ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 436/2026

 

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Θεοδόσιο Τενεκετζίδη, Εφέτη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και από τη γραμματέα Αναστασία Τσερτσόγλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2025, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΣΚΟΥΝΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ - ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: α) …., με Α.Φ.Μ.: …., και β) …., με Α.Φ.Μ.: …., αμφοτέρων κατοίκων …. Θεσσαλονίκης, επί της οδού …., οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Ιωάννη Παπαγιάννη (Α.Μ.Δ.Σ. ….), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΘ’ ΗΣ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ - ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ - ΥΠΕΡ ΗΣ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ... αριθ. ..., με Α.Φ.Μ.: ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 68§2 και 78 του Κ.Ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρ. 16 του N. 2515/1997 «περί συγχωνεύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων» και 1-5 του N. 2166/1933, όπως ισχύουν, τις από 17-7-2013, 27-9-2013 και 28-11-2013 αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων της απορροφώσας εταιρείας, τις από 17-7-2013 και 25-9-2013 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και την από 27-11-2013 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της απορροφώμενης εταιρείας και τη με αριθ. ….-2013 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιά ….) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που έδρευε στην Αθήνα, επί της οδού …, η οποία (συγχώνευση) εγκρίθηκε με τη με αριθ. πρωτ. …. απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, που καταχωρίστηκε την 9η- 12-2013 στις μερίδες της απορροφώσας και απορροφώμενης εταιρείας στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με κωδικούς αριθμούς καταχωρίσεων... (δις) και …. και δημοσιεύτηκε στο με αριθ. …. ΦΕΚ - τεύχος Α.Ε.-Ε.Π.Ε., η οποία δεν παραστάθηκε.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΘ’ ΗΣ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ - ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία «….» και διακριτικό τίτλο «…. Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π», όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την προηγούμενη επωνυμία «….» και τον διακριτικό τίτλο «...Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.», με Α.Φ.Μ.: 801215902 (ΓΕΜΗ ...), που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων, επί της …., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία αδειοδοτήθηκε, σύμφωνα με τον N. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της με αριθ. …. απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ τεύχ. B' ….), ενεργούσας εν προκειμένω, δυνάμει της από 11-6-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (που δημοσιεύτηκε σε περίληψη την 29η-7-2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθ. πρωτ. …, στον τόμ. … και με αριθ. ….) στο όνομα και για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «….» (A.M.: ….), με έδρα το …., επί της …., η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», με Α.Φ.Μ.: …., που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ... αριθ. A [ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με Α.Φ.Μ.: ..., μετά τη διάσπαση της τελευταίας («διασπώμενης») με την απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος («επωφελούμενης»), που εγκρίθηκε με τη με αριθ. πρωτ. ….2020 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ….-2020 Ανακοίνωσης του ως άνω Υπουργείου], δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, στο πλαίσιο τιτλοποίησης και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 10§8 του N. 3156/2003, των άρθρ. 455 επ. ΑΚ και του άρθρ. 61 του N. 4548/2018, μεταξύ των οποίων και η απορρέουσα από την επίδικη έννομη σχέση, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη τη 17η-3-2021, με αριθ. πρωτ. ...-2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμ. … και με αριθ. …., η οποία παραστάθηκε με δήλωση του άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Γεωργίου Χαλβατζάκη (Α.Μ.Δ.Σ. ….: …), που κατέθεσε προτάσεις.

Οι ανακόπτοντες - εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθ. ...2019 ανακοπή τους, που συνεκδικάστηκε με την από 24- 1-2022 και με αριθ. κατάθ. ...-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας - β’ εφεσίβλητης υπέρ της καθ' ης η ανακοπή - α’ εφεσίβλητης, ερήμην της τελευταίας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, και επ’ αυτών εκδόθηκε η με αριθ. 8734/30-5-2022 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν ήδη οι εκκαλούντες με την από 9-4-2024 έφεσή τους ενώπιον του γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (αριθ. κατάθ. ...-2024), η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθ. κατάθ. ...-2024 και προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, μετά από αναβολή από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 30- 5-2024, καθώς και με τα από 31-5-2024 και 30-9-2025 δικόγραφα πρόσθετων λόγων, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθ. κατάθ. ...2024 και ...2025, αντίστοιχα, και προσδιορίσθηκαν επίσης για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η από 9-4-2024 και με αριθ. κατάθ. ...-2024 έφεση των ανακοπτόντων - καθ' ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και ήδη εκκαλούντων κατά της με αριθ. 8734/30-5-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο συνεκδίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθ. ...2019 ανακοπή τους και την από 24-1-2022 και με αριθ. κατάθ. ...-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, έχει ασκηθεί νομότυπα, εντός διετίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης την 30η-5-2022, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση αυτής ούτε άλλωστε προκύπτει τέτοια από τα έγγραφα της δικογραφίας. Δοθέντος δε ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες το προβλεπόμενο από το άρθρ. 495 ΚΠολΔ με αριθ. …./2024 e-παράβολο Δημοσίου, ποσού εκατό (100) ευρώ, που ρητά μνημονεύεται στη συνταχθείσα από τον Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου, πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 533§1 ΚΠολΔ), εκδικαζόμενη ερήμην της α’ εφεσίβλητης - καθ' ης η ανακοπή - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, καθόσον, όπως προκύπτει από τη νόμιμα προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εκκαλούντες με αριθ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …., ακριβές αντίγραφο της ένδικης έφεσης με έκθεση κατάθεσης αυτής, πράξη ορισμού συζήτησής της και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην απολιπόμενη διάδικο από τους εκκαλούντες, που επέσπευδαν τη συζήτησή της, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 30ης-5-2024. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ενώ ακολούθως η γραμματέας του Δικαστηρίου αυτού ενέγραψε την υπόθεση στο πινάκιο με αριθ. 4, στη σειρά των υποθέσεων που επρόκειτο να συζητηθούν στη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, όπως προκύπτει δε από τα με αριθ. .../16-10-2025 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, η καθ' ης η ανακοπή - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση - α’ εφεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ’ άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ, για το ότι επιθυμεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εμφάνισή της στο ακροατήριο, με έγγραφες προτάσεις, ενώ η εγγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται νέα κλήση της για τη μεταγενέστερη δικάσιμο (άρθρ. 226§4 εδ. γ’, δ’ ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ. 498§2 ΚΠολΔ). Η εν λόγω διάδικος, ωστόσο, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα - β’ εφεσίβλητη (άρθρ. 274§2, σε συνδ. με άρθρ. 76§1 και 83 ΚΠολΔ) και το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, δεδομένου ότι προσκομίστηκαν τα εισαγωγικά δικόγραφα (η από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθ. ...2019 ανακοπή και η από 24-1-2022 και με αριθ. κατάθ. ...-2022 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση) και τα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρ. 524§4 ΚΠολΔ), ενώ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της εκκαλουμένης, η ήδη απολιπόμενη διάδικος δεν είχε παρασταθεί ούτε κατά την πρωτόδικη εκδίκαση της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν κατέθεσε προτάσεις. Με την ένδικη έφεση πρέπει να συνεκδικαστούν, εξάλλου, και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που οι ανακόπτοντες άσκησαν α) νομότυπα και εμπρόθεσμα με το από 30-9- 2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθ. κατάθ. ...-2025, προσδιορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο, επιδόθηκε δε στις εφεσίβλητες οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης (άρθρ. 591 §1 ΚΠολΔ, βλ. προσκομιζόμενες με αριθ. 4.367 και ….2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ….), καθώς επίσης και β) με το από 31-5-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθ. κατάθ. ...2024, προσδιορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο. Τούτο, διότι οι πρόσθετοι λόγοι τελούν σε εξάρτηση με την έφεση και φέρουν σε σχέση με αυτήν παρακολουθηματικό χαρακτήρα [βλ. Σ. Σαμουήλ, «Η Έφεση», Ε’ έκδοση (2003), παρ. 584, σελ. 240], η δε ύπαρξη της έφεσης αποτελεί προϋπόθεση της άσκησης και της εισαγωγής τους προς συζήτηση και, επομένως, δεν νοείται χωριστή εκδίκασή τους (βλ. σχετ. ΤριμΕφΠειρ 56/2016 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), σημειωτέου ότι, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν αποτελούν ένδικο μέσο ή βοήθημα, αποκλείεται η εφαρμογή των άρθρ. 495 - 500 και 514 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται -μεταξύ άλλων- για την κατάθεσή τους η καταβολή παράβολου (βλ. Πανταζόπουλο, σε «Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα ΕρμΚΠολΔ2», έκδ. 2020, άρθρ. 520, αριθ. 18, σελ. 117). Η συνεκδίκαση της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να γίνει ερήμην της α’ εφεσίβλητης - καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης - καθ' ης η ανακοπή - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, όπως προκύπτει από τα με αριθ. ….-2025 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση των υποθέσεων από τη σειρά του οικείου πινακίου, ομοίως δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ’ άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ, για το ότι επιθυμεί να συζητηθούν οι υποθέσεις χωρίς την εμφάνισή της στο ακροατήριο, με έγγραφες προτάσεις, καθόσον ακριβές αντίγραφο των από 30-9-2025 και με αριθ. κατάθ. ...-2025 προσθέτων λόγων, με έκθεση κατάθεσης αυτών, πράξη ορισμού συζήτησής τους και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην α’ καθ' ης αυτοί στρέφονται από τους εκκαλούντες - ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης, που επέσπευδαν τη συζήτησή τους (βλ. με αριθ. ….-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ….), με την επισήμανση ότι και εν προκειμένω η απολιπόμενη διάδικος θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα - β’ εφεσίβλητη - β’ καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης (άρθρ. 274§2, σε συνδ. με άρθρ. 76§1 και 83 ΚΠολΔ) και ότι το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση και αυτών των υποθέσεων, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Ακολούθως, όμως, όσον αφορά τους από 31-5-2024 και με αριθ. κατάθ. ...2024 πρόσθετους λόγους έφεσης των εκκαλούντων, αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω έλλειψης προδικασίας (άρθρ. 111 ΚΠολΔ), καθόσον η επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων δεν προπαρασκευάζει απλώς τη συζήτησή τους, αλλά ολοκληρώνει τη διαδικασία άσκησής τους, με συνέπεια να είναι αναγκαία η ενέργεια της για το παραδεκτό τους και, σε περίπτωση παράλειψής της, να απορρίπτονται αυτοί αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτοι, ακόμη και αν ο καθ' ου αυτοί στρέφονται δεν προβάλλει την παράλειψη επίδοσης σε αυτόν του σχετικού δικογράφου (βλ. και Πανταζόπουλο, σε «Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα ΕρμΚΠολΔ2», έκδ. 2020, άρθρ. 520, αριθ. 20, σελ. 117-118, Μ. Μαργαρίτη - Άντας Μαργαρίτη, «ΕρμΚΠολΔ», έκδ. 2018, άρθρ. 520, αριθ. 38.Β, σελ. 814, με παραπομπές σε νομολογία, Β. Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση», έκδ. 2015, αριθ. 1104, σελ.293, αριθ. 1121, σελ. 296, αρ1127, σελ. 297, και αριθ. 1130, σελ. 298- 299). Στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθ. ….2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …., που είναι και η μόνη που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ασκούντες τους πρόσθετους λόγους (βλ. 7η σελ. των από 16-10-2025 προτάσεών τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), οι τελευταίοι επιδόθηκαν μόνο στην εφεσίβλητη - καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι - αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, ανώνυμη εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία «….», με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…», η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.», δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, στο πλαίσιο τιτλοποίησης και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 10§8 του N. 3156/2003, των άρθρ. 455 επ. ΑΚ και του άρθρ. 61 του N. 4548/2018, και ουδόλως λογίζεται εκπρόσωπος αυτής και, μάλιστα, δεκτική επιδόσεων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνεται στο εισαγωγικό τμήμα των προτάσεων που οι εν λόγω διάδικοι κατέθεσαν στο παρόν Δικαστήριο. Πρέπει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι τυγχάνουν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ως προς τη β’ καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι, στην οποία το δικόγραφό τους επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. με αριθ. …. 2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ….), καθόσον, επί αναγκαίας ομοδικίας, όπως εν προκειμένω αυτή υφίσταται μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή - α’ εφεσίβλητης - α’ καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και της αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας - β’ εφεσίβλητης - β’ καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, η επίδοση των προσθέτων λόγων πρέπει να γίνεται σε όλους τους ομοδίκους, διαφορετικά αυτοί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι ως προς όλους των καθ’ ων αυτοί στρέφονται (βλ. Νίκα, «Πολιτική Δικονομία», έκδ. 2022, υποσημ. 507 σε σελ. 195, πρβλ. και ΑΠ 722/2006 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», καθώς επίσης και Δ. Μηχιώτη, «Η αναγκαστική ομοδικία στην πολιτική δίκη», έκδ. 2023, υποσημ. 1207 σε σελ. 475).

Με την από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθ. ...2019 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες - ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης ζητούσαν για τους εκεί αναφερόμενους λόγους την ακύρωση της με αριθ. .../2-5-2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας υποχρεώνονταν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη α’ εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, με την ιδιότητα του πρώτου από αυτούς ως πρωτοφειλέτη και της δεύτερης ως εγγυήτριας, το συνολικό ποσό των 58.234,89 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή από τη με αριθ. ...-2007 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 60.000 ευρώ, που η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», ως δανείστρια (καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η καθ' ης η ανακοπή), κατήρτισε με τον α’ εκκαλούντα - ασκούντα πρόσθετους λόγους έφεσης - ανακόπτοντα - καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ... ... του ..., ως πιστούχο, και την τήρηση των όρων των οποίων εγγυήθηκε η β’ εκκαλούσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης - ανακόπτουσα - καθ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ...του ..., καθώς επίσης και την για τους ίδιους λόγους ακύρωση της από 16-5-2019 επιταγής προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, δυνάμει της οποίας επισπευδόταν εις βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε αμφότερες τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο ανακοπές των άρθρ. 632 και 933 ΚΠολΔ και επικύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ήδη δε κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με τους λόγους της κρινόμενης έφεσής τους, καθώς και με εκείνους που αναφέρονται στο κατατεθέν από αυτούς από 30-9-2025 και με αριθ. κατάθ. ...-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο. Ωστόσο, όπως γίνεται πάγια δεκτό από τη θεωρία και τη νομολογία, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι ορισμένοι, δηλαδή με αυτούς να καθορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια οι αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου και να είναι αυτό σε θέση να κρίνει τη νομιμότητα και τη βασιμότητά τους. Αφηρημένες αιτιάσεις δεν αρκούν, όπως δεν αρκεί και η επανάληψη του περιεχομένου της αγωγής ή της ανακοπής, δίχως να εντοπίζονται οι πλημμέλειες της εκκαλουμένης, σε περίπτωση δε που το δικόγραφο της έφεσης (ή των προσθέτων λόγων) δεν περιέχει τουλάχιστον έναν ορισμένο λόγο, απορρίπτεται αυτεπάγγελτα στο σύνολό του, ως απαράδεκτο, ενώ δεν είναι δυνατή η συμπλήρωση της εν λόγω αοριστίας με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα ή έγγραφα έστω και της ίδιας δίκης (βλ. Πανταζόπουλο, σε «Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα ΕρμΚΠολΔ2», έκδ. 2020, άρθρ. 520, αριθ. 8 και 9, σελ. 111, όπου και περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία, Μ. Μαργαρίτη - Άντας Μαργαρίτη, «ΕρμΚΠολΔ», έκδ. 2018, άρθρ. 520, αριθ. 13-16, σελ. 810-811, В. Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση», έκδ. 2015, αριθ. 2302, σελ. 571, αριθ. 2318, σελ. 574). Περαιτέρω, ειδικά ως προς τους πρόσθετους λόγους έφεσης, πρέπει να παρατηρηθεί και ότι από την έχουσα εφαρμογή, κατ’ άρθρ. 632§1 ΚΠολΔ, και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής διάταξη του άρθρ. 585§2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι νέοι λόγοι, που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν μπορούν να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο από εκείνον που ορίζεται στο άρθρ. 585§2 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως με το δικόγραφο της έφεσης κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης ή με πρόσθετους λόγους έφεσης, ακόμη και αν πρόκειται για λόγους που συνίστανται σε ενστάσεις οψιγενείς, λόγω της ειδικότητας της ως άνω διάταξης, η οποία κατισχύει του άρθρ. 527 ΚΠολΔ, ή αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ’ άρθρ. 535§1 ΚΠολΔ, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης εξετάζει κατ’ ουσίαν την ανακοπή. Τούτο, διότι, πέραν του ότι το άρθρ. 585§2 ΚΠολΔ αποτελεί ειδική ρύθμιση, αποκλείουσα την εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 527 ΚΠολΔ, και απαιτεί κατάθεση του δικογράφου των προσθέτων λόγων ανακοπής «στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή», στην εν λόγω περίπτωση πρόκειται για αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας, υποβαλλόμενη κατευθείαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μολονότι δεν προβλέπεται τούτο ειδικά στον νόμο (άρθρ. 12§2 ΚΠολΔ), αφού η κατά το άρθρ. 535§1 ΚΠολΔ εξουσία του εφετείου εκτείνεται στην έρευνα μόνο εκείνων των προς διάγνωση ζητημάτων τα οποία είχαν υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι δε λόγοι ανακοπής δεν αποτελούν μέσα επίθεσης ή άμυνας, αλλά επέχουν θέση ιστορικής βάσης αγωγής (βλ. ΑΠ 660/2005 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 490/2004 ΝοΒ 2005. 881, ΑΠ 571/2003 ΕλλΔνη 2003. 1600, ΑΠ 1489/2002 ΧρΙΔ 2003. 143, ΑΠ 1541/2000 ΕλλΔνη 2001. 1300, ΑΠ 1914/1999, ΑΠ 892/1990 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΤριμΕφΑΘ 7396/2004 ΝοΒ 2005. 1614, καθώς επίσης και Πανταζόττουλο, σε «Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα ΕρμΚΠολΔ2», έκδ. 2020, άρθρ. 585, αριθ. 3 και 15, σελ. 525 και 529, όπου και παραπομπές σε νομολογία, Μ. Μαργαρίτη - Άντας Μαργαρίτη, «ΕρμΚΠολΔ», έκδ. 2018, άρθρ. 585, αριθ. 6, σελ. 1120, και άρθρ. 632, αριθ. 34.Η, σελ. 95, Β. Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση», έκδ. 2015, §1891, σελ. 481). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι ανακόπτοντες μετά την άσκηση της ένδικης έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθ. ...2019 ανακοπή τους με αίτημα την ακύρωση της με αριθ. .../2-5-2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της από 16-5-2019 επιταγής προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, άσκησαν και τους από 30-9-2025 πρόσθετους λόγους έφεσης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με αριθ. κατάθ. ...-2025. Πλην όμως άπαντες οι περιεχόμενοι στο ως άνω δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι έφεσης εκφέρονται κατά τρόπο αόριστο και υπό τη μορφή λόγων ανακοπής, χωρίς, δηλαδή, να συνδέονται με τη διατύπωση παραπόνων για την απόρριψη συγκεκριμένων λόγων της ήδη ασκηθείσας ανακοπής από τους συνολικά δέκα (10) που είχαν προβληθεί με το από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθ. ...2019 δικόγραφό της ούτε να καθορίζονται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με πληρότητα και σαφήνεια οι αιτιάσεις των ασκούντων τους πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου και να είναι αυτό σε θέση να κρίνει τη νομιμότητα και τη βασιμότητά τους. Πλέον συγκεκριμένα, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, μετά από μακροσκελή παράθεση του σκεπτικού εχουσών -κατά την άποψη των ασκούντων τους πρόσθετους λόγους- νομικό ενδιαφέρον για την κρινόμενη υπόθεση αποφάσεων του Αρείου Πάγου, αμφισβητείται η ενεργητική νομιμοποίηση της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας να ενεργεί πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς να προσδιορίζονται αυτές, δεδομένου ότι, όπως οι ίδιοι οι εν λόγω διάδικοι αναφέρουν, αμφότερες οι ανακοπτόμενες διαταγή πληρωμής κει επιταγή προς πληρωμή εκδόθηκαν και συντάχθηκαν, αντίστοιχα, κατόπιν ενεργειών της α’ εφεσίβλητης - καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης - καθ' ης η ανακοπή (βλ. 32Π σελ. προσθέτων λόγων), ενώ γίνεται και γενική αναφορά σε «άλλες αντιδικίες» μεταξύ των διαδίκων και σε ενέργειες των εκκαλούντων - ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης - ανακοπτόντων που ανάγονται στα έτη 2014, 2015 και 2019, δηλαδή σε χρόνο πριν από τη μεταβίβαση, λόγω τιτλοποίησης, της επίδικης απαίτησης. Εξάλλου, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης οι ίδιοι διάδικοι προσβάλλουν τις απαιτήσεις από δύο συμβάσεις και δη τη με αριθ. ...-2007 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής και τη με αριθ. ...-2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και τις πρόσθετες τροποιητικές πράξεις αυτής, ενώ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής αφορά μόνο την πρώτη από τις ανωτέρω συμβάσεις (βλ. σελ. 72-75 ανακοπής). Ακολούθως δε, αφού παρατίθεται ιστορικό, αναφορικά με την πορεία αμφοτέρων των συμβάσεων και τις σχέσεις του πιστούχου και της υπέρ αυτού εγγυήτριας με την πιστώτρια Τράπεζα, γίνεται παραπομπή στα πορίσματα οικονομοτεχνικού ελέγχου αμφοτέρων των συμβάσεων, που διενεργήθηκε με εντολή των ανακοπτόντων (βλ. 42 και επ. σελ. προσθέτων λόγων) και προσβάλλονται συλλήβδην ως καταχρηστικοί και άκυροι λόγοι τους, με μακροσκελή παράθεση των νομικών διατάξεων που ισχύουν για τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) και των θέσεων που -πάλι κατά τους ασκούντες τους πρόσθετους λόγους- έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί νομολογιακά γι’ αυτούς, χωρίς να συνδέονται οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί με τη διατύπωση παραπόνου για την εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κάποιων από τους λόγους της ανακοπής τους, καθόσον άπασες οι αιτιάσεις παρατίθενται υπό τη μορφή αυτοτελών λόγων ανακοπής, με αίτημα την ακύρωση στο σύνολό τους αμφοτέρων των προαναφερθεισών συμβάσεων, δηλαδή ακόμη και εκείνης που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης (βλ. σελ. 56, 59, 61, 65 και 70 των προσθέτων λόγων). Ενόψει τούτων και καθόσον, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αρκούν οι αφηρημένες αιτιάσεις των ασκούντων τους πρόσθετους λόγους ότι η εκκαλουμένη «... ΕΣΦΑΛΛΕ (sic) και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μαρτύρων και εγγράφων και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και παρέβλεψε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς και την κρατούσα νομολογία, νομοθεσία και θεωρία, καθώς απέρριψε, εσφαλμένα, την ανακοπή μας, ΕΝΩ ΕΠΡΕΠΕ κατ’ ορθή αξιολόγηση του συνολικού αποδεικτικού υλικού και εξ ίσου ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου να κάνει δεκτή την ανακοπή μας ΚΑΘ’ ΟΛΟΚΛΗΡΙΑΝ...», ότι «...έσφαλε... με το να δεχτεί τα αντίθετα η εκκαλουμένη απόφαση και, για τον λόγο ακριβώς αυτό, εξαφανιστέα εαυτήν κατέστησε...», ότι «η εκκαλουμένη απόφαση εξετίμησε λανθασμένα τα πραγματικά περιστατικά, ενώ εάν τα εκτιμούσε σωστά και εφάρμοζε ορθά τον νόμο θα έκανε καθ’ ολοκληρία δεκτή την ανακοπή...» και ότι «... μετά ταύτα πρέπει να εξαφανιστεί ολοσχερώς η εκκαλουμένη υπ’ αριθμόν 8734/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών)...», απορριπτέο αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτο στο σύνολό του τυγχάνει και το από 30-9-2025 και με αριθ. κατάθ. ...-2025 δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης. Για λόγους πληρότητας και μόνο της παρούσας απόφασης επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι μέρος των προβαλλόμενων με το ως άνω δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης [και δη εκείνοι που αφορούν την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων για την ενέργεια (μη προσβληθεισών και, σε κάθε περίπτωση, μη προσδιοριζόμενων) πράξεων εκτέλεσης, το μη εκκαθαρισμένο της επίδικης απαίτησης, λόγω χρέωσής της με παράνομους τόκους και εισφορές, ανατοκισμούς τόκων κ.λπ., και ακυρότητας της επίδικης σύμβασης, εξαιτίας παραβίασης της αρχής της διαφάνειας, λόγω μη επαρκούς ενημέρωσης των ανακοπτόντων για τα πηγάζοντα από αυτήν (σύμβαση) δικαιώματα και υποχρεώσεις τους] αποτελούν ουσιαστικά είτε νέους λόγους ανακοπής, που επιχειρείται να προβληθούν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, είτε επαναφορά και συμπλήρωση αορίστως προβληθέντων με την ένδικη ανακοπή τέτοιων, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά κατωτέρω, και οι οποίοι είναι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες σκέψεις, σε αμφότερες τις περιπτώσεις απορριπτέοι αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτοι και υπό αυτό το πρίσμα, αφού προβάλλονται το πρώτον ή επιχειρούν να συμπληρώσουν ήδη προβληθέντες λόγους ανακοπής αντιδικονομικά, με κατάθεση δικογράφου ενώπιον του εφετείου (βλ. ενδεικτ. ΜονΕφΑθ 1918/2024 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), δεδομένου, επιπρόσθετα, και του ότι -ούτως ή άλλως- όλοι οι απορριφθέντες πρωτοδίκως λόγοι ανακοπής είχαν επαναφερθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς επανεκτίμηση και κρίση ήδη με την ένδικη έφεση (βλ. και ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1094/2020, ΑΠ 1297/2019 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1627/2014 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΑΠ 999/2013, ΑΠ 1390/2006, ΤριμΕφΘεσ 672/2010, ΜονΕφΠειρ 425/2021, ΜονΕφΚρητ 13/2021 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»),

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 1§4 του N. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 1 §5 του N. 3587/2007 (ΦΕΚ A' 152/10-7-2007), καταναλωτής είναι «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του». Η θεσπισθείσα με τον άνω νόμο έννοια του καταναλωτή διεύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών τα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης-4-1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας N. 1961/1991. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με το άρθρ. 2 περ. β' της προαναφερόμενης Οδηγίας, «καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες», ενώ, σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρ. 2§2 του προϊσχύσαντος N. 1961/1991 «καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών». Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του N. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης αυτών. Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά τον N. 2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την εισηγητική του έκθεση, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος N. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η ως άνω διεύρυνση δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω Οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρ. 8 αυτής, που ορίζει ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή», επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σε αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών Γ.Ο.Σ. και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 2β της άνω Οδηγίας. Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, Οδηγία δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη οδηγία κατώτατους όρους προστασίας. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των Γ.Ο.Σ. τραπεζών, δεδομένης, όμως, της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών, με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο, διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρ. 1 §4 περ. α’ του N. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους, υπό την εκδοχή δε αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του N. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρ. 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει λ.χ. όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του N. 2251/1994 με τον N. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικά και, ειδικότερα, του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου, ωστόσο, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ' άρθρ. 847 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ίδιας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο, διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρ. 1 §4 περ. ββ’ του ίδιου παραπάνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 §5 του N. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητά στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Ως εκ τούτου, ενόψει όσων ανωτέρω ειπώθηκαν, ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και, συνεπώς, «καταναλωτής» υπό την έννοια του άρθρ. 1§4 περ. α’ του N. 2251/1994, ως τέτοιος θεωρείται δε και ο εγγυητής υπέρ του ως άνω δανειολήπτη και, ιδίως, αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (παραιτούμενος των ενστάσεων), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης (βλ. ΟλΑΠ 13/2015 ΧρΙΔ 2015. 675, που αφορά την προίσχύσασα μορφή της διάταξης, δηλαδή πριν την αντικατάστασή της με το άρθρ. 1 §5 του N. 3587/2007, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017, ΤριμΕφΑΘ 416/2022, ΤριμΕφΠατρ 9/2022, ΤριμΕφΛαμ 5/2022, ΜονΕφΛαρ 187/2022 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΜονΕφΘεσ 413/2017 Αρμ. 2017. 404, καθώς επίσης και /. Καρακώστα, «Προστασία του καταναλωτή N. 2251/1994, σελ. 35 και 100 επ., Ε. Περάκη, «Η έννοια του καταναλωτή κατά το νέο νόμο 2251/1994», ΔΕΕ 1995. 32), ενώ, αντίθετα, ο εγγυητής υπέρ δανειολήπτη επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου που δεν είναι τελικός αποδέκτης των υπηρεσιών και ο οποίος ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου (βλ. ΑΠ 1226/2015, ΤριμΕφΠατρ 58/2021, ΜονΕφΠατρ 380/2021 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 2§6 του N. 2251/1994, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία εξαρτάται. Εξάλλου, εκτός από την παραπάνω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρ. 2 N. 3587/2007 (ΦΕΚ Α’ 152/10- 7-2007), απαριθμούνται ενδεικτικά τριάντα δύο (32) περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς να ερευνάται ως προς αυτούς η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται, κατ' αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα (βλ. ΑΠ 1463/2017 ό.π., ΑΠ 1332/2012 Αρμ. 2013. 909, ΑΠ 904/2011 Αρμ. 2012. 1708, ΑΠ 7/2011 ΝοΒ 2011. 562, ΤριμΕφΔυτΜακ. 19/2020, ΤριμΕφΔυτΜακ 25/2019, ΜονΕφΛαμ 32/2022, ΜονΕφΠατρ 9/2021 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες, ως προς τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ., αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρ. 281 ΑΚ, με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση, όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στο πλαίσιο επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής, χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση, τα δε συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη και η διατάραξη πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτο, λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του, δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Ακόμη, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (βλ. ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010. 943, ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005. 460, ΤριμΕφΛαμ 5/2022 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΤριμΕφΔυτΜακ 25/2019, ΤριμΕφΘεσ 459/2011 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΤριμΕφΛαρ 298/2008 ΕπισκΕμπΔ 2008. 1063, ΤριμΕφΑθ 1558/2007 ΕλλΔνη 48. 902, ΜονΕφΑθ 2962/2022, ΜονΕφΛαμ 32/2022, ΜονΕφΠειρ 64/2021 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), δηλαδή πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της, και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής (βλ. και ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 2037/2014 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Περαιτέρω, με τη με αριθ. .. απόφασή της, κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της, η Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος, αφού έλαβε υπόψη α) τις διατάξεις του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και ειδικότερα των άρθρ. 2 και 55Α, όπως ισχύουν, β) τις διατάξεις του ν.δ/τος 588/1948 περί ελέγχου της πίστεως, όπως ισχύουν, γ) τα άρθρ. 13§5 και 18§5 εδ. πρώτο του N. 2076/1992 («Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις»), όπως ισχύουν, δ) τις διατάξεις της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική που ασκείται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, ε) την ΠΔ/ΤΕ 1087/1987, σε συνδυασμό με την ΠΔ/ΤΕ 1216/1987, καθώς και τις ΠΔ/ΤΕ 1955/1991, 2286/1994 και 2326/1994, που αφορούν -μεταξύ άλλων- την ελεύθερη διαμόρφωση των επιτοκίων εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, στ) την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, σχετικά με την ενημέρωση των συναλλασσόμενων εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους, ζ) το γεγονός ότι τα τραπεζικά και τα εξωτραπεζικά επιτόκια αποτελούν κατηγορίες επιτοκίων, εκάστη των οποίων εξαρτάται από διαφορετικούς παράγοντες και διαμορφώνεται με βάση διαφορετικά κριτήρια, υποκείμενες, για τον λόγο αυτό, σε απολύτως διακριτές, μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις (άρθρ. 2§3 ν.δ/τος 588/48, σε συνδυασμό με το άρθρ. 1 N. 1266/82, όπως ισχύει, και το άρθρ. 15§5 N. 876/1979, αντίστοιχα), η) το γεγονός ότι κατά τις αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί εντός του πλαισίου της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, βάσει των άρθρ. 2, 4 και 105.1 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 2 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, θ) την ανάγκη διευκρίνισης ορισμένων διατάξεων των προαναφερόμενων ΠΔ/ΤΕ, ώστε να διασφαλισθεί η ορθή και ενιαία εφαρμογή τους, χάριν της ευχερέστερης επίτευξης των σκοπών τους, ι) το με αριθ. …. έγγραφο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών με αίτημα την ερμηνεία των σχετικών με τη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων διατάξεων, ια) το από 23-5-2002 έγγραφο του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος προς την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών επί ομολόγου αιτήματος της, με το οποίο επεξηγήθηκε αναλυτικά με αντίστροφη νομική θεμελίωση το ως άνω ζήτημα, αποφάσισε να διευκρινίσει τις σχετικές διατάξεις των ΠΔ/ΤΕ 1087/1987, 1216/1987, 1955/1991, 2286/1994 και 2326/1994, καθώς και τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 Κεφ. A τελευταίο εδάφιο, Κεφ. Β. παρ. 1 εδ. στ’, παρ. 2 εδ. σ (ίν), (vi), παρ. 3, Κεφ. Γ παρ. 1 εδ. ε’, παρ. 2 και Κεφ. ΣΤ, δεχόμενη -μεταξύ άλλων- ότι δεν είναι συμβατός προς τις αναφερόμενες ανωτέρω υπό στοιχεία (ζ) και (η) αρχές ο διοικητικός καθορισμός ανώτατου ορίου στα τραπεζικά επιτόκια ούτε ο συσχετισμός τους προς το εκάστοτε ισχύον για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο και ότι το όριο αυτό δεν ανήκει, κατά το περιεχόμενο και τον σκοπό του, στους παράγοντες προσδιορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, τα οποία διαμορφώνονται ελεύθερα, ύστερα από στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους. Επίσης ότι η παρ. 2 εδ. α’ (ίν) του κεφαλαίου В της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου [κατά την οποία «η ελάχιστη ενημέρωση, που οφείλουν να παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα στους συναλλασσόμενους, πριν από τη σύναψη κάποιας σύμβασης και συγκεκριμένα ως προς τις δανειακές συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο, αφορά το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιοριζόμενο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και την πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντιστοίχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)»], είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης. Ακόμη ότι η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κτλ., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση, ενώ στη σύμβαση προσδιορίζεται, επίσης, ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου, ως εξής: ί. ως ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ϋ. ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη, πλέον ενός περιθωρίου καθοριζόμενου μέχρι ενός ανώτατου ορίου, σε περίπτωση δε που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες, πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου. Επιπρόσθετα, ότι η έννοια της διάταξης της παρ. 2 εδ. α (ίν) του Κεφ. В «..., καθώς και... αντίστοιχου δανείου» αφορά αποκλειστικά την προσυμβατική πληροφόρηση σχετικά με τους λοιπούς, μη επιτοκιακού χαρακτήρα, παράγοντες, που ενδέχεται να επηρεάσουν την εξέλιξη του εκάστοτε συμφωνούμενου επιτοκίου αναφοράς, τα δε στοιχεία που αφορά η ως άνω πρόσθετη πληροφόρηση δεν μπορούν να αποτελούν καθ' εαυτά παράγοντες προσδιορισμού του συμβατικού επιτοκίου και, τέλος, ότι η πρόβλεψη στη σύμβαση δυνατότητας μονομερούς τροποποίησής της από το πιστωτικό ίδρυμα (Κεφ. Γ παρ. 1 εδ. ε’ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002) οφείλει να συνοδεύεται από τον καθορισμό ειδικών και εύλογων κριτηρίων (βλ. και ΑΠ 652/2010, ΜονΕφΠειρ 638/2015 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»),

Με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής τους οι εκκαλούντες παραπονούνται κατ’ αρχάς ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε αναιτιολόγητα τους εκτιμώμενους ως πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής τους, οι οποίοι προβάλλονταν στα εισαγωγικά του δικογράφου τους, αναπτύσσονταν κατωτέρω με υπέρτιτλους «1ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ. 1. Επιτόκιο Συμβάσεως» και «2ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ. 1. Ένσταση μη εκκαθαρισμένης απαιτήσεως. Ένσταση αοριστίας της αιτήσεως. Ένσταση ακυρότητας της διαταγής πληρωμής κατά το μέρος που επιδικάζει τόκους υπερημερίας ως κεφάλαιο (με ανατοκισμό και με προσαύξηση της εισφοράς του ν. 128/75). 2α) Ένσταση μη αποδείξεως της απαιτήσεως από τα προσκομισθέντα αποσπάσματα των τηρούμενων λογαριασμών, μη νόμιμα τα αποσπάσματα των λογαριασμών που προσκόμισε η καθής στο Δικαστή», αντίστοιχα, και έβαλλαν κατά της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, αλλά και της επιταγής προς πληρωμή που συντάχθηκε παρά πόδα αντιγράφου από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο αυτής. Με τους συγκεκριμένους λόγους ανακοπής -κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του- οι ανακόπτοντες ισχυρίζονταν α) ότι οι ανακοπτόμενες διαταγή πληρωμής και επιταγή προς εκτέλεση είναι άκυρες, διότι στην αίτηση για την έκδοση της πρώτης και στα σχετικά προσκομιζόμενα έγγραφα δεν αναγράφεται το εκάστοτε εφαρμοζόμενο επιτόκιο καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης (πρώτο σκέλος δεύτερου λόγου ανακοπής), β) ότι η καθ' ης η ανακοπή κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης εφάρμοζε υπέρμετρα επιτόκια, που υπερέβαιναν τα εξωτραπεζικά, γ) ότι είναι άκυρος ως αντίθετος στη διάταξη του άρθρ. 2§7 περ ια' του N. 2251/1994 ο περιλαμβανόμενος σε πιστωτικές συμβάσεις όρος που επιτρέπει στην τράπεζα να καθορίζει τον εκάστοτε συμβατικό τόκο με τον οποίο θα χρεώνεται ο λογαριασμός του πελάτη στις περιπτώσεις τμηματικών εξοφλήσεων, όταν δεν καθορίζονται εκ των προτέρων κριτήρια ειδικά και εύλογα για τον καταναλωτή - πελάτη, δ) ότι ο όρος της σύμβασης πίστωσης περί του τρόπου καθορισμού του συμβατικού επιτοκίου είναι παράνομος και καταχρηστικός, διότι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια η παροχή, δοθέντος ότι το συμβατικό επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο, συντιθέμενο από το βασικό επιτόκιο της κατηγορίας πιστώσεων, πλέον περιθωρίου και της εισφοράς του N. 128/1975, φόρων και επιβαρύνσεων, ενώ η καθ' ης η ανακοπή επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα μονομερούς μεταβολής του, ε) ότι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί οι όροι της σύμβασης πίστωσης με τους οποίους το επιτόκιο υπερημερίας καθορίζεται κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες ανώτερο του συμβατικού, ενώ σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος το επιτόκιο υπερημερίας ανέρχεται σε ποσοστό 2,00%, στ) ότι παρανόμως η καθ' ης προέβαινε σε κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμό του ποσού της εισφοράς του N. 128/1975 (πρώτος λόγος ανακοπής) και ζ) ότι η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο της απαίτησης, αφού δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών και του πραγματικού ποσού της οφειλής (δεύτερο σκέλος δεύτερου λόγου ανακοπής). Το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της ανακοπής, που αφορούσε το περιεχόμενο της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, καθώς επίσης και του ίδιου του ανακοπτόμενου εκτελεστού τίτλου και της συνταχθείσας παρά πόδα πρώτου εκτελεστού απογράφου του επιταγής προς πληρωμή [ανωτέρω υπό στοιχείο (α)], τύγχανε απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι τα επικαλούμενα από τους ανακόπτοντες ως ελλείποντα στοιχεία δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής για απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ούτε της επ' αυτής εκδοθείσας διαταγής πληρωμής. Όσον αφορά, εξάλλου, το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής [ανωτέρω υπό στοιχεία (β) και (γ)], που αφορούσαν την εφαρμογή από την καθ' ης η ανακοπή κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης υπέρμετρων επιτοκίων, που υπερέβαιναν τα εξωτραπεζικά, και την ακυρότητα όρων της σύμβασης πίστωσης και των πρόσθετων πράξεων αυτής που αποτέλεσαν την αιτία για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ως αντικείμενων στο άρθρ. 2§6 του N. 2251/1994, κατ’ αρχάς προβάλλεται από τους ανακόπτοντες ως «καταναλωτές», καθόσον αυτοί, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του ως άνω νόμου, ως τελικοί αποδέκτες των τραπεζικών υπηρεσιών της καθ' ης και, συγκεκριμένα, ο μεν πρώτος ανακόπτων ως πιστούχος, που συμβλήθηκε στη σύμβαση όχι ως ιδιώτης, αλλά ως επαγγελματίας, για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών του αναγκών, η δε δεύτερη ανακόπτουσα ως εγγυήτρια αυτού, μη ενεργούσα στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας. Ωστόσο, τύγχανε απορριπτέο ως προς αμφότερα τα ανωτέρω σκέλη του, πρωτίστως ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, διότι περιέχει μόνο μία γενική και ασαφή αμφισβήτηση της ορθότητας του ποσού της χρηματικής απαίτησης, χωρίς να εκτίθεται κατά τρόπο συγκεκριμένο ποιο είναι το υπερβάλλον ποσό που -κατά τους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων- έχει καταλογιστεί παράνομα σε βάρος τους και χωρίς αυτοί να προσδιορίζουν το νόμιμο ύψος της οφειλής τους προς την καθ' ης η ανακοπή. Πρέπει δε να επισημανθεί επιπρόσθετα ότι, ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι τυγχάνει ορισμένη η κατ’ αυτόν τον τρόπο δικονομική εκφορά του συγκεκριμένου λόγου ανακοπής κατά το ως άνω σκέλος του, και πάλι αυτός θα έπρεπε να απορριφθεί, αυτή τη φορά ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, με τη με αριθ. 178/19-7-2004 απόφαση της ΕΤΠΘ/ΤΕ ορίστηκε ότι δεν επιτρέπεται ο διοικητικός καθορισμός ανώτατου ορίου στα τραπεζικά επιτόκια ούτε ο συσχετισμός τους προς το εκάστοτε ισχύον για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο. Τούτο, διότι το όριο αυτό δεν ανήκει, κατά το περιεχόμενο και τον σκοπό του, στους παράγοντες προσδιορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, τα οποία διαμορφώνονται ελεύθερα, ύστερα από στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών, που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους, με συνέπεια οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων (ΠΔ/ΤΕ 1087/1987 κ.λπ.) συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, όπως στην επίδικη περίπτωση, να μην είναι παράνομες ούτε αθέμιτες (βλ. ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2018 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 2037/2014 ΕΕμπΔ 2015.120, ΑΠ 652/2010 ΕφΑΔ 2011.859, ΜονΕφΑΘ 3041/2022, ΜονΕφΑΘ 3214/2021, ΜονΕφΑΘ 123/2020, ΜονΕφΔωδ 239/2020, ΜονΕφΘεσ 723/2020 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Εξάλλου, κατά το εκτιμώμενο ως τέταρτο σκέλος του ο πρώτος λόγος της ανακοπής [ανωτέρω υπό στοιχείο (δ)] ήταν ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθώς οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνταν ρητά ότι η καθ' ης η ανακοπή έκανε χρήση του προσβαλλόμενου ως άκυρου όρου της σύμβασης ούτε το κατά πόσο η χρήση αυτή επηρέασε τις επιμέρους χρεώσεις των τηρηθέντων στο πλαίσιο της σύμβασης λογαριασμών και ποια θα ήταν τα οφειλόμενα ποσά, εάν δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος όρος. Επίσης, τα εκτιμώμενα ως πέμπτο και έκτο σκέλη του ίδιου λόγου [ανωτέρω υπό στοιχεία (ε) και (στ)] τύγχαναν και αυτά απορριπτέα ως απαράδεκτα, λόγω αοριστίας, διότι, παρόλο που οι ανακόπτοντες επικαλούνταν ότι στην επιδικασθείσα απαίτηση περιλαμβάνονται ποσά παράνομων χρεώσεων, δεν προσδιόριζαν το αμφισβητούμενο ποσό κατά το οποίο αιτούνταν την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και δη για κάθε μία επιμέρους αιτίαση, δεδομένου ότι επί ανακοπής το δικαστήριο επιλαμβάνεται, μόνο αν υπάρχει σχετικός λόγος και κατά την έκταση αυτού του λόγου (βλ. ΑΠ 267/2021, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 111/2015, ΑΠ 1287/2012, ΑΠ 1323/2011, ΑΠ 1943/2009, ΜονΕφΑΘ 411/2022 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Τέλος, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ανακοπής [ανωτέρω υπό στοιχείο (ζ)], που αφορούσε το μη βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης, τύγχανε απορριπτέο, ως μη νόμιμο, καθόσον τα επικαλούμενα από τους ανακόπτοντες πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν τη χρηματική απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή μη βέβαιη και εκκαθαρισμένη, αφού η τυχόν ενσωμάτωση στο κεφάλαιο παράνομων χρεώσεων δεν αναιρεί το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης και τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αλλά απλώς δύναται να θεμελιώσει σχετικό αυτοτελή λόγο ανακοπής, με τον οποίο πλήττεται η διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των παράνομων χρεώσεων, εφόσον αυτές παρατίθενται κατά τρόπο ορισμένο και σαφή (βλ. και ΑΠ 911/2005 ΕλλΔνη 2008. 423, ΑΠ 1622/2008 sakkoulas-online, καθώς επίσης και /. Κατρά, «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας», έκδ. 2023, σελ. 1045, Μ. Μαργαρίτη - Άντας Μαργαρίτη, «ΕρμΚΠολΔ», έκδ. 2018, άρθρ. 624, αριθ. 2.Β, σελ. 72, Ποδηματά σε «Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα ΕρμΚΠολΔ», έκδ. 2000, άρθρ. 624 ΚΠολΔ, αριθ. 10, σελ. 1165). Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη κατέληξε στις ίδιες κρίσεις και -με έστω ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με εκείνη της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ)- απέρριψε τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ένδικης ανακοπής ως απαράδεκτους, λόγω αοριστίας, και νομικά αβάσιμους, κατά τις ως άνω διακρίσεις, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, παρά τα αβάσιμα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος.

Εξάλλου, ο N. 2251/1994 περί «προστασίας των καταναλωτών» αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης-4-1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές», στην παρ. 1 του άρθρ. 3 της οποίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστεως, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση», ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρ. 8 της ίδιας οδηγίας, «τα Κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή». Για να υπάρξει κατά τον N. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγής (ΓΟΣ), πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα «την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή», σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου, επομένως ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του N. 2251/1994 (βλ. ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1188/2021, ΤριμΕφΠατρ 9/2022, ΜονΕφΑθ 3376/2021, ΜονΕφΠατρ 21/2021, ΜονΕφΘεσ 1635/2020 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 851 ΑΚ, «Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη», ενώ, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 855 ΑΚ, «Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση δίζησης)» και του άρθρ. 857 αριθ. 1 ΑΚ «Ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης: 1. Αν παραιτήθηκε απ' αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης». Συνακόλουθα, η ύπαρξη όρου περιεχομένου σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό μεταξύ τράπεζας και εγγυητή, κατά τον οποίο ο συμβαλλόμενος εγγυητής δηλώνει ότι παραιτείται από το ευεργέτημα (ένσταση) της διζήσεως, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και για ολόκληρο το ποσό, ως αυτοφειλέτης, απηχεί το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρ. 857 ΑΚ και, κατά συνέπεια, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου (βλ. ad hoc АП 1188/2021, АП 1087/2019, ΤριμΕφΠατρ 9/2022, ΤριμΕφΑΘ 4610/2021, ΜονΕφΑθ 133/2022, ΜονΕφΠατρ 21/2021, ΜονΕφΘεσ 1635/2020, ΜονΕφΘεσ 214/2020 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»).

Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής τους οι εκκαλούντες παραπονούνται ακόμη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε ως αόριστους και νομικά αβάσιμους τους εκτιμώμενους ως τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου και έκτο σκέλος του τρίτου λόγου της ανακοπής τους, που αναπτύσσονταν με υπέρτιτλο «1ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ» και τίτλο «II. ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ ΩΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΠΛΑΝΗΣ» και με υπέρτιτλο «3ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΉΣ. Ακυρότητα της υπ’ αριθμόν … συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των υπ’ αριθμ. …………………… πρόσθετων πράξεων, οι οποίες αποτελούν με την ως άνω αρχική σύμβαση ενιαίο και αδιαίρετο όλο, δεδομένου ότι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί πλήθος γενικών όρων συναλλαγών (ΓΟΣ) που περιλαμβάνονται σε αυτές» και τίτλο «εστ’. Εξαναγκασμός εγγυητών για παραίτηση από έννομα δικαιώματα. Η ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΓΟΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΓΓΥΗΤΗ», αντίστοιχα, με τους οποίους, αφού παρέθεταν τη διάταξη του άρθρ. 847 ΑΚ, ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης εγγύησης, λόγω ουσιώδους πλάνης της εγγυήτριας - δεύτερης από αυτούς, επειδή κατά την υπογραφή της σύμβασης θεωρούσε ότι αναλάμβανε υποχρέωση παροχής εμπράγματης ασφάλειας και όχι ότι θα ευθύνεται προσωπικά για την εξόφληση του χρέους του πρωτοφειλέτη, ενώ επιπλέον ισχυρίζονταν ότι είναι παράνομος και καταχρηστικός ο περιεχόμενος στη σύμβαση πίστωσης όρος περί παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση της διζήσεως. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, που παραδεκτά προτεινόταν μόνο από τη δεύτερη ανακόπτουσα, που είχε συμβληθεί στην επίδικη σύμβαση ως εγγυήτρια, έπρεπε να απορριφθεί κατά το πρώτο σκέλος του ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφερόταν με αυτόν κανένα πραγματικό περιστατικό, δυνάμενο να υπαχθεί στις επικαλούμενες από την ανακόπτουσα νομικές διατάξεις περί πλάνης. Περαιτέρω, κατά το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος λόγος έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, ο όρος περί παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους της σύμβασης, δεδομένου ότι ταυτίζεται με ή απηχεί κατά περιεχόμενο τη διάταξη του άρθρ. 857 ΑΚ, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, ώστε να μην μπορεί να αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα και με τη ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13 (βλ. 13η σκέψη του Προοιμίου και άρθρ. 1§2 της Οδηγίας), κατά την οποία αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι συμβατικές ρήτρες, που απηχούν τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας χωρίς να τροποποιούν το περιεχόμενό τους ή το πεδίο εφαρμογής τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη κατέληξε στις ίδιες κρίσεις και -με έστω ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με εκείνη της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ)- απέρριψε τους εκτιμώμενους ως τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου και έκτο σκέλος του τρίτου λόγου της ανακοπής τους, ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, και ως νομικά αβάσιμο, κατά τις ως άνω διακρίσεις, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, παρά τα αβάσιμα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, ο οποίος τυγχάνει και αυτός απορριπτέος.

Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 1 του N. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πόσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανόμενης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός έκαστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρ. 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρ. 1§3 του N. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και, μετά την τροποποίηση που επέφερε ο N. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης «βαρύνουσα» στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξης σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα (βλ. ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), οπότε, υπό το καθεστώς αυτό, η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο, διότι, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του N. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε, όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρ. 1 §3 του N. 128/1975, θα εξαρτάτο από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά, ενώ, ακόμη και όταν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διάταξης του άρθρ. 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου πέραν του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προκύπτει από τον N. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που τυχόν θα ορίζει ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, ενόψει των προαναφερθέντων, συνάγεται ότι από τον N. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοούμενης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερβαίνει η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του N. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρ. 1 §3 του N. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ’ άρθρ. 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων (βλ. ΑΠ 368/2019, ΑΠ 917/2011 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στο δανειολήπτη αποτέλεσε από την ισχύ του N. 128/1975 συναλλακτική πρακτική των τραπεζών στην παγίωση της οποίας συνετέλεσαν: α) το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο ανέφεραν γενικά ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια - πιστώσεις), με τη διάταξη δε του άρθρ. 22 του N. 2515/1997 καθορίστηκε ρητά ότι για τα δάνεια από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικό, β) το ότι το ύψος του συντελεστή καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών (όπως με το άρθρ. 8 N. 2459/1997, βάσει του οποίου απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους, και το άρθρ. 19§4β’ του N. 3152/2003, βάσει του οποίου απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς τις I. Μονές του Αγίου Όρους κ.λπ.), καθόσον, αν η εν λόγω εισφορά βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν θα υφίστατο λόγος θέσπισης των παραπάνω εξαιρέσεων, και γ) η Τράπεζα της Ελλάδος ήδη από την έναρξη εφαρμογής του N. 128/1975 ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων - χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993, ενώ, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και 2501/2002) την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης. Έτσι η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρ. 82 αυτής, επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την Τράπεζα και στην επιβολή «ειδικών εισφορών», η δε εισφορά του N. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά, η μετακύλιση, ωστόσο, της οποίας στον πιστούχο - δανειολήπτη, ενόψει και της ανωτέρω ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (βλ. ΑΠ 430/2005, ΤριμΕφΔυτΜακ 19/2020, ΤριμΕφΔυτΜακ 25/2019 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», contra ΤριμΕφΛαμ 125/2007 Αρμ. 2008. 1070, ΤριμΕφΛαμ 124/2007 Αρμ. 2009. 1190). Σε αμφότερες, πάντως, τις ανωτέρω περιπτώσεις ο εκάστοτε ανακόπτων, προβάλλοντας την -κατά τα ανωτέρω- ακυρότητα του υπολογισμού των τόκων δανειακής σύμβασης με βάση έτος 360 και όχι 365 ημερών ή της μετακύλισης της εισφοράς του N. 128/1975, οφείλει, προκειμένου να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, όχι απλώς να αμφισβητήσει το ύψος της απαίτησης, αλλά να προσβάλλει και συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα είτε τα συγκεκριμένα ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκε από τον -παράνομο κατά την άποψή του- υπολογισμό των τόκων ή τον ανατοκισμό της εισφοράς του N. 128/1975, ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλλον ποσό και συνακόλουθα να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του, είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής του, στο οποίο αυτή θα ανερχόταν, αν δεν είχε λάβει χώρα ο εν λόγω υπολογισμός των τόκων ή ο ανατοκισμός, ώστε να είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος. Τούτο, διότι, ακόμη και σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων τόκων ή ανατοκισμών δεν θίγεται η βεβαιότητα της απαίτησης ούτε αυτή καθίσταται ανεκκαθάριστη, αλλά το γεγονός αυτό συνεπάγεται ακυρότητα αντιστοίχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της (κρατούσα στη νομολογία άποψη, βλ. ενδεικτ. ΑΠ 669/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΤριμΕφΔυτΜακ 19/2020, ΤριμΕφΔυτΜακ 25/2019 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», contra ΤριμΕφΛαμ 124/2007 Αρμ. 2009. 1190).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 «σχετικά με την τροποποίηση της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη», το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες, ο κανόνας δε αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ Ζ1-178/13-2-2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β’ 255/9-3-2001) και την YA Ζ1-798/25-6- 2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β’ 1353/11-7-2008), από τις οποίες η μεν πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά, αλλά καταναλωτικά δάνεια και, ειδικότερα, τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη (στην παρ. 1 περ. στ’ της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, αντί του ημερολογιακού έτους), αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (βλ. ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1331/2012 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 «για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου», με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β’ 917/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, «η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου». Ως προς το πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρ. 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, με αποτέλεσμα τελικά αυτή να αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια (με την προϋπόθεση, μάλιστα, οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής), ενώ στο - εμπεριεχόμενο στο άρθρ. 26 της ανωτέρω ΚΥΑ- Παράρτημα I καθιερώνεται διάρκεια έτους 365 ημερών, 52 εβδομάδων και ίσων με αυτές 12 μηνών για τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως τις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και κατόχου πιστωτικής κάρτας (βλ. ΤριμΕφΛαμ 5/2022, ΤριμΕφΠατρ 9/2022, ΤριμΕφΑΘ 1778/2010 α’ δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Περαιτέρω, γενικά ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρ. 2§6 του N. 2251/1994, διότι οι Γ.Ο.Σ. των συμβάσεων πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Έτσι, με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε 360 ημέρες, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 243§3 ΑΚ. Όταν η Τράπεζα διασπά εντελώς τεχνητά και κατ’ αποκλεισμό των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή το χρονικό διάστημα (έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή/δανειολήπτη, ο οποίος πλέον (όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών), για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με περισσότερους τόκους κατά ποσοστό 1,3889% (βλ. ΑΠ 368/2019, ΑΠ 2021/2010, ΤριμΕφΠατρ 58/2021, ΜονΕφΠατρ 507/2021, δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών (βλ. ΑΠ 368/2019 ό.π.). Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 (ΦΕΚ Β’ 917/23-6-2017) των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην καταναλωτική πίστη με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (βλ. ΑΠ 368/2019 ό.π., ΑΠ 430/2005 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρ. 3§1 N. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών, προσαρμοζόμενο κατά τον λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από τη με αριθ. 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α’ 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρ. 1 §4 του N. 2251/1994 και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί τον μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ με βάση τις ανακοινώσεις επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, ορίζει δε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, σχετικού λόγου της ανακοπής επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωση αυτής και, συγκεκριμένα, μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του Γ.Ο.Σ. μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (βλ. ΑΠ 368/2019 ό.π.).

Επίσης, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρ. 1 της 1969/8.8.1991 ΠΔΤΕ, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του N. 1266/1982, «απαγορεύεται η είσπραξη προμήθειας στα δάνεια, των οποίων το επιτόκιο ορίζεται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα», κατ’ εξαίρεση δε επιτρέπεται η είσπραξη προμήθειας οργάνωσης και διαχείρισης, προκειμένου περί κοινοπρακτικών δανείων και προμήθειας αδρανείας επί των μη αναληφθέντων ποσών πιστώσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή χορήγησής τους. Στην έννοια των πάσης φύσεως προμηθειών του παρόντος κεφαλαίου δεν εμπίπτουν οι αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων, όπως π.χ. συμβολαιογραφικά έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτου, εγγραφής υποθήκης κ.λπ. (βλ. ΜονΕφΔυτΜακ 102/2018 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Στη ρύθμιση αυτή δεν εισάγει εξαίρεση η ΕΝΠΘ 524/1993, με την οποία προστέθηκε στο «Παράρτημα» της πιο πάνω ΠΔΤΕ περίπτωση «Θ», καθόσον με αυτήν απλά διευκρινίζεται ότι τα επιτρεπόμενα -με βάση την ανωτέρω 1969/1991 ΠΔΤΕ- έξοδα, τέλη, φόροι και προμήθειες κοινοπρακτικών δανείων (των οποίων μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η είσπραξη) πρέπει να περιλαμβάνονται στην ανάλυση του μηνιαίου λογαριασμού που αποστέλλουν οι πιστωτικοί φορείς στους κατόχους πιστωτικών καρτών και όχι ότι επιτρέπεται ελεύθερα η είσπραξη προμήθειας (βλ. ΑΠ 1219/2001 ΕΕμπΔ 2001. 529). Ακόμη, σύμφωνα με το κεφάλαιο Στ’ της ΠΔΤΕ 2501/31-10-2002 «Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους», που αντικατέστησε την ΠΔΤΕ 1969/1991, εκδόθηκε δε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρ. 18§5 του N. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρ. 92§1 του N. 3601/2007) και, συνεπώς, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ορίστηκε ότι δεν επιτρέπεται η είσπραξη οιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, ενώ κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η είσπραξη ί) προμήθειας οργάνωσης και διαχείρισης προκειμένου περί κοινοπρακτικών δανείων και ιι) προμήθειας αδρανείας επί των μη αναληφθέντων ποσών πιστώσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή χορήγησής τους. Στην έννοια των πάσης φύσεως προμηθειών του παρόντος κεφαλαίου δεν εμπίπτουν οι αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων, όπως λ.χ. συμβολαιογραφικά έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτου, εγγραφής υποθήκης κ.λπ. (βλ. ΑΠ 368/2019, ΤριμΕφΑθ 2274/2024, ΜονΕφΑθ 2899/2024 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»),

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρ. 47, 64, 67 του ν.δ/τος 17-7/13- 8-1923, 112 ΕισΝΑΚ και 361, 436, 438 και 874 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρεία, ονομαζόμενη «πιστώτρια», και ο αντισυμβαλλόμενος, ονομαζόμενος «πιστούχος», συμφωνούν να παράσχει η πρώτη πίστωση ορισμένου χρηματικού ποσού στον δεύτερο, συνήθως δυνάμενο να αναλάβει τα δανειζόμενα χρήματα είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά, και να καταχωρίζουν τις εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού. Συνεπεία τούτων, κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στον λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της και δεν είναι απαιτητή, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο, λόγω της συγχώνευσής της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, ενώ δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω σύμβασης είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοικτός λογαριασμός, ο οποίος προϋποθέτει δυνατότητα εκατέρωθεν αποστολών σε οποιαδήποτε στιγμή έως το οριστικό κλείσιμό του, είναι δε αδιάφορο το αν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι αποστολές του ενός μέρους πάντοτε υπολείπονται καθ' ύψος των αποστολών του άλλου μέρους ή και παύουν να λαμβάνουν χώρα μετά ορισμένη στιγμή. Η πιστώτρια μπορεί εκ του νόμου να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας μετά ταύτα στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς να τίθεται κατ’ αρχήν θέμα κατά πόσο εκείνη οφείλει να καταγγείλει τη σύμβαση, για να απαιτήσει την αντίστοιχη είσπραξη του καταλοίπου (βλ. ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 262/2021, ΑΠ 260/2021, ΑΠ 1281/2017 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1437/2014 ΧρΙΔ 2015.2011, ΤριμΕφΑΘ 2407/2021, ΤριμΕφΑΘ 854/2021, ΤριμΕφΔυτΜακ 25/2019 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΤριμΕφΠειρ 1035/2013 ΔΕΕ 2013. 1167, ΜονΕφΚρητ 3/2021, ΜονΕφΘεσ 711/2020, ΜονΕφΛαμ 117/2018 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Στην έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού περιλαμβάνεται και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης (ανοικτός λογαριασμός πίστωσης) σε τράπεζα, που κινείται με διαδοχική ανάληψη του δανείου (πίστωσης) από τον πιστούχο και τμηματικές αποδόσεις τούτου από τον ίδιο, με τους οικείους τόκους και προμήθειες, δηλαδή η εξέλιξη της πίστωσης παρακολουθείται, διαφορετικά εξυπηρετείται ή κινείται με αλληλόχρεο λογαριασμό, μέσω του οποίου η χρήση της πίστωσης μπορεί να γίνεται κατ’ επανάληψη, εφόσον ο πιστούχος φροντίζει, ώστε το υφιστάμενο ανά πάσα στιγμή υπόλοιπο του λογαριασμού να μην υπερβαίνει το συμφωνηθέν όριο της πίστωσης (βλ. ΑΠ 1022/2003 ΕλλΔνη 45. 90, ΑΠ 722/2000 ΧρΙΔ 2001. 73, ΑΠ 1343/2000 ΕλλΔνη 43. 419, ΤριμΕφΑΘ 147/2011 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΤριμΕφΘεσ 794/2007 Αρμ. 2008.1198, ΤριμΕφΠατρ 906/2005 ΔΕΕ 2006.641, ΤριμΕφΘεσ 1853/2003 Αρμ. 2005. 550, ΜονΕφΑιγ 43/2021, ΜονΕφΠατρ 138/2020, ΜονΕφΑΘ 465/2018, ΜονΕφΛαμ 117/2018, ΜονΕφΘεσ 413/2017, ΜονΕφΔωδ 49/2016, ΜονΕφΠειρ 401/2015 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Αυτές οι συμβάσεις μπορούν να λυθούν οριστικά, αν δεν έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους ο χρόνος λήξης τους, αυτοδίκαια με τον θάνατο, την αφάνεια, την πτώχευση κ.λπ. ή κατόπιν καταγγελίας του ενός από τους συμβαλλομένους, ο οποίος δικαιούται (άρθρ. 112§2 ΕισΝΑΚ) να κλείσει οριστικά τον λογαριασμό οποτεδήποτε το θελήσει, απευθυνόμενης αυτής (καταγγελίας) στον αντισυμβαλλόμενο, που μπορεί να λάβει γνώση, οπότε το κατάλοιπο αυτού καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (βλ. ΤριμΕφΑΘ 1236/2002 ΑρχΝ 2003. 399, με τις εκεί παραπομπές), δηλαδή, όπως ήδη ειπώθηκε, τον λογαριασμό αυτόν κλείνει η τράπεζα, όταν θελήσει, σύμφωνα και με το άρθρ. 47§2 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, ακόμα και εάν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία με τον πιστούχο (βλ. ΑΠ 1352/2011 ΧρΙΔ 2012.633, ΑΠ 1992/2005, ΑΠ 48/2001 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΤριμΕφΘεσ 1034/2013 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΤριμΕφΑΘ 3104/2004 ΔΕΕ 2014. 813), το δε κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) αυτής (βλ. και ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 578/2006, ΜονΕφΘεσ 2256/2018 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Με βάση τα ανωτέρω παρέπεται ότι, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να κλείνει το λογαριασμό μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία (βλ. ΑΠ 1227/2006 ΤΝΠ Νόμος), η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρ. 2§§6 και 7 του N. 2251/1994, ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), καθόσον δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμου (βλ. ΑΠ 99/2020, ΑΠ 369/2019, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 1437/2014 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), ή του άρθρ. 372 AK, ως δήθεν συμφωνία ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στη απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλόμενους (βλ. ΑΠ 1689/2013, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 904/2011 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»),

Οι εκκαλούντες παραπονούνται ακόμη με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε τον εκτιμώμενο ως τρίτο λόγο της ανακοπής τους, που έβαλλε κατά του κύρους της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονταν, κατ’ εκτίμηση των εκτιθέμενων από αυτούς, ότι η σύμβαση πίστωσης, που αποτέλεσε την αιτία για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, περιείχε προδιατυπωμένους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), που δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο ειδικής διαπραγμάτευσης και οι οποίοι ήταν άκυροι, ως αντίθετοι στη διάταξη του άρθρ. 6§2 του N. 2251/1994, καθόσον παραβίαζαν την αρχή της διαφάνειας και διατάρασσαν την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος των ίδιων ως καταναλωτών. Οι ανακόπτοντες ισχυρίζονταν, ακόμη ότι τον ως άνω καταχρηστικό χαρακτήρα των συγκεκριμένων όρων όφειλε να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη ο εθνικός δικαστής, κατά τη διαδικασία έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, κατ’ εφαρμογή της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, καθώς επίσης ότι, σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι όροι ήταν άκυροι, ως αντίθετοι στη με αριθ. Ζ1-798/25-6-2008 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β’ 1353/11-7-2008), με την οποία απαγορεύθηκε η αναγραφή γενικών όρων συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με καταναλωτές. Πλέον συγκεκριμένα οι ανακόπτοντες με τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής τους, ο οποίος αναπτυσσόταν στο οικείο δικόγραφο με υπέρτιτλο «3ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΉΣ. Ακυρότητα της υπ’ αριθμόν .../.../2007 συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των υπ’ αριθμ. …2008, ….2012 και ….2013 πρόσθετων πράξεων, οι οποίες αποτελούν με την ως άνω αρχική σύμβαση ενιαίο και αδιαίρετο όλο, δεδομένου ότι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί πλήθος γενικών όρων συναλλαγών (ΓΟΣ) που περιλαμβάνονται σε αυτές» και τίτλους «3α’. Ένσταση ακυρότητας του όρου της δανειακής σύμβασης που αφορά την μετακύλιση, κεφαλαιοποίηση, τοκογονία και ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975», «3β’. Ο όρος 4.4. της επίδικης συμβάσεως, σύμφωνα με τον οποίο το επιτόκιο υπολογίζεται επί έτους 360 και 365 ημερών, είναι άκυρος, ως αδιαφανής (καταχρηστικός-ΑΚ281) για τους κάτωθι λόγους:», «3γ’. Αθέμιτες οι χρεώσεις προμηθειών και εξόδων καθώς και οι ανατοκισμοί αυτών», «3δ’. Παράνομος ο όρος που προβλέπει ότι το Πιστωτικό Ίδρυμα δύναται να καταγγείλει οποτεδήποτε τη δανειακή σύμβαση με τον οφειλέτη και να κλείσει οριστικά τον λογαριασμό, χωρίς προειδοποίηση ή αιτιολόγηση. Η δανειακή σύμβαση περιλαμβάνει ΡΗΤΑ απαγορευμένο Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ). Ακυρότητα της δανειακής συμβάσεως, άκυρη η καταγγελία της από την καθής και άκυρη η αίτησή της για έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής» και «3ε>. Παράνομος και άκυρος ο όρος που προβλέπει ότι ο οφειλέτης θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει την ακρίβεια των λογαριασμών του εφόσον μέσα σε είκοσι ημέρες από το περιοδικό κλείσιμό του ή δέκα ημέρες από το κλείσιμο του λογαριασμού δεν διατύπωσε εγγράφως κάποια παρατήρηση ή ένστασή του», εξέθεταν ότι: α) η επιδικασθείσα με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής απαίτηση είναι μη εκκαθαρισμένη, διότι έχουν περιληφθεί σε αυτή παράνομες χρεώσεις από την κεφαλαιοποίηση, τον εκτοκισμό και τον ανατοκισμό της εισφοράς του N. 128/1975, β) ότι είναι παράνομος και καταχρηστικός ο περιεχόμενος στη σύμβαση με αριθ. 4.4 όρος που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, γιατί έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στη με αριθ. Ζ1-798/25-6-2008 Υπουργική Απόφαση και προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, καθόσον ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 243§3 ΑΚ και, συνεπώς, ότι η τράπεζα διασπά, με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του δανειολήπτη, το χρονικό διάστημα (έτος) στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του δανειολήπτη, ο οποίος πλέον, όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889%, περισσότερο, επιπλέον δε διότι το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα κατ' επιταγή της Κοινοτικής Οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ 21-178/13-2-2001 (ΦΕΚ B' 255/8-3-2001) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον κατ' αυτόν τον τρόπο ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου και, εν προκειμένω, ότι αυτοί επιβαρύνθηκαν με τον ως άνω παράνομο υπολογισμό, χωρίς περαιτέρω να προσδιορίζουν το ποσό αυτού στην ανακοπή τους, γ) ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι περιλαμβάνονται στο ποσό της οφειλής αθέμιτες χρεώσεις προμηθειών και εξόδων και ανατοκισμοί των χρεώσεων αυτών, δ) ότι είναι παράνομος και καταχρηστικός ο περιεχόμενος στη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με αριθ. 9.1 όρος, με τον οποίο η καθ' ης επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να αναστέλλει τη χρήση της πίστωσης ή να την περιορίζει και να κλείνει οριστικά τον ανοικτό λογαριασμό, οποτεδήποτε, χωρίς καμία ειδοποίηση του πιστούχου και για οποιοδήποτε λόγο, καθώς και ο όρος ότι σε περίπτωση υπερημερίας της πιστούχου, η τελευταία καθίσταται υπερήμερη και η καθ' ης δικαιούται να αξιώσει την εξόφληση όλης της πίστωσης, και ε) ότι ο με αριθ. 4.2 όρος της με αριθ. ….-2012 πρόσθετης πράξης και 2.3 της αρχικής σύμβασης πίστωσης, που περιλαμβάνει ρήτρα πλασματικής αναγνώρισης της οφειλής, σε περίπτωση που ο πιστούχος εντός της οριζόμενης προθεσμίας δεν αμφισβητήσει το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, είναι άκυρος ως καταχρηστικός, καθόσον παραβιάζει τη διάταξη του άρθρ. 2§6 του N. 2251/1994. Επιπρόσθετα, οι εκκαλούντες παραπονούνται με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους ότι η εκκαλουμένη, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον εκτιμώμενο ως πέμπτο λόγο της ανακοπής τους, με υπέρτιτλο «5ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ. Η ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΥΓΧΑΝΕΙ ΑΚΥΡΩΤΕΑ, ΚΑΘΩΣ ΤΟΣΟ Σ’ ΑΥΤΗΝ ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ, ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΙΤΙΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ - ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΧΟΥΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΚΟΧΡΕΩΛΥΤΙΚΕΣ», που έβαλλε κατά του κύρους της «ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονταν ότι μεταξύ του πρώτου από αυτούς και της καθ' ης η ανακοπή είχε καταρτιστεί δανειακή σύμβαση και όχι σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως τον εμφάνισε η τελευταία. Ωστόσο ο ως άνω λόγος κατά τα υπό στοιχεία (α) και (β) σκέλη του ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, με δεδομένο ότι οι ανακόπτοντες δεν ανέφεραν επακριβώς τα επιπλέον χρηματικά ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκαν παράνομα, εξαιτίας της εφαρμογής των προκείμενων όρων της σύμβασης χορήγησης πίστωσης, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους και, σε καταφατική περίπτωση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής μόνο κατά το ακριβές ποσό με το οποίο παράνομα επιβαρύνθηκε η επίδικη οφειλή και -ως εκ τούτου- ακύρως επιδικάστηκε με την τελευταία. Τούτο, διότι σε περίπτωση καταλογισμού παράνομων κονδυλίων σε βάρος του οφειλέτη η απαίτηση δεν καθίσταται -άνευ ετέρου- ανεκκαθάριστη ούτε και επηρεάζεται η έγγραφη απόδειξη αυτής με την κίνηση του τηρηθέντος προς εξυπηρέτησή της λογαριασμού, ώστε να δημιουργείται, εξαιτίας αυτού (καταλογισμού), διαδικαστικό κώλυμα για την έκδοση διαταγής πληρωμής, κατά την έννοια του άρθρ. 624 ΚΠολΔ, παρά μόνο, εφόσον γίνει επίκληση κατά τρόπο ορισμένο και αποδειχτεί η ουσιαστική βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού περί παράνομων χρεώσεων, αυτός οδηγεί στη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής και δη κατά το ποσό που παρά το νόμο καταλογίστηκε σε βάρος του ανακόπτοντος. Εν προκειμένω οι ανακόπτοντες απλώς αμφισβητούν εν γένει την ορθότητα του λογαριασμού που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της μεταξύ των διαδίκων μερών λειτουργούσας σύμβασης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, υπολαμβάνοντας ότι τούτο και μόνο αρκεί, για να καταστήσει την απαίτηση αναπόδεικτη και ανεκκαθάριστη, πλην όμως η θέση τους αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στον νόμο, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση αυτή δεν καθίσταται μη εκκαθαρισμένο το σύνολο της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες, αλλά μόνο το μέρος της που συνδέεται με τυχόν παράνομες χρεώσεις. Τα -ως ένα βαθμό εύλογα- ζητήματα δυσχέρειας ανταπόκρισης των ανακοπτόντων στις απαιτήσεις της δικονομικής αρχής του συγκεκριμένου προσδιορισμού του αντικειμένου της δίκης σε υποθέσεις όπως η ένδικη, δεν αρκούν για την παράκαμψη της αρχής αυτής, πολλώ δε μάλλον όταν η δυσχέρεια δύναται να αντιμετωπιστεί και κατά το αρχικό στάδιο της σύνταξης του οικείου δικογράφου της δίκης, με την προσφυγή στις ειδικότερες γνώσεις ενός λογιστή ή οικονομολόγου, η δαπάνη αμοιβής του οποίου μπορεί να αποκατασταθεί μέσω συνυπολογισμού της στα εν γένει δικαστικά έξοδα του νικητή διαδίκου. Πέραν τούτου, όμως, μόνο για λόγους πληρότητας της παρούσας απόφασης πρέπει να ειπωθεί επιπρόσθετα όσον αφορά τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής, που ερείδεται στην επικαλούμενη από τους ανακόπτοντες - εκκαλούντες ακυρότητα, λόγω αδιαφάνειας και καταχρηστικότητας, του όρου της σύμβασης περί μετακύλισης σε αυτούς της εισφοράς του N. 128/1975 και ανατοκισμού αυτής, ότι αυτός ήταν σε κάθε περίπτωση απορριπτέος και ως μη νόμιμος, καθόσον από καμία διάταξη νόμου δεν απαγορεύεται η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς στον δανειολήπτη, ενώ, περαιτέρω, το ποσό της ως άνω εισφοράς νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (βλ. ΜονΕφΑΘ 302/2018, ΜονΕφΘεσ 1224/2017, ΜονΕφΘεσ 473/2017, ΜονΕφΘεσ 16/2016 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», καθώς επίσης και Σπ. Ψυχομάνη, «Τα τραπεζικά επιτόκια», ΝοΒ 1995. 16-17). Η συμπερίληψη του εν λόγω όρου σε δανειακή σύμβαση μπορεί να ελεγχθεί μόνον από την άποψη της διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (βλ. ΑΠ 368/2019 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΑΠ 430/2005, ΤριμΕφΘεσ 492/2010, ΤριμΕφΑΘ 1558/2007, ΤριμΕφΛαρ 114/2007 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), εν προκειμένω, όμως, οι ανακόπτοντες ουδόλως επικαλούνταν ότι, κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πίστωσης, δεν υπήρχε ενημέρωσή τους για την ως άνω επιβάρυνση. Πρέπει δε να παρατηρηθεί και ότι για τον υπολογισμό του ακριβούς ύψους της επιπλέον χρέωσης δεν είναι δυνατόν να διενεργηθεί Λογιστική πραγματογνωμοσύνη, καθόσον οι ίδιοι οι ανακόπτοντες όφειλαν να προσδιορίσουν την επικαλούμενη επιπλέον χρέωσή τους με την ανακοπή τους (βλ. σχετ. ΤριμΕφΑΘ 1159/2012 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), ενώ τυχόν αοριστία του ποσού της απαίτησης για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και αναπόδεικτο αυτής από τα προσκομιζόμενα έγγραφα θα οδηγούσε στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι στην έκδοση απόφασης περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, με σκοπό την αναδρομική αναπλήρωση της διαπιστούμενης δικονομικής έλλειψης (βλ. ενδεικτ. ΤριμΕφΔυτΜακ 18/2019, ΤριμΕφΑΘ 1159/2012 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Κατόπιν τούτων, ενόψει του ότι η επικαλούμενη από τους ανακόπτοντες ακυρότητα των ανωτέρω Γ.Ο.Σ., λόγω αδιαφάνειάς τους, δεν συνδέεται με την ακυρότητα συγκεκριμένων κατ’ ιδίαν κονδυλίων και, συνακόλουθα, ποσών που επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ο λόγος αυτός της ανακοπής ως προς τα ως άνω σκέλη του τύγχανε απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, και ως τέτοιος έπρεπε να απορριφθεί (βλ. ΑΠ 999/2019, ΤριμΕφΠατρ 58/2021 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Επίσης, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονταν και ότι είναι άκυροι ως Γ.Ο.Σ., καθιστώντας ακυρωτέα την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, οι όροι 5 της ως άνω αρχικής σύμβασης, 6 της με αριθ. ….2012 πρόσθετης πράξης και 8 της με αριθ. ….2013 πρόσθετης πράξης αυτής, οι οποίοι ορίζουν ότι τα πόσης φύσεως έξοδα που προκύπτουν ή θα προκύψουν με αιτία αυτές και σε εκτέλεσή τους βαρύνουν και θα βαρύνουν τον πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές αυτού, καθόσον παραβιάζουν την αρχή της διαφάνειας, που πρέπει να διέπει τις συναλλαγές με καταναλωτές και η οποία απορρέει από τις διατάξεις του άρθρ. 2§§6 και 7 N. 2251/1994, αφού οι ανακόπτοντες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων την αιτία και τη φύση των εξόδων αυτών (τα οποία, μάλιστα, συνιστούν προμήθειες της τράπεζας και όχι έξοδα), το ύψος τους και γενικά τους λόγους, τις συνθήκες και τα κριτήρια επιβολής τους με κριτήρια ειδικά και εύλογα, που θα προσδιορίζουν τα έξοδα αυτά. Κατ’ αυτόν δε τον τρόπο επιβαρύνουν τον δανειολήπτη και τους εγγυητές του, προσκρούοντας στην αρχή της διαφάνειας και διαταράσσοντας σε βάρος των τελευταίων και υπέρ της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας, ως προμηθευτή, την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, για τον μείζονα λόγο ότι, πέραν του συνολικού ποσού των χρεώσεων, η πραγματική οικονομική επιβάρυνση την οποία έχουν υποστεί, εξαιτίας της παράνομης επιβολής τους, είναι ακόμη μεγαλύτερη, ενόψει του γεγονότος ότι τα σχετικά ποσά προστίθενται στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο και ανατοκίζονται παράνομα, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα, κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω όρων της μεταξύ τους σύμβασης και των πρόσθετων πράξεων αυτής, χρέωσε τους τηρούμενους για την εξυπηρέτησή της λογαριασμούς με ποσά 300 ευρώ, ως έξοδα εξέτασης αιτήματος χορήγησης πίστωσης και έγκρισής του, 300 ευρώ, ως έξοδα εξέτασης του αιτήματος για την τροποποίηση της επίδικης σύμβασης, και 400 ευρώ, ως έξοδα εξέτασης και έγκρισης αιτήματος, καθώς και με μη προσδιοριζόμενα ποσά φόρων και προμηθειών, τα οποία στη συνέχεια ανατοκίζονταν. Με αυτό το περιεχόμενο ο ίδιος λόγος ανακοπής, κατά το ως άνω τρίτο σκέλος του, που, σε περίπτωση ευδοκίμησής του, θα ήγε σε μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, τύγχανε ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, όσον αφορά την επιχειρούμενη θεμελίωσή του στην παράνομη επιβάρυνση των ανακοπτόντων με προμήθειες, καθόσον αυτοί ανέφεραν συνολικά ποσά χρεώσεων, χωρίς να εξειδικεύουν εάν αυτά αφορούν έξοδα και λειτουργικά κόστη, που έχουν ήδη συνυπολογιστεί κατά τη σύναψη της αρχικής μεταξύ τους σύμβασης και των πρόσθετων πράξεων αυτής, κατ’ αντιστάθμιση από την καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα του λειτουργικού κόστους με το προσφερόμενο στον καταναλωτή επιτόκιο, το οποίο -κατόπιν συμφωνίας τους- μπορεί να τους επιβαρύνει, ή εάν πρόκειται για έξοδα που αφορούν πρόσθετες τραπεζικές εργασίες, πέραν της λειτουργίας της αρχικής σύμβασης, δηλαδή προμήθειες, που δεν δύνανται να επιβληθούν σε βάρος τους. Όσον αφορά δε την επιχειρούμενη θεμελίωσή του ίδιου λόγου στις διατάξεις του N. 2251/1994 ομοίως τύγχανε αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, διότι οι ανακόπτοντες δεν ισχυρίζονταν ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αγνοούσαν την ακυρότητα των επικαλούμενων καταχρηστικών όρων της επίδικης σύμβασης και ότι δεν θα είχαν επιχειρήσει τη σύναψή της χωρίς το άκυρο μέρος, ενώ, επιπλέον, ουδόλως ανέφεραν τα συγκεκριμένα στοιχεία με βάση τα οποία, κατά την άποψή τους, οι εν λόγω Γ.Ο.Σ. αφήνουν το τίμημα αόριστο χωρίς σπουδαίο λόγο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα στον ανακόπτοντα καταναλωτή, ώστε να κριθεί ότι αυτοί αντίκεινται στην per se καταχρηστική ρήτρα του άρθρ. 2§7 περ. ια’ του N. 2251/1994, που αποτελεί εξειδίκευση της αρχής της διαφάνειας, ούτε (ανέφεραν) τα συγκεκριμένα εκείνα στοιχεία που καθιστούν τους όρους αδιαφανείς (δηλαδή ότι δεν ήταν σαφείς ως προς τις νομικές τους συνέπειες και κατανοητοί σ’ αυτούς από τυπική και γραμματική άποψη) και, ομοίως κατά την άποψή τους, διαταράσσουν, και μάλιστα σημαντικά, την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων, καθιστώντας τους όρους άκυρους, ως καταχρηστικούς, ώστε να μπορεί το παρόν Δικαστήριο να κρίνει, στο πλαίσιο επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, για την ακυρότητα ή μη ως καταχρηστικών των σχετικών όρων, κατ’ άρθρ. 2§§1 και 6 του N. 2251/1994. Ενόψει τούτων, μόνη η επίκληση με την ανακοπή ότι οι όροι αυτοί «που προβλέπουν ότι όλα τα έξοδα της τραπέζης βαρύνουν τον οφειλέτη είναι καταχρηστικοί, όπως έχει δεχθεί και το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας (απόφ. 8090/22.1.1993), σύμφωνα με το σκεπτικό του οποίου, τα δικαστήρια μπορούν να ανατρέψουν τη σχετική συμβατική συμφωνία, εάν η εφαρμογή της δεν είναι εύλογη και δίκαιη...» και ότι «... Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι παράνομες και καταχρηστικές αυτές χρεώσεις κατ’ εφαρμογή άκυρου ΓΟΣ, κατά παράβαση της Απόφασης ….2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων, του άρθρ. 1 της ΠΔ/ΤΕ1969/1991 κατ’ εφαρμογή προδήλως του άρθ. 178 ΑΚ, όσο και λόγω αντιθέσεως στο άρθρο 2 παρ. 6 N. 2251/1994, επέδρασαν στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού...» δεν συνιστά ορισμένη και σαφή προβολή των απαιτούμενων κατά τον N. 2251/1994 στοιχείων (βλ. ΑΠ 350/2016 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 561/2014 ΧρΙΔ 2014. 622). Σημειώνεται, επιπρόσθετα, ότι, για τον χαρακτηρισμό ως προμήθειας κάποιας επιβάρυνσης από την τράπεζα του λογαριασμού που τηρείται στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, θα πρέπει, πέραν άλλων, να χρεώνεται κάθε έτος ο λογαριασμός με προκαθορισμένο από την τράπεζα ποσό (βλ. σχετ. με τα χαρακτηριστικά της προμήθειας ΤριμΕφΑΘ 5253/2003, ΧρΙΔ 2004.134), περίπτωση που, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή, δεν συντρέχει εν προκειμένω ως προς τα προσβαλλόμενα κονδύλια εξόδων, τα οποία -όπως παρατίθενται στο δικόγραφό της- αφορούν εφάπαξ δαπάνες και έξοδα που θεμιτά επιβαρύνουν τους δανειολήπτες, σύμφωνα με το κεφάλαιο ΣΤ’ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, καθόσον συνιστούν πραγματικά έξοδα για τη διαχείριση της επίδικης σύμβασης και αποτελούν αντάλλαγμα των ανακοπτόντων για γνωστές σε αυτούς, απόλυτα προβλέψιμες αναγκαίες ενέργειες της καθ' ης η ανακοπή για την εκ μέρους της υλοποίηση της κύριας παροχής της σύμβασης παροχής πίστωσης με «αλληλόχρεο» λογαριασμό για τις ανάγκες της εμπορίας του πιστούχου - α’ ανακόπτοντος, όπως είχε, άλλωστε συμφωνηθεί με τους προαναφερθέντες όρους της επίδικης σύμβασης και των πρόσθετων πράξεων αυτής, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην ανακοπή. Τούτο έχει ως συνέπεια οι σχετικοί όροι, βάσει των οποίων τα ως άνω έξοδα επιβλήθηκαν στους ανακόπτοντες-εκκαλούντες, δηλαδή στον πρωτοφειλέτη πρώτο από αυτούς και κατ’ επέκταση στην εγγυήτρια δεύτερη, ευθυνόμενη αλληλεγγύως ως πρωτοφειλέτρια, να μην διαταράσσουν, με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή, τη συμβατική ισορροπία μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη της φύσης των αγαθών και υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, του σκοπού της, του συνόλου των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και της απουσίας άλλων ρητρών στην ίδια σύμβαση από τις οποίες αυτοί να εξαρτώνται, καθώς και του ότι δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων διαδίκων, ούτε τη σημαντική επιβάρυνση των ανακοπτόντων. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά το υπό στοιχείο (δ) σκέλος του, τύγχανε απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, καθόσον οι διατάξεις των άρθρ. 112§2 ΕισΝΑΚ και 47§2 του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923 προβλέπουν το δικαίωμα της καθ' ης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας να καταγγέλλει μονομερώς τον αλληλόχρεο λογαριασμό και να τον κλείνει οριστικά οποτεδήποτε και, επομένως, δεν είναι άκυρη η επαναλαμβάνουσα την ανωτέρω νομοθετική πρόβλεψη σχετική συμφωνία τους, που κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, περιέχεται στην ένδικη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Ακόμη, κατά το υπό στοιχείο (ε) σκέλος του ο ίδιος λόγος τύγχανε και αυτός απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η δικονομική συμφωνία, βάσει της οποίας ο πιστούχος, μετά την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας που του έχει τάξει η τράπεζα, εφόσον δεν έχει ρητά αντιλέξει, θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει το χρεωστικό υπόλοιπο της σύμβασης πίστωσης, είναι έγκυρη, στο μέτρο που δεν διαταράσσει την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος του πιστούχου, αφού δεν αποκλείει το δικαίωμα ανταπόδειξης, αλλά απλώς περιορίζει εν προκειμένω τη δυνατότητα του πιστούχου να το αμφισβητήσει μέσα σε εύλογη προθεσμία είκοσι (20) ημερών ή δέκα (10) ημερών, κατά περίπτωση, με ισχυρισμούς ορισμένους, που ανάγονται στα κατ’ ιδίαν κονδύλια και όχι με γενική αμφισβήτηση της ορθότητας τήρησης των λογαριασμών ή του καταλοίπου (βλ. ΑΠ 248/2014, ΑΠ 910/2010, ΕπισκΕμπΔ 2010. 1053, ΑΠ 715/2009 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 470/2006 ΧρΙΔ 2006. 638, ΑΠ 1458/2006 ΕλλΔνη 2009. 1745, ΑΠ 1472/2004, ΑΠ 925/2002, ΤριμΕφΑθ 1872/2022, ΤριμΕφΘεσ 1109/2015, ΜονΕφΠατρ 118/2021, ΜονΕφΘεσ 2256/2018, ΜονΕφΠειρ 638/2015 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Σε κάθε δε περίπτωση ο ίδιος λόγος ανακοπής ως προς το προαναφερθέν τέταρτο σκέλος του τύγχανε απορριπτέος και ως ουσιαστικά αβάσιμος και αλυσιτελής, καθόσον από το περιεχόμενο της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής ευχερώς προέκυπτε ότι αυτή εκδόθηκε με βάση τα προσκομισθέντα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης η ανακοπή και όχι βάσει πλασματικής αναγνώρισης της ακρίβειας του χρεωστικού υπολοίπου του τηρηθέντος στο πλαίσιο της σύμβασης λογαριασμού (βλ. 10η σελ. ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής). Τέλος, και ο πέμπτος λόγος της ανακοπής τύγχανε απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον οι ανακόπτοντες ουδόλως εξέθεταν στο δικόγραφο της ανακοπής τους πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση του ισχυρισμού τους ότι η ένδικη σύμβαση ή οι τροποποιητικές πράξεις αυτής αφορούσαν χορήγηση δανείου και όχι παροχή πίστωσης, ενώ επιπλέον δεν προσδιόριζαν κατά ποιο ποσό επιβαρύνθηκε συγκεκριμένα η σε βάρος τους απαίτηση της αντιδίκου τους, εξαιτίας των -κατά τους ισχυρισμούς τους- παράνομων χρεώσεων, συνεπεία του χαρακτηρισμού της σύμβασης ως παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη κατέληξε στις ίδιες κρίσεις και -με έστω ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με εκείνη της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ)- απέρριψε τους εκτιμώμενους ως τρίτο και πέμπτο λόγους της ένδικης ανακοπής ως απαράδεκτους, λόγω αοριστίας, νομικά και ουσιαστικά αβάσιμους, κατά τις ως άνω διακρίσεις, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε εκτίμησε κακώς τις ενώπιον του αποδείξεις, παρά τα αβάσιμα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της έφεσής τους, οι οποίοι τυγχάνουν και αυτοί απορριπτέοι.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε και τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους με τον οποίο ισχυρίζονταν ότι η ακυρότητα των ανωτέρω αναφερθέντων όρων, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 181 ΑΚ, επάγεται την ακυρότητα της ένδικης σύμβασης στο σύνολό της, διότι η καθ' ης η ανακοπή δεν θα προέβαινε στην κατάρτισή της χωρίς τα άκυρα μέρη, Πλην όμως, ο ως άνω λόγος ανακοπής τύγχανε ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι οι ανακόπτοντες δεν ιστορούσαν πραγματικά περιστατικά επί τη βάσει των οποίων το Δικαστήριο να δύναται να συναγάγει ότι οι διάδικοι απέδωσαν κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης και των πρόσθετων πράξεων στους φερόμενους ως άκυρους γενικούς όρους τέτοια σπουδαιότητα, ώστε, εάν γνώριζαν την - κατά τους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων- ακυρότητα αυτών, να μην συνάψουν συνολικά την επίμαχη σύμβαση. Πέραν δε τούτου, ο ίδιος λόγος τύγχανε, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος, ως αναγκαία συναρτώμενος με την ευδοκίμηση κάποιου από τους λοιπούς λόγους της ένδικης ανακοπής, με τους οποίους επιδιωκόταν από τους ανακόπτοντες η απόδειξη της ακυρότητας μέρους της επίδικης σύμβασης και των πρόσθετων πράξεων αυτής, που -κατά τα αναλυτικά ανωτέρω εκτιθέμενα- ουδόλως επιτεύχθηκε. Συνεπώς, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο, που με την εκκαλουμένη κατέληξε στην ίδια κρίση και -με έστω ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με εκείνη της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ)- απέρριψε τον προαναφερθέντα λόγο ανακοπής, παρά τα αβάσιμα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, που πρέπει και αυτός να απορριφθεί.

Επίσης με τον έκτο λόγο της έφεσης τους οι εκκαλούντες παραπονούνται συλλήβδην για την απόρριψη των έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου λόγων της ανακοπής τους, με τους οποίους ισχυρίζονταν, αντίστοιχα, κατ’ εκτίμηση των εκτιθέμενων σε κάθε λόγο, α) ότι οι τράπεζες της χώρας ενήργησαν καταχρηστικά, κατά παράβαση των άρθρ. 178, 200 και 288 ΑΚ, διότι δανείστηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, με τον όρο ότι, σε περίπτωση μη αποπληρωμής των δανείων, το χρέος θα πιστωνόταν στο δημόσιο χρέος της χώρας (έκτος λόγος), και β) ότι η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων, μέσω της ίδρυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Τ.Χ.Σ.), αποτελεί παράνομη και καταχρηστική πρακτική, στην οποία κατέφυγε και η καθ' ης η ανακοπή, ενώ, εφόσον το Τ.Χ.Σ. χρηματοδότησε τις ελληνικές τράπεζες με την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων και την αποζημίωση της καθ’ ης η ανακοπή από το Ελληνικό Δημόσιο για το σύνολο των «κόκκινων δανείων», μεταξύ των οποίων και το επίδικο, οι οφειλές προς αυτές (τράπεζες) αποτελούν κατ’ ουσίαν οφειλές προς το συγκεκριμένο Ταμείο και η καθ' ης η ανακοπή δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την επίδικη σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, αφού η απαίτησή της κατά αυτών έχει εξοφληθεί με τον ανωτέρω τρόπο, η δε επιλογή της να επιδιώκει για δεύτερη φορά την είσπραξη της απαίτησης αυτής ασκείται καταχρηστικά (έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι). Ωστόσο, με όλους τους ανωτέρω λόγους της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες καταφέρονταν κατά του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά τα τελευταία έτη στον απόηχο της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, χωρίς ουσιαστικά αυτοί (λόγοι) να συνέχονται ούτε με την επίδικη απαίτηση ούτε με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, στο μέτρο που η γενική και αόριστη επίκληση τυχόν καταχρηστικής συμπεριφοράς της καθ' ης η ανακοπή ως προς τον τρόπο διαχείρισης κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων που είχε χορηγήσει ή τα οποία είχαν περιέλθει σε αυτήν (όπως εν προκειμένω) δεν συνεπάγεται αναπόδραστα ότι αυτή ενήργησε ομοίως καταχρηστικά και στην περίπτωση της επίδικης οφειλής, οι δε ανακόπτοντες δεν επικαλούνται επιπρόσθετα άλλα πραγματικά περιστατικά ή συνθήκες, που θα μπορούσαν να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή για καταγγελία της σύμβασης, όπως για παράδειγμα ότι η συμπεριφορά της τράπεζας που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος της, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στους ίδιους την εύλογη πεποίθηση ότι η καθ' ης δεν θα ασκούσε το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης και επιδίωξης της απαίτησής της στον χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκηση να προκαλεί επαχθείς συνέπειες σε αυτούς και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική, ούτε ότι η οικονομική αδυναμία τους είχε πρόσκαιρο χαρακτήρα, ώστε να επιβάλλεται η εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή επίδειξη ανοχής στην καθυστέρηση εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι το ως άνω δικαίωμα της καθ' ης η ανακοπή να εισπράξει την απαίτησή της, που απορρέει από τον Νόμο και την επίδικη σύμβαση, με τις πρόσθετες πράξεις αυτής, είναι άμεσα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες της ασκούσας το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της, όπως η ίδια το ορίζει και είναι συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της και την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας. Για λόγους πληρότητας της παρούσας απόφασης, πρέπει να ειπωθεί επιπρόσθετα και ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας έγινε με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος με την αντίστοιχη ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και όχι με στόχο την αποκρατικοποίηση των τραπεζών και την απαλλαγή των οφειλετών από τα ληφθέντα δάνεια. Ειδικότερα, δυνάμει των N. 3864/2010 και N. 4079/2012, η ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών έλαβε χώρα μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο τυγχάνει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, κατόπιν υποχρεωτικής τους συμμόρφωσης σε πληθώρα στην ίδια κρίση και -με έστω ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με εκείνη της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ)- απέρριψε τους ως άνω λόγους ανακοπής, απορριπτέων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου υποστηριζόμενων από τους εκκαλούντες με τον έκτο λόγο της έφεσής τους.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 193 ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος για τον σε βάρος του καταλογισμό τους. Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης, η δε ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (βλ. ΜονΕφΠατρ 43/2018, ΤριμΕφΠειρ 24/2016 και ΤριμΕφΑΘ 3808/2014 α’ δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», καθώς επίσης Πανταζόπουλο, σε «Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα ΕρμΚΠολΔ2», έκδ. 2020, άρθρ. 520, αριθ. 16, σελ. 115-116, και /W. Μαργαρίτη - Άντας Μαργαρίτη, «ΕρμΚΠολΔ», έκδ. 2018, άρθρ. 520, αριθ. 30.ζ, σελ. 813, Β. Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση», έκδ. 2015, σελ. 305,).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες παραπονούνται ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης που επιδικάστηκε σε βάρος τους με την εκκαλούμενη απόφαση, στην οποία αυτοί ήταν ανακόπτοντες - καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και ηττηθέντες διάδικοι ως προς την τελευταία, ισχυριζόμενοι αυτολεξεί ότι «... η εκκαλουμένη κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και νομικών δεδομένων της υπό κρίση περίπτωσης και κατά πλημμελή εκτίμηση του προσαχθέντος πρωτοδίκως αποδεικτικού υλικού, μας καταδίκασε στην καταβολή των δικαστικών τραπεζικών ανακοινώσεων και οδηγιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με στόχο την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, προς αποτροπή άτακτης χρεωκοπίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και, ακολούθως, της Χώρας, τούτο δε προκύπτει σαφώς και από το άρθρ. 2 του N. 3864/2010, όπου αναφέρεται ότι «σκοπός του Ταμείου είναι η διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω της ενίσχυσης κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων και θυγατρικών αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα κατόπιν άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο και μέσω της κεφαλαιακής ενίσχυσης μεταβατικών πιστωτικών ιδρυμάτων που συστήνονται σύμφωνα με το άρθρο 63ε’ του N. 3601/2001», και όχι την αποκρατικοποίηση των τραπεζών ούτε την απαλλαγή των οφειλετών από τα αναληφθέντα από αυτούς δάνεια. Εξάλλου, η ως άνω ανακεφαλαιοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή επηρεάζει μεν το μετοχικό της κεφάλαιο (δια της αγοράς μετοχών από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), πλην όμως δεν αλλοιώνει τις υφιστάμενες συμβατικές της σχέσεις, μεταξύ των οποίων και η επίδικη σύμβαση, και την εντεύθεν ενεργητική της νομιμοποίηση, ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις συμβατικές αυτές σχέσεις ούτε, άλλωστε, προκύπτει από οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ότι υπήρξε καθολική διαδοχή του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στα δικαιώματα της καθ’ ης η ανακοπή ή ότι εκχωρήθηκε η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή σε βάρος των ανακοπτόντων. Αναφορικά, εξάλλου, με τον καθ’ υποφορά εκτιμώμενο ως προβαλλόμενο στην ανακοπή ισχυρισμό των ανακοπτόντων περί ελλιπούς -σε σχέση με την αντίδικό τους- δικαστικής τους προστασίας εν μέσω της πλήττουσας τη χώρα οικονομικής κρίσης, επισημαίνεται ότι ο Έλληνας νομοθέτης έχει ήδη προβλέψει την ένταξη των υπερχρεωμένων οφειλετών υπό προϋποθέσεις στο πλαίσιο του N. 3869/2010, όπου θα μπορούσαν να αιτηθούν να υπαχθούν και οι ανακόπτοντες, εφόσον βέβαια πληρούσαν τις προϋποθέσεις. Συνεπώς, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη κατέληξε εξόδων της προσθέτως παρεμβαίνουσας, το ύψος των οποίων όρισε στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (1.200€) (sic). Ενώ το ύψος του ποσού των δικαστικών εξόδων κρίνεται ιδιαίτερα επαχθές, δεδομένης της οικονομικής μας κατάστασης, όπως λεπτομερώς εκτέθηκε και αποδείχθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Και για τον λόγο, λοιπόν, αυτό θα πρέπει να εξαφανισθεί άλλως μεταρρυθμιστεί η πρωτοβάθμια απόφαση και να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή μας (sic)...». Ο λόγος αυτός της έφεσης προβάλλεται κατ’ αρχάς παραδεκτά, αφού προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 193 ΚΠολΔ, πρβλ. ΑΠ 617/2008 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι οι εκκαλούντες δεν προσδιορίζουν το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης, δηλαδή αν ο καθορισμός του ως άνω ποσού οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος. Τούτο, μάλιστα, για τον πρόσθετο λόγο ότι οι εν λόγω ανακόπτοντες - καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση - εκκαλούντες ηττήθηκαν ολικά στην πρωτοβάθμια δίκη, καθόσον απορρίφθηκε στο σύνολό της η ανακοπή τους και έγινε δεκτή η σε βάρος τους ασκηθείσα αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, συνεπώς η επιβολή σε βάρος τους των δικαστικών εξόδων της παρασταθείσας αντιδίκου τους - αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ήταν κατ’ αρχήν υποχρεωτική από το Δικαστήριο (άρθρ. 176 και 180 ΚΠολΔ), χωρίς, μάλιστα, να υφίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας της συγκεκριμένης διάταξης της απόφασης, αφού αυτή (επιβολή) είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (βλ. Μ. Μαργαρίτη - Άντας Μαργαρίτη, «ΕρμΚΠολΔ», έκδ. 2018, άρθρ. 176, αριθ. 12, σελ. 307), ούτε, βέβαια, και να ασκεί έννομη επιρροή στο ύψος των επιβαλλόμενων δικαστικών εξόδων η οικονομική κατάσταση των ηττηθέντων διαδίκων, ακόμη και αν αυτοί έχουν αιτηθεί και τους έχει χορηγηθεί το ευεργέτημα της πενίας, κατ’ άρθρ. 194 επ. ΚΠολΔ, συνθήκη που ούτως η άλλως δεν πληρούται εν προκειμένω (βλ. Μ. Μαργαρίτη - Άντας Μαργαρίτη, «ΕρμΚΠολΔ», έκδ. 2018, άρθρ. 199, αριθ. 3, σελ. 323). Σημειώνεται δε ότι, σε κάθε περίπτωση, ούτε η ουσιαστική βασιμότητα του συγκεκριμένου λόγου αποδεικνύεται, καθόσον, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε στους ανακόπτοντες - καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και ηττηθέντες διαδίκους τα δικαστικά έξοδα μόνο της παρασταθείσας αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, κατ’ άρθρ. 176 και 180 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ. 63§1 στ. і περ. α’, 65 και 68§1 Ν. 4194/2013, ενόψει δε του ότι η τελευταία δεν είχε υποβάλει τον από το άρθρ. 190 ΚΠολΔ προβλεπόμενο κατάλογο εξόδων, ορθά προχώρησε στην εκκαθάρισή τους στο ανωτέρω ποσό, κατ’ αποδοχή του σχετικού της αιτήματος.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω δε της απόρριψής της, πρέπει, κατ’ άρθρ. 495§3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου των εκατό (100) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους εκκαλούντες αυτής για την κατάθεσή της. Περαιτέρω, παρά την απόρριψη της έφεσης, πρέπει να ορισθεί το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από την ερημοδικασθείσα α’ εφεσίβλητη (άρθρ. 501 §1, 502§1 και 505§2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας έχει και ο απολειπόμενος αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται στη δίκη από τους παριστάμενους αναγκαίους ομοδίκους του, σε κάθε δε περίπτωση το έννομο συμφέρον για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας δεν μπορεί να κριθεί εκ των προτέρων, αλλά μόνο από το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας (βλ. ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 1596/2018, ΤριμΕφΠατρ 65/2022, ΤριμΕφΠατρ 9/2022, ΜονΕφΑθ 121/2022, ΜονΕφΘεσ 879/2022 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Τέλος, δικαστικά έξοδα για την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, παρά την ήττα των εκκαλούντων, δεν θα επιδικασθούν σε βάρος τους υπέρ της α’ εφεσίβλητης - α’ καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, καθόσον, λόγω της ερημοδικίας της, αυτή δεν υποβλήθηκε σε τέτοια, ενώ ελλείπει και σχετικό αίτημα, ενώ, αντίθετα, η δικαστική δαπάνη της β’ εφεσίβλητης - β’ καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας θα επιβληθεί, κατόπιν σχετικού της αιτήματος, σε βάρος των εκκαλούντων - ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης, σύμφωνα με τα άρθρ. 176, 183 και 191 §2 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της α’ εφεσίβλητης - α’ καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης - καθ' ης η ανακοπή - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων ί. την από 9-4-2024 και με αριθ. κατάθ. ...-2024 έφεση, ¡¡.τους από 31-5-2024 και με αριθ. κατάθ. ...2024 πρόσθετους λόγους έφεσης και iii. τους από 30-9-2025 και με αριθ. κατάθ. ...-2025 πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της με αριθ. 8734/30-5-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών).

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την α’ εφεσίβλητη - α’ καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης - καθ' ης η ανακοπή - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους πρόσθετους λόγους έφεσης.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο των εκατό

(100) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους εκκαλούντες για την άσκησή της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες - ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της β’ εφεσίβλητης - β’ καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2026, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ