ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Ε’
ΑΡΙΘΜΟΣ 450/2026
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Χρήστο Ματσκίδη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα Ευδοκία Ράμτσιου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 08-01-2026 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, με Α.Φ.Μ. ..., και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός … (Κατάστημα … Ν.Σ.Κ.) και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …. Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 παρ. 1, 36 παρ. 1, 41 παρ. 4 και 43 του ν. 4389/2016), το οποίο παραστάθηκε δια της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βάγιας Ματσίκα (AM ….), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: ...., κάτοικος … … Θεσσαλονίκης, οδός …, Τ.Κ. …, με Α.Φ.Μ. …, Δ.Ο.Υ. … Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανάσιου Παπαναστασίου (Δ.Σ.Θ. …), ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.
Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε την από 18-01-2024 με αριθμό εκθ. καταθ. δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ .../18-01-2024 ανακοπή. Επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 6007/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έκανε δεκτή την ανακοπή. Κατ’ αυτής παραπονείται το καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούν με την από 15-05-2025 έφεσή του, ενώπιον του γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (με αριθμό κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/.../15- 05-2025) και έλαβε αριθμό κατάθεσης δικογράφου και πράξη προσδιορισμού δικασίμου ΓΑΚ/ΕΑΚ/.../20-05-2025 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τούτο και στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου προσδιορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπό κρίση υποθέσεως, η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, αναφέρθηκε στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της και ζήτησε να γίνουν δεκτές, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου δεν παραστάθηκε αυτοπροσώπως, αλλά υπέβαλε την από 07-01-2026 μονομερή δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-05-2025 έφεση και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/.../15-05-2025 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αριθμό κατάθεσης δικογράφου και πράξη προσδιορισμού δικασίμου ΓΑΚ/ΕΑΚ/.../20-05-2025 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τούτο κατά της με αριθμό 6007/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε την από 18-01-2024 με αριθμό εκθ. καταθ. δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ .../18-01-2024 ανακοπή, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε την 06-05-2025 (βλ. την επί του σώματος της πρωτόδικης απόφασης από 06-05-2025 σχετική επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ….) και η έφεση ασκήθηκε την 20-05- 2025 με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ.1 εδ.β', 516, 517, 518 παρ. 1 και 520 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω μέσα στα όρια, που καθορίζονται από αυτήν, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια τακτική διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε και η πρωτοβάθμια απόφαση (άρθρ. 533 παρ.1 του ίδιου κώδικα), ενόψει του ότι εκκαλούν τυγχάνει το Ελληνικό Δημόσιο και δεν απαιτείται για το παραδεκτό της έφεσης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 28 παρ. 4 του ν. 2579/1988, σε συνδυασμό με το άρθρο 19 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944 «Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου», η κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ χρηματικού παράβολου.
Με τη με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ .../18-01-2024 ανακοπή και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος εκθέτει πως το καθ’ ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο του κοινοποίησε, στις 21-12-2023, τις υπ’ αρ. ..., ..., ... και ... ατομικές ειδοποιήσεις χρεών της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ... Θεσσαλονίκης, ποσού, αντίστοιχα, 5.211,69 ευρώ, 5.440,32 ευρώ, 5.611,83 ευρώ και 6.731,95 ευρώ, ήτοι εν συνόλω 22.995,79 ευρώ, με τις οποίες τον πληροφορούσε: ότι βεβαιώθηκαν σε βάρος του, στις 21-12-2023, με Αριθμό Τριπλοτύπου Βεβαίωσης (ΑΤΒ) ….-2023 και γραμμές χρηματικού καταλόγου (ΧΚ) ..., τα ποσά, αντίστοιχα, των 1.716,00 ευρώ, 1.737,14 ευρώ, 1.758,55 ευρώ, 1.804,64 ευρώ, 1.781,66 ευρώ, 1.854,02 ευρώ, 1.829,37 ευρώ, 1.881,49 ευρώ, 1.900,97 ευρώ, 2.210,78 ευρώ, 2.253,21 ευρώ και 2.267,96 ευρώ, ως είδος φόρου «ΕΣΟΔΑ ΕΙΣ», ενώ αυτά προέρχονταν από την αναφερόμενη δανειακή σύμβαση, που συνήψε αυτός με την «…. ΑΕ», η οποία επιδοτήθηκε/εγγυήθηκε από το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο. Ζήτησε, δε, προβάλλοντας τους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο της ανακοπής λόγους, οι οποίοι συνίσταται, εκτός των άλλων και στην αοριστία των ατομικών ειδοποιήσεων - καταστάσεων οφειλών (πρώτος λόγος ανακοπής), να ακυρωθούν οι ανωτέρω ατομικές ειδοποιήσεις μετά της εμπεριεχόμενης σε αυτές ως άνω και σε βάρος του ταμειακής βεβαιώσεως, ήτοι να ακυρωθεί η ως άνω ταμειακή βεβαίωση, την οποία συμπροσβάλλει, δηλαδή την αναφερόμενη σε αυτές από 07-12-2023, με Αριθμό Τριπλοτύπου Βεβαίωσης (ΑΤΒ) … και γραμμές χρηματικού καταλόγου (ΧΚ) ..., ταμειακή βεβαίωση, κάτι εξάλλου που, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, θεωρείται εν προκειμένω πως συμβαίνει καθώς στο σώμα των προσβαλλόμενων ατομικών ειδοποιήσεων, που επισυνάπτονται στο εν λόγω δικόγραφο αυτοτελώς, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος αυτού, περιέχεται σαφής μνεία και στην πράξη ταμειακής βεβαίωσης των σχετικών χρεών, ώστε αυτή (κρινόμενη ανακοπή) να θεωρείται πως στρέφεται και κατά της ταμειακής τούτης βεβαιώσεως. Επιπλέον ζητά, να καταδικαστεί το καθ’ ου στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 6007/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δίκασε την ανωτέρω ανακοπή, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων και έκανε δεκτή την ανακοπή ως προς τον πρώτο λόγο αυτής και ακύρωσε τις υπ' αριθμ. .../21-12-2023, .../21-12-2023, .../21-12-2023 και .../21-12-2023 ατομικές ειδοποιήσεις χρεών της Δ.Ο.Υ. ... Θεσσαλονίκης και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος σε βάρος του καθ’ ου η ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η ανακοπή του αντιδίκου του.
Με τον τρίτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν επικαλείται τις διατάξεις του άρθρ. 25 παρ. 1 του ν. 2717/1999, 1 του ν. 4389/2016, καθώς και του άρθρ. 126 παρ. 1 ε’ του ΚΠολΔ, χωρίς να συμπεριλαμβάνει οποιαδήποτε αιτίαση κατά της εκκαλουμένης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 119-120 του ιδίου κώδικα, και τους λόγους της έφεσης. Σε κάθε περίπτωση δε πρέπει ο λόγος της έφεσης να διατυπώνεται με τόση τουλάχιστον σαφήνεια, ώστε να καθορίζονται τα σφάλματα που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση και δικαιολογούν τη ζητούμενη εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της. (ΑΠ 957/2011, ΕφΠειρ 616/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο εφετήριο και ο κανόνας του δικονομικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον εκκαλούντα συνιστούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, 2003, §§ 540, 541, Μαργαρίτης, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμ. ΚΠολΔ, τ. II, σελ. 926-7, ΑΠ 1440/2005 ΕλλΔνη 47 σελ. 155, ΑΠ 172/2003 ΕλλΔνη 2003 σελ. 1292, ΑΠ 1657/2002 ΕλλΔνη 44 (2003) σελ. 1614). Στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν με τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης δεν αναφέρει καμία συγκεκριμένη αιτίαση κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επιχειρηματολογεί υπέρ της ισχύος των προαναφερομένων νομικών διατάξεων, χωρίς όμως να εκθέτει σφάλμα ή παραβίαση ή ο,τιδήποτε άλλο σε βάρος της εκκαλουμένης. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τις μνημονευόμενες παραπάνω σκέψεις ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 4 επ. του ν. 4978/2022 (ΚΕΔΕ), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικούμενου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 65 του ν. 4978/2022 η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: «α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ’ ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ’ ουσίαν βάσιμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ’ όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικό επίτροπο αποφαινόμενος μετά δυνάμεως δεδικασμένου. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει σκύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως, γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως, δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υπόχρεου δεν είναι ό νόμω υπόχρεος, στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη». Εξάλλου, το άρθρο 4 του νέου ΚΕΔΕ, όπως ισχύει, ορίζει: «1. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ., για τα οποία εφαρμόζεται αποκλειστικά ο ως άνω Κώδικας, καθώς και των δημοσίων εσόδων της περ. β της παρ. 6 του άρθρου 2, μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου κατά την παρ. 5 του άρθρου 2, η ΑΑΔΕ εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα είτε την κοινοποιεί σε αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κ.Φ.Δ. Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο η επωνυμία του, καθώς και ο αριθμός φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) του, εφόσον υπάρχει, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού και η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι του άρθρου 6. 2. Η ατομική ειδοποίηση της παρ. 1 δεν εξομοιώνεται με την επιταγή προς πληρωμή. 3. Η παράλειψη αποστολής ή κοινοποίησης της ειδοποίησης της παρ. 1 δεν ασκεί επιρροή στο κύρος των αναγκαστικών μέτρων που λαμβάνονται κατά του οφειλέτη.». Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 Π.Δ. 16/1989 «Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ.» ορίζεται «Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες» κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου νόμου «η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με άσκηση ανακοπής του άρθρου 65 του Νέου ΚΕΔΕ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του νομίμου τίτλου όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, εάν ασκούσε το δικαίωμα του με αγωγή. Κατά την έννοια του προαναφερομένου άρθρου 2 ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικούμενου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε τον τίτλο, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση, συνακόλουθα σε αυτόν πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε σε περίπτωση αμφισβητήσεως να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο, δε, διότι με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του φερόμενου ως οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο, η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας, αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων. Από τη βεβαίωση ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Εάν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση που εκδίδει κατά το άρθρο 4 του Νέου ΚΕΔΕ η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης, και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του. τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει κατόπιν ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 65 του Νέου ΚΕΔΕ στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 67 του Νέου ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, εάν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη. Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτηση του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεως του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (Ολ ΑΠ 5/2019, ΑΠ 175/2024, ΑΠ 189/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφθεσ 1548/2025 αδημοσίευτη).
Με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσής του το εκκαλούν παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής του αντιδίκου του ως νόμιμο και ουσία βάσιμο και δέχθηκε ότι δεν προσδιορίζεται επαρκώς η οφειλή του ανακόπτοντος, με αποτέλεσμα να μην δίδεται η δυνατότητα στον ανακόπτοντα να ελέγξει το ακριβές ποσό της οφειλής του και να τίθεται ζήτημα βλάβης αυτού.
Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 § 1 ΚΕΔΕ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 7 § 5 ν. 4224/2013, η Δ.ΟΎ. ... Θεσσαλονίκης απέστειλε στον ανακόπτοντα και ήδη εφεσίβλητο: α) την υπ' αριθμ. πρωτ. .../21-12-2023 ατομική ειδοποίηση, στην οποία αναφέρονταν τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του ανακόπτοντος, ως είδος της οφειλής η ένδειξη «ΕΣΟΔΑ ΕΙΣ», το ποσό της οφειλής, ήτοι το ποσό των 5.211,69 ευρώ, αναλυόμενο σε τρεις επιμέρους οφειλές 1.716,00 (γραμμή 49 του οικείου χρηματικού καταλόγου), 1.737,14 (γραμμή 50 του οικείου χρηματικού καταλόγου), 1.758,55 (γραμμή 51 του οικείου χρηματικού καταλόγου), χωρίς περαιτέρω αναφορά σε τόκους και προσαυξήσεις, ο αριθμός και η ημερομηνία της ταμειακής βεβαίωσης (…-2023), της καταχώρισης δηλαδή του χρέους ως δημοσίου εσόδου, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της οφειλής, ήτοι εφάπαξ μέχρι 31-01-2024, και η μνεία ότι σε περίπτωση μη καταβολής της εντός της νόμιμης προθεσμίας επιβαρύνεται με προσαύξηση 0,73 % για κάθε μήνα καθυστέρησης, β) την υπ' αριθμ. πρωτ. .../21-12-2023 ατομική ειδοποίηση, στην οποία αναφέρονταν τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του ανακόπτοντος, ως είδος της οφειλής η ένδειξη «ΕΣΟΔΑ ΕΙΣ», το ποσό της οφειλής, ήτοι το ποσό των 5.440,32 ευρώ, αναλυόμενο σε τρεις επιμέρους οφειλές 1.804,64 (γραμμή 52 του οικείου χρηματικού καταλόγου), 1.781,66 (γραμμή 53 του οικείου χρηματικού καταλόγου), 1.854,02 (γραμμή 54 του οικείου χρηματικού καταλόγου), χωρίς περαιτέρω αναφορά σε τόκους και προσαυξήσεις, ο αριθμός και η ημερομηνία της ταμειακής βεβαίωσης (…-2023), της καταχώρισης δηλαδή του χρέους ως δημοσίου εσόδου, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της οφειλής, ήτοι εφάπαξ μέχρι 31-01-2024, και η μνεία ότι σε περίπτωση μη καταβολής της εντός της νόμιμης προθεσμίας επιβαρύνεται με προσαύξηση 0,73 % για κάθε μήνα καθυστέρησης, γ) την υπ' αριθμ. πρωτ. .../21-12-2023 ατομική ειδοποίηση, στην οποία αναφέρονταν τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του ανακόπτοντος, ως είδος της οφειλής η ένδειξη «ΕΣΟΔΑ ΕΙΣ», το ποσό της οφειλής, ήτοι το ποσό των 5.611,83 ευρώ, αναλυόμενο σε τρεις επιμέρους οφειλές 1.829,37 (γραμμή 55 του οικείου χρηματικού καταλόγου), 1.881,49 (γραμμή 56 του οικείου χρηματικού καταλόγου), 1.900,97 (γραμμή 57 του οικείου χρηματικού καταλόγου), χωρίς περαιτέρω αναφορά σε τόκους και προσαυξήσεις, ο αριθμός και η ημερομηνία της ταμειακής βεβαίωσης (….-2023), της καταχώρισης δηλαδή του χρέους ως δημοσίου εσόδου, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της οφειλής, ήτοι εφάπαξ μέχρι 31-01-2024, και η μνεία ότι σε περίπτωση μη καταβολής της εντός της νόμιμης προθεσμίας επιβαρύνεται με προσαύξηση 0,73 % για κάθε μήνα καθυστέρησης, δ) την υπ' αριθμ. πρωτ. .../21-12-2023 ατομική ειδοποίηση, στην οποία αναφέρονταν τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του ανακόπτοντος, ως είδος της οφειλής η ένδειξη «ΕΣΟΔΑ ΕΙΣ», το ποσό της οφειλής, ήτοι το ποσό των 6.731,95 ευρώ, αναλυόμενο σε τρεις επιμέρους οφειλές 2.210,78 (γραμμή 58 του οικείου χρηματικού καταλόγου), 2.253,21 (γραμμή 59 του οικείου χρηματικού καταλόγου), 2.267,96 (γραμμή 60 του οικείου χρηματικού καταλόγου), χωρίς περαιτέρω αναφορά σε τόκους και προσαυξήσεις, ο αριθμός και η ημερομηνία της ταμειακής βεβαίωσης (….-2023), της καταχώρισης δηλαδή του χρέους ως δημοσίου εσόδου, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της οφειλής, ήτοι εφάπαξ μέχρι 31-01-2024, και η μνεία ότι σε περίπτωση μη καταβολής της εντός της νόμιμης προθεσμίας επιβαρύνεται με προσαύξηση 0,73 % για κάθε μήνα καθυστέρησης. Με αυτά, όμως, τα στοιχεία, οι προαναφερόμενες ατομικές ειδοποιήσεις δεν είχαν το αναγκαίο κατά νόμο περιεχόμενο, καθώς η ένδειξη «ΕΣΟΔΑ ΕΙΣ» ουδόλως προσδιορίζει, όπως θα έπρεπε κατ' άρθρο 4 § 1 ΚΕΔΕ, το είδος του χρέους. Πέραν αυτού, εκτός από τις ατομικές ειδοποιήσεις ουδέν άλλο στοιχείο κοινοποιήθηκε ή γνωστοποιήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στον ανακόπτοντα. Γίνεται, ειδικότερα, σε αυτές αναφορά στην υπ' αριθμ. …-2023 ταμειακή βεβαίωση, καθώς και στις γραμμές 49-60 του οικείου χρηματικού καταλόγου, ωστόσο τα αυτά, όπως και τα έγγραφα που κατ’ άρθρο 2 παρ. 2 περ. β' ΚΕΔΕ συγκροτούσαν το νόμιμο τίτλο, ούτε κοινοποιήθηκαν, ούτε γνωστοποιήθηκαν, είτε κατόπιν αίτησης του ανακόπτοντος είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, σε αυτόν. Βέβαια, με τις προτάσεις του το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού το σύνολο των εγγράφων, ήτοι τέσσερις αναλυτικές καταστάσεις ανείσπρακτων οφειλών προς βεβαίωση της πιστώτριας τράπεζας, που συνιστούσαν το νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των προαναφερόμενων αντιστοιχούντων στις γραμμές 49-60 οφειλών. Έτσι, όμως, αφενός δεν προσκομίζονται τα αντίστοιχα έγγραφα για τις οφειλές των γραμμών 49-60 του οικείου χρηματικού καταλόγου, αφετέρου τα έγγραφα αυτά έπρεπε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω στη νομική σκέψη, να έχουν γνωστοποιηθεί στον ανακόπτοντα πριν από την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι στο πλαίσιο του ν. 2322/1995 περί «παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις» κι αφού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/31230/0025/6-6-2003 (ΦΕΚ B' 772/17-6-2003) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 2/56365/0025/10-10-2003 όμοια απόφαση (ΦΕΚ B' 1541/17- 10-2003), περί παροχής εγγύησης του Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων ύψους μέχρι του ποσού των 60.000,00 ευρώ, που θα χορηγούνταν για τη στεγαστική αποκατάσταση παλιννοστούντων ομογενών από χώρες της τέως Σοβιετικής Ένωσης, χορηγήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2004 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της «…. Α.Ε.» και του ανακόπτοντος, από την πρώτη στον δεύτερο έντοκο στεγαστικό δάνειο ύψους 60.000,00 ευρώ για την αγορά πρώτης κατοικίας, στον Δήμο ... στη Θεσσαλονίκη στη διασταύρωση των οδών ... και …., αφενός με την εγγύηση, υπέρ του δανειολήπτη, του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου για το 100 % του ποσού αυτού (όρος 17 § 2 της σύμβασης), αφετέρου με επιδότηση του επιτοκίου κατά ποσοστό 60% επίσης από το Ελληνικό Δημόσιο (όρος 3 παρ. 2 της σύμβασης). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού συμφωνήθηκε να γίνει σε είκοσι δύο έτη με σαράντα συνεχείς εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, από τις οποίες η πρώτη θα καταβαλλόταν στις 10-04-2006 και η τελευταία στις 10-10-2025. Λόγω μη εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των δανειακών υποχρεώσεων του ανακόπτοντος, η πιστώτρια τράπεζα επέλεξε, σύμφωνα με τον όρο 9 § 2 της σύμβασης, να αιτείται την κατάπτωση της εγγύησης του καθ’ ου Ελληνικού Δημοσίου ως προς τα εκάστοτε ποσά των καθυστερούμενων δόσεων, όπως είχαν επιβαρυνθεί με τόκους υπερημερίας, όπως άπαντα τούτα προκύπτουν από το συνδυασμό των εισελθόντων εκ του καθ’ ου στην παρούσα Δίκη εγγράφων και δη του δοσολογίου και της αναλυτικής κατάστασης ανείσπρακτων οφειλών προς βεβαίωση αφορούσα το\/ Χριστόφορο ... του ..., που απέστειλε η «…. ΑΕ» προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Έτσι, η φορολογική αρχή Δ.Ο.Υ. ... Θεσσαλονίκης βεβαίωσε μεν σε βάρος του ανακόπτοντος με την από 07-12-2023 και με Αριθμό Τριπλοτύπου Βεβαίωση (ΑΤΒ) ..., με γραμμές χρηματικού καταλόγου (ΧΚ) ..., τα ποσά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, όμως στις εν λόγω ανακοπτόμενες ταμειακές βεβαιώσεις δεν γίνεται αναφορά στην κίνηση των τηρηθέντων λογαριασμών, του χρονικού σημείου έναρξης της τοκοδοσίας του κεφαλαίου και την ανάλυση προσδιορισμού των αιτούμενων τόκων (ήτοι ποσοστού των συμβατικών τόκων και των τόκων υπερημερίας και ανάλυση της εξέλιξης τους) ώστε να δύνανται να ελεγχθεί το ακριβές ύφος της οφειλής, το είδος αυτής και ο τρόπος υπολογισμού της. Ούτε, άλλωστε, μέχρι το χρονικό σημείο της άσκησης της ανακοπής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα οποιαδήποτε έγγραφο σχετικά με τον προσδιορισμό των ανωτέρω οφειλών. Επίσης, δεν κοινοποιήθηκαν τα έγγραφα που συγκροτούν τον ένδικο νόμιμο τίτλο, ούτε γνωστοποιήθηκαν με άλλο νόμιμο τρόπο τα επιμέρους στοιχεία του όλου χρέους, πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής του ανακόπτοντος, ενώ για πρώτη φορά το кαθ‘ ου προσκομίζει αυτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ενόψει αυτών, ήταν αδύνατον ο ανακόπτων, όταν του επιδόθηκαν οι ανακοπτόμενες ατομικές ειδοποιήσεις, να δύναται να προσδιορίσει από μόνη την αναφορά «ΕΣΟΔΑ ΕΙΣ» την προέλευση της κάθε επίδικης οφειλής, ούτε περαιτέρω στις ατομικές ειδοποιήσεις γινόταν, όπως στις (μη κοινοποιηθείσες) αναλυτικές καταστάσεις, αναλυτικός προσδιορισμός των επιμέρους κονδυλίων του κεφαλαίου και των τόκων, δηλαδή αν πρόκειται για συμβατικούς ή νόμιμους ή τόκους υπερημερίας, το χρονικό διάστημα στο οποίο αυτοί αφορούσαν, καθώς επίσης και των λοιπών τυχόν πρόσθετων επιβαρύνσεων. Με βάση όλα αυτά, οι παραπάνω ελλείψεις επέφεραν στον ανακόπτοντα αδυναμία ουσιαστικής και δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, συνιστάμενη στην αδυναμία του να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής του κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις και να την αποκρούσει, ήτοι επέφεραν σε αυτόν βλάβη, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, κατέληξε στην ίδια κρίση και έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως νόμιμο και ουσία βάσιμο, δεν έσφαλε, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου, των περί του αντιθέτου, λόγων της έφεσης.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της έφεσης για έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 6007/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη την 19-03-2026 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ