ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 2ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 4646/2025
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευθυμία Κούσβα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, και από τον Γραμματέα Νικόλαο Χρονά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Μάΐου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «...», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός …, αριθ. .., με Α.Φ.Μ. …., Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, και Γ.Ε.ΜΗ. …, νομίμως εκπροσωπουμένης, υπό την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... … Α.Ε.», κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της και σύσταση της ως άνω νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 του v. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59- 74 του ν. 4601/2019), η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της … (ΑΜ/Δ.Σ….) δυνάμει του υπ' αριθ. …/2024 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών … και κατέθεσε το με No …/29-5-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Καραγιώργη Σερβίας, αριθ. 10, Α.Φ.Μ. ..., το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του δικαστικού πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) Ιωάννη Κανδυλάκη (ΑΜ/ΝΣΚ …).
Η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «... ...», με Α.Φ.Μ. …. και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …. (Διασπώμενη), ζήτησε να γίνει δεκτή η από 5-12-2018 αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2018 και ειδικό αριθμό κατάθεσης .../2018 και γράφτηκε στο πινάκιο. Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμό 10344/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η καθολική διάδοχος της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «...», με Α.Φ.Μ. … και Γ.Ε.ΜΗ. … (Επωφελούμενη), άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 22-11-2023 έφεση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 23-11-2023, με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης .../2023 και στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, στις 2-7- 2024, με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2024 και ειδικό αριθμό κατάθεσης .../2024, προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, στη δικάσιμο που παραπάνω αναφέρεται, και κατά την εκφώνησή της από την οικεία σειρά του πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις του ο δε δικαστικός πληρεξούσιος του εφεσιβλήτου, κατόπιν δήλωσής του που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του
Δικαστηρίου αλλά προκατέθεσε προτάσεις και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 22-11-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ. .../.../23-11-2023) έφεση της καθολικής διαδόχου της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας κατά της με αριθμό 10344/24-11-2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 5-12-2018 (αριθ.εκθ.καταθ. .../.../21-12-2018) αγωγής κατά του εφεσίβλητου, έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. ΚΠολΔ), και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης στις 24-11-2021 δοθέντος ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει από τη δικογραφία, επίδοση της εκκαλουμένης πριν την άσκηση της έφεσης. Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια τακτική διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος, που μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο (άρθρο 522, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) εφόσον κατατέθηκε από την εκκαλούσα υπέρ του Δημοσίου παράβολο που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α' στοιχ. β' του ΚΠολΔ (βλ. το με αριθμό …./2023 e-Παράβολο).
Η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «... ...», με Α.Φ.Μ. ... και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ...(Διασπώμενη), στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, η εκκαλούσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «...», με Α.Φ.Μ. … και Γ.Ε.ΜΗ. … (Επωφελούμενη), κατόπιν διάσπασης της πρώτης (Διασπώμενης) με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας και εισφοράς του στη δεύτερη νεοσυσταθείσα εταιρεία - πιστωτικό ίδρυμα, εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με τη με αριθμό πρωτοκόλλου …-2020 απόφαση του του Προϊσταμένου του Τμήματος Ασφαλιστικών και Ανώνυμων Εταιριών της Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύτηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης με τις υπ' αριθ. πρωτ. .../20-3-2020 και .../20-3-2020 Ανακοινώσεις, αντίστοιχα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-12-2018 (αριθ.εκθ.καταθ. .../.../21-12- 2018) αγωγή εναντίον του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει σε αυτή το συνολικό ποσό των 32.418,56 ευρώ, το οποίο αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και έξοδα αναγγελίας κλεισίματος, όπως τα επιμέρους ποσά υπολογίζονται ειδικότερα, λόγω της επικαλούμενης κατάπτωσης της εγγύησης του εναγομένου ήδη εφεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, η αρχική ενάγουσα εκθέτει, κατά τα ουσιώδη και κρίσιμα στοιχεία της ανωτέρω αγωγής, ότι κατ' εφαρμογή των υπ' αριθ. 36579/Β. 1666/27.8.2007 (ΦΕΚ 1740/Τευχ В730-8-2007) και 54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ 1858/ΤευχΒ'/13-9-2007) Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως η πρώτη εξ αυτών τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 38600/Β.1750/5-9-2007 (ΦΕΚ 1780/ΤευχΒ75-9-2007) απόφαση του ιδίου υπουργού, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ν. 2322/1995 και με τις οποίες προβλέφθηκαν μέτρα για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών για επιχειρήσεις και επαγγελματίες που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007, το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου ενέκρινε δυνάμει του με αριθμό πρωτ. …. εγγράφου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους την παροχή εγγύησης του εφεσιβλήτου σε ποσοστό 80% για τη ρύθμιση των υφισταμένων έως την 25-8-2007 οφειλών της ατομικής επιχείρησης του …., με έδρα στην …. Εύβοιας, συνολικού ποσού 23.713,55 ευρώ, απορρέουσες από την υπ' αριθ. … σύμβαση πίστωσης που χορηγήθηκε στον τελευταίο για κεφάλαιο κίνησης ποσού 30.000 ευρώ. Ότι η συνολική διάρκεια της ρύθμισης ορίστηκε σε δέκα χρόνια συμπεριλαμβανομένης της περιόδου χάριτος η δε εξόφληση του υπολοίπου συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε συνεχείς εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, η πρώτη εκ των οποίων ορίστηκε καταβλητέα στις 30-6-2010 και η τελευταία στις 31-12-2017. Ότι κατά τα οριζόμενα στις ανωτέρω Υπουργικές Αποφάσεις σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεωλυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή τριών τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από τη ρύθμιση ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ότι η εγγυητική ευθύνη του εφεσιβλήτου – εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου από τη ρύθμιση της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας αναφορικά με την ένδικη σύμβαση πίστωσης καταλαμβάνει α) το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό του κεφαλαίου, β) τους ανεξόφλητους συμβατικούς τόκους μέχρι και τη λήξη της τρίτης ληξιπρόθεσμης δόσης, γ) τους ανεξόφλητους τόκους υπερημερίας ενός τριμήνου από την τρίτη ληξιπρόθεσμη δόση και δ) τα έξοδα αναγγελίας κλεισίματος. Ότι, ακολούθως, η οφειλή από την ένδικη ρύθμιση υπήχθη στις διατάξεις του ν. 3816/2010 (ΦΕΚ …-2010) καταρτισθείσας της από 14-9-2010 Πρόσθετης Πράξης με την οποία τροποποιήθηκαν οι όροι της ένδικης σύμβασης και χορηγήθηκε διετής αναστολή αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου αναδρομικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 μέχρι 31-12-2011 με αντίστοιχη παράταση της διάρκειας του δανείου μέχρι στις 31-12-2019, κατά τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις του ανωτέρω νόμου. Ότι παρά την ευνοϊκή ρύθμιση που εξασφάλισε η ένταξη της ως άνω οφειλής, ύψους 23.713,55 ευρώ, στις με αριθμό 36579/Β.1666/27.8.2007 (ΦΕΚ 1740/Τευχ Β730-8-2007) και 2/54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ 1858/Τευχ Β713-9-2007) Αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και, ακολούθως, στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3816/2010 στον πιστούχο ... ..., ο τελευταίος δεν υπήρξε συνεπής ως προς την αποπληρωμή των τόκων της περιόδου αναστολής και ειδικότερα περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποπληρωμή συνεχόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων των εξαμήνων Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2010, Ιανουάριου - Ιουνίου 2011, Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2011, Ιανουάριου - Ιουνίου 2012 και Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2012, καθώς, επίσης, και τις πλήρεις τοκοχρεολυτικές δόσεις των εξαμήνων Ιανουάριου - Ιουνίου 2012 καταβλητέας στις 1-7-2012, Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2012 καταβλητέας στις 1-1-2013, συνολικού ληξιπρόθεσμων δόσεων ύψους 4.288,71 ευρώ. Ότι για τον λόγο αυτό η τράπεζα προέβη σε οριστικό κλείσιμο του τηρηθέντος λογαριασμού στις 20-3-2013 και με την από 20-3-2013 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση που κοινοποιήθηκε στον πιστούχο και στο εφεσίβλητο στις 17-6-2013, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση πίστωσης μετά των επ' αυτής πρόσθετων πράξεων και κάλεσε τον πιστούχο να καταβάλει, άμεσα και εντόκως, συνολική οφειλή ύψους 31.380,93 ευρώ, όπως αυτή υπολογίζεται αναλυτικά στην αγωγή κατά ανεξόφλητο κεφάλαιο, τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και έξοδα αναγγελίας κλεισίματος. Ότι, ακολούθως, η ενάγουσα τράπεζα υπέβαλε προς την αρμόδι Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους το με αριθμό πρωτ. …. αίτημα, με το οποίο, αφού συνυπέβαλε και τα απαιτούμενα κατά τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. …/2006 Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά έγγραφα, ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του οφειλέτη και την καταβολή του εγγυημένου από το Ελληνικό Δημόσιο ποσού, ύψους 19.269,25 ευρώ, στο οποίο αντιστοιχεί το 80% του χρεωστικού υπολοίπου και δη α) ποσό 17.877,74 ευρώ για ανεξόφλητο εγγυημένο κεφάλαιο κατά την 1-6-2010, β) ποσό 1.168,45 ευρώ για ανεξόφλητους συμβατικούς τόκους μέχρι και την λήξη της τρίτης ληξιπρόθεσμης δόσης, γ) ποσό 79,06 ευρώ για ανεξόφλητους τόκους υπερημερίας ενός τριμήνου από την τρίτη ληξιπρόθεσμη δόση και δ) ποσό ύψους 144,00 ευρώ για έξοδα αναγγελίας κλεισίματος. Ότι, επίσης, κατ' εφαρμογή των ίδιων ως άνω Υπουργικών Αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ν. 2322/1995 και με τις οποίες προβλέφθηκαν μέτρα για χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης και λοιπές πιστωτικές διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007, το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου ενέκρινε την παροχή εγγύησης του εφεσιβλήτου σε ποσοστό 80% για τη χρηματοδότηση της ανωτέρω ατομικής επιχείρησης του ... ... του ... με νέο κεφάλαιο κίνησης, ποσού 16.060,00 ευρώ από την ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη, κατά τα ανωτέρω, η εκκαλούσα, με τον όρο λήψης προσωπικής εγγύησης του φορέα της επιχείρησης. Ότι, ακολούθως, υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και του πιστούχου η με αριθμό ….2008 σύμβαση δανείου, ποσού 16.060,00 ευρώ, με
κυμαινόμενο επιτόκιο, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες της δανειακής σύμβασης. Ότι, ειδικότερα, το ένδικο δάνειο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε έξι συνεχόμενες, εξαμηνιαίες, τοκοχρεωλυτικές δόσεις, επί τη βάσει κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, της πρώτης εξ αυτών καταβλητέας, μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου χάριτος, την 1-7-2010 και της τελευταίας εξ αυτών καταβλητέας την 1-1-2013. Ότι, ακολούθως, η οφειλή από την ένδικη ρύθμιση υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 3816/2010 (ΦΕΚ 6/ΤευχΑ'/26-1-2010) καταρτισθείσας της από 14-9-2010 Πρόσθετης Πράξης με την οποία τροποποιήθηκαν οι όροι της ένδικης σύμβασης και χορηγήθηκε διετής αναστολή αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου αναδρομικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 μέχρι 31-12-2011, με αντίστοιχη παράταση της διάρκειας του δανείου μέχρι στις 31-12-2019, κατά τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις του ανωτέρω νόμου. Ότι η εγγυητική ευθύνη του εφεσιβλήτου - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου αναφορικά με το ένδικο δάνειο καταλαμβάνει α) το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό του κεφαλαίου, β) τους ανεξόφλητους συμβατικούς τόκους μέχρι τη λήξη της τρίτης ανεξόφλητης δόσης, γ) τους ανεξόφλητους τόκους υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου από τη λήξη της τρίτης ανεξόφλητης δόσης, και δ) τα έξοδα αναγγελίας κλεισίματος σε περίπτωση δε μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεωλυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή τριών τοκοχρεολυτικών δόσεων ολόκληρο το ποσού του χορηγούμενου δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ότι παρά την ευνοϊκή ρύθμιση που εξασφάλισε στον πιστούχο, ... ..., η ένταξη του ποσού των 16.060,00 από την ένδικη σύμβαση δανείου στις ανωτέρω Υπουργικές Αποφάσεις και στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3816/2010, ο τελευταίος δεν υπήρξε συνεπής ως προς την καταβολή των τόκων της περιόδου αναστολής και περιήλθε σε υπερημερία ως προς στην αποπληρωμή συνεχόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ήτοι των εξαμήνων Ιανουάριου - Ιουνίου 2011, Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2011, Ιανουάριου - Ιουνίου 2012 και Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2012 καθώς, επίσης, και τις τρεις πλήρεις τοκοχρεωλυτικές δόσεις των εξαμήνων Ιανουάριου - Ιουνίου 2012 καταβλητέας 1-7-2012, Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2012 καταβλητέας στις 1-1-2013, συνολικού ποσού 5.326,72 ευρώ. Ότι για τον λόγο αυτό η τράπεζα προέβη σε οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού στις 20- 3-2013 και μετέφερε σε οριστική καθυστέρηση το υπόλοιπο του δανειακού λογαριασμού ενώ με την από 20-3-2013 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση η οποία κοινοποιήθηκε στον πιστούχο και στο εφεσίβλητο στις 17-6-2013, κατήγγειλε την ένδικη δανειακή σύμβαση μετά των πρόσθετων πράξεων αυτής κηρύσσοντας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του ποσού του δανείου, ύψους 16.884,86 ευρώ. Ότι, ακολούθως, η ενάγουσα τράπεζα υπέβαλε προς την αρμόδια 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους το από 19-9-2018 με αριθμό πρωτ. …. αίτημα, με το οποίο, αφού συνυπέβαλε και τα απαιτούμενα κατά τις διατάξεις της υπ’ αριθμ…. Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά έγγραφα, ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του οφειλέτη και την καταβολή του εγγυημένου από το Ελληνικό Δημόσιο ποσού των 13.149,31 ευρώ στο οποίο αντιστοιχεί το 80% του χρεωστικού υπολοίπου, αφαιρουμένων των τόκων άληκτου κεφαλαίου και τόκων υπερημερίας ληξιπρόθεσμων δόσεων μέχρι τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού στις 20-3-2013, καθώς και των εξόδων καθυστέρησης, τα οποία δεν καλύπτονται από την εγγύηση του εφεσιβλήτου, και δη α) ποσό 12.570,64 ευρώ για ανεξόφλητο εγγυημένο κεφάλαιο κατά την 1-6- 2010, β) ποσό 316,97 ευρώ για ανεξόφλητους συμβατικούς τόκους μέχρι και τη λήξη της τρίτης ανεξόφλητης δόσης, γ) ποσό 117,70 ευρώ για ανεξόφλητους τόκους υπερημερίας ενός τριμήνου από τη λήξη της τρίτης ανεξόφλητης δόσης και δ) ποσό ύψους 144,00 ευρώ για έξοδα αναγγελίας κλεισίματος. Ότι, παρότι τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις κατάπτωσης της εγγύησης του εφεσιβλήτου - εναγομένου και προσκομίστηκαν σε αυτό προσηκόντως τα απαραίτητα δικαιολογητικά. το τελευταίο αρνείται να της καταβάλει την παραπάνω εγγυημένη οφειλή, συνολικού ύψους 32.418,56 (19.269,25 + 13.149,31) ευρώ. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλλει το ανωτέρω ποσό των 32.418,56 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της παρόδου τριμήνου από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι τρεις δόσεις, ήτοι από 1-4-2013, άλλως και επικουρικώς από την επομένη της υποβολής του αιτήματος κατάπτωσης, ήτοι από 4-10-2018, άλλως και επικουρικότερα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως. Επί της ανωτέρω αγωγής, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 10344/2021 απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ελλείψει προβολής εκ μέρους της ενάγουσας αντένστασης περί επιχείρησης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του πρωτοφειλέτη η οποία απέβη άκαρπη, δέχτηκε την προβαλλόμενη από το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο ένσταση διζήσεως, ως νόμω και ουσία βάσιμη, και απέρριψε την αγωγή προσωρινά και δη μέχρι την επιχείρηση εκ μέρους της ενάγουσας τράπεζας ατελέσφορης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του πρωτοφειλέτη, δίχως περαιτέρω έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσης της δανείστριας ενάγουσας κατά του εναγόμενου εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονείται η εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «...», με Α.Φ.Μ. …. και Γ.Ε.ΜΗ. …. (Επωφελούμενη), ως καθολική διάδοχος, της ηττηθείσας αρχικής ενάγουσας (Διασπώμενης), κατά τα ανωτέρω, ζητά δε με τους λόγους της έφεσης που ειδικότερα αναφέρονται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ώστε να γίνει δεκτή η από 5-12-2018 (αριθ.εκθ.καταθ. .../.../21-12-2018) αγωγή και να καταδικαστεί το εφεσίβλητο στη δικαστική της δαπάνη σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
I. Με τον ν. 2322/1995 «Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις», ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν οι τράπεζες προς ιδιωτικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του ν. 4549/2018, ορίζεται ότι «Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις: α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.... ββ γγ. Ιδιώτες, επαγγελματίες, επιχειρήσεις και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές προς αποκατάσταση των ζημιών τους και τη συνέχιση της δραστηριότητας τους». Η ανωτέρω απόφαση του Υπουργού δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 του ίδιου ως άνω νόμου: «1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2. Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3. Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4. Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5. Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών». Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 5 του ν. 2322/1995, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/478/0025/04.01.2006 (ΦΕΚ 16/Τευχ Β713.01.2006) Υπουργική Απόφαση, με την οποία καθορίσθηκε η σχετική διαδικασία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω Υπουργική Απόφαση, τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο B' της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία, αφού διενεργήσει τον σχετικό έλεγχο, μεριμνά προκειμένου να βεβαιωθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ως δημόσιο έσοδο, το ποσό αυτό για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υπόχρεων φυσικών ή νομικών προσώπων και μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση είναι δυνατόν να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Όσον αφορά στη διαδικασία παροχής της, κατά τα ανωτέρω, εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, αυτή ρυθμίζεται με σχετικές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών (άρθρο 1 του ν. 2322/1995), με την οποία οριοθετούνται συγκεκριμένα οι περιοχές ή οι κλάδοι που ενισχύονται, τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στις ενισχυόμενες επιχειρήσεις και καθορίζονται οι βασικοί όροι που πρέπει να διέπουν τις χρηματοδοτήσεις, για τις οποίες παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου. Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 του v. 2322/1995 εκδόθηκαν οι με αριθμό 36579/Β. 1666/27.8.2007 (ΦΕΚ 1740/ΤευχΒ730-8-2007) και 2/54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ 1858/ΤευχΒ713-9-2007) αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως η πρώτη εξ αυτών τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 38600/Β. 1750/5-9-2007 (ΦΕΚ 1780/ΤευχΒ'/5-9- 2007) απόφαση του ιδίου υπουργού, με τις οποίες τίθενται οι προϋποθέσεις και οι όροι για τη χορήγηση δανείων και τις ρυθμίσεις οφειλών με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και για κεφάλαια κίνησης και λοιπές πιστωτικές διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις και Επαγγελματίες, που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας καθώς και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 36579/Β. 1666/27.8.2007 (ΦΕΚ 1740/Τευχ В 730-8-2007) Υπουργική Απόφαση ορίστηκαν τα ακόλουθα: «Α. Ρυθμίσεις οφειλών. Όλες οι οφειλές ληξιπρόθεσμες και μη μέχρι την 25.8.2007 των επιχειρήσεων και επαγγελματιών "των ως άνω νομών, οι οποίοι νομοί" που επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007, κεφαλαιοποιούνται και γίνονται ένα νέο δάνειο με περίοδο χάριτος 28 μηνών και με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2009. Το υπόλοιπο δάνειο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις. Η συνολική διάρκεια της ρύθμισης του δανείου ορίζεται σε δέκα χρόνια συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος. Οι τόκοι του δανείου της περιόδου χάριτος θα επιδοτούνται κατά 100% από το λογαριασμό του ν. 128/1975 και για τη λοιπή διάρκεια του δανείου κατά 50%. Ως επιτόκιο ρύθμισης των οφειλών ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70% πλέον εισφοράς του ν. 128/1975. Το ποσοστό επιδότησης στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο τέταρτο της μονάδας. Για το κεφάλαιο και τους τόκους των δανείων αυτών θα παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 όπως ισχύει. Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να προβαίνουν σε υλοποίηση των ανωτέρω ρυθμίσεων χωρίς την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και μέχρι το ποσό των 25.000.000 ευρώ ανά επιχείρηση. Για τις εμπορικές επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες το ποσό μέχρι το οποίο μπορούν να ρυθμίζουν ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ. Οι επιχειρήσεις εφόσον αιτούνται να ρυθμίζουν οφειλές άνω των 100.000 ευρώ και μέχρι 25.000.000 ευρώ θα πρέπει να προσκομίζουν στο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο έχουν τις περισσότερες οφειλές, μελέτη βιωσιμότητας, η οποία θα αξιολογείται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Στις διατάξεις του Κεφαλαίου A δεν υπάγονται: - Τα δάνεια των επιχειρήσεων/επαγγελματιών τα οποία είναι ήδη ενταγμένα σε διατάξεις ρυθμίσεων με βάση το N. 128/75 όπως ισχύει, εκτός εάν οι επιχειρήσεις ή οι επαγγελματίες αυτοί έχουν αποδεδειγμένα υποστεί ζημιές από την πυρκαγιά στις κτιριακές τους εγκαταστάσεις, στο μηχανολογικό εξοπλισμό, στις πρώτες ύλες ή στα εμπορεύματα τους. Για την ανωτέρω πιστοποίηση θα πρέπει να προσκομίζουν βεβαίωση από τις αρμόδιες υπηρεσίες των Νομαρχιακών τους Αυτοδιοικήσεων, - τα δάνεια των επιχειρήσεων/επαγγελματιών που ελήφθησαν έναντι εκχώρησης δικαιώματος επιχορήγησης επενδυτικού προγράμματος βάσει καθεστώτων κρατικών ενισχύσεων, - τα δάνεια των επιχειρήσεων/επαγγελματιών που περιέχονται σε χρηματοδοτικό σχήμα, βάσει του οποίου εντάσσεται η επένδυση σε καθεστώς κρατικών ενισχύσεων. Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να προβαίνουν σε υλοποίηση των ανωτέρω ρυθμίσεων χωρίς την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και μέχρι το ποσό των 25.000.000 ευρώ ανά επιχείρηση. Για τις εμπορικές επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες το ποσό μέχρι το οποίο μπορούν να ρυθμίζουν ανέρχεται στο 150.000 ευρώ χωρίς την υποχρέωση υποβολής μελέτης βιωσιμότητας. Για τις εμπορικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες οι αιτήσεις υπαγωγής στη ρύθμιση θα πρέπει να γίνουν μέχρι 31.3.2008. Οι επιχειρήσεις εφόσον αιτούνται να ρυθμίζουν οφειλές άνω των 100.000 ευρώ και μέχρι 25.000.000 ευρώ θα πρέπει να προσκομίζουν στο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο έχουν τις περισσότερες οφειλές, μελέτη βιωσιμότητας, η οποία θα αξιολογείται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Στις διατάξεις του Κεφαλαίου A δεν υπάγονται: - Τα δάνεια των επιχειρήσεων/επαγγελματιών τα οποία είναι ήδη ενταγμένα σε διατάξεις ρυθμίσεων με βάση το ν. 128/1975 όπως ισχύει, εκτός εάν οι επιχειρήσεις ή οι επαγγελματίες αυτοί έχουν αποδεδειγμένα υποστεί ζημιές από την πυρκαγιά στις κτιριακές τους εγκαταστάσεις, στο μηχανολογικό εξοπλισμό, στις πρώτες ύλες ή στα εμπορεύματα τους. Για την ανωτέρω πιστοποίηση θα πρέπει να προσκομίζουν βεβαίωση από τις αρμόδιες υπηρεσίες των Νομαρχιακών τους Αυτοδιοικήσεων, - τα δάνεια των επιχειρήσεων/επαγγελματιών που ελήφθησαν έναντι εκχώρησης δικαιώματος επιχορήγησης επενδυτικού προγράμματος βάσει καθεστώτων κρατικών ενισχύσεων, - τα δάνεια των επιχειρήσεων/επαγγελματιών που περιέχονται σε χρηματοδοτικό σχήμα, βάσει του οποίου εντάσσεται η επένδυση σε καθεστώς κρατικών ενισχύσεων. Β. Χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες Επιτρέπεται η χορήγηση κεφαλαίων κίνησης από τα Πιστωτικά Ιδρύματα σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις για ανάγκες και κεφάλαιο κίνησης της ΠΔ/ΤΕ 1955/2.7.1991 όπως ισχύει. Τα δάνεια αυτά θα επιδοτούνται από το λογ/σμό του v. 128/1975 ως εξής: α. Για δάνεια μέχρι 5.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 100%. β. Για δάνεια μέχρι 20.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 80%. δ. Για δάνεια μέχρι 60.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 50%. ε. Για δάνεια μέχρι 90.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 30%. Το ποσοστό επιδότησης τόκων θα είναι ενιαίο για όλο το ποσό του δανείου. Τα ανωτέρω δάνεια θα χορηγούνται κατ' ανώτατο ύψος μέχρι 35% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2006 και θα είναι διάρκειας 60 μηνών. Το επιτόκιο των ανωτέρω δανείων ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70% πλέον εισφοράς του ν. 128/1975. Το ποσοστό επιδότησης στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο τέταρτο της μονάδας. Διευκρινίζεται ότι ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις κατά το προηγούμενο έτος 2006 ή έκαναν έναρξη των εργασιών τους από 1.1.2007 έως 31.8.2007 θα προσδιορίζεται από τις αγορές που πραγματοποίησαν κατά το πρώτο εξάμηνο της λειτουργίας τους το 2007 επί δύο (2) και το ποσό θα προκόψει αφού υπολογισθεί μικτός συντελεστής κέρδους 45%. Για τους τόκους και το κεφάλαιο των ανωτέρω δανείων θα παρασχεθεί εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995». Επίσης, με την υπ' αριθμ. 2/54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ 1858/ΤευχΒ713-9-2007) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, για τη ρύθμιση των μέχρι 25.8.2007 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί από τα Πιστωτικά Ιδρύματα σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας, στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας, και ειδικότερα στους δήμους Αιγίου, Ακράτας, Διακόπτου, Συμπολιτείας, Ερινεού, Αιγείρας, στους Δήμους Ελειού - Πρόνων και Λειβαθούς του Νομού Κεφαλληνίας, καθώς και στους δήμους Αργαλαστής και Αφετών και στους οικισμούς Αγίας Παρασκευής, Ζορμιάδων, Πόρου και Τρούλου του δήμου Σκιάθου του Νομού Μαγνησίας, που επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007, σε ένα νέο δάνειο, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος από 25.8.2007 μέχρι 31.12.2009. Η συνολική διάρκεια του δανείου της ρύθμισης ορίζεται σε δέκα (10) χρόνια συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος. Η πρώτη δόση του εν λόγω δανείου θα καταβληθεί την 30.6.2010. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου θα ισχύει για το 80% των ρυθμιζόμενων οφειλών και των αναλογούντων σ' αυτές τόκων και μέχρι του ποσού των € 20.000.000,00 ανά επιχείρηση. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου θα παρέχεται και για τις εμπορικές επιχειρήσεις, εγγεγραμμένα μέλη των επιμελητηρίων, και για τους επαγγελματίες των ως άνω Νομών, των οποίων οι προς ρύθμιση οφειλές δεν υπερβαίνουν το ποσό των € 100.000,00. Σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή τριών τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση θα καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει αφού περάσει ένα τρίμηνο από τη λήξη της τρίτης δόσης, να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ 16/τ.Β/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. 2. Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, για χορήγηση δανείων και για κεφάλαια κίνησης, πενταετούς διάρκειας συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος, σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας, στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας, και ειδικότερα στους δήμους Αιγίου, Ακράτας, Διακόπτου, Συμπολιτείας, Ερινεού, Αιγείρας, στους δήμους Ελειού - Πρόνων και Λειβαθούς του Νομού Κεφαλληνίας, καθώς και στους δήμους Αργαλαστής και Αφετών και στους οικισμούς Αγίας Παρασκευής, Ζορμιάδων, Πόρου και Τρούλου του δήμου Σκιάθου του Νομού Μαγνησίας, που επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και για επιχειρήσεις και επαγγελματίες που έχουν ενταχθεί σε επιχορηγήσεις επενδυτικού προγράμματος βάσει καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι έχει ολοκληρωθεί το επενδυτικό έργο. Το επιτόκιο του δανείου της ρύθμισης επιδοτείται και ορίζεται σύμφωνα με τους όρους της υπ' αριθμ. ….2007 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως τροποποιημένη ισχύει. Τα εν λόγω δάνεια θα χορηγούνται σε όλες τις επιχειρήσεις των ως άνω Νομών κατ' ανώτατο ύψος μέχρι 35% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2006 και με ανώτατο ύψος δανείου τα € 90.000,00 ανά επιχείρηση. Ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις κατά το προηγούμενο έτος 2006 ή έκαναν έναρξη των εργασιών τους από 1.1.2007 έως 27.8.2007 θα προσδιοριστεί από τις αγορές που πραγματοποίησαν κατά το πρώτο εξάμηνο της λειτουργίας τους το έτος 2007 επί δύο (2) και το ποσό θα προκόψει αφού υπολογιστεί μικτός συντελεστής κέρδους 45%. Τα ως άνω δάνεια θα εξοφλούνται σε ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος για το κεφάλαιο από την ημέρα της εκταμίευσης ως την 31.12.2009. Η πρώτη δόση θα καταβληθεί την 30.6.2010. Το μη επιδοτούμενο μέρος των τόκων της περιόδου χάριτος, το οποίο θα καταβάλλεται από τις επιχειρήσεις, κεφαλαιοποιείται την 31.12.2009. Τα εν λόγω δάνεια θα χορηγηθούν μέσω μίας νέας αυτοτελούς δανειακής σύμβασης. Για τα ανωτέρω δάνεια θα παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για το 80% του κεφαλαίου και των αναλογούντων τόκων της περιόδου χάριτος και της κανονικής περιόδου για όλες τις επιχειρήσεις. Σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων που προκύπτουν από τη χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης, ολόκληρο το ποσό του χορηγούμενου δανείου θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει, αφού περάσει ένα τρίμηνο από τη λήξη της τρίτης δόσης, να υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στη με υπ' αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ B' 16/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύηση του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού. Απαιτούμενα Δικαιολογητικά: Α) Οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες, των ως άνω Νομών, θα υποβάλλουν τις σχετικές αιτήσεις τους στην 25η Δ/νση του Γ.Λ.Κ. - Τμήμα Δ', συνυποβάλλοντας υποχρεωτικά τα κάτωθι δικαιολογητικά: і) Τις δημοσιευθείσες Λογιστικές Καταστάσεις της επιχείρησης του έτους 2006 (όσες επιχειρήσεις τηρούν βιβλία β' κατηγορίας θα υποβάλλουν το έντυπο Ε3 του οικονομικού έτους 2007). Οι επιχειρήσεις που δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις το έτος 2006 ή έκαναν έναρξη των εργασιών τους από 1.1.2007 έως 31.8.2007 θα υποβάλλουν τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. των δύο πρώτων τριμήνων του έτους 2007. ii) Συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο το ειδικό έντυπο του Γ.Λ.Κ. "για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων που αιτούνται την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου", το οποίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (www.mof-glk.gr). iii) Βεβαιώσεις από τις Τράπεζες, στις οποίες θα παρουσιάζονται αναλυτικά οι προς ρύθμιση οφειλές, με υπόλοιπα 25.8.2007, της επιχείρησης προς αυτές. (Η υποχρέωση αυτή ισχύει μόνο για τις επιχειρήσεις που αιτούνται ρύθμιση των οφειλών τους προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα), iv) Πιστοποιητικό εγγραφής στο Επιμελητήριο του Νομού, στον οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση (οι Κτηνοτροφικές επιχειρήσεις θα προσκομίσουν βεβαίωση έναρξη επιτηδεύματος από την οικεία Δ.Ο.Υ.). ν) Μελέτη βιωσιμότητας συνοδευόμενη με τις προτεινόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις (μόνο για όσες επιχειρήσεις αιτούνται ρύθμιση οφειλών για ποσό μεγαλύτερο των € 100.000,00). Στην εν λόγω μελέτη θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται τα ακόλουθα: α) Οι συνολικές υποχρεώσεις της επιχείρησης, όπως αυτές θα διαμορφωθούν μετά τη ρύθμιση των οφειλών προς το πιστωτικό σύστημα, τους προμηθευτές της, τα ασφαλιστικά ταμεία, το Δημόσιο και την αγορά γενικότερα, καθώς και οι συμφωνίες - ρυθμίσεις αποπληρωμής των υποχρεώσεων αυτών, β) Οι δημοσιευθείσες Λογιστικές Καταστάσεις της επιχείρησης της τελευταίας τριετίας (όσες επιχειρήσεις τηρούν βιβλία β' κατηγορίας θα υποβάλλουν τα έντυπα Ε3 και Ε9 της τελευταίας τριετίας), γ) Το ταμειακό πρόγραμμα της εταιρείας για την επόμενη τριετία (εισπράξεις -πληρωμές), δ) Οι προβλέψεις εσόδων και κερδών της εταιρείας για την επόμενη τριετία, ε) Τα κεφάλαια κίνησης που θα απαιτηθούν για την λειτουργία της εταιρείας και τις πηγές άντλησης τους, στ) Οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις, οι προτεινόμενες αναδιαρθρώσεις των υφιστάμενων εξασφαλίσεων που καλύπτουν τις ρυθμιζόμενες οφειλές, καθώς και οι νέες προτεινόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις για τις προς ρύθμιση οφειλές (μόνο εφόσον αυτές υπερβαίνουν το ποσό των € 100.000,00). Β. Οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες των ως άνω Νομών, εφόσον επιθυμούν μόνο νέο δάνειο για κεφάλαιο κίνησης από τις πυρκαγιές, θα υποβάλουν τις αιτήσεις τους στην 25η Δ/νση του Γ.Λ.Κ. - Τμήμα Δ', συνυποβάλλοντας υποχρεωτικά τα κάτωθι δικαιολογητικά: α) Τις δημοσιευθείσες λογιστικές καταστάσεις της επιχείρησης της τελευταίας τριετίας (όσες επιχειρήσεις τηρούν βιβλία β' κατηγορίας θα υποβάλλουν τα έντυπα Ε3 και Ε9 της τελευταίας τριετίας), β) Το ταμειακό πρόγραμμα της εταιρείας για την επόμενη τριετία (εισπράξεις - πληρωμές), γ) Οι προβλέψεις εσόδων και κερδών της εταιρείας για την επόμενη τριετία, δ) Πιστοποιητικό εγγραφής στο Επιμελητήριο του Νομού, στον οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση (οι Επαγγελματίες και οι κτηνοτροφικές επιχειρήσεις θα προσκομίσουν βεβαίωση έναρξη επιτηδεύματος από την οικεία Δ.Ο.Υ.). ε) Συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο το ειδικό έντυπο του Γ.Λ.Κ. "για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων που αιτούνται την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου", το οποίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (www.mof-glk.gr). Δεν απαιτείται να προταθούν εμπράγματες εξασφαλίσεις για κάλυψη των νέων δανείων για κεφάλαια κίνησης για όλες τις κατηγορίες των επιχειρήσεων. Οι αιτήσεις και οι μελέτες βιωσιμότητας θα αξιολογούνται από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (Άρθρο 37 του ν. 3458/2006, Φ.Ε.Κ. 94/Α/8.5.2006), πριν την τελική έγκριση για την παροχή της εγγύησης με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (Άρθρο 87 και 88 της συνθήκης των Ε.Κ.) σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες και τις προτεινόμενες εξασφαλίσεις, οι οποίες θα εξασφαλίζουν πλήρως τις προς ρύθμιση οφειλές (όπου αυτό απαιτείται). Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν έχουν υποβληθεί όλα τα ως άνω δικαιολογητικά από τις επιχειρήσεις, οι σχετικές μελέτες βιωσιμότητας τους δεν θα αξιολογούνται και θα τίθενται στο αρχείο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους μέχρι συμπληρώσεως των δικαιολογητικών. Ως προθεσμία υποβολής αιτήσεων (τόσο για τη ρύθμιση οφειλών όσο και για τα νέα κεφάλαια κίνησης) των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και επαγγελματιών ορίζεται η 31.12.2007». Οι ανωτέρω διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγυήσεως του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και επαγγελματιών μεταξύ άλλων νομών και του νομού Εύβοιας, αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση. Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει με τη σύμβαση εγγύησης την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και, στη συνέχεια, ζητά την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο. Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπρόθεσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 272/2025, πρβλ και ΑΠ 237/2024, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 738/2023, ΑΠ 336/2023, ΑΠ 82/2008 - ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή - εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως. Η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται, καταρχήν, από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού και ρυθμίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ. του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 272/2025 ο.π., πρβλ και ΑΠ 1129/2024 areiospagos.gr, ΑΠ 731/2024, ΑΠ 1254/2023 ο.π., ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 1000/2006 - ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με την παροχή δε της εν λόγω εγγυήσεως γεννάται παρεπόμενη ενοχή αποτελούσα ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Ειδικότερα, οι υπουργικές αποφάσεις χορήγησης της εγγύησης του Δημοσίου- αποτελούν το αντίστοιχο της δήλωσης παροχής εγγύησης, που θα απαιτείτο στην περίπτωση ιδιώτη εγγυητή, από δε, τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 2322/1995, ήδη παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου προς όλες τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης υπουργικής απόφασης (πρβλ ΑΠ 1129/2024, ΑΠ 1254/2023 ο.π.). Περαιτέρω, εφόσον δεν αποκλείεται από τις ειδικότερες διατάξεις του ν. 2322/1995, το Δημόσιο, ως εγγυητής και στο πλαίσιο των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων των επιχειρήσεων, μπορεί να προβάλει την ένσταση διζήσεως, εκτός αν προβλέπεται άλλως στην υπουργική απόφαση χορήγησης της εγγύησης ή αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, εχώρησε νόμιμη παραίτησή του από την ένσταση αυτή (ΑΠ 1129/2024 ο.π., ΕΑ 1418/2024, ΕΑ 2609/2024, ΕΑ 929/2023, ΕΑ 935/2023, ΕΑ 4029/2022, ΕΑ 3207/2021 - ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, πρβλ. και ΕΑ 2532/2024, ΕΑ 5402/2024, ΕΑ 728/2024 ΕΑ 4051/2024, ΕΑ 1418/2024, ΕΑ 935/2023, ΕΑ 802/2023, ΕΑ 3207/2021, ΕΑ 4415/2019 - ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρόκειται περί γνήσιας αναβλητικής ένστασης, η οποία έχει ως συνέπεια την προσωρινή απόρριψη της αγωγής, εφόσον ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη, μετά το ατελέσφορο της οποίας δύναται να ασκήσει νέα αγωγή με βάση τις διατάξεις του άρθρου 855 ΑΚ και των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324, 328, 330 και 331 ΚΠολΔ κατά του εγγυητή (και όχι να επαναφέρει προς συζήτηση την πρώτη που έχει απορριφθεί προσωρινά) [ΑΠ 1129/2024 ο.π.]. Ειδικότερα, κατά μεν το άρθρο 855 του ΑΚ «Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση διζήσεως)», κατά δε το άρθρο 856 του ΑΚ «Σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, η αναγκαστική εκτέλεση που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο πρέπει να επιχειρηθεί στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του. Αν ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, πρέπει να επιχειρήσει εκτέλεση και σ' αυτά». Περιεχόμενο της ένστασης, του άρθρου 855 του ΑΚ, είναι η διατύπωση άρνησης για εκπλήρωση της υποχρέωσης που απορρέει από την εγγύηση, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του ίδιου του πρωτοφειλέτη και ωσότου αυτή αποβεί άκαρπη. Προκειμένου να αποκρούσει την ένσταση, ο δανειστής έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει με αντένσταση ότι επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη με οποιοδήποτε τρόπο και με βάση οποιασδήποτε μορφής εκτελεστό τίτλο, καθώς και ότι η επιχειρηθείσα εκτέλεση απέβη άκαρπη. Ειδικότερα, σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, ο δανειστής κατά τη διάταξη του άρθρου 856 του ΑΚ, επιβάλλεται αλλά και αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι έχει επιχειρήσει προηγουμένως άκαρπη αναγκαστική εκτέλεση στα κινητά πράγματα που ανήκουν στον πρωτοφειλέτη και βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας του ή της διαμονής του τελευταίου. Η απόδειξη μάλιστα θα γίνει, είτε με έκθεση του δικαστικού επιμελητή, στην οποία θα βεβαιώνεται ότι δεν βρέθηκε για κατάσχεση ούτε κινητή ούτε ακίνητη περιουσία, είτε με τον πίνακα κατάταξης από τον οποίο θα προκύπτει ότι το πλειστηρίασμα δεν είναι αρκετό για να ικανοποιηθεί ο δανειστής (που όμως τουλάχιστον αναγγέλθηκε) [πρβλ. ΑΠ 1129/2024 ο.π., ΕΑ 2609/2024, ΕΑ 2626/2024, ΕΑ 935/2023, ΕΑ 929/2023, ΕΑ 4029/2022, ΕΑ 1681/2018 - ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], Η αρχή δε της οικονομίας της δίκης επιβάλλει στο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προτείνεται η εν λόγω ένσταση, αν διακριβώσει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ότι αυτή είναι ουσιαστικά βάσιμη, να μην ασχοληθεί καθόλου πρότερον με την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης κατά του εγγυητή, αλλά αυτή να την ερευνήσει μετά την άρση του εν λόγω κωλύματος και την εκ νέου άσκηση της αγωγής του δανειστή κατά του εγγυητή (ΑΠ 463/1994 ο.π.). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 857 ΑΚ «Ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης: 1. Αν παραιτήθηκε απ' αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, 2. Αν η δίωξη του πρωτοφειλέτη έγινε σημαντικά δύσκολη λόγω μεταβολής της κατοικίας ή διαμονής του μετά τη συνομολόγηση της εγγύησης, 3. Αν ο πρωτοφειλέτης κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ο δανειστής δεν έχει ενέχυρο σε πράγμα του, 4. Αν είναι φανερό ότι η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη. Κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 857 παρ. 4 του ΑΚ, εφόσον δεν υπάρχουν κινητά πράγματα, επί των οποίων να μπορεί ο δανειστής να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση και, επομένως, η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη, ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της διζήσεως (ΑΠ 1129/2024 ο.π., ΑΠ 205/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, περιπτώσεις εφαρμογής της ρύθμισης του άρθρου 857 αρ. 4 ΑΚ συνιστούν η παντελής έλλειψη περιουσίας του πρωτοφειλέτη, η πραγματική ή νομική αδυναμία να επιχειρηθεί αναγκαστική εκτέλεση, η επιχείρηση άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του πρωτοφειλέτη από άλλους δανειστές του ή από τον ίδιο δανειστή για άλλη απαίτησή του (ΑΠ 1129/2024 ο.π.) ενώ άκαρπη θεωρείται και η εκτέλεση στην περίπτωση που ασήμαντο μόνο μέρος της απαίτησης θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με αυτή (Σπ. Βρέλλης σε ΑΚ, ό.π., άρθρο 857 αρ. 12, Α. Καραγκουνίδης σε ΣΕΑΚ, ό.π., άρθρο 857 αρ. 12). Ο δανειστής, επομένως, στην περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, δεν έχει υποχρέωση να αναζητήσει άλλα, περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη και να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε αυτά. Ο νόμος απαιτεί την επιχείρηση αναγκαστικής εκτελέσεως ατελέσφορη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο δανειστής πρέπει οπωσδήποτε να επιχειρήσει ατελέσφορη αναγκαστική εκτέλεση, διότι το άρθρο 857 αριθ. 4 ΑΚ ρητώς ορίζει ότι αποκλείεται η προβολή της ένστασης διζήσεως εάν είναι προφανές ότι θα απέβαινε άκαρπη η αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη. Εξετάζεται, δηλαδή, το άκαρπο εκείνης μόνο της αναγκαστικής εκτελέσεως που επιχειρείται στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του ή σε άλλα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη στα οποία ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επισχέσεως (ΑΠ 463/1994 ΕλλΔνη 36, 822, ΑΠ 1129/2024 ο.π.). Η άκαρπη έκβαση της εκτέλεσης κρίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της εκάστοτε περίπτωσης. Το ενδεχόμενο αυτό πρέπει να συνάγεται κατά τρόπο προφανή, ενώ τυχόν αμφιβολίες ως προς το άκαρπο της εκτέλεσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης και δεν αποκλείουν την ένσταση διζήσεως (ΕΑ 4298/2021, ΕφΘρακ 87/2022, ΕΑ 904/2021 - ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
II. Περαιτέρω, η υπαγωγή δανειολήπτη φυσικού προσώπου, υπέρ του οποίου έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 και η συνεπεία της υπαγωγής αυτής απαλλαγή από τις οφειλές του ή μείωση των οφειλών του, είτε στο πλαίσιο δικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές είτε δυνάμει δικαστικής απόφασης, ουδόλως επηρεάζει τη θέση του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, του οποίου η εγγυητική ευθύνη παραμένει ακέραιη έναντι των πιστωτών για το αρχικώς συμφωνημένο από τον πρωτοφειλέτη και προ της ρύθμισης υφιστάμενο χρέος (ΟλΑΠ 3/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση της υπαγωγής των χρεών του πρωτοφειλέτη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και της οριστικής απαλλαγής του τελολογικά προκρίνεται η θέση ότι ο εγγυητής στερείται την ένσταση διζήσεως, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 857 περ. 3 ΑΚ, καθόσον η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου που δεν διαθέτει την εμπορική ιδιότητα και την πτωχευτική ικανότητα είναι το λειτουργικό ισοδύναμο της πτώχευσης των εχόντων την εμπορική ιδιότητα. Εξάλλου, αφού απαγορεύεται στον δανειστή προς είσπραξη της απαίτησής του να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του πρωτοφειλέτη, τα χρέη του οποίου υπήχθησαν στο προστατευτικό πεδίο του ν. 3869/2010, στερείται κάθε νοήματος η προβολή από τον εγγυητή στην περίπτωση αυτή της ένστασης διζήσεως, να παραπέμψει, δηλαδή, ο τελευταίος τον δανειστή σε αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη, εκτός αν υπάρχει περιουσία η οποία δεν εξαιρείται από τη ρευστοποίηση, κατ’ άρθρο 9 του ν. 3869/2010, ούτε από την κατάσχεση κατ’ άρθρο 953 παρ. 3 ΚΠολΔ και εκποιείται από τον οριζόμενο διαχειριστή με σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών (Γ. Πλαγάκος, Η θέση του εγγυητή στη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, με αφορμή την έκδοση της ΟλΑΠ 3/2023). Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής επιβάλλεται αλλά και αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο πρωτοφειλέτης α) έχει υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 με αποτέλεσμα την απαλλαγή από τις οφειλές του ή τη μείωση των οφειλών του, είτε στο πλαίσιο δικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές είτε δυνάμει δικαστικής απόφασης και β) δεν υπάρχει περιουσία η οποία εξαιρείται από τη ρευστοποίηση κατ’ άρθρο 9 του ν. 3869/2010, ούτε από την κατάσχεση κατ’ άρθρο 953 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ο δανειστής, για να επιτύχει την απόρριψη της ενστάσεως διζήσεως φέρει το βάρος αποδείξεως της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων.
III. Σύμφωνα με το άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει των άρθρων 29 και 120 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση σύμφωνα με την παρ. 2α του άρθρου 116 του αυτού νόμου, καθόσον η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε μετά την 1-1-2022, «Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή, στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238, με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως». Ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίας, το δε απαράδεκτο της προβολής τους λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, το οποίο διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011, ΕφΔωδ 203/2023 - Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε όσον αφορά την περίπτωση 6 της διατάξεως αυτής, η απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 282/2023, ΑΠ 611/2016, ΑΠ 98/2015 - ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ο διάδικος δε που προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να επικαλεστεί τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, και από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 824/2022 ο.π., ΑΠ 462/2008, ΕΑ 282/2023 - ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα διατείνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε κατά την εξέταση των ισχυρισμών της προβληθείσας ένστασης διζήσεως, κατ' άρθρο 855 ΑΚ, καθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 855 AK, 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 και 65 του ν. 2362/1995 με αποτέλεσμα να δεχτεί ως νόμω και ουσία βάσιμη την προβληθείσα από το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο ένσταση διζήσεως και να απορρίψει προσωρινά την αγωγή ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τον νόμο έπρεπε να απορρίψει αυτή ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, εν προκειμένω, το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα να προβάλλει την ένσταση διζήσεως αφού οι όροι χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και τις ρυθμίσεις οφειλών καθώς και για κεφάλαια κίνησης και λοιπές πιστωτικές διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις και Επαγγελματίες, που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007, μεταξύ άλλων και του νομού Εύβοιας, ρυθμίζονται από τις ειδικότερες διατάξεις του ν. 2322/1995 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών υπουργικών αποφάσεων και εν προκειμένω τις υπ' αριθ. 36579/Β. 1666/27.8.2007 (ΦΕΚ 1740/ΤευχΒ 730-8-2007) και 2/54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ 1858/Τευχ Β713-9-2007) Αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως η πρώτη εξ αυτών τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 38600/Β. 1750/5-9-2007 (ΦΕΚ 1780/ΤευχΒ75-9-2007) απόφαση του ιδίου υπουργού, χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ περί διζήσεως, στις ανωτέρω, δε, αποφάσεις δεν ορίζεται ως προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης του εφεσιβλήτου η δικαστική επιδίωξη της είσπραξης της απαίτησης που προκύπτει από την καταγγελία του δανείου από τους πρωτοφειλέτες, η απόκτηση εκτελεστού τίτλου και η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του πρωτοφειλέτη, αλλά η κατάπτωση της παρασχεθείσας εγγύησης επέρχεται μόλις καταστούν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές τρεις συνεχόμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις και υποβληθεί αίτηση από την δανείστρια Τράπεζα με αίτημα την κατάπτωση και καταβολή της εγγύησης. Ο παραπάνω λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, οι περί εγγυήσεως διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου ενώ στις διατάξεις του ν. 2322/1995 καθώς και στις εκδοθείσες, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, ως άνω Υπουργικές Αποφάσεις με τις οποίες τίθενται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις και οι όροι για τη χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης και λοιπές πιστωτικές διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες, δεν προβλέπεται παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από την ένσταση διζήσεως, ούτε αποκλείεται η άσκησή της, ώστε αυτό, ως εγγυητής και στο πλαίσιο των χρηματοδοτήσεων επιχειρήσεων και επαγγελματιών, μπορεί να προβάλει την ένσταση διζήσεως (ΕΑ 1418/2024, ΕΑ 2609/2024, ΕΑ 929/2023, ΕΑ 935/2023, ΕΑ 4029/2022, ΕΑ 3207/2021 ο.π., πρβλ και ΑΠ 1129/2024 ο.π.). Στην περίπτωση δε που ο νομοθέτης ήθελε τη μη εφαρμογή του άρθρου 855 ΑΚ και την παραίτηση, εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, από την ένσταση διζήσεως κατά την ενεργοποίηση της εγγυητικής του ευθύνης, αυτό θα έπρεπε να διατυπωθεί ρητά, όπως τούτο έπραξε σε άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο παραιτήθηκε ρητά από την ένσταση διζήσεως [βλ. υπ' αριθμ. ………… Αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τη χορήγηση δανείων σε επιχειρήσεις στους νομούς Δράμας, Ξάνθης και Τρικάλων, αντίστοιχα] δοθέντος ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού από τους εγγυητές αποτελεί πρωταρχικό και αναφαίρετο δικαίωμά τους στο σύνολο των δανειακών συμβάσεων τις οποίες εγγυώνται με την περιουσία τους, με εξαίρεση την περίπτωση παραίτησης από αυτό, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα στη νομική (I) σκέψη της παρούσας. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 με την οποία προβλέπονται οι προϋποθέσεις ελευθέρωσης του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη, δεν αποκλείουν, ως ειδικότερες, τη δυνατότητα του Δημοσίου να προβάλλει την ένσταση διζήσεως επικαλούμενο τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα ούτε, εξάλλου, το νόμιμο και βάσιμο της ένστασης διζήσεως εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ένστασης του άρθρου 11 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου, ως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον ίδιο λόγο έφεσης, καθόσον εκάστη των ανωτέρω ενστάσεων λειτουργεί αυτοτελώς επιφέροντας διαφορετικές έννομες συνέπειες σημαντικότερη δε έκφανση του επικουρικού (παρεπόμενου) χαρακτήρα της εγγυητικής ευθύνης αποτελεί η παρεχόμενη με την ΑΚ 855, ευθέως στον εγγυητή, γνήσια αναβλητική ένσταση διζήσεως. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση και έκανε δεκτή, ως νόμω και ουσία βάσιμη, την προβληθείσα ένσταση διζήσεως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΟλΑΠ 42/2012, ΑΠ 1821/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔ/νη 2004, 723), μεταξύ των οποίων και η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα - ενάγουσα με αριθμό.../2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών ληφθείσα στο πλαίσιο άλλων δικών, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ. ….2006 σύμβασης πίστωσης η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … ... ... Α.Ε.», με Α.Φ.Μ. …. (Διασπώμενη), στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, κατά τα ανωτέρω, ως καθολική διάδοχος, η εκκαλούσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «...», με Α.Φ.Μ. … και Γ.Ε.ΜΗ. …. (Επωφελούμενη), χορήγησε στον ... ... του ..., μη διάδικο, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση στο όνομά του, με έδρα στα ... Εύβοιας, πίστωση για κεφάλαιο κίνησης, ποσού 30.000 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο που ανερχόταν κατά τον χρόνο υπογραφής της πίστωσης συνολικά σε 9,50% υπολογιζόμενο ειδικότερα με βάση το Βασικό Επιτόκιο Κεφαλαίου Κίνησης Επαγγελματικών (Β.Κ.Κ.Ε.) 7,90%, πλέον περιθωρίου 1% και εισφοράς 0,60% του ν. 128/1975, σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες της ως άνω σύμβασης. Ο ανωτέρω οφειλέτης έκανε χρήση της πίστωσης για την παρακολούθηση της οποίας τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ...λογαριασμός. Ο πιστούχος ... ... του ... με την από 31-12-2007 επιστολή του ζήτησε από την ενάγουσα την ένταξη της υφιστάμενης μέχρι την 25-8-2007 οφειλής από την ένδικη σύμβαση πίστωσης, ποσού 23.713,55 ευρώ, στα μέτρα για τη ρύθμιση οφειλών και τη χορήγηση κεφαλαίων κίνησης σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν μεταξύ άλλων και στο νομό Εύβοιας, ο οποίος επλήγη από τις πυρκαγιές του έτους 2007. Με το υπ’ αριθμ. …. έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης Κινήσεως Κεφαλαίων Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα και στον πιστούχο η απόφαση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (…. συνεδρίαση/…), με την οποία εγκρίθηκε η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για τη ρύθμιση των υφισταμένων κατά την 25-8-2007 οφειλών της ατομικής επιχείρησης του πιστούχου ... ... του ... προς την ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, για το συνολικό ποσό των 23.713,55 ευρώ, σύμφωνα με τις υπ’ αριθμ. …………… αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, όπως η πρώτη εξ αυτών τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ………… απόφαση του ίδιου Υπουργού, με τον όρο διατήρησης τυχόν υφιστάμενων εξασφαλίσεων. Ειδικότερα, η συνολική διάρκεια της ρύθμισης ορίστηκε, κατά τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Υπουργικές Αποφάσεις, σε δέκα (10) χρόνια συμπεριλαμβανομένης περιόδου χάριτος και η εξόφληση του υπολοίπου σε συνεχείς εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις με πρώτη δόση την 30-6-2010 και τελευταία την 31-12-2017. Ως επιτόκιο ορίστηκε το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70% πλέον εισφοράς του ν. 128/1975 ενώ για την παρακολούθηση της ανωτέρω ρύθμισης τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ...λογαριασμός. Στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 3816/2010 (ΦΕΚ 26/ΤευχΑ'/26-1-2010) περί ρυθμίσεων οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, υπεγράφη μεταξύ της Τράπεζας και του πρωτοφειλέτη η από 14-9-2010 πρόσθετη πράξη της ένδικης σύμβασης με τη οποία, μεταξύ άλλων, ο πιστούχος αναγνώρισε το ανεξόφλητο, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, κεφάλαιο του δανείου, ύψους 22.347,18 ευρώ και συμφωνήθηκε: α) η διετής αναστολή αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου αρχομένης αναδρομικά από 1-1-2010 και λήγουσας στις 31-12-2011 κατά την οποία ο πιστούχος απαλλάσσεται της υποχρέωσης αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου, ήτοι μέχρι 31-12-2019, β) η καταβολή μόνο των τόκων κατά το ενδιάμεσο διάστημα, ήτοι κατά τη διάρκεια της αναστολής, με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Ωστόσο, ο πιστούχος δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές του υποχρεώσεις και ειδικότερα δεν κατέβαλε στον υπ' αριθμ. ...λογαριασμό που εξυπηρετούσε το τμήμα της οφειλής που ρυθμίστηκε με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου α) τους τόκους της περιόδου αναστολής που αντιστοιχούν στα εξάμηνα Ιουλίου 2010 - Δεκεμβρίου 2010, Ιανουάριου 2011 - Ιουνίου 2011, Ιουλίου 2011 - Δεκεμβρίου 2011, Ιανουάριου 2012- Ιουνίου 2012 και Ιουλίου 2012 - Δεκεμβρίου 2012 και β) τις πλήρεις τοκοχρεολυτικές δόσεις των εξαμήνων Ιανουάριου 2012- Ιουνίου 2012 καταβλητέας την 1-7-2012 και Ιουλίου 2012 - Δεκεμβρίου 2012 καταβλητέας την 1-1-2013, συνολικού ποσού 4.288,71 ευρώ, με συνέπεια να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό της ρυθμισμένης οφειλής σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις. Για τον λόγο αυτό στις 20-3-2013 η πιστώτρια τράπεζα έκλεισε οριστικά α) τον τηρούμενο για την εξυπηρέτηση της ένδικης σύμβασης πίστωσης λογαριασμό με αριθμό ..., το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 25.473,97 ευρώ, και δη: 1) για κεφάλαιο το ποσό των 22.347,18 ευρώ, 2) για δεδουλευμένους τόκους κεφαλαίου που αναλογούν στις δόσεις των ως άνω εξαμήνων αναστολής καταβολής κεφαλαίου, ποσό 2.265,36 ευρώ, 3) για δεδουλευμένους τόκους κεφαλαίου που αντιστοιχούν στις ήδη απαιτητές δόσεις των εξαμήνων Ιανουάριου 2012- Ιουνίου
2012 και Ιουλίου 2012 — Δεκεμβρίου 2012 μέχρι τη μεταφορά του λογαριασμού σε οριστική καθυστέρηση, το ποσό των 786,43 ευρώ και 4) για έξοδα το ποσό των 75,00 ευρώ και β) τον υπ' αριθ. ...λογαριασμό που εξυπηρετούσε τη μη εγγυημένη από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλή του πιστούχου ο οποίος κατά την ανωτέρω ημερομηνία εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ποσού 5.906,96 ευρώ, συνολικά δε το χρεωστικό υπόλοιποι για τις ανωτέρω αιτίες ανερχόταν στο ποσό των 31.380,93 (25.437,97 + 5.906,96) ευρώ. Ακολούθως, με την από 20-3-2013 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση - δήλωση η οποία κοινοποιήθηκε στον πιστούχο και στο εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 17-6-2013 (βλ. τις υπ'αριθ. ... και … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας …. και του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …., αντίστοιχα) η ενάγουσα κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση πίστωσης και την ως άνω πρόσθετη πράξη ρύθμισης και κάλεσε τον οφειλέτη και το εφεσίβλητο να προβούν στην άμεση εξόφληση της συνολικής οφειλής και ειδικότερα α) το ποσό των 5.906,96 ευρώ εντόκως από 31-5-2012 με το συμβατικό επιτόκιο και από 20-3-2013 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι εξοφλήσεως και β) το συνολικό ποσό των 25.473,97 ευρώ εντόκως και δη ι) το ποσό των 25.398,97 ευρώ εντόκως από 21-3-2013 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι εξοφλήσεως και ιι) το ποσό των 75,00 ευρώ εντόκως με τον νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας από 21-3-2013 και μέχρι εξοφλήσεως. Ακολούθως, με αίτηση της ενάγουσας εκδόθηκε κατά του πιστούχου η υπ' αριθ. .../2013 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας για το συνολικό ποσό των 31.380,93 ευρώ πλέον εξόδων. Ακριβές αντίγραφο εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής με την από 13-9-2013 επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκε στον πιστούχο στις 1-9-2013 (βλ. την υπ' αριθ. …. 2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας …). Περαιτέρω, η ενάγουσα τράπεζα υπέβαλε προς την αρμόδια 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους την υπ’ αριθμ. πρωτ. ….2018 αίτησή της, με την οποία, αφού συνυπέβαλε και τα απαιτούμενα κατά τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 2/478/0025/2006 Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά έγγραφα, ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του οφειλέτη και την καταβολή του εγγυημένου από το Ελληνικό Δημόσιο ποσού, ύψους 19.269,25 ευρώ, στο οποίο αντιστοιχεί το 80% του χρεωστικού υπολοίπου, αφαιρουμένων των τόκων άληκτου κεφαλαίου και τόκων υπερημερίας ληξιπρόθεσμων δόσεων μέχρι τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού στις 20-3-2013, καθώς και των εξόδων καθυστέρησης, τα οποία δεν καλύπτονται από την εγγύηση του εφεσιβλήτου, αποτελούμενο από α) ανεξόφλητο εγγυημένο κεφάλαιο κατά τον χρόνο μεταφοράς της απαίτησης σε οριστική καθυστέρηση ποσού 17.877,74 ευρώ, β) ανεξόφλητους τόκους συμβατικούς τριών ληξιπρόθεσμων δόσεων προ της μεταφοράς της απαίτησης σε οριστική καθυστέρηση, ήτοι μέχρι και τη λήξη της 3ης ανεξόφλητης δόσης, ποσού 1.168,45 ευρώ, και ειδικότερα ι) συμβατικούς τόκους του εξαμήνου από 1-7-2011 μέχρι 1-1-2012 ποσού 494,15 ευρώ, ιι) συμβατικούς τόκους του εξαμήνου από 2-1-2012 μέχρι 1-7-2012 ποσού 494,15 ευρώ και ιιι) συμβατικούς τόκους του εξαμήνου από 1-7-2012 μέχρι 1-1-2013 ποσού 472,26 ευρώ, γ) ανεξόφλητους τόκους υπερημερίας των δόσεων για ένα τρίμηνο από 2-1-2013 μέχρι 31-3-2013, ήτοι από τη λήξη της 3ης ολόκληρης ανεξόφλητης δόσης και για ένα τρίμηνο, συνολικού ποσού 79,06 ευρώ και ειδικότερα ι) τόκους υπερημερίας δόσης 1- 1-2012 ποσού 14,02 ευρώ, ιι) τόκους υπερημερίας δόσης 1-7-2012 ποσού 42,09 ευρώ και ιιι) τόκους υπερημερίας δόσης 1-1-2013 ποσού 42,71 ευρώ και δ) έξοδα αναγγελίας κλεισίματος ποσού 144,00 ευρώ. Περαιτέρω, με το υπ’ αριθμ. ….2008 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης Κινήσεως Κεφαλαίου Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... ... Α.Ε.», με Α.Φ.Μ. …. (Διασπώμενη), καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη, κατά τα ανωτέρω, η εκκαλούσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ 9-1 ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «...», με Α.Φ.Μ. … (Επωφελούμενη), η με αριθμό ….2008 απόφαση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία εγκρίθηκε η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για τη χρηματοδότηση με νέο Κεφάλαιο Κίνησης, ποσού 16.060,00 ευρώ, από την ανωτέρω Τράπεζα στην εδρεύουσα στα ... Εύβοιας ατομική επιχείρηση του ... ... του ..., σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω με αριθμό ………. αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, όπως η πρώτη εξ αυτών τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. …. απόφαση του ίδιου Υπουργού. Ακολούθως, βάσει των ίδιων ως άνω υπουργικών αποφάσεων, καταρτίστηκε μεταξύ του ... ... του ... και της προαναφερόμενης πιστώτριας τράπεζας η υπ’ αριθμ. …. σύμβαση δανείου για κεφάλαιο κίνησης πυρόπληκτων περιοχών με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό ίσο με το 80% του κεφαλαίου και των τόκων, ποσού 16.060,00 ευρώ, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες. Ειδικότερα, το δάνειο ορίστηκε εξοφλητέο μέχρι στις 31-12-2012 ως εξής: α) κατά την περίοδο χάριτος μέχρι την 31-12-2009 ο οφειλέτης θα καταβάλει μόνο τους δεδουλευμένους τόκους του δανείου που έχουν υπολογιστεί τοκαριθμικά επί του εκταμιευμένου ποσού κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα και β) μετά την παρέλευση της περιόδου χάριτος ο οφειλέτης υποχρεούται να αποπληρώσει το δάνειο σε εξαμηνιαίες, συνεχείς, τοκοχρεολυτικές δόσεις με έναρξη καταβολών στις 1-7-2010 και λήξη την 1-1-2013. Το δάνειο συνομολογήθηκε έντοκο με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο ισούται με το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (ΕΓΕΔ) δωδεκάμηνης διάρκειας προσαυξημένο κατά 70%, πλέον της εισφοράς του ν. 128/75 ενώ οι τόκοι ορίστηκαν επιδοτούμενοι από το Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσοστό 80% για όλη τη συμφωνημένη διάρκεια του δανείου σύμφωνα με τα οριζόμενα στη με αριθμό ….-2007 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 3816/2010 (ΦΕΚ 26/ΤευχΑ726-1-2010) περί ρυθμίσεων οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, υπεγράφη μεταξύ της Τράπεζας και του πρωτοφειλέτη η από 14-9-2010 πρόσθετη πράξη της ένδικης σύμβασης με την οποία ο τελευταίος αναγνώρισε το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου, ύψους 15.713,30 ευρώ, και συμφωνήθηκε: α) η διετής αναστολή αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου αρχομένης αναδρομικά από 1-1-2010 και λήγουσας στις 31-12-2011 κατά την οποία ο οφειλέτης απαλλάσσεται της υποχρέωσης αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου, ήτοι μέχρι 31-12-2014, και β) η καταβολή μόνο των τόκων κατά το ενδιάμεσο διάστημα, ήτοι κατά τη διάρκεια της αναστολής, με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Για την παρακολούθηση της ένδικης σύμβασης τηρήθηκε ο με αριθμό ...λογαριασμός ο οποίος κινήθηκε μέχρι την 2-1-2009 οπότε και έκλεισε και το υπόλοιπο εκ ποσού 15.860,00 ευρώ μεταφέρθηκε στις 10-12-2008 στο με αριθμό ...λογαριασμό. Ωστόσο, ο δανειολήπτης δεν εκπλήρωσε τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση και την πρόσθετη πράξη υποχρεώσεις του και ειδικότερα δεν κατέβαλε α) τους τόκους της περιόδου αναστολής που αντιστοιχούν στα εξάμηνα Ιανουάριου 2011 - Ιουνίου 2011, Ιουλίου 2011 - Δεκεμβρίου 2011, Ιανουάριου 2012- Ιουνίου 2012 και Ιουλίου 2012 - Δεκεμβρίου 2012 και β) τις πλήρεις τοκοχρεολυτικές δόσεις των εξαμήνων Ιανουάριου 2012 - Ιουνίου 2012 καταβλητέας στις 1-7-2012 και Ιουλίου 2012 - Δεκεμβρίου 2012 καταβλητέας στις 1-1-2013, συνολικού ποσού 5.326,72 ευρώ με συνέπεια να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό της ρυθμισμένης οφειλής σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις. Για τον λόγο αυτό στις 20-3-2013 η πιστώτρια τράπεζα έκλεισε οριστικά τον τηρούμενο για την εξυπηρέτηση του δανείου λογαριασμό, το χρεωστικό υπόλοιπου του οποίου ανερχόταν, κατά τον χρόνο εκείνο, στο ποσό των 16.884,86 ευρώ, και δη: 1) για κεφάλαιο ποσό 15.713,30 ευρώ, 2) για δεδουλευμένους τόκους κεφαλαίου που αναλογούν στις δόσεις των ως άνω εξαμήνων αναστολής καταβολής κεφαλαίου ποσό 535,19 ευρώ, 3) για δεδουλευμένους τόκους κεφαλαίου που αντιστοιχούν στις ήδη απαιτητές δόσεις των εξαμήνων Ιανουάριου 2012 - Ιουνίου 2012 και Ιουλίου 2012 - Δεκεμβρίου 2012 και μέχρι τη μεταφορά του λογαριασμού σε οριστική καθυστέρηση, το ποσό των 525,87 ευρώ και 4) για έξοδα το ποσό των 110,50 ευρώ. Ακολούθως, με την από 20-3-2013 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση - δήλωση η οποία κοινοποιήθηκε στον οφειλέτη και στο εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 17-6-2013 (βλ. τις υπ'αριθ. …-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας …. και του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …., αντίστοιχα) η ενάγουσα κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση και την ως άνω πρόσθετη πράξη ρύθμισης και κάλεσε τον οφειλέτη και το εφεσίβλητο να προβούν στην άμεση εξόφληση της συνολικής οφειλής συνολικού ύψους 16.884,86 (16.774,36 + 110,50) ευρώ, εντόκως α) με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό από 21-3-2013 μέχρι εξοφλήσεως για το ποσό των 16.774,36 ευρώ και β) με τον νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας από 21-3-2013 και μέχρι εξοφλήσεως για το ποσό των 110,50 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω και λόγω μη εξόφλησης της οφειλής η ενάγουσα αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 914/2013 διαταγής πληρωμής δυνάμει της οποίας ο οφειλέτης ... ... διατάχθηκε να καταβάλει, το συνολικό ποσό των 16.884,86 ευρώ πλέον εξόδων. Ακριβές αντίγραφο εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής με την από 6-9-2013 επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκε στον οφειλέτη στις 1-10-2013 (βλ. την υπ' αριθ..../1-9-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ….). Περαιτέρω, η ενάγουσα τράπεζα υπέβαλε προς την αρμόδια 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους την υπ’ αριθμ. πρωτ. ….2018 αίτησή της, με την οποία, αφού συνυπέβαλε και τα απαιτούμενα κατά τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 2/478/0025/2006 Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά έγγραφα, ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του οφειλέτη και την καταβολή του εγγυημένου από το Ελληνικό Δημόσιο ποσού, ύψους 13.149,31 ευρώ, στο οποίο αντιστοιχεί το 80% του χρεωστικού υπολοίπου, αφαιρουμένων των τόκων άληκτου κεφαλαίου και τόκων υπερημερίας ληξιπρόθεσμων δόσεων καθώς, επίσης, και των εξόδων καθυστέρησης τα οποία δεν καλύπτονται από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, και δη α) ποσό 12.570,64 ευρώ για ανεξόφλητο εγγυημένο κεφάλαιο κατά τον χρόνο μεταφοράς της απαίτησης σε οριστική καθυστέρηση, β) ποσό 316,97 ευρώ για ανεξόφλητους τόκους συμβατικούς τριών ληξιπρόθεσμων δόσεων προ της μεταφοράς της απαίτησης σε οριστική καθυστέρηση, ήτοι μέχρι και τη λήξη της 3ης ανεξόφλητης δόσης, και ειδικότερα ι) συμβατικούς τόκους του εξαμήνου από 1-7-2011 μέχρι 1-1-2012 ύψους 138,98 ευρώ, ιι) συμβατικούς τόκους του εξαμήνου από 2-1-2012 μέχρι 1-7-2012 ύψους 138,98 ευρώ και ιιι) συμβατικούς τόκους του εξαμήνου από 1-7-2012 μέχρι 1- 1-2013 ύψους 118,25 ευρώ, γ) συνολικό ποσό 117,70 ευρώ για ανεξόφλητους τόκους υπερημερίας των δόσεων για ένα τρίμηνο και δη από 2-1-2013 μέχρι 31-3-2013, ήτοι από τη λήξη της 3ης ολόκληρης ανεξόφλητης δόσης και για ένα τρίμηνο, και ειδικότερα ι) για τόκους υπερημερίας δόσης 1-1-2012 το ποσό των 3,94 ευρώ, ιι) για τόκους υπερημερίας δόσης 1-7-2012 το ποσό των 70,42 ευρώ και ιιι) για τόκους υπερημερίας δόσης 1-1-2013 το ποσό των 72,77 ευρώ και δ) ποσό 144,00 ευρώ για έξοδα αναγγελίας κλεισίματος. Το Ελληνικό Δημόσιο ουδέν ποσό κατέβαλε από τις ανωτέρω αιτίες οπότε η ενάγουσα τράπεζα άσκησε εναντίον του την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο πρότεινε, μεταξύ άλλων, παραδεκτά με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς απόκρουση της αγωγής, την ένσταση δίζησης, ισχυριζόμενο ότι η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα δεν επιχείρησε εναντίον του πρωτοφειλέτη αναγκαστική εκτέλεση πριν από την άσκηση της αγωγής. Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ελλείψει προβολής εκ μέρους της ενάγουσας αντένστασης περί επιχείρησης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της πιστούχου η οποία να απέβη άκαρπη, δέχθηκε την ένσταση δίζησης, ως νόμω και ουσία βάσιμη, και απέρριψε, κατά τα ανωτέρω, την αγωγή προσωρινά και δη μέχρι την επιχείρηση εκ μέρους της ενάγουσας τράπεζας ατελέσφορης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του πρωτοφειλέτη. Η εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλει, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς απόκρουση της προβληθείσας ένστασης δίζησης εκ μέρους του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, αντένσταση, κατ’ άρθρο 857 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι υπάρχει νομική αδυναμία προς επιχείρηση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του πρωτοφειλέτη καθόσον λόγω της υπαγωγής του τελευταίου στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 δυνάμει της υπ' αριθμ. 476/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεν είναι επιτρεπτή η επιχείρηση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος πρωτοφειλέτη ενώ η μοναδική κινητή περιουσία του, ήτοι ένα αυτοκίνητο, έτους κυκλοφορίας 2008, εξαιρέθηκε της ρευστοποίησης αφού λόγω της παλαιότητάς του και των γενικότερων συνθηκών στην αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, δεν κρίθηκε πρόσφορο προς εκποίηση. Ότι, σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε απόπειρα αναγκαστικής εκτέλεσης επί των κινητών περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη θα αποβεί άκαρπη δεδομένης της περιουσιακής και επαγγελματικής κατάστασης του τελευταίου, όπως αυτή προκύπτει τόσο από τη με αριθμό κατάθεσης 146/2016 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας για την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3869/2010 όσο και από τις παραδοχές της με αριθμό 476/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας από την οποία προκύπτει ότι ο ως άνω οφειλέτης προέβη σε διακοπή των εργασιών της ατομικής του επιχείρησης, λόγω συνταξιοδότησης, το έτος 2011, γεγονός άλλωστε που προκύπτει και από την επισκόπηση των βασικών στοιχείων δημοσιότητας στη σχετική ιστοσελίδα του Γ.Ε.ΜΗ. ενώ δεν διαθέτει κινητή περιουσία από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί έστω και εν μέρει η απαίτηση της Τράπεζας. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δια του δεύτερου λόγου έφεσης της εκκαλούσας, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν αποδεικνύονται εγγράφως, (άρθρο 527 περ. 6 ΚΠολΔ), συνιστά, κατ’ εκτίμηση του Δικαστηρίου, την αντένσταση του άρθρου 857 περ. 3 και 4 ΑΚ, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 857 περ. 3 ΑΚ και για την περίπτωση της υπαγωγής των χρεών του πρωτοφειλέτη στις διατάξεις του ν. 3869/2010, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα στη νομική (II) σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω, η ανωτέρω αντένσταση περί έκπτωσης από την ένσταση διζήσεως πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ'ουσίαν βάσιμη καθόσον από τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα προκύπτει πράγματι ότι ο πρωτοφειλέτης, ... ... του ..., έχει υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Ειδικότερα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 476/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης του πρωτοφειλέτη, ... ..., με τη συμμετοχή των πιστωτριών ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Τράπεζα ... ... Α.Ε.» με Α.Φ.Μ. … (Διασπώμενη), ρυθμίστηκαν τα χρέη του ως άνω πρωτοφειλέτη με μηδενικές καταβολές επί δύο έτη και δύο μήνες από την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα από τη δημοσίευσή της, στις 19- 7-2017, εξαιρέθηκε από την εκποίηση η κύρια κατοικία του καθώς και η λοιπή κινητή περιουσία του, όπως αυτή προσδιορίστηκε στο ιστορικό της ανωτέρω απόφασης, και επιβλήθηκε σε αυτόν η υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας του το ποσό των 22.000 ευρώ σε 180 συνεχείς μηνιαίες δόσεις, διάρκειας δεκαπέντε (15) ετών, κατά τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις. Ειδικότερα, ως προς τα κινητά περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη, τα οποία εξαιρέθηκαν, κατά τα ανωτέρω, από την εκποίηση, αποδείχτηκε ότι ο τελευταίος είναι κύριος α) του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 1997, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς και έχει τεθεί σε ακινησία με αντίστοιχη δήλωση προς τη Δ.Ο.Υ. και β) του υπ' αριθ. κυκλοφορίας …/ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής …, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2008, το οποίο, επίσης, έχει τεθεί σε καθεστώς ακινησίας, η συνολική αξία των οποίων δεν ξεπερνά τα 2.700 ευρώ, ποσό από το οποίο, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ασήμαντο μόνο μέρος της απαίτησης της εκκαλούσας. Εξάλλου, η ατομική επιχείρηση του πρωτοφειλέτη, με έδρα στα ... Εύβοιας, λύθηκε ήδη από το 2011 και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα έναρξης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του (πρβλ ΕΑ 2626/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) αφού είναι φανερό ότι η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη. Μετά ταύτα, υφίσταται η υποχρέωση του εναγόμενου - εφεσιβλήτου να καταβάλει στην εκκαλούσα το ποσό των 32.418,56 (19.269,25 + 13.149,31) ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό της καταπεσούσης εγγύησης, που είχε χορηγηθεί για την περίπτωση μη τήρησης των όρων των ένδικων δανειακών συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας και του οφειλέτη της, ... ... του .... Σημειώνεται ότι άλλοι ισχυρισμοί δεν προβάλλονται από το εναγόμενο - εφεσίβλητο με τις νόμιμα κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, ώστε οι πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμοί του που δεν επαναδιατυπώνονται με πληρότητα στις προτάσεις του αλλά μόνο επιγραμματικά, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Σε κάθε περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής των ένδικων αξιώσεων, η οποία, καθόσον αφορά τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και χωρίς την προβολή σχετικής ένστασης (άρθρο 94 εδ. δ’ του ν. 2362/1995), δεδομένου ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού», ο οποίος επαναλάμβανε κατ’ αρχήν παρόμοιες ρυθμίσεις με εκείνες που περιείχε το ν.δ. 321/1969 «περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού» και ο οποίος καταργήθηκε από τον ν. 4270/2014, που ισχύει από 1-1-2015 και περιέχει όμοιες, κατά περιεχόμενο, διατάξεις, η παραγραφή των κάθε είδους απαιτήσεων κατά του Δημοσίου είναι πενταετής και αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης (ΑΠ 738/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, οι ένδικες αξιώσεις γεννήθηκαν εντός του έτους 2013, αφού οι ένδικες συμβάσεις καταγγέλθηκαν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από την ενάγουσα στις 17-6-2013, οπότε και αφετηριάσθηκε η πενταετής παραγραφή (ΑΠ 738/2023 ό.π.) από την 1η.1.2014. Ως εκ τούτου δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 21-12- 2018 και επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 24-12-2018 (βλ. τη με αριθμό …. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….).
Κατόπιν τούτων, πρέπει, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ανωτέρω, γενόμενου δεκτού ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης, να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα του κατατεθέντος εκ μέρους της παράβολου κατά την άσκηση της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, ακολούθως, αφού κρατηθεί η κρινόμενη αγωγή να δικαστεί από τον παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην εκκαλούσα, ως καθολική διάδοχο της ενάγουσας, το ποσό των 32.418,56 ευρώ εντόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το χρονικό διάστημα έως και τις 30.4.2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (ΦΕΚ 65/ΤευχΑ724-4-2019) για το διάστημα από 1.5.2019 και μέχρι την πλήρη εξόφληση το οποίο ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως (πρβλ 1262/2023, ΑΠ 312/2022, ΕΑ 1648/2023, ΕΑ 5615/2022 - ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το εφεσίβλητο, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη σε βάρος ή υπέρ του Δημοσίου - ΑΠ 934/2020), σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 134423 Οικ/8.12.1992 (ΦΕΚ 11/20.1.1993) Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ'ουσίαν την από 22-11-2023 (αριθμ.εκθ.κατάθ. .../2-7-2024) έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην εκκαλούσα του παράβολου που κατατέθηκε στη Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθ. 10344/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 5-12-2018 (αριθμ.εκθ.καταθ. .../.../21-12-2018) αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο - εφεσίβλητο να καταβάλει στην εκκαλούσα, ως καθολική διάδοχο της ενάγουσας, το συνολικό ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων δεκαοκτώ ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (32.418,56) με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και με επιτόκιο 6% ετησίως για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής μέχρι τις 30- 4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/24.4.2019 από 1-5-2019 και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας - εκκαλούσας σε βάρος του εφεσιβλήτου - εναγομένου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, του πληρεξουσίου δικηγόρου της εκκαλούσα« και του δικαστικού πληρεξουσίου του ΝΣΚ του εφεσιβλήτου, στις …2025.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ