ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 16ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 4652/2025
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Θωμαή Κιμισκίδου, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τον Γραμματέα Γεώργιο Κρουστάλλη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουάριου 2025, για να δικάσει τις με στοιχείο A και В υποθέσεις μεταξύ:
Α) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ- ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ... ... του ..., κατοίκου …. Αττικής (... ) (ΑΦΜ ...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Χαντζή (AM ...).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ... χήρας ... ... (ΑΦΜ ...) και 2) ... ... του ... (ΑΦΜ ...), κατοίκων αμφοτέρων Ν. ... Αττικής (... ), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν δια δηλώσεως, κατ’ άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καλφούντζο (AM ….).
Β) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ... χήρας ... ... (ΑΦΜ ...) και 2) ... ... του ... (ΑΦΜ ...), κατοίκων αμφοτέρων Ν. ... Αττικής (... ), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν δια δηλώσεως, κατ’ άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καλφούντζο (AM ...).
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ- ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ... ... του ..., κατοίκου ... Αττικής (... ) (ΑΦΜ ...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Χαντζή (AM ...).
Ο εκκαλών- εφεσίβλητος- ενάγων κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 10.07.2012 (Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../18.07.2012) αγωγή του κατά του ... ..., η οποία, μετά τον επισυμβάντα θάνατο του εναγομένου, συζητήθηκε με τους κληρονόμους του: 1) ... χήρα ... ... και 2) ... ... του ..., και επ’ αυτής εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, η με αριθ. 10235/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), την οποία προσβάλλουν ο μεν ενάγων με τη με στοιχείο A από 22.12.2021 (αριθ. καταθ. στο Πρωτ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../24.12.2021 και αριθ. εφετ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../24.12.2021) έφεσή του, οι δε κληρονόμοι του αρχικώς εναγόμενου με τη με στοιχείο В από 03.01.2022 (αριθ. καταθ. στο Πρωτ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../10.01.2022 και αριθ. εφετ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../10.01.2022) έφεσή τους, οι οποίες προσδιορίστηκαν αρχικά για τη δικάσιμο της 25.05.2023, από την οποία αναβλήθηκαν για την πιο πάνω δικάσιμο και γράφτηκαν στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ στο ακροατήριο, αμφότεροι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ύστερα από δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις.
I. Νόμιμα εισάγονται προς συζήτηση οι υπό κρίση: 1) με στοιχείο A από 22.12.2021 (αριθ. καταθ. στο Πρωτ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../24.12.2021 και αριθ. εφετ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../2021) έφεση του εκκαλούντος -ενάγοντος ... ... του ... και 2) με στοιχείο В από 03.01.2022 (αριθ. καταθ. στο Πρωτ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../10.01.2022 και αριθ. εφετ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../10.01.2022) έφεση των ... χήρας ... του ... (κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου ... ...), κατά της με αριθμ. 10235/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), οι οποίες πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α΄ σε συνδ. Με άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ), ως στρεφόμενες κατά της αυτής ως άνω απόφασης και υπαγόμενες στην ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, η δε ένωση και συνεκδίκασή τους επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (βλ. ΑΠ 1270/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
II. Αμφότερες οι ανωτέρω A και В εφέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513, 516, 517 εδ. α' και 520 ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως, προ πάσης επιδόσεως, με κατάθεση δηλαδή των αντίστοιχων δικογράφων των εφέσεων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 24.12.2021 και 10.01.2022, εντός δηλαδή της προβλεπόμενης, κατ’ άρθρον 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης που έλαβε χώρα την 29.06.2020, αφού ουδείς διάδικος επικαλείται αλλά ούτε και προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, καταβλήθηκε δε από τους εκκαλούντες το προσήκον ηλεκτρονικό παράβολο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 § 3 A ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα για την A έφεση το με αριθ. …/23.12.2021 ηλεκτρονικό παράβολο και για τη В έφεση το …./04.01.2022 ηλεκτρονικό παράβολο. Πρέπει, επομένως, οι εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν, περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
III. Ο ενάγων με την από 10.07.2012 (Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../18.07.2012) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά του αρχικώς εναγόμενου ... ... (ήδη αποβιώσαντα κατά τη συζήτηση της αγωγής και κληρονομούμενο από τη σύζυγό του ... χήρα ... ... και τη θυγατέρα του ... ... του ..., οι οποίες συνέχισαν τη δίκη), ισχυρίστηκε ότι την 24.08.2011 συμφώνησε με τον αρχικώς εναγόμενο να του πωλήσει το λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή διαμέρισμα, αποκλειστικής κυριότητας του, αντί τιμήματος 145.000 ευρώ. Ότι με την προοπτική κατάρτισης οριστικού συμβολαίου μέχρι την 30.10.2011, του κατέβαλε μέσω αντιπροσώπου το ποσό των 35.000 ευρώ, συνταχθέντος προς τούτο του αναφερόμενου στην αγωγή ιδιωτικού συμφωνητικού. Ότι μετά τη λήξη της προθεσμίας σύναψης του συμβολαίου και καθώς αυτό δεν υπογράφηκε τελικά, ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο την επιστροφή των χρημάτων της προκαταβολής, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να το πράξει παρότι οχλήθηκε επανειλημμένως. Με βάση το περιεχόμενο αυτό, ζητούσε, να υποχρεωθεί ο αρχικώς εναγόμενος και ήδη, μετά τον επισυμβάντα θάνατό του, οι κληρονόμοι του, να του καταβάλουν το ανωτέρω ποσό, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο αρχικώς εναγόμενος ήδη, μετά τον επισυμβάντα θάνατό του, οι κληρονόμοι του, στη δικαστική του δαπάνη. Η ανωτέρω αγωγή, μετά από βίαιη διακοπής της δίκης λόγω του επισυμβάντος την 11.11.2015 θανάτου του αρχικώς εναγόμενου, συζητήθηκε την 06.02.2020 με τις νόμιμες κληρονόμους του, σύζυγό του ... χήρα ... ... και θυγατέρα του ... ... του ..., οι οποίες υπεισήλθαν στην κληρονομιά του κατά 50% εκάστη, δυνάμει των από 21.01.2001 και 22.02.2001 ιδιόγραφων διαθηκών που δημοσιεύτηκαν νόμιμα στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας (σχετ. νομιμοποιητικά έγγραφα των κληρονόμων) και επ’ αυτής, εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, η με αριθ. 10235/2020 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (τακτική διαδικασία), με την οποία το δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, δεχόμενο ένσταση συμψηφισμού (των εναγομένων- κληρονόμων του αρχικώς εναγόμενων) στην αξίωση του ενάγοντα με απαιτήσεις του αρχικώς εναγόμενου, απορρέουσες από ευθύνη του ενάγοντα από τις διαπραγματεύσεις (απαίτηση ύψους 25.000 ευρώ) και από αποζημίωση χρήσης (απαίτηση ύψους 4.000 ευρώ), απορρίπτοντας ωστόσο συμψηφισμό έτερων απαιτήσεων του αρχικώς εναγόμενου και δη ως μη νόμιμο το συμψηφισμό απαίτησης λόγω ηθικής βλάβης (ύψους 5.000 ευρώ) και ως αόριστο το συμψηφισμό απαίτησης λόγω εξόδων σε μεσίτη και δικηγόρο (ύψους 1.000 ευρώ), και επίσης απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. Την παραπάνω απόφαση προσέβαλαν ο μεν ενάγων με τη με στοιχείο A έφεσή του, οι δε κληρονόμοι του αρχικώς εναγόμενου (άρθρο 516 ΚΠολΔ) με τη με στοιχείο В έφεσή τους, με τις οποίες και με τους διαλαμβανόμενους σ' αυτές λόγους, αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν ο μεν εκκαλών -ενάγων την μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης ώστε να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του, οι δε εκκαλούσες- κληρονόμοι του αρχικώς εναγόμενου την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ως προς το μέρος που απέρριψε τις υπόλοιπες προταθείσες ενστάσεις συμψηφισμού και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του δικαιοπαρόχου τους.
IV. Κατά το άρθρ. 440 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, επέρχεται δε ο συμψηφισμός κατά το άρθρ. 441 του ίδιου Κώδικα με δήλωση του ενός προς τον άλλο, η οποία επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή ο συμψηφισμός ενεργεί αναδρομικά. Ειδικότερα, συνάγεται από τα παραπάνω άρθρα, ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της δήλωσης (πρότασης) συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που θα συνυπάρξουν δύο αντίθετες απαιτήσεις με τα προσόντα του συμψηφισμού. Συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο ο δικαιούχος της μιας, απαίτησης και οφειλέτης της άλλης έχει το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά και στο μέτρο που καλύπτονται, είτε γίνει αποδεκτή είτε όχι η πρότασή του από εκείνον στον οποίο απευθύνθηκε (ΑΠ 1568/2021 Αρμ.2021.381, ΤεφΑθ 150/2025 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 933 ΑΚ, προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 932 αυτού επιδικαζόμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης αποτελεί αυστηρά προσωπική απαίτηση των αναφερομένων στην τελευταία διάταξη δικαιούχων, η οποία δε μπορεί να εκχωρηθεί ή να κληρονομηθεί παρά μόνο στην περίπτωση που αυτή αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή ασκήθηκε γι' αυτή αγωγή. Η τοιαύτη, κατ' επιλογή του νομοθέτη ρύθμιση, δεν προσκρούει ούτε στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, ούτε στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου κλπ. που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, με το οποίο ορίζεται ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας τους. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους...». Και αυτό γιατί δια της άνω ρύθμισης ούτε η προστασία του δικαιούχου της απαίτησης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη περιορίζεται, ούτε αυτός καθ' οιονδήποτε τρόπο στερείται της εν λόγω απαίτησής του, αλλά λόγω του προσωπικού χαρακτήρα της καθορίζονται προϋποθέσεις για την προς τρίτο ή τους κληρονόμους του δικαιούχου μεταβίβαση αυτής (ΑΠ 820/2024, ΑΠ 835/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρον, υπό το άρθρο 933).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούσες της με στοιχείο В έφεσης (κληρονόμοι του αρχικώς εναγόμενου) παραπονούνται: α) με το πρώτο σκέλος (λόγο) της έφεσης, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση συμψηφισμού της ένδικης αξίωσης του ενάγοντα με αξίωση του δικαιοπαρόχου τους από ηθική βλάβη που ο τελευταίος υπέστη εξαιτίας της συμπεριφοράς του ενάγοντος και β) με το δεύτερο σκέλος (λόγο) έφεσης, ότι εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστη την ένσταση συμψηφισμού της ένδικης αξίωσης του ενάγοντα με απαίτηση του αρχικώς εναγόμενου για έξοδα δικηγόρου και μεσίτη ποσού 1.000 ευρώ. Ωστόσο, η τυχόν αξίωση του αρχικώς εναγόμενου από ηθική βλάβη λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του ενάγοντος, δεν δύναται να προταθεί σε συμψηφισμό από τις κληρονόμους του (εκκαλούσες), καθώς είναι αυστηρά προσωπική και δεν κληρονομείται, παρά μόνο στην περίπτωση που αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή ασκήθηκε γι' αυτή αγωγή, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Μετά ταύτα, ο ανωτέρω ισχυρισμός που προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με το πρώτο σκέλος (λόγο) της ένδικης με στοιχείο В έφεσης, είναι μη νόμιμος, με δεδομένο ότι δεν γίνεται ουδεμία αναφορά αλλά ούτε και προκύπτει από την παραδεκτή από το δικαστήριο επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας υπάρχουσα αναγνώριση της εν λόγω αξίωσης του δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών με σύμβαση ή άσκησης αγωγής γι’ αυτήν. Όσον αφορά, στο σκέλος της ένστασης συμψηφισμού που αφορά σε απαίτηση του αρχικώς εναγόμενου για έξοδα μεσίτη και δικηγόρου, ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε όλως αορίστως με τις προτάσεις των κληρονόμων του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς δεν προσδιορίστηκε το ύψους των εξόδων που ο δικαιοπάροχος τους κατέβαλε σε έκαστο εξ αυτών ώστε να κριθεί η βασιμότητά του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε αφενός ως μη νόμιμο το σκέλος της ένστασης συμψηφισμού που αφορούσε σε αξίωση του δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών (κληρονόμων του αρχικώς εναγόμενου) για ηθική βλάβη και αφετέρου ως αόριστο το σκέλος του συμψηφισμού που αφορούσε σε απαίτηση του δικαιοπαρόχου τους για έξοδα μεσίτη και δικηγόρου, έστω και με διαφορετική αιτιολογία το πρώτο σκέλος που αντικαθίσταται από την παρούσα και ελλιπή το δεύτερο, που συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος (λόγο) έφεσης είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα.
V. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο, είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου, είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με την δική του (υπόχρεου) συμπεριφορά, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 1165/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 529/2017 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούσες της με στοιχείο В έφεσης (κληρονόμοι του αρχικώς εναγόμενου), με το τρίτο σκέλος (λόγο) της έφεσης τους, παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος για το λόγο ότι ο τελευταίος στήριξε την ένδικη αξίωση στην ακυρότητα του συναφθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο ο ίδιος επέλεξε κατά το στάδιο προ της σύναψης της σύμβασης αγοραπωλησίας. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, ορθώς απορρίφθηκε, με την εκκαλουμένη απόφαση, ως μη νόμιμος, καθόσον τα περιεχόμενα σε αυτόν πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ούτε καθιστούν μη ανεκτή, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, την έγερση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και μετά ταύτα, το σχετικό τρίτο σκέλος (λόγος) της υπό στοιχείο В έφεσης είναι αβάσιμο και ως εκ τούτο απορριπτέο.
VI. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 166 και 369 του ΑΚ, συμβάσεις καθώς και προσύμφωνα που έχουν ως αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα, απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, σε περίπτωση δε, που δεν ήθελε καταρτισθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, η δικαιοπραξία είναι άκυρη, κατά τα άρθρα 158, 159 παρ. 1 και 180 του ΑΚ (ΑΠ 581/2013). Εξάλλου, κατά το εδ. α’ του άρθρου 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' περ. α' του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την πιο πάνω διάταξη, προϋποθέσεις της αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού και συνακόλουθα στοιχεία της σχετικής αγωγής είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΑΠ 493/2010). Αντίθετα δεν αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός σώζεται, ο οποίος συνιστά ένσταση του εναγομένου, στηριζόμενη στο άρθρο 909 ΑΚ (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 1316/2011, ΑΠ 1468/2010, ΕφΚερκ 2/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
VII. Στο άρθρο 197 AK ορίζεται ότι «Κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη», ενώ στην πρώτη παράγραφο του επόμενου άρθρου 198 ΑΚ προβλέπεται ότι «όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 298 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι: α) ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, το οποίο αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης (προσυμφώνου ή της κυρίας σύμβασης) και φυσικά άμα η σύμβαση αυτή περιληφθεί τον τυχόν απαιτούμενο νόμιμο ή δικαιοπρακτικό τύπο κατά τις ΑΚ 158 και 159 § 2 (ΑΠ 12/2006), β) συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά το ανωτέρω στάδιο, γ) επέλευση ζημίας, δ) υπαιτιότητα, για την οποία αρκεί και η κατ' άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ αμέλεια και ε) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας. Ειδικότερα, υπό την έννοια των παραπάνω διατάξεων, συμπεριφορά των μερών σύμφωνη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη είναι η επιβαλλόμενη στα μέρη συναλλακτική ευθύτητα κατά την αντίληψη του έμφρονος συναλλασσομένου, η τήρηση δηλαδή από τα μέρη των τρόπων ενέργειας που γενικώς ακολουθούνται στις εντίμως διεξαγόμενες συναλλαγές, ενώ διαπραγματεύσεις είναι οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη σύμβασης, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι και την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης. Το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκεί μέχρι την διακοπή τους και ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτισή της. Κατά το στάδιο αυτό επιβάλλεται η παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου, δηλαδή η λεγάμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας. Πάντως, η υποχρέωση αυτή της διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα. Η αδικαιολόγητη διακοπή των διαπραγματεύσεων τότε μόνο αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όταν οι διαπραγματεύσεις είχαν ουσιαστικά περατωθεί με συμφωνία των ενδιαφερόμενων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και υπολειπόταν η απαιτούμενη από το νόμο ή τη συμφωνία των μερών τυπική κατάρτισή της ή όταν υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση (ΑΠ 59/2024, ΑΠ 471/2023, ΑΠ 627/2023, ΑΠ 1100/2020, ΑΠ 554/2011). Έτσι, η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και όταν ματαιώνεται η κατάρτιση της σύμβασης σε χρόνο, κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικά με συμφωνία τούτων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βεβαία (ΑΠ 59/2024, ΑΠ 197/2007, ΑΠ 12/2006). Στην περίπτωση αυτή, ο υπαίτιος της ματαίωσης της σύμβασης είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον άλλον, στον οποίο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση περί βέβαιης σύναψης της σύμβασης, με συνέπεια να πιστέψει ως επικείμενη την κατάρτισή της. Την ευθύνη από τις διατάξεις 197 - 198 ΑΚ φέρει κατ’ αρχήν, αν κατά τις διαπραγματεύσεις χρησιμοποιήθηκε αντιπρόσωπος ή άλλος προστηθείς, ο αντιπροσωπευόμενος, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται προσωπική ευθύνη των πιο πάνω προσώπων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Όταν, όμως, εκείνος που προέβη σε διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της σύμβασης με τον αντιπρόσωπο ή τον προστηθέντα, εμπιστεύθηκε και απέβλεψε στο πρόσωπο αυτού, τότε υπεύθυνος από τις διαπραγματεύσεις είναι και ο ίδιος ο αντιπρόσωπος ή ο προστηθείς. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της από κοινού πρόκλησης της εμπιστοσύνης από αντιπρόσωπο και αντιπροσωπευόμενο και από κοινού προς αυτούς παροχή της εμπιστοσύνης του άλλου μέρους, υπάρχει ευθύνη και των δύο, ευθυνόμενων εις ολόκληρον. Ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλ. η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος, επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει, αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης, αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της. Αποκαθίσταται, ιδίως, η ζημία που αυτός υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους (ΟλΑΠ 37/2005, ΑΠ 59/2024, ΑΠ 347/2018, ΑΠ 606/2015, ΑΠ 334/2015, ΑΠ 878/2011). Η ζημία δε αυτή, πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (ΑΠ 920/2021, ΑΠ 1100/2020). Στην περίπτωση ματαίωσης της κατάρτισης σύμβασης πώλησης, την οποία ο αγοραστής πίστεψε ως επικείμενη και για το λόγο αυτό απέκρουσε άλλη ευκαιρία για την σύναψη αγοράς με τους ίδιους ή παραπλήσιους συγκριτικά όρους με εκείνης που ματαιώθηκε, δικαιούται να ζητήσει και τη διαφορά του τιμήματος της αγοράς που απέκρουσε από το μεγαλύτερο, λόγω ανατίμησης, τίμημα μεταγενέστερης αγοράς του (ΑΠ 59/2024) ή αυτό που απώλεσε από την απόκρουση άλλης ευκαιρίας για σύναψη όμοιας σύμβασης, με τους ίδιους ή ευνοϊκότερους όρους (ΑΠ 121/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
VIII. Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά, τη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου -ενάγοντα με αριθ. …2012 ένορκη βεβαίωση του …. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …. (σχετ. με αριθ. ….2012 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ….), καθώς και από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρο 438 του ΚΠολΔ), είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 του ΚΠολΔ), χωρίς, ωστόσο, η ρητή αναφορά ορισμένων, εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική, για το καθένα, μνεία, που είναι, όμως, ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται, για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 471/2016 ΤΝΠ Δ.Σ.Α., ΑΠ 187/2010. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1697/2010 ΝΟΜΟΣ), σε συνδυασμό και με τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (261 και 352 επ. ΚΠολΔ), και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων (ήδη εκκαλών- εφεσίβλητος) συμφώνησε με τον αρχικώς εναγόμενο ... ... του …, ήδη αποβιώσαντα και κληρονομούμενο από την σύζυγο του ... χήρα ... ... και τη θυγατέρα του ... ... του ... (ήδη εφεσίβλητες- εκκαλούσες), κατά ποσοστό 50% εκάστη, δυνάμει των από 21.01.2001 και 22.02.2001 ιδιόγραφων διαθηκών που δημοσιεύτηκαν νόμιμα το Ειρηνοδικείο Καλλιθέας (σχετ. ληξιαρχική πράξη θανάτου και νομιμοποιητικά έγγραφα των κληρονόμων), να του πωλήσει ο τελευταίος ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας του, κείμενο στον πρώτο όροφο πολυκατοικίας ευρισκόμενης στη …. Αττικής, επί της οδού …., επιφάνειας μ2, αποτελούμενο από χωλ, λίβινγκ ρουμ, οφις, 3 υπνοδωμάτια, κουζίνα, λουτρό-Λ/VC, και βοηθητικό χώρο. Για τον λόγο αυτό, στη … Αττικής, στις 24.08.2011, υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό με συμβαλλόμενα μέρη αφενός τη σύζυγο του αρχικώς εναγόμενου ... χήρα ... ..., ενεργώντας για λογαριασμό και κατ’ εντολήν του συζύγου της και αφετέρου τον …., μεσίτη, ενεργώντας για λογαριασμό και κατ’ εντολήν του ενάγοντα. Με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, τα συμβαλλόμενα μέρη (όπως εκπροσωπήθηκαν) συμφώνησαν, συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν την ανωτέρω αγοραπωλησία αντί συνολικού τιμήματος 145.000 ευρώ (όρος 3 του συμφωνητικού), για την οποία ο ενάγων κατέβαλε δια του ανωτέρω εκπροσώπου του, το ποσό των 35.000 ευρώ ως προκαταβολή και δη δύο τραπεζικές επιταγές της Τράπεζας … των 30.000 ευρώ και ποσό 5.000 ευρώ σε μετρητά (όρος 2 του συμφωνητικού), το οποίο θα αφαιρείτο από το συνολικό τίμημα κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου (όρος 3 του συμφωνητικού), που θα γινόταν το αργότερο έως την 30.10.2011, σε ενάντια δε περίπτωση η δοθείσα προκαταβολή θα παρέμενε εις χείρας του πωλητή (δεν θα επιστρεφόταν) (όρος 5 του συμφωνητικού). Με το παραπάνω συμφωνητικό, τα συμβαλλόμενα μέρη (όπως αυτά εκπροσωπήθηκαν) συμφώνησαν να δοθούν στον ενάγοντα τα κλειδιά του διαμερίσματος προκειμένου να διενεργήσει εργασίες (με διακοσμητές, τεχνικούς κ.λπ.) ενόψει της εγκατάστασης του, χωρίς ωστόσο η ανωτέρω ενέργεια να επέχει θέση παράδοσης της κυριότητας και σε καμία περίπτωση δεν υποκρυπτόταν μισθωτική ή άλλου τέτοιου είδους σχέση, επίσης δε, συμφώνησαν ότι αν δεν καταρτιζόταν το οριστικό συμβόλαιο το αργότερο έως τη συμφωνηθείσα ως άνω ημεροχρονολογία, ο ενάγων θα επέστρεφε άμεσα τα κλειδιά του διαμερίσματος στον αρχικώς εναγόμενο- ιδιοκτήτη αυτού, ο οποίος ήταν και ο κύριος, νομέας και κάτοχος του εν λόγω διαμερίσματος μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου (όρος 6 του συμφωνητικού). Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι το οριστικό συμβόλαιο δεν συνήφθη τελικά κατά την ως άνω συμφωνηθείσα ημερομηνία (30.10.2011), καθώς ο ενάγων καθυστέρησε την αποπληρωμή του, όπως καταθέτει ο μάρτυρας απόδειξης ….. Καθυστέρησε, ωστόσο, και την επιστροφή των κλειδιών του διαμερίσματος στον ιδιοκτήτη του (αρχικώς εναγόμενο), τα οποία παρέδωσε τελικά την 02.02.2012, ενώ μέχρι τότε έκανε χρήση του διαμερίσματος, με βάση και τα κλειδιά που κατείχε, χωρίς να έχει δικαίωμα, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης …. και την ένορκη βεβαίωση του …., τις οποίες δεν αντέκρουσε ειδικά ο ενάγων. Μετά δε τη ματαίωση της κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, ο μεν αρχικώς εναγόμενος όφειλε να επιστρέφει την προκαταβολή που έλαβε από τον ενάγοντα, κατά τη σύναψη του άνω συμφωνητικού, για την προκειμένη πώληση, η οποία εν τέλει δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς η συμφωνία περί μη επιστροφής της προκαταβολής που περιεχόταν στο άνω συμφωνητικό ήταν άκυρη αφού δεν είχε περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ VI. και επομένως δεν υπήρχε νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της άνω παροχής από αυτόν (αρχικώς εναγόμενο). Ο δε ενάγων κάνοντας χρήση του άνω διαμερίσματος άνευ δικαιώματος επί 5 μήνες και δη από 24.08.2011 που παρέλαβε τα κλειδιά έως 02.02.2012 που τα παρέδωσε, όφειλε στον αρχικώς εναγόμενο αποζημίωση χρήσης, καθώς γνώριζε ότι με την υπογραφή του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού δεν αποκτούσε κανένα δικαίωμα (εμπράγματο ή ενοχικό) επί του ανωτέρω ακινήτου, λαμβανομένου υπόψη και του ειδικού όρου 6 που περιεχόταν στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με τον οποίο η παράδοση των κλειδιών στον ενάγοντα δεν επείχε θέση παράδοσης της κυριότητας και σε καμία περίπτωση δεν υποκρυπτόταν μισθωτική ή άλλου τέτοιου είδους σχέση, ως ανωτέρω εξετέθη. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η μισθωτική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος, κατά τον χρόνο των διαπραγματεύσεων των μερών, ανερχόταν στο ποσό των 800 €, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβανομένης υπόψη της θέσης, παλαιότητας, εμβαδού κ.λπ. του εν λόγω ακινήτου, την οποία αξία δεν αντέκρουσε ειδικά ο ενάγων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ο περιλαμβανόμενος στον τέταρτο (4°) λόγο έφεσης (τρίτο (3°) κατά την αρίθμηση στο δικόγραφο της με στοιχείο A έφεσης) ισχυρισμός ότι η μισθωτική αξία του εν λόγω ακινήτου δεν ξεπερνούσε το ποσό των 400 €, απορριπτομένου κατά τούτο του ως άνω λόγου έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το με αριθμό ….2012 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών …., το εν λόγω διαμέρισμα πωλήθηκε σε άλλον αγοραστή, αντί τιμήματος 125.000 €, ήτοι υπολειπόμενο των 145.000 €, που είχε συμφωνηθεί από τα διάδικα μέρη, κατά 20.000 € (σχετ. συμβόλαιο). Πλην όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς εναγόμενος απέκρουσε συμφερότερες προσφορές και αναγκάστηκε εν τέλει να πωλήσει το ακίνητό του στην τιμή των 125.000 €, η οποία υπολειπόταν κατά 20.000 € από τη συμφωνηθείσα με τον ενάγοντα (145.000 €) λόγω παράνομης, υπαίτιας, κακόπιστης, δόλιας και αντίθετης με τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς του ενάγοντος, όπως όλως αορίστως και σε κάθε περίπτωση αβασίμως ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους οι κληρονόμοι του αρχικώς εναγόμενου, καθώς ουδόλως αποδείχθηκε ότι υπήρξαν συμφερότερες προσφορές για την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος, τις οποίες γνώριζαν τόσο ο ενάγων όσο και ο ενεργών αντ’ αυτού, κατά τη σύναψη του ανωτέρω συμφωνητικού και τις οποίες αναγκάστηκε ο αρχικώς εναγόμενος να αποκρούσει, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ. VII, και εν τέλει αναγκάστηκε να πωλήσει με τίμημα χαμηλότερο απ’ ό,τι θα πωλούσε στον ενάγοντα ή σε άλλον ενδιαφερόμενο αγοραστή κατά τον επίδικο χρόνο, ώστε να τύχει συμψηφισμού η διαφορά του συμφωνηθέντος κατά τις διαπραγματεύσεις τιμήματος από το τελικό τίμημα της αγοραπωλησίας, ως αρνητικό διαφέρον στο πλαίσιο αποζημιωτικής ευθύνης του ενάγοντα από τις διαπραγματεύσεις. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου περί συμψηφισμού του αποθετικού διαφέροντος στο πλαίσιο της αποζημιωτικής ευθύνης του ενάγοντα από τις διαπραγματεύσεις, να γίνει ωστόσο δεκτός ο άνω ισχυρισμός περί συμψηφισμού με την οφειλόμενη από τον ενάγοντα αποζημίωση χρήσης για την ακώλυτη και επί 5 μήνες χρήση του διαμερίσματος από αυτόν και δη για το ποσό των 4.000 € (800 € X 5 μήνες). Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα περί επιστροφής του ποσού των 35.000 ευρώ που εδόθη από τον ενάγοντα στον αρχικώς εναγόμενο ως προκαταβολή της αγοραπωλησίας του ανωτέρω διαμερίσματος που εν τέλει ματαιώθηκε, προέβη σε συμψηφισμό του άνω ποσού με απαίτηση του αρχικώς εναγόμενου από οφειλόμενη από τον ενάγοντα αποζημίωση χρήσης του εν λόγω διαμερίσματος συνολικού ύψους 4.000 €, δεν έσφαλε, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου ως αβασίμου του τέταρτου λόγου της με στοιχείο А έφεσης (τρίτου κατά την αρίθμηση στο δικόγραφο). Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτό τον ισχυρισμό των κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου (ήδη εφεσίβλητων) περί συμψηφισμού με απαίτηση του αρχικώς εναγόμενου στο πλαίσιο της αποζημιωτικής ευθύνης του ενάγοντα από τις διαπραγματεύσεις συνολικού ύψους 25.000 €, δεκτών γενομένων των πρώτου, δεύτερου και τρίτου (δεύτερου κατά την αρίθμηση στο δικόγραφο της έφεσης) λόγων έφεσης της με στοιχείο A έφεσης, όπως εκτιμώνται από το δικαστήριο, οι οποίοι συνέχονται μεταξύ τους. Μετά ταύτα πρέπει: α) εφόσον έγιναν δεκτοί οι ανωτέρω πρώτος, δεύτερος και τρίτος (δεύτερος κατά την αρίθμηση στο δικόγραφο) λόγοι της με στοιχείο A έφεσης, και μη υφισταμένου άλλου λόγου, να γίνει αυτή δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί εν συνόλω η εκκαλούμενη απόφαση διότι τούτο κρίνεται σκόπιμο για την ενότητα της δικανικής κρίσης (ΑΠ 1279/2004 ΕλλΔνη 46141, ΕφΑθ 3620/2022 αδημ., ΕφΑθ 2666/2021, ΕφΠειρ 9/2021, ΕφΠειρ 90/2020, ΕφΑθ 476/2019 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ»), και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικασθεί στην ουσία της η από 10.07.2012 (Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../18.07.2012) αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας (50% εκάστη), στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τριάντα μία χιλιάδων ευρώ (31.000 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τα δε δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος (ενάγοντος), αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, να επιβληθούν σε βάρος των εφεσιβλήτων (κληρονόμων του αρχικώς εναγόμενου), λόγω της ήττας τους (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου της έφεσης στον εκκαλούντα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται όλα τα ανωτέρω στο διατακτικό της απόφασης και β) εφόσον απορρίφθηκαν τα τρία σκέλη (λόγοι) της με στοιχείο В έφεσης και μη υφιστάμενου άλλου λόγου έφεσης, με τον οποίο να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί στο σύνολό της η με στοιχείο В έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστούν οι εκκαλούσες, στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ όσον αφορά στο παράβολο της ανωτέρω έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή αυτού στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 2 εδ τελ), όπως ειδικότερα ορίζονται όλα τα ανωτέρω στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την ένωση και συνεκδίκαση των με στοιχείο A από 22.12.2021 (αριθ. καταθ. στο Πρωτ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../24.12.2021 και αριθ. εφετ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../24.12.2021 2021) και В από 03.01.2022 (αριθ. καταθ. στο Πρωτ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../10.01.2022 και αριθ. εφετ. Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../10.01.2022) εφέσεων.
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
Α) ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν τη με στοιχείο A έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 10235/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία).
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της ουσίας την από 10.07.2012 (Γ.Α.Κ .../Ε.Α.Κ .../18.07.2012) αγωγής του ενάγοντος ... ... κατά του αρχικώς εναγόμενου ... ....
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τις κληρονόμους του αρχικώς εναγόμενου 1) ... χήρα ... ... και 2) ... ... του ..., να καταβάλουν, κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας (50% εκάστη), στον ενάγοντα, το συνσλίκό ποσό των τριάντα μία χιλιάδων ευρώ (31.000 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εφεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος, αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακόσιων πενήντα ευρώ (1.850 €).
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου στον καταθέσαντα εκκαλούντα.
Β) ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τη με στοιχείο В έφεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ' ουσίαν
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλουσών στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό εξακοσίων ευρώ (600 ευρώ).
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου της ανωτέρω εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 09.09.2025 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ