτροπής (με την οποία κρίνεται ότι τα μέτρα ενισχύσεως συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, όσον αφορά το κύρος των πράξεων εφαρμογής των εν λόγω μέτρων) δεν έχει ως συνέπεια την εκ των υστέρων νομιμοποίηση των πράξεων εφαρμογής που ήταν ανίσχυρες λόγω του ότι ελήφθησαν κατά παράβαση της απαγορεύσεως του άρθρου αυτού, άλλως θα εθίγετο το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, της Συνθήκης και θα αγνοούνταν τα συμφέροντα των διοικούμενων, των οποίων η διασφάλιση αποτελεί, όπως ελέχθη ανωτέρω, αποστολή των εθνικών δικαστηρίων. Κάθε άλλη ερμηνεία θα οδηγούσε στην ενθάρρυνση της παραβάσεως, εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, της παραγράφου 3, τελευταία φράση, του άρθρου αυτού και θα αφαιρούσε από το εν λόγω άρθρο την πρακτική αποτελεσματικότητα του (Απόφαση ΔΕΕ της 19.3.2015 στην υπόθεση C-672/13, σκ. 76, Απόφαση ΔΕΕ της 21ης Νοεμβρίου 1991 στην υπόθεση C-354/90 σκ. 16 και ΣτΕ 2077/2024 ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 288 της Σ.Λ.Ε.Ε. (αρχικώς άρθρο 189 της ΣυνθΕΟΚ και μετέπειτα άρθρο 249 της ΣΕΚ), οι αποφάσεις των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (μεταξύ των οποίων και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) είναι δεσμευτικές για τους αποδέκτες τους οποίους ορίζουν και ισχύουν έναντι όλων των οργάνων του κράτους αποδέκτη, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιοδοτικών οργάνων (αποφάσεις Δ.Ε Κ. της 21.5.1987, C-249/85, σκ. 17, Δ.Ε.Κ. της 14.12.2000, C-344/98 σκ. 50). Ειδικότερα, οι προγενέστερες τελικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τις οποίες εκτιμάται (α) η ύπαρξη ή μη κρατικής ενισχύσεως (όταν δηλαδή εθνικό μέτρο χαρακτηρίζεται από αυτήν ως κρατική ενίσχυση ή κρίνεται ότι δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε.) ή/και (β) η συμβατότητα του σχεδίου ή μέτρου ενισχύσεως (ή καθεστώτος ενισχύσεων) με την εσωτερική αγορά, είναι δεσμευτικές για τα εθνικά δικαστήρια. Επομένως, όταν τα εθνικά δικαστήρια επιλαμβάνονται, μετά την έκδοση της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, πρέπει να ακολουθούν την εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη ή μη κρατικής ενισχύσεως και τη συμβατότητα ή μη της ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά (απόφαση Δ.Ε.Ε. της 15.9.2016, C-574/14, σκ. 33, 35-37). Από το άρθρο 107 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε. συνάγεται ότι η ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως δεν εξαρτάται από τον φορέα που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή της δυνάμει του εθνικού δικαίου, αλλά από την κρατική προέλευση των κεφαλαίων από τα οποία αντλείται η επίμαχη ενίσχυση. Ειδικότερα, είναι αδιάφορο ως προς το ζήτημα αυτό το εάν το νομικό πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με τη χορήγηση του επίμαχου πλεονεκτήματος είναι δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή έχει διοικητική αυτοτέλεια βάσει του εθνικού δικαίου (απόφαση Δ.Ε.Ε. -τμήμα μείζονος συν- θέσεως- 12.1.2023, C-702/20 και C-17/21, σκ. 125). Εξάλλου, αυτή καθ' αυτή η θέσπιση κρατικής ενισχύσεως δεν μπορεί να προκύψει από δικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η θέσπιση κρατικής ενισχύσεως προϋποθέτει εκτίμηση σκοπιμότητας, ξένη προς τα καθήκοντα του δικαστή (απόφαση Δ.Ε.Ε. 12.1.2023, σκ. 76 και ΣτΕ 2077/2024 όπ.π.). Διαζευκτικό κριτήριο για να χαρακτηρισθούν κρατικοί πόροι τα κεφάλαια μέσω των οποίων χορηγείται κατ’ εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας τιμολογιακό πλεονέκτημα στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι και η πρόβλεψη ότι τα οικεία ποσά παραμένουν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο και συνεπώς στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών (απόφαση Δ.Ε.Ε. της 12.1.2023, σκ. 39 και 42). Τούτο συντρέχει όταν η διαχείριση και η κατανομή των κεφαλαίων που προέρχονται από υποχρεωτική οικονομική επιβάρυνση (την οποία καταβάλλουν οι τελικοί χρήστες ανάλογα με την κατανάλωσή τους) γίνεται από εταιρεία η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στο κράτος μέλος και τα εν λόγω κεφάλαια μπορούν να δαπανηθούν μόνο για τους σκοπούς που προβλέπει ο νόμος, ήτοι για την αποζημίωση που αφορά το επιπλέον κόστος (δηλαδή αυτό που αντιπροσωπεύει για τη δημόσια επιχείρηση διανομής η αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές σε τιμή υψηλότερη από την αγοραία και το οποίο χρηματοδοτείται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας από την ως άνω υποχρεωτική επιβάρυνση) (απόφαση Δ.Ε.Ε. 12.1.2023, σκ. 40 - 42). Επιπροσθέτως, από το άρθρο 107 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε. συνάγεται ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό ενός πλεονεκτήματος ως κρατικής ενισχύσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το να έχει προηγηθεί της χορηγήσεώς του πλήρης απελευθέρωση της σχετικής αγοράς (σκ. 51, 52 και 54 της αποφάσεως του Δ.Ε.Ε. της 12ης Ιανουάριου 2023). Αρκεί κατά τη θέση σε ισχύ ενός μέτρου ενισχύσεως να υπάρχει κατάσταση πραγματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά (ακόμη και αν αυτή είναι μόνο μερικώς ανοικτή στον ανταγωνισμό), προκειμένου κρατική παρέμβαση ή παρέμβαση με κρατικούς πόρους να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (σκ. 51-52 της απόφασης της 12.1.2023 του Δ.Ε.Ε.). Εξάλλου, όταν εθνικό δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήματος για την καταβολή κρατικής ενισχύσεως που κατά την κρίση του είναι παράνομη λόγω μη κοινοποιήσεως του οικείου μέτρου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή -παρά τη σχετική υποχρέωση του κράτους μέλους κατά το άρθρο 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε.- οφείλει να απορρίψει το αίτημα αυτό (σκ. 121 καθώς και σκ. 119-120, σχετ. και Δ.Ε.Ε. απόφαση της 19.3.2015, C-672/13, σκ. 68-69 και ΣτΕ 2077/2024 ό.π.). Τούτο κατά μείζονα λόγο ισχύει (κατά το παρόν Δικαστήριο) και όταν -προτού επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο- το επίμαχο μέτρο κρατικής ενισχύσεως έχει ήδη κριθεί από την Επιτροπή παράνομο λόγω μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους στην κατά το άρθρο 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε. σχετική υποχρέωσή του (ΣτΕ 2077/2024 ό.π.). Εάν το πλεονέκτημα που χορηγείται δυνάμει της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αποτελεί κρατική ενίσχυση, το κατά τα ανωτέρω αξιούμενο ποσό χαρακτηρίζεται ομοίως ως κρατική ενίσχυση (σκ. 64 της αποφάσεως του Δ.Ε.Ε. της 12ης Ιανουάριου 2023). Δεν ισχύει όμως το ίδιο αν αίτημα της αγωγής είναι η αποκατάσταση άλλης ζημίας, δηλαδή ζημίας που προξενήθηκε εξαιτίας της μη καταβολής του πλήρους ποσού του πλεονεκτήματος, οπότε στην περίπτωση αυτή το αιτούμενο ποσό έχει χαρακτήρα «αποζημιώσεως» υπό την έννοια που γίνεται δεκτή από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. (σκ. 62 της ως άνω απόφασης 12.1.2023, σκ. 23-24 απόφασης της 27.9.1988 С-457/1988 και ΣτΕ 2077/2024 ό.π.).
V. Στις 10.10.2018 εκδόθηκε η τελική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής C (2018) 6777 (τελικό) της 10.10.2018 στην υπόθεση S.A. 38967 (2014/ΝΝ-2) “Greece -National Operating aid scheme for renewable energy sources and highly efficient combined heat and power installations”. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι το καθεστώς στηρίξεως του ν. 4254/2014 συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ των παραγωγών Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. και εγκρίθηκε το καθεστώς αυτό, αφού εκτιμήθηκε ότι είναι συμβατό με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς. Συνοπτική ανακοίνωση της εγκριτικής αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 7.12.2018 (C 442/2/7.12.2018), σύμφωνα δε, με την ανακοίνωση αυτή η έγκριση (χωρίς έγερση αντιρρήσεων) αφορά το καθεστώς ενισχύσεων που εισήχθη με τις ρυθμίσεις του ν. 4254/2014 με σκοπό «την αναμόρφωση - μεταρρύθμιση του πλαισίου στήριξης των Α.Π.Ε.». Τα οικεία μέτρα κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή στις 31.12.2014, αφότου τέθηκαν σε εφαρμογή, δηλαδή εφαρμόσθηκαν (από 1.4.2014) χωρίς αναμονή της αποφάσεως της Επιτροπής (σκ. 7 της ανωτέρω αποφάσεως). Η Επιτροπή εξέτασε ιδιαιτέρως το μέτρο ενισχύσεως που θεσπίσθηκε με τις υποπαραγράφους ΙΓ.5 έως ΙΓ.8 της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του νόμου αυτού (σκ. 12 της ανωτέρω απο- φάσεώς της)... Η Επιτροπή θεώρησε ως ωφελούμενους (beneficiaries) από τον μηχανισμό στηρίξεως τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από επιλέξιμες κατηγορίες Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., μεταξύ δε των επιλέξιμων κατηγοριών Α.Π.Ε. περιλαμβάνονται και οι φωτο- βολταϊκοί σταθμοί αδιακρίτως (σκ. 13). Περαιτέρω, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι το μέτρο στηρίξεως των παραγωγών δυνάμει του ανωτέρω μηχανισμού μπορεί να αποδοθεί στο κράτος, δεδομένου ότι έχει θεσπισθεί με νόμο και με υπουργικές αποφάσεις κατ’ εξουσιοδότηση νόμου. Επιπλέον, η στήριξη που λαμβάνουν οι ωφελούμενοι παραγωγοί προέρχεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Α.Π.Ε. ο οποίος χρηματοδοτείται από διάφορες πηγές, κυρίως δε από то Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ., δηλαδή το ειδικό τέλος που βαρύνει τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας και καθορίζεται με απόφαση της Ρ.Α.Ε. Τα έσοδα του εν λόγω Ειδικού Λογαριασμού τελούν υπό τον έλεγχο των κρατικών αρχών και κατά τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. χαρακτηρίζονται ως κρατικός πόρος κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε. Το ως άνω μέτρο στηρίξεως, δηλαδή η θέσπιση εγγυημένων τιμών αποζημιώσεως για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., διότι δεν προβλέπεται για τους λοιπούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική αγορά και οι ωφελούμενοι παραγωγοί αποζημιώνονται σε ύψος που υπερβαίνει το αντάλλαγμα που, υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. θα ελάμβαναν εν απουσία του εν λόγω μέτρου. Επιπλέον, το μέτρο αυτό είναι πιθανό να προκαλέσει στρέβλωση στον ανταγωνισμό στην αγορά ενέργειας και να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Με τα δεδομένα αυτά, το ως άνω μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ.1 της Σ.Λ.Ε.Ε. (σκ. 51 έως 55 της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής). Περαιτέρω, η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη ότι το ως άνω μέτρο ενισχύσεως τέθηκε σε εφαρμογή την 1.4.2014, πριν από την έκδοση της σχετικής αποφάσεώς της, έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε την υποχρέωση αναστολής που απορρέει από το άρθρο 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε. και, ως εκ τούτου, η ενίσχυση που χορηγήθηκε σε εκτέλεση του μέτρου αυτού μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής αποτελεί παράνομη ενίσχυση (σκ. 56). Ακολούθως, με την προαναφερθείσα απόφασή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι το εν λόγω μέτρο ενισχύσεως είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 3 περίπτωση γ' της Σ.Λ.Ε.Ε. (σκ. 57 -101), καθώς και ότι τελεί σε συμφωνία και με άλλες διατάξεις της Σ.Λ.Ε.Ε. και της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας (σκ. 102-110). Περαιτέρω, εξετάσθηκαν οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν με τρεις ομοίου περιεχομένου (όπως έγινε δεκτό, σκ. 4-6) καταγγελίες που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή με βάση το άρθρο 24 παρ. 2 του παρατεθέντος ανωτέρω στη σκέψη 21 Κανονισμού (ЕЕ) 2015/1589 του Συμβουλίου της 13.7.2015 «περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Σ.Λ.Ε.Ε.» (κωδικοποιημένο κείμενο, EE L 248/ 24.9.2015, εφεξής: διαδικαστικός κανονισμός), σχετικά με το μέτρο που θεσπίσθηκε με την υποπαράγραφο ΙΓ.1 της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 και αφορά στον επανακαθορισμό των τιμών αποζημιώσεως για την παραγόμενη ενέργεια από ήδη λειτουργούντες σταθμούς Α.Π.Ε. (μεταξύ των οποίων και φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις) και Σ.Η.Θ.Υ.Α. (που αφορούν και την προκειμένη περίπτωση). Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία της προκαταρκτικής εξετάσεως του ανωτέρω μέτρου (βλ. άρθρο 108 παρ. 3 εδ. πρώτο Σ.Λ.Ε.Ε. και τις οικείες διατάξεις του διαδικαστικού κανονισμού). Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις και τα στοιχεία που υποβλήθηκαν σ’ αυτήν από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, καθώς και από τους καταγγέλλοντες (σκ. 46). Ειδικότερα, οι καταγγέλλοντες (παραγωγοί και ενώσεις παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και μάλιστα από εγκαταστάσεις τόσο επαγγελματικών ...όσο και οικιακών φ/β) υποστήριξαν ότι για την αντιμετώπιση του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε., με τις διατάξεις του ν. 4254/2014 μειώθηκε μονομερώς και αναδρομικώς η στήριξη που παρέχεται στους παραγωγούς А.Π.Ε. με σταθερές τιμές (με τη μορφή feed-in tariffs) υπό το προγενέστερο καθεστώς και ότι η μείωση αυτή αποτελεί επιλεκτική ενίσχυση υπέρ των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας σε βάρος των παραγωγών А.Π.Ε., καθόσον οι προμηθευτές δεν συμβάλλουν στη μείωση του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε., μολονότι, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, ευθύνονταν (εν μέρει) για το έλλειμμα και βρίσκονταν σε συγκρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση σε σχέση με τους παραγωγούς А.Π.Ε. Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες ισχυρίσθηκαν ότι μόνο οι παραγωγοί Α.Π.Ε. υφίστανται τις επιπτώσεις του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού. Η Επιτροπή όμως, δέχθηκε ότι οι καταγγέλλοντες δεν τεκμηρίωσαν τον ισχυρισμό τους ότι οι προμηθευτές συνέβαλλαν εν μέρει στη δημιουργία του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού. Περαιτέρω, οι καταγγέλλοντες ισχυρίσθηκαν ότι καθόλου δεν συνδέεται πιθανή υπεραποζημίωση των παραγωγών Α.Π.Ε. στο παρελθόν με το επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα που απολαμβάνουν οι προμηθευτές. Ενόψει τούτων, οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι η κατ’ αυτούς (άρα υποτιθέμενη) ενίσχυση δεν έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και επομένως, το σχετικό μέτρο αποτελεί παράνομη κρατική ενίσχυση υπέρ των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας (σκ. 111). Η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας απέρριψε τον ισχυρισμό ότι οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και οι παραγωγοί Α.Π.Ε. βρίσκονται σε συγκρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση (σκ. 112-114). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δέχθηκε τα εξής: «Σύμφωνα με τον ν.4254/2014, οι παραγωγοί Α.Π.Ε. στην Ελλάδα αποζημιώνονται με προκαθορισμένες τιμές για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια υπό τη μορφή feed-in tariffs. Για τον λόγο αυτό, μείωση του κόστους παραγωγής συνεπάγεται αυξημένα κέρδη για τους φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων Α.Π.Ε. Οι παραγωγοί Α.Π.Ε. δεν πωλούν απευθείας την ενέργεια τους στην αγορά (και επομένως δεν πωλούν την ενέργεια τους στους προμηθευτές ενέργειας). Η ενέργεια που παράγεται από τους παραγωγούς Α.Π.Ε. πωλείται (σωρευτικώς) στην αγορά μέσω του διαχειριστή της αγοράς, του ΛΑΓΗΕ, ο οποίος ενεργεί ως εκπρόσωπος των παραγωγών Α.Π.Ε. Οι προμηθευτές ενέργειας, από την άλλη πλευρά, εξυπηρετούν τους τελικούς καταναλωτές λιανικής και συνεπώς λειτουργούν σε ξεχωριστή, αλλά σχετιζόμενη αγορά. Τα κέρδη των προμηθευτών ενέργειας δεν είναι σταθερά και εξαρτώνται από τις συνθήκες της αγοράς. Η μείωση του κόστους των προμηθευτών για την αγορά ενέργειας αναμένεται υπό κανονικές συνθήκες να μεταφερθεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό στους τελικούς καταναλωτές με τη μορφή μειωμένων τιμών λιανικής. Σε κάθε περίπτωση, οι προμηθευτές ενέργειας (και με τη σειρά τους οι καταναλωτές) κλήθηκαν να συμβάλουν στην εξάλειψη του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. Την 1η Απριλίου 2014 η Ρ.Α.Ε. με την 175/2014 απόφασή της αύξησε τη μεσοσταθμική αξία του Ειδικού Τέλους Μείωσης των Εκπομπών Αερίων Ρύπων (Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ.) από 14,96 €/MWh σε 19,73 €/MWh. Στο βαθμό που οι προμηθευτές δεν μπόρεσαν να μεταβιβάσουν πλήρως την αύξηση αυτή στους τελικούς καταναλωτές, η αύξηση συνιστούσε άμεση οικονομική επιβάρυνση για τους ίδιους» (σκ. 113). Περαιτέρω, η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό των καταγγελλόντων ότι (α) η πιθανή υπεραποζημίωση των παραγωγών Α.Π.Ε. στο παρελθόν και (β) το επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα (άρα η υποτιθέμενη κρατική ενίσχυση) που κατ’ αυτούς χορηγείται στους προμηθευτές ενέργειας, είναι αναγκαίως ξεχωριστά θέματα, αντιθέτως δε θεώρησε ότι τα θέματα αυτά πρέπει να αξιολογηθούν από κοινού (σκ. 115). Ειδικότερα, η Επιτροπή δέχθηκε ότι από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4254/2014 προκύπτει ότι οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν να μειώσουν τη στήριξη που χορηγείτο υπό το προηγούμενο καθεστώς στους παραγωγούς Α.Π.Ε. υπό τη μορφή feed-in tariffs, όχι μόνο για να εξισορροπηθεί το έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού, αλλά και για να εξαλειφθούν οι υπεραποζημιώσεις που χορηγούντο στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. (σκ. 116). Ενόψει τούτων και σύμφωνα με τα κριθέντα με την απόφαση του Δ.Ε.Ε. στις υποθέσεις ΑΕΜ (απόφαση της 14.4.2005 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-128/03 και C-129/03, ΑΕΜ), η Επιτροπή επισήμανε ότι αυξημένη επιβάρυνση που επιβάλλεται σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις για κάποια χρονική περίοδο προκειμένου να αντισταθμισθούν τα πλεονεκτήματα (εν προκειμένω ενδεχόμενη υπερβολική αποζημίωση στο πλαίσιο του καθεστώτος στηρίξεως των Α.Π.Ε.) που απολάμβαναν κατά την προηγούμενη περίοδο (ενώ άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις δεν απολάμβαναν τα ίδια οφέλη) δεν αποτελεί επιλεκτικό πλεονέκτημα για άλλες επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται στην αντιστάθμιση πλεονεκτημάτων του παρελθόντος. Συνεπώς, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ εκείνων που δεν καταβάλλουν την εισφορά (σκ. 118). Ως πρόσθετο επιχείρημα, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πρακτική της, δεν υπάρχει «δικαίωμα στις κρατικές ενισχύσεις». Ένα κράτος μέλος μπορεί πάντοτε να αποφασίσει να μην χορηγήσει ενίσχυση ή να τερματίσει ένα καθεστώς ενισχύσεων. Στις προτάσεις δε του γενικού εισαγγελέα Wahl στην υπόθεση Wahl στην υπόθεση C-526/14 (σημείο 79), αναφέρεται ότι: «... σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, καμία επιχείρηση δεν μπορεί να διεκδικήσει δικαίωμα λήψεως κρατικής ενισχύσεως. Για να το θέσουμε διαφορετικά, κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να υποχρεωθεί, βάσει του δικαίου της Ε.Ε., να χορηγήσει κρατική ενίσχυση σε μια επιχείρηση» (σκ. 119 και υποσημ. 36 της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής). Τέλος, η Επιτροπή τόνισε ότι τα επίδικα μέτρα ήσαν μέρος της γενικής οικονομικής πολιτικής, με στόχο την αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας στην Ελλάδα διά της εξαλείψεως του χρέους του Ειδικού Λογαριασμού των Α.Π.Ε. στο πλαίσιο του Δεύτερου Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής για την Ελλάδα (σκ. 12 και 120). Κατ’ ακολουθίαν τούτων, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εκ των υστέρων κοινοποιηθέν μέτρο που θεσπίσθηκε με τις επίμαχες διατάξεις του ν. 4254/2014 (υποπαρ. ΙΓ.1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκαν οι τιμές απο- ζημιώσεως όσον αφορά τις παλαιές συμβάσεις, δεν συνιστά έμμεση ή άμεση παροχή, μεταφορά ή υπόσχεση κρατικών πόρων προς τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας κατά τρόπο επιλεκτικό και ότι, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό δεν συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ των προμηθευτών κατά το άρθρο 107 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε. (σκ. 121). Τέλος, κατόπιν των ανωτέρω, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ελλάδα έθεσε σε εφαρμογή τα ως άνω (εκ των υστέρων κοινοποιηθέντα σ’ αυτή) μέτρα χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση και έγκριση από την Επιτροπή, κατά παράβαση του άρθρου 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε. Εντούτοις, η Επιτροπή, με βάση την αξιολόγηση στην οποία προέβη, αποφάσισε να μην διατυπώσει αντιρρήσεις για το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων του ν. 4254/2014 λόγω της συμβατότητας του (όπως κατά τα προεκτεθέντα αυτή δέχθηκε) με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε. (σκ. 123 της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής). Ακολούθως, στις 2.3.2019 η πρώτη καταγγέλλουσα -ελληνική εταιρεία, παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκό σταθμό - άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γ.Δ.Ε.Ε.) σύμφωνα με το άρθρο 263 της Σ.Λ.Ε.Ε. ζητώντας, μεταξύ άλλων, την εν μέρει ακύρωση της ως άνω από 10.10.2018 τελικής αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ήτοι ως προς τις σκέψεις 111-121. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την διάταξη του Γ.Δ.Ε.Ε. της 3.7.2020, Τ-143/19. Η αίτηση αναιρέσεως της προσφεύγουσας εταιρείας απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την απόφαση του Δ.Ε.Ε. της 7.4.2022, C-429/20 Ρ. Σύμφωνα δε με το (περιγραφόμενο στη σκέψη 20 της ανωτέρω αποφάσεως του Δ.Ε.Ε., καθώς και στη σκέψη 17 της ανωτέρω αποφάσεως του Γ.Δ.Ε.Ε.) από 8.2.2019 απαντητικό έγγραφο της Επιτροπής προς την πρώτη καταγγέλλουσα (μετέπειτα προσφυγούσα - αναιρεσείουσα), η εν λόγω απόφαση της Επιτροπής (η οποία σημειωτέον απευθύνεται στο σύνολό της -6777/2018- στο ελληνικό κράτος) καλύπτει πλήρως (στο τμήμα 3.4, ήτοι στις σκ. 111-121) την καταγγελία της και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκλεισε τη σχετική υπόθεση (δηλαδή τη διαδικασία της καταγγελίας αυτής). Συνεπώς, οι ανωτέρω τρεις καταγγελίες απορρίφθηκαν με την ως άνω απόφαση της Επιτροπής οριστικώς (ήτοι χωρίς η Επιτροπή να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας, κατ’ άρθρο 108 παρ. 2 Σ.Λ.Ε.Ε. και τις οικείες διατάξεις του διαδικαστικού κανονισμού).
VI. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής της, ως προς το ότι οι διατάξεις του ν. 4254/2014, σχετικά με τον μονομερή επανακαθορισμό των στοιχείων τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας με τη δραστική μείωση των, μέχρι τότε προκαθορισμένων και εγγυημένων τιμών αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ και την υποχρεωτική αναδρομική «έκπτωση» επί της συνολικής αξίας της ενέργειας που παράχθηκε και εγχύθηκε στο Σύστημα κατά το έτος 2013, αντίκεινται στο Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη με αριθμό III, τόσο οι ρυθμίσεις της υποπαραγράφου ΙΓ.3 της παρ. ΙΓ ως άνω άρθρου του ν. 4254/2014, για την παροχή έκπτωσης επί της ηλεκτρικής ενέργειας που τιμολογήθηκε εντός της διαχειριστικής χρήσης του 2013, όσο και και αυτές της υποπαραγράφου ΙΓ.1 για τη μείωση μονομερώς των προκαθορισμένων και εγγυημένων τιμών αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, έχουν θεσπιστεί για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας και του δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα, για την εξυγίανση, την εξασφάλιση της βιωσιμότητας και της αποτροπής κατάρρευσης του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999, ο οποίος αποτελεί το βασικό μηχανισμό στήριξης των ΑΠΕ, διότι η έως τότε ελλειμματική λειτουργία του Ειδικού Λογαριασμού είχε αποσταθεροποιήσει και διακύβευε τόσο την αγορά των ΑΠΕ (λόγω των καθυστερήσεων πληρωμών των παραγωγών), όσο και το σύνολο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (λόγω των προβλημάτων που προκαλούνται στον ΛΑΓΗΕ - διαχειριστή του Λογαριασμού και Λειτουργό της όλης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας). Ταυτόχρονα, η κάλυψη του ελλείμματος του παραπάνω Λογαριασμού με τον ως άνω τρόπο θεσπίστηκε και προς προστασία του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος υπό τις επικρατούσες συνθήκες οικονομικής κρίσης, ώστε να μην υπάρξει υπέρμετρη αύξηση του τέλους που πληρώνουν οι τελικοί καταναλωτές (οικιακοί, βιοτεχνικοί, βιομηχανικοί). Περαιτέρω, η ανωτέρω νομοθετική επέμβαση σε συνεστημένη συμβατική σχέση, ως εξαιρετικό μέτρο, ελήφθη βάσει γενικών, αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων, τηρώντας την άρχή της αναλογικότητας των τιμών και έγινε με εύλογα και δίκαια κριτήρια (τεχνολογία, κόστος κατασκευής, μέγεθος εγκαταστάσεων, χορήγηση ή μη επιδότησης, χρόνος λειτουργίας κ.λπ.), ώστε να υπάρξει δίκαιη και αναλογική κατανομή του οικονομικού βάρους στους παραγωγούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ με τήρηση του κανόνα της κοινής οικονομικής απόδοσης (ομογενοποίηση αποδόσεων διαφορετικών τεχνολογιών και εγκαταστάσεων, αποκλεισμός / περιορισμός περιπτώσεων "υπεραποδόσεων". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, με τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ του ν.4254/2014, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17, 25 του Συντ., καθώς και των υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ.) διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), αφού έχουν θεσπιστεί για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας και του δημοσίου συμφέροντος και ελήφθησαν βάσει γενικών, αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας των τιμών και έγιναν με εύλογα και δίκαια κριτήρια (σχετ. και ΣτΕ 2406 - 2408/2014 προσκομιζόμενες), ούτε πλήττεται η ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη πιο πάνω σκέψη με αριθμό V. Εξάλλου, προβλέφθηκε και αντιστάθμισμα για τις απώλειες εσόδων των παραγωγών από ΑΠΕ η αυτοδίκαιη επέκταση των συμβάσεων για επτά έτη και κατ’ επέκταση η απολαβή κερδών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι τυχόν επιδίκαση από το Δικαστήριο του ανωτέρω ποσού, που αξιώνει η εκκαλούσα, θα ισοδυναμούσε με θέσπιση κρατικής ενίσχυσης υπέρ αυτής, ως παραγωγού, με δικαστική απόφαση, γεγονός ανεπίτρεπτο, ως μη ανήκον στη δικαστική εξουσία, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως επόμενη σκέψη με αριθμό VII. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε τη βάση αυτή της αγωγής ως μη νόμιμη, έστω και με ελλιπή και εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται και αντικαθίσταται από αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), ορθά κατ’ αποτέλεσμα εφάρμοσε τον νόμο και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της έφεσης.
VII. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής, η οποία στηριζόταν στην παρανομία των μέτρων που θεσπίστηκαν με τον ν. 4254/2014, ως αντικείμενα στη διάταξη του άρθρου 108 παρ. 3 της ΣΛΕΕ, διότι οι διατάξεις του άρθρου πρώτου της παραγράφου ΙΓ., υποπαράγραφων ΙΓ.2 - 1 και 3 του ως άνω νόμου, αποτελούν κρατική ενίσχυση και δεν κοινοποιήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν την θέσπιση και εφαρμογή τους. Κατ’ αρχήν, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στις ως άνω σκέψεις IV. και V., η ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως δεν εξαρτάται από τον φορέα που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή της δυνάμει του εθνικού δικαίου, αλλά από την κρατική προέλευση των κεφαλαίων από τα οποία αντλείται η επίμαχη ενίσχυση, είναι δε, αδιάφορο ως προς το ζήτημα αυτό το εάν το νομικό πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με τη χορήγηση του επίμαχου πλεονεκτήματος είναι δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή έχει διοικητική αυτοτέλεια βάσει του εθνικού δικαίου. Επομένως, τα μέτρα που θεσπίστηκαν με τον ν. 4254/2014 συνιστούν κρατική ενίσχυση, αφού η στήριξη που λαμβάνουν οι ωφελούμενοι παραγωγοί, όπως η εκκαλούσα, προέρχεται από τον Ειδικό Λογαριασμό А.Π.Ε. ο οποίος χρηματοδοτείται από διάφορες πηγές, κυρίως δε από το Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ., δηλαδή το ειδικό τέλος που βαρύνει τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας και καθορίζεται με απόφαση της Ρ.Α.Ε., τα έσοδα δε, του εν λόγω Ειδικού Λογαριασμού τελούν υπό τον έλεγχο των κρατικών αρχών και κατά τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. χαρακτηρίζονται ως κρατικός πόρος κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 της Σ.Λ.Ε.Ε. Εξάλλου, η πρόβλεψη ότι τα οικεία ποσά παραμένουν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο και συνεπώς στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών, όπως όταν η διαχείριση και η κατανομή των κεφαλαίων που προέρχονται από υποχρεωτική οικονομική επιβάρυνση (την οποία καταβάλλουν οι τελικοί χρήστες ανάλογα με την κατανάλωσή τους) γίνεται από εταιρεία η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στο κράτος μέλος και τα εν λόγω κεφάλαια μπορούν να δαπανηθούν μόνο για τους σκοπούς που προβλέπει ο νόμος, αποτελεί κριτήριο για να χαρακτηρισθούν κρατικοί πόροι τα κεφάλαια μέσω των οποίων χορηγείται κατ’ εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας τιμολογιακό πλεονέκτημα στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Εξάλλου, το γεγονός ότι η θέσπιση των μέτρων αυτών δεν κοινοποιήθηκε προηγουμένως στην Επιτροπή, προκειμένου να ασκήσει προληπτικό έλεγχο, κατά το άρθρο 108 παρ. 3 της ΣΛΕΕ, οπότε τίθενται σε εφαρμογή κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το τελευταίο άρθρο, που είναι αμέσου εφαρμογής, τα καθιστά παράνομα. Η απόφαση της Επιτροπής (με την οποία κρίνεται ότι τα μέτρα ενισχύσεως συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, όσον αφορά το κύρος των πράξεων εφαρμογής των εν λόγω μέτρων) δεν έχει ως συνέπεια την εκ των υστέρων νομιμοποίηση των πράξεων εφαρμογής που ήταν ανίσχυρες λόγω του ότι ελήφθησαν κατά παράβαση της απαγορεύσεως του άρθρου αυτού, άλλως θα εθίγετο το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, της Συνθήκης και θα αγνοούνταν τα συμφέροντα των διοικούμενων, των οποίων τη διασφάλιση αποτελεί. Εξάλλου, όταν εθνικό δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήματος για την καταβολή κρατικής ενισχύσεως που κατά την κρίση του είναι παράνομη λόγω μη κοινοποιήσεως του οικείου μέτρου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή -παρά τη σχετική υποχρέωση του κράτους μέλους κατά το άρθρο 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε.- οφείλει να απορρίψει το αίτημα αυτό, κατά μείζονα δε, λόγο ισχύει (κατά το παρόν Δικαστήριο) και όταν -προτού επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο- το επίμαχο μέτρο κρατικής ενισχύσεως έχει ήδη κριθεί από την Επιτροπή παράνομο λόγω μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους στην κατά το άρθρο 108 παρ. 3 της Σ.Λ.Ε.Ε. σχετική υποχρέωσή του. Σημειωτέον ότι εφόσον το πλεονέκτημα που χορηγείται δυνάμει της επίμαχης εθνικής ρύθμισης στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αποτελεί κρατική ενίσχυση, το αξιούμενο από την εκκαλούσα ποσό, της διαφοράς μεταξύ της ενίσχυσης με βάση την τιμή η οποία χαρακτηρίζεται ομοίως ως τέτοια. Δυνάμει του προϊσχύσαντος κανονιστικού καθεστώτος, είχε καθοριστεί ως το συμβατικό αντάλλαγμα στις ήδη καταρτισθείσες συμβάσεις και εκείνες που πράγματι εισέπραξαν με βάση τη νέα μειωμένη τιμή του νεότερου νόμου (ο οποίος, όπως δέχθηκε το ΔΕΕ, με την από 7.4.2022 απόφασή του, μείωσε ενίσχυση προηγουμένως χορηγηθείσα στους παραγωγούς ΑΠΕ), έχει χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης και όχι αποζημίωσης υπό την έννοια που γίνεται δεκτή από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. Το αιτούμενο από την εκκαλούσα ποσό της διαφοράς μεταξύ της ενισχύσεως με βάση την τιμή η οποία δυνάμει του προϊσχύσαντος κανονιστικού καθεστώτος είχε καθορισθεί ως το συμβατικό αντάλλαγμα στην ήδη καταρτισθείσα σύμβαση και εκείνης που πράγματι εισέπραξε με βάση τη νέα, μειωμένη, τιμή του νεότερου νόμου (ο οποίος, όπως δέχθηκε το ΔΕΕ με την απόφασή του της 7.4.2022, C-429/20 Ρ, …. Α.Ε. κατά Επιτροπής, μείωσε ενίσχυση προγενεστέρως χορηγηθείσα στους παραγωγούς ΑΠΕ), έχει χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης και όχι «αποζημίωσης» κατά τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ (τέτοια συνιστά η αποκατάσταση της ζημίας που προξενήθηκε σε τρίτους ιδιώτες από την παραβίαση των ενωσιακών κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων). Κατά συνέπεια, τυχόν επιδίκαση από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο τούτο του ανωτέρω ποσού, που αξιώνει η εκκαλούσα, θα ισοδυναμούσε με θέσπιση άλλης κρατικής ενισχύσεως υπέρ αυτής, ως παραγωγού, με δικαστική απόφαση, πράγμα ανεπίτρεπτο ως μη ανήκον στη δικαστική εξουσία, οπότε το αίτημα αυτό είναι μη νόμιμο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε κατά τη βάση αυτή την αγωγή, ως μη νόμιμη, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), ορθά κατ’ αποτέλεσμα εφάρμοσε τον νόμο και πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης.
VIII. Με τον τρίτο λόγο της έφεσης πλήττεται η εκκαλουμένη, επειδή απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής, ότι η διάκριση της υποπαραγράφου ΙΓ.2 του ως άνω άρθρου, σε συνδυασμό μ’ αυτές της υποπαραγράφου ΙΓ.1, με τις οποίες τίθεται περαιτέρω μειωμένη τιμή για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ ως προς τις επιχειρήσεις που έχουν λάβει επιχορήγηση άνω του 20%, σε σχέση με αυτές που δεν έλαβαν τέτοια ή έλαβαν μικρότερη του ως άνω ποσοστού, καθώς και την υποχρεωτική αναδρομική «έκπτωση» επί της συνολικής αξίας της ενέργειας που παράχθηκε και εγχύθηκε στο Σύστημα κατά το έτος 2013, παραβιάζει τις ίδιες ως άνω διατάξεις του Συντάγματος της ΕΣΔΑ και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο και η διάταξη αυτή του v. 4254/2014 κρίνεται συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17, 25 του Συντ., καθώς και των υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ.) των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974 και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), αφού έχουν θεσπιστεί για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας και του δημοσίου συμφέροντος και ελήφθησαν βάσει των ίδιων ως άνω γενικών, αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας των τιμών και έγιναν με εύλογα και δίκαια κριτήρια (τεχνολογία, κόστος κατασκευής, μέγεθος εγκαταστάσεων, χορήγηση ή μη επιδότησης, χρόνος λειτουργίας κ.λπ.), όπως αναφέρεται και στη σκέψη με αριθμό III και είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου μ’ αυτές σκοπού, ήτοι να καταστεί βιώσιμος ο ειδικός λογαριασμός του άρθρου 40 του v. 2773/1999. Σημειωτέον ότι με τη διαφοροποίηση ως προς τη μείωση των τιμών σε σχέση με το αν έλαβε μια επιχείρηση κρατική επιχορήγηση ή όχι, αντισταθμίζεται η ωφέλεια που λαμβάνει από τέτοια ενίσχυση, σύμφωνα δε, με την εισηγητική έκθεση του v. 4254/2014, οι νέες τιμές εξασφαλίζουν στους φωτοβολταϊκούς σταθμούς, κατά το δυνατόν, αποδόσεις που χαρακτηρίζονται από εσωτερικούς βαθμούς απόδοσης της τάξης του 13,5%, ανεξαρτήτως κατηγορίας και τόπου διασύνδεσης, ήτοι αρκετά υψηλότερους από τους αντίστοιχους βαθμούς για ευρωπαϊκές χώρες, μέγεθος που θεωρείται σε κάθε περίπτωση ικανοποιητικό σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. Ως προς το αίτημα για την υποχρεωτική αναδρομική «έκπτωση» επί της συνολικής αξίας της ενέργειας που παράχθηκε και εγχύθηκε στο Σύστημα κατά το έτος 2013, επίσης είναι απορριπτέο,σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν (για το ίδιο αίτημα) στον πρώτο λόγο έφεσης - ανωτέρω σκέψη με αριθμό VI. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι τυχόν επιδίκαση από το Δικαστήριο των ποσών αυτών, που αξιώνει η εκκαλούσα, θα ισοδυναμούσε με θέσπιση υπέρ αυτής, ως παραγωγού, με δικαστική απόφαση, γεγονός κρατικής ενίσχυσης ανεπίτρεπτο, ως μη ανήκον στη δικαστική εξουσία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως πιο πάνω σκέψη με αριθμό VII.
IX. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του ηλεκτρονικού παράβολου των εκατόν πενήντα (150) ευρώ, με αριθμό …, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή οι κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερείς (άρθρα 179 εδ. α' και 183 εδ. β' του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 16.5.2023 έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παράβολου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, που αναφέρεται στο σκεπτικό. Και
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, με νέα σύνθεση για τη δημοσίευσή της, αποτελούμενη από τους Δικαστές, Σοφία Λιγνού, Πρόεδρο Εφετών (λόγω αφυπηρέτησης της Προέδρου Εφετών, Σοφίας Σωτηροπούλου), Ελευθέριο Γεωργίλη και Γεωργία - Ελένη Παπαγιαννοπούλου, Εφέτες και τη Γραμματέα Αθηνά Καστρίτση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ