ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

(Διαδικασία διοικητικών διαφορών ουσίας)

Αριθμός απόφασης: ΑΟ43/2026

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2025, με δικαστή τον Θεόδωρο Τσαλή, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων (Δ.Δ.), και γραμματέα τον Χαράλαμπο Κανελλιά, δικαστικό υπάλληλο,

για να δικάσει την έφεση με χρονολογία κατάθεσης 24-2-2023 (Ε.Φ. ……/2023)

του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο …… “……”, που εδρεύει στη …… και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, για τον οποίο παραστάθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Βασιλική Τσουκαλά (Δ.Σ. Λάρισας), με έγγραφη δήλωσή της, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.

κατά των: 1) Μ. Του ...…, κατοίκου …… (οδός ……), 2) Ξ., χήρας ... 3) Α. του ... 4) Θ. Του .... κατοίκων …… (οδός ……), οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση που κατέθεσε ο πρώτος εξ΄ αυτών, για λογαριασμό του, ως δικηγόρος (Δ.Σ. Αθηνών) και για λογαριασμό των υπολοίπων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., και

κατά της 23/2023 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο:

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου.

2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση επιδιώκεται παραδεκτώς η εξαφάνιση της 23/2023 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτή η με χρονολογία κατάθεσης 29-4-2021 ανακοπή των ήδη εφεσίβλητων, αναγνωρίσθηκε ότι η προσβαλλόμενη δια της ανακοπής αρνητική δήλωση του καθ’ ου και, ήδη, εκκαλούντος νομικού προσώπου ως τρίτου, υποβληθείσα κατ΄ άρθρο 985 του ΚΠολΔ, είναι ανακριβής, ότι υφίσταται η απαίτηση ποσού 27.672,27 ευρώ των καθ’ ων (ήδη, εφεσίβλητων) η εκτέλεση οφειλετών εις χείρας του καθ’ ου (ήδη εκκαλούντος) η ανακοπή, υποχρεώθηκε το καθ’ ου (ήδη εκκαλούν) να καταθέσει δημόσια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 27.672,27 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους μη καταβληθέντες και επιδικασθέντες με την 298/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας τόκους, αφού αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις, με το νόμιμο τόκο από 13-4-2021.

3. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΑΕΔ 1/2019), στην περίπτωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται από την άσκηση ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ’ ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (Α.Π. 663/2017, 480/2012, 1065/2009, 73/1995). Εξάλλου, το αντικείμενο της ανακοπής και της σχετικής δίκης οριοθετείται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και τη δήλωση του τρίτου, και -συνεπώς- δεν είναι δυνατή η επέκταση της κατάσχεσης σε απαίτηση ή έννομη σχέση που δεν περιέχεται στο κατασχετήριο. Έτσι, σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, όπου τρίτος είναι το Δημόσιο, κρίσιμο στοιχείο, για τον καθορισμό της προσήκουσας δικαιοδοσίας, είναι όχι η τυχόν αστική φύση της απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή κατά του οφειλέτη του, της οποίας τελικά επιδιώκεται η ικανοποίηση μέσω της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, αφού αυτή δεν είναι η επίδικη, αλλά η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε, δηλαδή η φύση της υποκείμενης σχέσης μεταξύ τρίτου και καθ’ ου η εκτέλεση (αρχικού οφειλέτη του επισπεύδοντος την εκτέλεση), εφόσον αυτή τίθεται σε αμφισβήτηση με την άσκηση της ανακοπής, δεδομένου ότι η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 986 ΚΠολΔ επέχει κατ’ ουσίαν θέση αγωγής του αρχικού οφειλέτη (και δανειστή του τρίτου) κατά του τρίτου (βλ. ΑΕΔ 1/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ’ αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ’ αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Περαιτέρω, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ’ ου η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως, αλλιώς το δικόγραφο της ανακοπής είναι αόριστο (ΑΠ 480/2012, 256/2011). Εξάλλου, το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαίτησης για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου (ΑΠ 663/2017). Επίσης, με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε πληρωμή τόκων επί της απαίτησης, αξίωση που αρχίζει, όμως, όχι με την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ, από τότε, δηλαδή, που ο τρίτος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει την απαίτηση στον κατασχόντα (αρθρ. 988 § 1 εδ. α` και 345 ΑΚ) (ΕφΑθ 9000/2005). Η απόφαση που κάνει δεκτή την ανακοπή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου υποχρεώνει τον τρίτο, εφόσον δεν υπάρχει άλλη κατάσχεση, να καταβάλει στον κατάσχοντα ό,τι κατασχέθηκε (990 ΚπολΔ). Κατά τη διάταξη, δε, του άρθρου 988 § 1 εδ. β` ΚΠολΔ επί πλειόνων κατασχέσεων, αν η κατασχεθείσα απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι οι κατασχόντες, ο τρίτος οφείλει να παρακαταθέσει δημοσίως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτής (κατασχεμένης απαίτησης), χωρεί δε διανομή της από οριζόμενο συμβολαιογράφο, σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. ΚΠολΔ. Εξάλλου, οι περί διανομής εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται τόσο επί καταφατικής δήλωσης, όσο και επί αρνητικής τέτοιας, εφόσον η τελευταία αυτή αναγνωρίσθηκε ως ανακριβής, κατόπιν άσκησης ανακοπής (Εφ Αθ 7318/2006).

4. Επειδή, περαιτέρω, κατά τα άρθρα 416, 417 και 418 ΑΚ η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή στο δανειστή ή όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επιτρέψει να δεχτεί την καταβολή και πρέπει να είναι προσήκουσα. Η κατ’ άρθρο 316 ΑΚ μερική καταβολή παγίως έχει κριθεί ότι συνιστά μη προσήκουσα καταβολή (ΑΠ 44/2004). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής. Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει απ’ αυτήν την ενοχή. Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της άσκησης του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί άφεσης χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα (ΑΠ 934/2014).

5. Επειδή, τέλος, ο ν. 3068/2002 (Α΄ 274), ο οποίος εκδόθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 4 και 95 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. …»

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 298/2016 τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, η οποία κατέστη αμετάκλητη, έγινε εν μέρει δεκτή η με αριθ. κατ. ……/2007 αγωγή των Β., Ό. και Γ.και υποχρεώθηκε το “……” Γενικό Νοσοκομείο …… να καταβάλει στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 150.000 ευρώ και σε έκαστο των λοιπών το ποσό των 200.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (30-1-2008) έως την εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν από τον θάνατο της συζύγου του πρώτου και μητέρας των λοιπών, στις 26-2-2003, κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης, που πραγματοποιήθηκε στο ως άνω νοσοκομείο. Ακολούθως, οι, ήδη, εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την με αριθ. κατ. ……/2012 αγωγή για την καταβολή δικηγορικών αμοιβών για εργασίες που παρείχαν, στα πλαίσια της άνω υπόθεσης (ποινική και αστική δίκη), στους Β., Ό. και Γ., ο πρώτος εφεσίβλητος ως δικηγόρος και οι υπόλοιποι εφεσίβλητοι ασκώντας δικαίωμα λόγω κληρονομικής διαδοχής εκ του δικαιοπάροχου τους, Δ., επίσης, δικηγόρου. Με την 322/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, μετά την εξαφάνιση της 81/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου …., διακρατήθηκε η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των, ήδη, εφεσιβλήτων και υποχρεώθηκαν: α) ο Β. να καταβάλει στον ήδη πρώτο εκ των εφεσίβλητων το ποσό των 4.359,25 ευρώ, στην ήδη δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 2.150 ευρώ, στην ήδη τρίτη εφεσίβλητη το ποσό των 3.225 ευρώ και στην ήδη τέταρτη εφεσίβλητη το ποσό των 3.225 ευρώ, β) η Ό. να καταβάλει στον ήδη πρώτο εφεσίβλητο το ποσό των 4.359,25 ευρώ, στην ήδη δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 2.150 ευρώ, στην ήδη τρίτη εφεσίβλητη το ποσό των 3.225 ευρώ και στην ήδη τέταρτη εφεσίβλητη το ποσό των 3.225 ευρώ και γ) ο Γ. να καταβάλει στον ήδη πρώτο εφεσίβλητο το ποσό των 3.500 ευρώ, στην ήδη δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 1.750 ευρώ, στην ήδη τρίτη εφεσίβλητη το ποσό των 2.625 ευρώ και στην ήδη τέταρτη εφεσίβλητη το ποσό των 2.625 ευρώ. Προς ικανοποίηση των απαιτήσεων τους, οι ήδη εφεσίβλητοι επέδωσαν στις 15-10-2020, στους ως άνω οφειλέτες τους αντίγραφο εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της πιο πάνω απόφασης μετά της κάτωθι αυτού από 12-10-2020 επιταγής προς πληρωμή, για συνολικό επιτασσόμενο ποσό (μαζί με τα έξοδα σύνταξης, επίδοσης κλπ.) 69.438,48 ευρώ. Ακολούθως, στις 27-10-2020 επιδόθηκε στο ήδη εκκαλούν το από 26-10-2020 κατασχετήριο έγγραφο των ήδη, εφεσίβλητων, με το οποίο αυτοί προέβησαν σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου, των χρηματικών απαιτήσεων των οφειλετών τους κατά του τρίτου, ήδη εκκαλούντος. Το ίδιο κατασχετήριο έγγραφο επιδόθηκε στη συνέχεια στις 6-4-2021 στους Ό. και Γ. και στις 7-4-2021 στον Β. Συγκεκριμένα, με το κατασχετήριο αυτό έγγραφο, οι ήδη εφεσίβλητοι επέβαλαν αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του ήδη εκκαλούντος, ως τρίτου, κάθε χρηματικής απαίτησης που είχαν οι καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτες τους κατά του ήδη εκκαλούντος από την επιδικασθείσα σε αυτούς με την 298/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης, τους τόκους αυτής και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Μετά ταύτα, το ήδη εκκαλούν νομικό πρόσωπο προέβη στην ……/8-4-2021 δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία δήλωσε ότι έχει ήδη εξοφλήσει τις απαιτήσεις των καθ’ ων η εκτέλεση οφειλετών των ήδη εφεσιβλήτων, προσκομίζοντας τα σχετικά χρηματικά εντάλματα και την.../14-11-2017 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης του Υπουργείου Υγείας, και ειδικότερα δήλωσε ότι: α) για τον Β. εξέδωσε: 1) το από 25-2-2018 χρηματικό ένταλμα (σειρά ……, αριθμός ……) συνολικού ποσού 150.000 ευρώ, για την καταβολή δαπάνης επιδικασθέντος ποσού, το οποίο εξοφλήθηκε στις 26-3-2018 και 2) το από 25-2-2018 χρηματικό ένταλμα (σειρά ……, αριθμός ……) συνολικού ποσού 69.700 ευρώ, μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων ποσού 12.300 ευρώ, για την καταβολή τόκων (από 30-1-2008 έως 10-3-2017, όπως προκύπτει από το οικείο ένταλμα), το οποίο εξοφλήθηκε στις 4-4-2018, β) για την Ό. εξέδωσε: 1) το από 5-12-2017 χρηματικό ένταλμα (σειρά ……, αριθμός ……) συνολικού ποσού 200.000 ευρώ για την καταβολή του επιδικασθέντος ποσού, το οποίο εξοφλήθηκε στις 15-12-2017 και 2) το από 15-2-2018 χρηματικό ένταλμα (σειρά ……, αριθμός ……) συνολικού ποσού 92.933,33 ευρώ, μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων ποσού 16.400 ευρώ, για την καταβολή τόκων (από 30-1-2008 έως 10-3-2017, όπως προκύπτει από το οικείο ένταλμα), το οποίο εξοφλήθηκε στις 23-2-2018 και γ) για τον Γ. εξέδωσε: 1) το από 5-12-2017 χρηματικό ένταλμα (σειρά ……, αριθμός ……) συνολικού ποσού 200.000 ευρώ, για την καταβολή του επιδικασθέντος ποσού, το οποίο εξοφλήθηκε στις 15-12-2017 και 2) το από 15-2-2018 χρηματικό ένταλμα (σειρά ……, αριθμός ……) συνολικού ποσού 92.933,33 ευρώ, μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων ποσού 16.400 ευρώ, για την καταβολή τόκων (από 30-1-2008 έως 10-3-2017, όπως προκύπτει από το οικείο ένταλμα), το οποίο εξοφλήθηκε στις 23-2-2018.

7. Επειδή, ακολούθως, οι ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας την με ημερομηνία κατάθεσης 29-4-2021 ανακοπή ζητώντας την αναγνώριση της ανακρίβειας της παραπάνω δήλωσης του καθ’ ου η ανακοπή και, ήδη, εκκαλούντος. Ειδικότερα, όπως ισχυρίστηκαν, το καθ’ ου η ανακοπή και, ήδη, εκκαλούν νομικό πρόσωπο, οφείλει στους οφειλέτες τους (των εφεσίβλητων) επιπλέον ανεξόφλητους τόκους. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκαν ότι όπως προκύπτει από την ίδια την δήλωση: α) το κεφάλαιο των 150.000 ευρώ καταβλήθηκε στον Β. στις 26-3-2018, oι οφειλόμενοι δε τόκοι κατά την ημέρα εξόφλησής του ανέρχονταν στο ποσό των 91.358,19 ευρώ. Πλην, όμως, το εκκαλούν κατέβαλε στον Β. για τόκους το ποσό των 82.000 ευρώ (69.700 ευρώ συν τις παρακρατηθείσες κρατήσεις 12.300 ευρώ), ήτοι οφείλει ακόμη σε αυτόν το ποσό των (91.358,19 ευρώ - 82.000 =) 9.358,19 ευρώ, β) το κεφάλαιο των 200.000 ευρώ καταβλήθηκε στην Ό. στις 15-12-2017, οι οφειλόμενοι δε τόκοι κατά την ημέρα εξόφλησής του ανέρχονταν στο ποσό των 118.490,37 ευρώ. Πλην, όμως, το εκκαλούν κατέβαλε στην Ό. για τόκους το ποσό των 109.333,33 ευρώ (92.933,33 ευρώ συν τις παρακρατηθείσες κρατήσεις 16.400 ευρώ), ήτοι οφείλει ακόμη σε αυτήν το ποσό των (108.490,37 – 109.333,33 =) 9.157,04 ευρώ και γ) το κεφάλαιο των 200.000 ευρώ καταβλήθηκε στον Γ. στις 15-12-2017, οι οφειλόμενοι δε τόκοι κατά την ημέρα εξόφλησής του ανέρχονταν στο ποσό των 118.490,37 ευρώ. Πλην, όμως, το εκκαλούν κατέβαλε στον Γ. για τόκους το ποσό των 109.333,33 ευρώ (92.933,33 ευρώ συν τις παρακρατηθείσες κρατήσεις 16.400 ευρώ), ήτοι οφείλει ακόμη σε αυτόν το ποσό των (108.490,37 – 109.333,33 =) 9.157,04 ευρώ. Περαιτέρω, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ύπαρξη στα χέρια του εκκαλούντος της κατασχεθείσας απαίτησης συνολικού ποσού 27.672,27 ευρώ και να υποχρεωθεί το εκκαλούν να τους καταβάλει το ως άνω ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση του από 26-10-2020 κατασχετηρίου εγγράφου, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης ανακοπής.

8. Επειδή, ακολούθως, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος και, ήδη, εκκαλούντος περί έλλειψης δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της διαφοράς, το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δεν αμφισβητείται από το καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούν, οι επιδικασθείσες με την 298/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας επιδικάσθηκαν νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, ότι ωστόσο, το, ήδη, εκκαλούν νομικό πρόσωπο δεν συμμορφώθηκε στο διατακτικό της απόφασης, ως όφειλε, κατ’ άρθρο 1 του ν. 3068/2002, αφού οι τόκοι που κατέβαλε δεν αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση της απαίτησης, αλλά στο χρονικό διάστημα από 30-1-2008 έως 10-3-2017, όπως ρητώς αναφέρεται στα οικεία χρηματικά εντάλματα πληρωμής, ότι η διοικητική, δε, διαδικασία, που τηρήθηκε από το ήδη εκκαλούν για την εξόφληση της εν λόγω απαίτησης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δικαιολογεί την καταβολή τόκων όχι έως την πλήρη εξόφληση του κεφαλαίου της απαίτησης αλλά έως 10-3-2017 δεν συνιστά λόγο που δύναται να άρει την υποχρέωση συμμόρφωσής του στην ως άνω απόφαση και την υποχρέωσή του να καταβάλει όσα επιδικάσθηκαν με αυτήν, ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει σαφής και αναμφίβολη, έστω και σιωπηρή, άτυπη δήλωση των καθ’ ων η εκτέλεση περί άφεσης του χρέους του καθ’ ου η ανακοπή που αφορά το ποσό των ανεξόφλητων τόκων, ότι η καταβολή των τόκων που αφορούν μόνο το χρονικό διάστημα από 30-1-2008 έως 10-3-2017 και η επί μακρόν χρόνο αζητησία των τόκων του υπολοίπου χρονικού διαστήματος εκ μέρους των καθ’ ων η εκτέλεση δεν μπορεί να εκληφθεί ως σιωπηρή σύμβαση άφεσης χρέους (ΑΠ 426/2004), που επέφερε την απόσβεση της ενοχής, ότι, επίσης, η μερική καταβολή αυτών, όπως παγίως έχει κριθεί, συνιστά μη προσήκουσα καταβολή και ως εκ τούτου δεν επιφέρει την απόσβεση της ενοχής, ότι απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός του ήδη εκκαλούντος περί απόρριψης ως μη νόμιμου του αιτήματος καταβολής του επίδικου ποσού με τους νόμιμους τόκους, λόγω μη πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 296 ΑΚ, διότι εν προκειμένω, οι ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητοι δεν ζητούν, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει το καθ’ ου και ήδη εκκαλούν, τον ανατοκισμό δεδουλευμένων τόκων, κατ’ άρθρο 296 ΑΚ, αλλά την επιδίκαση νόμιμων τόκων επιδικίας, αίτημα το οποίο νομίμως υποβάλλεται με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα. Ενόψει αυτών, το πρωτόδικο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή, να αναγνωρισθεί ότι η προσβαλλόμενη αρνητική δήλωση του καθ’ ου και ήδη εκκαλούντος είναι ανακριβής, να αναγνωρισθεί η ύπαρξη της απαίτησης ποσού 27.672,27 ευρώ των καθ’ ων η εκτέλεση οφειλετών των ανακοπτόντων και ήδη εφεσίβλητων εις χείρας του καθ΄ ου και ήδη εκκαλούντος και να υποχρεωθεί το εκκαλούν να καταθέσει δημόσια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ως άνω ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στους επιδικασθέντες με την 298/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας και μη καταβληθέντες τόκους, αφού αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις, με το νόμιμο (δικονομικό) τόκο από 13-4-2021, δηλαδή από την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 ΚΠολΔ από την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο καθ’ ου η ανακοπή (27-10-2020), η οποία ανεστάλη δυνάμει Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση της από 11-3-2020 Π.Ν.Π. από 30-10-2020 έως 5-4-2021 [βλ. την με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 69239/2020 (Β' 4777) ΚΥΑ, με την οποία, μεταξύ άλλων, προβλέφθηκε η αναστολή των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών αρχικώς από 30-10-2020 έως και 6-11-2020, ενώ ακολούθως η ως άνω αναστολή παρατάθηκε με διαδοχικές κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τελευταία τη με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/2021 ΚΥΑ (Β΄ 1194/2021) έως και 5-4-2021], μέχρι την πλήρη εξόφληση.

9. Επειδή, το εκκαλούν νομικό πρόσωπο με την υπό κρίση έφεση υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας ότι η ανακοπή ασκήθηκε παραδεκτά εκ μέρους των αντιδίκων κατ΄ άρθρο 217 του Κ.Δ.Δ., ότι το ένδικο βοήθημα της ανακοπής του άρθρου 217 του ΚΔΔ ασκείται μόνο στο πλαίσιο επισπευδόμενης διοικητικής εκτέλεσης ήτοι εκτέλεσης για την είσπραξη δημοσίων εσόδων από τα δημόσια ταμεία σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, ότι στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για διαφορά από εκτέλεση που επιβλήθηκε από ιδιώτες – φυσικά πρόσωπα και δεν συντρέχει περίπτωση διοικητικής εκτέλεσης κατά τον ΚΕΔΕ, ότι, κατά συνέπεια, η ένδικη ανακοπή του άρθρου 217 του ΚΔΔ απαραδέκτως ασκήθηκε και θα έπρεπε για το λόγο αυτό να απορριφθεί με την εκκαλούμενη απόφαση. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι, άλλως, η ένδικη ανακοπή θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των αντιδίκων, καθώς, όπως προεκτέθηκε, ο μόνος που νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 217 του ΚΔΔ είναι κατά ρητή αναφορά του άρθρου 34 του ΚΕΔΕ ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου, ότι οι διαφορές που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που, σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, επισπεύδει φυσικό πρόσωπο ή ν.π.ι.δ. για την ικανοποίηση απαίτησης ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ότι τέτοια διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων δημιουργείται και από τη δήλωση που υποβάλλεται κατά το άρθρο 985 του ΚΠολΔ από τρίτο εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση χρηματικής απαίτησης που έχει κατ΄ αυτού ο οφειλέτης του επισπεύδοντος την αναγκαστική εκτέλεση ανεξαρτήτως αν τρίτος είναι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. και η κατασχεθείσα απαίτηση προέρχεται από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Υποστηρίζει, συναφώς, ότι κριτήριο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας σε περίπτωση άσκησης ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ κατά της αρνητικής δήλωσης του Δημοσίου ως τρίτου στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ είναι η πραγματική υποκείμενη σχέση δηλαδή η προσδιοριζόμενη από τη φύση της απαίτησης της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση και όχι η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε εις χείρας του Ελληνικού Δημοσίου ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για απαίτηση δημοσίου δικαίου, ότι η ως άνω λύση υπαγορεύεται και από το γεγονός ότι ο σκοπός των διατάξεων του ΚΠολΔ είναι τελικώς η ρύθμιση της πρωτογενούς διαφοράς, η οποία, στις ως άνω περιπτώσεις, είναι ιδιωτικού δικαίου και όχι της δευτερογενώς παραχθείσας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο, διότι σύμφωνα με όσα κρίθηκαν με την 1/2019 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και ειδικώς εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, στην περίπτωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται από την άσκηση ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, όπου τρίτος είναι το εκκαλούν νομικό πρόσωπο, κρίσιμο στοιχείο, για τον καθορισμό της προσήκουσας δικαιοδοσίας, είναι όχι η φύση της απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή, ήτοι των εφεσίβλητων κατά των οφειλετών τους, Β., Ό. και Γ., της οποίας τελικά επιδιώκεται η ικανοποίηση μέσω της κατάσχεσης στα χέρια του εκκαλούντος νομικού προσώπου, ως τρίτου, αφού αυτή δεν είναι η επίδικη, αλλά η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε, δηλαδή η φύση της υποκείμενης σχέσης μεταξύ του τρίτου (ήδη εκκαλούντος νομικού προσώπου) και των καθ’ ων η εκτέλεση, δηλαδή Β. Ό. και Γ. η οποία είναι δημοσίου δικαίου και επιδικάσθηκε με την 298/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Κατά συναφή αναφορά, κρίσιμο στοιχείο για τον προσδιορισμό της προσήκουσας δικαιοδοσίας είναι η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε εις χείρας του τρίτου, η οποία εν προκειμένω έχει τον χαρακτήρα απαίτησης του δημοσίου δικαίου και, κατά συνέπεια, η διαφορά που γεννήθηκε από την άσκηση της ένδικης ανακοπής έχει τον χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς ουσίας, για την επίλυση της οποίας αρμόδια είναι τα διοικητικά δικαστήρια. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 986 και 985 του Κ.Πολ.Δ οι εφεσίβλητοι νομιμοποιούνταν ενεργητικά για την άσκηση της ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του ήδη εκκαλούντος νομικού προσώπου ως τρίτου.

10. Επειδή, το εκκαλούν υποστηρίζει, επίσης, ότι η εκκαλούμενη κατά κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων έκρινε ότι το Νοσοκομείο δεν εξόφλησε προσηκόντως την επιδικασθείσα με την 298/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας απαίτηση και ότι η ……/2021 υποβληθείσα εκ μέρους του Νοσοκομείου αρνητική δήλωση είναι ανακριβής, ότι, κατόπιν ικανοποίησης αιτήματός του από το Υπουργείο Υγείας, εκδόθηκαν χρηματικά εντάλματα προς εξόφληση κεφαλαίου και τόκων σε εκτέλεση της προαναφερθείσας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ότι εξοφλήθηκαν πλήρως οι απαιτήσεις σε εκτέλεση της 298/2016 δικαστικής απόφασης και θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να κάνει δεκτή την προβληθείσα ένσταση εξόφλησης των ένδικων απαιτήσεων, ότι, άλλως, η ανακοπή θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη διότι η ……/2021 δήλωση του Νοσοκομείου ουδεμία ανακρίβεια περιέχει αλλά αντιθέτως το περιεχόμενό της είναι απολύτως αληθές και ειλικρινές, ότι για την εξόφληση οφειλών από δικαστική απόφαση υποβάλλεται αίτημα στο Υπουργείο Υγείας και ακολουθείται διαδικασία μέχρι την έκδοση των αντίστοιχων χρηματικών ενταλμάτων, ότι στο καταβλητέο κεφάλαιο υπολογίζονται και οι επιδικασθέντες τόκοι, ότι, όπως γίνεται κατανοητό, δεν μπορούν να υπολογισθούν τόκοι για μελλοντικό και αόριστο χρονικό διάστημα διότι δεν είναι εκ των προτέρων γνωστό το χρονικό σημείο της τελικής έγκρισης της επιχορήγησης από το Υπουργείο Υγείας, ότι σε κάθε περίπτωση ο χρόνος έγκρισης εκ μέρους του Υπουργείου εκφεύγει των ορίων ευθύνης των αρμοδίων οργάνων του Νοσοκομείου, ότι, συνακόλουθα, καθίσταται αντιληπτό ότι σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν οι ένδικες απαιτήσεις ανεξόφλητων τόκων, κατά τους ισχυρισμούς των αντιδίκων, να βρίσκονται εις χείρας του Νοσοκομείου κατά τον χρόνο της κατάσχεσης ώστε να προβεί το Νοσοκομείο σε δέσμευσή τους, και, ότι για τους λόγους αυτούς η ένδικη δήλωση είναι απόλυτα ειλικρινής και επιπλέον πλήρως διευκρινιστική και επεξηγηματική της όλης διαδικασίας και περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, όπως ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 985 του Κ.Πολ.Δικ.

11. Επειδή, το εκκαλούν, περαιτέρω, υποστηρίζει ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση ότι δια της ανακοπής οι αντίδικοι αιτούνταν την καταβολή του αιτούμενου ποσού με τους νόμιμους τόκους επιδικίας και επιδίκασε σε αυτούς το ποσό των 27.672,27 ευρώ με τους νόμιμους τόκους επιδικίας από 13-4-2021 ήτοι από την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ από την κοινοποίηση του κατασχετήριου στο Νοσοκομείο, ότι με την ανακοπή ζήτησαν να καταβληθούν τα αιτούμενα ποσά εκ μέρους του Νοσοκομείου νομιμότοκα από την ημερομηνία επίδοσης του από 26-10-2020 κατασχετηρίου προς το Νοσοκομείο άλλως από την επίδοση της αγωγής, ότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι οι αντίδικοι ζήτησαν την καταβολή του αιτούμενου ποσού ως μη εξοφληθέντες τόκους με τον νόμιμο τόκο, ήτοι με ανατοκισμό, ότι συνεπώς έσφαλε το πρωτόδικο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη έκρινε ότι οι αντίδικοι νομίμως ζητούσαν την καταβολή του ως άνω ποσού με τους νόμιμους τόκους επιδικίας και επιδίκασε πλέον των αιτηθέντων, ότι σύμφωνα με το άρθρο 296 Α.Κ. το αίτημα των αντιδίκων για ανατοκισμό των απαιτήσεών τους είναι απορριπτέο διότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για ανατοκισμό εκ μέρους του Νοσοκομείου, οι αντίδικοι δεν ζητούν τόκους των τόκων με ξεχωριστή αγωγή αλλά επ’ ευκαιρία της ένδικης ανακοπής που άσκησαν στο πλαίσιο της εκ μέρους τους επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, ελλείπει και η προϋπόθεση καθυστέρησης τόκων τουλάχιστον μιας χρήσης για το Δημόσιο, ότι, κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 296 ΑΚ για ανατοκισμό των ένδικων απαιτήσεων και για το λόγο αυτό το αίτημα των αντιδίκων έπρεπε με την εκκαλούμενη απόφαση να απορριφθεί ως μη νόμιμο. Επίσης, υποστηρίζει, ότι το αίτημα νομιμότοκης καταβολής έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθώς ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει το Νοσοκομείο ως προς την εξόφληση των επιδικασθέντων ποσών προς τους καθ’ ων η κατάσχεση και συνεπώς το Νοσοκομείο ουδέποτε περιήλθε σε υπερημερία ως προς την πληρωμή τους ώστε να οφείλει τόκους υπερημερίας, ότι, αντιθέτως, το Νοσοκομείο προέβη άμεσα μετά την έκδοση της 298/2016 τελεσίδικης δικαστική απόφασης σε όλες τις απαραίτητες εκ μέρους του απαιτούμενες ενέργειες προκειμένου να εξοφληθούν άμεσα οι απαιτήσεις που επιδικάσθηκαν, το γεγονός δε πως το Υπουργείο Υγείας προέβη στην αιτούμενη επιχορήγηση του αιτηθέντος ποσού μετά από 9 μήνες εκφεύγει των ορίων ευθύνης των οργάνων του Νοσοκομείου, ότι, άλλως, το πρωτόδικο δικαστήριο όφειλε να επιδικάσει, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 346 ΑΚ τόκους επιδικίας από την επίδοση του ενδίκου βοηθήματος.

12. Επειδή, οι εφεσίβλητοι με το υπόμνημά τους αντιτείνουν την ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης.

13. Επειδή, υπό τα παραπάνω δεδομένα και τις διατάξεις και την ερμηνεία τους, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, (α) ότι με την 298/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας επιδικάσθηκε στους Β. Ό. και Γ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στις 30-1-2008 έως την ολοσχερή εξόφληση, (β) ότι το εκκαλούν νομικό πρόσωπο δεν συμμορφώθηκε πλήρως στο διατακτικό της απόφασης, ως όφειλε, κατ’ άρθρο 1 του ν. 3068/2002, αφού οι τόκοι που κατέβαλε στους οφειλέτες του δεν αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση της απαίτησης, που συμπίπτει με την ημερομηνία εξόφλησης των χρηματικών ενταλμάτων, αλλά στο χρονικό διάστημα από 30-1-2008 έως 10-3-2017, όπως ρητώς αναφέρεται στα προσκομισθέντα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, (γ) ότι η τήρηση διοικητικής διαδικασίας από το εκκαλούν νομικό πρόσωπο μέσω του Υπουργείου Υγείας προκειμένου να εξοφληθούν οι επιδικασθείσες με τη δικαστική απόφαση απαιτήσεις δεν αίρει την υποχρέωση πλήρους συμμόρφωσης του εκκαλούντος νομικού προσώπου στην ως άνω δικαστική απόφαση και την υποχρέωσή του να καταβάλει όσα επιδικάσθηκαν με αυτήν και να προβεί σε ολοσχερή εξόφληση των επιδικασθεισών αξιώσεων, η έννοια δε της ολοσχερούς εξόφλησης συμπίπτει με την εξόφληση των αναλογούντων επιδικασθέντων τόκων έως την ημερομηνία εξόφλησης των χρηματικών ενταλμάτων, (δ) ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει σαφής και αναμφίβολη, έστω και σιωπηρή, άτυπη δήλωση των Β., Ό. και Γ. περί άφεσης του χρέους του νομικού προσώπου που αφορά το ποσό των ανεξόφλητων τόκων, (ε) ότι η μερική καταβολή τόκων συνιστά μη προσήκουσα καταβολή και ως εκ τούτου δεν επιφέρει την απόσβεση της ενοχής, (στ) ότι εν προκειμένω δεν ζητείται, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει το εκκαλούν, ο ανατοκισμός δεδουλευμένων τόκων, κατ’ άρθρο 296 ΑΚ, αλλά η επιδίκαση νόμιμων τόκων επιδικίας, αίτημα το οποίο νομίμως υποβλήθηκε με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη. Ενόψει αυτών, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή της ανακοπής, η αρνητική δήλωση του εκκαλούντος είναι ανακριβής και συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης της ύπαρξης της απαίτησης ποσού 27.672,27 ευρώ των Β., Ό. και Γ. οφειλετών των ήδη εφεσίβλητων εις χείρας του εκκαλούντος νομικού προσώπου, και υποχρέωσης του ήδη εκκαλούντος νομικού προσώπου να καταθέσει δημόσια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ως άνω ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στους επιδικασθέντες με την 298/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας και μη καταβληθέντες τόκους, αφού αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις, με το νόμιμο (δικονομικό) τόκο από 13-4-2021, δηλαδή από την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ από την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο ήδη εκκαλούν ν.π. (27-10-2020), η οποία ανεστάλη δυνάμει Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση της από 11-3-2020 Π.Ν.Π. από 30-10-2020 έως 5-4-2021 [βλ. την με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 69239/2020 (Β' 4777) ΚΥΑ, με την οποία, μεταξύ άλλων, προβλέφθηκε η αναστολή των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών αρχικώς από 30-10-2020 έως και 6-11-2020, ενώ ακολούθως η ως άνω αναστολή παρατάθηκε με διαδοχικές κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τελευταία τη με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/2021 ΚΥΑ (Β΄ 1194/2021) έως και 5-4-2021], μέχρι την πλήρη εξόφληση.

14. Επειδή, κατ’ ακολουθία, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατ΄ εκτίμηση των περιστάσεων το εκκαλούν πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 275 παρ. 1εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ.).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την έφεση.

Απαλλάσσει το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Λάρισα στις 15-2-2026. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού στις 16-2-2026 από την Πρόεδρο του Τμήματος, Αικατερίνη Παπαμόσχου, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., λόγω μετάθεσης του Θεόδωρου Τσαλή, Εφέτη Δ.Δ.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ         Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ