ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 15ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 4174/2025

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντία Αγγελάκη του Πλαστήρα, Πρόεδρο Εφετών, Αναστασία Παρούση, Εφέτη, Ουρανία- Αικατερίνη Κώτσιου, Εφέτη-Εισηγήτρια, που ορίστηκαν από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελένη Λιάσκου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 06 Φεβρουάριου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) … και 6) …., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Χριστόπουλου (Α.Μ. Δ.Σ. … ….), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των εφεσίβλητων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας» και το διακριτικό τίτλο «ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.», νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην Αθήνα, επί των οδών ... αριθμός .. και .. με Α.Φ.Μ...., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μαρίας Χασιώτη (Α.Μ. Δ.Σ. … …), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Διαχειριστής ΑΠΕ & Εγγυήσεων Προέλευσης Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.», νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στον Πειραιά, επί της οδού ..., με Α.Φ.Μ...., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σπυρίδωνα Τσαντίνη (Α.Μ. Δ.Σ. … ….), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 26-06-2020 (αρ. εκθ. κατ. .../30-06- 2020) αγωγή τους κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων και για τους λόγους που περιέχονται σε αυτή ζήτησαν τα αναφερόμενα στο αιτητικό της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 2310/2022 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου που απέρριψε αυτή.

Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως, οι εκκαλούντες άσκησαν την από 17-10-2022 (αριθμ. εκθ. κατ. .../01-11-2022 στο εκδόν δικαστήριο) έφεση, απευθυνόμενη προς το Δικαστήριο τούτο και, για τους λόγους που περιέχονται σε αυτή, ζήτησε τα αναφερόμενα στο αιτητικό της. Επί της εφέσεως ορίσθηκε δικάσιμος η 07η-12-2023 (αρ. εκθ. κατ. δικ. .../01-11-2022 στο παρόν δικαστήριο) και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως πιο πάνω σημειώνεται.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά παρέδωσαν στην αρμόδια γραμματέα στις 05-02-2024 τις από 03-02-2024, 04-02-2024 και 05-02-2024 αντίστοιχα δηλώσεις τους κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν τις υπό την αυτή ημερομηνία (05-02-2024) έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 17-10-2022 (αριθμ. εκθ. κατ. .../01- 11-2022) έφεση των ηττηθέντων πρωτοδίκως εναγόντων κατά της υπ’ αριθμόν 2310/2022 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 επ., 511, επ., 513 επ. 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι: α) οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε, άλλωστε, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και από τη δημοσίευσή της (10-08-2022) μέχρι την άσκηση της εφέσεως, δια της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (01-11-2022) δεν παρήλθε διετία και β) για το παραδεκτό της, οι εκκαλούντες, κατά την άσκησή της, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως της αρμοδίου γραμματέως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσαν το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 Αγ ΚΠολΔ παράβολο ύψους 150 ευρώ (υπ’ αριθμ. …./2022 e-παράβολο). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι ενάγοντες, με την από 26-06-2020 (αριθ. εκθ. κατ. .../30-06-2020) αγωγή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας» και της δεύτερης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.» και ήδη μετονομασθείσας σε «Διαχειριστής ΑΠΕ & Εγγυήσεων Προέλευσης Α.Ε.», εξέθεταν ότι μεταξύ έκαστου αυτών, ως κατ’ επάγγελμα αγροτών και της πρώτης εναγόμενης καταρτίστηκαν το μήνα Ιανουάριο του έτους 2012 συμβάσεις σύνδεσης, δυνάμει των οποίων η πρώτη εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση, κατόπιν μελέτης, να κατασκευάσει τα αναγκαία έργα για την σύνδεση με το δίκτυο χαμηλής τάσης των φωτοβολταϊκών σταθμών επί ακινήτων των εναγόντων παραγωγών, συνολικού κόστους 300.000 ευρώ και δαπάνης για τα επί μέρους αναγκαία έργα σύνδεσης κάθε σταθμού 27.450 ευρώ, πλέον αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας, βαρύνουσας έκαστο παραγωγό. Ισχυριζόμενοι, δε, ότι παρά το ότι οι ίδιοι προέβησαν στις προβλεπόμενες στις ως άνω συμβάσεις αναγκαίες ενέργειες και κυρίως στην υποβολή αιτημάτων προς τη δεύτερη εναγόμενη για την σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, η πρώτη εναγόμενη δεν υλοποίησε τα αναληφθέντα από αυτή έργα σύνδεσης αλλά ζήτησε την τροποποίηση της σύμβασης ως προς την αύξηση της δαπάνης που θα βάρυνε έκαστο των εναγόντων, την οποία δεν αποδέχτηκαν οι τελευταίοι, καθιστάμενη έτσι υπαιτίως υπερήμερη οφειλέτρια ως προς την συμβατικά αναληφθείσα υποχρέωσή της, ζήτησαν δι’ αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής : α) να αναγνωρισθεί η αντισυμβατική συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, κατά τα εκτενέστερα αναφερόμενα στην αγωγή, β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη στην εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής της και συγκεκριμένα στη μελέτη και κατασκευή των αναγκαίων έργων σύνδεσης με το δίκτυο των φωτοβολταϊκών σταθμών των εναγόντων αντί του συμφωνηθέντος κόστους των 27.450 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. εντός δύο (2) μηνών από την επίδοση της εκδοθησομένης αποφάσεως, επ’ απειλή ποινής έμμεσης εκτέλεσης (χρηματικής ποινής), γ) να καταδικαστεί η πρώτη εναγόμενη στην καταβολή του ποσού των 300.000 ευρώ κατ’ ισομοιρία στους ενάγοντες προς αποπεράτωση του έργου από τους ίδιους, σε περίπτωση που η ίδια δεν προβεί στην εμπρόθεσμη αποπεράτωσή του, δ) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη στην αναγνώριση της ισχύος των καταρτισθεισών συμβάσεων πωλήσεως, άλλως να υποχρεωθεί στην υπογραφή με τους ενάγοντες συμβάσεων πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας με εγγυημένη τιμή πώλησης της παραγόμενης ενέργειας ποσού 0,38 ευρώ/kWh και ε) άλλως επικουρικώς και για την περίπτωση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόμενων το ποσό των 815.815 ευρώ, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν (θετική ζημία και διαφυγόντα κέρδη) από την αντισυμβατική συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, συνιστάμενη σε υπαίτια υπερημερία εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσής τους άλλως σε υπαίτια αρχική, άλλως επιγενόμενη αδυναμία παροχής, καταδικαζομένων ταυτόχρονα των εναγόμενων στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης τους. Επί της αγωγής αυτής, που εκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμό 2310/2022 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκασή της. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση και τους λόγους που διαλαμβάνονται σε αυτή οι ενάγοντες για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητούν την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή τους. Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Z' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικράτειας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές. Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως όσων από τις διοικητικές διαφορές ουσίας δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια στα τελευταία, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο Γ), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, στην ερμηνεία και στην εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, σύμβαση δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α' του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (ΑΠ 932/2024, ΑΠ 377/2024, ΑΠ 661/2023, ΤρΝομΠλ Νόμος). Περαιτέρω, η διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας συντελείται μέσω του δικτύου διανομής μέσης και χαμηλής τάσης. Το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας διαχειρίζεται ο Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ). Το δίκτυο διανομής ανήκει πάντως κατά κυριότητα στη ΔΕΗ ΑΕ, η οποία λαμβάνει από τον ΔΕΔΔΗΕ για την παραχώρηση της διαχείρισης ετήσιο οικονομικό αντάλλαγμα κατ’ άρθρο 127 παρ. 5 του ν. 4001/2011. Ο ΔΕΔΔΗΕ ασκεί τη διαχείριση του δικτύου διανομής κατά τα άρθρα 127-128 του ν. 4001/2011. Από την σκοπιά της συναλλακτικής- συμβατικής δράσης του ΔΕΔΔΗΕ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι αυτός υποχρεούται να διασφαλίζει έναντι ρυθμιζόμενου ανταλλάγματος την πρόσβαση στο δίκτυο διανομής των παραγωγών, των προμηθευτών και των πελατών και την σύνδεση με το δίκτυο όλων όσων το ζητούν (άρθρο 127 στοιχ. δ-ε του ν. 4001/2011). Προς τούτο συνάπτει συμβάσεις σύνδεσης των χρηστών (παραγωγών και καταναλωτών) με το δίκτυο διανομής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 57 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 2 στοιχ. β’ του Κώδικα Διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚωδΔικτ). Μία ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία συμβάσεων στο πεδίο της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν οι συμβάσεις σχετικά με την πρόσβαση και τη σύνδεση στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Η ενεργειακή νομοθεσία καθιερώνει υποχρέωση σύνδεσης και υποχρέωση πρόσβασης στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας. Υποχρεωτική είναι μάλιστα τόσο η σύνδεση στο δίκτυο διανομής για τον ΔΕΔΔΗΕ, όσο και η σύνδεση με το σύστημα μεταφοράς για τον ΑΔΜΗΕ. Για τη διοχέτευση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα με σκοπό τη διάθεσή της στη χονδρεμπορική αγορά ο παραγωγός χρειάζεται έτσι μια σύμβαση σύνδεσης με το σύστημα μεταφοράς ή το δίκτυο διανομής. Σχετικά με τη σύνδεση στο δίκτυο διανομής (μέση και χαμηλή τάση) το άρθρο 127 παρ. 2 στοιχ. ε’ του N.4001/2011 καθιερώνει την υποχρέωση του ΔΕΔΔΗΕ να διασφαλίζει τη σύνδεση με το δίκτυο διανομής. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις για τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ του ΔΕΔΔΗΕ και των χρηστών του δικτύου διανομής καθώς και ο τύπος και το περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών ορίζονται στον ΚωδΔικτ (άρθρο 128 παρ. 2 στοιχ. ζ’ και ιε του N. 4001/2011). Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 57 του ΚωδΔικτ η σύνδεση εγκαταστάσεων χρήστη στο δίκτυο και η λειτουργία αυτών παράλληλα με το δίκτυο επιτρέπεται μόνο κατόπιν σύναψης σύμβασης σύνδεσης μεταξύ του ΔΕΔΔΗΕ και του χρήστη κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 55 και 56 του ΚωδΔικτ (αίτηση σύνδεσης στο δίκτυο, προσφορά σύνδεσης στο δίκτυο και έγγραφη αποδοχή της από τον χρήστη). Ενώ θα μπορούσε κανείς να οργανώσει τις συμβατικές σχέσεις με αντικείμενο τη χρήση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας επί τη βάσει ενός μοντέλου διακεκριμένων τύπων συμβάσεων, η ελληνική νομοθεσία δεν φαίνεται να ακολουθεί αυτή την οδό. Η ελληνική ενεργειακή νομοθεσία δεν φαίνεται έτσι κατά βάσιν να διακρίνει μεταξύ συμβάσεων για τη σύνδεση αυτή καθ’ εαυτήν και για τη χρήση του συστήματος μεταφοράς ή του δικτύου διανομής. Αντανάκλαση αυτής της κανονιστικής επιλογής είναι ότι ο ενεργειακός νομοθέτης θεωρεί αδιακρίτως ως συμβαλλόμενους στις σχετικές συμβάσεις όλους τους χρήστες του εκάστοτε δικτύου. Ειδικοί κανόνες για τις συμβάσεις χρήσης κάποιας συγκεκριμένης κατηγορίας χρηστών προ βλέπονται μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν κρίνεται ότι παρίσταται ανάγκη προς τούτο. Επί παραδείγματι, το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚωδΔικτ κάνει λόγο για σύμβαση σύνδεσης μεταξύ του χρήστη και του διαχειριστή του δικτύου διανομής, το δε άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. β’ του ΚωδΔικτ ορίζει ως χρήστη του δικτύου αδιακρίτως τον παραγωγό, τον καταναλωτή και τον αυτοπαραγωγό. Όλες αυτές οι κατηγορίες προσώπων συνάπτουν επομένως σύμβαση σύνδεσης στο δίκτυο διανομής με τον ΔΕΔΔΗΕ. Ειδικές όμως ρυθμίσεις περιέχει λ.χ. η παρ. 4 του άρθρου 57 του ΚωδΔικτ για τις συμβάσεις σύνδεσης των παραγωγών, οι οποίοι αναλαμβάνουν να κατασκευάσουν οι ίδιοι τμήμα των έργων σύνδεσης των εγκαταστάσεών τους με το δίκτυο. Αναφορικά με τη νομική φύση των αναπτυσσόμενων συμβατικών σχέσεων, χωρίς επιφυλάξεις υποστηρίζεται η άποψη ότι η σύμβαση σύνδεση σε δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας δεν αποτελεί σύμβαση πώλησης. Ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι οι συμβάσεις σύνδεσης είναι μεικτές συμβάσεις, με στοιχεία περισσότερων συμβατικών τύπων. Η διαπίστωση αυτή έχει πρακτική σημασία στο μέτρο που τα σχετικά συμβατικά κείμενα και οι κανονιστικές προβλέψεις της ενεργειακής νομοθεσίας παρά τον λεπτομερειακό χαρακτήρα τους καταλείπουν κατ’ εξαίρεση ζητήματα προς ρύθμιση από το κοινό ιδιωτικό δίκαιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται οι νομοθετικές ρυθμίσεις του συμβατικού τύπου, ο οποίος βρίσκεται εγγύτερα στην προς ρύθμιση πτυχή των αναπτυσσόμενων με αφορμή τη σύνδεση στα δίκτυα συμβατικών σχέσεων (Δ. Λιάππης, Ηλεκτρική Ενέργεια και Δίκαιο των Συμβάσεων, παρ. 6, αριθ. 23-24, παρ. 7, αρ. 39-50). Τέλος, μετά την τροποποίηση του νόμου 2773/1999 περί απελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις διατάξεις του νόμου 3175/2003 θεσπίσθηκε το έτος 2005 ο Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ ΣΗΕ 2005), με τον οποίο υιοθετήθηκε ένα συγκεκριμένο σχήμα οργάνωσης και λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι αυτά της υποχρεωτικής χονδρεμπορικής αγοράς. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δεν επιτρέπονται διμερή συμβόλαια μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αντίθετα, το σύνολο των συναλλαγών διεξάγεται μέσω της χονδρεμπορικής αγοράς, όπου κεντρικός ρόλος αποδίδεται στον "Διαχειριστή του Συστήματος".

Ως τέτοιος ορίσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. Ε. Σ. Μ. Η. E. Α.Ε.", η ίδρυση της οποίας προβλέφθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 2773/1999. Ο ΚΔΣ ΣΗΕ 2005 αντικαταστάθηκε από τους νέους Κώδικες που θεσπίσθηκαν το 2012, κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου 4001/2011, ήτοι τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος (ΚΔΣ) και τον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΣΗΕ), οι οποίοι εγκρίθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 3 και 120 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, με απόφαση της ανεξάρτητης αρχής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και ισχύουν από 1.2.2012. Στο πλαίσιό τους, ο παραγωγός πωλεί το παραγόμενο αγαθό, ο δε προμηθευτής αγοράζει τούτο. Με τον τρόπο που είναι οργανωμένη, κατά το νομοθετικό πλαίσιο που αναλύθηκε ανωτέρω, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι παραγωγοί και οι προμηθευτές αυτής δεν συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς συμβάσεις για την πώληση. Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπει ένα σύστημα υποχρεωτικής κατάρτισης, με προσχώρηση των παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, μιας αναγκαστικής σύμβασης, η οποία ρυθμίζεται με τους κατωτέρω κανόνες, χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τον αντισυμβαλλόμενό τους, ούτε να διαπραγματευθούν τους όρους της σύμβασης. Την οργάνωση της αγοράς διαχειρίζονται στα διάφορα στάδια αυτής, συγκεκριμένοι θεσμικοί φορείς, ένας από τους οποίους ήταν, υπό το ισχύον στην κρινόμενη υπόθεση νομικό καθεστώς, ο Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΑΓΗΕ Α.Ε., πρώην ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.), ήδη μετονομασθείς ως «ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.». Σύμφωνα με την προβλεφθείσα οργάνωση της σχετικής αγοράς οι υποβάλλοντες προσφορές έγχυσης, δηλαδή ιδίως οι παραγωγοί, λαμβάνουν αμοιβή για την ενέργεια που εγχέουν στο Σύστημα και οι Εκπρόσωποι Φορτίου, δηλαδή ιδίως οι προμηθευτές, καταβάλλουν πληρωμές για την ενέργεια που απορροφούν από το Σύστημα. Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνταν μέσω του Λειτουργού της Αγοράς, ήτοι της εταιρίας «ΛΑΓΗΕ Α.Ε.», η οποία αποτελούσε τον εκ του νόμου αποκλειστικό εκκαθαριστή της αγοράς (άρθρο 118 ν. 4001/2011) και τον υποχρεωτικό ενδιάμεσο φορέα μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών. Εξάλλου ο νόμος 3468/2008, με τον οποίο τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι σύμφωνα με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, συμπεριέλαβε στα άρθρα 9 επ., μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις σχετικά με την κατά προτεραιότητα ένταξη των σταθμών παραγωγής από ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) στο Σύστημα ή στο Δίκτυο (άρθρο 9) καθώς και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (άρθρο 10), τη σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 12) και την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (άρθρο 13), καταργώντας τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1-3, 36, 37, 38 και 39 του νόμου 2773/1999 (άρθρο 28 παρ. 1 περ. β', βλ. και άρθρο 27 παρ. 7). Ακολούθως, με τον νόμο 3851/2010, με τον οποίο επήλθαν ευρείας έκτασης τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του νόμου 3468/2006, επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για την χώρα. Για τον σκοπό της εκπληρώσεως των διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας προς μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με τον νόμο αυτόν (3751/2010) καθορίσθηκαν οι εθνικοί στόχοι για τις ΑΠΕ μέχρι το 2020 και, περαιτέρω, τροποποιήθηκαν οι σχετικές με τις συμβάσεις πώλησης και με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ διατάξεις του ν. 3468/2006 (άρθρα 1 και 5 παρ. 1 και 2 ν. 3851/2010). Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3468/2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 3851/2010: "1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής της. Το γεγονός ότι ουσιώδη στοιχεία της συναπτόμενης σχέσης, μεταξύ των οποίων και το τίμημα της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχέεται στην "δεξαμενή" της χονδρεμπορικής αγοράς, καθορίζονται, και πάλι για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από τον νομοθέτη, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη περιστολή της συμβατικής ελευθερίας των εμπλεκομένων μερών, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της ως συμβατικής σχέσης, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις συνήθεις συμβάσεις προσχωρήσεως. Ανεξαρτήτως του ότι δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για σύμβαση πώλησης, όπως ρυθμίζεται από τα άρθρα 513 επ. Α.Κ., αλλά για άλλη σύμβαση, που περιλαμβάνει ειδικότερους όρους, ενόψει των χαρακτηριστικών και ιδίως της ιδιάζουσας θέσης της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, η οποία ενεργεί κατά κύριο λόγο ως λειτουργός της αγοράς και όχι ως πραγματικός αγοραστής, δεν είναι ο πραγματικός χρήστης του προϊόντος ούτε καταβάλλει την αμοιβή στον παραγωγό από ιδίους πόρους, αλλά την αποδίδει μέσω του Ειδικού Λογαριασμού, η συναπτόμενη μεταξύ του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ σχέση αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Κατά συνέπεια οι προερχόμενες από τη σύμβαση μεταξύ παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και της ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. ή της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, οι οποίες δρουν κατά την κατάρτισή τους ως αντισυμβαλλόμενοι σε συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου (και όχι ως φορείς δημόσιας εξουσίας) διαφορές εκ των συμβάσεων αυτών, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προκαλούν διαφορές του ιδιωτικού δικαίου. Ειδικά, δε ως προς τη ΛΑΓΗΕ Α.Ε., στοιχούμενος, προς την αντίληψη αυτήν, ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ΑΥ/Φ1/οικ. 17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή την ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης (και επομένως και των διαφορών από τον προσδιορισμό του οφειλομένου αντιτίμου) είναι τα "πολιτικά Δικαστήρια των Αθηνών". Εν προκειμένω, με τον σχετικό λόγο της έφεσης τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορρίπτοντας την αγωγή ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της αγωγής τους, κρίνοντας ότι οι επίδικες συμβάσεις έχουν χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων. Με το προπαρατιθέμενο όμως περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον με αυτή ασκούνται αξιώσεις πηγάζουσες από συμβάσεις σύνδεσης έργου που έχουν καταρτισθεί με την πρώτη εναγόμενη και από συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν καταρτιστεί, υπό το καθεστώς του ν.3468/2006 (αριθμ. 12 παρ.1), μεταξύ των εναγόντων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμη πηγή ενέργειας (АΠЕ) και της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας. Οι ένδικες συμβάσεις είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται σε αυτές το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Και ναι μεν με αυτές επιδιώκονται σκοποί δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενοι στην προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της οικονομίας και της συμβολής στη βιώσιμη ανάπτυξη, όμως ο νομοθέτης ως εργαλείο για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στο σύστημα μεταφοράς της, δεν επέλεξε τη μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής, ή διφυούς νομικού προσώπου ενεργούντος ως φορέα δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει μάλιστα σε καθεστώς μερικής έστω απελευθέρωσης της αγοράς, τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του κατόχου της οικείας αδείας παραγωγής και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, η οποία ρητώς χαρακτηρίζεται, από το άρθρο 12 παρ.1 του ν.3468/2006, ως "σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας". Στοιχούμένος άλλωστε προς την αντίληψη αυτή ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ΑΥ/Φ1/οικ/17149/30-8-2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης, όπως οι επίδικες, είναι τα πολιτικά δικαστήρια των Αθηνών. Μάλιστα, ακόμη και όταν η ΛΑΓΗΕ ΑΕ πρώην ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε, στο πλαίσιο της ανωτέρω συμβατικής σχέσης, εκδώσει πράξεις για το οφειλόμενο στον παραγωγό τίμημα πωλήσεως και ανακύψει αμφισβήτησή τους, οι εν λόγω διαφορές, και αυτές, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις σύνδεσης με την ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. και πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις οποίες οι εναγόμενες ενεργούν ως αντισυμβαλλόμενες στα πλαίσια της συναλλακτικής δράσης τους και όχι ως φορείς δημόσιας εξουσίας, είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και η ένδικη διαφορά, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων και επομένως, δεκτού γενομένου ως κατ’ ουσίαν βάσιμου του μοναδικού λόγου της έφεσης και εν τέλει της έφεσης στο σύνολό της, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ). Ακολούθως, η με το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή παραδεκτώς φέρεται προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον με αυτήν εισάγεται προς κρίση ιδιωτικού δικαίου διαφορά, που απορρέει από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας.

Από τη διάταξη του 686 εδ. β' ΑΚ, η οποία ορίζει ότι, όταν υπάρχει υπερημερία εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της, προκύπτει ότι αν έχει παρέλθει ο συμβατικός χρόνος παράδοσης και ο εργολάβος έχει περιέλθει σε υπερημερία, ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα των άρθρων 383 ως 385 ΑΚ. Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330, 341 και 342 ΑΚ συνάγεται ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής. Μετά την πάροδο του χρόνου παράδοσης του έργου, δεν εφαρμόζεται η 686 ΑΚ, αλλά η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής ή υπερημερία του εργολάβου και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου κρίνονται με τις γενικές διατάξεις. Συγκεκριμένα, κατά τις εφαρμοζόμενες στην περίπτωση αυτή διατάξεις των άρθρων 686 εδ. τελευταίο, 343 παρ. 1 και 383 επ. ΑΚ, ο εργοδότης, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου περί την εκτέλεση και παράδοση του έργου, μπορεί: α) να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής (εκτέλεση και παράδοση του έργου) και ακόμη αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη από τη μη περάτωση του έργου μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία (άρθρο 343 παρ. 1 ΑΚ) ή β) να τάξει, κατά το άρθρο 383 ΑΚ, στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση δηλώνοντας συνάμα, ότι μετά την πάροδό της αποκρούσει την παροχή, οπότε, σε περίπτωση που η προθεσμία θα παρέλθει άπρακτη (ή που δεν θα απαιτείται να ταχθεί λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 385 ΑΚ), μπορεί περαιτέρω, επιλεκτικά, ή να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αξιώσει, τότε, μόνο εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 387 ΑΚ (ΑΠ 1047/2023, ΤρΝομΠλ Νόμος). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Οφείλει δηλαδή έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, (της κατασκευής του έργου), όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση. Μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου. Η υποχρέωσή του αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, δηλαδή ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336, 349, 351, 358 του ΑΚ, προκύπτει ότι, εφόσον η εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου κατέστη αδύνατη, λόγω υπαίτιας παραλείψεως του εργοδότη να προβεί στην αναγκαία προς τούτο σύμπραξη και περιελεύσεως του τελευταίου υπερημερία δανειστή, ο εργολάβος δικαιούται συνομολογηθείσα εργολαβική αμοιβή, κατ’ άρθρο 381. Περαιτέρω, από τη διάταξη του 686 εδ. β ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330, 341 και 342 ΑΚ, συνάγεται ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν αυτός επικαλεσθεί και αποδείξει κατ’ ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλά αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσης της. Μετά την πάροδο του χρόνου παράδοσης του έργου, δεν εφαρμόζεται η 686 ΑΚ, αλλά η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής ή υπερημερία του εργολάβου και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου κρίνονται με τις γενικές διατάξεις (ΑΠ 464/2022, ΤρΝομΠλ Νόμος). Εν προκειμένω, η με το ως άνω περιεχόμενο αγωγή, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδια κατά τόπον είναι τα δικαστήρια της Αθήνας, βάσει της περιλαμβανόμενης στις ένδικες συμβάσεις ρήτρας παρέκτασης σε σχέση με την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν από αυτές (άρθρα 42 § 1 εδ. α' και 43 ΚΠολΔ), ως προς την πρώτη εναγόμενη και κατά την κύρια βάση αυτής είναι ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφό της περιλαμβάνονται όλα τα εκ του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία που δικαιολογούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων κατά της πρώτης εναγόμενης και ειδικότερα εκτίθενται: α) το συμφωνηθέν να εκτελεστεί από τον εργολάβο έργο, ο χρόνος παράδοσης αυτού, η υπερημερία του εργολάβου στην εκτέλεσή του, το άσκοπο του να ταχθεί προθεσμία, η επελθούσα από την υπερημερία ζημία του εργοδότη και ο αιτιώδης μεταξύ τους σύνδεσμός (Μ. Μαργαρίτης/Α. Μαργαρίτη, Επίτομη Ερμηνεία ΑΚ και ΕισΝΑΚ, άρθρο 686, αρ. 23), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της πρώτης εναγόμενης. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, κατά την κύρια βάση της στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681, 683, 686 εδ. β, 343, 383, 385 ΑΚ (βλ. Δ. Λιάππης, Ηλεκτρική Ενέργεια και Δίκαιο των Συμβάσεων, παρ. 7, αριθμ. 48), πλην. α) του αιτήματος περί αναγνώρισης της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο καθόσον δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής στοιχεία ή προδικαστικά ζητήματα ορισμένης έννομης σχέσης, όπως ζητείται εν προκειμένω, ακόμα και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή στην οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά (Μ. Μαργαρίτης/Α. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, έκδοση 2η, τόμος I, άρθρο 70, αρ. 7) και β) του παρεπόμενου αιτήματος περί υποχρέωσης της πρώτης εναγόμενης, σε περίπτωση μη εκτέλεσης από την ίδια του έργου, καταβολής στους ενάγοντες ποσού 300.000 ευρώ, προκειμένου να προβούν οι ίδιοι στην κατασκευή τους, κατ’ άρθρο 945 ΚΠολΔ, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο. Τούτο, διότι, η πρώτη εναγόμενη ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. υποκαταστάθηκε σε όλα τα εν γένει δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της Δ.Ε.Η. Α.Ε., στην οποία ανήκει αποκλειστικά η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) και είναι πλέον υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη λειτουργία και την συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους του ΕΔΔΗΕ, ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργίας του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητά του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς και για τη διασφάλιση, κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή, άμεσο και αμερόληπτο τρόπο, της πρόσβασης των χρηστών στο ΕΔΔΗΕ, προκειμένου να ασκούν τις δράστηριότητές τους (άρθρα 122, 127 του ν. 4001/2011, βλ. σχετ. ΑΠ 110/2025, ΤρΝομΠλ Νόμος) και συνεπώς, η αιτούμενη από τους ενάγοντες ενέργεια δεν δύναται να γίνει από τους ίδιους ως τρίτα πρόσωπα. Πρέπει, επομένως, η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη για εκπλήρωση σύμβασης πρέπει να αναφέρει α) τη συναφθείσα σύμβαση, β) την υποχρέωση του εναγόμενου να παράσχει στον ενάγοντα ορισμένη παροχή. Η παροχή μπορεί να συνίσταται σε είδος ή σε χρήμα, μπορεί επίσης να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή και γ) το ληξιπρόθεσμο της παροχής και την τυχόν προηγηθείσα όχληση. Επίσης, στην αγωγή, με την οποία ζητείται από τον δανειστή αποζημίωση λόγω υπερημερίας του οφειλέτη (κατά τις διατάξεις των άρθρων 383 και 387 ΑΚ) πρέπει να αναφέρεται α) η ύπαρξη αμφοτεροβαρούς σύμβασης (π.χ. πώλησης) μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου, με βάση την οποία ο εναγόμενος οφειλέτης οφείλει συγκεκριμένη παροχή στον ενάγοντα, β) ότι η παροχή είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, γ) η ύπαρξη υπερημερίας του εναγόμενου και ο τρόπος επέλευσής της, δ) ότι ο ενάγων έταξε προθεσμία στον εναγόμενο για εκπλήρωση της παροχής, δηλώνοντας του ότι αποκρούει την παροχή σε περίπτωση παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής, ή ότι δεν απαιτείτο η τήρηση της προθεσμίας κατ’ άρθρο 385 ΑΚ, ε) η καθυστέρηση εκπλήρωσης της παροχής από τον εναγόμενο και μετά την πάροδο της προθεσμίας, στ) η ύπαρξη ζημίας του ενάγοντος από τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του εναγόμενου (άρθρο 383 εδ. β ΑΚ) και η πλήρης περιγραφή της και η τυχόν ζημία του από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης (άρθρο 387 παρ. 1 ΑΚ), ζ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημίας και υπερημερίας του εναγόμενου και η) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση για την παραπάνω ζημία, νομιμοτόκως από την όχληση ή από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, στην αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση, λόγω αδυναμίας παροχής, πρέπει να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η μη εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε αρχική ή επιγενόμενη υπαίτια ολική αδυναμία εκπλήρωσή της σύμβασης από τον εναγόμενο ή σε μερική υπαίτια αδυναμία, την οποία όμως ο εναγών θεωρεί ως ολική, διότι δεν έχει συμφέρον σε μερική εκπλήρωση. Ο δε ενάγων δανειστής πρέπει να εκθέτει σε αυτή την αδυναμία παροχής (Ιωαν. Κατράς, Αγωγές, Αιτήσεις & Ενστάσεις Ενοχικού Δικαίου Αστικού Κώδικα, παρ. 7, στοιχ. Θ, αριθμ. 2, παρ. 9, στοιχ, Η, αριθμ. 1, παρ. 13, στοιχ. ε, αριθμ. 1, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, 2003, τόμος Β’, άρθρο 335, αρ. 14). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγόμενης με την επωνυμία «ΛΑΓΗΕ Α.Ε.» και ήδη «ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.», τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική βάση αυτής, δεν εκτίθεται ο τρόπος επέλευσης της υπερημερίας αυτής, ήτοι δεν εκτίθεται το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης των εναγόντων, ούτε επικαλούνται ότι η προθεσμία εκπλήρωσης προκύπτει κατά τρόπο δεσμευτικό από τις λοιπές προβλέψεις των συμβάσεων και τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίστασης, αλλά ούτε ότι οι ενάγοντες έταξαν προθεσμία στη δεύτερη εναγόμενη για εκπλήρωση της παροχής, δηλώνοντας της ότι αποκρούουν την παροχή σε περίπτωση παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής, ή ότι δεν απαιτείτο η τήρηση της προθεσμίας κατ’ άρθρο 385 ΑΚ, αλλά ούτε σε τι συνίσταται η αδυναμία παροχής, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας και επομένως, δεν παρατίθενται στοιχεία που να δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από τους ενάγοντες κατά της δεύτερης εναγόμενης. Επομένως, η αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως α) από τους ενάγοντες υπ’ αριθμόν …..-2020 ένορκη βεβαίωση των ... και ... ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που λήφθηκε επιμελεία αυτών (εναγόντων) μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους-πρώτης εναγόμενης, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν ….-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά …. και β) από την πρώτη εναγόμενη υπ’ αριθμόν.../06-11-2020 ένορκη βεβαίωση του …. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που λήφθηκε επιμελεία αυτής (πρώτης εναγόμενης) μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της εναγόντων, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν ….-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης …. και από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή τεκμηρίων [συμπεριλαμβανομένων των υπεύθυνων

δηλώσεων (άρθρο 8 του N. 1599/1986), οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον δεν προκύπτει ότι έγιναν για να χρησιμοποιηθούν στην συγκεκριμένη δίκη, αφού λήφθηκαν ήδη προ της ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 109/2021, ΤρΝομΠλ Νόμος)], αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το νόμο 3851/2010 (ΦΕΚ Α’ 85/04-06-2010) «Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλες διατάξεις σε θέματα αρμοδιότητα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής», απλοποιήθηκε/ορθολογικοποιήθηκε η διαδικασία έκδοσης της άδειας παραγωγής έργου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (εφεξής Α.Π.Ε.), η οποία επανέκτησε τον προ του N. 3468/2006 χαρακτήρα της, ως μια πρώτη εκτελεστή άδεια σκοπιμότητας του έργου. Σκοπός του νόμου αυτού είναι ο εξορθολογισμός και τελικά η επιτάχυνση της αδειοδοτικής διαδικασίας, ώστε να ενισχυθεί η διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (εφεξής Α.Π.Ε.) στο ενεργειακό μείγμα της Ελλάδας, συμβάλλοντας έτσι τόσο στην προστασία του περιβάλλοντος, όσο και στην (αποκεντρωμένη) οικονομική ανάπτυξη (βλ. Γενικό Μέρος της αιτιολογική έκθεσης του νόμου). Στο πλαίσιο του νόμου αυτού, είκοσι οκτώ (28) συνολικά αγρότες κατ’ επάγγελμα, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, υπέβαλαν στις 01 - 09-2010 στη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (εφεξής Δ.Ε.Η. Α.Ε.) αιτήσεις για τη χορήγηση σε έκαστο αυτόν προσφοράς σύνδεσης στο Δίκτυο Χαμηλής Τάσης (Χ.Τ) φωτοβολταϊκού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, εγκατεστημένης ισχύος 99,90 kw στις περιοχές ... και ... της Περιφέρειας ..... Ειδικότερα οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις για την κατασκευή φωτοβολταϊκών πάρκων ως εξής: 1) η ... ... (πρώτη ενάγουσα) για τον υπ’ αριθμόν ... αγρό, κείμενο στην ..., 2) ο ... ... (δεύτερος ενάγων) για τον υπ’ αριθμόν ... αγρό, κείμενο στην ..., 3) ο ... ... (τρίτος ενάγων) για τον υπ’ αριθμόν ...“ αγρό κείμενο στην ..., 4) η ... ... (τέταρτη ενάγουσα) για τον υπ’ αριθμόν … αγρό, κείμενο στην ..., 5) ο ... ... (πέμπτος ενάγων) για τον υπ’ αριθμόν … αγρό κείμενο στο «...» ... και 6) ο ... ... (έκτος ενάγων) για τον υπ’ αριθμόν … αγρό, κείμενο στην .... Η «ΔΕΗ Α.Ε.» απέστειλε στους ενάγοντες τις υπ’ αριθμούς ..., …, … και ….-2011, ....-2011 και ….-2011 προσφορές σύνδεσης φωτοβολταϊκού συστήματος ισχύος 99,9 kw κατ’ άρθρο 56 παρ. 1 του Κώδικα Διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (εφεξής ΚωδΔικτ). Στο έγγραφο των προσφορών σύνδεσης διαλαμβάνονται τα εξής: 1) ότι στις περιοχές ... και ... της Διεύθυνσης Περιφέρειας..., είχαν υποβληθεί, μεταξύ άλλων, είκοσι επτά αιτήσεις σύνδεσης φωτοβολταϊκών σταθμών αγροτών, μεταξύ των οποίων και αυτών των εναγόντων, οι οποίες αφορούν σε σταθμούς που πρόκειται να εγκατασταθούν κατά μήκος της υφιστάμενης γραμμής μέσης τάσης που ηλεκτροδοτεί την εν λόγω περιοχή. Το πλήθος, η διασπορά και η γεωγραφική θέση των υπόψη σταθμών επιβάλει την ενιαία εξέταση σύνδεσής τους, καθόσον υποχρέωση της Δ.Ε.Η. Α.Ε. είναι να εντάξει στο δίκτυο και τους είκοσι επτά αυτούς σταθμούς με οικονομική επιβάρυνση για κάθε φυσικό πρόσωπο τέτοια, ώστε οποιαδήποτε από τις υπόψη επενδύσεις να μην διαφαίνεται οικονομικά ασύμφορη. Αυτό συμβαίνει γιατί στη γεωγραφική περιοχή που βρίσκονται οι υπό ένταξη φωτοβολταϊκοί σταθμοί αγροτών, η οποία ηλεκτροδοτείται από την γραμμή 23 ... και στην οποία (γραμμή) εγχέεται ή πρόκειται να εγχυθεί συνολική ισχύς παραγωγής της τάξης των 7 MW, έχουν πλήρως και ολοκληρωτικά αξιοποιηθεί οι δυνατότητες σύνδεσης δυναμικού ηλεκτροπαραγωγής. Με δεδομένο ότι οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί της εταιρείας «...Α.Ε.» πρόκειται να κάνουν έγχυση συνολικής ισχύος 6 MW εκ των 7 MW στην εν λόγω γραμμή μέσης τάσης, είναι ευνόητο ότι η σύνδεση των είκοσι επτά φωτοβολταϊκών σταθμών αγροτών στη γραμμή αυτή θα είναι δυνατή μόνο εάν ο ηλεκτρικός χώρος της γραμμής αποδεσμευτεί από την ισχύ των 6 MW των τριών γειτονικών σταθμών της ως άνω εταιρείας και καταστεί εκ νέου διαθέσιμος. Αυτό θα γίνει με την κατασκευή νέας αποκλειστικής γραμμής μέσης τάσης του υποσταθμού (Υ/Σ) ..., μέσω της οποίας θα εγχέεται στο Ζυγό ΜΤ Νο2 ... η ισχύς των 6 MW των τριών γειτονικών σταθμών της εταιρείας «...Α.Ε.». Φυσικά το κόστος της κατασκευής της γραμμής αυτής και οι όποιες δαπάνες απαιτηθούν, θα επιβαρύνουν τους είκοσι επτά υπό ένταξη φωτοβολταϊκούς σταθμούς αγροτών και θα αποτελέσουν δαπάνες κοινών έργων σύνδεσης των είκοσι επτά σταθμών στο Δίκτυο. Είναι ευνόητο ότι τα κοινά έργα που αφορούν στην ένταξη των τριών σταθμών της εταιρείας «...Α.Ε.» στη γραμμή 23 ... θα υλοποιηθούν κατά την σύνδεση των σταθμών στο δίκτυο επιβαρύνοντας αποκλειστικά την εν λόγω εταιρεία. Κατόπιν όλων αυτών και μετά από αναλυτική εξέταση, τα αναγκαία έργα για την εξασφάλιση διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου στη γραμμή 23 ... για τη σύνδεση των είκοσι επτά σταθμών αγροτών στο υφιστάμενο δίκτυο είναι..., με συνολικό κόστος ύψους 300.000 ευρώ. 2) Τα επιμέρους αναγκαία έργα, μετά από προμελέτη, για τη σύνδεση του σταθμού σας με το δίκτυο χαμηλής τάσης της ΔΕΗ είναι..., 3) Με τον επιμερισμό του κόστους του κοινού έργου σύνδεσης, ανάλογα με το ύψος εγκατεστημένης ισχύος του καθενός εκ των είκοσι επτά σταθμών και λαμβάνοντας υπόψη τις δαπάνες των επί μέρους αναγκαίων έργων σύνδεσης και τις γενικές δαπάνες σύνδεσης, η συνολική προϋπολογιστική δαπάνη για τη δαπάνη του σταθμού σας με το Δίκτυο, με την οποία θα επιβαρυνθείτε, ανέρχεται μετά από πρώτη εκτίμηση σε 27.450 ευρώ (ως προς τον πέμπτο των εναγόντων ... ... στην προσφορά όρων σύνδεσης ορίσθηκε ως ποσό επιβάρυνσης αυτό των 30.050 ευρώ), πλέον φόρου προστιθέμενης αξίας, αφαιρούμενου του ποσού που καταβάλατε κατά την υποβολή της ανωτέρω σχετικής αίτησης (500 ευρώ). Μετά το πέρας των έργων θα συνταχθεί απολογισμός από την υπηρεσία μας με αντίστοιχη χρεοπίστωσή σας. Σημειώνουμε ότι οι γενικές δαπάνες σύνδεσης όλων των σταθμών, τάξης μεγέθους Ε500 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α. 23%) αφορούν στα κόστη των..., 4) Ανάλογα με τον αριθμό των φυσικών προσώπων που θα κάνουν αποδοχή της υπόψη προσφοράς σύνδεσης, το κόστος αυτό ενδέχεται να τροποποιηθεί αναφορικά με το κοινό έργο σύνδεσης. Σημειώνουμε πως ο προαναφερθείς επιμερισμός του κόστους προϋποθέτει την ταυτόχρονη υπογραφή σύμβασης και καταβολή του αναλογούντος τιμήματος από όλους τους παραγωγούς. Σε αντίθετη περίπτωση, το κόστος των κοινών έργων σύνδεσης θα βαρύνει τροποποιημένο τους πρώτους παραγωγούς που θα συνάψουν σύμβαση σύνδεσης. Για την καλύτερη ενημέρωσή σας και την ενδεχόμενη επικοινωνία σας με τους λοιπούς ενδιαφερομένους σας αποστέλλουμε με το παρόν πίνακα με τους είκοσι επτά (27) παραγωγούς, των οποίων οι σταθμοί πρόκειται να συνδεθούν στο υφιστάμενο Δίκτυο της εν λόγω γεωγραφικής περιοχής. 5) Συμπληρωματικά σας γνωστοποιούμε..., 6)..., 7) Η παρούσα προσφορά σύνδεσης ισχύει για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από σήμερα και δεν καλύπτει πιθανή μελλοντική επαύξηση της ισχύος του σταθμού. Για την κατάρτιση και υπογραφή της σύμβασης σύνδεσης του σταθμού σας με το Δίκτυο να υποβάλετε αίτηση στην υπηρεσία μας, στην οποία να αναφέρετε ότι αποδέχεστε την προσφορά σύνδεσης και επιθυμείτε την σύναψη σύμβασης σύνδεσης, επισυνάπτοντας τα λοιπά προβλεπόμενα κατά το στάδιο αυτό έγγραφα και στοιχεία, όπως αυτά αναγράφονται στο έντυπο αίτησης...Η σύμβαση σύνδεσης θα πρέπει να συναφθεί εντός του εξαμήνου ισχύος της προσφοράς σύνδεσης, Ταυτόχρονα με την υπογραφή της σύμβασης θα πρέπει να καταβληθεί και η δαπάνη των έργων σύνδεσης. Σε περίπτωση που το εν λόγω χρονικό διάστημα παρέλθει άπρακτο, χωρίς δηλαδή να καταβληθεί η δαπάνη των έργων σύνδεσης και να υπογραφεί η σύμβαση σύνδεσης, θα αρθεί η σχετική δέσμευση ισχύος και ο φάκελος της αίτησής σας θα τεθεί στο αρχείο... Εντός της προβλεπόμενης στην προσφορά σύνδεσης προθεσμίας ισχύος αυτής των έξι μηνών οι ενάγοντες, πλέον ενός ακόμα προσώπου, κατάρτισαν με την ΔΕΗ Α.Ε. συμβάσεις σύνδεσης με το Δίκτυο χαμηλής τάσης και συγκεκριμένα:!) η ... ... την από 30-01-2012 σύμβαση, 2) ο ... ..., η ... ... και ο ... ... τις από 31-01-2012 συμβάσεις, 3) ο ... ... την από 27-01-2012 σύμβαση και 4) ο ... ... την από 27-01-2012 σύμβαση. Με κάθε μία από τις ως άνω συμβάσεις σύνδεσης η ΔΕΗ Α.Ε. ανέλαβε την υποχρέωση να μελετήσει και να κατασκευάσει τα αναγκαία έργα για τη σύνδεση με το Δίκτυο χαμηλής τάσης του φωτοβολταϊκού σταθμού έκαστου παραγωγού, της ισχύος που αναφέρεται σε κάθε σύμβαση και θα είναι εγκατεστημένος επί αγροκτήματος της κυριότητας αυτού (άρθρο 1). Επίσης καθορίσθηκε (άρθρο 2 παρ. 2) η συνολική δαπάνη για την σύνδεση με το Δίκτυο, ανερχόμενη στο ποσό των 27.450 ευρώ, πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α. για κάθε παραγωγό, συμπεριλαμβανομένων και των γενικών δαπανών, στην οποία ελήφθη υπόψη το ποσό που έχει καταβληθεί κατά την υποβολή της αίτησης (για τον ... ... η δαπάνη αυτή καθορίσθηκε στο ποσό των 30.050 ευρώ). Με το άρθρο 3 της σύμβασης ορίσθηκε ότι ο παραγωγός (ήτοι έκαστος των εναγόντων) εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης σύνδεσης: α) θα υποβάλει όλα τα έγγραφα και δικαιολογητικά που δεν προσκόμισε κατά την υπογραφή της και ταυτόχρονα θα καταβάλει το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 2 παρ. 2, πλέον Φ.Π.Α. για το οποίο θα εκδοθεί τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, β) η ΔΕΗ Α.Ε. ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει τα έργα σύνδεσης εντός προθεσμίας όχι μεγαλύτερης των έξι (6) μηνών από την καταβολή του τιμήματος, με την προϋπόθεση ότι δεν θα απαιτείται έγκριση άλλου φορέα για την κατασκευή των έργων σύνδεσης, ενώ σε θετική περίπτωση, η προθεσμία αυτή θα αρχίζει από την παραλαβή της σχετικής έγκρισης. Με το άρθρο 8 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι ία) ως αποκλειστική προθεσμία ενεργοποίησης της σύνδεσης του σταθμού στο Δίκτυο καθορίζονται οι δεκαοκτώ (18) μήνες από την υπογραφή της σύμβασης σύνδεσης. Εφόσον η ενεργοποίηση της σύνδεσης δεν υλοποιηθεί εντός της καθορισθείσας προθεσμίας με υπαιτιότητα του παραγωγού, η σχετική εγγυητική επιστολή που έχει καταθέσει ο παραγωγός καταπίπτει υπέρ του διαχειριστή δικτύου, άλλως στην περίπτωση εμπρόθεσμης ενεργοποίησης της σύνδεσης επιστρέφεται στον παραγωγό, β) η ενεργοποίηση της σύνδεσης με το δίκτυο (θέση υπό τάση), δεν θα πραγματοποιηθεί πριν υπογραφεί η σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (που σύμφωνα με το ίδιο άρθρο της σύμβασης ρυθμίζεται αποκλειστικά μεταξύ παραγωγού και ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.), γ) η προθεσμία των τριών (3) μηνών του άρθρου 3 παρ. 1 για την υποβολή των εγγράφων και δικαιολογητικών και την πληρωμή του κόστους σύνδεσης, είναι αποκλειστική για την ενεργοποίηση της σύμβασης σύνδεσης, μετά δε, την άπρακτη παρέλευση αυτής, η σύμβαση λύεται αυτομάτως, η προσφορά σύνδεσης παύει να ισχύει, ο φάκελος της αίτησης τίθεται στο αρχείο και επιστρέφεται στον παραγωγό η εγγυητική επιστολή και δ) η σύμβαση σύνδεσης μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με έγγραφη συμφωνία μεταξύ των μερών. Πριν την κατάρτιση των συμβάσεων σύνδεσης οι ενάγοντες υπέγραψαν υπεύθυνες δηλώσεις (άρθρο 8 του ν. 1599/1986), με τις οποίες δήλωσαν ότι αποδέχονται τους όρους της προσφοράς σύνδεσης του φωτοβολταϊκού με το δίκτυο της ΔΕΗ. Σημειώνεται ότι δεν προσκομίζεται σχετική υπεύθυνη δήλωση του Δημητρίου ..., χωρίς όμως να αμφισβητείται ότι υποβλήθηκε και από αυτόν σχετική δήλωση, η οποία άλλωστε αναφέρεται και ως σχετικό έγγραφο στην με αριθμό ….2012 πρόσκληση υπογραφής σύμβασης σύνδεσης της πρώτης εναγόμενης, ως κάτωθι αναφέρεται. Ακολούθως, συνήφθησαν συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των εναγόντων και της ανώνυμης εταιρείας με την κατά το χρόνο εκείνο επωνυμία «Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.» και συγκεκριμένα οι με αριθμό ….-2012 και …, …, …, ..., ….2012 συμβάσεις. Στις 17-07- 2012 η πρώτη εναγόμενη, που υποκαταστάθηκε σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ Α.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 123 του N. 4001/2011, απέστειλε σε έκαστο των εναγόντων τις υπ’ αριθμόν ..., …, …., …., …. και ….2012 αντίστοιχα προσκλήσεις υπογραφής σύμβασης σύνδεσης. Με κάθε μία από αυτές η πρώτη εναγόμενη πληροφορεί έκαστο των εναγόντων ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του εξαμήνου ισχύος των όρων σύνδεσης, στις περιοχές ... και ... έχουν κατατεθεί συνολικά επτά (7) αιτήσεις αποδοχών προσφοράς και υπογραφής συμβάσεων σύνδεσης και ότι μετά τη λήξη του εξαμήνου και αφού ελήφθησαν υπόψη τα νέα αυτά δεδομένα, τα αναγκαία κοινά έργα για την σύνδεση των επτά πλέον σταθμών εξακολουθούν να είναι τα αναφερόμενα σε κάθε σύμβαση, με συνολικό κόστος ύψους 300.000 ευρώ. Αφού, δε, αναφέρει ότι μετά την αφαίρεση του τμήματος παραγωγής των 6MW, μέσω των ως άνω κοινών έργων τα επί μέρους αναγκαία έργα για την σύνδεση του σταθμού έκαστου των εναγόντων στη γραμμή 23 ... και οι γενικές δαπάνες σύνδεσης παραμένουν αμετάβλητες, με το νέο επιμερισμό του κόστους των κοινών έργων σύνδεσης, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω (επί μέρους έργα και γενικές δαπάνες σύνδεσης), η συνολική δαπάνη για τη σύνδεση του σταθμού ισχύος περί τα 100 KW με το δίκτυό της, με την οποία θα επιβαρυνθούν οι παραγωγοί, ανέρχεται μετά από πρώτη εκτίμηση σε 58.860 ευρώ, πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α. και αφαιρουμένου του ποσού που έχει καταβάλει καθένας των εναγόντων κατά την υποβολή της αίτησης (500 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 23%, σημειώνεται ότι για τον ... ... το ποσό εκτιμήθηκε σε 57.800 ευρώ). Στην ίδια έγγραφη πρόσκληση αναφέρεται ότι δεδομένου ότι επτά (7) μόνο εκ των είκοσι οκτώ (28) αγροτών προέβησαν σε αποδοχή προσφορών σύνδεσης, η σύμβαση που έχει υπογράψει καθένας από αυτούς, δεν μπορεί να ισχύσει, καθώς σε εκείνη οι δαπάνες που τους επιβάρυναν προέκυψαν λαμβάνοντας υπόψη πως και οι είκοσι επτά επενδυτές θα αποδέχονταν τους όρους σύνδεσης και ως εκ τούτου και εφόσον οι επτά επενδυτές εξακολουθούν να αποδέχονται την προσφορά σύνδεσης με τα νέα δεδομένα, θα πρέπει να προσέλθουν για υπογραφή τροποποιημένης σύμβασης σύνδεσης. Τέλος, με την ίδια έγγραφη πρόσκληση επισημαίνεται ότι μέχρι την ημέρα υπογραφής της τροποποιημένης σύμβασης σύνδεσης, η οποία ορίστηκε καταληκτικά για την 27-07-2012 και σύμφωνα με την προσφορά σύνδεσης οι ενάγοντες θα έπρεπε να προσκομίσουν τα αναφερόμενα έγγραφα. Οι τελευταίοι δεν αποδέχτηκαν την από 17-07-2012 πρόσκληση της εναγόμενης για τροποποίηση των συμβάσεων σύνδεσης και το νέο επιμερισμό του κόστους. Στις 26-07-2016 οι δύο πρώτοι των εναγόντων (... ... και ... ...) υπέβαλαν προς την πρώτη εναγόμενη αίτημα επανεξέτασης του φακέλου τους για τα φωτοβολταϊκά πάρκα, λαμβάνοντας τις με αριθμό … 2016 έγγραφες ενημερώσεις ότι θα πρέπει να προχωρήσουν σε υποβολή νέας αίτησης σύνδεσης φωτοβολταϊκού σταθμού για να εξετασθεί εκ νέου το αίτημά τους. Επίσης με τα με αριθμούς ….2017 έγγραφά του διευθυντή περιοχής ... της πρώτης εναγόμενης, αυτή ενημερώνει τους δύο πρώτους των εναγόντων ότι σε συνέχεια των με αριθμό πρωτοκόλλου ….-2016 αιτήσεών τους σύνδεσης και προκειμένου να προβεί σε εξέταση και διατύπωση προσφοράς σύνδεσης, απαιτείται η καταβολή του ποσού των 500 ευρώ εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, άλλως η αίτηση θα τεθεί στο αρχείο. Επίσης, με το με αριθμό ….-2017 έγγραφό της η πρώτη εναγόμενη, απαντώντας πλέον στα υποβληθέντα στις 26-07-2016 αιτήματα τους για επανεξέταση των φακέλων τους, αναφέρει ότι: 1) δεδομένου ότι τα παλαιά αιτήματα ένταξης των φωτοβολταϊκών σταθμών που κατατέθηκαν το έτος 2010 ακυρώθηκαν και τέθηκαν στο αρχείο, όπως τους είχε γνωστοποιηθεί, επαναλαμβάνουν ότι με βάση τις προβλεπόμενες διαδικασίες η εξέταση των αιτημάτων τους απαιτεί την υποβολή νέων αιτήσεων και απαιτούμενών παραστατικών, προκειμένου να εξετασθούν ως νέα αιτήματα, ασχέτως αν οι τεχνικής φύσεως παράμετροι παραμένουν οι ίδιες, 2) διευκρινίζει ότι σχετικά με την αναφορά των δύο πρώτων εναγόντων περί μη κατάθεσης αιτήματος τους στις 14-09-2016, αυτά τα νέα αιτήματα εξέτασης σύνδεσης των δύο σταθμών που αποτελούν στην πραγματικότητα επανάληψη των παλαιότερων, υποβλήθηκαν στο πρακτορείο των Γιαννιτσών στις 14-09-2016, λαμβάνοντας αριθμούς πρωτοκόλλου εισερχομένων αιτήσεων, 3) όσον αφορά στην ισχύουσα διαδικασία εξέτασης των νέων αιτημάτων σύνδεσης στο Δίκτυο απαλλασσόμενων σταθμών ΑΠΕ, ισχύος έως και 100 kW και τη χορήγηση προσφοράς σύνδεσης, αυτή απαιτεί την καταβολή εκ μέρους των επενδυτών του ποσού των 500 ευρώ (χωρίς Φ.Π.Α.), έναντι δαπανών εξέτασης και διαχείρισης του φακέλου τους, γεγονός που διέλαθε της προσοχής της και καθυστέρησε στη δική τους περίπτωση και 4) ότι όλα τα αιτήματα σύνδεσης που αφορούν στις μη δεσμευτικές προσφορές σύνδεσης εξετάζονται με βάση την ημερομηνία υποβολής τους. Σημειώνεται ότι παρά τον αγωγικό ισχυρισμό ότι όλοι οι ενάγοντες υπέβαλαν σχετικό αίτημα επανεξέτασης του φακέλου τους, προσκομίζονται έγγραφα μόνο για τους δύο πρώτους αυτών. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι οι συναφθείσες μεταξύ έκαστου των εναγόντων και της ΔΕΗ Α.Ε. συμβάσεις σύνδεσης, που εν προκειμένω έχουν τα στοιχεία της σύμβασης έργου (Δ. Λιάππης, Ηλεκτρική Ενέργεια και Δίκαιο των Συμβάσεων, παρ. 7, αριθμ. 48) ως προς την ισχύ τους, που εξαρτήθηκε από την καταβολή από καθένα των εναγόντων του κόστους κατασκευής των έργων σύνδεσης των φωτοβολταϊκών σταθμών επί ακινήτων τους, ήτοι συμφωνήθηκε προεκπλήρωση της υποχρέωσης των εναγόντων να καταβάλουν το κόστος της δαπάνης κατασκευής αυτών, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της υπογραφής συμβάσεων σύνδεσης από συνολικά είκοσι επτά κατ’ επάγγελμα αγρότες με ακίνητα στις περιοχές της ... και της .... Τούτο, ορίσθηκε ρητά στις σχετικές προσφορές σύνδεσης που παρασχέθηκαν στους ενάγοντες και στους λοιπούς αιτηθέντες (και μη διαδίκους) κατ’ επάγγελμα αγρότες, καθόσον η προσφορά σύνδεσης, που περιλάμβανε και την εκτίμηση του κόστους του έργου που έπρεπε να κατασκευαστεί και κατ’ αναλογία του κόστους της δαπάνης με την οποία θα επιβαρυνόταν έκαστος παραγωγός, καθορίσθηκε βάσει του αριθμού των προτιθέμενων να συνάψουν συμβάσεις σύνδεσης παραγωγών, με τη ρητή μάλιστα συμφωνία ότι ανάλογα με τον αριθμό των φυσικών προσώπων που θα κάνουν την αποδοχή της προσφοράς σύνδεσης, το κόστος αυτό ενδέχεται να τροποποιηθεί αναφορικά με το κοινό έργο σύνδεσης. Την συγκεκριμένη οριστική προσφορά σύνδεσης αποδέχτηκε καθένας από τους ενάγοντες και ακολούθησε η υπογραφή των συμβάσεων σύνδεσης. Και ναι μεν στην κάθε μία από αυτές (συμβάσεις σύνδεσης) δεν επαναλήφθηκε, ως επαναδιατυπούμενη στο κείμενο αυτών, η αίρεση αυτή, πλην όμως, βάσει της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 4 του N. 3468/2006 («Παραγωγή Ηλεκτρικής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης και λοιπές διατάξεις») και των άρθρων 55, 56, 57 παρ. 1 του ΚωδΔικτ, η σύνδεση εγκαταστάσεων χρήστη στο δίκτυο και η λειτουργία αυτών παράλληλα με το δίκτυο, επιτρέπονται μόνον κατόπιν σύναψης σχετικής σύμβασης σύνδεσης στο δίκτυο μεταξύ του χρήστη και του διαχειριστή του δικτύου και για την σύναψη σύνδεσης είναι αναγκαία η προηγούμενη έγγραφη αποδοχή της σχετικής δεσμευτικής προσφοράς σύνδεσης εκ μέρους του χρήστη και η πλήρωση των λοιπών προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Εγχειρίδιο Πρόσβασης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι η σύμβαση σύνδεσης στο δίκτυο αποτελεί ενιαίο σύνολο με την δεσμευτική προσφορά όρων σύνδεσης και των όρων αυτής. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, η τεθείσα αναβλητική αίρεση για την σύναψη συμβάσεων σύνδεσης από είκοσι επτά (27), συμπεριλαμβανομένων των εναγόντων, ενδιαφερομένους για την κατασκευή φωτοβολταϊκών πάρκων στις περιοχές της ... και της ... δεν πληρώθηκε και συνεπώς, τα αποτελέσματα της σύμβασης δεν επήλθαν, λαμβανομένου υπόψη του ότι οι ενάγοντες δεν αποδέχτηκαν την πρόταση της πρώτης εναγόμενης για τροποποίηση των συμβάσεως σύνδεσης ως προς το ύψος της δαπάνης που θα έπρεπε να καταβάλουν για την κατασκευή των αναγκαίων για την σύνδεση στο δίκτυο έργων. Δεδομένου, δε ότι στην πρόσκληση της πρώτης εναγόμενης στους ενάγοντες για την σύναψη τροποποιητικών συμβάσεων, τέθηκε καταληκτική προθεσμία (27-07-2012) προς τούτο (κατάρτιση συμβάσεων) και σε περίπτωση παρελεύσεως αυτής, οι σχετικές αιτήσεις θα αρχειοθετούνταν, οι ένδικες συμβάσεις δεν ανέπτυξαν ισχύ. Οι ενάγοντες, καθ’ υποφοράν με το αγωγικό δικόγραφο ισχυρίζονται ότι η προσφορά σύνδεσης αναγνώριζε κατά παράβαση του νόμου στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...Α.Ε.» και στα φωτοβολταϊκά πάρκα αυτής προτεραιότητα έναντι των δικών τους, καθόσον η τελευταία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για την σύνδεσή της με το δίκτυο (ως προς το καθεστώς χρήσης του ακινήτου για την κατασκευή του πάρκου), γεγονός που πληροφορήθηκαν μετά την υπογραφή της σύμβασης με βάση την προσφορά των όρων σύνδεσης και για το οποίο ενημέρωσαν την πρώτη εναγόμενη, πλην όμως η παράνομη επιβάρυνση των αιτημάτων των είκοσι επτά κατ’ επάγγελμα αγροτών με την κατασκευή νέας γραμμής μέσης τάσης, λειτούργησε αποτρεπτικά για την αποδοχή της προσφοράς σύνδεσης και την σύναψη των σχετικών συμβάσεων από τους περισσότερους αγρότες. Ο ισχυρισμός αυτός, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στο άρθρο 207 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον ακόμη και αν ήθελε υποτεθούν αληθή τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες πραγματικά περιστατικά, η οποιαδήποτε πλημμέλεια στην αίτηση σύνδεσης της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, που είχε προτεραιότητα στην εξέτασή της, κατέστη γνωστή στην πρώτη εναγόμενη μετά την σύναψη των συμβάσεων σύνδεσης των εναγόντων, χωρίς να προκύπτει ότι η πλήρωση της αιρέσεως, ήτοι της σύναψης συμβάσεων σύνδεσης από είκοσι επτά κατ’ επάγγελμα αγρότες, εμποδίστηκε από την πρώτη εναγόμενη αντίθετα προς την καλή πίστη, ως τέτοιας νοούμενης αντικειμενικώς της αντίληψης του μετρίως, ευπρεπώς και τιμίως φερόμενου κοινωνικού ανθρώπου, ούτε άλλωστε η πρώτη εναγόμενη θα υφίστατο ζημία από την πλήρωση της αιρέσεως (Ιωαν. Κατράς, Αγωγές, Αιτήσεις και Ενστάσεις Γενικών Αρχών του Αστικού Κώδικα, παρ. 44, αρ. 1-5). Ούτε όμως αντισυμβατική συμπεριφορά, δύναται να στοιχειοθετηθεί σε βάρος της εναγόμενης, για την μη επιμέλεια της για ταυτόχρονη υπογραφή σύμβασης και καταβολής του αναλογούντος τιμήματος από όλους τους παραγωγούς, διότι στην προσφορά σύνδεσης υπάρχει ρητός όρος ότι σε αντίθετη περίπτωση (ήτοι της μη ταυτόχρονης υπογραφής των συμβάσεων) το κόστος των κοινών έργων σύνδεσης θα βαρύνει τροποποιημένο τους πρώτους παραγωγούς που θα συνάψουν σύμβαση σύνδεσης. Συνεπώς, εφόσον τα αποτελέσματα των ένδικων συμβάσεων δεν επήλθαν, δεν ανακύπτει ζήτημα υπερημερίας της πρώτης εναγόμενης για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της και συνακόλουθα, άσκησης των εναγόντων των εκ του άρθρου 686 εδ. β ΑΚ δικαιωμάτων τους να ζητήσουν την εκπλήρωση της σύμβασης. Σημειώνεται ότι συνεπεία της με αριθμό πρωτοκόλλου ΡΑΕ ….2017 καταγγελίας των εναγόντων σε βάρος της πρώτης εναγόμενης αλλά και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.», ενώπιον της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (εφεξής ΡΑΕ), εκδόθηκε η με αριθμό ...-2017 απόφαση αυτής, με την οποία αποφασίσθηκε: 1) η αποδοχή της καταγγελίας των εναγόντων κατά της πρώτης εναγόμενης, ως προς την αναγνώριση της μη εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων αυτής για τη χορήγηση Προσφορών Όρων Σύνδεσης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και τους λόγους αντικειμενικής αδυναμίας στους οποίους οφείλεται η καθυστέρηση, 2) η διαπίστωση αντισυμβατικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης κατά τη διαδικασία σύναψης των συμβάσεων σύνδεσης για τη σύνδεση των φωτοβολταϊκών σταθμών των καταγγελλόντων στο δίκτυο και της ως εκ τούτου παράβασης της κατά τις διατάξεις του άρθρου 127 του ν. 4001/2011 υποχρέωσής της για τη διασφάλιση κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή, άμεσο και αμερόληπτο τρόπο της πρόσβασης των χρηστών στο δίκτυο προκειμένου αυτοί να ασκούν τις δράστηριότητές τους, στο βαθμό που ειδικότερα: α) δεν τηρήθηκε ο όρος των Προσφορών Σύνδεσης για ταυτόχρονη υπογραφή των συμβάσεων σύνδεσης με τη λήξη ισχύος των αντίστοιχων προσφορών σύνδεσης και β) δεδομένων των αντιφατικών όρων των συμβάσεων σύνδεσης σχετικά με την πλήρωση των αιρέσεων και της πρόβλεψης για παροχή τρίμηνης προθεσμίας για την καταβολή του κόστους σύνδεσης και ως τούτου θέσης σε ισχύ της σύμβασης, παρόλο που αυτό δεν είχε οριστικοποιηθεί καθώς οι προσφορές σύνδεσης παρείχαν εξάμηνη προθεσμία για την αποδοχή τους με τη λήξη της οποίας το κόστος σύνδεσης θα οριστικοποιείτο και θα επιμερίζετο στους παραγωγούς που αποδέχτηκαν τους σχετικούς όρους, δημιουργήθηκε ασάφεια και σύγχυση στους αντισυμβαλλόμενους καταγγέλλοντες ως προς τους όρους των συμβάσεων σύνδεσης που αφορούν στο κόστος των έργων σύνδεσης και ως προς το χρόνο ενεργοποίησης των συμβάσεων σύνδεσης, οι οποίες αποτελούσαν και προααπαιτούμενο για την έγκυρη κατάρτιση των συμβάσεων πώλησης και κατοχύρωσης της εγγυημένης τιμής πώλησης της παραγόμενης ενέργειας, 3) η διαπίστωση πλημμελούς άσκησης από την πρώτη εναγόμενη των καθηκόντων της κατά τη διαδικασία σύναψης των συμβάσεων πώλησης ως είχε αρμοδιότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο, η οποία τεκμαίρεται από την παροχή αντιφατικών στοιχείων σε σχέση με τις καταχωρήσεις του Μητρώου Συμβάσεων Πώλησης που τηρεί η εταιρεία με το διακριτικό τίτλο «ΛΑΓΗΕ Α.Ε.», 4) η επιβολή στην πρώτη εναγόμενη προστίμου ποσού 70.000 ευρώ, 5) η απόρριψη της καταγγελίας κατά της ανώνυμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο «ΛΑΓΗΕ Α.Ε.», ως μη έχουσας αρμοδιότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο σχετικά με τη διαδικασία σύναψης των εν λόγω συμβάσεων και 6) η απόρριψη της καταγγελίας ως προς την ισχυριζόμενη παράνομη δέσμευση ισχύος της εταιρείας με την επωνυμία «...Α.Ε.» εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης. Με την υπ’ αριθμόν ….-2018 απόφαση της ΡΑΕ απορρίφθηκε η υποβληθείσα από την πρώτη εναγόμενη αίτηση αναθεώρησης της με αριθμό.../2017 απόφασης της ΡΑΕ, ενώ έχει ήδη ασκηθεί προσφυγή κατά της απόφασης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας δεν έχει εισέτι εκδοθεί απόφαση. Επομένως, η αγωγή κατά την κύρια (ενδοσυμβατική) βάση της, με την οποία ζητείται η εκπλήρωση της σύμβασης από την πρώτη εναγόμενη, λόγω υπερημερίας αυτής, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση της, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, πρέπει να ερευνηθεί υποχρεωτικά από το Δικαστήριο τούτο η μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της αγωγής (ΑΠ 537/2016, ΤρΝομΠλ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες με την κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενη βάση της αγωγής τους, κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτής, ισχυριζόμενοι ότι η πρώτη εναγόμενη κατέστη υπερήμερη οφειλέτρια ως προς την αναληφθείσα από αυτή συμβατική υποχρέωσή της να προβεί στην κατασκευή των αναγκαίων έργων για την λειτουργία φωτοβολταϊκών σταθμών επί ακινήτων τους, άλλως ότι 4 κατέστη από υπαιτιότητα της αδύνατη η παροχή της, ζήτησαν, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 815.815 ευρώ, ως αποζημίωση. Η κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενη αγωγή είναι καταψηφιστική, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενό της. Επομένως, η αγωγή αυτή που ως αντικείμενο έχει χρηματική απαίτηση, υπόκειται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Ωστόσο, οι ενάγοντες δεν κατέβαλαν τέτοιο τέλος, ούτε συμπλήρωσαν την αντίστοιχη έλλειψη (κατόπιν κλήσης, κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ, βλ. την από 07-07-2025 βεβαίωση της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών). Ελλείψει καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου, οι ενάγοντες λογίζονται ερήμην δικαζόμενοι και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη κατ’ άρθρα 2 και 8 Γ^ΟΗ/1912 καθώς και 272§1 ΚΠολΔ (ΑΠ 181/2023, ΤρΝομΠλ Νόμος), χωρίς έρευνα του παραδεκτού και του νομίμου, διότι η έρευνα της παράστασης των διαδίκων αποτελεί προϋπόθεση για την έρευνα της υπόθεσης [βλ. Βαθρακοκοίλης Α. σε Κατσιρούμπας Π. (επιμ.), Η αγωγή στην πολιτική δίκη, 2020, σελ. 388-390 αριθμ. 47, 52 και 54]. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει 1. λόγω της νίκης των εκκαλούντων στην ένδικη υπόθεση, να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου που κατατέθηκε από αυτούς κατά την άσκηση της εφέσεώς τους σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και 2. να συμψηφιστεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων η δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση κατά της με αριθμό 2310/2022 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση.

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου της εφέσεως στους καταθέσαντες αυτό εκκαλούντες.

-ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την αγωγή και ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ την ουσία της υποθέσεως.

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

-ΣΥΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2025 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στις ….

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ