ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
(Β΄ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ)
Αριθμός απόφασης: ΑΟ42/2026
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2025, με δικαστή τον Θεόδωρο Τσαλή, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων (Δ.Δ.), και γραμματέα τον Χαράλαμπο Κανελλιά, δικαστικό υπάλληλο,
για να δικάσει την έφεση με χρονολογία κατάθεσης 30-10-2024 (Ε.Φ. ……/2024)
του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e - Ε.Φ.Κ.Α), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του και εν προκειμένω από τον Διευθυντή της Τοπικής Διεύθυνσης Β΄ ... και παρέστη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Λεωνίδα Στύλα (Δ.Σ. ...) με έγγραφη δήλωσή του κατ΄ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.
κατά του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία «……», που εδρεύει στη ……, εκπροσωπείται νόμιμα και παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Νιζάμη (Δ.Σ. ...), με έγγραφη δήλωσή του κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. και
κατά της .../2024 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ....
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο:
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου.
2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση επιδιώκεται παραδεκτώς η εξαφάνιση της 516/2024 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ... Με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτή η με χρονολογία κατάθεσης 1-12-2023 προσφυγή του ήδη εφεσίβλητου και ακυρώθηκε η ……/Σ……/19-7-2023 απόφαση της Τ.Δ.Ε. της Β΄ Τοπικής Διεύθυνσης ... του e-ΕΦΚΑ με την οποία είχε απορριφθεί η ένσταση του εφεσίβλητου κατά της Μ……/2022 Πράξης Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) ποσού 26.025,79 ευρώ και της Μ……/2022 Πράξης Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών (ΠΕΠΕΕ) ποσού 11.711,44 ευρώ του ΠΕΚΑ ... που εκδόθηκαν σε βάρος του για την ασφαλιστική τακτοποίηση της αναφερομένης σ’ αυτές εργαζομένης για την χρονική περίοδο από 1-1-2006 έως 9-9-2010.
3. Επειδή στο άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (ΦΕΚ A’ 179), όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 4476/1965 (Α’ 103), ορίζεται ότι στην ασφάλιση του ΙΚΑ υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τα πρόσωπα, τα οποία παρέχουν εντός των ορίων της χώρας, κατά κύριο επάγγελμα εξαρτημένη εργασία έναντι αμοιβής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 26 παρ. 1 του ίδιου νομοθετήματος, υπόχρεος έναντι του ΙΚΑ για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών είναι ο εργοδότης, ως εργοδότης δε νοείται, κατά το άρθρο 8 παρ. 5 περ. α΄ του ίδιου νόμου, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για λογαριασμό του οποίου τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους, ενώ, σύμφωνα με την παράγραφο 11 του ίδιου άρθρου συντάσσεται ΠΕΕ σε βάρος εργοδοτών οι οποίοι παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους. Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2972/2001 (Α’ 291) ορίζεται ότι: «1. Κάθε εργοδότης, που απασχολεί πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) ή στην ασφάλιση των φορέων ή των κλάδων και λογαριασμών των οργανισμών κοινωνικής πολιτικής τις εισφορές των οποίων εισπράττει ή συνεισπράττει το Ι.Κ.Α., υποχρεούται να υποβάλλει και να διαφυλάσσει Αναλυτική Περιοδική Δήλωση, η οποία στο εξής θα αποκαλείται Α.Π.Δ….» και στο άρθρο 7, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α’ 48), ότι: «1. Στους εργοδότες που: α… δεν υποβάλλουν Α.Π.Δ., επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών που ανέρχεται σε ποσοστό 45% επί του ποσού των εισφορών που αντιστοιχούν στην Α.Π.Δ. ή στις Α.Π.Δ. που είχαν υποχρέωση να υποβάλουν. β…».
4. Επειδή, περαιτέρω, στις παραγράφους 7 και 7α του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, όπως η παράγραφος 7 αντικαταστάθηκε και η 7α προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α’ 270) ορίζονται τα εξής: «Οι κάθε είδους χρηματικές απαιτήσεις του Ι.Κ.Α. που προέρχονται από εισφορές, αναλογούντα οίκοθεν πρόσθετα τέλη, προσαυξήσεις, αυτοτελή πρόσθετα τέλη… παραγράφονται μετά δεκαετία… Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή προκειμένου για τις εισφορές, τα οίκοθεν πρόσθετα τέλη, τις προσαυξήσεις και τα αυτοτελή πρόσθετα τέλη αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία… 7α. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 87 του ν. 2362/1995, περί αναστολής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και των άρθρων 88 και 89 του ίδιου νόμου, περί διακοπής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου και συνεπειών παραγραφής αυτών αντίστοιχα, εφαρμόζονται ανάλογα και στο Ι.Κ.Α…». Τέλος, με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 2972/2001 (Α’ 291), τα οποία τροποποίησαν εκ νέου τις ως άνω διατάξεις, ορίστηκε ότι: « 6. Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α., για τη βεβαίωση σε ευρεία έννοια όλων των χρηματικών απαιτήσεών του… υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία... Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α. προς είσπραξη όλων των χρηματικών απαιτήσεών του…. παραγράφεται μετά δεκαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε υπό στενή έννοια (ταμειακά)... Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται για χρηματικές απαιτήσεις μισθολογικών περιόδων μετά την εφαρμογή του θεσμού της Α.Π.Δ. Για χρηματικές απαιτήσεις μισθολογικών περιόδων πριν την εφαρμογή της Α.Π.Δ., εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του ν. 2556/1997 και αναριθμήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν. 2676/1999. 7α. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 87 του ν. 2362/1995, περί αναστολής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και των άρθρων 88 και 89 του ίδιο νόμου, περί διακοπής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου και συνεπειών παραγραφής αυτών αντίστοιχα, εφαρμόζονται ανάλογα και στο ΙΚΑ...».
5. Επειδή, εξάλλου, με την παράγραφο 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016 (Α’ 85/12-5-2016), όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4997/2022 (Α’ 219), ορίστηκε ότι: «1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία. Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται στις ήδη παραγεγραμμένες, κατά τις ισχύουσες κατά την έναρξης ισχύος του παρόντος διατάξεις, απαιτήσεις. Η παραγραφή των απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης αλλά δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, ορίζεται εικοσαετής και άρχεται από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία», σύμφωνα δε με το άρθρο 122 του ίδιου νόμου, η ισχύς του ξεκινά από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016 περί εικοσαετούς παραγραφής κρίθηκε με την 1833/2021 (Ολομ.) απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι αντίκειται στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας καθώς και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, το κενό δε που προέκυψε στην σχετική ρύθμιση, κρίθηκε με την ίδια απόφαση ότι πρέπει να πληρωθεί με την εφαρμογή του κανόνα της δεκαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών όλων των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, η οποία, άλλωστε, προβλέφθηκε ρητά στο άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4997/2022 (με το οποίο αντικαταστάθηκε, όπως αναφέρθηκε, η ως άνω παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016) και ορίστηκε ότι: «1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, η αξίωση του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) και των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν για την είσπραξη απαιτήσεων από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές και των πάσης φύσεως προσθέτων τελών, τόκων, προσαυξήσεων, προστίμων και επιβαρύνσεων, καθώς και των λοιπών ποσών που συνεισπράττονται με αυτές, υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή που αρχίζει από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο οι απαιτήσεις αυτές βεβαιώθηκαν. Η παραγραφή διακόπτεται στις περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 138 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), περί του καθορισμού των περιπτώσεων διακοπής της παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και με την κοινοποίηση πράξης βεβαίωσης, εν ευρεία ή εν στενή έννοια, προς τον υπόχρεο».
6. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 87 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α’ 247), όπως ίσχυε, ήτοι πριν την κατάργησή του με τον ν. 4270/2014 (Α’ 143, βλ. άρθρα 177 και 183 του νόμου αυτού), ορίζεται ότι: «1. Η παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου αναστέλλεται για τους λόγους που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία. 2. Η παραγραφή αυτή αναστέλλεται επίσης: α) … β)… γ)… 3… 4. Σε περίπτωση δικαστικής αμφισβητήσεως από οποιονδήποτε είτε του νόμιμου τίτλου γενικά της απαιτήσεως του Δημοσίου είτε της νομιμότητας της βεβαιώσεως αυτής εν στενή εννοία είτε της για οποιονδήποτε λόγο εγκυρότητας πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως προς είσπραξη απαιτήσεως του Δημοσίου (διοικητικής εκτελέσεως), η προβλεπόμενη παραγραφή της απαιτήσεως του Δημοσίου προς βεβαίωση (εν ευρεία εννοία) ή προς είσπραξη της βεβαιωμένης απαιτήσεώς του αναστέλλεται μέχρι της εκδόσεως επί της δικαστικής ταύτης διενέξεως τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως και δεν συμπληρώνεται αυτή σε κάθε περίπτωση προ της παρόδου ενός έτους από της επιμελεία των αντιδίκων του Δημοσίου κοινοποιήσεως με δικαστικό επιμελητή στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και τον Υπουργό Οικονομικών της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως…». Ο δε ν. 4270/2014, ο οποίος έχει έναρξη ισχύος από 1-1-2015, περιέλαβε στο άρθρο 137 αντίστοιχη διάταξη, στην οποία ορίζεται ότι: «4. Σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης από οποιονδήποτε είτε του νόμιμου τίτλου γενικά της απαίτησης του Δημοσίου είτε της νομιμότητας της βεβαίωσης αυτής με στενή έννοια είτε της για οποιονδήποτε λόγο εγκυρότητας πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη απαίτησης του Δημοσίου (διοικητικής εκτέλεσης), η προβλεπόμενη παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου προς βεβαίωση (με ευρεία έννοια) ή προς είσπραξη της βεβαιωμένης απαίτησής του αναστέλλεται μέχρι την έκδοση επί της δικαστικής αυτής διένεξης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και δεν συμπληρώνεται σε κάθε περίπτωση πριν από την πάροδο ενός (1) έτους από την, με επιμέλεια των αντιδίκων του Δημοσίου, κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου και τον Υπουργό Οικονομικών της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης…». Εξάλλου, στο άρθρο 197 του Κ.Δ.Δ. ορίζεται ότι: «1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. ... 2. ... 3. Το αναφερόμενο στις προηγούμενες παραγράφους δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διετέλεσαν διάδικοι, … εκτείνεται δε και σε εκείνους από τους οποίους, σύμφωνα με το νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης. …».
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η Κ. χήρα ……, το γένος ..… απασχολείτο στο εφεσίβλητο Κοινωφελές Ίδρυμα, το οποίο έχει ως σκοπό την περίθαλψη και φροντίδα ως εσωτερικών ή εξωτερικών τροφίμων, ατόμων με ειδικές ανάγκες οποιασδήποτε ηλικίας αμφοτέρων των φύλων, ως υπάλληλος – παιδοκόμος. Με την από 31-12-2005 προφορική καταγγελία, το ως άνω εφεσίβλητο Ίδρυμα ως εργοδότης της έλυσε μονομερώς την εργασιακή τους σχέση. Ακολούθως, η ως άνω εργαζόμενη υπέβαλε στο Περιφερειακό Υποκατάστημα ... του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. την Α……/10-11-2010 καταγγελία-δήλωση απασχόλησης με την οποία ζήτησε την ασφαλιστική της τακτοποίηση για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 9-9-2010, υποστηρίζοντας ότι η εργασιακή της σύμβαση δεν διακόπηκε με νόμιμο τρόπο, ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-3-2008 επιδικάσθηκαν υπέρ της μισθοί υπερημερίας με βάση τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, [αφού, προηγουμένως, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας] (σχετ. Οι .../2008 και .../2010 αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας, και οι αποφάσεις ΑΠ 285/2009 και 391/2011 με τις απορρίφθηκαν, αντιστοίχως, οι αιτήσεις αναίρεσης που άσκησε το εφεσίβλητο Ίδρυμα), ότι μόλις την 9η-9-2010 ο εργοδότης την κάλεσε με εξώδικη δήλωσή του προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα του παιδοκόμου και συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς της, η αξίωσή της για μισθούς εξακολουθούσε να υφίσταται καθ’ όλη της διάρκεια της εργοδοτικής υπερημερίας, ήτοι έως 9-9-2010. Εξάλλου, με την ..../2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας η ως άνω εργαζόμενη κρίθηκε ένοχη για το αδίκημα της πλαστογραφίας, αθωώθηκε όμως για το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο (που σχετιζόταν με τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης .../2008 του Εφετείου Λάρισας), όπου κρίθηκε η σχέση της εργασίας της με το κοινωφελές Ίδρυμα, ενώ, αναίρεση της εργαζομένης έγινε εν μέρει δεκτή με την 868/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, μόνο κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που είχε επιδικασθεί στο Ίδρυμα και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε η Μ/……/31-10-2016 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος...του Ι.Κ.Α.–Ε.Τ.Α.Μ., με την οποία απορρίφθηκε η προαναφερόμενη καταγγελία, κατά δε της απόφασης αυτής, η ως άνω εργαζόμενη άσκησε, ενώπιον της ΤΔΕ του ιδίου Υποκαταστήματος, την ……/2-12-2016 ένσταση, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της. Η ένσταση αυτή, ωστόσο, απορρίφθηκε με την ……/Συν.……/9-12-2016 απόφαση της ΤΔΕ, ενόψει της δυνατότητας άσκησης αίτησης αναψηλάφησης κατά της 81/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, ειδικότερα δε κρίθηκε ότι: «δεν έχει γίνει επίδοση της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης 868/2015 του Αρείου Πάγου, η δε προθεσμία κατάθεσης της αίτησης αναψηλάφισης δεν αρχίζει… πριν την επίδοση της απόφασης… Προσαύτως και συνεπώς, η απόφαση της ΤΔΕ εμμένει και στηρίζεται στις αποφάσεις .../2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και .../2015 του Β’ Ποινικού Τμήματος Διακοπών του Αρείου Πάγου». Κατά της τελευταίας απόφασης της ΤΔΕ η ανωτέρω εργαζόμενη άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ... την 1-6-2017 ζητώντας την ακύρωσή της. Ακολούθως, στις 28-7-2020 δημοσιεύθηκε η .../2020 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ... η οποία έκρινε ότι εφόσον η εργασιακή σχέση της ως άνω εργαζόμενης δεν είχε διακοπεί κατά νόμιμο τρόπο και ο εργοδότης της, ήτοι το ήδη εφεσίβλητο Ίδρυμα, κατέστη υπερήμερος ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας αυτής, παρέμενε ενεργής και η ασφαλιστική σχέση της εργαζόμενης με το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. με όλες τις συνέπειές της από άποψη καταβολής εισφορών στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Συνεπώς, ο ως άνω εργοδότης υποχρεούτο σε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-1-2006 έως την 9-9-2010, οπότε της κοινοποιήθηκε η εξώδικη δήλωση - πρόσκληση για να αναλάβει εργασία. Κατόπιν τούτων, έκρινε ότι μη νομίμως απορρίφθηκε η Α……/10-11-2010 καταγγελία - δήλωση απασχόλησης της ως άνω εργαζομένης όσον αφορά στην ασφαλιστική της τακτοποίηση, για την εν λόγω χρονική περίοδο και ακύρωσε την ……/Συν. ……/ 9-12-2016 απόφαση της ΤΔΕ του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ..., αναγνώρισε δε ότι η ως άνω εργαζόμενη υπάγεται στην ασφάλιση του ασφαλιστικού Ιδρύματος, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 9-9-2010. Στο σώμα του αντιγράφου της απόφασης, που αποτελεί στοιχείο του διοικητικού φακέλου υφίστανται τρεις ενυπόγραφες έντυπες σημειώσεις με ημερομηνία 5-8-2020 («ένδικα 5-8-2020», «επιδόθηκε στις 5-8-2020», «... ΚΥΠ – ΕΦΚΑ Περιφερειακό Υποκατάστημα Μισθωτών... Αριθ. Πρωτ. …… ... 5-8-2020»). Στην συνέχεια διενεργήθηκε από υπαλλήλους του εκκαλούντος ασφαλιστικού Φορέα έλεγχος και συντάχθηκε η 20-12-2022 έκθεση ελέγχου, σε εκτέλεση της .../2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ... και ειδικότερα έρευνα στον Ατομικό Λογαριασμό Ασφάλισης της καταγγέλλουσας μέσω του μηχανογραφικού συστήματος ΟΠΣ από την οποία διαπιστώθηκε ότι το εφεσίβλητο Ίδρυμα, καταγγελλόμενος εργοδότης δεν είχε ασφαλίσει την καταγγέλλουσα για το επίμαχο χρονικό διάστημα, ότι οι οφειλόμενες εισφορές πρέπει να αναζητηθούν από τον εργοδότη, ότι η δεκαετής παραγραφή της αξίωσης του ασφαλιστικού Φορέα για την αναζήτηση από τον εργοδότη των εισφορών που δεν κατέβαλε για την ασφάλιση της καταγγέλλουσας ανεστάλη με την υποβολή της ένστασης και την άσκησης της δικαστικής προσφυγής από την καταγγέλλουσα και συνέχισε από την έκδοση της τελεσίδικης .../2020 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., ότι η αξίωση του ασφαλιστικού Φορέα για την αναζήτηση των οφειλόμενων εισφορών δεν έχει παραγραφεί, ότι με βάση τις κρίσιμες διατάξεις και την τελεσίδικη δικαστική απόφαση κρίνεται η ……/10-11-2010 αίτηση δήλωσης απασχόλησης καταγγελία της καταγγέλλουσας ως αληθή και βάσιμη και η απασχόλησή της για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 9-9-2010 ως πραγματική και αποδεδειγμένη, ότι αναγνωρίζονται υπέρ της καταγγέλλουσας 1.408 ημέρες ασφάλισης για το ίδιο χρονικό διάστημα, με απασχόληση 25 ημερών μηνιαίως από 1-1-2006 έως 31-8-2010 και για 8 ημέρες από 1-9-2010 έως 9-9-2010, με μηνιαίο ποσό αποδοχών 870 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 30-4-2009 και 947,64 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2009 έως 9-9-2010 (με την αναλογία για το διάστημα από 1-9-2010 έως 9-9-2010). Στην ίδια έκθεση σημειώνεται ότι για την ασφαλιστική τακτοποίηση της καταγγέλλουσας εκδόθηκαν η Μ……/22-12-2022 ΠΕΕ ποσού 26.025,79 ευρώ και η Μ……/22-12-2022 ΠΕΠΕΕ ποσού 11.711,44 ευρώ του ΠΕΚΑ ... σε βάρος του ήδη εφεσίβλητου Κοινωφελούς Ιδρύματος για την ασφαλιστική τακτοποίηση της ως άνω εργαζομένης για την χρονική περίοδο από 1-1-2006 έως 9-9-2010. Στην αιτιολογία των ως άνω καταλογιστικών πράξεων αναφέρεται η από 20-12-2022 προαναφερθείσα έκθεση ελέγχου και συνοπτικά οι διαπιστώσεις της. Εξάλλου, με την Μ/……/23-12-2022 πράξη του Διευθυντή του ΠΕΚΑ ... γνωστοποιήθηκε στην καταγγέλλουσα η αποδοχή της καταγγελίας της, η έκδοση των καταλογιστικών πράξεων και ότι σε περίπτωση που υποβληθεί ένσταση από τον εργοδότη κατά των καταλογιστικών πράξεων η ασφαλιστική της ιστορία δεν μπορεί ενημερωθεί πριν κριθεί οριστικά η περίπτωση από τα αρμόδια όργανα (ΤΔΕ, Διοικητικό Πρωτοδικείου κλπ). Κατά των ως άνω καταλογιστικών πράξεων το ήδη εφεσίβλητο Κοινωφελές Ίδρυμα άσκησε στις 16-2-2023 ένσταση προβάλλοντας ότι έχουν υποπέσει σε παραγραφή οι καταλογιστικές πράξεις, η οποία απορρίφθηκε με την ……/Σ……/19-7-2023 απόφαση της ΤΔΕ της Β’ Τοπικής Διεύθυνσης ... του e-ΕΦΚΑ.
8. Επειδή, κατά της τελευταίας, το εφεσίβλητο Κοινωφελές Ίδρυμα άσκησε την με χρονολογία κατάθεσης 1-12-2023 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου...υποστηρίζοντας ότι το δικαίωμα του ασφαλιστικού Φορέα προς είσπραξη των επίμαχων εισφορών έχει υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή, η οποία άρχισε την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία, ήτοι από 1-1-2007 έως και 1-1-2011, κατά το διαδραμόν δε χρονικό διάστημα δεν είχε λάβει χώρα κάποια διαδικαστική πράξη, η οποία να διέκοψε την παραγραφή. Επικουρικά δε υποστήριξε ότι οι καταλογιστικές πράξεις είναι μη νόμιμες διότι δεν αποτελούν προϊόν δικής του αμέλειας, αλλά του ίδιου του ασφαλιστικού Φορέα που ασχολήθηκε με το επίδικο χρονικό διάστημα μετά την πάροδο δώδεκα και πλέον ετών, ενώ το προσφεύγον Κοινωφελές Ίδρυμα θεωρούσε ότι το ζήτημα είχε λήξει. Αντιθέτως, ο ασφαλιστικός Φορέας με το από 9-7-2024 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής ισχυριζόμενος ότι η παραγραφή της απαίτησής του διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αναστέλλεται σε κάθε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης από οποιονδήποτε του νομίμου τίτλου γενικά, η δε παραγραφή της αξίωσής του ανεστάλη με την υποβολή της ένστασης και την άσκηση από την ως άνω καταγγέλλουσα της προσφυγής της, συνεχίστηκε δε από την έκδοση της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης .../2020 του Διοικητικού Πρωτοδικείου ...
9. Επειδή, υπό τα παραπάνω δεδομένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έλαβε υπόψη ότι η προβλεπόμενη δεκαετής παραγραφή του δικαιώματος του ασφαλιστικού Φορέα να καταλογίσει σε βάρος του ήδη εφεσίβλητου τις επίμαχες ασφαλιστικές εισφορές και την πρόσθετη επιβάρυνση επ’ αυτών, που αφορούν εργασία παρασχεθείσα κατά τα έτη 2006 έως 2010, άρχισε από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία, ήτοι από την 1-1-2007 για το έτος 2006, από την 1-1-2008 για το έτος 2007, από την 1-1-2009 για το έτος 2008, από την 1-1-2010 για το έτος 2009 και από την 1-1-2011 για το έτος 2010, και συμπληρώθηκε αντιστοίχως στις 31-12-2016 για το έτος 2006, στις 31-12-2017 για το έτος 2007, στις 31-12-2018 για το έτος 2008, στις 31-12-2019 για το έτος 2009 και στις 31-12-2020 για το έτος 2010. Εξάλλου, κατά την πρωτόδικη κρίση, η υποβολή της ένστασης από την ως άνω εργαζόμενη/καταγγέλλουσα (Κ. χήρα ...…) και η άσκηση, ακολούθως, προσφυγής επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση Α619/2020 του Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., δεν αποτελεί λόγο αναστολής της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, καθώς η εν λόγω προσφυγή δεν είχε ως αντικείμενο την αμφισβήτηση νόμιμου τίτλου σχετιζόμενου με την απαίτηση του ασφαλιστικού Φορέα, προκειμένου να βρει εφαρμογή η διάταξη περί αναστολής της παραγραφής λόγω δικαστικής αμφισβήτησης του νομίμου τίτλου. Και τούτο διότι νόμιμος τίτλος δεν είχε ακόμη εκδοθεί, οι δε σχετικές καταλογιστικές πράξεις εκδόθηκαν το έτος 2022, παρ’ όλο που ο ασφαλιστικός Φορέας, μέχρι και τον χρόνο συμπλήρωσης της παραγραφής κάθε έτους με απώτατο χρονικό σημείο στις 31-12-2020, είχε την δυνατότητα να εκδίδει εγκαίρως τις σχετικές πράξεις επιβολής εισφορών. Σε κάθε περίπτωση η διενέργεια του ελέγχου και η επιβολή των ασφαλιστικών εισφορών εντός της δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής αποτελεί υποχρέωση των οργάνων του ασφαλιστικού Φορέα. Επομένως, κατά τον χρόνο έκδοσης των Μ……/2022 ΠΕΕ και Μ……/2022 ΠΕΠΕΕ, το δικαίωμα του ασφαλιστικού Φορέα να επιβάλει εισφορές και πρόσθετη επιβάρυνση επ’ αυτών, όσον αφορά στην ανωτέρω εργαζομένη για εργασία παρασχεθείσα κατά τα έτη από 2006 έως 2010, είχε παραγραφεί, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι συνέτρεξε λόγος αναστολής ή διακοπής της παραγραφής. Ενόψει αυτών, με την εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε την προσφυγή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη δια αυτής ……/Σ……/19-7-2023 απόφαση της Τ.Δ.Ε. της Β’ Τοπικής Διεύθυνσης ... του e-ΕΦΚΑ.
10. Επειδή, το εκκαλούν νομικό πρόσωπο με την υπό κρίση έφεση υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε διότι η δεκαετής παραγραφή της αξίωσης του ασφαλιστικού φορέα για την αναζήτηση από τον εργοδότη των εισφορών που δεν κατέβαλε για την ασφάλιση της καταγγέλλουσας δεν ανεστάλη, όπως αναφέρεται στην εκκαλούμενη, αλλά διακόπηκε με την άσκηση της δικαστικής προσφυγής από την καταγγέλλουσα και άρχισε πάλι από την έκδοση της τελεσίδικης .../2020 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου.... Ισχυρίζεται, επίσης, ότι με την άσκηση της δικαστικής προσφυγής βρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις περί καθορισμού των περιπτώσεων διακοπής της παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του e-ΕΦΚΑ διότι ζητείται από την προσφεύγουσα (προφανώς εννοείται η ως άνω εργαζόμενη κατά την άσκηση της προσφυγής της) να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και ήδη e-ΕΦΚΑ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 9-9-2010, ότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο ... με την .../2020 απόφασή του, τελεσίδικη λόγω μη άσκησης έφεσης, κατ΄ αποδοχή ως βάσιμης της προσφυγής, ακύρωσε την ……/Σ……/9-12-2016 απόφαση της ΤΔΕ ... και αναγνώρισε ότι υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 9-9-2010, καθώς με τις αποφάσεις 81/2008 και 320/2010 (τελεσίδικη του Εφετείου Λάρισας) είχε ήδη αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας και είχαν επιδικασθεί υπέρ αυτής μισθοί υπερημερίας, ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 4 εδ. γ΄ του Συντάγματος η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση, η οποία οφείλει να συμμορφώνεται άμεσα με το διατακτικό τους, ότι για την εκτέλεση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης έγινε έλεγχος στον λογαριασμό της ασφαλισμένης εργαζόμενης, όπου διαπιστώθηκε ότι δεν είχε τακτοποιηθεί ασφαλιστικά από την καταγγελλόμενη εργοδότρια επιχείρηση, ότι συνεπώς η παραγραφή αρχίζει και πάλι από την έκδοση της .../2020 τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου ... και ότι βάσει των ανωτέρω η αξίωση e-ΕΦΚΑ για την αναζήτηση των οφειλόμενων εισφορών δεν έχει παραγραφεί.
11. Επειδή, το εφεσίβλητο Κοινωφελές Ίδρυμα με το υπόμνημα του αντιτείνει την ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης.
12. Επειδή, υπό τα παραπάνω δεδομένα και τις διατάξεις που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι το δεδικασμένο που παρήχθη από την .../2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., η τελεσιδικία της οποίας αναφέρεται στην έγγραφη διοικητική διαδικασία του εκκαλούντος ασφαλιστικού φορέα, συνάγεται, ελλείψει άλλων στοιχείων, εκ της παρόδου 60 ημερών (κατ΄ άρθρο 94 του Κ.Δ.Δ.) χωρίς την άσκηση έφεσης από την επίδοσή της στις 5-8-2020 στον εκκαλούντα ασφαλιστικό φορέα, και δεν αμφισβητήθηκε, εκτείνεται και στο εφεσίβλητο Κοινωφελές Ίδρυμα, το οποίο δεν διετέλεσε μεν διάδικος στη δίκη μεταξύ της εργαζόμενης, Κ. χήρα ..., το γένος ..., και του ασφαλιστικού Φορέα, βαρύνεται, όμως, με την εκπλήρωση της σχετικής εκ του νόμου υποχρέωσης της καταβολής των εισφορών για την ασφαλιστική τακτοποίηση της ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 197 (παρ. 3) του Κ.Δ.Δ. και για το λόγο αυτό και σε εκτέλεση αυτής εκδόθηκαν οι ένδικες καταλογιστικές σε βάρος του πράξεις. Η δεκαετής παραγραφή του δικαιώματος του ΕΦΚΑ για τη βεβαίωση εν ευρεία έννοια των χρηματικών απαιτήσεών του, η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία, αναστέλλεται σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης από οποιονδήποτε του νόμιμου τίτλου γενικά της απαίτησης, μέχρι της εκδόσεως επί της δικαστικής ταύτης διενέξεως τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.6 και 7α του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με αυτές της παρ.4 του άρθρου 87 του ν. 2362/1995, ενώ δεν συμπληρώνεται αυτή σε κάθε περίπτωση προ της παρόδου ενός έτους από την επιμελεία των αντιδίκων του ΕΦΚΑ κοινοποιήσεως προς αυτό της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η προβλεπόμενη δεκαετής παραγραφή του δικαιώματος του εκκαλούντος ασφαλιστικού Φορέα να καταλογίσει σε βάρος του εφεσίβλητου Κοινωφελούς Ιδρύματος τις ένδικες ασφαλιστικές εισφορές και την πρόσθετη επιβάρυνση επ’ αυτών, που αφορούν εργασία παρασχεθείσα κατά τα έτη από 2006 έως 2010, άρχισε από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία, ήτοι από την 1-1-2007 για το έτος 2006, από την 1-1-2008 για το έτος 2007, από την 1-1-2009 για το έτος 2008, από την 1-1-2010 για το έτος 2009 και από την 1-1-2011 για το έτος 2010, και συμπληρωνόταν στις 31-12-2016, 31-12-2017, 31-12-2018, 31-12-2019, 31-12-2020, αντιστοίχως. Ωστόσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 4 του ν. 2362/1995, λόγω της δικαστικής αμφισβήτησης μεταξύ της Κ. χήρας Ι. το γένος .... και του ασφαλιστικού Φορέα, υφίσταται λόγος αναστολής της παραγραφής κατά το χρονικό διάστημα από την κατάθεση της προσφυγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο.. την 1-6-2017 έως την έκδοση της ../2020 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου..., η οποία, σε κάθε περίπτωση, ελλείψει ειδικότερων στοιχείων, κατέστη τελεσίδικη μετά την πάροδο 60 ημερών από την επίδοση στις 5-8-2020 στον ασφαλιστικό Φορέα και την πάροδο της αναστολής των προθεσμιών λόγω δικαστικών διακοπών, ήτοι στις 16-11-2020, και δεν συμπληρώνεται πριν την από πάροδο 1 έτους ήτοι πριν από τις 16-11-2021. Ενόψει αυτών, η παραγραφή της απαίτησης για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2006, με εκκίνηση την 1-1-2007 είχε συμπληρωθεί στις 31-12-2016 ήτοι πριν από το χρόνο έκδοσης των καταλογιστικών πράξεων στις 22-12-2022. Επίσης, η παραγραφή της απαίτησης για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2007 είχε συμπληρωθεί πριν από το χρόνο έκδοσης των καταλογιστικών πράξεων στις 22-12-2022, αφού άρχισε την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους της απασχόλησης, ήτοι την 1-1-2008, συμπληρώνοντας 9 έτη και 5 μήνες έως την ημέρα που ανεστάλη λόγω της κατάθεσης της προσφυγής την 1-6-2017 και συνέχισε να τρέχει, κατά τα προαναφερθέντα, από 16-11-2021, έχοντας ήδη συμπληρωθεί κατά το χρόνο έκδοσης των καταλογιστικών πράξεων στις 22-12-2022. Αντιθέτως, κατά τον χρόνο έκδοσης των καταλογιστικών πράξεων και κοινοποίησής τους ή γνώσης τους (ΣτΕ 1717/1994) δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή οι ένδικες αξιώσεις του έτους 2008, αφού η παραγραφή άρχισε την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους της απασχόλησης, ήτοι την 1-1-2009, συμπληρώνοντας 8 έτη και 5 μήνες έως την ημέρα που ανεστάλη λόγω της κατάθεσης της προσφυγής την 1-6-2017 και συνέχισε να τρέχει, κατά τα προαναφερθέντα, από 16-11-2021, χωρίς να έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο έκδοσης των καταλογιστικών πράξεων στις 22-12-2022 και επίδοσης τους έως την προτεραία της άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής στις 16-2-2023. Ομοίως, δεν παραγράφηκαν και οι αξιώσεις του επόμενου χρονικού διαστήματος ήτοι από 1-1-2009 έως 9-9-2010. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά κατέληξε στην ίδια κρίση όσον αφορά στην παραγραφή του δικαιώματος για την επιβολή εισφορών για τα έτη 2006 και 2007, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των αντιθέτως προβαλλόμενων με την υπό κρίση έφεση. Αντιθέτως, εσφαλμένα έκρινε, κατά τα προαναφερόμενα, για την παραγραφή των αξιώσεων του εκκαλούντος για τη χρονική περίοδο από 1-1-2008 έως 9-9-2010, διότι η παραγραφή του δικαιώματος για την επιβολή εισφορών για τη χρονική αυτή περίοδο δεν είχε συμπληρωθεί έως την έκδοση και κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων, και επομένως η εκκαλούμενη απόφασή του πρέπει να εξαφανιστεί κατά το μέρος της αυτό. Συνακόλουθα, δικάζοντας επί της προσφυγής κατά το μέρος της αυτό, πρέπει για τον ίδιο ως άνω λόγο, μοναδικό προβαλλόμενο με την προσφυγή, η προσφυγή να απορριφθεί.
13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να εξαφανιστεί αναλόγως η εκκαλούμενη απόφαση, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. τελ. του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται εν μέρει την έφεση.
Εξαφανίζει την .../2024 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., κατά το μέρος που, κατ΄ αποδοχή της με ημερομηνία κατάθεσης 1-12-2023 προσφυγής του, ήδη, εφεσίβλητου Κοινωφελούς Ιδρύματος, έκρινε ότι είχε συμπληρωθεί η παραγραφή του δικαιώματος του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και, ήδη, του διαδόχου αυτού Ε.Φ.Κ.Α., για την επιβολή εισφορών για την ασφαλιστική τακτοποίηση της εργαζόμενης Κ. χήρα…, το γένος ..., για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 9-9-2010 κατά τον χρόνο έκδοσης και κοινοποίησης των Μ……/2022 ΠΕΕ και της Μ……/2022 ΠΕΠΕΕ και ακύρωσε την ……/Σ……/19-7-2023 απόφαση της ΤΔΕ της Β΄ Τοπικής Διεύθυνσης.. του e- ΕΦΚΑ κατά το μέρος αυτός.
Δικάζοντας την προσφυγή κατά το μέρος της αυτό την απορρίπτει.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Λάρισα στις 15-2-2026. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού στις 16-2-2026 από την Πρόεδρο του Τμήματος, Αικατερίνη Παπαμόσχου, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., λόγω μετάθεσης του Θεόδωρου Τσαλή, Εφέτη Δ.Δ.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ